Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Ονειρμάρξ: Ο αρνητικός ορίζοντας του ολοκληρωτικού καπιταλισμού


Yπάρχει ένας απόλυτος ορίζοντας στην ανάπτυξη του καπιταλισμού: ο καπιταλισμός στην «τελειότητά» του, ο καπιταλισμός στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του εχθρού, εξαφάνιση των προκαπιταλιστικών κατάλοιπων και των αντιστάσεων, εξαφάνιση όποιας σκέψης και πρακτικής δείχνει πως υπάρχει ζωή και μετά από αυτόν, με άλλα λόγια ολοκληρωτική εξαφάνιση όλων εκείνων των πραγματικών περιστάσεων που εμποδίζουν την καθαρή Ιδέα του καπιταλισμού να πραγματωθεί. Αυτός ο απόλυτος ορίζοντας είναι ο ορίζοντας του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να προτείνουμε ένα γενικό ερμηνευτικό πλαίσιο ως υπόθεση, με βάση το οποίο πιστεύουμε ότι μπορούν να αξιοποιηθούν τα εμπειρικά δεδομένα και να οδηγηθούμε στην εκτίμηση για τη σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού. Από το πλαίσιο αυτό απουσιάζουν ζητήματα συστημικής αρχιτεκτονικής διάρθρωσης όπως η θεωρία του αδύναμου κρίκου, η διάκριση σε “κέντρο” και “περιφέρεια”, κ.α


Α) Επιστημο-λογική Εξιδανίκευση

« Από τη στιγμή που μπορεί κανείς να σκεφτεί τον πόλεμο με δύο τρόπους, στην απόλυτή του μορφή ή σε μία από τις διάφορες μεταβλητές μορφές που στη πραγματικότητα αυτός παίρνει, ανακύπτουν δύο διαφορετικές έννοιες επιτυχίας (σ.σ πολεμικής επιτυχίας) [...]Η πρώτη από αυτές τις δύο οπτικές αντλεί την εγκυρότητά της από τη φύση του αντικειμένου. Η δεύτερη, από την πραγματική ιστορία. Αμέτρητες περιπτώσεις έχουν υπάρξει όπου ένα αμυδρό πλεονέκτημα θα μπορούσε να αποκτηθεί χωρίς μια δυσχερή συνθήκη να το συνοδεύει. Όσο περισσότερο το στοιχείο της βίας μετριάζεται, τόσο πιο συχνές θα είναι αυτές οι περιπτώσεις. Αλλά όπως ένας απόλυτος πόλεμος ποτέ στη πραγματικότητα δεν έχει επιτευχθεί, με τον ίδιο τρόπο ποτέ δεν θα βρούμε έναν πόλεμο στον οποίο η δεύτερη έννοια επικρατεί τόσο, ώστε η πρώτη να μπορεί να παραβλεφθεί εντελώς. Αν δεχτούμε αξιωματικά τη πρώτη από τις δύο έννοιες, αναγκαία έπεται εξ αρχής ότι κάθε πόλεμος πρέπει να συλληφθεί σαν ένα απλό όλον, και ότι με τη πρώτη κίνησή του ο στρατηγός πρέπει ήδη να έχει μια καθαρή ιδέα του σκοπό προς τον οποίο όλες οι γραμμές θα συγκλίνουν. Αν δεχτούμε αξιωματικά τη δεύτερη έννοια, τότε θα βρούμε θεμιτό να επιδιώξουμε μικρότερα πλεονεκτήματα ως αυτοσκοπό και να αφήσουμε το μέλλον στην τύχη του. 

Καθώς και οι δύο αυτές έννοιες οδηγούν σε αποτελέσματα, η θεωρία δεν μπορεί να μη λάβει υπόψη και τις δύο. Η θεωρία κάνει αυτή τη διάκριση στην εφαρμογή των δύο εννοιών: όλες οι δράσεις πρέπει να βασίζονται στη πρώτη, αφού είναι η θεμελιώδης έννοια. Η δεύτερη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια τροποποίηση που δικαιώνεται από τις περιστάσεις» [1].

Η διαφορά Απόλυτου και Πραγματικού πολέμου έγκειται στη διάκριση μεταξύ της ‘’καθαρής έννοιας’’ και της ενεργοποίησής της μέσα σε καθορισμένες συνθήκες. Βλέπουμε πως ο Clausewitz προβαίνει σε μια επιστημολογική εξιδανίκευση. Νοεί τον πόλεμο σε αφαίρεση από τις εμπειρικές συνθήκες,  και αφού προσεγγίζει την έννοιά του, βλέπει πώς αυτή ‘’ενσαρκώνεται’’ σε συγκεκριμένα ιστορικά περιβάλλοντα. Τη γενική επιστημολογική αυτή αρχή μας τη δίνει ο Clausewitz ήδη από την αρχή του βιβλίου του:

«Στο αφηρημένο πεδίο της καθαρής έννοιας, η σκέψη λοιπόν βρίσκει ανάπαυση πριν να φτάσει στο άκρο της,γιατί γίνεται αντιληπτή με μιαν ακρότητα-τη σύγκρουση των δυνάμεων που παραδίνονται στον εαυτό τους και δεν υπακούουν παρά μόνο τους δικούς τους νόμους. Αν θέλαμε να εξαγάγουμε από την καθαρή θεωρητική έννοια του πολέμου ένα προσυλληφθέντα απόλυτο στόχο, καθώς και τα μέσα για να φτάσουμε σε αυτόν, αυτές οι συνεχείς αλληλεπιδράσεις θα μας οδηγούσαν σε ακρότητες που δεν θα ήταν παρά ένα καθαρό παιχνίδι της φαντασίας, προϊόν  ενός μόλις ορατού γραναρίσματος λογικών σοφισμάτων. Αν, παραμένοντας στενά στο απόλυτο, θέλαμε να διασαφηνίσουμε όλες τις δυσκολίες με μιαν απλή διαβεβαίωση, υποστηρίζοντας από μιαν αυστηρά λογική σκοπιά πως πρέπει να είναι κανείς πάντα έτοιμος και να αντιμετωπίζει αυτήν την ακρότητα σ’έναν παροξυσμό προσπάθειας, η διαβεβαίωση θα έμενε κενό γράμμα, χωρίς εφαρμογή στο πραγματικό κόσμο [...] Όλα όμως παίρνουν διαφορετική μορφή, αν περάσουμε από την αφαίρεση στην πραγματικότητα. Στην αφαίρεση όλα θα έπρεπε να θεωρούνται με αισιοδοξία, και θα έπρεπε να φανταστούμε καθένα από τα δύο στρατόπεδα δε θα έτεινε μόνο προς την τελείωση, αλλά και πως θα έφτανε σε αυτήν. Θα μπορέσει ποτέ αυτό να γίνει στη πραγματικότητα; θα γινόταν αν:

1. ο πόλεμος ήταν μια πράξη εντελώς μεμονωμένη, που εμφανίζεται ξαφνικά και χωρίς συνάφεια με την προγενέστερη ζωή του κράτους.

2. αν συνίστατο σε μια μοναδική απόφαση ή σε πολλές ταυτόχρονες αποφάσεις.

3. αν επέσυρε μια πλήρη καθεαυτήν απόφαση, κι αν δεν λαμβανόταν υπόψη η πολιτική κατάσταση, που πρέπει να προκύψει απ’αυτόν και να επιδράσει επάνω του» [2]

Η καθαρή έννοια του πολέμου μας δίνει μια προσύλληψη του απόλυτου στόχου κάθε πολέμου. Αυτός είναι ο εκμηδενισμός του εχθρού, η απόλυτη επιτυχία του πολέμου (αυτό εννοεί ο Clausewitz λέγοντας ότι πρέπει στην αφαίρεση όλα «να θεωρούνται με αισιοδοξία». Έτσι εξηγείται αυτό που είδαμε στο πρώτο απόσπασμα, πως οι δύο έννοιες του πολέμου (απόλυτος και πραγματικός) συνεπάγονται δύο συλλήψεις της πολεμικής επιτυχίας. Στον απόλυτο πόλεμο η επιτυχία είναι απόλυτο, η πολεμική απόδοση τέλεια, η βέλτιστη νοητή, στον πραγματικό πόλεμο είναι ανέφικτο αυτό το ιδανικό τελειότητας, πάντα υπάρχουν επιτυχίες και αποτυχίας, το παραμικρό πολεμικό πλεονέκτημα συνεπάγεται ένα κάποιο κόστος. Στον απόλυτο πόλεμο πρέπει να νοήσουμε την άριστη πραγμάτωση του σκοπού της έννοιας, που είναι αδύνατη μέσα σε πραγματικές συνθήκες, συνεπώς καταχρηστικά και μόνο μιλάμε για πραγμάτωση.Η μέθοδος αυτή είναι όμοια στον «ιδεότυπο» του Μάξ Βέμπερ. Όταν ο Βέμπερ αναφέρεται σε ιδεότυπους, εννοεί το σύνολο των πιο ουσιωδών χαρακτηριστικών μιας έννοιας στην πιο καθαρή μορφή τους. Ο ιδεότυπος είναι η λογική εκείνη κατασκευή που κάνει αφαίρεση από εμπειρικές προσμίξεις οι οποίες «αλλοιώνουν» την έννοια.

Στην Φαινομενολογία του ο Edmund Husserl περιγράφει την εξιδανίκευση μέσα από τον μηχανισμό των «φαντασιακών παραλλαγών»: «Αν πάρουμε τον εποπτικό κόσμο στην ολότητά του κατά το ρέον «εκάστοτέ» του, στην οποία αυτός είναι για εμάς απλώς εκεί, τότε αυτός έχει ακόμη και ως ολότητα τη «συνήθειά» του, δηλαδή να εξακολουθεί «από συνήθεια» να είναι έτσι όπως ήταν μέχρι τώρα. Άρα, ο εμπειρικά εποπτικός περίκοσμός μας έχει ένα εμπειρικό συνολικό στυλ. Όπως και αν σκεφτόμαστε αυτό τον κόσμο, αλλαγμένο στη φαντασία μας ή όπως κι αν κάνουμε παραστατά τα άγνωστα για τη μελλοντική πορεία του κόσμου, δηλαδή έτσι «όπως αυτή θα μπορούσε να είναι» (στις δυνατότητές της), αναγκαστικά παριστάνουμε την πορεία του με το στυλ υπό το οποίο έχουμε τον κόσμο ήδη, υπό τον οποίο τον είχαμε μέχρι τώρα.

   Γι’αυτό το στυλ μπορούμε να αποκτήσουμε ρητή επίγνωση στον αναστοχασμό και στην ελεύθερη παραλλαγή αυτών των δυνατοτήτων. Μπορούμε έτσι να κάνουμε θέμα μας το αμετάβλητο καθολικό στυλ υπό το οποίο διατελεί αυτός ο εποπτικός κόσμος στο ρεύμα της ολικής εμπειρίας μας. Ακριβώς με αυτό τον τρόπο βλέπουμε ότι καθολικά τα πράγματα και τα όσα τους συμβαίνουν δεν κάνουν την εμφάνισή τους και δεν εξελίσσονται τυχαία, αλλά δεσμεύονται «a priori» μέσω αυτού του στυλ, μέσω της αμετάβλητης μορφής του εποπτικού κόσμου. […] Χάρη στην a priori κοσμική δομή που ανήκει στα σώματα του εμπειρικού-εποπτικού κόσμου, αυτά είναι τέτοιου τύπου που κάθε σώμα-αφηρημένα μιλώντας-έχει εκάστοτε τη δική του έκταση, αλλά έτσι ώστε όλες αυτές οι εκτάσεις να είναι σχηματομορφές μιας, συνολικής, άπειρης έκτασης του κόσμου. Ως κόσμος, ως καθολικός σχηματισμός όλων των σωμάτων, έχει άρα μία ολική μορφή που περιλαμβάνει όλες τις [επιμέρους] μορφές, και αυτή είναι εξιδανικεύσιμη και ελέγξιμη μέσω κατασκευής με τον τρόπο που αναλύσαμε» [3].

Η «ολική μορφή», που είναι μια εξιδανίκευση του εμπειρικού-εποπτικού κόσμου σωμάτων, είναι για τον Husserl μια επιστημονική «υπόθεση», η οποία δεν επαληθεύεται μία μόνο φορά, αλλά εμπλέκεται σε μια διαδικασία «ατελεύτητων επαληθεύσεων», οι οποίες βελτιστοποιούν τις μετρήσεις, αν μιλάμε για τις επιστήμες που βασίζονται στα μαθηματικά, με αποτέλεσμα να βελτιώνονται οι ίδιες οι επιστημονικές υποθέσεις, προσεγγίζοντας όλο και περισσότερο το ιδεατό όριο σύμπτωσης των επιμέρους μορφών των σωμάτων, της έκτασης και των ποιοτήτων τους, με τις επιστημονικές τους εξιδανικεύσεις [4].

Στο Κεφάλαιο του Μάρξ ο καπιταλισμός μελετάται σύμφωνα με τον «ιδανικό μέσο όρο του» [5], ώστε να εκτεθεί η μορφή και το περιεχόμενο της Έννοιας σε αφαίρεση από εμπειρικά γεγονότα και χαρακτηριστικά που είναι από εννοιολογική σκοπιά ασήμαντα. Όμως, η διαφορά της μεθόδου του Κ.Μάρξ είναι η διαλεκτική έκθεση της έννοιας του Κεφαλαίου. Η έννοια του Κεφαλαίου δεν παρουσιάζεται ως ένα σύνολο στατικών ουσιαστικών ιδιοτήτων που έχουν συναχθεί από την εμπειρική συγκριτική μελέτη των ιδιαίτερων περιπτώσεων, αλλά ως διαλεκτική διαδικασία παραγωγής της έννοιας. Η συγκρότηση του γνωστικού αντικειμένου στη διαλεκτική έκθεση, στα διαδοχικά της επίπεδα, δίνει μια εικόνα ανάπτυξης της έννοιας από τους απλούστερους και πλέον αφηρημένους, στους πλέον συγκεκριμένους και πλούσιους προσδιορισμούς. Έχει προηγηθεί, ωστόσο, η αντίστροφη πορεία, η οποία έχει προσδιορίσει την Αρχή, την απλούστερη σχέση του γνωστικού αντικειμένου. Η πορεία αυτή από το αισθητηριακά συγκεκριμένο της επιστήμης στο αφηρημένο, αντιστοιχεί ως προς τον σκοπό τους (και όχι ως προς τη μέθοδο, που διαφέρει μεταξύ τυπικής και διαλεκτικής λογικής) στη διαδικασία της «εξιδανίκευσης» που παραπάνω είδαμε. Μόνο που, στη διαλεκτική μέθοδο, το ίδιο το «αφηρημένο» αναπτύσσεται σε λογικά επίπεδα και ολοκληρώνεται με την αυτοαναίρεσή του και την «έξοδο» της Ιδέας στη χωροχρονική της συγκεκριμενοποίηση [6]

Αξίζει να συνδέσουμε τις παραπάνω εφαρμογές της μεθόδου της «εξιδανίκευσης» με το παράδειγμα που χρησιμοποιήσαμε ως αφετηρία, αυτό του Clausewitz. Ο Clausewitz περιγράφει το χάσμα ανάμεσα στην απόλυτη έννοια (απόλυτος πόλεμος) και τις ενεργοποιήσεις της (πραγματικός πόλεμος σε διάφορες περιστάσεις) ως «τριβή». «Η έννοια της τριβής είναι η μόνη που ανταποκρίνεται αρκετά γενικά σε κείνο που διακρίνει τον πραγματικό πόλεμο από κείνο που μπορεί να διαβάσει κανείς στα βιβλία» [7]. Η έννοια της ”τριβής” παραπέμπει ευθέως στη μηχανική (πράγμα που αναφέρει και ο Klausewitz) και στον Νεύτωνα. Συνηθίζονται τα ”νοητικά πειράματα” στη Φυσική που θεωρούν μηδενική ή αμελητέα τη τριβή. Ο Πρώσος κάνει δηλαδή, με την αφηρημένη σύλληψη του πολέμου, ένα νοητικό πείραμα [8], κατασκευάζοντας τον ”ιδεότυπο” του πολέμου. Μπορούμε να πούμε λοιπόν πως ο μηχανισμός είναι ο εξής: η επιστημολογική εξιδανίκευση-Ιδέα, που αποτελεί νοητική αφαίρεση προκύπτουσα (και στη περίπτωση του Clausewitz) από συγκριτική αντιπαραβολή εμπειρικών πολέμων και επιστημολογική, ”νομοθετική” απόφαση (ιδιότητες των εμπειρικών πολέμων αναβιβάζονται στο επίπεδο του νόμου της λογικής του πολέμου εν γένει), ”ενσαρκώνεται” στους επιμέρους εμπειρικούς πολέμους, που ”αποκλίνουν” από το ιδεατό πρότυπο, λόγω της ”τριβής”, λόγω δηλαδή της απροσδιοριστίας των συνθηκών μέσα στις οποίες ”υλοποιείται” η ”καθαρή έννοια του πολέμου”.

Αξίζει τώρα να δούμε πως αντιμετωπίζει ο Hegel τη τρίβη, σε σχέση ακριβώς τόσο με τη μηχανική των σωμάτων όσο και με την «Έννοια»:

«Το "εκκρεμές" λέγουν "κινείται εκατέρωθεν της κατακορύφου με κυκλικές κινήσεις. Όταν ευρίσκεται σε κάθετη γωνία, αποκτά μια δύναμη, που θα μπορούσε να το ανυψώσει, μετά από διαδρομή κυκλικού τόξου, μέχρι το αυτό ύψος της άλλης πλευράς κι έτσι κινείται αενάως δώθε-κείθε”. Το εκκρεμές έχει από τη μία τη φορά της βαρύτητας. Διά της ανύψωσης το απομάκρυναν από τη φορά της βαρύτητας και του έδωσαν μία άλλη κατεύθυνση. Τούτος ο δεύτερος παράγοντας είναι εκείνος, διά του οποίου τίθεται η πλευρική κίνηση. Ισχυρίζονται τώρα: ”Μέσω της αντίστασης οι ταλαντώσεις γίνονται διαρκώς μικρότερες και το εκκρεμές ισορροπεί τελικά, γιατί αλλιώς η ταλάντωση θα διαρκούσε αιώνια”. Η κίνηση της βαρυτητας όμως και η διατέμνουσα πλευρική κίνηση δεν είναι δύο αντιπαρατιθέμενα είδη, αλλά η πρώτη είναι η υποστασιακή, όπου η δεύτερη τυχαία υποτάσσεται [...]”Η βαρύτητα είναι η δύναμη, που φέρει σε ισορροπία το εκκρεμές διά της εννοίας της ύλης. Ως γενικό επιβάλλεται πάνω στο ξένο και η ταλάντωση αναχαιτίζεται προοδευτικά και ισορροπεί στη γραμμή της κατακόρυφου. Τούτη η αναγκαιότητα της έννοιας όμως εμφανίζεται στη σφαίρα της εξωτερικότητας ως εξωτερικό εμπόδιο, ως τριβή» [9]

Για τον Hegel, η τριβή που εμφανίζεται ως εξωτερικό εμπόδιο σε σχέση με την έννοια, αποτελεί όχι κάτι το εξωτερικό που «αμαυρώνει» την καθαρότητα της έννοιας, αλλά εσωτερική αναγκαιότητα της ίδιας της έννοιας. Η τριβή δεν αντιπαρατίθεται στην κίνηση του εκκρεμούς, αλλά εγκλείεται εσωτερικά στην έννοια της κίνησης του σώματος. Ο Hegel κάνει αυτή τη διαπίστωση, ακριβώς γιατί, στο ανώτερο επίπεδό της, η Έννοια είναι ως Ιδέα η σύμπτωση υποκειμενικότητας/έννοιας και αντικειμενικότητας. Η Έννοια στην τελείωσή της είναι κάτι συγκεκριμένο, μια ατομικότητα, ένα νοητικά συγκεκριμένο και όχι ένα συγκεκριμένο-ειδικό που αντιπαρατίθεται και υποτάσσεται σε ένα αφηρημένο-γενικό. Έτσι, η πραγματική σύλληψη δεν απολυοποιεί την καθαρή έννοια ούτε την εμπειρική προς-τριβή. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο ο Clausewitz λέει πως πρέπει να λάβουμε υπόψη τόσο τον απόλυτο όσο και το πραγματικό πόλεμο. Στη πραγματικότητα, η ενότητά τους είναι η Αλήθεια, δηλαδή η ενότητα της έννοιας με την αντικειμενικότητα. Ακριβώς στο σημείο αυτό ο Clausewitz είναι απολύτως διαλεκτικός. Ως υλιστής, όμως, δέχεται μια θεμελιώδη ασυμμετρία μεταξύ έννοιας και αντικειμενικότητας. Μια ασυμμετρία, που είναι ζήτημα ερμηνείας αν υπάρχει στον ίδιο τον Hegel , εντός της ταυτότητας της ταυτότητας και της ετερότητας. O Εngels γράφει σε ένα γράμμα του στον Conrad Schmidt, απαντώντας στις επικρίσεις του δεύτερου για το νόμο της αξίας:

   The reproaches you make against the law of value apply to all concepts, regarded from the standpoint of reality. The identity of thought and being, to express myself in Hegelian fashion, everywhere coincides with your example of the circle and the polygon. Or the two of them, the concept of a thing and its reality, run side by side like two asymptotes, always approaching each other yet never meeting. This difference between the two is the very difference which prevents the concept from being directly and immediately reality and reality from being immediately its own concept. But although a concept has the essential nature of a concept and cannot therefore prima facie directly coincide with reality, from which it must first be abstracted, it is still something more than a fiction, unless you are going to declare all the results of thought fictions because reality has to go a long way round before it corresponds to them, and even then only corresponds to them with asymptotic approximation [10]

Και η «αξία» στο «νόμο της αξίας» είναι μια εξιδανίκευση εντός της διαλεκτικής έκθεσης (άρα μια εξιδανίκευση της διαλεκτικής λογικής). Η επικρίσεις προς την έννοια της «αξίας» πως είναι μια αφαίρεση, πως δεν εμφανίζεται ποτέ στην εμπειρία, πως πάντα οι πραγματικές τιμές δεν αντιστοιχούν ακριβώς στα μεγέθη αξίας θα μπορούσε να στραφεί, λέει ο Engels, εναντίον κάθε (επιστημονικής) αφαίρεσης-έννοιας. Όποιος κάνει τέτοια κριτική, δεν έχει καταλάβει πως λειτουργεί η επιστήμη, και πως παράγει χρήσιμα για τη πρακτική ζωή των ανθρώπων αποτελέσματα. Έννοια και πράγμα δεν συμπίπτουν ποτέ απόλυτα, αν συνέβαινε αυτό δεν θα υπήρχε αλλαγή. Ο Engels μιλά εδώ για αυτό που αποκαλέσαμε θεμελιώδη ασυμμετρία μεταξύ έννοιας και αντικειμενικότητας [11]. Μάλιστα, η τριβή της έννοιας της αξίας σε πραγματικές συνθήκες προσφοράς-ζήτησης, που δημιουργεί την απόκλιση των πραγματικών τιμών από τον ιδεατό μέσο όρο της αξίας, δεν αντιδιαστέλλεται στην αξία, αλλά συγκροτεί μια πραγματική, δυναμική ενότητα μαζί της, με τον ίδιο τρόπο που ο Hegel περιγράφει τη τριβή όχι ως εξωτερική αλλά ως εσωτερική αναγκαιότητα της έννοιας [12].

Τώρα ίσως μπορούμε να διατυπώσουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα σε σχέση με το ερώτημα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού:

α) Ο ολοκληρωτικός ή απόλυτος καπιταλισμός είναι ο καπιταλισμός εκείνος που έχει πραγματώνει με το βέλτιστο νοητό τρόπο την έννοιά του. Είναι ο απόλυτα επιτυχής, ο απόλυτα αποδοτικός καπιταλισμός, που έχει ολοκληρωτικά αφανίσει τις ιστορικές και υλικές αντιστάσεις που δημιουργούν «τριβή» στην έννοιά του. Είναι απόλυτος γιατί υπάρχει άνευ όρων και ορίων.

Ο παραπάνω ορισμός, όμως, δεν έχει ακόμα υψωθεί στη διαλεκτική σύλληψη. Και αυτό γιατί, όπως είδαμε, η τριβή είναι αδύνατο να εξαφανιστεί τελείως. Αντιθέτως, πρέπει να καταστήσουμε τη τριβή εσωτερική στιγμή της έννοιας, για να συλλάβουμε διαλεκτικά τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό.

β) Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός δεν έχει εξαφανίσει κάθε τριβή και αντίσταση προς την έννοιά του, αντίθετα έχει καταστήσει ως εσωτερική στιγμή της έννοιάς του κάθε τριβή και αντίσταση. Η τριβή των πραγματικών συνθηκών πάνω στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό είναι στη πραγματικότητα προϊόν του ίδιου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, αφού προϊόν του είναι οι ίδιες οι πραγματικές χωροχρονικές συνθήκες, μέσα στις οποίες το κεφαλαιοκρατικό σύστημα υλοποιείται.

Η ”αμεσότητα” των συνθηκών ύπαρξης του καπιταλιστικού συστήματος είναι, στον απόλυτο ορίζοντα του “ολοκληρωτικού καπιταλισμού, προϊόν της διαλεκτικής του παραγωγικής διαμεσολάβησης. Ο Καπιταλισμός (ή μήπως η ιστορία των κοινωνιών συνολικά;) φτάνει στην εγελιανή του κορύφωση.

γ) Για να ερευνήσουμε το στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού σήμερα, υπό το πρίσμα του ιδεατού του ορίζοντα, του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, πρέπει να εξετάσουμε όλες τις βασικές εστίες εξωτερικότητας, τριβών και αντιστάσεων. Ο χαρακτήρας των τριβών και των αντιστάσεων αποτελεί το μέτρο, το δείκτη ολοκλήρωσης του καπιταλισμού. Όσο λιγότερο εξωγενείς ή όσο πιο ενδογενείς είναι στην καπιταλιστική λειτουργικότητα οι παράμετροι της αντίστασης, της τριβής, του μη υπολογίσιμου αστάθμητου, και όσο μικρότερες είναι οι τιμές αυτών των παραμέτρων, τόσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο ιδεατό όριο.

Ας απαριθμήσουμε μερικές τέτοιες περιπτώσεις τριβής, αντίστασης και αστάθμητου:

-Οι αγώνες, οι εξεγέρσεις, τα κινήματα που στρέφονται ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, προκαλώντας τριβές στην ιδανική λειτουργία του. Και φυσικά, η ύπαρξη κάποιου «αντίπαλου δέους».

-Η αντίσταση που προβάλλει η «φύση» στην απρόσκοπτη καπιταλιστική αξιο-ποίησή της. Στον παραδοσιακό μαρξισμό, μιλάμε τόσο για την «εξωτερική» Φύση, το γεωφυσικό περιβάλλον, όσο και την «εσωτερική» ”φύση”, τη βιολογική και σεξουαλική υπόσταση των ανθρώπων. Σε αυτή τη δεύτερη διάσταση πρέπει να συμπεριλάβουμε την επιθυμία, που δοκιμάζει τα όρια φυσικού-κοινωνικού. 

-Οι καπιταλιστικές κρίσεις

-Η αντίσταση συνολικά της «κοινωνίας» να αφομοιωθεί στο κεφάλαιο (ως προς τον τρόπο ζωής, τις συνήθειες, τον πολιτισμό, τις θρησκείες,  κ.α)

-Η έκταση του πλανήτη που δεν έχει ακόμα αποικίσει ο καπιταλισμός

Μερικά ιδεολογικά ονόματα της απουσίας τριβής: το «τέλος της ιστορίας» (μετα-ιστορία), το «τέλος των ιδεολογιών», το «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων», το «τέλος της πολιτικής» με τη μοντέρνα της έννοια (που μας δίνει τη μετα-πολιτική).

Όπως είπαμε, τριβές και αντιστάσεις, με βάση μια διαλεκτική σύλληψη του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, εξακολουθούν να υφίστανται. Εκείνο που πρέπει να εξετάσουμε είναι αν εμφανίζεται ένας ειδικά καπιταλιστικός χαρακτήρας τους. Για παράδειγμα, πολλοί από τους κοινωνικούς αγώνες που προκύπτουν, παραμένουν από την αρχή μέχρι το τέλος εγκλωβισμένοι στην αξιωματική της κεφαλαιοκρατίας. Αποτελούν αντιστάσεις εσωτερικές προς την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, οι οποίες μάλιστα συχνά την αναζωογονούν, τις επιτρέπουν να στερεώσει καλύτερα την κυριαρχία της. Η αιτηματολογία πολλών σύγχρονων κινημάτων εξαντλείται σε μεταρρυθμίσεις, το ταβάνι πολλών αγωνιστικών κινήσεων είναι «περισσότερη δημοκρατία», «περισσότερα δικαιώματα». Αυτές οι αντιστάσεις είναι εσωτερική στιγμή της λειτουργίας ενός καπιταλισμού που ολοκληρώνεται, παράγοντας ο ίδιος τις συνθήκες ύπαρξής του, άρα και το πεδίο μέσα στο οποίο γεννιούνται και πεθαίνουν τα μικροσυμβάντα αντίστασης. Με τον ίδιο τρόπο, πολιτικές παρεμβάσεις που θίγουν μόνο το τοπικό και όχι το συνολικό καπιταλιστικό μακροεπίπεδο, αποτελούν εσωτερικές προς τον καπιταλισμό τριβές, που δεν απειλούν τις θεμελιώδεις λειτουργίες του. Όσον αφορά τις καπιταλιστικές κρίσεις, όσο πιο δομικές είναι αυτές, όσο δηλαδή υπερέχουν εσωτερικοί και όχι εξωτερικοί, συγκυριακοί προς την καπιταλιστική λειτουργία καθορισμοί, τόσο περισσότερο αποτελούν δείκτη κεφαλαιοκρατικής ολοκλήρωσης. Αν δούμε το ζήτημα από τη σκοπιά των θρησκειών αλλά και γενικότερα από τη σκοπιά της μετα-φυσικής νομιμοποίησης της μακροφυσικής (βασικά πανεθνικό και παγκόσμιο επίπεδο) και μικροφυσικής εξουσίας (βασικά τοπικό επίπεδο), δείκτη καπιταλιστικής ολοκλήρωσης αποτελεί η λεγόμενη «εκκοσμίκευση», η μετάβαση από την εξωτερική υπερβατικότητα στην καπιταλιστική εμμένεια, της οποίας την υπερβατικότητα στηρίζουν αξιώματα που προστίθενται και αφαιρούνται κατά το δοκούν. Εικόνα αυτής της εξέλιξης στο νομικό και πολιτικό επίπεδο, είναι αυτό που ο Niklas Luhmann αποκαλεί «νομιμοποίηση μέσω διαδικασίας» (πολιτικής, νομοθετικής, κ.α), η άντληση δηλαδή νομιμοποίησης όχι από κάποια υπερκόσμια υπερβατικότητα (Θεός) αλλά από τις ίδιες τις θεσμικές διαδικασίες στις οποίες «αντιπροσωπεύονται».

Σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, μπορούμε να δούμε πως «εναλλακτικές μορφές αντίστασης» υπακούουν στο καπιταλιστικό πλαίσιο, όπως, για παράδειγμα, «εναλλακτικές μορφές» μουσικής «αντίστασης στο κατεστημένο». Ωστόσο, για να γνωρίσουμε ποιές τριβές είναι εσωτερικές και ποιες εξωτερικές, και σε τι βαθμό, πρέπει να γνωρίσουμε περισσότερα για τον χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος.

Βρισκόμαστε άραγε στο στάδιο του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού»; Έχουμε φτάσει στην «ακρότητα», όπως λέει ο Clausewitz, της έννοιας, προσεγγίζοντας, όπως λέει ο Husserl, την Αρχή, την ανάδυση της Μορφής; Ο απόλυτος καπιταλισμός θα σήμαινε έναν καπιταλισμό που έχει φτάσει στο επίπεδο της Ελευθερίας, ενσωματώνοντας τους εξωτερικούς όρους του ως εσωτερικές του στιγμές. Ελευθερία όχι για τους ανθρώπους, αλλά για το σύστημα, που στην περίπτωση αυτή θα τους είχε αφομοιώσει πλήρως, και θα τους παρήγαγε σαν λειτουργικά του στοιχεία. Ένα σύστημα που θα κινούνταν ελεύθερα, αυτόματα, δημιουργώντας αυτοποιητικά τον εαυτό του, σαν συνειδητός ζωντανός οργανισμός που έχει μετασχηματίσει προς όφελός του το περιβάλλον μέσα στον οποίο ζει και αναπνέει.

   Θεωρούμε πως πρόκειται για ζήτημα βαθμού, και για ζήτημα του ποια πλευρά υπερέχει. Και θεωρούμε επίσης ότι στη σημερινή εποχή υπερέχει η πλευρά της ολοκλήρωσης, έναντι της πλευράς της εξωτερικότητας. Η διαπίστωση αυτή θεωρούμε πως δεν αντιφάσκει ούτε με την καπιταλιστική κρίση της εποχής, ούτε με την διεξαγωγή  επεκτατικών πολέμων από το Κεφάλαιο. Η υπόθεση αυτή, ας κατευθύνει τη συνέχεια.


Β) Τυπική και Πραγματική Υπαγωγή στο Κεφάλαιο

Όσα γράψαμε παραπάνω, συνδέονται με το ζήτημα της «τυπικής» και της «πραγματικής υπαγωγής» στο Κεφάλαιο, έννοιες που ανέπτυξε ο Μάρξ. Παραπέμπουμε σε ένα παλιότερο κείμενο, το οποίο βασίζεται στην σχετική ανάλυση του Chris Arthur, για το ζήτημα αυτό http://bestimmung.blogspot.gr/2013/03/t-1.html

Όπως μπορείτε να δείτε στο κείμενο, ο Chris Arthur καταλήγει:

«Σύμφωνα με τον Χέγκελ, «η ελεύθερη Έννοια […] αυτοπροσδιορίζεται και μ’ αυτό τον τρόπο καθίσταται αληθής» .47 Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ιδέα είναι «το Υποκείμενο-Αντικείμενο, ως ενότητα ιδεατού και πραγματικού» .48 Θεωρώ ότι μια τέτοια ενότητα ιδεατού και πραγματικού προβάλλεται στην Ιδέα του Κεφαλαίου. Aν αυτή επιτυγχάνει, αυτό είναι αποτέλεσμα της δικής της κίνησης, της παραγωγής κεφαλαίου μέσω του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο παράγει κεφάλαιο μέσω της υπόταξης/υπαγωγής ανθρώπινων και φυσικών δυνάμεων, τυπικά (μισθός/πρόσοδος) αλλά σ’ έναν μεγάλο βαθμό και «πραγματικά» (σ.σ «πραγματική υπαγωγή στο Κεφάλαιο», σε αντίθεση με την τυπική υπαγωγή σε αυτό). Ωστόσο, παρά τον συνεχή μετασχηματισμό της παραγωγικής διαδικασίας καθώς αυτή υπάγεται πραγματικά στο κεφάλαιο, παραμένει γεγονός ότι το κεφάλαιο δεν μπορεί να θεωρεί ότι παράγει όλες τις συνθήκες ύπαρξής του. Μπορούμε να πούμε ότι το ζήτημα εδώ είναι απλώς η τυχαία συγκεκριμένη ποικιλότητα, που περικλείεται στη λογική του συστήματος. Ωστόσο η ζωντανή εργασία είναι απείθαρχη απέναντι σε μια τέτοια υπαγωγή της στη λογική του κεφαλαίου. Η ιδιοποίηση της εργασίας είναι προβληματική γιατί δυνητικά οι εργαζόμενοι θέτουν δικούς τους στόχους προς πραγματοποίηση. Δεν μπορούν να θεωρηθούν «ανθρώπινοι πόροι» χωρίς καμιά διαφορά αρχής από τους άλλους «φυσικούς πόρους» που εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο.

    Στη σημερινή εποχή, η Ιδέα του κεφαλαίου πραγματώθηκε. Το κατά πόσο αυτό που υπερβαίνει το περιεχόμενό του θα παραμένει για πάντα περιθωριακό είναι κάτι για το οποίο θα αποφασίσει το μέλλον»


Γ. Ο Ολοκληρωτικός Καπιταλισμός ως πολεμική μηχανή

Πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε με τί θα έμοιαζε ένας ολοκληρωτικός καπιταλισμός, ώστε να συλλάβουμε το μέτρο του υπαρκτού. Για το σκοπό αυτό, θα σχολιάσουμε ένα εκτενές απόσπασμα του έργου των Deleuze-Guattari, Χίλια Επίπεδα [13]. Tα σχόλιά μας θα διακόπτουν τη ροή του κειμένου, ώστε να αντλούν συμπεράσματα σε σχέση με τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό.

[…] «Ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα». Όπως γνωρίζουμε ήδη, το αξίωμα αυτό έχει αποσπαστεί από ένα θεωρητικό και πρακτικό, ιστορικό και υπεριστορικό, σύνολο (ensemble) τα μέρη του οποίου είναι αλληλένδετα: 1) υφίσταται μια καθαρή έννοια του πολέμου ως απόλυτου, άνευ όρων πολέμου, μια Ιδέα που δεν προκύπτει από την εμπειρία (καταστροφή ή «αναστάτωση» του εχθρού, ο οποίος γίνεται αντιληπτός ως μη έχων άλλους προσδιορισμούς, ενώ οι πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές ανησυχίες δεν εισάγονται καν, 2) δεδομένοι είναι οι πραγματικοί πόλεμοι όπως αυτοί υποτάσσονται στους Κρατικούς σκοπούς, τα Κράτη είναι, καλοί ή κακοί «αγωγοί» σε σχέση με τον απόλυτο πόλεμο, και σε κάθε περίπτωση ρυθμίζουν την πραγματοποίηση τους στην εμπειρία, 3) οι Πραγματικοί πόλεμοι αμφιταλαντεύονται μεταξύ δυο πόλων, οι οποίοι υπόκεινται στην Κρατική πολιτική: τον πόλεμο καταστροφής, ο οποίος μπορεί να κλιμακωθεί σε ολικό πόλεμο (αυτό εξαρτάται από το ποιοί είναι οι στόχοι της καταστροφής), και τείνει να προσεγγίζει την αδιαμεσολάβητη έννοια μέσω της ανόδου στα άκρα, και τον περιορισμένο πόλεμο, ο οποίος είναι λίγο πολύ ένας ολικός πόλεμος, με την διαφορά ότι προκαλεί μια κάθοδο προς περιοριστικές συνθήκες και μπορεί να αποκλιμακωθεί ως μια απλή «ένοπλη παρατήρηση»

Μπορούμε να θεωρήσουμε τον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό» σαν μια πολεμική μηχανή, που συνιστά την απόλυτη έννοια του καπιταλισμού, έναν «άνευ όρων πόλεμο» του Κεφαλαίου που έχει εκ-μηδενίσει την εμπειρία της τριβής, της αντίστασης, φτάνοντας σε τέτοια ιδεατότητα που δεν προκύπτει από την εμπειρία (ο απόλυτος-ολοκληρωτικός καπιταλισμός σαν ιδεατός τύπος). Τα Κράτη «είναι καλοί ή κακοί αγωγοί σε σχέση με τον απόλυτο πόλεμο». Ας πάρουμε τη διατύπωση αυτή στην ονομαστική της αξία αλλά σε σχέση με τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, και ας θεωρήσουμε τα Κράτη «καλούς ή κακούς αγωγούς» της καπιταλιστικής πολεμικής μηχανής, του ολοκληρωτικού μηχανισμού, «καλούς ή κακούς αγωγούς» με την έννοια ότι περι-ορίζουν, εδαφικοποιούν την κεφαλαιοκρατική μηδενιστική δυναμική (με τη φιλοσοφική και την πολεμική έννοια του μηδενισμού) σε συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες. Έτσι, μέσω των Κρατών, ο ολοκληρωτικός, απόλυτος καπιταλισμός, γίνεται περιορισμένος καπιταλισμός, με σύνορα και τριβή, που προκύπτει από τις διαφορικές συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών κρατικά οργανωμένων κοινωνιών, των στρωμάτων και των τάξεών τους. Κάποια Κράτη είναι «καλοί αγωγοί» με την έννοια ότι επιτρέπουν στη δυναμική του Κεφαλαίου να διέλθει όσα πιο απρόσκοπτα είναι αυτό δυνατό. Πρότυπο ενός τέτοιου Κράτους σήμερα είναι αυτό των Η.Π.Α. «Κακός αγωγός» είναι ένα Κράτος στο βαθμό που δεν ανοίγεται στο παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σώμα, δυσχεραίνοντας τη νομαδική επέλαση της παγκόσμιας πολεμικής μηχανής του Κεφαλαίου. Σήμερα, βιώνουμε τη μετατροπή του ελληνικού αστικού Κράτους από «κακό» σε «καλό αγωγό». Ένα Κράτος που, λόγω των ταξικών συσχετισμών, δυσχέραινε την «ελεύθερη κυκλοφορία του Κεφαλαίου, των προσώπων, των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών (βλ. τις αρχές του Μάαστριχτ) σε σχέση με άλλα Κράτη.

Το καπιταλιστικό Κράτος ως αγωγός είναι αγωγός της ελεύθερης κυκλοφορίας του Κεφαλαίου. Η πλήρης πραγμάτωση της «ελεύθερης κυκλοφορίας του Κεφαλαίου» θα ήταν ένας μη διαλεκτικός καπιταλισμός χωρίς ουσιαστικά τριβή, με έκλειψη των εθνών-κρατών, όπως αυτός που περιγράφουν στην «Αυτοκρατορία» οι Negri-Hardt. Η δική μας αντίληψη είναι διαφορετική.

«Στην πρώτη περίπτωση, η διάκριση μεταξύ του απόλυτου πολέμου ως Ιδέας και των πραγματικών πολέμων φαίνεται πως έχει μεγάλη σημασία για εμάς, αλλά μόνο υπό την πιθανότητα εφαρμογής ενός διαφορετικού κριτηρίου από εκείνο του Κλαούζεβιτς. Η καθαρή Ιδέα δεν είναι εκείνη της αφαιρετικής εξαφάνισης του αντίπαλου, αλλά εκείνη μιας πολεμικής μηχανής η οποία δεν έχει τον πόλεμο ως αντικείμενο της, και η οποία απολαμβάνει μια δυνητική ή συμπληρωματικά συνθετική σχέση με τον πόλεμο. Κατά συνέπεια, η νομαδική πολεμική μηχανή δεν παρουσιάζεται σε εμάς ως μια περίπτωση πραγματικού πολέμου μεταξύ άλλων, όπως στον Κλαούσεβιτς, αλλά αντίθετα, ως το περιεχόμενο που αναλογεί στην Ιδέα, την ανακάλυψη της Ιδέας, με τα δικά της αντικείμενα, χώρο και σύνθεση του νόμου. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει ακόμη μια Ιδέα, και είναι απαραίτητο να διατηρήσουμε την έννοια της καθαρής Ιδέας, παρά το γεγονός ότι η πολεμική μηχανή πραγματοποιήθηκε από τους νομάδες. Είναι οι νομάδες, αντίθετα, που παραμένουν μια αφαίρεση, μια Ιδέα, κάτι πραγματικό και πεπερασμένο, και αυτό για διάφορους λόγους: πρώτον, επειδή τα στοιχεία του νομαδισμού, όπως έχουμε δει, εισέρχονται σε de facto αναμίξεις με τα στοιχεία της μετανάστευσης, της περιπλάνησης και της διαχείμασης. Ωστόσο αυτό δεν επιδρά στην καθαρότητα της έννοιας, αλλά εισάγει πάντα ανάμικτα αντικείμενα, ή συνδυασμούς χώρου και σύνθεσης, οι οποίοι αντιδρούν πάντα από την αρχή επί της πολεμικής μηχανής. Δεύτερον, ακόμη και στην καθαρότητα της έννοιας της, η νομαδική πολεμική μηχανή ως συμπλήρωμα, ξεσκεπασμένο και ανεπτυγμένο σε αντίθεση με το Κράτος-μορφή, η καταστροφή του οποίου είναι πάντα το ζητούμενο. Αλλά είναι αυτό ακριβώς, δεν παρακινεί το συμπληρωματικό αυτό αντικείμενο ή την συνθετική αυτή σχέση χωρίς το Κράτος, το οποίο βρίσκει την ευκαιρία να οικειοποιηθεί την πολεμική μηχανή, και τα μέσα που θα καταστήσουν τον πόλεμο άμεσο αντικείμενο της ανεστραμμένης αυτής μηχανής (έτσι η ενσωμάτωση του νομάδα στο Κράτος αποτελεί διάνυσμα που διασχίζει τον νομαδισμό από την αρχή, από την πρώτη πράξη πολέμου ενάντια στο Κράτος»

Βλέπουμε εδώ πως οι Deleuze-Guattari νοούν την νομαδική μηχανή σε συνθετική σχέση με την Κρατική μορφή. Ας παραλείψουμε τη θετική μας προκατάληψη υπέρ των νομάδων και της πολεμικής μηχανής, όπως μας διαπερνά διαβάζοντας το έργο τους. Αλλωστε, οι ίδιοι συνδέουν την πολεμική μηχανή τόσο με το Κεφάλαιο όσο και με το φασισμό. Τα χαρακτηριστικά του Κεφαλαίο, οι ροές του, η αποκωδικοποιητική, απεδαφικοποιητική δυναμική του, είναι νομαδικά, αν αφαιρέσουμε την επανεδαφικοποίηση στο Κράτος και τα αξιώματα.

Το γεγονός πως η νομαδική πολεμική μηχανή υπάρχει πάντα σε συνθετική σχέση με το Κράτος και σε διάφορες αναμείξεις, δεν εμποδίζει τους Deleuze-Guattari α) να πιστώσουν στους νομάδες την ανακάλυψη της πολεμικής μηχανής β) να διακρίνουν την Ιδέα της πολεμικής μηχανής από τους ιστορικά συγκεκριμένους ‘’νομαδισμούς’’, που πάντα προσεγγίζουν αλλά δεν πραγματώνουν την Ιδέα της πολεμικής μηχανής δίχως να βρίσκονται σε ανάμειξη με την ετερότητά της, με το Κράτος. Συνεπώς, ο «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» ως πολεμική μηχανή θα ήταν ζήτημα ανάμειξης της πολεμικής μηχανής με το Κράτος. Βλέπουμε εδώ, στους Deleuze-Guattari, μια «κρυπτοδιαλεκτική» αντίληψη του ανοιχτού και του κλειστού, για να χρησιμοποιήσουμε τη κριτική του Badiou.

Άραγε, δεν βλέπουμε πως οι πιο ακραιφνείς «νεοφιλελεύθεροι» επιθυμούν, λένε, την ελαχιστοποίηση του Κράτους; Και δεν έχει αυτό το γεγονός σαν αποτέλεσμα τις πιο παράξενες συγκλίσεις μεταξύ ορισμένων αναρχικών και μερικών νεοφιλελεύθερων;;; Δεν προκαλεί αυτό μια σύγχυση με την «απονέκρωση του Κράτους», με την ελαχιστοποίησή του σε ένα ημι-Κράτος, όπως έγραφε ο Ένγκελς; Υπάρχει βέβαια μια θεμελιώδης διαφορά, μια διαχωριστική γραμμή που διακρίνει την επαναστατική αντικεφαλαιοκρατική από την συστημική-κεφαλαιοκρατική τοποθέτηση: οι νεοφιλελεύθεροι θέλουν η ελαχιστοποίηση του Κράτους να αφήσει ένα απομεινάρι, το Κράτος-νυχτοφύλακα, το Κράτος που καταστέλλει σκληρά όσους αντιστέκονται, το Κράτος που κάνει ιμπεριαλιστικούς πολέμους προς όφελος των κεφαλαιοκρατών, το Κράτος που δίνει πακέτα σωτηρίας όταν πτωχεύουν οι Τράπεζες, το Κράτος-εξάρτημα ή Κράτος-όργανο του Κεφαλαίου σε καθαρή μορφή. Ενώ οι επαναστάτες μαρξιστές θέλουν την ελαχιστοποίηση του Κράτους σε βαθμό τέτοιο που δεν θα είναι παρά Κράτος των εργαζομένων ενάντια στην αστική τάξη, Κράτος-συλλογικός οργανωτικός θεσμός, μέχρι την απονέκρωση του Κράτους στον κομμουνισμό.

«Κατά συνέπεια το ζήτημα αφορά λιγότερο την πραγματοποίηση του πολέμου απ’ ότι την οικειοποίηση της πολεμικής μηχανής. Ενώ ταυτόχρονα, ο Κρατικός μηχανισμός οικειοποιείται την πολεμική μηχανή, υποτάσσοντας την στους «πολιτικούς» στόχους του, δίνοντας της τον πόλεμο ως το άμεσο αντικείμενο της. Ωστόσο, πρόκειται για την μια και όμοια ιστορική τάση που προκαλεί το Κράτος να εξελιχθεί από μια τριπλή οπτική γωνία: το πέρασμα από τις φιγούρες εγκόλπωσης στις μορφές της κανονικής οικειοποίησης, το πέρασμα από τον περιορισμένο πόλεμο στον έτσι αποκαλούμενο ολικό πόλεμο, και την μεταμόρφωση της σχέσης μεταξύ στόχου και αντικείμενου. Οι παράγοντες που καθιστούν τον Κρατικό πόλεμο, ολικό πόλεμο, είναι στενά συνδεδεμένοι με τον καπιταλισμό: έχουν να κάνουν με την επένδυση του σταθερού κεφαλαίου στον εξοπλισμό, την βιομηχανία και την οικονομία του πολέμου, καθώς και την επένδυση του μεταβλητού κεφαλαίου στον πληθυσμό και τις φυσικές και διανοητικές πτυχές του (τόσο ως πολεμιστών, όσο και ως θυμάτων του πολέμου).  Όμως ο ολικός πόλεμος δεν είναι μόνο πόλεμος καταστροφής, αλλά γίνεται τέτοιος όταν η καταστροφή «επικεντρώνεται» όχι μόνο στον εχθρικό στρατό, ή το εχθρικό Κράτος, αλλά ενάντια σε ολόκληρο τον πληθυσμό και την οικονομία του. Το γεγονός ότι η διπλή αυτή επένδυση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο κάτω από τις προηγούμενες συνθήκες περιορισμένου πολέμου αποδεικνύει τον ακαταμάχητο χαρακτήρα της καπιταλιστικής τάσης να εξαπολύει ολικούς πολέμους»

Στο παραπάνω απόσπασμα φαίνεται η ιμπεριαλιστική φύση του Κεφαλαίου, η σύγκλιση του Κεφαλαίου με τον ολικό πόλεμο. Εμείς λέμε: το κεφάλαιο δεν συγκλίνει με τον ολικό πόλεμο, αλλά είναι, σύμφωνα με την έννοιά του, ολικός πόλεμος, πολεμική μηχανή, ένα είδος άπειρου επεκτατισμού που αποικίζει τα πάντα στο πέρασμά του.

«Αληθεύει λοιπόν ότι ο ολικός πόλεμος παραμένει υποταγμένος στους Κρατικούς πολιτικούς στόχους, και απλά πραγματοποιεί τις μέγιστες συνθήκες της οικειοποίησης της πολεμικής μηχανής μέσω του Κρατικού μηχανισμού. Όμως αληθεύει εξίσου ότι όταν ο ολικός πόλεμος αναδεικνύεται σε αντικείμενο της οικειοποιημένης πολεμικής μηχανής, τότε σε αυτό το επίπεδο του συνόλου όλων των πιθανών συνθηκών, το αντικείμενο και ο στόχος εισάγονται σε νέες σχέσεις που μπορούν να φτάσουν στο σημείο της αντίφασης. Αυτό εξηγεί την αμφιταλάντευση του Κλαούσεβιτς, όταν σε ένα σημείο τεκμηριώνει πως ο ολικός πόλεμος παραμένει ένας πόλεμος εξαρτημένος από τους πολιτικούς στόχους των Κρατών, και σε κάποιο άλλο πως τείνει να ενεργοποιήσει την Ιδέα του πολέμου άνευ όρων. Στην πραγματικότητα, ο στόχος παραμένει ουσιαστικά πολιτικός και καθορισμένος ως τέτοιος από το Κράτος, αν και το ίδιο το αντικείμενο έχει πια καταστεί απεριόριστο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η οικειοποίηση έχει αλλάξει κατεύθυνση, ή αντίθετα, ότι τα Κράτη τείνουν να εξαπολύουν και να επανακαθιστούν μια τεράστια πολεμική μηχανή, της οποίας δεν αποτελούν πλέον τίποτε περισσότερο από τα αντιτιθέμενα ή και εναποθετημένα μέρη»

Η αντίφαση για την οποία μιλούν οι Deleuze-Guattari, είναι η εγελιανή αντίφαση έννοιας-αντικειμενικότητας (Είναι) ως παλινδρόμηση από τον ένα πόλο στον άλλο. Η καθορισμένη έννοια, το αντικείμενο της οποίας «έχει καταστεί απεριόριστο». Δηλαδή ένα εγελιανό «κακό άπειρο», όπου απεριόριστα επαναλαμβάνεται ο περατός προσδιορισμός, έτσι που διαφέρει μεν από την περατότητα, για αυτό και έχουμε ένα είδος απείρου, αλλά το άπειρο είναι αναληθές, αφού επαναλαμβάνει συνεχώς το ίδιο, το περατό. Το εγελιανό «καλό άπειρο» θα ήταν όχι η διαρκής παλινδρόμηση, αλλά η θεματοποίηση της αντίφασης ως τέτοιας, η αυτοαναιρούμενη ασυμμετρία ως τέτοια, αντί η αντίφαση να είναι «ένα σημείο» στο οποίο φτάνει η σχέση.

   «Η παγκόσμιου βεληνεκούς πολεμική μηχανή, η οποία κατά κάποιον τρόπο «επανεκδίδεται» από τα Κράτη, επιδεικνύει δυο διαδοχικές φιγούρες: πρώτα, εκείνη του φασισμού, η οποία καθιστά τον πόλεμο μια απεριόριστη κίνηση χωρίς άλλο στόχο πέρα από τον ίδιο.  Αλλά ο φασισμός αποτελεί μόνο ένα χονδροκομμένο σκίτσο. Ενώ η δεύτερη, μετα-φασιστική, φιγούρα, είναι εκείνη της πολεμικής μηχανής που εκλαμβάνει την ειρήνη ως τον άμεσο στόχο της, ως την ειρήνη του Τρόμου ή της Επιβίωσης. Η πολεμική μηχανή μεταρρυθμίζει τον λείο χώρο που τώρα ισχυρίζεται ότι ελέγχει, ώστε να περικυκλώσει όλη την γη. Ο ολικός πόλεμος έχει ξεπεραστεί, προς την κατεύθυνση μιας μορφής ειρήνης που προκαλεί ακόμη περισσότερο τρόμο. Η πολεμική μηχανή έχει αναλάβει τον στόχο της παγκόσμιας τάξης, και τα Κράτη δεν είναι πια τίποτε περισσότερο παρά αντικείμενα ή μέσα προσαρμοσμένα στους σκοπούς αυτής της μηχανής. Αυτό είναι το σημείο όπου το αξίωμα του Κλαούζεβιτς κυριολεκτικά αναστρέφεται. Ωστόσο, για την δικαιοδοσία του ισχυρισμού ότι η πολιτική αποτελεί την συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα, δεν αρκεί η αναστροφή των λέξεων, σαν να μπορούσαν να ειπωθούν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Είναι εξίσου απαραίτητο λοιπόν να ακολουθηθεί η πραγματική κίνηση στην κατάληξη της οποίας τα Κράτη, έχοντας οικειοποιηθεί την πολεμική μηχανή, και έχοντας την προσαρμόσει στους στόχους τους, να επανεκδώσουν μια πολεμική μηχανή που θα προσδιορίζει τον στόχο, θα οικειοποιείται τα Κράτη και θα αναλαμβάνει όλο και μεγαλύτερες πολιτικές λειτουργίες»

Εδώ οι Deleuze-Guattari περιγράφουν την παγκόσμια κεφαλαιοκρατική τάξη ως πολεμική μηχανή. Περιγράφουν δηλαδή τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό. Εδώ ισχύει η αντιστροφή που έκανε στον Κλαούζεβιτς ο Φουκώ: όχι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, αλλά η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Όμως οι Deleuze-Guattari εξηγούν γιατί συμβαίνει αυτό. Η επικράτηση της πολεμικής (κεφαλαιοκρατικής) μηχανής παγκόσμια εγκαθιδρύει μια τεταμένη ειρήνη που σημαίνει τον μεγαλύτερο τρόμο. Ο τρόμος αυτός, το υπονοούν και συνδέεται με αναλύσεις του Virilio για τις οποίες είναι ενήμεροι, έχει να κάνει με την πυρηνική αποτροπή. Και γενικότερα, με την δυνητικά καταστροφική ισχύ που διαθέτει το παγκόσμιο πυρηνικό σώμα του Κεφαλαίου σήμερα. Η πολεμική μηχανή «μεταρρυθμίζει τον λείο χώρο που ισχυρίζεται πως ελέγχει, περικυκλώνοντας όλη τη γη».  Ο φασισμός, και ιδίως θα λέγαμε, ο ναζισμός, ενοποίησης το κραταίο ευρωπαικό κεφάλαιο σε μια πολεμική μηχανή. Έτσι πραγματοποίησαν προσεγγιστικά τον ολικό πόλεμο, εκφράζοντας το Κεφάλαιο σαν κτήνος, το γίγνεσθαι-ζώο του Κεφαλαίου, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο των Deleuze-Guattari. Η μετα-φασιστική εκδοχή της (κεφαλαιοκρατικής) πολεμικής μηχανής, είναι ακριβώς μια μηχανή, η οποία είναι κινητήρας του εαυτό της και προσαρτά στο σώμα της Κρατικά όργανα, αντί να κινητοποιείται από τα Κράτη μια την εξωτερική τους ώθηση. Αυτό που περιγράφουν οι Deleuze-Guattari είναι ο ολοκληρωτικός ή απόλυτος καπιταλισμός, η Ιδέα του, ο απόλυτος ορίζοντάς του που εκδηλώνεται εμπειρικά όσο περισσότερο η «ανάμειξη» της πολεμικής μηχανής του Κεφαλαίου με το Κράτος στη συνθετική σχέση σημαίνει την υποταγή του δεύτερου στο πρώτο.

«Αναμφίβολα, η παρούσα κατάσταση είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντική. Έχουμε παρακολουθήσει την πολεμική μηχανή να αναπτύσσεται όλο και πιο δυναμικά, σαν να επρόκειτο για μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας. Την έχουμε δει να αποδίδει στον αντικειμενικό της στόχο μια ειρήνη ακόμη πιο τρομακτική από τον φασιστικό θάνατο. Την έχουμε δει επίσης να διατηρεί ή να προκαλεί τους τρομακτικότερους τοπικούς πολέμους ως μέρη του εαυτού της. Και την έχουμε δει να θέτει τα σύνολα της ως έναν νέο τύπο εχθρού, όχι πια ενός άλλου Κράτους, ούτε καν ενός άλλου καθεστώτος, αλλά του «απροσδιόριστου εχθρού». Και την έχουμε δει ακόμη να θέτει σε λειτουργία τα στοιχεία της που εναντιώνονται στον ανταρτοπόλεμο, έτσι ώστε να βρεθεί προ εκπλήξεως μια φορά, αλλά όχι και δεύτερη….Παρ’ όλα αυτά, οι συνθήκες εκείνες που καθιστούν την Κρατική ή Παγκόσμια πολεμική μηχανή πιθανή, με άλλα λόγια το σταθερό κεφάλαιο (υποδομές και εξοπλισμοί), και το ανθρώπινο μεταβλητό κεφάλαιο, επαναδημιουργούν διαρκώς τις απρόσμενες πιθανότητες της αντεπίθεσης, τις απρόβλεπτες πρωτοβουλίες που καθορίζουν τις επαναστατικές, λαϊκές, μειονοτικές, μεταλλαγμένες μηχανές. Ο ορισμός του Απροσδιόριστου Εχθρού αποδεικνύει το εξής…. «πολύμορφες, ελισσόμενες και πανταχού παρούσες… της ηθικής, πολιτικής, ανατρεπτικής ή οικονομικής τάξης, κτλ.», ο απροσδιόριστος υλικός Σαμποτέρ ή ο ανθρώπινος Λιποτάκτης υϊοθετούν τις πλέον διαφορετικές μορφές. Το πρώτο σημαντικό θεωρητικό στοιχείο έγκειται στο γεγονός ότι η πολεμική μηχανή φέρει πολλά διαφορετικά νοήματα, και αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η πολεμική μηχανή έχει μια ιδιαίτερα μεταβλητή σχέση με τον πόλεμο καθ’εαυτόν. Η πολεμική μηχανή δεν καθορίζεται ενιαία, και συγκροτεί κάτι άλλο από τις αυξανόμενες ποσότητες ισχύος. Έχουμε προσπαθήσει εδώ να ορίσουμε τους δυο πόλους της πολεμικής μηχανής: στον ένα πόλο, ο πόλεμος αναδεικνύεται σε αντικείμενο της, διαμορφώνοντας μια γραμμή καταστροφής εκτεινόμενη ως τα όρια του σύμπαντος. Αλλά σε όλα τα σχήματα που παίρνει εδώ – περιορισμένος πόλεμος, ολικός πόλεμος, παγκόσμια οργάνωση – ο πόλεμος δεν εκπροσωπεί το σύνολο της υποτιθέμενης ουσίας της πολεμικής μηχανής, αλλά μόνο, ο,τιδήποτε καθιστά την δύναμη (puissance) της μηχανής, είτε στο σύνολο των συνθηκών κάτω από τις οποίες τα Κράτη την οικειοποιούνται, είτε της κυρίαρχης τάξης, της οποίας τα ίδια τα Κράτη δεν αποτελούν πλέον παρά μόνο μέρη της. Ο άλλος πόλος, φαίνεται πως αποτελεί και την ουσία του ζητήματος. Όταν η πολεμική μηχανή, με τις άπειρα λιγότερες «ποσότητες», έχει ως αντικείμενο της όχι τον πόλεμο, αλλά τον εντοπισμό μιας δημιουργικής γραμμής αγώνα, την σύνθεση ενός λείου χώρου και της κίνησης των ανθρώπων στο πεδίο του. Σε αυτόν τον άλλο πόλο, η μηχανή αντιμετωπίζει πράγματι τον πόλεμο, αλλά ως το συμπληρωματικό ή συνθετικό αντικείμενο της, το οποίο εναντιώνεται τώρα στο Κράτος και την παγκόσμια αξιωματική συνθήκη που εκφράζεται από όλα τα Κράτη».

Η κεφαλαιο-κρατική πολεμική μηχανή δαιμονοποιεί, στην ολοκληρωτική της κίνηση, τα ίδια τα τμήματα του εσωτερικού της. Είναι αυτό που λέμε, ότι «ο καπιταλισμός τρέφεται από τις σάρκες του». Όλο και μεγαλύτερη καταστροφή των ίδιων του των παραγωγικών δυνάμεων. Όλο και μεγαλύτερη στοχοποίηση πληθυσμών εντός της επικράτειας «του πρώτου κόσμου», του πρώτου καπιταλιστικού κόσμου. Περιφερειοποίηση των κέντρων, εξωτερικότητες μέσα στο εσωτερικό (περιφέρεια της Ε.Ε, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία κλπ). Ο Εχθρός πια είναι Απροσδιόριστος, ένα κενό σημαίνον, το οποίο μπορεί να παίρνει τις πιο διαφορετικές όψεις. Και αυτό γιατί Εχθρός πια δεν φαίνεται να είναι κάτι εξωτερικό, ένα σοσιαλιστικό στρατόπεδο λ.χ που μπορούσε να ενσαρκώνει την ‘’Αυτοκρατορία του Κακού’’ όπως είπε ο Ρήγκαν. Και υπό αυτή την έννοια, πολλοί μπορεί να χαρακτηριστούν εχθροί, αποδιοπομπαίοι γράφοι, μπαίνοντας σε ένα «μειονοτικό-γίγνεσθαι». Οι μισθωτοί εργαζόμενοι αλλά και οι άνεργοι , γίνονται «μειονότητες» σε σχέση με τη πλειοψηφία των «μέσων πολιτών» που καταγράφουν οι εκλογές, τα ΜΜΕ, το Κράτος, τα κατάστιχα της καπιταλιστικής καθημερινότητας. Ούτε πλειονότητα ούτε μειονότητα, οι Deleuze-Guattari προβάλλουν την αποδόμηση της αριθμητικής και στατιστικής μέσα από την ένταση των ενικών αγώνων μιας επαναστατικής πολεμικής μηχανής, τροφοδοτούμενης από τις μειονοτικές διαδικασίες που κάνουν τους καταπιεσμένους να ξεφεύγουν από τα αναγνωριζόμενα πλειοψηφικά/κρατικά πρότυπα.

«Σκεφτήκαμε ότι θα ήταν εφικτό να αποδώσουμε την ανακάλυψη της πολεμικής μηχανής στους νομάδες. Όμως αυτό έγινε μόνο για το ιστορικό ενδιαφέρον της απόδειξης ότι η πολεμική μηχανή εφευρέθηκε ως τέτοια, ακόμη και όταν επιδείκνυε από την αρχή όλη την αμφισημία που προκάλεσε την εισαγωγή της σε σύνθεση με τον άλλο πόλο, και την προς το μέρος του ταλάντευση από την πρώτη στιγμή. Ωστόσο, σύμφωνα με την ουσία, οι νομάδες δεν κρατούν το μυστικό: ένα «ιδεολογικό», επιστημονικό ή καλλιτεχνικό κίνημα μπορεί να αποτελέσει μια δυνητική πολεμική μηχανή, στον ακριβή εκείνο βαθμό που εντοπίζει, σε σχέση με κάποιο είδος, ένα πεδίο συνέπειας, μια δημιουργική γραμμή αγώνα, και έναν λείο χώρο εκτόπισης. Δεν είναι ο νομάδας που προσδιορίζει αυτόν τον αστερισμό χαρακτηριστικών, είναι ο αστερισμός που προσδιορίζει τον νομάδα, και ταυτόχρονα την ουσία της πολεμικής μηχανής. Εάν ο ανταρτοπόλεμος, η μειονοτική σύρραξη, ο επαναστατικός και λαϊκός πόλεμος, βρίσκονται σε συμφωνία με την ουσία, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εκλαμβάνουν τον πόλεμο ως ένα αντικείμενο όλο και περισσότερο απαραίτητο για να είναι απλά «συμπληρωματικό»: μπορούν να διεξάγουν πόλεμο μόνο υπό την συνθήκη της ταυτόχρονης δημιουργίας κάτι άλλου, ακόμη και αν αυτό αφορά νέες ανόργανες κοινωνικές σχέσεις. Η διαφορά μεταξύ των δυο πόλων είναι μεγάλη, ακόμη, και ειδικότερα, από την οπτική του θανάτου: η γραμμή αγώνα που δημιουργεί ή μετατρέπεται σε γραμμή καταστροφής. Το πεδίο συνέπειας που συγκροτεί τον εαυτό του, έστω και κομμάτι προς κομμάτι, ή μετατρέπεται σε πεδίο οργάνωσης και επικυριαρχίας. Μας υπενθυμίζεται διαρκώς ότι υφίσταται μια γραμμή επικοινωνίας μεταξύ των δυο αυτών γραμμών ή πεδίων, και ότι καθένα τρέφεται από το άλλο, δανείζεται από το άλλο: το χειρότερο των παγκόσμιων πολεμικών μηχανών ανασυγκροτεί έναν λείο χώρο που θα περικυκλώσει και θα εγκολπώσει όλη την γη. Αλλά η γη προτάσσει τις δικές της δυνάμεις (puissances) αποεδαφοποίησης, τις δικές της γραμμές αγώνα, τους λείους χώρους που διασώζουν και διαφωτίζουν τον δρόμο τους για μια νέα γη. Το ζήτημα δεν αφορά τις ποσότητες, αλλά τον δυσανάλογο χαρακτήρα των ποσοτήτων που αντιπαρατίθενται στα δυο είδη της πολεμικής μηχανής, σύμφωνα με τους δυο πόλους. Οι πολεμικές μηχανές διαμορφώνονται ενάντια στους μηχανισμούς που οικειοποιούνται την μηχανή, καθιστώντας τον πόλεμο δική τους υπόθεση και αντικείμενο: δημιουργούν εκείνες τις διασυνδέσεις που θα τις ενισχύσουν στον αγώνα τους  ενάντια στην μεγάλη δικτύωση των μηχανισμών σύλληψης ή κυριαρχίας».

Η μεγάλη δικτύωση των μηχανισμών σύλληψης ή κυριαρχίας: ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός, που αυτοπαρατηρείται μέσα από τα προηγμένα συστήματα παρακολούθησης, από το facebook μέχρι τις υποκλοπές και το βλέμμα κάθε κάμερας στους δρόμους ή στα videos του youtube, ο καπιταλισμός που υπολογίζει το φάσμα των δυνατών αντιδράσεων και χρησιμοποιεί προς όφελός του όσα «κινήματα πολιτών» δεν συνιστούν τίποτα άλλο παρά τη θερμότητα που παράγεται στη τριβή του καπιταλισμού με τον εαυτό του.

   Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός είναι ο αρνητικός ορίζοντας, αρνητικός γιατί σημαίνει την εξαφάνιση της συγκυρίας και της εμπειρίας, που σημαίνουν τριβή και αντίσταση προς την Έννοια. Σημαίνει τον εκμηδενισμό των φωνών και των πρακτικών που συγκρούονται με τη λογική του, όσο και των συνθηκών πάνω στις οποίες στηρίζεται αλλά και από τις οποίες περιορίζεται, όπως η ζωντανή ανθρώπινη εργασία, η οποία αντικαθίσταται από τη νεκρή των μηχανών και των υπολογιστικών συστημάτων. Σημαίνει τη δυνατότητα καταστροφής. Η αρχή της παρακμής είναι η καπιταλιστική Κρίση της Εποχής. Η παρακμή αυτή, ωστόσο, μπορεί να διαιωνιστεί. Ο αρνητικός ορίζοντας όλο και περισσότερο θα γίνεται ορατός, όμως το τέλος μπορεί να αναστέλλεται, το όριο μπορεί να μετατοπίζεται. Για πόσο καιρό; Ο καπιταλισμός έχει δυνητικά καταστραφεί, γιατί το τέλος του είναι πια νοητό στις εσωτερικές του αντιφάσεις. Αυτό το δυνητικό μπορεί να μετατρέψει σε ενεργό πραγματικότητα η επαναστατική πράξη των λαών, των εργατών, των ανέργων, των αποκλεισμένων.


   Δ. Ιμπεριαλισμός και Ολοκληρωτικός Καπιταλισμός

Έτσι λοιπόν, ο απόλυτος ή ”ολοκληρωτικός” καπιταλισμός είναι ο καπιταλισμός στην έννοιά του, στην καθαρότητά του, που πραγματώνεται οριακά χωρίς τριβή. Κάνουμε δηλαδή έναν παραλληλισμό μεταξύ του ”απόλυτου πολέμου” (άνευ ορίων, ”ολοκληρωτικού” πολέμου) του Clausewitz και του ”ολοκληρωτικού καπιταλισμού”. Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός, όπως ο ”ολοκληρωτικός” πόλεμος, εκ-μηδενίζει, αφανίζει τον εχθρό, κάθε ανταγωνιστικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα, κάθε προκαπιταλιστική μορφή, κάθε αναντίστοιχη προς εαυτόν βάση. Aφανίζει όμως διαλεκτικά, όχι εξοβελίζοντας πλήρως τις τριβές, τις αντιστάσεις, τους εχθρούς, αλλά παράγοντας ο ίδιος ομοιώματα τριβών, αντιστάσεων, εχθρών. Πιστεύουμε ότι τα κινήματα «αμεσοδημοκρατίας» που εμφανιζόνται τα τελευταία χρόνια σε όλο το πλανήτη, στο βαθμό που δεν θέτουν ευρύτερα ζητήματα οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης ενάντια στην κεφαλαιοκρατική λογική, αποτελούν, δυστυχώς, τέτοια ομοιώματα αντιστάσεων. Ως ομοιώματα, όμως, διαπερνιούνται από μια θεμελιώδη αμφισημία, η οποία μέχρι στιγμής έχει παραλύσει τις συνειδητές πολιτικές δυνάμεις χειραφέτησης, που δεν ξέρουν πώς να παρέμβουν μέσα σε αυτά. Είναι σημαντικό να συλλάβουμε όλα αυτά τα «πλήθη» των Πλατειών σαν το «αυθόρμητο» της σύγχρονης καπιταλιστικής εποχής. Το αυθόρμητο είναι πάντα προϊόν του συστήματος στο οποίο εκδηλώνεται. Όσο πιο μεγάλο είναι το στάδιο συστημικής ολοκλήρωσης, τόσο περισσότερο «προϊόν» είναι το αυθόρμητο.

Τα πράγματα δεν είναι εύκολα, το ίδιο διαπιστώνουν και οι Deleuze-Guattari στην εποχή τους. Οφείλουμε να αναλογιστούμε πού βρισκόμαστε και πού θέλουμε να πάμε, αλλά και τι παρελθόν αφήσαμε πίσω μας.

Ιστορικά, μπορούμε να προσεγγίσουμε με όρους εσωτερικού-εξωτερικού τη πάλη μεταξύ δυτικού καπιταλιστικού καθεστώτος και σοβιετικού υπαρκτού σοσιαλισμού. Η ψυχροπολεμική ισορροπία δυνάμεων και συμβιβασμός, ήταν μια ισορροπία μεταξύ πολιτικής και πολέμου, που δεν μπορούσε, λόγω και της πυρηνικής αποτροπής, να εκδιπλωθεί σε ”ολοκληρωτικό πόλεμο”. Η τελική επιβολή σήμανε το πρώτο βήμα για την ολοκλήρωση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Η ολοκλήρωση αυτή είναι ένα ιδανικό όριο, δεν έχει συντελεστεί στο βαθμό που παραμένουν ”εχθρικές” εξωτερικές δυνάμεις προς την κεφαλαιοκρατία. Το γεγονός αυτό δημιουργεί στην Ιδέα της κεφαλαιοκρατίας τριβή, και η πραγματικότητα δεν ταυτίζεται με την έννοια στο βαθμό που συμβαίνει αυτό. Έτσι, με τομή το 1989, χαρακτηρίζουμε ”ολοκληρωτικό καπιταλισμό” τον ιμπεριαλισμό που έχει σχεδόν νικήσει, χωρίς να εκμεταλλεύεται πια την εξωτερικότητα των αποικιών (που απέφερε τεράστια ποσοστά εκμετάλλευσης).
   Όπως είπαμε όμως, δεν είναι ”ολοκληρωτική” η επικράτηση της κεφαλαιοκρατίας. Η ολοκληρωτική της επικράτηση ωστόσο έχει γίνει η κυρίαρχη κατάσταση. Ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός είναι ο επιθετικός μονοπωλιακός καπιταλισμός στο στάδιο της τυπικής υπαγωγής των κοινωνιών στο κεφάλαιο. Επιτίθεται σε εξωτερικά περιβάλλοντα, ξένα συστήματα, αφανίζοντάς τα. Ίσως μιλήσουμε για ”ολοκληρωτικό ιμπεριαλισμό”, πάλι στα πρότυπα του ολοκληρωτικού πολέμου. Σημασία δεν έχει εδώ τόσο η ονομασία (που πρέπει όμως να στερεωθεί), όσο έχει η εξέλιξη που συντελέστηκε, με την επικράτηση της κεφαλαιοκρατίας που στρεβλά περιορίζουν στην επικράτηση του ”νεοφιλελευθερισμού”. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο όρος ”ιμπεριαλισμός” είναι πολεμικός και συνδέεται ιστορικά με την επεκτατικότητα στις αποικίες, και όχι μόνο. Ο Λένιν ορίζει τον καπιταλισμό της εποχής του με αυτόν τον τρόπο, και όχι ως ”μονοπωλιακό καπιταλισμό”, μολονότι ο πόλεμος είναι απόρροια της πολιτικής του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, αποτέλεσμα και όχι ουσία. Αν επιμένουμε στον όρο ”ιμπεριαλισμός”, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την κεφαλαιοκρατία ως ένα κατεξοχήν ”πολεμικό” σύστημα. Πράγματι, το Κεφάλαιο δεν έχει φραγμό, δεν έχει πατρίδα, ή τείνει στο να μην έχει, απορροφώντας, ισοπεδώνοντας στο διάβα του κάθε διαφορετικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης. Όπως για τους Deleuze-Guattari ο ”ολοκληρωτικός πόλεμος” σχετίζεται με την ταχύτατη νομαδική πολεμική μηχανή, έτσι και ο ”ολοκληρωτικός καπιταλισμός” είναι μια ταχύτατη και ευέλικτη πολεμική μηχανή, με μοναδική ευστροφία, πλαστικότητα και ακρίβεια, που επιτίθεται από όλες τις μεριές σε κάθε ανταγωνιστικό στοιχείο μέχρι του τελικού του αφανισμού. Το χρήμα, το κεφάλαιο, η ιδιοκτησία, η ”επιχειρηματικότητα”, και άλλες πρακτικές, αρχές οργάνωσης και αξίες, διεισδύουν σε κάθε μόριο της κοινωνικής ύπαρξης με τρόπο που δεν θυμίζει καθόλου βαρύ και δυσκίνητο στρατό, μολονότι μέχρι το τέλος τον προϋποθέτει και αυτόν.
    Κοινή βάση ολοκληρωτικού πολέμου και ολοκληρωτικού καπιταλισμού, των πολεμικών αυτών μηχανών, είναι η επιστημονικοτεχνική τους βάση. Τεχνικές και μηχανές που εφαρμόζονται στην οικονομία και τον πόλεμο. Πληροφοριακά, αυτόματα, υπεραποδοτικά συστήματα, νέες μορφές ενέργειας (πυρηνική), χημικός και βιολογικός πόλεμος, χημική και βιολογική καπιταλιστική οικονομία (βλ. βιοτεχνολογία), μηχανές οπτικοακουστικού ελέγχου μεγάλης εμβέλειας. Όσο ολοκληρώνεται ο καπιταλισμός τόσο πραγματώνεται ως αφαίρεση σε έναν κενό χρόνο, σε έναν εκμηδενισμένο χρόνο, αφού «ο χρόνος είναι χρήμα»-το ίδιο ισχύει και για το πόλεμο: η ταχύτητα είναι βία. Επιταχύνοντας το χέρι μου αυξάνω την ισχύ της γροθιάς μου. Καταφέρνω στον εχθρό περισσότερα χτυπήματα από όσα προλαβαίνει στο ίδιο χρονικό διάστημα εκείνος. Μειώνω τη χρονική απόσταση πλήγματος και ανεφοδιασμού. Τα πυρηνικά όπλα είναι στο στρατιωτικό επίπεδο η θέση των προϋποθέσεων πραγμάτωσης ολοκληρωτικού πολέμου και ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Ο Paul Virilio ανήκει σε μια άλλη από εμάς θεωρητική παράδοση. Δεν ασπαζόμαστε όσα γράφει για την ΕΣΣΔ, που τη βλέπει και αυτή ως ”ολοκλήρωση” των τεχνικών της καταστολής, με τρόπο που θυμίζει, μεταξύ άλλων, και τον Foucault . Ωστόσο συλλαμβάνει πτυχές ενός καπιταλισμού που έμελλε να εμφανιστεί:

"Ο χώρος δεν είναι πια στη γεωγραφία-είναι στην ηλεκτρονική. Η ενότητα είναι στα τερματικά των κομπιούτερ. Είναι στον ακαριαίο χρόνο των διευθυντικών θέσεων, στα επιτελεία των πολυεθνικών, στους πύργους ελέγχου κτλ. Η πολιτική είναι λιγότερο στον φυσικό χώρο και περισσότερο στα συστήματα χρόνου τα οποία διαχειρίζονται ποικίλες τεχνολογίες, από τις τηλεπικοινωνίες ως τα αεροπλάνα, με ενδιάμεσο τα υπερταχέα τραίνα κτλ. Υπάρχει μια κίνηση από τη γεω- στη χρονο-πολιτική: η κατανομή της εδαφικής επικράτειας γίνεται κατανομή του χρόνου. Η κατανομή της επικράτειας είναι απαρχαιωμένη, η σημασία της ελαχιστοποιείται [...] Η παγκόσμια ενότητα δεν είναι πια μία χωρική ενότητα. Για την επικράτεια, μονάδα μέτρησης είναι οι αποστάσεις στο χρόνο. Καθημερινά επινοούμε νέες μετρήσεις του χρόνου, γνωσιακές μετρήσεις: μίλι-δευτερόλεπτο, νανο-δευτερόλεπτο. Εκεί συμβαίνουν όλα. Η πολιτική τώρα βρίσκεται σ’αυτό το είδος μέτρησης, όπως συμφωνήσαμε προηγουμένως.Οι Φαραώ, οι Ρωμαίοι, οι Έλληνες ήταν χωρομέτρες. Αυτό ήταν γεω-πολιτική. Δεν είμαστε πια εκεί, είμαστε στη χρονο-πολιτική. Οργάνωση, απαγορεύσεις, διακοπές, διαταγές, εξουσίες, δομήσεις, υποταγές, είναι τώρα στο βασίλειο της χρονικότητας" [14].

Ο Virilio είναι υπερβολικός, απολυτοποιεί μια τάση με τρόπο που μας θυμίζει το έργο των Negri-Hardt (Αυτοκρατορία, Πλήθος, Commonwealth). Η διαφορά του με τους παραπάνω είναι ότι θεωρεί όλες αυτές τις εξελίξεις αρνητικές. Θα λέγαμε πως ασπάζεται μια ”αρνητική νομοτέλεια”, με τρόπο ανάλογο του Αντόρνο, που βλέπει μια νομοτελειακή σύνδεση στην ιστορία, μόνο που αυτή είναι ανάμεσα στη σφεντόνα και τα πυρηνικά όπλα, υπό το καθεστώς της εκάστοτε ταξικής κυριαρχίας. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί την σημαντική αστοχία τέτοιων απολυτοποιήσεων: η κατανομή των εδαφών στη μάχη για την ενέργεια και τις ”σφαίρες επιρροής” ζει και βασιλεύει. Η εξωτερική βία, οι διαταγές και οι εντολές στο χώρο επίσης. Αν ψάξουμε να βρούμε την ενότητα των δύο στιγμών του χώρου και του χρόνου, ενάντια στην κεφαλαιοκρατία, αυτή δεν είναι άλλη από την απεργία. Η απεργία συνιστά διακοπή, όπως λέει ο Virilio, δραματική αλλαγή ταχύτητας. Χτυπάει στην καρδιά της τη χρονική αρχή οργάνωσης του Κεφαλαίου, διαρρηγνύει, θα λέγαμε, το νόμο της αξίας ως κοινωνικά αναγκαίο χρόνο αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας. Η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών σημαίνει και επικράτηση στο χώρο, κατάληψη του χώρου εργασίας και εργατικό έλεγχο. Όπως και σε μια στρατιωτική μάχη, η κατάληψη του εδάφους με στρατό ξηράς είναι αναντικατάστατη, οριστικοποιεί την τελική νίκη. Η απόλυτοποίηση από τον Virilio της χρονο-πολιτικής έναντι της γεω-πολιτικής συνδέεται άμεσα με μια απολυτοποίηση εκείνου που στα μαρξικά συμφραζόμενα ονομάζουμε ”πραγματική υπαγωγή”, έναντι μιας ”τυπικής υπαγωγής” στο Κεφάλαιο:

”Αρχίζεις ασκώντας πιέσεις, με τη βία. Ας δούμε τί έχουν κάνει με τα κατοικίδια ζώα. Αρχικά, έκλεισαν τα ζώα σε κλουβιά, μετά τα έκαναν κατοικίδια, με την έννοια ότι τους δίδαξαν ορισμένα κόλπα και συνήθειες. Κατόπιν, τα ζώα μεταλλάχθηκαν βιολογικά. Το ίδιο βλέπουμε στον ιμπεριαλισμό. Εξωτερική καταστολή, έλεγχος των πληθυσμών με εξωτερικές δυνάμεις, αντικαθίσταται σταδιακά από μια ‘‘εμμεσοποίηση” της καταστολής αυτής και, τελικά, από μια ξεκάθαρη, πολύ κοινότοπη αυτοκαταστολή” (15).

Εδώ ο Virilio περιγράφει ακριβώς το πέρασμα από μια ”τυπική” σε μια ”πραγματική” υπαγωγή. Αρχικά ασκείς εξωτερική βία και καταστολή, στη συνέχεια και όταν το αντικείμενο της βίας ”πραγματικά υπαχθεί”, εσωτερικεύει την καταστολή ως αυτοκαταστολή. Έτσι ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός εμφανίζεται, όπως είπαμε, σαν το καπιταλιστικό εκείνο σύστημα που τυπικά υπαγάγει το περιβάλλον του στην οργάνωσή του. Όσο προωθείται η τάση της αυτοκαταστολής, όσο αίρεται η εξωτερικότητα, τόσο ωθούμαστε σε αυτό που αποκαλέσαμε ”ολοκλήρωση”. Πρόκειται για την ”κοινωνία του ελέγχου” ως τάση, χαρακτηριστικά της οποίας ψηλαφεί ο Gilles Deleuze στο ομώνυμο δοκίμιο. Γράφουν οι Negri και Hardt στην ”Αυτοκρατορία”:

‘‘Η μετάβαση από την πειθαρχική κοινωνία στην κοινωνία του ελέγχου επ’ουδενί σημαίνει το τέλος της πειθαρχίας. Στην πραγματικότητα, η εμμενής άσκηση της πειθαρχίας-δηλαδή η αυτοπειθάρχηση των υποκειμένων, οι ακατάπαυστοι ψιθυρισμοί της πειθαρχικής λογικής μέσα στις ίδιες τις υποκειμενικότητες-επεκτείνεται σε ακόμη γενικότερο επίπεδο μέσα στην κοινωνία του ελέγχου. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι, παράλληλα με την κατάρρευση των θεσμών, οι πειθαρχικοί dispositifs έχουν πλέον καταστεί λιγότερο περιορισμένοι και συνδεδεμένοι χωρικά με το κοινωνικό πεδίο. Η σωφρονιστική πειθαρχία, η σχολή πειθαρχία, η πειθαρχία του εργοστασίου. κ.ο.κ, συνυφαίνονται σε μια υβριδική παραγωγή υποκειμενικότητας. Ουσιαστικά, κατά τη μετάβαση στην κοινωνία του ελέγχου, τα υπερβατικά στοιχεία της πειθαρχικής κοινωνίας φθίνουν, ενώ οι εμμενείς πλευρές της επιτείνονται και γενικεύονται” (16)

”Ο ιμπεριαλισμός είναι ένας μηχανισμός πλανητικής αυλάκωσης, διοχέτευσης, κωδικοποίησης (σ.σ καλύτερα κωδίκευσης) και εδαφικοποίησης των ροών του κεφαλαίου, ο οποίος εμποδίζει ορισμένες ροές και διευκολύνει άλλες. Η παγκόσμια αγορά, αντίθετα, απαιτεί έναν ομαλό χώρο ακωδικοποίητων και απεδαφικοποιημένων ροών. Η σύγκρουση μεταξύ της αυλάκωσης που επιβάλλει ο ιμπεριαλισμός και του ομαλού χώρου που απαιτεί η κεφαλαιοκρατική παγκόσμια αγορά μας παρέχει μια νέα προοπτική, η οποία μας επιτρέπει να επανεξετάσουμε την πρόρρηση της Rosa Luxemburg περί κατάρρευσης της κεφαλαιοκρατίας [...] Η διεθνής τάξη και ο αυλακωμένος χώρος του ιμπεριαλισμού εξυπηρέτησαν όντως την προώθηση του καπιταλισμού, τελικά όμως έγιναν τροχοπέδη για τις απεδαφικοποιητικές ροές και τον εξομαλυμένο χώρο που απαιτεί η κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη και μοιραία έπρεπε να παραμεριστούν. Η Rosa Luxemburg είχε κατ’ουσίαν δίκαιο: ο ιμπεριαλισμός θα είχε οδηγήσει στο θάνατο του κεφαλαίου, αν δεν είχε υπερκεραστεί. Η πλήρης υλοποίηση της παγκόσμιας αγοράς σημαίνει αναπόφευκτα το τέλος του ιμπεριαλισμού” (17). 

   Δεν συμμεριζόμαστε την αφελή υπεραισιοδοξία που βλέπουμε συνολικά στο έργο των Ηardt-Negri. Άλλωστε, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που ακολούθησαν τη συγγραφή του έργου τους τους διαψεύδουν. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε όμως τον ορθολογικό πυρήνα των διαπιστώσεών τους-όμως ”λυγίζοντας τη βέργα από την άλλη”, περνούν σε μια αντίπερα όχθη, που κατά τη γνώμη μας είναι αυτή του ταξικού εχθρού. Μας λένε να βοηθήσουμε όλες τις τάσεις της κεφαλαιοκρατικής προόδου, και ότι η κεφαλαιοκρατία κατά κάποιο τρόπο θα ”γεννήσει τους νεκροθάφτες της” εμμενώς. Αυτό παραμορφώνει τη σημασία της ταξικής πάλης και την ανάγκη ακριβώς μιας πολεμικής, ταξικής ”εξωτερικότητας”. Η πλήρης αφομοίωση στο Κεφαλαίο δεν θα έχει επιστροφή. Ακριβώς επειδή τα κινήματα στα οποία οι Hardt-Negri βασίζονται είναι κατά κύριο λόγο προϊόντα της διαλεκτικής διαμεσολάβησης του συστήματος, είναι λάθος να περιμένουμε από αυτά μια κατακτημένη εξωτερικότητα σε σχέση με τη διαλεκτική ταυτότητα εσωτερικού-εξωτερικού. Ξεκινώντας κανείς από το «εσωτερικό εξωτερικό» του συστήματος οφείλει να προεκτείνει τη γραμμή φυγής μέχρι μια απόλυτη εξωτερικότητα. Κάτι τέτοια χρειάζεται μια ‘’μεγάλη αφήγηση’’ που θα συνενώνει όμως και μικρότερες αφηγήσεις, ένα νέο επαναστατικό όραμα, την κομμουνιστική επαναθεμελίωση.

Δεν είναι όμως του παρόντος μια κριτική στην «Αυτοκρατορία». Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να αναγνωρίσουμε ορισμένες τάσεις. Για τους Negri-Hard, η ”κοινωνία του ελέγχου” σημαίνει μια εξομάλυνση του κοινωνικού χώρου (λείος χώρος-smooth space, έννοια των Deleuze-Guattari) και ”συμμετρικοποίηση” των ετερογενών πεδίων σε πλανητικό επίπεδο, έτσι ώστε πια να μην υπάρχει εσωτερικό-εξωτερικό αλλά απλώς διαφορά βαθμού, αποστάσεις διαφορών: αναφέρουν χαρακτηριστικά, ότι Ινδία, Βραζιλία, Βρετανία δεν είναι πια ετερογενείς, αφού τοποθετούνται σε διαφορετικές βαθμίδες καπιταλιστικές ανάπτυξης και παραγωγικότητας. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που πράγματι δείχνει την τάσηπραγματικής υπαγωγής στο Κεφάλαιο. Ωστόσο η άποψη του δυτικού καπιταλιστικού κόσμου για την οριστική επικράτησή του είναι, στην μονομέρειά της, μια αυταπάτη, ένας βαυκαλισμός: εξακολουθούν να υπάρχουν εξωτερικότητες, ετερογένειες, στοιχεία μη αφομοιώσιμα στο δυτικό τεχνικοορθολογικό, καπιταλιστικό πρότυπο, ακόμα και σε χώρες όπως αυτές που τοποθετούνται στη λεκάνη της Μεσογείου. Οι ίδιοι οι κομμουνιστές, οι κομμουνιστικές ιδέες και πρακτικές, είναι μια τέτοια ετερογένεια-που πρέπει πάσει θυσία να διασωθεί. 

Υ.Ρ (1): Είναι αναγκαία η συγκέντρωση πληθώρας εμπειρικών και στατιστικών δεδομένων, ώστε να αποτιμηθεί η κατάσταση των «δεικτών» εξωτερικότητας σε σχέση με το καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι θα μπορεί να γίνει μια εκτίμηση για τη φάση στην οποία βρίσκεται ο καπιταλισμός σήμερα, αλλά και για το πόσο καθοριστική είναι για το σύστημα η κρίση που διανύουμε. Στην πορεία της έρευνας αυτής θα αποδειχθεί πως είναι απαραίτητη η ανάπτυξη της σύγχρονης επαναστατικής θεωρίας, σε μια ολιστική ή καλύτερα πλανητική κατεύθυνση που θα περιλαμβάνει ένα στοχασμό πάνω στην Ιστορία, στην ιστορικότητα και τη σχέση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,, μια «φιλοσοφία της ιστορίας», με την οποία ρητά ή άρρητα συνδέεται κάθε ιστορική περιοδολόγηση, αλλά και κάθε λόγος περί Αλήθειας.

Υ.Ρ (2): Τρία ακόμη κείμενα:

-Θέσεις της Συντονιστικής Επιτροπής του ΝΑΡ αναφορικά με τον “oλοκληρωτικό καπιταλισμό”, Ιούνιος 1997

http://www.narnet.gr/content/%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%B7-%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CE%BD%CE%AD%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

-Κείμενο του Δ. Τζωρτζόπουλου με τίτλο ‘’μετανεωτερικός ολοκληρωτισμός’’ http://hegel-platon.blogspot.gr/2013/06/blog-post_9.html

Συστηματο-ποίηση των κοινωνιών: λίγα λόγια για το Πνεύμα της Εποχής http://bestimmung.blogspot.gr/2013/02/blog-post_2214.html


Παραπομπές
[1] Von Clausewitz, On War, Book 8, chapter 2, A. Indepedence of the Elements of the War, σελ 226-227, translated by Michael Howard and Peter Paret, OXFORD university press, 2007. Για το συγκεκριμένο απόσπασμα γίνεται απόδοση στα ελληνικά από το αγγλικό κείμενο.

[2] Von Clausewitz, Περί Πολέμου, τόμος Α, σελ 36-37, υπ.αρ. 6, με τίτλο ”τροποποιήσεις στην πραγματικότητα” εκδόσεις Βάνιας, 1999, μετάφραση-επιμέλεια Νατάσα Ξεπουλιά.

[3] Edmund Husserl, Η κρίση των ευρωπαικών επιστημών και η υπερβατολογική φαινομενολογία, σελ. 76 και σελ. 82, μετάφραση-εισαγωγή-υπόμνημα Πάνος Θεοδώρου, εκδόσεις Νήσος.

[4] Οπ.π, σελ. 93. Εδώ ο Husserl αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα για μια ιστορική-αναπτυξιακή θεώρηση των επιστημών, που προοδεύουν μεγιστοποιώντας τη σύγκλιση των εννοιολογικών γενικεύσεων με τα εμπειρικά δεδομένα. Αυτό συμβαίνει με τη βοήθεια των πειραματικών μεθόδων, των τεχνικών μέτρησης και της επαλήθευσης της αρχικής θεμελιώδους υπόθεσης που συγκροτεί την περιοχή κάθε επιστήμης. Έτσι η πορεία της επιστημονικής προόδου εμφανίζεται ως μια ολοένα και πληρέστερη επαλήθευση της Αρχής του επιστημονικού πεδίου.

[5] http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=326&Itemid=29

[6] Δεν έχουμε εδώ σκοπό να μιλήσουμε για τη διαλεκτική συγκρότηση του γνωστικού αντικειμένου που πραγματοποιεί ο Μάρξ στο «Κεφάλαιο», με γνωστικό αντικείμενο το σύστημα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων-λογικών όρων παραγωγής. Θα μείνουμε στην παρατήρηση πως είναι αδύνατη η κατανόηση της μεθόδου του Μάρξ στο «Κεφάλαιο» χωρίς την εξέταση της «Επιστήμης της Λογικής» αλλά και της «Φαινομενολογίας» του Hegel. Bλ. Vazjulin, V. A. Die Logik des “Kapitals” von Karl Marx.

[7] Von Clausewitz, Περί Πολέμου, οπ.π, σελ 109, κεφάλαιο έβδομο.

[8] Για την έννοια και τη χρήση των νοητικών πειραμάτων στις επιστήμες στο πλαίσιο της φαινομενολογίας του Husserl, βλ. Πάνος Θεοδώρου, Αντίληψη και Θεωρία ως πρακτικές-φαινομενολογικές έρευνες πάνω στο νόημα της αντικειμενικότητας στην αντίληψη, στην επιστήμη και την πράξη, εκδόσεις Κριτική.

[9] G.Hegel, Φιλοσοφία της Φύσης, εκδόσεις Ανοιχτή Βιβλιοθήκη, εισαγωγή-μετάφραση Σταμάτης Γιακουμής, σελ. 59. Έχουμε παραπέμψει στο συγκεκριμένο απόσπασμα στο κείμενο Ο Χέγκελ, ο Ντελέζ και ο μαρξικός νόμος της αξίας http://bestimmung.blogspot.gr/2013/02/blog-post_9.html (παραπομπή υπ’αριθμόν 3)

[10] http://www.marxists.org/archive/marx/works/1895/letters/95_03_12.htm

[11] Για τις σχετικές αναπτύξεις του Hegel, θα έπρεπε να ανατρέξει κανείς στη «Μεγάλη Λογική», στη «Διδασκαλία περί της Έννοιας», στα κεφάλαια για την «Ιδέα» (μετάφραση του Δημήτρη Τζωρτζόπουλου http://www.biblionet.gr/book/92543/).

[12] Στο κείμενο Ο Χέγκελ, ο Ντελέζ, και ο μαρξικός νόμος της αξίας ισχυριστήκαμε πως ο μαρξικός «νόμος της αξίας», ο οποίος περιγράφεται από τον Μάρξ ως ένας ιδιότυπος «νόμος της βαρύτητας», θα πρέπει με σύγχρονους όρους να κατανοηθεί ως «ελκυστής» των θεωριών του Χάους, ως δυναμική ισορροπία και «τοπολογική μορφή» που προκύπτει «από τα κάτω», από τις υλικές «μοριακές» αλληλεπιδράσεις εντός του πεδίου.

[13] To κείμενο εδώ http://bestimmung.blogspot.gr/2013/05/blog-post_7782.html

[14] Paul Virilio, Καθαρός Πόλεμος, μετάφραση Αθανάσιος Δρατζίδης, επιμέλεια Βασίλης Τομανάς, εκδόσεις Νησίδες, σελ 116.

[15] Οπ.π, σελ 148

[16] Michael Hardt-Antonio Negri, Αυτοκρατορία, μετάφραση Νεκτάριος Καλαϊτζής, εκδόσεις Scripta,Αθήνα 2002, σελ 441.

[17] Οπ.π, σελ 444.

---------------------------------------
Αναδημοσίευση από τη Λέσχη (με τα τετράδια της ανυπότακτης θεωρίας, όχι εκείνης των Νέων Χεγκελιανών!)

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Το κράτος και η διαμόρφωση του παγκόσμιου καπιταλισμού - Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου των Λίο Πάνιτς και Σαμ Γκίντιν «The Making of Global Capitalism»


των Leo Panitch και Sam Gindin


Το κεντρικό θέμα του βιβλίου μας, Η Διαμόρφωση του Παγκόσμιου Καπιταλισμού, είναι ο ρόλος των κρατών στη διαμόρφωση του παγκόσμιου καπιταλισμού, και ειδικότερα ο ρόλος του αμερικανικού κράτους ως ανεπίσημης αυτοκρατορίας σε αυτή τη διαμόρφωση, και στην επόπτευση της μέχρι σήμερα.

Το ζήτημα της σχέσης του κράτους με το κεφάλαιο παραμένει σημαντικό – και εξακολουθεί να είναι από τα άκρως αμφισβητούμενα – για τους μελετητές, καθώς και για τους ακτιβιστές. Στο έργο των περισσότερων οικονομολόγων, ο καπιταλισμός θεωρείται σχεδόν συνώνυμο των αγορών. Σε αυτό το πλαίσιο, η παγκοσμιοποίηση είναι ουσιαστικά η γεωγραφική επέκταση των ανταγωνιστικών αγορών, μια διαδικασία που εξαρτάται από την άρση των κρατικών εμποδίων και την υπέρβαση της απόστασης μέσω της τεχνολογίας. Από την πλευρά τους, οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν συνήθως κατανοήσει ότι οι αγορές δεν είναι φυσικές και πρέπει να δημιουργηθούν, και ότι τα κράτη είναι θεμελιώδεις παράγοντες σε αυτή τη διαδικασία, αλλά σπάνια παρεμβαίνουν στους τρόπους μέσω των οποίων σχηματίστηκαν,  από σημεία συνάντησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και των δυναμικών της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Η αμοιβαία συγκρότηση των κρατών, των τάξεων και των αγορών έχει φυσικά αποτελέσει το επίκεντρο των ερευνητών της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι δουλεύουν εντός ενός ιστορικού υλιστικού πλαισίου. Άλλα, συχνά, έχουν παρεμποδιστεί από τις μαρξιστικές τάσεις να αναλύσουν την τροχιά του καπιταλισμού ως παράγωγο των αφηρημένων οικονομικών νόμων. Οι εννοιολογικές κατηγορίες που ανάπτυξε ο Μαρξ για να καθορίσει τις δομικές σχέσεις και τις οικονομικές δυναμικές που είναι διακριτές στον καπιταλισμό μπορεί να είναι εξαιρετικά πολύτιμες, αλλά μόνο αν οδηγούν στην κατανόηση των επιλογών που έχουν γίνει και των ειδικών θεσμών που δημιουργούνται από συγκεκριμένους ιστορικούς δρώντες. Βασιζόμενη σε προηγούμενες προσπάθειες ανάπτυξης μιας θεωρίας του καπιταλιστικού κράτους προς αυτήν την κατεύθυνση, αυτή είναι η προσέγγιση που καθοδηγεί τη μελέτη μας για το ρόλο του αμερικανικού κράτους στη δημιουργία του παγκόσμιου καπιταλισμού.


Η πολιτική και η οικονομία υπό τον καπιταλισμό

Σε σύγκριση με τις προ-καπιταλιστικές οικονομίες, ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού είναι η νομική και οργανωτική διαφοροποίηση του κράτους και της οικονομίας. Αυτό δεν έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ ένας πλήρης διαχωρισμός μεταξύ της πολιτικής και οικονομικής σφαίρας του καπιταλισμού. Πράγματι, όσο ο καπιταλισμός ανέπτυσσε κράτη, τόσο περισσότερο συμμετείχε στην οικονομική ζωή όσο ποτέ άλλοτε, κυρίως στην ίδρυση και οργάνωση του νομικού, κανονιστικού πλαισίου και του πλαισίου υποδομής στο οποίο η ιδιωτική ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός και τα συμβόλαια εμφανίζονταν με σκοπό να λειτουργήσουν. Επίσης, τα καπιταλιστικά κράτη ήταν ολοένα και πιο σημαντικοί παράγοντες στην προσπάθεια να ενσωματώσουν τις καπιταλιστικές κρίσεις και μεταξύ άλλων και ως δανειστές εσχάτης ανάγκης. Ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί και να επεκταθεί αν τα κράτη δεν αποφάσιζαν να κάνουν αυτά τα πράγματα. Αντίθετα, τα κράτη ήταν ολοένα και πιο εξαρτημένα από την επιτυχία της συσσώρευσης κεφαλαίου για φορολογικά έσοδα και λαϊκή νομιμοποίηση.  

Είναι ένα πράγμα να λέει κανείς ότι ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει αν τα κράτη δεν έκαναν ορισμένα πράγματα, αλλά τί [ακριβώς] κάνουν τα κράτη στην πράξη και πόσο καλά τα κάνουν αυτά, είναι το αποτέλεσμα περίπλοκων σχέσεων μεταξύ κοινωνικών και κρατικών δρώντων, η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων, και αν μη τι άλλο, το εύρος και ο χαρακτήρας των ικανοτήτων κάθε κράτους. Τα καπιταλιστικά κράτη έχουν αναπτύξει διάφορα μέσα προώθησης και συντονισμού της καπιταλιστικής συσσώρευσης, καθώς και την ικανότητα πρόβλεψης μελλοντικών προβλημάτων και της συμπερίληψης αυτών όταν εμφανίζονται, και αυτό έχει συχνά ενσωματωθεί σε διαφορετικούς θεσμούς με εξειδικευμένη εμπειρία. Εντός αυτού του πλαισίου πρέπει να αντιληφθούμε τη «σχετική αυτονομία» των καπιταλιστικών κρατών:  όχι ως ασύνδετη με τις καπιταλιστικές τάξεις, αλλά μάλλον ως αυτόνομη ικανότητα να ενεργεί για λογαριασμό του συστήματος στο σύνολό του. Από αυτήν την άποψη, οι καπιταλιστές είναι λιγότερο πιθανό να είναι ικανοί να δουν το δάσος αντί των δέντρων σε σχέση με τους αξιωματούχους και τους πολιτικούς των οποίων οι αρμοδιότητες είναι διαφορετικής τάξεως από αυτή της δημιουργίας κέρδους για μια επιχείρηση. Αλλά αυτό που τα κράτη μπορούν αυτόνομα να κάνουν, ή να κάνουν προς απάντηση των κοινωνικών πιέσεων, είναι τελικά περιορισμένο αφού εξαρτώνται από την επιτυχία της συσσώρευσης κεφαλαίου. Πάνω απ’ όλα, είναι υπό αυτήν την έννοια που η αυτονομία τους είναι μόνο σχετική.

Η διαφοροποίηση κράτους και οικονομίας άφησε τελικά περιθώριο για την οργάνωση των ταξικών συμφερόντων και την εκπροσώπησή τους έναντι των αντιτιθέμενων τάξεων και του κράτους. Καθώς οι καπιταλιστές, οι αγρότες και οι εργάτες δημιούργησαν διακριτά θεσμικά όργανα, η αυθαίρετη εξουσία των κρατών ήταν περιορισμένη, αλλά την ίδια στιγμή οι ικανότητες των κρατών ήταν γενικώς ενισχυμένες. Μια πτυχή αυτού ήταν η εδραίωση του κράτους δικαίου ως ένα φιλελεύθερο πολιτικό πλαίσιο για την ιδιοκτησία, τον ανταγωνισμό και τις συμβάσεις. Άλλη πτυχή ήταν η δημιουργία ειδικευμένων οργανισμών για τη διευκόλυνση της συσσώρευσης μέσω ρύθμισης των αγορών. Μια άλλη ήταν η καθιέρωση φιλελεύθερης δημοκρατίας ως η δυνητική μορφή του καπιταλιστικού κράτους, αν και αυτό δεν έγινε αντιληπτό σε κάθε σταθερό τρόπο ακόμα και στα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.


Η διεμπλοκή ιμπεριαλισμού– καπιταλισμού

Η μακραίωνη ιστορία των αυτοκρατοριών, όπως εμπλέκει την πολιτική εξουσία σε εκτεταμένες περιοχές, επηρεάστηκε ουσιαστικά από τη διαφοροποίηση μεταξύ κράτους και οικονομίας στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ως μέρος της διαφοροποίησης της οικονομική και πολιτικής σφαίρας, ιδιαίτερα οι καπιταλιστές επεκτείνουν το φάσμα δραστηριοτήτων τους πέρα από τα χωρικά όρια των αντίστοιχων κρατών τους. Εφόσον τα κράτη συχνά ενθάρρυναν και υποστήριξαν καπιταλιστές για να κάνουν αυτό, υπήρξε πάντα μια ιδιαίτερη εθνική διάσταση στις διαδικασίες καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Και καθώς η αλληλεπίδραση με το ξένο κεφάλαιο επηρέασε τις εγχώριες κοινωνικές δυνάμεις, αυτό με τη σειρά του συνέβαλε στη δημιουργία αυτού του συνδυασμού των εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη κατέληγαν να αποδέχονται μια ορισμένη ευθύνη για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού διεθνώς. Είναι κυρίως υπό αυτήν την έννοια που μπορούμε να μιλάμε ορθώς για την «διεθνοποίηση του κράτους».

Επομένως, είναι λάθος να υποθέσουμε μια ανυπέρβλητη αντίφαση μεταξύ του διεθνούς χώρου συσσώρευσης και του εθνικού χώρου των κρατών. Αντίθετα, κατά την εξέταση του ρόλου που έχουν διαδραματίσει πάντα τα κράτη στη διεθνή οικονομική σκηνή, χρειάζεται να αναρωτηθούμε κατά πόσον οι δραστηριότητές τους ήταν συνεπείς με την επέκταση των καπιταλιστικών αγορών σε διεθνές επίπεδο –και συνεπείς με τις δραστηριότητες άλλων κρατών. Ο ρόλος ορισμένων κρατών είναι πολύ πιο σημαντικός από ό,τι κάποιων άλλων και αυτό δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η σχέση μεταξύ κράτους και αυτοκρατορίας στον καπιταλισμό.

Η ανάλυση της διεθνούς διάστασης του καπιταλισμού, και η πεποίθηση ότι η εξαγωγή κεφαλαίου μετασχημάτιζε το ρόλο του κράτους τόσο στις χώρες εξαγωγής, όσο και στις χώρες εισαγωγής κεφαλαίου ήταν η πιο σημαντική συμβολή των θεωρητικών του ιμπεριαλισμού που έγραφαν στις αρχές της δεκαετίας του 20ου αιώνα. Η σύνδεση, όμως, που έκαναν αυτοί οι θεωρητικοί μεταξύ της εξαγωγής κεφαλαίου και της ενδο-ιμπεριαλιστικής αντιπαλότητας εκείνων των χρόνων ήταν προβληματική, και θα ακόμα πιο προβληματική τα χρόνια από το 1945 και μετά. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού αντιμετώπισαν, κατ’ εντολήν των αντίστοιχων καπιταλιστικών τους τάξεων, τα κράτη ως απλούς δρώντες και ως εκ τούτου δεν έδωσαν επαρκή βαρύτητα στο ρόλο των προ-καπιταλιστικών αρχουσών τάξεων στις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιπαλότητες της δικής τους εποχής. Επίσης, αντιμετώπισαν την ίδια την εξαγωγή κεφαλαίου ως ιμπεριαλιστική και έτσι οι θεωρίες τους δεν κατέγραψαν πραγματικά τη διαφοροποίηση της οικονομικής και πολιτικής σφαίρας στον καπιταλισμό και με αυτήν την έννοια της άτυπης αυτοκρατορίας. Αυτό ήταν το ίδιο ένα προϊόν αποτυχίας, όπως κάποτε σημείωσε ο Colin Leys, «να διαχωριστεί η ιδέα του ιμπεριαλισμού από την ιδέα του καπιταλισμού».

Στη «χρυσή εποχή» μετά το 1945 οι εγχώριες αγορές δεν ήταν κορεσμένες, τα κέρδη πραγματοποιήθηκαν μέσω της επέκτασης της κατανάλωσης της εργατικής τάξης, αλλά οι εξαγωγές κεφαλαίου συνεχίστηκαν, καθοδηγούμενες από εντελώς διαφορετικούς παράγοντες, όπως η εξαγωγή του ίδιου του κεφαλαίου μετασχηματίστηκε τον 20ο αιώνα στο πλαίσιο της διεθνούς ολοκλήρωσης του προϊόντος μέσω των πολυεθνικών επιχειρήσεων και της εκτεταμένης ανάπτυξης των διεθνών χρηματοοικονομικών αγορών. Στο πέρασμα από την, εν μέρει άτυπη, βρετανική αυτοκρατορία στην, κυρίαρχα άτυπη, αμερικανική αυτοκρατορία είχε προκύψει κάτι πολύ πιο διακριτό από την Pax America που αντικατέστησε την Pax Britannica. Το αμερικανικό κράτος, στην ίδια τη διαδικασία υποστήριξης του κεφαλαίου και της επέκτασης των πολυεθνικών επιχειρήσεων, ανέλαβε ολοένα και με πιο έντονο τρόπο την ευθύνη για δημιουργία των πολιτικών και νομικών συνθηκών για την γενική επέκταση και αναπαραγωγή του καπιταλισμού διεθνώς.

Αυτό δεν ήταν απλώς ένα ζήτημα προώθησης της διεθνούς επέκτασης των αμερικανικών πολυεθνικών επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι οι κρατικοί δρώντες εξήγησαν τον ιμπεριαλιστικό τους ρόλο με όρους εκτιμήσεων για τον παγκόσμιο κανόνα δικαίου δεν ήταν εμφανώς υποκριτικό, ακόμα κι αν πάντα το βλέμμα τους πέφτει στο εάν αυτός θα ωφελούσε τον αμερικανικό καπιταλισμό. Αναφορικά με την άτυπη περιφερειακή αυτοκρατορία την οποία οι ΗΠΑ εγκαθίδρυσαν στις αρχές του 20ου αιώνα στο δικό τους ημισφαίριο, μια σωστή κατανόηση της άτυπης παγκόσμιας αυτοκρατορίας που εγκαθιδρύθηκε στα μέσα του αιώνα απαιτεί μια κλίμακα ανάλυσης η οποία μπορεί να αναγνωρίσει όχι μόνο τον εγχώριο, αλλά και το διεθνή ρόλο του αμερικανικού κράτος στον καθορισμό των προϋποθέσεων για συσσώρευση κεφαλαίου. Επίσης, απαιτεί μια αρκετά διαφορετική κατανόηση των καταβολών της αμερικανικής αυτοκρατορίας από εκείνες που προέβαλαν κριτικοί ιστορικοί οι  οποίοι συνέδεσαν την πολιτική των ΗΠΑ τόσο άμεσα με τις καπιταλιστικές ανάγκες τους για εξαγωγές λόγω της υπερ-συσσώρευσης στην εγχώρια αγορά. Είναι λάθος να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές των ΗΠΑ προς όφελος των εμπορικών συμφερόντων κυρίως με τους όρους επιβολής τους από τους καπιταλιστές στο αμερικανικό κράτος. Ο κίνδυνος αυτού του τύπου ερμηνείας είναι ότι υπερβάλλει σε σχέση με το βαθμό στον οποίο η συνείδηση των καπιταλιστών για τα συμφέροντά τους ήταν πάντα τόσο σταθερή και σαφής. Επίσης, συχνά οδηγεί στο σχηματισμό πολύ αυστηρών διακρίσεων μεταξύ  διεθνώς προσανατολισμένων και εγχώριων αγορών με γνώμονα στοιχεία της καπιταλιστικής τάξης των ΗΠΑ. Οι εντάσεις, όπως και οι συνέργειες, μεταξύ ρόλου του αμερικανικού κράτους απέναντι στην ίδια του την κοινωνία και τις αυξανόμενες ευθύνες του για τη διευκόλυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου παγκοσμίως δεν μπορούν να υποβιβαστούν σε μια ανάλυση περί αιτημάτων διαφορετικών «ταξικών τάσεων». Πιο αποφασιστικά, μια τέτοια ερμηνεία δεν επικεντρώνεται επαρκώς στη σχετική αυτονομία του αμερικανικού κράτους ανάπτυξης πολιτικής και στρατηγικών κατευθύνσεων και επίτευξης πολιτικών συμβιβασμών μεταξύ διαφορετικών καπιταλιστικών δυνάμεων – και μεταξύ αυτών και άλλων κοινωνικών δυνάμεων.


Η διεθνοποίηση του καπιταλιστικού κράτους

Η πιο σημαντική καινοτομία της σχέσης μεταξύ καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού, που ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος εδραίωσε, είναι ότι τα τρένα που ήταν από τα πυκνότερα ιμπεριαλιστικά δίκτυα και θεσμικούς δεσμούς, που προηγουμένως είχαν τρέξει στο βορρά – νότο μεταξύ ιμπεριαλιστικών κρατών και των τυπικών ή άτυπων αποικιών τους, τώρα έτρεχαν μεταξύ των ΗΠΑ και των άλλων μεγάλων καπιταλιστικών κρατών. Η δημιουργία σταθερών συνθηκών για την παγκοσμιοποιημένη συσσώρευση κεφαλαίου, την οποία η Βρετανία ήταν ανίκανη να πετύχει τον 19ο αιώνα, τώρα επιτυγχάνεται με την αμερικανική άτυπη αυτοκρατορία, η οποία πέτυχε την ενοποίηση όλων των άλλων καπιταλιστικών δυνάμεων σε ένα αποτελεσματικό σύστημα συντονισμού υπό την αιγίδα της. Η σημασία αυτού του γεγονότος μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως με την κατάλληλη κατανόηση του τι σήμαινε με όρους διεθνοποίησης του καπιταλιστικού κράτους. Η δημιουργία νέων διεθνών θεσμών τη μεταπολεμική περίοδο δεν ισοδυναμεί με τις απαρχές ενός πρώτου παγκόσμιου κράτους. Αυτοί οι θεσμοί αποτελούνταν από εθνικά κράτη και οι ίδιοι είναι ενσωματωμένοι στη νέα αμερικανική αυτοκρατορία. Τα εθνικά κράτη παρέμειναν πρωταρχικώς υπεύθυνα για την αναδιοργάνωση και αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων και θεσμών της τάξης, του νομίσματος, της ιδιοκτησίας, των συμβολαίων και των αγορών. Αλλά ήταν τώρα διεθνοποιημένα με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι ήταν πριν. Τώρα, αυτά έπρεπε να αποδεχθούν ένα μέρος της ευθύνης για προώθηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου με έναν τρόπο που θα συνεισέφερε στην αμερικανικά καθοδηγούμενη διαχείριση της διεθνούς καπιταλιστικής τάξης. Το αμερικανικό κράτος δεν έκανε και τόσο πολλά για να υποχρεώσει τα άλλα κράτη, μάλλον έθεσε τις παραμέτρους εντός των οποίων καθοριζόταν η πορεία της δράσης τους.

Πολλές αμερικανικές διοικητικές, νομικές και συνταγματικές μορφές βρήκαν μιμητές σε άλλα κράτη, αλλά αυτό ήταν πάντα μεσολαβημένο και διαθλασμένο από τη συγκεκριμένη ισορροπία κοινωνικών δυνάμεων και αποφάσεων καθενός από αυτά. Η πολιτική τους δεν ήταν ποτέ μια άμεση αντανάκλαση της αμερικανικής οικονομικής διείσδυσης των οικονομιών τους. Ούτε άλλα κράτη είναι απλώς παθητικοί δρώντες στην αμερικανική αυτοκρατορία, καθώς η «σχετική αυτονομία» χαρακτήριζε τη διεθνοποίηση εκείνων των κρατών. Ήταν η σχετική τους αυτονομία εντός της αμερικανικής αυτοκρατορίας που τους επέτρεψε να πιέσουν τις αμερικανικές κυβερνήσεις να αναλάβουν τις θεωρούμενες ως δικαιωματικές ευθύνες στη διαχείριση του παγκόσμιου καπιταλισμού με τρόπους που δεν θα αντανακλούν απλώς τις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις στις οποίες υπόκεινται στο εσωτερικό. Αλλά κάνοντας αυτό, αναγνώρισαν, συνήθως ρητώς, ότι μόνες τους οι ΗΠΑ είχαν την ικανότητα να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο στην επέκταση, την προστασία και την αναπαραγωγή του καπιταλισμού.


Η αλληλοδιείσδυση των κεφαλαίων

Καθώς τα καπιταλιστικά κράτη ολοένα και προσπάθησαν να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις, οι πολιτικές έγιναν πιο προσανατολισμένες στην προσφορά ισότιμης μεταχείρισης σε όλους τους καπιταλιστές, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους, ακριβώς αυτό για το οποίο είχε πιεστεί το αμερικανικό κράτος. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις εμφανίστηκαν εξαρτημένες από την ίση εθνική μεταχείριση πολλών κρατών και αυτά τα κράτη ήταν επίσης διεθνοποιημένα με την έννοια ότι ερχόντουσαν να αναλάβουν ολοένα και μεγαλύτερη ευθύνη για δημιουργία και ενίσχυση των προϋποθέσεων για μη διακριτική συσσώρευση εντός των συνόρων τους. Αυτό τελικά περιελάμβανε νομικές και κανονιστικές αλλαγές που διευκόλυναν την ανάπτυξη των δικών τους πολυεθνικών επιχειρήσεων κατά μήκος των καινοτόμων γραμμών από το αμερικανικό κράτος. Αυτό δεν γέννησε μια «υπερεθνική καπιταλιστική τάξη», ελαστική απέναντι σε κάθε αγκύλωση του παγκόσμιου κράτους· το «εθνικό κεφάλαιο», με τη μορφή επιχειρήσεων με πυκνές ιστορικές διασυνδέσεις και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δεν εξαφανίστηκε, όπως και ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων κέντρων συσσώρευσης. Αλλά η αλληλοδιείσδυση των κεφαλαίων δεν εξαλείφει σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον και την ικανότητα κάθε «εθνικής αστικής τάξης» να ενεργεί ως είδος συνεκτικής δύναμης που ίσως έχει υποστηρίξει προκλήσεις για την εξάπλωση της άτυπης αμερικανικής αυτοκρατορίας. Πράγματι, συνήθως ήταν εχθρικοί προς την ιδέα μιας τέτοιας πρόκλησης, κυρίως επειδή έβλεπαν το αμερικανικό κράτος ως τον έσχατο εγγυητή των συμφερόντων των καπιταλιστών παγκοσμίως.

Η νέα σχέση μεταξύ καπιταλισμού και της άτυπης αμερικανικής αυτοκρατορίας δεν θα πρέπει να γίνει κατανοητή από την άποψη της παλιάς «εδαφικής λογικής της εξουσίας» που σχετίζεται από καιρό με την ιμπεριαλιστική διακυβέρνηση που απλώς συγχωνεύεται με την «καπιταλιστική λογική εξουσίας» συνδεόμενη με τη «συσσώρευση κεφαλαίου στο χώρο και το χρόνο». Η άτυπη αυτοκρατορία των ΗΠΑ αποτελούσε μια ξεχωριστή νέα μορφή πολιτικής κυριαρχίας. Αντί να έχουν ως στόχο την εδαφική επέκταση κατά μήκος των γραμμών των παλιών αυτοκρατοριών, οι στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ στο εξωτερικό αποσκοπούσαν κατά κύριο λόγο στο να μην υπάρχουν συγκεκριμένα μέρη κλειστά ή ολόκληρες περιφέρειες της παγκόσμιας συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης αποστολής δημιουργίας ανοιγμάτων για τη μετακίνηση συνόρων για το κεφάλαιο γενικώς, όχι μόνο για το αμερικανικό κεφάλαιο. Η διατήρηση και μάλιστα η σταθερή ανάπτυξη των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων ανά τον κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως στο έδαφος των ανεξάρτητων κρατών, θα πρέπει να εξεταστεί υπό αυτό το πρίσμα, όχι όσον αφορά στην εξασφάλιση εδαφικού χώρου για την αποκλειστική αμερικανική χρήση των φυσικών πόρων και της συσσώρευσης από τις αμερικανικές εταιρίες. Το πιο σημαντικό, όμως, και πολύ διαφορετικό από τους προηγούμενους ιμπεριαλισμούς που βασίζονταν στην εδαφική επέκταση, οι μηχανισμοί του αμερικανικού κράτους όπως το Πεντάγωνο και η CIA είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερο σημαντικοί στη δημιουργία και τη σχεδιασμό παγκόσμιου καπιταλισμού απ’ ό,τι το Υπουργείο Οικονομικών και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα. Είναι το τελευταίο που έπαιξε κεντρικούς ρόλους, όχι μόνο στην προώθηση της διείσδυσης και της μίμησης των αμερικανικών πρακτικών στο εξωτερικό, αλλά γενικότερα στην προώθηση ελεύθερων κινήσεων κεφαλαίου και ελεύθερου εμπορίου, ενώ προσπαθεί, επίσης, να περιορίσει τις διεθνείς οικονομικές κρίσεις που γεννά ο παγκόσμιος καπιταλισμός.


Στο πρωτότυπο υπάρχουν και υποσημειώσεις. Η αναδημοσίευση έγινε από το RNB με ελάχιστες αλλαγές. - Κ.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Το γίγνεσθαι της επιστήμης της Λογικής: 1ο μέρος


του Θάνου Λιάπα




Εν είδει εισαγωγής: Το σύστημα του Χέγκελ

Στην παρούσα εργασία θα εξετάσουμε το γίγνεσθαι της Λογικής χρησιμοποιώντας ως άξονα το σύστημα του Χέγκελ. Επειδή όμως θα προσθέσουμε ορισμένες νέες κατηγορίες παρμένες από τον Βαζιούλιν και επιπλέον θα διαφοροποιηθούμε σε ορισμένα σημεία από τον Χέγκελ θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε σύντομα εν είδη προοικονομίας το σύστημα του Χέγκελ όπως το βλέπει ο ίδιος ούτως ώστε να είναι στη συνέχεια καθαρότερο τι προσθέτουμε εμείς καθώς και σε ποιες πλευρές αυτού ασκούμε κριτική.

Μία ιδιαίτερα ευσύνοπτη αλλά πολύ αποκαλυπτική παρουσίαση του συστήματός του μας δίνει ο Χέγκελ στο κεφάλαιο για την «Απόλυτη Ιδέα»: «Η φύση και το πνεύμα είναι εν γένει διαφορετικοί τρόποι για να παρουσιάζει η Ιδέα το προσδιορισμένο Είναι της· τέχνη και θρησκεία οι διαφορετικοί τρόποι για να αυτοσυλλαμβάνεται και να δίνει στον εαυτό της ένα σύμμετρο προσδιορισμένο-Είναι. Η φιλοσοφία έχει το ίδιο περιεχόμενο και τον ίδιο σκοπό με την τέχνη και τη θρησκεία· αλλά αυτή είναι ο ύψιστος τρόπος της για να συλλαμβάνουμε την απόλυτη Ιδέα, επειδή ο τρόπος της είναι ο ύψιστος, η έννοια. Η φιλοσοφία, συνεπώς, περιλαμβάνει εντός της τόσο εκείνους τους σχηματισμούς της ρεαλιστικής και ιδεατής περατότητας όσο και εκείνους της απειρότητας και της αγιότητας, τους συλλαμβάνει κατανοητικά (begreifen δηλαδή στο επίπεδο της έννοιας ΘΛ) όπως και τον ίδιο τον εαυτό της. Η εκπόρευση και η γνώση αυτών των μερικών τρόπων είναι τώρα η απώτερη υπόθεση των επιμέρους φιλοσοφικών επιστημών. Το Λογικό στοιχείο της απόλυτης Ιδέας μπορούμε επίσης να το αποκαλέσουμε έναν τρόπο αυτής της ίδιας… ο καθολικός τρόπος ,μέσα στον οποίο είναι ανηρημένοι και συμπεριλαμβανόμενοι όλοι οι μερικοί τρόποι» [1].  Πλαισιώνουμε το παραπάνω απόσπασμα με ένα ιδιαίτερα γνωστό από την Εγκυκλοπαίδεια: «κάθε μέρος της Φιλοσοφίας είναι ένα φιλοσοφικό όλο, ένας κύκλος που κλείνεται μέσα στον εαυτό του εντούτοις καθένα από αυτά τα μέρη περιγράφει τη φιλοσοφική ιδέα με ένα επιμέρους όρο ή στοιχείο. Ο κάθε ατομικός κύκλος, επειδή εντός εαυτού αποτελεί ολότητα, διασπά τον φραγμό του στοιχείου του και θεμελιώνει μια περαιτέρω σφαίρα το φιλοσοφικό όλο  παρουσιάζεται λοιπόν ως ένας κύκλος από κύκλους, καθένας από τους οποίους είναι ένα αναγκαίο στάδιο, έτσι ώστε το σύστημα των ιδιαίτερων φάσεων συγκροτεί την όλη ιδέα, η οποία όμως εμφανίζεται επίσης μέσα σε κάθε ατομικό στοιχείο» [2].

Θα επιχειρήσουμε με βάση και το παραπάνω απόσπασμα να παρουσιάσουμε το σύστημα(την εν-κύκλοπαιδεια) των φιλοσοφικών επιστημών του Χέγκελ. Η Φιλοσοφία εν γένει είναι μία εξίσου κενή περιεχομένου αφαίρεση όπως και η «παραγωγή εν γένει». Από τη στιγμή που κάνουμε λόγο για Φιλοσοφία αναγκαστικά αναφερόμαστε σε κάποια επιμέρους μορφή αυτής. Αν θέλουμε να νοήσουμε την Φιλοσοφία ως συγκεκριμένη ολότητα θα πρέπει να εκκινήσουμε από εκείνη την μορφή, η οποία είναι η πλέον αφηρημένη και άρα περιλαμβάνει εν σπέρματι όλες τις άλλες μορφές. Μας έχει ήδη πει στον πρόλογο της Φαινομενολογίας ότι έφθασε ο καιρός να υψωθεί η Φιλοσοφία σε επιστήμη, όπου ως επιστήμη έχει κατά νου την ύψωση στον Λόγο(και την έννοια), όπου έχει εξαλειφθεί η αντίθεση υποκειμένου-αντικειμένου. Επομένως όλες οι επιμέρους Φιλοσοφίες είναι επιστήμες που συλλαμβάνουν το αντικείμενό τους εννοιακά και άρα μη-διαισθητικά. Η πλέον αφηρημένη μορφή της Φιλοσοφίας είναι η επιστήμη της Λογικής, η οποία μελετά την Ιδέα στην πλέον αφηρημένη, «διαφανή» της μορφή. Στο βαθμό που η επιστήμη της Λογικής έχει ολοκληρώσει τον πλέον στοιχειώδη κύκλο της σπείρας της Φιλοσοφίας ,μεταβαίνουμε σε πιο συγκεκριμένες επιστήμες όπως είναι η Φιλοσοφία της Φύσης που μελετά την ιδέα στην ετερότητά της καθώς και η Ανθρωπολογία, η Φαινομενολογία και η Ψυχολογία που μελετούν το υποκειμενικό πνεύμα. Στην συνέχεια η Φιλοσοφία του Δικαίου μελετά το αντικειμενικό πνεύμα, δηλαδή αυτό που συγκροτείται από τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Η τέχνη και η θρησκεία τώρα είναι δύο μορφές αυτό-συνειδητοποίησης της όλης πορείας του πνεύματος, δηλαδή συλλαμβάνουν όλη την προηγούμενη πορεία μέσω της «αισθητηριακής εποπτείας» και «παραστάσεων» αντίστοιχα. Όμως η θρησκεία και η τέχνη καθεαυτές δεν είναι επιστήμες και αυτό που ενδιαφέρει τον Χέγκελ είναι η συγκρότηση επιστημών. Έτσι εκλαμβάνει ως έτοιμα (με την έννοια ότι δεν δημιουργεί ο ίδιος τέχνη ή θρησκεία) τα περιεχόμενα της τέχνης και της θρησκείας και τα μελετά στο επίπεδο της έννοιας και έτσι εμφανίζεται η Φιλοσοφία της τέχνης (Αισθητική) και η Φιλοσοφία της θρησκείας. Μέσα από όλη αυτή την πορεία ο Χέγκελ φθάνει να προσδιορίσει εντέλει την Φιλοσοφία στην πιο συγκεκριμένη μορφή της, δηλαδή ως αποτελούμενη από όλες τις επιμέρους Φιλοσοφίες, την Φιλοσοφία ως οργανική ολότητα, αλλά πλέον όχι ως δυνάμει ολότητα αλλά ως ενεργό πραγματικότητα.


Κεφάλαιο 1: Η διαμόρφωση των προϋποθέσεων και η πρωταρχική εμφάνιση της Φιλοσοφίας

Ο Βαζιούλιν μελετώντας στην «Λογική της Ιστορίας» την διαλεκτική της μετάβασης από έναν τρόπο παραγωγής σε έναν άλλον μπόρεσε να αποκωδικοποιήσει τις θεμελιώδεις κατηγορίες με τις οποίες περιοδολογείται το γίγνεσθαι εκάστης ουσίας καθώς και την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην παλιά και νέα ουσία. Στην παρούσα εργασία θα δείξουμε ότι οι κατηγορίες αυτές μπορούν να εφαρμοστούν και στην περιοδολόγηση της Λογικής χωρίς σημαντική διαφοροποίηση.

Η οργανική ολότητα δεν σχηματίζεται ακαριαία αλλά «κατ’ αρχήν ανακύπτουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε με άλλα λόγια η αρχή του αντικειμένου» [3]. Τα βασικά χαρακτηριστικά που θα μας απασχολήσουν στο παρόν στάδιο εξέτασης του αντικειμένου παρουσιάζονται στο ακόλουθο απόσπασμα (οι υπογραμμίσεις δικές μας):  «Κατά το στάδιο των προϋποθέσεων και της αρχής δεν υφίσταται ακόμα η ουσία του νέου οργανικού όλου, οι εσωτερικές του αντιφάσεις. Ο σχηματισμός των προϋποθέσεων του νέου οργανικού όλου πραγματοποιείται στα πλαίσια κάποιας άλλης αναπτυξιακής διαδικασίας και ως άρνηση του ίδιου του εαυτού της από αυτή την αναπτυξιακή διαδικασία… Το νέο ως άρνηση του παλαιού συνιστά προϊόν του παλαιού, άρνηση του παλαιού, αποτελεί ακριβώς το μη παλαιό, γι’ αυτό και διαθέτει μεν την προσδιοριστία του παλαιού πλην όμως θα λέγαμε ,με αρνητικό πρόσημο… αν και η ουσία του νέου δεν ανάγεται στην άρνηση της ουσίας του παλαιού» [4]. Εκκινώντας από τις παραπάνω αρχές θα πρέπει ως προς την Φιλοσοφία να προσδιορίσουμε τα εξής τρία: 1) την ουσία μέσα από την οποία ανακύπτει η Φιλοσοφία (κατά τον Χέγκελ αυτή είναι η θρησκεία), 2) την ουσία της Φιλοσοφίας, 3) την σχέση που έχουν μεταξύ τους. Το σημείο 1 μελετά την διαμόρφωση των προϋποθέσεων εμφάνισης της νέας ουσίας, ενώ τα 2 και 3 την πρωταρχική εμφάνιση αυτής και την σχέση της με το παρελθόν της.


1. Διαμόρφωση των προϋποθέσεων (με την ευρεία έννοια) για την εμφάνιση της Φιλοσοφίας [5]

Η τέχνη και η θρησκεία αποτελούν τα δύο πρώτα στάδια του απόλυτου πνεύματος μέσα στα οποία εκκολάπτεται η Φιλοσοφία. Τα στάδια αυτά, όπως είδαμε, διαθέτουν το ίδιο περιεχόμενο με την Φιλοσοφία και «διαφέρουν μόνο ως προς τους τύπους (Formen)» [6], ενώ  προηγούνται αυτής τόσο ιστορικά όσο και λογικά.

Η τέχνη αποτελεί το πρώτο στάδιο του απόλυτου πνεύματος και είναι υψωμένη στην μορφή της αισθητηριακής εποπτείας (sinnliche Anschauung). Ο Χέγκελ λέει στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ότι «η τέχνη είναι διδασκάλισσα των λαών, με το να εξυψώνουν και να παγιώνουν προηγούμενες συγκεχυμένες παραστάσεις και παραδόσεις σε συγκεκριμένες εικόνες, αντίστοιχες με το πνεύμα του λαού» [7]. Η τέχνη συνδέεται με την Φιλοσοφία κατά κύριο λόγο μέσω της διαμεσολάβησης της θρησκείας και άρα δεν συνιστά με αυστηρή έννοια διαμόρφωση των προϋποθέσεων της πρώτης. Όσον αφορά την σχέση τέχνης-θρησκείας ο Χέγκελ μας δίνει ορισμένα στοιχεία που μπορούν να δικαιολογήσουν το σχήμα που προτείναμε ήδη περί διαλεκτικής παλιάς(τέχνη) και νέας ουσίας (θρησκεία). Ο Χέγκελ λέει ότι «συχνά η θρησκεία χρησιμοποιεί την τέχνη, για να υποδηλώσει τη θρησκευτική αλήθεια της αίσθησης…και τότε η τέχνη τίθεται στην υπηρεσία ενός διαφορετικού από αυτήν γνωστικού τομέα» [8]. Στην αρχαία Ελλάδα οι «ποιητές και οι καλλιτέχνες έγιναν για τους Έλληνες οι δημιουργοί των θεών τους…και μάλιστα όχι κατά τρόπον ,ώστε αυτές οι παραστάσεις και διδασκαλίες να έχουν προϋπάρξει της ποίησης με αφηρημένο συνειδησιακά τρόπο ως γενικές θρησκευτικές προτάσεις και καθορισμοί της σκέψης» [9]. Η τέχνη όμως «ενέχει εντός της ένα όριο και γι’ αυτό μεταβαίνει σε υψηλότερους τύπους συνείδησης… Με την προϊούσα μόρφωση έρχεται σε κάθε λαό ο καιρός ,όπου η τέχνη προοιωνίζει την ίδια της την υπέρβαση» [10]. Επειδή ο αισθητηριακός τρόπος συνείδησης «είναι ενωρίτερος για τον άνθρωπο, γι’ αυτό τα πρώιμα στάδια της θρησκείας ήσαν θρησκεία τέχνης και αισθητικής παρουσίασης» [11].

Σταδιακά η θρησκευτική παράσταση αποτραβήχτηκε από το αισθητό στοιχείο και επανάχθηκε στην εσωτερικότητα του φρονήματος και της σκέψης. Η θρησκεία εισφέρει την ενδοσκόπηση (Innerlichkeit). Παρατηρούμε λοιπόν ότι όσο αναπτύσσεται η θρησκεία, τόσο περιορίζεται η σημασία της τέχνης ως μορφής σύλληψης της Ιδέας και μετατρέπεται σε «όψη της θρησκευτικής συνείδησης» [12]. Η θρησκεία ως παραστασιακή (Vorstellung, παράσταση) μορφή σύλληψης της Ιδέας αποτελεί το στάδιο διαμόρφωσης των προϋποθέσεων της Φιλοσοφίας με την ευρεία έννοια. Χαρακτηριστικό της θρησκείας είναι ότι μεταθέτει το απόλυτο «από την αντικειμενικότητα της τέχνης στην εσωτερικότητα του υποκειμένου και με το να προσφέρει στην παράσταση τον τρόπο της υποκειμενικότητας, έτσι ώστε η καρδιά και το φρόνημα, αλλά και γενικότερα η εσωτερική υποκειμενικότητα να γίνονται το βασικό στοιχείο» [13].

1α) Διαμόρφωση των προϋποθέσεων με την στενή έννοια: η ανατολική φιλοσοφία

Η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την εμφάνιση της νέας ουσίας δεν είναι μία απολύτως οριοθετημένη διαδικασία αλλά χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό τυχαιότητας και απροσδιοριστίας. Εν προκειμένω η προγενέστερη του φιλοσοφείν ουσία είναι οι εγγύτερες προς αυτήν μορφές συνείδησης (όχι άρα η εμπειρία και οι πράξεις) δηλαδή η τέχνη, η μυθολογία και η θρησκεία. Επομένως η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την εμφάνιση της Φιλοσοφίας, θα λέγαμε, ότι με ευρεία έννοια πραγματοποιείται μέσα από τα ομηρικά έπη, την Θεογονία, την μυθολογία και την θρησκεία. 

Παρόλα αυτά μέσα από την «Ιστορία της Φιλοσοφίας» του Χέγκελ παρουσιάζεται η ανατολική «φιλοσοφία» ως το κατ’ εξοχήν μέρος εκκόλαψης των προϋποθέσεων για την γένεση της ελληνικής φιλοσοφίας. Έτσι «αν στον χριστιανικό κόσμο διαχωρίζονται η αντίστοιχη θρησκεία και η Φιλοσοφία, στην αρχαία Ανατολή θρησκεία και Φιλοσοφία ήσαν αναπόσπαστες υπό την έννοια ότι το περιεχόμενο συνέπιπτε με τον τύπο ,με τον οποίο υπήρχε η Φιλοσοφία»[14] και μερικές σελίδες παρακάτω «μιλώντας φιλοσοφικά οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι αυτό που ονομάζουμε «ανατολική φιλοσοφία» ,είναι η θρησκευτική αντίληψη της ανατολής, μια θρησκευτική κοσμοθεωρία ,που διαθέτει αρκετά στοιχεία ,ώστε να εκληφθεί ως Φιλοσοφία… Η ανατολική Φιλοσοφία είναι θρησκευτική Φιλοσοφία» [15]. Η Φιλοσοφία μόλις που ξεπροβάλει μέσα από την μήτρα της ανατολικής θρησκευτικής φιλοσοφίας.

Η βασική αιτία κατά την οποία η θρησκεία της Ανατολής είναι φιλοσοφική έγκειται στο ότι δεν είχε «αναπτυχθεί το στοιχείο της υποκειμενικότητας [και έτσι] οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν εξατομικεύονται, αλλά έχουν τον χαρακτήρα γενικών αντιλήψεων ,που εμφανίζονται ως φιλοσοφικές παραστάσεις και σκέψεις» [16]. Επιπλέον «στις ανατολικές θρησκείες ισχύει ότι η Μία υπόσταση είναι η αληθής...τούτη η υπόσταση είναι πάντως φιλοσοφική Ιδέα» [17]. Από την άλλη στην ανατολική «φιλοσοφία» «…δεν μπορούν να διατυπωθούν φιλοσοφικά συμπεράσματα [διότι] προς τούτο απαιτείται γνώση της γενικής υπόστασης» [18]. Όμως «ο άνθρωπος διαχωρίζεται από την υπόσταση και δεν κατακτά την ευδαιμονία εντός αυτής…» [19].


2. Η πρωταρχική εμφανιση της φιλοσοφίας

α) Η γένεση της Φιλοσοφίας (νέα ουσία) μέσα από την θρησκεία (παλιά ουσία)

Για τον Χέγκελ η νόηση (Denken) είναι ειδολογικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που τον διαχωρίζει από τα ζώα και έτσι κάθε τι ανθρώπινο διαπερνάται από αυτήν. Η τέχνη, η θρησκεία και η Φιλοσοφία είναι μορφές νόησης που έχουν το ίδιο περιεχόμενο και διαφέρουν μόνο ως προς την μορφή σύλληψης αυτού. Αν λοιπόν θέλουμε να πραγματευτούμε την μετάβαση από την θρησκεία στην Φιλοσοφία ως μετάβαση από μία ουσία σε μία νέα, τότε το κλειδί για την εύρεση της ουσίας εκάστης είναι η διαφορά μορφής. Με άλλα λόγια, ουσία της θρησκείας είναι ότι συλλαμβάνει τα περιεχόμενά της στο επίπεδο της παράστασης ,ενώ ουσία της Φιλοσοφίας ότι τα συλλαμβάνει στο επίπεδο της σκέψης (Gedanke). Η σκέψη είναι η κατ’ εξοχήν μορφή νόησης και χαρακτηρίζει το φιλοσοφείν και τις επιστήμες. Σε σχέση με τις υπόλοιπες επιστήμες η Λογική είναι η καθαρή σκέψη [20]. Στην «Ιστορία της Φιλοσοφίας» ο Χέγκελ προβαίνει σε περαιτέρω εξειδίκευση της σκέψης λέγοντας ότι  «η σκέψη είναι τυπική, η έννοια είναι η πλέον συγκεκριμένη σκέψη, η Ιδέα είναι η σκέψη στην ολότητά της, τον καθαυτό και δια εαυτόν υφιστάμενο καθορισμό της» [21]. Η διαφορά ως προς τη μορφή πλάθει και το αντίστοιχο προς αυτήν αντικείμενο και έτσι «στην θρησκευτική συνείδηση ο γνωστικός τύπος(Form des Wissens) του αντικειμένου είναι περισσότερο αισθητός και παραστατικός. Ότι ο Θεός γεννά Υιόν ,σχέση ειλημμένη από τη βιολογική ζωή, δεν θα το λέγαμε στη Φιλοσοφία» [22].

Η παράσταση σε αντίθεση με τις αισθήσεις που εγκλωβίζονται στο αισθητηριακά συγκεκριμένο θέτει το περιεχόμενό της σε μία γενικότητα. Αυτό που της λείπει είναι η σχέση αναγκαιότητας και έτσι αρκείται σε ταυτολογικές προτάσεις του τύπου «Ο θεός είναι θεός», είτε αποδίδει στον θεό κατηγορήματα τα οποία όμως δεν συνδέονται μεταξύ τους παρά μόνο τίθενται το ένα δίπλα στο άλλο. Αντίθετα η σκέψη συσχετίζει το γενικό με το μερικό και άρα «θέτει κάποια σχέση αναγκαιότητας ανάμεσα στους μεμονωμένους όρους της παράστασης» [23]. Η Φιλοσοφία «είναι ένας ιδιότυπος τρόπος του νοείν, ένας τρόπος μέσω του οποίου το νοείν  μεταβάλλεται σε γνωρίζειν και σε γνωρίζειν μέσω εννοιών» [24]. Παρόλα αυτά η διαφορά φιλοσοφίας-θρησκείας «δεν πρέπει να εκληφθεί αφηρημένα, ότι δηλαδή μόνο στη Φιλοσοφία υπάρχει σκέψη…» [25]. Δεν υπάρχει κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα στην θρησκεία(παράσταση) και την σκέψη καθώς και η θρησκεία έχει «γενικές σκέψεις». Αυτός είναι και ο λόγος που εντάσσουμε (ακολουθώντας τον Χέγκελ) την ανατολική θρησκευτική Φιλοσοφία στο μεταίχμιο μεταξύ θρησκείας και Φιλοσοφίας.
Μία πρώτη περιγραφή της διαλεκτικής παλιάς και νέας ουσίας, αν και όχι σε αυστηρά διατυπωμένη μορφή, βρίσκουμε ήδη στον πρόλογο της Φαινομενολογίας, όπου ο Χέγκελ σχεδόν ποιητικά περιγράφει την γέννηση της νέας εποχής του πνεύματος μέσα από την παλιά. Εκεί μας λέει ότι το νέο πνεύμα «διαλύει τμηματικά το οικοδόμημα του προγενέστερου κόσμου του, τα τραντάγματα του οποίου παρεμφαίνονται μόνο από σποραδικά συμπτώματα… Αυτό το βαθμιαίο καταθρυμματίζειν, που δεν αλλοίωσε τη φυσιογνωμία του όλου, διακόπτεται από την ανατολή του ηλίου, που με μια λάμψη ιχνογραφεί μεμιάς την όψη του νέου κόσμου» [26]. Προς το παρόν περιγράφει την εμφάνιση του νέου μέσα στο παλιό καθώς και το «ποιοτικό άλμα» της γένεσης του νέου μέσω της άρνησης του παλιού. Όλες οι προηγούμενες «μορφές πολιτισμού» που εμφανίστηκαν υπό το παλαιό στάδιο αναπαράγονται εντός της «νέας μορφής… μέσα στο νέο τους στοιχείο, με το νέο νόημα που προσέλαβαν». Ο νέος κόσμος «είναι τόσο λίγο εντελής πραγματικότητα όσο και το μόλις γεννημένο παιδί». Στη συνέχεια μας λέει για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η μορφή και το περιεχόμενο της νεοεμφανιζόμενης επιστήμης κάτι που θα επιχειρήσουμε να δείξουμε και εμείς στην συνέχεια: «η συνείδηση αισθάνεται στην πρόσφατα αναδυόμενη μορφή την απουσία της ανάπτυξης και της ιδιαιτερότητας του περιεχομένου· πολύ περισσότερο αισθάνεται ν’ απουσιάζει η επεξεργασία της μορφής, δυνάμει της οποίας οι διαφορές προσδιορίζονται με βεβαιότητα και διατάσσονται στις σταθερές τους σχέσεις… Η επιστήμη, που βρίσκεται στο αρχικό της στάδιο και δεν έχει ακόμα φθάσει ούτε στην πληρότητα της λεπτομερούς αφήγησης ούτε στην τελειότητα της μορφής, είναι απ’ αυτή την άποψη εκτεθειμένη σε επικρίσεις» [27].

Ο Βαζιούλιν όσον αφορά τη διαλεκτική παλιάς-νέας ουσίας εστιάζει σε τρία σημεία:

1) στην διαδικασία άρνησης της παλιάς από την νέα ουσία «και εμφάνιση κάποιου τινός κατά το ποιόν και κατ’ ουσία διάφορου από το ποιόν, από την ουσία του παλαιού και από την αρνητική προσδιοριστία του παλαιού» [28]. Όσον αφορά την συγκεκριμένη διαλεκτική μετάβασης από την θρησκεία στην Φιλοσοφία ο Χέγκελ λέει το εξής: «…κατά το χρόνο και στην πορεία της μόρφωσης η εμφάνιση της θρησκείας προηγείται της αντίστοιχης της Φιλοσοφίας… Θα πρέπει δε να συνδεθεί ο αφετηριακός καθορισμός της απαρχής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας με τον αποκλεισμό ακριβώς του θρησκευτικού στοιχείου και με το να δείξουμε ότι η απαρχή δεν πρέπει να γίνει με αυτό» [29]. Η νέα ουσία που ανακύπτει προϋποθέτει το παρελθόν της και συνάμα το αίρει. Από την μία επομένως «η Φιλοσοφία μπορεί λοιπόν σίγουρα να προϋποθέτει, και  μάλιστα οφείλει να προϋποθέτει, μια οικειότητα με τα αντικείμενα της, καθώς και ένα ενδιαφέρον γι' αυτά — ήδη εξαιτίας του ότι η συνείδηση από την άποψη του χρόνου φτιάχνει παραστάσεις αντικειμένων πριν φτιάξει έννοιες τους» [30] και από την άλλη «…το  σκεπτόμενο πνεύμα προχωρεί μόνο μέσω του παριστάνειν και μόνο προσφεύγοντας σ' αυτό φτάνει στο σκεπτόμενο γνωρίζειν και κατανοείν» [31]. Ακριβώς το στοιχείο της διατήρησης ,άρνησης και υπέρβασης περικλείεται στην ακόλουθη πρόταση: «η διαφορά  μεταξύ παράστασης και σκέψης είναι σημαντικότατη, γιατί μπορεί να ειπωθεί ότι η Φιλοσοφία δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά να μεταμορφώνει τις παραστάσεις σε σκέψεις. Αλλά βέβαια και τη σκέτη σκέψη σε έννοια» [32].

2) στην διαδικασία που λειτούργησε ως πηγή της πρωταρχικής εμφάνισης του νέου οργανικού όλου, δηλαδή στην «ενότητα των εσωτερικών αντιφάσεων της προγενέστερης ανάπτυξης οι οποίες οδηγούν κατ’ ανάγκη στη διαμόρφωση του νέου όλου, και εξωτερικών τυχαίων συνθηκών» [33]. Για να αποδείξει κανείς αυτόν τον ισχυρισμό πρέπει να μελετήσει ειδικά την φιλοσοφία της θρησκείας του Χέγκελ, κάτι που υπερβαίνει τα όρια της παρούσας εργασίας.

3) στην νέα πηγή αυτοκίνησης «αυτού του νέου οργανικού όλου, οι νέες ιδιότυπες για αυτό το όλο εσωτερικές αντιφάσεις. Αρχικά αυτή η πηγή της κίνησης είναι μεν άγουσα, πλην όμως όχι κυρίαρχη κατά την ανάπτυξη του νέου οργανικού όλου» [34]. Η πηγή της αυτοκίνησης είναι οι αντιφάσεις της νέας ουσίας, οι οποίες οδηγούν στην ανάπτυξη του νέου οργανικού όλου. Στις περιόδους πρωταρχικής εμφάνισης και διαμόρφωσης της επιστήμης της Λογικής η αυτοκίνηση έγκειται στο ότι κάθε φιλοσοφία θεωρούσε εαυτόν ως απόλυτο· όμως «μία φιλοσοφία, η οποία δεν έχει την απόλυτη μορφή ταυτόσημη με το περιεχόμενο, πρέπει να εξαφανιστεί επειδή η μορφή της δεν είναι αυτή της αλήθειας» [35]. Η απολυτότητα αυτή τροφοδοτούσε την περαιτέρω πορεία της γνώσης και «αυτό που ανατρέπεται δεν είναι η αρχή εκάστης φιλοσοφίας, απλώς η αξίωση να είναι αυτή ο έσχατος και ο απόλυτος καθορισμός» [36]. Η επιμέρους αρχή αποτελεί αναγκαία στιγμή του όλου της επιστήμης. Αν κάνουμε αφαίρεση από την τυχαιότητα και εξωτερικότητα στην διαδοχή των φιλοσοφικών συστημάτων αυτό που μένει είναι η «εσωτερική ιδέα που εξολοθρεύει τις πεπερασμένες διαμορφώσεις». Η ατμομηχανή της κίνησης είναι η αντίθεση μορφής και περιεχομένου που καθιστά «το όλο της ιστορίας της φιλοσοφίας [είναι] μία αναγκαία και συνεπή[ς] διαδικασία»: «Μια φιλοσοφία ,που δεν έχει ταυτόσημο με τον τύπο (Form, μορφή) περιεχόμενο πρέπει να παρέλθει, διότι ο τύπος της δεν είναι αληθής. Η διαδικασία είναι αναγκαία a priori. Τούτο πρέπει να το αναδείξει προσηκόντως η Ιστορία της Φιλοσοφίας ως επιστημονικό παράδειγμα» [37]. 

Όταν θα κάνουμε λόγο για την Λογική του Χέγκελ θα επανέλθουμε στην πηγή της αυτοκίνησης αυτή τη φορά αποκαθαρμένη από το εξωτερικό περιεχόμενο και άρα στην ώριμη μορφή της.  Η διαφορά της πηγής αυτοκίνησης στην Λογική του Χέγκελ έγκειται στο ότι οι επιμέρους κατηγορίες παρουσιάζονται ως στάδια του όλου της Λογικής και άρα αυτές εξετάζονται μόνο ως τμήματα της «συγκεκριμένης ολότητας, η οποία ωστόσο δεν είναι ακόμα τεθειμένη, δεν είναι ακόμα διεαυτήν» [38].

β) Σχέση Φιλοσοφίας και εμπειρικών επιστημών

Η μορφή ,η οποία χαρακτηρίζει την Φιλοσοφία ,είναι αυτή της σκέψης. Όμως η σκέψη όπως δείξαμε δεν είναι ενιαία καθώς μέσω αυτής διαθλούν τα περιεχόμενά τους τόσο η Φιλοσοφία όσο και οι εμπειρικές επιστήμες. Θα παρουσιάσουμε τώρα την κριτική του Χέγκελ στις εμπειρικές επιστήμες.

Ο Χέγκελ εξαίρει τον ρόλο των εμπειρικών επιστημών λέγοντας ότι «χωρίς την συγκρότηση τους δεν θα μπορούσε η Φιλοσοφία να προχωρήσει περισσότερο από τους αρχαίους» [39]. Σε πλήθος όμως άλλων κειμένων τους ασκεί κριτική.

Η βασική ομοιότητα των εμπειρικών επιστημών και της Φιλοσοφίας έγκειται στο ότι αυτές ανήκουν στην σκέψη και όχι στην παράσταση και αναζητούν [40] να προσδώσουν μέσα από «γενικούς νόμους και αρχές» αναγκαιότητα στο αντικείμενό τους.

 Η βασική διαφορά έγκειται στο ότι κατά τον Χέγκελ οι εμπειρικές επιστήμες δεν μπορούν από την φύση τους να ανέλθουν στο επίπεδο του λόγου και έτσι «το καθολικό της φυσικής [41] είναι αφηρημένο και απλά μορφικό· η προσδιοριστικότητά του δεν είναι εμμενής σε αυτό, και δεν μεταβαίνει στην μερικότητα». Η διάνοια που χαρακτηρίζει τις εμπειρικές επιστήμες κρατάει το περιεχόμενό τους «χωρισμένο, διαμελισμένο, μερικοποιημένο και ως έχον έλλειψη της αναγκαίας σύνδεσης με τον εαυτό του» [42].  Παρόλα αυτά  «το υλικό προετοιμασμένο από την εμπειρία της φυσικής παραλαμβάνεται από την φιλοσοφία της φύσης από το σημείο στο οποίο το είχαν φθάσει οι φυσικοί και ανακατασκευάζεται χωρίς καμία περαιτέρω αναφορά στην εμπειρία ως την βάση της επαλήθευσης» [43].  Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι μόνο η Φιλοσοφία διαθέτει τον λόγο και μπορεί μέσω αυτού να προσδώσει ενότητα στα περιεχόμενα των εμπειρικών επιστημών.

Το γεγονός ότι το σύνολο των επιστημών στην εποχή του Χέγκελ βρισκόταν είτε στο επίπεδο της ανάλυσης (φυσική, χημεία αλλά και κοινωνικές επιστήμες όπως ψυχολογία, ιστορία κτλ.), δηλαδή στην ανάβαση από το εμπειρικά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, τον ώθησε στο να πιστέψει ότι εκ φύσεως οι εμπειρικές επιστήμες είναι δέσμιες της διάνοιας. Κατά συνέπεια επιχείρησε να καλύψει αυτό το κενό από σκοπιά φιλοσοφική (εξού και η συγγραφή της «Φιλοσοφίας της Φύσης», «του Πνεύματος» κτλ όπως δείξαμε και στο προηγούμενο υποκεφάλαιο.). Εφόσον οι επιστήμες μπορούν να φθάσουν μέχρι το επίπεδο της διάνοιας, ο Λόγος είναι ίδιον αποκλειστικά της Φιλοσοφίας ,που παραλαμβάνει την σκυτάλη από ένα σημείο και μετά υποκαθιστώντας τις.  Εδώ ήδη διακρίνονται τα νομοτελή όρια της εγελιανής φιλοσοφίας ,καθώς στο βαθμό που οι επιστήμες ήταν ελλιπώς ανεπτυγμένες στην εποχή της , ανέλαβε αυτή να καλύψει αυτό το κενό. Ο Χέγκελ στο βαθμό που έπρεπε να δομήσει ένα απόλυτο σύστημα(κατά την απαίτηση της εποχής του όπως μας λέει και ο Ένγκελς στον «Λούντβιχ Φόυερμπαχ») επιχείρησε ανεπιτυχώς να καλύψει το επιστημονικό κενό με Φιλοσοφία.

Το ότι ο λόγος είναι αποκλειστικό προνόμιο της Φιλοσοφίας έναντι των εμπειρικών επιστημών δεν δικαιολογείται ούτε με βάση την ιστορία της ίδιας της Λογικής. Η Λογική ως επιστήμη δεν ξεκίνησε ούσα στο επίπεδο του λόγου. Χρειάστηκε να περάσουν πολλές εκατονταετίες μέχρι να υψωθεί η Λογική στον λόγο. Κατά τη γνώμη μας κάθε επιστήμη στην ωριμότητά της μπορεί να φθάσει στον λόγο και στο στάδιο άρσης της αντίθεσης υποκειμένου-αντικειμένου, αλλά πάντα στηριζόμενη στα δικά της μέσα. Το ότι η Λογική είναι η μέθοδος που μπορεί να προεκβάλλει κανείς στο εισέτι μη εγνωσμένο αντικείμενο εκάστης επιστήμης φωτίζοντας έτσι το δρόμο της έρευνας δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι υποκαθιστά την ίδια την εμπειρική επιστήμη. Το παράδειγμα που μας έρχεται στο νου είναι αυτό της πολιτικής οικονομίας. Ο Μαρξ αξιοποίησε τα πορίσματα της γενικής Λογικής όσον αφορά την μελέτη ενός γνωστικού αντικειμένου και την επίλυση των αντιφάσεων. Όμως η ύψωση της πολιτικής οικονομίας στο επίπεδο του λόγου ,πέραν του ότι για να επιτευχθεί πρέπει να έχει προηγηθεί η ανάβαση από το εμπειρικά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, υλοποιείται με τα μέσα της ίδιας της επιστήμης· έτσι ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» δεν κάνει Φιλοσοφία αλλά οικονομία.

--------------------------------------------------------
[1] Έννοια, σελ. 621
[2] Εγκυκλοπαίδεια(στο εξής Ε.), σελ. 82
[3] ΛτΙ, σελ. 90
[4] ΛτΙ, σελ. 92
[5] Όπως θα δείξουμε παρακάτω η Λογική διαφοροποιείται από την Φιλοσοφία αλλά επειδή και οι δύο εντάσσονται στο στοιχείο της σκέψης και εμείς σε αυτό το στάδιο θέλουμε να δούμε πως γεννάται η σκέψη, η διάκριση δεν έχει προς το παρόν σημασία.
[6] Αισθητική, σελ. 91
[7] ΙΦ, σελ. 58
[8] Αισθητική, σελ. 92
[9] Αισθητική ,σελ. 92
[10] Αισθητική, σελ. 93
[11] Αισθητική, σελ. 94
[12] Αισθητική, σελ. 94
[13] Αισθητική, σελ. 93,94
[14] ΙΦ, σελ. 57
[15] ΙΦ, σελ. 94
[16] ΙΦ, σελ. 94,95
[17] ΙΦ, σελ. 95,96
[18] ΙΦ, σελ. 80
[19] ΙΦ, σελ. 80
[20] «Η Λογική είναι η επιστήμη της καθαρής ιδέας, δηλ. της ιδέας μέσα στο αφηρημένο στοιχείο της νόησης» Ε. 92
[21] ΙΦ, σελ. 20
[22] ΙΦ, σελ. 63
[23] Ε. ,σελ. 97
[24] Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών, §§ 1-244,  σελ. 55
[25] ΙΦ, σελ. 53
[26] Φ. σελ. 132
[27] Φ. ,σελ. 134
[28] ΛτΙ, σελ. 92
[29] ΙΦ, σελ. 52
[30] Φαινομενολογία, σελ. 54
[31] Φ., σελ. 54
[32] Ε.,  σελ. 97
[33] ΛτΙ, σελ. 94
[34] ΛτΙ, σελ. 94
[35] ΙΦ. 33
[36]  ΙΦ, σελ. 33
[37] ΙΦ, σελ. 33
[38] Έννοια, σελ. 630
[39] ΙΦ ,σελ. 908,909
[40] «όσον αφορά τις επιμέρους επιστήμες, το στοιχείο τους είναι η γνώση(Erkenntnis) και η σκέψη(Denken) ,όπως και στη Φιλοσοφία.» ΙΦ, σελ. 48
[41] Επειδή το απόσπασμα προέρχεται από τον πρόλογο της Φιλοσοφίας της Φύσης η κριτική περιορίζεται στην φυσική αλλά η ουσία της αφορά όλες τις εμπειρικές επιστήμες.
[42] Philosophy of Nature, σελ. 202 ,1ος  Τόμος και συνεχίζει ο Χέγκελ επεξηγώντας αυτό που λέει με ένα παράδειγμα «Πάρτε ένα λουλούδι για παράδειγμα. Η διάνοια μπορεί να επισημάνει τις επιμέρους ποιότητες, και η χημεία μπορεί να το κόψει και να το αναλύσει. Το χρώμα του ,το σχήμα των φύλλων,υδρογόνο, άνθρακας κτλ. μπορούν να διακριθούν» . Σύγκριση μάλιστα αυτών με τα λόγια του Βαζιούλιν «Λόχου χάρη, στη βιολογία, μέχρι σήμερα με αναλυτικό τρόπο εξετάζεται κατά κύριο λόγο, μεταξύ άλλων, ο ανθρώπινος οργανισμός. [Εδώ] ωριμάζει, διανοίγει το δρόμο της η συνθετική προσέγγιση, αλλά δεν έχει καταστεί δεσπόζουσα. Αυτό είναι εμφανέστατο στη σύγχρονη ιατρική, η οποία εδράζεται στο σύγχρονο επίπεδο ανάπτυξης της βιολογίας. Ο άνθρωπος γίνεται αντικείμενο θεραπείας κατά μέρη: θεραπευτικές αγωγές ασκούνται στα ώτα, στα μάτια, στη ρίνα, στους νεφρούς κ.ο.κ., ενώ διαφεύγει της προσοχής των θεραπόντων ο άνθρωπος ως ολότητα. Οι απόπειρες χρησιμοποίησης της αρχαίας ιατρικής, ιδιαίτερα αυτής της Άπω Ανατολής, δεν μπορούν να διορθώσουν ριζικά την κατάσταση, διότι οι αρχαίοι είχαν μια κατ' εξοχήν χαώδη αντίληψη για τον άνθρωπο»
[43] Philosophy of Nature, σελ. 201 ,1ος  Τόμος.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Από την «αποδέσμευση» στη «συντεταγμένη αποδέσμευση»


Μετατόπιση με συνέπειες στην πολιτική της κυβέρνησης της Αριστεράς


των Παναγιώτη Λαμπρόπουλου και Χρήστου Λάσκου


Είναι γνωστό πως μια από τις πιο επίμονες συζητήσεις στο εσωτερικό μας είναι αυτή που αφορά τη σημασία του νομίσματος στην επιδίωξη της άσκησης μιας ριζοσπαστικής αριστερής πολιτικής στα σημερινά συμφραζόμενα της καπιταλιστικής κρίσης.

Συχνό στοιχείο αυτής της συζήτησης είναι η μετατροπή της «αντίπαλης» άποψης σε καρικατούρα. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, πως οι υποστηρικτές της πρωταρχικής σημασίας του εθνικού νομίσματος χρησιμοποιούν διατυπώσεις του είδους «το ευρώ δεν είναι ταμπού», «η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται», «το όχι πρέπει να είναι μέχρι το τέλος», «να προετοιμαστούμε για όλα τα ενδεχόμενα και τις συνέπειες» κ.λπ., ενώ, φανερά στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ κανείς δεν ισχυρίζεται τα αντίθετα. Το αντίθετο, ακριβώς: η σημερινή πλειοψηφική ανάλυση και γραμμή υποστηρίζεται από τους φορείς της ως η κατεξοχήν ριζοσπαστική, ταξική και διεθνιστική.

Φεύγοντας, ωστόσο, από το συνηθισμένο επίπεδο αυτής της αντιπαράθεσης, θα προσθέταμε πως η πρόταση για «έξοδο από τη ευρωζώνη», κατά τη γνώμη μας, με όποιον τρόπο και αν προβάλλεται, όσο και να ακούγεται «κρουστική», μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει υπό αμφισβήτηση τη σκοπιμότητα του άμεσου στόχου του ΣΥΡΙΖΑ για την κυβέρνηση της Αριστεράς. Υπάρχει, λοιπόν, η ανάγκη μιας ξεκάθαρης τοποθέτησης και παροχής των αναγκαίων διευκρινίσεων από όσους προτάσσουν αυτή τη θέση.


Οι στόχοι μιας κυβέρνησης της Αριστεράς

Η κατάργηση του μνημονίου, η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους με στόχο τη διαγραφή μεγάλου μέρους του, η παραγωγική ανασυγκρότηση και η αναδιανομή του πλούτου, αποτελούν άμεσους «αυτοτελείς» πολιτικούς στόχους του ΣΥΡΙΖΑ. Η μόνη προϋπόθεση που υπάρχει, είναι ότι φορέας υλοποίησης αυτών των στόχων θα είναι η «κυβέρνηση της αριστεράς», που θα έχει μαζί της την κοινωνία, έτοιμη να την στηρίξει στις αναπόφευκτες συγκρούσεις που θα υπάρξουν. Η δέσμευση μας, δε, καταγραμμένη με τον πιο επίσημο τρόπο στις αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ότι θα «αντιμετωπίσουμε το ενδεχόμενο απειλών ή εκβιασμών με όλα ανεξαιρέτως τα όπλα που μπορούμε να επιστρατεύσουμε, ενώ είμαστε ήδη έτοιμοι να αναμετρηθούμε ακόμη και με τη χειρότερη έκβαση», είναι δεδομένη.

Απέναντι σε αυτή τη θέση, αρκετοί σύντροφοι προβάλλουν την πρόταση (με διάφορες παραλλαγές) πως αυτοί οι στόχοι είναι αδύνατο να επιτευχθούν, εφόσον δεν υπάρξει «αποδέσμευση» από την ευρωζώνη. Μάλιστα, σε πρόσφατο άρθρο του ο Γιάννης Τόλιος, θέτει το θέμα (επηρεασμένος προφανώς από την αντίστοιχη τοποθέτηση του ΑΚΕΛ), με μια νέα διάσταση: «Η συγκεκριμένη αποδέσμευση είναι μάλιστα προτιμότερο να γίνει «συντεταγμένα» για τον περιορισμό των συνεπειών, με τον έγκαιρο σχεδιασμό των βημάτων απεγκλωβισμού…» [1].

Όμως, η υιοθέτηση της λογικής της «συντεταγμένης αποδέσμευσης» σαφώς οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι (θα) πρόκειται για μια διαδικασία και μάλιστα (ενδεχομένως) μακροχρόνια (κάτι που είναι αναγκαίο για τον περιορισμό των συνεπειών, όπως ο ίδιος σημειώνει).


Ένα μεσοδιάστημα με συνέπειες

Αυτό, υποχρεωτικά, θέτει στη συζήτηση, τον προβληματισμό σχετικά με το τι πρέπει να κάνει (με βάση αυτή τη λογική) η κυβέρνηση της Αριστεράς, στο μεσοδιάστημα (μέχρι να ικανοποιηθούν οι όροι της «συντεταγμένης αποδέσμευσης»), αναφορικά με το μνημόνιο και τα άμεσα μέτρα που πρέπει να πάρει για την ανακούφιση της κοινωνίας και, μάλιστα, με δεδομένο το γεγονός, ότι, όπως ο ίδιος και πάλι σημειώνει, με έμφαση στο ίδιο κείμενο, «η ανάγκη αποδέσμευσης από την ευρωζώνη, προκειμένου να εφαρμοστεί μια αριστερή εναλλακτική πολιτική (...), αποτελεί κεντρικό ζήτημα και είναι καθαρή ψευδαίσθηση η ελπίδα εφαρμογής τους στα πλαίσια της ευρωζώνης και του ευρώ.»1

Αν κάποιος ακολουθήσει την παραπάνω «γραμμή σκέψης», οδηγείται, μοιραία, στο παρακάτω συμπέρασμα: «Είναι καθαρή ψευδαίσθηση η εφαρμογή μιας ριζοσπαστικής πολιτικής στο πλαίσιο της ευρωζώνης, άρα είναι αναγκαία η αποδέσμευση από αυτήν. Η αποδέσμευση (όμως) πρέπει να γίνει συντεταγμένα για τον περιορισμό των συνεπειών». Άρα, μέχρι να επιτευχθούν οι όροι της «συντεταγμένης αποδέσμευσης» και εφόσον είναι «καθαρή ψευδαίσθηση» η εφαρμογή μιας ριζοσπαστικής πολιτικής στο πλαίσιο της ευρωζώνης, το επόμενο βήμα (με βάση την παραπάνω λογική) είναι ότι η κυβέρνηση της αριστεράς, είτε δεν θα μπορεί είτε δεν θα πρέπει (εφόσον κάτι τέτοιο είναι «καθαρή ψευδαίσθηση»), να «ακουμπήσει» το μνημόνιο και να εφαρμόσει αριστερή εναλλακτική πολιτική. Με άλλα λόγια (η κυβέρνηση της αριστεράς) θα πρέπει να «ακυρώσει τον εαυτό της» και είτε να «συμβιβαστεί» με την πραγματικότητα (μέχρι να δημιουργηθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις) είτε να μην υπάρξει!


Σε συμφωνία με το ευρωσύστημα;

Επιπλέον, θα πρέπει νομίζουμε να σημειωθεί πως η ιδέα της «συντεταγμένης αποδέσμευσης», υπό την επιρροή των πρόσφατων προτάσεων του ΑΚΕΛ, υπαινίσσεται πως αυτό θα συμβεί σε συμφωνία με το ευρωσύστημα. Στην περίπτωση, μάλιστα, της περίφημης παρέμβασης του Λαφοντέν, που τόσο επικαλέστηκαν οι οπαδοί της «εξόδου» στη χώρα μας, έχουμε τη διατύπωση της παράδοξης ιδέας περί συντεταγμένης διάλυσης της ευρωζώνης, προς «όφελος όλων των μερών»!

Αλλά, ακόμα και αν αγνοήσουμε τη λογική της «συντεταγμένης αποδέσμευσης» και μείνουμε στο απόλυτο «ασύμβατο» της ευρωζώνης με τις «αριστερές εναλλακτικές πολιτικές», στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήξουμε: Αυτό γιατί, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, όπου η «αποδέσμευση» ανάγεται (λογικά) ως «απόλυτη προτεραιότητα», όλοι και όλες έχουμε επίγνωση, ότι (εκ των πραγμάτων), για ένα x διάστημα θα συνυπάρχουμε με την ευρωζώνη, για τον απλό λόγο, ότι δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε από τώρα όλες τις τεχνικές (τουλάχιστον) διαδικασίες που χρειάζονται, προκειμένου από την πρώτη μέρα της «κυβέρνησης της αριστεράς», να έχουμε τη δυνατότητα χρήσης ενός άλλου (εθνικού) νομίσματος.


Η ουσιαστική συζήτηση

Μέχρι, ωστόσο, να διευκρινιστούν καλύτερα τα πράγματα και να παρουσιαστεί η λογική τους, η παραδοχή που κάποιος μπορεί να κάνει είναι η παρακάτω: Αν συμφωνούμε πως οι εκ των ων ουκ άνευ άμεσοι πολιτικοί στόχοι για μια κυβέρνηση της Αριστεράς είναι αυτοί που προσδιορίστηκαν στην αρχή, τότε η μόνη ουσιαστική συζήτηση που πρέπει να γίνει είναι σχετικά με τη προετοιμασία που πρέπει να κάνουμε από τώρα, για την περίοδο της αναμενόμενης και εντελώς αναπόφευκτης σύγκρουσης, έχοντας βεβαίως όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, αλλά με στόχο το τελικό αποτέλεσμα να είναι υπέρ μας (ή εν πάση περίπτωση να μην είναι αρνητικό για εμάς).

Και, ό,τι κι αν ισχυρίζονται οι οπαδοί της «εξόδου», είναι λογικά προφανές πως, ακόμη κι αν επιλέξεις την «αποδέσμευση», η πρώτη πράξη μιας κυβέρνησης της αριστεράς, η κατάργηση των μνημονίων, θα γίνει όντας ακόμη «εντός». Η ρήξη, λοιπόν, με το ευρωσύστημα, σύμφωνα με τη βασική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ, θα επέλθει από την πρώτη στιγμή, ενώ οι υποστηρικτές της «εξόδου», με τη σημερινή τους μετατόπιση προς το «συντεταγμένον», ρητά υπαινίσσονται πως θα μπορούσε αυτή, κατά κάποιον τρόπο, να είναι προϊόν διαπραγμάτευσης. Και φανταζόμαστε πως, μέχρι αυτή να καρποφορήσει, τα μνημόνια θα τηρούνται: διαφορετικά η «συντεταγμένη έξοδος» είναι κάτι περισσότερο από ψευδαίσθηση.


Το πραγματικό διακύβευμα

Κλείνουμε επαναλαμβάνοντας ένα βασικό στοιχείο της λογικής της πλειοψηφικής, περί τα πράγματα αυτά, αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ. Η επιμονή στο εθνικό νόμισμα ως αναγκαίας προϋπόθεσης της πολιτικής ανατροπής είναι έωλη στο μέτρο που δεν δημιουργεί κανενός είδους ουσιώδεις διαχωριστικές. Την προσφυγή σε εθνικό νόμισμα υποστηρίζουν πολιτικές δυνάμεις, που περιλαμβάνουν από δεξιούς γερμανούς εργοδότες, αριστερούς διαφόρων ειδών, κεντρώους γάλλους «ρεπουμπλικανούς» μέχρι και πατεντάτους ακροδεξιούς. Πράγμα που ισχύει, βεβαίως, και για τους υποστηρικτές της νομισματικής ενοποίησης.

Το θέμα, συνεπώς, αναμφισβήτητα δεν διαμορφώνει τις ταξικές και πολιτικές γραμμές μιας αριστερής παρέμβασης. Το πραγματικό διακύβευμα, που συνθηματοποιείται ως «την κρίση να πληρώσουν οι πλούσιοι», αντίθετα, είναι το κομβικό σημείο αναφοράς οποιασδήποτε πραγματικά συγκρουσιακής και ανατρεπτικής Αριστεράς. Ως προς αυτό, οι πολιτικές οικογένειες της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου ομογενοποιούνται εσωτερικά με τον πιο σκληρό και ανελαστικό τρόπο. Εδώ, το «ή εμείς ή αυτοί» δεν χωράει την παραμικρή εξαίρεση: η πολιτική διαχωριστική δεν είναι γραμμή, αλλά άβυσσος.

Και το σε ποιο νόμισμα θα πληρώσουν οι πλούσιοι καταρχήν δεν έχει μεγάλη σημασία.

Παναγιώτης Λαμπρόπουλος,
μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ
Χρήστος Λάσκος,
μέλος της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ



Σημείωση

1. Γιάννης Τόλιος, «Κριτικές επισημάνσεις στο σχέδιο Θέσεων για το Συνέδριο (www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=12118:tolios-synedrio&catid=81:kivernisi&Itemid=198)

Πηγή Εποχή, Red NoteBook (στο δεύτερο έχει και σχόλια!)

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Η ΕΡΤ και οι αγώνες για τα κοινά της εποχής μας: "Αυτό το πράγμα με ξεπερνάει"


του Αλέξανδρου Κιουπκιολή


Ποικίλες φωνές από τα άκρα της Δεξιάς ώς και την καθεστωτική Κεντροαριστερά δηλώνουν αυτές τις μέρες σε δραματικούς τόνους την ειλικρινή ή ειρωνική αδυναμία τους να κατανοήσουν το κύμα της υπεράσπισης της ΕΡΤ από πλήθη της θεσμικής Αριστεράς, της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, ακόμη και του αντιεξουσιαστικού, αντικρατικού χώρου. Πώς είναι δυνατόν όλοι αυτοί να προασπίζονται ένα εμβληματικό άντρο της διεφθαρμένης κρατικής εξουσίας, των πελατειακών σχέσεων, της κυβερνητικής προπαγάνδας και της διασπάθισης δημόσιου χρήματος, ενώ μέχρι πρόσφατα κατήγγελλαν την κρατική ραδιοτηλεόραση με αυτούς ακριβώς τους όρους; Η απάντηση είναι προφανής - αλλά η απορία, είτε είναι γνήσια είτε όχι, εκφράζει μια αντικειμενική αλήθεια.

Η πλειονότητα των πολιτικών και κοινωνικών φορέων και των απλών πολιτών που υπερασπίζονται σήμερα δημόσια την ΕΡΤ δεν την υποστηρίζουν, εννοείται, ως προπύργιο της κρατικής διαφθοράς και ως ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους. Και η πολιτική λογική αυτής της υπεράσπισης ξεπερνάει πράγματι τον κατεστημένο τρόπο σκέψης γύρω από τη διαχείριση των συλλογικών αγαθών που παραμένει αγκυλωμένος στο δίπολο κράτος ή/και αγορά.

Ο σημερινός αγώνας για τη διάσωση και αναβάθμιση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης είναι, πρωταρχικά, για κρίσιμες μερίδες της κοινωνίας, ένας αγώνας ενάντια στην κυριαρχία των ιδιωτικών καναλιών στην ενημέρωση και στον δημόσιο διάλογο, αλλά και ενάντια στη δημιουργία μιας ακόμη πιο ελεγχόμενης και κρατικο-κομματικής «ΝΕΡΙΤ». Είναι, σε βάθος, μια πάλη για τη διαφύλαξη του κοινού νεοελληνικού πολιτισμού, του αρχείου της νεότερης ιστορίας μας και του δημόσιου πολιτικού χώρου όπως αυτά έχουν ενσαρκωθεί και συμπυκνωθεί ιστορικά στον ραδιοτηλεοπτικό φορέα της ΕΡΤ, με όλες τις στρεβλώσεις και τις παθολογίες τους. Και, οραματικά και προγραμματικά, αποτελεί τη μάχη για μια άλλη ΕΡΤ, «ακομμάτιστη, ανεξάρτητη από τα κέντρα εξουσίας... με απόλυτο σεβασμό στον δημόσιο χαρακτήρα της, με χώρο και θέση για όλες τις φωνές και απόψεις και με χρηστή διαχείριση και του τελευταίου ευρώ που πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος»1, τη μάχη για ένα πυλώνα κοινωνικών μέσων ενημέρωσης που θα παρέχουν αδέσμευτη πληροφόρηση στην υπηρεσία κοινωνικών αναγκών.2 Με άλλα λόγια, ο τωρινός αγώνας για την ΕΡΤ έχει γίνει αγώνας για τα κοινά του πολιτισμού πέρα από την αγορά και το κράτος - τα κοινά της επικοινωνίας, των μέσων ενημέρωσης, της εργασίας, του δημόσιου χώρου, του πολιτικού διαλόγου, της νεότερης Ιστορίας.

Τα εν λόγω κοινά έχουν μια διττή έννοια. Αφενός, αποτελούν δημόσια αγαθά που παράγονται συλλογικά από την κοινωνία ή/και ανήκουν από κοινού σε αυτή. Αφετέρου, συνιστούν κοινωνικά αγαθά, η διαχείριση των οποίων γίνεται, ή επιδιώκεται να γίνει, με όρους κοινής ωφέλειας, αυτοδιεύθυνσης και ισότιμης δημοκρατικής συμμετοχής από τους εργαζομένους και τις κατά τόπους κοινότητες. Η λογική της παραγωγής, της διαχείρισης και της κατανομής των κοινών ξεφεύγει, λοιπόν, από τη λογική τόσο της αγοράς, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του ιδίου οφέλους, όσο και του κράτους ως ιεραρχικού, γραφειοκρατικού και αυταρχικού φορέα διοίκησης των συλλογικών πόρων και της κοινωνικής πρόνοιας. Είναι πολύ λογικό, συνεπώς, να ξεπερνάει την πολιτική νοημοσύνη και των παραδοσιακών κρατιστών και των νεοφιλελεύθερων φετιχιστών της αγοράς και των συνήθων επιμειξιών τους.

Οι αγώνες για τα κοινά δεν είναι καινοφανείς στην Ελλάδα της κρίσης, όπου η κατάρρευση της αγοράς και η σταδιακή διάλυση του κράτους πρόνοιας επιβάλλουν άμεσα την αναζήτηση πραγματικών άλλων δρόμων για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και την αναγέννηση της δημοκρατίας. Οι δομές της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας που κτίζονται τα τελευταία χρόνια, με τα δίκτυα ανταλλαγών, τα κοινωνικά ιατρεία, τις κολεκτίβες εργασίας κ.ά., που ξεφυτρώνουν σε όλη την Ελλάδα, εκφράζουν αυτή την αναζήτηση με έναν ουσιαστικό, δημιουργικό τρόπο που αλλάζει σταδιακά τις κοινωνικές σχέσεις και υποδομές στο έδαφος της καθημερινότητας. Αλλά η μάχη της ΕΡΤ συνιστά μια τομή στους σημερινούς αγώνες για τα κοινά. Τους φέρνει στο προσκήνιο, τους μαζικοποιεί, βαθαίνει και διευρύνει την εναλλακτική πολιτική συνείδηση που τους διέπει και, καθώς διεξάγεται στο κέντρο των σύγχρονων κοινών της επικοινωνίας και της κατασκευής της πραγματικότητας, παρεμβαίνει δυναμικά σε νευραλγικά πεδία του συμβολικού - των κοινωνικών αναπαραστάσεων, των αξιών και των νοημάτων. Το στοίχημα πλέον για «το πράγμα αυτό» είναι να ξεπεράσει όχι μόνο τη νοημοσύνη, αλλά και την πραγματικότητα της καθεστηκυίας τάξης.

---------------------------------------------------
1 Ν. Γρυλλάκης, εκπρόσωπος συντακτών στη ΝΕΤ, «Πρώτοι εμείς ζητήσαμε την εξυγίανση της ΕΡΤ», απεργιακό φύλλο Αδέσμευτη Γνώμη, 15-16 Ιουνίου 2013, σ. 5.

2 Βλ. το κείμενο-διακήρυξη «Ποιοι είμαστε» του απεργιακού φύλλου των δημοσιογράφων Αδέσμευτη Γνώμη, 15-16 Ιουνίου 2013, σσ. 1-2.

Πηγή Αυγή

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Συνοπτικό φροντιστήριο περί Θεωρησιακού Ρεαλισμού και Αντικειμενοστραφούς Οντολογίας


του Γκρέιαμ Χάρμαν


Μια αυξανόμενη ποσότητα από email άρχισε να καταφθάνει τις τελευταίες εβδομάδες, πολλά από τα οποία αρκετά ευχάριστα.

Ένα πράγμα που πρόσεξα από πολλά από αυτά είναι ότι ο Θεωρησιακός Ρεαλισμός και η Αντικειμενοστραφής [ή Προσανατολισμένη-στα-Αντικείμενα] Οντολογία έχουν αρχίσει να συγχέονται στα μυαλά πολλών ανθρώπων. Για παράδειγμα, ο Μεγιασσού αναφέρεται κάποιες φορές ως ένας "αντικειμενοστραφής φιλόσοφος", το οποίο δεν είναι αλήθεια. Έτσι, για όσους είναι καινούριοι σε αυτό το τμήμα της μπλογκόσφαιρας, ιδού μια ανανεωμένη περίληψη του τι σημαίνουν οι διαφορετικοί όροι.

"Θεωρησιακός Ρεαλισμός"

Αυτός ο όρος ήταν επινόηση του Ρέι Μπρασσιέ. Ήταν δική του ιδέα, το 2006, να μαζευτούμε οι δυο μας μαζί με τον Μεγιασσού και τον Ίαιν Χάμιλτον Γκραντ σε ένα συμβάν, το οποίο έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2007.

Αρχικά δυσκολευτήκαμε πολύ να σκεφτούμε έναν καλό όρο για αυτή την ομάδα ανθρώπων. Στην αρχή εγώ ήμουν έτοιμος να υποχωρήσω και να την αφήσω να ονομαστεί "θεωρησιακός υλισμός", [που είναι] όρος του Μεγιασσού για τη δική του φιλοσοφία, μολονότι εγώ ο ίδιος είμαι αντι-υλιστής. Αλλά σε κάποιο σημείο αρκετούς μήνες μετά το συμβάν, ο Μπρασσιέ σκέφτηκε το "θεωρησιακός ρεαλισμός" αντ' αυτού, και το λάτρεψα. Αυτός και ο Μεγιασσού εντέλει ξίνισαν με τον όρο, για διαφορετικούς λόγους, αλλά σ' εμένα εξακολουθεί να αρέσει αρκετά.

Ο "θεωρησιακός ρεαλισμός" είναι εξαιρετικά ευρύς όρος. Το μόνο που απαιτείται για να είναι κανείς θεωρησιακός ρεαλιστής είναι να αντιτίθεται στον "συσχεσιασμό" [correlationism], [που είναι] όρος του Μεγιασσού για το είδος φιλοσοφίας (ακόμη κυρίαρχο σήμερα) που στηρίζει όλη τη φιλοσοφία στην αλληλεπίδραση ανθρώπου και κόσμου.

Παρακαλώ παρατηρήστε ότι οι θεωρησιακοί ρεαλιστές δε συμφωνούν ούτε καν στο τι πάει στραβά με τον συσχεσιασμό! Για παράδειγμα, εκείνο που ο Μεγιασσού μισεί σχετικά με τον συσχεσιασμό είναι η δέσμευση του στην "περατότητα", την ιδέα ότι απόλυτη γνώση οιουδήποτε είδους είναι αδύνατη. Αλλά δεν ενοχλείται από την συσχεσιοκρατική άποψη ότι "δε μπορούμε να σκεφτούμε ένα Χ έξωθεν της σκέψης δίχως να το σκεφτούμε, και επομένως δε μπορούμε να διαφύγουμε του κύκλου της σκέψης". (Απλά θέλει να ριζοσπαστικοποιήσει αυτή τη δυσχέρεια και να εξαγάγει από αυτήν την απόλυτη γνώση. Ο Μεγιασσού δεν είναι παραδοσιακός ρεαλιστής· ο γερμανικός ιδεαλισμός είναι η αληθινή πατρίδα του, όπως ακριβώς είναι για τον Ζίζεκ και σε έναν ελαφρώς μικρότερο βαθμό για τον Μπαντιού).

Αντιθέτως, εγώ βλέπω το πρόβλημα με τον συσχεσιασμό ως το ακριβώς αντίθετο. Δε με ενοχλεί το τμήμα που αφορά την περατότητα, το οποίο μου φαίνεται αναπόφευκτο. Εκείνο που αντ' αυτού μισώ είναι η ιδέα ότι ο συσχεσιακός κύκλος ("δε μπορώ να σκεφτώ ένα άσκεπτο Χ δίχως να το καταστήσω ένα Χ που να είναι στοχάσιμο) είναι έγκυρος. Τον βλέπω ως αδύναμο. 

Εν πάση περιπτώσει, ο θεωρησιακός ρεαλισμός επιβιώνει ως ένας χρήσιμος όρος-ομπρέλλα για πολλά διαφορετικά είδη νέων ρεαλιστικών προσεγγίσεων στη φιλοσοφία που εργάζονται σε ένα γενικά ηπειρωτικό ιδίωμα, αλλά η αρχική ομάδα των τεσσάρων δε θα έχει επαναληπτικές συγκεντρώσεις. Οι διανοητικές αποκλίσεις είναι τώρα απλά πολύ μεγάλες.

"Αντικειμενοστραφής Φιλοσοφία"

Αυτός ο όρος είναι δική μου επινόηση, χρονολογούμενη από το 1999. (Εάν οποιοσδήποτε χρησιμοποιούσε τη φράση νωρίτερα από τότε, δεν το γνώριζα αλλά ευχαρίστως θα το πιστώσω εάν έρθει στην προσοχή μου.)

Κανείς από τους υπόλοιπους αρχικούς θεωρησιακούς ρεαλιστές δεν κάνει αντικειμενοστραφή φιλοσοφία. Για την ακρίβεια, μάλλον είναι όλοι ενάντιοι στο αντικείμενο, ο καθένας με τον τρόπο του. (Ακόμη κι ο Γκραντ, του οποίου η θέση είναι πολύ εγγύτερη στη δική μου από εκείνες των Μπρασσιέ ή Μεγιασσού, δε νομίζει ότι ο κόσμος αποτελείται πρωτίστως από ατομικές οντότητες. Αυτές αναδύονται για εκείνον μέσω παρεμποδίσεων ή επιβραδύνσεων μιας πρωταρχικότερης παγκόσμιας ενέργειας.

Η αντικειμενοστραφής φιλοσοφία μπορεί να ιδωθεί ως ένα υποείδος του θεωρησιακού ρεαλισμού (μολονότι είναι 7 ή 8 χρόνια παλαιότερη). Για να είσαι θεωρησιακός ρεαλιστής, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να απορρίψεις τον συσχεσιασμό για οποιονδήποτε λόγο σε ευχαριστεί.

Για να είσαι ένας αντικειμενοστραφής φιλόσοφος, εκείνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να υποστηρίξεις ότι ατομικές οντότητες διαφορετικών κλιμάκων είναι η έσχατη ύλη του κόσμου [the ultimate stuff of the cosmos]. Παρατηρείστε ότι αυτό περιλαμβάνει επίσης αμφoτέρους τους Λατούρ και Γουάιτχεντ: ορίζω τον όρο με τέτοιον τρόπο ώστε οι δράστες του Λατούρ και οι ενεργές [ή πραγματικές, actual] οντότητες του Γουάιτχεντ (και πιθανώς ακόμη και οι κοινωνίες) επίσης μετρούν ως "αντικείμενα" με την ευρύτερη έννοια.

Αλλά τότε ασκώ κριτική σε αμφoτέρους τους Γουάιτχεντ και Λατούρ επειδή ανάγουν τις οντότητες αυτές στις σχέσεις τους. Και συνεχίζω να διατηρώ αυτή την άποψη παρά την ύπαρξη ενός αυξανόμενου αριθμού ισχυρισμών ότι οι Γουάιτχεντ και Λατούρ δεν κάνουν κάτι τέτοιο. Είμαι πρόθυμος να συνεχίσω να δίνω αυτή τη μάχη, αλλά πραγματικά δε βλέπω πως η ουσία της θέσης μπορεί να αποφευχθεί. Αμφότεροι όχι μόνον ανάγουν τις οντότητες στις σχέσεις τους, αλλά το πράττουν αρκετά περήφανα και ρητά. Πράγματι, και οι δυο τους θεωρούν αυτή [τη θέση] ανάμεσα στις μείζονες καινοτομίες τους. 

Εν συντομία, η αντικειμενοστραφής φιλοσοφία εμπλέκει ένα αρκούντως γενικό σύνολο ελάχιστων κανόνων που αφήνουν σημαντικά περιθώρια προσωπικής διαφοροποίησης. Μπορείς να συμφωνείς με τον Γουάιτχεντ μάλλον παρά με εμένα και ακόμη να είσαι ένας αντικειμενοστραφής φιλόσοφος. Η δική μου εκδοχή δεν έχει μόνο μία, αλλά δύο αρχές:

1. Ατομικές οντότητες διαφορετικών κλιμάκων (όχι μόνο κουάρκς και ηλεκτρόνια) είναι η έσχατη ύλη του κόσμου.

2. Οι οντότητες αυτές δεν εξαντλούνται ποτέ από οποιεσδήποτε από τις σχέσεις ή ακόμη από το άθροισμα όλων των δυνατών σχέσεων τους. Τα αντικείμενα αποσύρονται από τη σχέση.

Το υπόλοιπο της φιλοσοφίας μου έπεται από αυτά τα δύο σημεία, νομίζω.

Όσον αφορά τον σχετιζόμενο όρο "Αντικειμενοστραφής Οντολογία", αυτός επινοήθηκε από τον Λιβάι Μπράιαντ τον Ιούλιο του 2009. Ο Ίαν Μπογκόστ, ο Λιβάι, και εγώ, από κοινού με τον Στήβεν Σαβίρο και την Μπάρμπαρα Στάφφορντ (περισσότερο ως φιλικά οικείοι κριτικοί, οι δυο τελευταίοι) ξεκινήσαμε το κίνημα Αντικειμενοστραφούς Οντολογίας τον Απρίλιο του 2010 στο Georgia Tech στην Ατλάντα.

Ελπίζω αυτό να βοηθά στη διασάφηση της διαφοράς μεταξύ των δυο όρων.

Ναι, θεωρώ τον εαυτό μου τόσο θεωρησιακό ρεαλιστή και αντικειμενοστραφή φιλόσοφο, όπως ακριβώς θεωρώ τον εαυτό μου τόσο έναν πολίτη των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και έναν μόνιμο κάτοικο της Αϊόβα. Η Αντικειμενοστραφής Οντολογία μπορεί να ιδωθεί ως μια από τις "πολιτείες" εντός μιας ευρύτερης θεωρησιακής ρεαλιστικής ένωσης.

----------------------------------------------------------------------
Παρουσιάζουμε τη φημισμένη ανάρτηση περί της σχέσης και των διαφορών ΘΡ και ΑΟ από το ιστολόγιο του Γκρέιαμ Χάρμαν. Δε γνωρίζω κατά πόσον έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.  Χρονολογείται πάντως από τον Ιούλιο του 2010 και έχει αποτελέσει τόπο παραπομπής σε αρκετά άρθρα, ώστε ο Χάρμαν αποφάσισε να τη συμπεριλάβει σε επερχόμενο βιβλίο του, ώστε οι παραπομπές να γίνονται πλέον σε δημοσιευμένο έντυπο έγγραφο. Για περισσότερες διευκρινίσεις σχετικά με τους Λατούρ και Γουάιτχεντ (όπως τους βλέπει ο Χάρμαν), παραπέμπουμε στην προηγούμενη ανάρτηση μας.

Πρόχειρη μετάφραση Weltschmerz K.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Επιστροφή της αρχής της πραγματικότητας - παρουσίαση του Μπρούνο Λατούρ από τον Γκρέιαμ Χάρμαν*



Αυτή την εβδομάδα, το Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο του Καΐρου καλωσορίζει τον Μπρούνο Λατούρ ως Διακεκριμένο Επισκέπτη Καθηγητή Φιλοσοφίας. Ο Λατούρ διδάσκει στο Κέντρο Κοινωνιολογίας της Καινοτομίας στην École des Mines του Παρισιού. Μαζί με τη φημισμένη του ευστροφία ως κοινωνιολόγος, ανθρωπολόγος, και ιστορικός της επιστήμης και της τεχνολογίας, ο Λατούρ έχει αναδυθεί ως ίσως ο πλέον πρωτότυπος φιλόσοφος στην Ευρώπη σήμερα. Η επίσκεψη του στο ΑΠΚ σηματοδοτεί την πρώτη παρουσίαση των ιδεών του σε αιγυπτιακό κοινό.

Τις πρόσφατες δεκαετίες ο κόσμος της διανόησης έχει αισθανθεί την επίδραση των μειζόνων μορφών του γαλλικού μεταμοντερνισμού, καθώς οι Μισέλ Φουκώ, Ζακ Λακάν, και Ζακ Ντερριντά έχουν γίνει οικεία ονόματα. Όλες αυτές οι μορφές, αλλά κυρίως οι Λακάν και Ντερριντά, δείχνουν την αξιοσημείωτη επιρροή του Γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγγερ, ο οποίος έγινε γνωστός το 1927 με το αριστούργημα του Είναι και Χρόνος. Από πολλές πλευρές, το έργο του Χάιντεγγερ θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η συνέχιση μιας ακόμη προγενέστερης και σπουδαιότερης φιλοσοφικής έξαρσης στη Γερμανία: της λεγόμενης “Κοπερνίκειας Επανάστασης” του Ιμμάνουελ Καντ. Το 1781, ο Καντ δημοσίευσε την Κριτική του Καθαρού Λόγου, στην οποία οι παραδοσιακές μορφές μεταφυσικής δέχτηκαν ένα καταστροφικό πλήγμα του οποίου οι συνέπειες γίνονται ακόμη αισθητές σήμερα. Ενώ οι μεγάλοι κλασσικοί φιλόσοφοι ελεύθερα πραγματεύονταν μεταφυσικά ζητήματα όπως της δομής του χώρου και του χρόνου, της φύσης της ψυχής, και των ουσιωδών και συμπτωματικών ιδιοτήτων των αντικειμένων, ο Καντ έθεσε ένα τέλος σε αυτού του είδους τη φιλοσοφία με ένα ξακουστά ριζοσπαστικό βήμα. Στην οπτική του Καντ, η φιλοσοφία είναι αδύνατη εάν αποπειράται να πραγματευτεί τα πράγματα όπως είναι καθεαυτά· επομένως, είναι αναγκαίο να περιοριστούμε στην πραγμάτευση των τρόπων ανθρώπινης πρόσβασης στον κόσμο. Από τη στιγμή που κανείς από μας δεν μπορεί να εξέλθει των ορίων που τίθενται από τη φύση της ανθρώπινης νόησης, η φιλοσοφία πρέπει να γίνει ταπεινότερη, περιοριζόμενη σε μια θεωρία της φύσης και των ορίων της ανθρώπινης εμπειρίας. Ένα αποτέλεσμα αυτής της επανάστασης ήταν η εγκατάλειψη άμεσων ισχυρισμών για τη φύση της πραγματικότητας καθεαυτήν προς όφελος νέων εμμονών με τη γλώσσα, τη λογική, την αισθητηριακή αντίληψη, τις διαθέσεις, ή την ερμηνεία των κειμένων – εμμονές που καθορίζουν το έργο σχεδόν κάθε σημαντικού φιλοσόφου τους δυο τελευταίους αιώνες. Από τον Καντ και μετά, οι φιλόσοφοι είτε κατέφυγαν σε κάποιο προνομιακό κενό μεταξύ των ανθρώπων και ενός ατελώς γνώσιμου κόσμου, είτε επέμειναν εξαρχής ότι υπάρχει μονάχα ένα παίγνιο φαινομένων και καθόλου πράγματα καθεαυτά. Αλλά προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και να ριχτεί το ντόμινο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις είναι το ανθρώπινο ον που βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλοσοφίας. 

Ο Λατούρ απορρίπτει εντελώς αυτή την παράδοση, γεγονός που δίνει στη φιλοσοφία του έναν εντυπωσιακό και παράδοξο αέρα. Ενώ οι Λακάν και Ντερριντά απηχούν πιστά τις ανακαλύψεις της μετα-καντιανής φιλοσοφίας, ο Λατούρ επικαλείται ένα αρκετά διαφορετικό σύνολο συμμάχων, περιλαμβανομένων ανορθόδοξων μορφών όπως οι Μισέλ Σερ, Ζιλ Ντελέζ, Ιζαμπέλ Στανζέρ, Πέτερ Σλότερντάικ, και των σκοτεινών Γάλλων στοχαστών Γκαμπριέλ Ταρντ και Ετιέν Σουριώ. Ωστόσο το σημαντικότερο πρότυπο του είναι πιθανότατα ο ντροπαλός αλλά τολμηρός Βρετανός φιλόσοφος Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ, το καλύτερο έργο του οποίου τοποθετείται χρονικά στην ίδια περίοδο με εκείνο του Χάιντεγγερ. Ήταν ο Γουάιτχεντ ο οποίος προέβη στην πρώτη μετωπική πρόκληση προς την καντιανή παράδοση, ενθαρρύνοντας μιαν επιστροφή στους διανοητικούς τζογαδόρους της φιλοσοφίας του δεκάτου εβδόμου αιώνα, με τις ατρόμητες απόπειρες τους να ορίσουν τη φύση του Θεού, του χρόνου, της ψυχής, και της φυσικής ύλης. Το είδος μεταφυσικής του Λατούρ είναι πολύ πιο γειωμένο από εκείνο του Γουάιτχεντ, αποφεύγοντας την κοσμολογική θεωρητικολογία προς όφελος λεπτομερών μελετών νομικών συστημάτων, εργαστηριακών πειραμάτων και δικτύων του μετρό. Αλλά ο Λατούρ ενώνεται με τον Γουάιτχεντ στην κοινή τους άποψη ότι όλες οι μορφές πραγματικότητας θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν ισότιμα. Οι φιλόσοφοι δε θα έπρεπε να μιλούν μόνο για την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά επίσης για ιούς, δέντρα, στρατούς, φήμες, πλανήτες, υπολογιστές, και μαϊμούδες. Όλα αυτά τα πράγματα είναι δράστες/ηθοποιοί [actors] στο δράμα του κόσμου, και [είναι] όλα εγκλωβισμένα σε συνεχείς διαπραγματεύσεις ή ανταλλαγές ισχύος – των ανθρώπων περιλαμβανομένων. Αυτή είναι η διάσημη “θεωρία του δράστη-δικτύου” [actor-network theory] που είναι τόσο ευρέως συνδεδεμένη με το όνομα του Λατούρ. 

Ο Λατούρ γεννήθηκε το 1947 στην Μπον κοντά στη Ντιζόν, από τη γνωστή οικογένεια οινοπαραγωγών του Λουί Λατούρ. Μετά από μιαν αυστηρή κλασσική εκπαίδευση, ακολούθησε τις υποχρεώσεις υπηρεσίας στο έθνος στην Ακτή Ελεφαντοστού. Ενώ ήταν εκεί, αναστοχάστηκε πάνω στις αρετές της ανθρωπολογίας, η οποία είχε φανεί ως καλύτερα εξοπλισμένη από τη φιλοσοφία για να πραγματευτεί πολυάριθμες διαστάσεις της πραγματικότητας επί ίσης βάσεως – τέχνη, γλώσσα, θρησκεία, γεωργία, νομολογία, δεισιδαιμονίες, και στρατιωτικές υποθέσεις. Αργότερα, επηρεάστηκε από τη λεγόμενη Σχολή Κοινωνιολογίας της Επιστήμης του Εδιμβούργου, ξακουστής για το “Ισχυρό Πρόγραμμά” της που επιχειρηματολογεί υπέρ της [θέσης της] κοινωνικής κατασκευής της πραγματικότητας. Ενώ σταδιακά αποκοβόταν από αυτή την επίδραση, ο Λατούρ συνέγραψε το πρώτο του βιβλίο με τον συνάδελφο Στηβ Γούλγκαρ, Η Ζωή του Εργαστηρίου (1979), το οποίο εξετάζει λεπτομερώς τη διαδικασία επιστημονικής ανακάλυψης στο εργαστήριο. Ο αρχικός υπότιτλος του βιβλίου, “Η Κοινωνική Κατασκευή των Επιστημονικών Δεδομένων”, συντομεύθηκε αργότερα σε “Η Κατασκευή των Επιστημονικών Δεδομένων”, και όχι για λόγους συντομίας: ο νέος υπότιτλος, αρνούμενος λεπτοφυώς ότι η κοινωνία κατασκευάζει γεγονότα περισσότερο από τη φύση, σηματοδοτεί ήδη τη γέννηση της ανεξάρτητης θέσης του Λατούρ. 

Η θέση αυτή γίνεται πλήρως εμφανής στο κλασσικό βιβλίο του Λατούρ του 1984 πάνω στις ιατρικές ανακαλύψεις του Λουί Παστέρ, μεταφρασμένο στα εγγλέζικα ως Η παστερίωση της Γαλλίας. Το βιβλίο αυτό μας δίνει ένα νέο ύφος γραφής της ιστορίας της επιστήμης και έναν νέο τρόπο ανάλυσης της διαμόρφωσης της αλήθειας. Ενώ ετοίμαζε αυτό το βιβλίο, ο ακούραστος Λατούρ όχι μόνο μελέτησε εξαντλητικά τα γραπτά του ίδιου του Παστέρ, αλλά ερεύνησε τη μείζονα ιατρική λογοτεχνία της Γαλλίας από το 1870 ως το 1919, προσπαθώντας να μετρήσει την πρόοδο της παστεριανής επανάστασης στη βιολογία. Από τη μία μεριά, ο Λατούρ αναγκάστηκε να απορρίψει τη συνήθη εικόνα του Παστέρ ως ενός μεγάλου υπερήρωα της γνώσης ο οποίος έφερε φως για πρώτη φορά στον συρφετό των αμαθών Γάλλων γιατρών. Εάν ο Παστέρ ήταν σε θέση να δείξει τη σύνδεση μεταξύ πολύτιμων λίθων και ασθένειας, δεν το έκανε τραβώντας μια κουρτίνα και δείχνοντας μια προηγουμένως κρυμμένη απόλυτη αλήθεια. Απεναντίας, έπρεπε να θέσει σε κίνηση πολυάριθμους δράστες και να σχηματίσει συχνά πολύπλοκες συνδέσεις μεταξύ τους, κάνοντας διεπαφές μεταξύ του κινήματος υγιεινής του δεκάτου ενάτου αιώνα, των κουρασμένων από τους νοσούντες εργάτες ιδιοκτητών εργοστασίων, λυσσασμένων σκυλιών, ακαδημαϊκών περιοδικών, δειγμάτων ιστών, φιαλών, και δοχείων. Καθένα από αυτά τα αντικείμενα συνεισέφερε με τον τρόπο του στην υποστήριξη ή την αντίσταση στις θεωρίες του Παστέρ. Ο ρόλος των μικροβίων στην ασθένεια δεν ήταν ένα χτυπητό απομονωμένο γεγονός που απεκαλύφθη δια παντός σε μια στιγμή, αλλά έπρεπε να καθιερωθεί μέσω εκείνου που ο Λατούρ αποκαλεί “δοκιμασίες δύναμης”, ζυγίζοντας προσεκτικά τα διάφορα στοιχεία που μιλούσαν τόσο υπέρ όσο και κατά της υποθέσεως. Αλλά από την άλλη μεριά, ο Λατούρ ήταν επίσης υποχρεωμένος να απορρίψει κάθε κατασκευασιοκρατική θεώρηση των ανακαλύψεων του Παστέρ. Στην τελική, παιδιά αρρωσταίνουν από μικρόβια και όχι από αυθαίρετες κοινωνικές δυνάμεις, ενώ η δριμεία αντίσταση των συναδέλφων του Παστέρ δεν ήταν μόνο η διεφθαρμένη σοφιστεία μετρίων κακοποιών, αλλά απλά ένας διαφορετικός τρόπος εκτίμησης των δοκιμασιών δύναμης μεταξύ πραγματικών αντικειμένων. Κατ' αυτόν τον τρόπο η αρχή της πραγματικότητας, η οποία τείνει να εκλείψει εντελώς από τους κοινωνικούς κονστρουξιονιστές του Εδιμβούργου, βεβαιώνεται στην καρδιά του βιβλίου του Λατούρ. Ήδη, τον βλέπουμε να ακολουθεί το τρίτο μονοπάτι μεταξύ παραδοσιακού ρεαλισμού και κοινωνικού κονστρουξιονισμού, την εναλλακτική οδό για την οποία έχει γίνει διάσημος.

Ο Λατούρ τελειώνει το λεπτομερές έργο του πάνω στον Παστέρ με μια σύντομη φιλοσοφική πραγματεία που λέγεται “Μη-αναγωγές” [“Irreductions”], [και που αποτελεί] σίγουρα το σημαντικότερο παράρτημα σε φιλοσοφικό βιβλίο της δεκαετίας του 1980. Αυτή η πραγματεία δείχνει τη βαριά επίδραση του Νίτσε, όχι μόνο στο αφοριστικό της ύφος, αλλά στο περιεχόμενο της επίσης. Το νόημα της “μη-αναγωγής” είναι ότι κανένα αντικείμενο δεν είναι εγγενώς είτε αναγώγιμο είτε μη αναγώγιμο σε οποιοδήποτε άλλο. Όλες οι οντότητες, ανεξαρτήτως του αν είναι φυσικές ή τεχνητές, ανθρώπινες ή μη-ανθρώπινες, διαγκωνίζονται για θέση στο ίδιο σύμπαν, αντιστεκόμενες ή θρυμματιζόμενες ή παραδιδόμενες η μία στην άλλη. Όλες οι δυνάμεις βρίσκονται σε μια ίση φιλοσοφική βάση, ανεξαρτήτως του αν είναι επιστημονικά γεγονότα, φυσικές εκρήξεις, κυβερνητικά διατάγματα, απόκρυφες προλήψεις, ή κύρια άρθρα εφημερίδων. Μολονότι κάθε μια από αυτές τις οντότητες ενδέχεται να έχει ισχυρότερες ή πιο αδύναμες αξιώσεις αλήθειας, οι αξιώσεις αυτές μπορούν να διαχωριστούν μόνο μέσω δοκιμασιών δύναμης στις οποίες τα αντικειμενικά στοιχεία παίζουν έναν προεξέχοντα αλλά όχι αποκλειστικό ρόλο, από κοινού με τη ρητορική, το έθος, και κάποιες φορές την ωμή βία - θυμίζοντας την ενδιάμεση τοποθέτηση του Αριστοτέλη μεταξύ του Πλάτωνα και των σοφιστών. Αρνούμενος ότι κάποια συγκεκριμένη ζώνη πραγματικότητας έχει εγγενώς προνόμιο επί των άλλων, ο Λατούρ προεκτείνει τη μεταμοντέρνα κριτική της μεταφυσικής. Αλλά με ένα βαθύτερο νόημα, αναβιώνει τη μεταφυσική πηγαίνοντας πέρα από την ανθρώπινη σφαίρα στον κόσμο ως όλον, επιτρέποντας στους φιλοσόφους να μιλούν όχι μόνο για την ανθρώπινη νόηση, αλλά επίσης για άτομα, εργοστάσια, πυρηνικές κεφαλές, ή αρώματα. 

Το 1991, ο Λατούρ δημοσίευσε ένα βιβλίο που συχνά θεωρείται ως κάποιου είδους μανιφέστο: το Ουδέποτε Υπήρξαμε Μοντέρνοι (πρόσφατα μεταφρασμένο στα Αραβικά). Το βιβλίο αυτό είναι πιθανότατα η καλύτερη εισαγωγή στη φιλοσοφία του, αρκετά μεστό και διαυγές ώστε να διαβαστεί σε δυο μέρες. Σύμφωνα με τον Λατούρ, η νεωτερικότητα φιλοδοξεί να αναλάβει μια διπλή αποκαθαρτική κίνηση: το επιστημονικό δεδομένο πρόκειται να καθαρθεί από οιεσδήποτε κοινωνικές προκαταλήψεις, ενώ η κοινωνική πραγματικότητα πρόκειται να ερμηνευθεί ως η αυθαίρετη παραγωγή ανθρώπινων διευθυντών [decision-makers]. Όθεν και οι άγριες ταλαντεύσεις των σύγχρονων διανοουμένων μεταξύ αλαζονικού σκληροπυρηνικού ρεαλισμού και κοινωνικής κονστρουξιονιστικής σοφιστικής. Αυτή η αμοιβαία καραντίνα που διαχωρίζει την κοινωνία από τη φύση είναι ουσιωδώς η ίδια διάκριση [με εκείνην] που έγινε από τον Καντ μεταξύ ενός δομημένου αλλά περιορισμένου κόσμου φαινομένων και ενός απατηλού υπογείου [κόσμου] απόλυτων πραγμάτων καθεαυτά. Αλλά η διάκριση αυτή τίθεται εν αμφιβόλω από την αχαλίνωτη εξάπλωση των υβριδίων, [δηλαδή] αντικειμένων που δεν είναι τόσο εύκολα ταξινομήσιμα ως φύση ή πολιτισμός. Αυτά τα υβρίδια είναι παντού: ο Λατούρ σημειώνει ότι μια μόνο διαμάχη πάνω στα αντισυλληπτικά θα φέρει στο παιχνίδι “τον Πάπα, Γάλλους επισκόπους, τη Monsanto [αμερικανική πολυεθνική βιοτεχνολογίας], τους φαλλοπιανούς σωλήνες [σάλπιγγες], και μερικούς τεξανούς φονταμενταλιστές,” όλοι εκ των οποίων βγαίνουν μπροστά για να προβούν σε διάφορους ισχυρισμούς υπέρ και κατά του υπό διερώτηση χαπιού. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι ένα τέρας του Φρανκενστάιν δημιουργημένο από επιστημονικά δεδομένα και τις αποφάσεις παγκοσμίων συνεδρίων. Εκείνο που έχουμε δεν είναι ούτε αμιγής φύση ούτε αμιγής κοινωνία, αλλά ένα παρδαλό Κοινοβούλιο των Πραγμάτων. Και μολονότι οι προηγμένες κοινωνίες τείνουν να παράγουν υβριδικά αντικείμενα με τους πλέον προφανείς τρόπους, τα υβρίδια ήταν στην πραγματικότητα πάντοτε μαζί μας. Το σύμπαν δε χωρίζεται σε δυο διακριτές ζώνες, όπως θα το ήθελε ο Καντ, αλλά σε εκατομμύρια δραστών οι οποίοι αντιστέκονται και γνέφουν ο ένας στον άλλο. Ουδέποτε υπήρξαμε μοντέρνοι – τουτέστιν, ουδέποτε ήμαστε στη θέση του να κάνουμε μια τελική, ριζική τομή μεταξύ φύσης και κοινωνίας. Δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή κατά την οποίαν οι άνθρωποι μεταβαίνουν από την αφελή πεποίθηση στον κριτικό διαφωτισμό, αλλά πάντοτε μόνο μια επαναδιευθέτηση της αλυσίδας αντικειμένων και δυνάμεων. Και από τη στιγμή που δεν υπήρξαμε ποτέ μοντέρνοι, δεν υπάρχει κανένα απόλυτο κενό μεταξύ των υποτιθέμενων “νεωτερικών” και των “μη-νεωτερικών” κοινωνιών.  

Όπως ενδεχομένως αναμενόταν, η μέση οδός του Λατούρ δέχτηκε επιθέσεις και από τα δύο άκρα. Στα μάτια της Σχολής του Εδιμβούργου, ο Λατούρ είναι τώρα ένας ξεπουλημένος στον πατροπαράδοτο αφελή ρεαλισμό, όπως εκφράστηκε με τον πλέον ζωηρό τρόπο στο άρθρο του 1999 του Ντέιβιντ Μπλουρ “Αντι-Λατούρ”. Εν τω μεταξύ, πολλοί στις σκληρές επιστήμες έβλεπαν τον Λατούρ ως έναν ακόμη Γάλλο σκεπτικιστή  της πραγματικότητας, όπως φαινόταν από την αινιγματική περίληψη του έργου του από τον Άλαν Σόκαλ στην κακόφημη απάτη του στο [περιοδικό] “Κοινωνικό Κείμενο”. Ωστόσο η κατηγορηματική θέση του Λατούρ είναι ότι ούτε τα φυσικά γεγονότα ούτε οι κοινωνικές δυνάμεις ούτε οι κειμενικοί λόγοι [textual discourses] αποτελούν το σύνολο της πραγματικότητας. Η φιλοσοφία του κάνει λόγο για μιαν απόλυτη δημοκρατία των αντικειμένων. 

Ανάμεσα στα πρόσφατα έργα του Λατούρ, Η Ελπίδα της Πανδώρας (1999) και Η Πολιτική της Φύσης (αναμένεται προσεχώς στα εγγλέζικα [2004]) είναι οι πληρέστερες διακηρύξεις της νέας φιλοσοφικής του θέσης. Το 2002 παρασύρθηκε σε μια νέα καριέρα ως έφορος τέχνης, καταλήγοντας στην επιτυχημένη έκθεση “Εικονοκλασία” [“Iconoclash”, εικονομαχία, εικονοσύρραξη] στην Καρλσρούη της Γερμανίας. Η επίσκεψη του Λατούρ προσφέρει στην κοινότητα του Καΐρου μια σπάνια ευκαιρία να ακούσουν έναν σημαντικό φιλόσοφο του οποίου το έργο είναι ακόμη στην πρώτη φάση ανάπτυξης.

----------------------------------------------------------------------
* Παρουσιάζουμε μια σύντομη -προ δεκαετίας γραμμένη- παρουσίαση του Μπρούνο Λατούρ από τον Γκρέιαμ Χάρμαν, με αφορμή μια διάλεξη που θα έδινε ο πρώτος. Πρόχειρη μετάφραση από τα εγγλέζικα - Weltschmerz K.