Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κιουπκιολής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κιουπκιολής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Στρατηγικές για ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή



 E.O.Wright, νέες πολιτικές ηγεμονίας και τα κινήματα του δημοτισμού


Το κείμενο βασίζεται σε εισήγηση του γράφοντος, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Κόιμπρα της Πορτογαλίας, σε συνέδριο (23-24 Ιανουαρίου 2020) προς τιμή του E. O. Wright, κοινωνιολόγου καθηγητή στις Η.Π.Α., ο οποίος ανήκε στην ευρύτερη «αναλυτική» σχολή του ακαδημαϊκού Μαρξισμού και καταπιάστηκε με τη σύγχρονη ταξική δομή. Τα τελευταία χρόνια στοχαζόταν ιδιαίτερα το ζήτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού μέσα από τη δημιουργία «πραγματικών ουτοπιών» εδώ και τώρα. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί το συναφές έργο του Ρεαλιστικές Ουτοπίες (εκδόσεις Ασίνη, 2018). Ο γράφων είχε τη χαρά και την τιμή να συμμετάσχει στο τελευταίο σεμινάριο με αυτή τη θεματική που πραγματοποίησε ο E. O. Wright στην έδρα του, στο πανεπιστήμιο του Madison, Wisconsin, από τον Μάρτιο ως τον Μάιο του 2019. Στην τελευταία συνεδρία, ανακοίνωσε στο κοινό την ασθένειά του, μας δίδαξε ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπροστά στο θάνατο, και μίλησε με συγκίνηση για το βασικό κίνητρο που εμψύχωνε το ενδιαφέρον του για τον «σοσιαλισμό», όπως ονόμαζε μια κοινωνία ελευθερίας και ισότητας: την αγάπη για τη ζωή, τον άνθρωπο, την κοινωνία, τον πλανήτη. Πέθανε μερικούς μήνες αργότερα. Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του, συνεχίζοντας μια συζήτηση που ξεκινήσαμε εκεί.


του Αλέξανδρου Κιουπκιολή*


Την τελευταία δεκαετία, ο Erik Olin Wright επιδόθηκε σε έναν συστηματικό στοχασμό γύρω από τις σύγχρονες πολιτικές στρατηγικές που μπορούν να προωθήσουν την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, της εμβάθυνσης της δημοκρατίας και της οικονομίας της αλληλεγγύης.[1] Οι σκέψεις του συγκλίνουν αρκετά με το επιχείρημα των Hardt και Negri και άλλων θεωρητικών της εποχής μας με χειραφετητικές βλέψεις, όπως ο Massimo De Angelis. Προτείνουν τον συνδυασμό των πρακτικών της «προεικόνισης», δηλαδή εναλλακτικών σχέσεων και δραστηριοτήτων που προτυπώνουν την κοινωνία της ίσης ελευθερίας στην οποία προσβλέπουμε, με τη συγκρότηση κοινωνικών αντιεξουσιών, αλλά και την ενασχόληση με τους υπάρχοντες θεσμούς και το κράτος, ενσωματώνοντας όλες αυτές τις τακτικές σε μια ευρύτερη στρατηγική για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Τα διαφορετικά διαβήματα της κοινωνικής αλλαγής συνυφαίνονται με άξονα τη γενική ιδέα της «διάβρωσης» του καπιταλισμού παρά της άμεσης «συντριβής» [smashing] του (Wright 2018: 26-30).


Η πορεία προς τη συστημική αλλαγή

Η στρατηγική της «συντριβής» είναι η λογική της επαναστατικής ρήξης που ξεκινά με την καταστροφή των θεμελιωδών θεσμών του κράτους και της αγοράς. Αντίθετα, η λογική της «αποσυνάρθρωσης» [dismantling] είναι η πολιτική των κρατικών μεταρρυθμίσεων που τείνουν βαθμηδόν προς την εγκαθίδρυση μιας άλλης κοινωνικής τάξης πραγμάτων, ενώ η «φυγή» [escaping] από τον καπιταλισμό αναφέρεται στην οικοδόμηση εναλλακτικών θεσμών και αντιεξουσιών στα χάσματα και τα ρήγματα του κυρίαρχου συστήματος. Η «τιθάσευση» [taming] του καπιταλισμού αναπτύσσει κρατικές πολιτικές με στόχο να θεραπεύσει τα χειρότερα κοινωνικά δεινά που επιφέρουν οι καπιταλιστικές οικονομίες, χωρίς να επιζητεί τον ριζικό μετασχηματισμό. Η «αντίσταση» στον καπιταλισμό επιδιώκει μια αντίστοιχη ελάττωση ή αντιμετώπιση των κακών με διαμαρτυρίες, απεργίες και άλλες δράσεις της κοινωνίας και των κινημάτων που θέλουν να επηρεάσουν τις ελίτ (Wright 2018: 17-24). Τέλος, η «διάβρωση» του καπιταλισμού αποτελεί ένα σύνθετο στρατηγικό μόρφωμα που αναδύθηκε προς τα τέλη του 20ου αιώνα. Συνδυάζει την «αποσυνάρθρωση», την «τιθάσευση», τη «φυγή» και την «αντίσταση», μέσα από συμμαχίες μεταξύ προοδευτικών κυβερνήσεων που επιχειρούν κρατικές μεταρρυθμίσεις και κινημάτων βάσης, τα οποία αντιστέκονται και κτίζουν εναλλακτικούς θεσμούς ή αντιεξουσίες (Wright 2018: 26-27).

Για τον Wright, ωστόσο, όπως και για τους (σχετικά) ομόδοξούς του στη σύγχρονη σκέψη, θεμέλιο και ατμομηχανή αυτής της πορείας προς τη συστημική αλλαγή είναι η συνεχιζόμενη οικοδόμηση νέων σχέσεων και θεσμών, ή η ανασυγκρότηση των υπαρχόντων, που πρέπει να διέπεται από τις κοινές αρχές της κοινωνικής συμμετοχής, της ισότητας, της αμοιβαιότητας, της ανοικτότητας και του πλουραλισμού. Η διάδοση της ομότιμης παραγωγής, των «κοινών» -συλλογικών αγαθών που διαχειρίζεται από κοινού μια συλλογικότητα για το κοινό όφελος-, της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με την αρωγή των νέων ψηφιακών τεχνολογιών, διαδραματίζει έναν απολύτως ζωτικό ρόλο σήμερα για μια πραγματική αναδιοργάνωση της κοινωνικής ζωής στην κατεύθυνση των παραπάνω αρχών.

Η αμφισβήτηση και η δράση ενάντια στις κυρίαρχες δυνάμεις υποστηρίζουν και ενισχύουν αυτή τη διαδικασία συγκρότησης μιας άλλης κοινωνίας μέσα στην παλιά. Οι κρατικές παρεμβάσεις και μεταρρυθμίσεις είναι επίσης καταλυτικές για τη διεύρυνση του υπαρκτού πεδίου για νέες κοινωνικές δημιουργίες, για την εξάπλωση της ομότιμης παραγωγής και της αλληλέγγυας οικονομίας, κ.α. Μπορούν, επίσης, να συμβάλουν στην αναμόρφωση των κυρίαρχων θεσμών εισάγοντας, λ.χ. δομές συλλογικής διακυβέρνησης των δημόσιων πόρων και υποδομών για το κοινό καλό. Είναι σε θέση, ακόμη, ενίοτε να υψώσουν αναχώματα στη δύναμη των πολυεθνικών και ισχυρών οικονομικών συμφερόντων. Αλλά η εργασία της εναλλακτικής δημιουργίας διατηρεί την αυτονομία της και μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και όταν οι φορείς της κρατικής εξουσίας είναι αδιάφοροι ή και εχθρικοί. Αυτό το μακροπρόθεσμο έργο της νέας κατασκευής είναι το πρωταρχικό επίκεντρο της στρατηγικής της «διάβρωσης» παρά η άμεση κατεδάφιση των κυρίαρχων θεσμών, μολονότι στιγμές ρήξης και αναταραχής μπορούν να ενισχύουν και να επιταχύνουν τη διαδικασία του μετασχηματισμού (Wright 2018: 27-28, 66).


Η δημιουργία συλλογικών δρώντων

Ο Wright (2018: 28) επιμένει, ωστόσο, ότι πρέπει να αναμετρηθούμε με την πρόκληση της αναδιάρθρωσης του κράτους ώστε να το καταστήσουμε φιλικότερο προς δημοκρατικές πρωτοβουλίες από τα κάτω και λιγότερο δέσμιο των συμφερόντων των ολίγων ή γραφειοκρατιών. Το καθοριστικό, όμως, στρατηγικό διακύβευμα το οποίο προτάσσει εν τέλει ο Wright (2018: 55) αφορά τη συλλογική δράση: ποιος φορέας δράσης θα επιδιώξει και θα ενορχηστρώσει τη νέα θεσμική δημιουργία και τη μεταμόρφωση των κοινωνικών συστημάτων, ποιος μαζικός φορέας θα αντιμετωπίσει και θα υπερνικήσει οργανωμένα και ισχυρά συμφέροντα που αντιτίθενται στην εξισωτική αυτο-οργάνωση και την αλληλεγγύη σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής, ποιο συλλογικό υποκείμενο ή κίνηση θα ασκήσει επαρκείς πιέσεις στους κρατικούς μηχανισμούς ώστε να πετύχει την ανασυγκρότησή τους και την προαγωγή της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης και ενδυνάμωσης;

To μεγαλύτερο αίνιγμα σε αυτό το επιχείρημα για τη στρατηγική της διάβρωσης του καπιταλισμού είναι η δημιουργία συλλογικών δρώντων που θα μπορούν να δράσουν πολιτικά για να αμφισβητήσουν και να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού σε μια προοδευτική κατεύθυνση (Wright How to be an Anticapitalist for the 21st Century, 2018: 57).

Συνεχίζει λέγοντας ότι δεν μπορεί να διατυπώσει μια πραγματική απάντηση, αλλά μόνο να φωτίσει το έργο με το οποίο έχουμε να αναμετρηθούμε (Wright 2018: 56). Επισημαίνει ότι ο συλλογικός φορέας δράσης εν προκειμένω θα αποτελείται από έναν ιστό ποικίλων αλλά συνδεόμενων δρώντων και οργανώσεων, που θα κινητοποιούνται και στην κοινωνία των πολιτών και στο κράτος και θα είναι προσηλωμένες στο πολιτικό σχέδιο της «διάβρωσης»: ακτιβιστές κοινοτήτων που δραστηριοποιούνται στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, κοινοτικές οργανώσεις και συλλογικότητες που εργάζονται για την αλλαγή στην υγεία και την εκπαίδευση, εργατικά συνδικάτα, ενεργοί πολίτες και κινήματα που προσπαθούν να επηρεάσουν τους κρατικούς θεσμούς, κοινωνικά κινήματα και κόμματα (Wright 2018: 57).


Τα θεμέλια της κινητοποίησης

Υποστηρίζει, επίσης, ότι θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στις ταυτότητες, τις αξίες και τα συμφέροντα που συγκροτούν το έδαφος για τον σχηματισμό συλλογικών υποκειμένων. Κοινές ταυτότητες με βάση το φύλο, την τάξη, τη φυλή, το έθνος κ.ο.κ. έχουν ζωτική σημασία για τη σφυρηλάτηση δεσμών αλληλεγγύης, ιδιαίτερα αν έχουν τις ρίζες τους σε δομές ανισότητας και κυριαρχίας. Τα συμφέροντα που αφορούν συνθήκες και μέσα τα οποία θα βελτίωναν τη ζωή των ατόμων, σε διαστάσεις που είναι σημαντικές για αυτά, διαπνέουν τους στόχους της δράσης. Αξίες ή πεποιθήσεις σχετικά με το αγαθό μπορούν να θεμελιώσουν συμμαχίες μεταξύ διαφορετικών συμφερόντων και ταυτοτήτων (Wright 2018: 58, 60-61). Ωστόσο, αυτοί οι καταλύτες της συλλογικής δράσης δεν ενεργοποιούνται αυθόρμητα, γραμμικά και ενιαία. Αποτελούν πεδίο αγώνα και ενεργού παρέμβασης. Τα συλλογικά υποκείμενα της δράσης πρέπει να στρέψουν τις υπάρχουσες ταυτότητες, αξίες και τα συμφέροντα σε ιδιαίτερες κατευθύνσεις, διαμορφώνοντάς τα με κατάλληλους τρόπους, συχνά σε σύγκρουση με άλλα κοινωνικά υποκείμενα που τα αρθρώνουν με ανταγωνιστικούς τρόπους (Wright 2018: 62).

Για να συσπειρώσουν και να κινητοποιήσουν κρίσιμες μάζες γύρω από το σχέδιο της διάβρωσης των κυρίαρχων καθεστώτων ανισότητας και ισχνής δημοκρατίας, τα πολιτικά υποκείμενα θα πρέπει να δουλέψουν πάνω σε αυτά τα θεμέλια της κινητοποίησης. Και θα κληθούν να υπερνικήσουν τρία μείζονα εμπόδια για τη συνάρθρωση κοινών ταυτοτήτων προσηλωμένων στο πολιτικό σχέδιο της διάβρωσης του καπιταλισμού: τις ιδιωτικοποιημένες ζωές και το διάχυτο ήθος του ανταγωνιστικού ατομικισμού· τις ποικίλες, διασταυρούμενες και συχνά συγκρουόμενες μορφές ταυτότητες (της φυλής, του φύλου, της τάξης, της εθνότητας, τον εθνικισμό που αποκλείει, τον ρατσισμό, τον καταναλωτισμό κ.ο.κ.)· κατακερματισμένες και περίπλοκες ταξικές δομές, οι οποίες δεν επιτρέπουν την ανάδυση μιας εύκολης και στέρεας ενότητας γύρω από την ταξική ταυτότητα, η οποία θα εδραζόταν στις κοινές συνθήκες εργασίας, την καθημερινή ζωή και το κοινό πεπρωμένο (Wright 2018: 62-64).


Από την ηγεμονική στρατηγική του Γκράμσι

Eδώ ακριβώς έγκειται η σημασία ενός γκραμσιανού επιχειρήματος για την κοινωνική αλλαγή στην εποχή μας. Η κοινωνική αναδημιουργία στη βάση της κοινωνικής ζωής -οι νέες κοινότητες των κοινών, οι νέες, ανοικτές και συλλογικές τεχνολογίες της παραγωγής κ.ο.κ.- θα πρέπει να ενσωματωθούν σε ένα ευρύτερη πολιτικό κίνημα που θα διεκδικεί την ηγεμονία: σε ένα ιστορικό μπλοκ ή μέτωπο (Gramsci 1971: 137, 168, 366, 376-377). Στη σκέψη του Γκράμσι, μια ολοκληρωμένη ηγεμονική πολιτική επαναστατικής πολιτικής δημιουργεί ένα μαζικό πολιτικό υποκείμενο μετασχηματισμού, έναν περιεκτικό συνασπισμό δυνάμεων, ο οποίος συνυφαίνει και συστρατεύει μια πολλαπλότητα κοινωνικών αντιστάσεων και πολιτικών αγώνων, συνδέοντάς τους με οικονομικά σχέδια και παραγωγικές δραστηριότητες που ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες. Αυτή η σύγκλιση γίνεται βάσει της σύστασης μιας νέας συλλογικής ταυτότητας, της σύνταξης ενός κοινού πολιτικού σχεδίου και της διάδοσης νέων, κοινών πολιτικών αξιών και κριτικών ιδεών. Όλα αυτά τα στοιχεία ενορχηστρώνονται και οργανώνονται μέσω της συνεκτικής δύναμης μιας αποφασισμένης πολιτικής συμμαχίας.

Η διαμόρφωση ενός τέτοιου λαϊκού μετώπου προϋποθέτει τη δράση μιας πολιτικής οργάνωσης η οποία θα οικοδομήσει οργανικούς δεσμούς με πλατιά στρώματα της κοινωνίας στην καθημερινή τους ζωή, και θα επιδιώκει να κερδίσει τον νου και τις καρδιές των πολλών. Το μέτωπο θα διεξάγει έναν παρατεταμένο «πόλεμο θέσεων» στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος, με τρόπους που γεφυρώνουν πραγματικά τη μικρο- και τη μακρο- πολιτική. Η πολιτική δραστηριότητα θα εμμένει στο μικρο-επίπεδο των καθημερινών κοινωνικών δραστηριοτήτων και ομάδων και θα αλληλεπιδρά με τις υπαρκτές κοινωνικές σχέσεις και υποκειμενικότητες, έτσι ώστε να τις μετασχηματίσει σε μια νέα συλλογική ταυτότητα, μια καινούρια κουλτούρα και έναν νέο πολιτικό προσανατολισμό. Ταυτόχρονα, μια κοινή πολιτική πλατφόρμα/οργάνωση συνυφαίνει την πληθώρα των μικρο-πολιτικών διαδικασιών, συντάσσει ένα συνεκτικό και περιεκτικό πολιτικό σχέδιο που καλύπτει έναν ολόκληρο κοινωνικό σχηματισμό, και παλεύει με τις μακρο-δομές και τους θεσμούς του κράτους, της οικονομίας, του πολιτισμού, κ.ο.κ.

Ωστόσο, η ηγεμονική στρατηγική του Γκράμσι θα μπορούσε να υπηρετήσει σήμερα μια πολιτική στρατηγική για ριζοσπαστική δημοκρατική αλλαγή μόνο αν αναθεωρήσουμε και ανασυγκροτήσουμε ορισμένα στοιχεία της που τείνουν προς τον συγκεντρωτισμό, την άνωθεν διεύθυνση των μαζών και την ομοιογένεια της εθνο-λαϊκής ταυτότητας. Αυτά έρχονται σε σύγκρουση με την άμβλυνση των ιεραρχιών, την πολιτική συμμετοχή με όρους ισότητας, την ανοικτότητα και τον πλουραλισμό που αποτελούν αρχές-οδηγούς των σύγχρονων «κοινών» και των προοδευτικών κινημάτων της εποχής μας. Μεταξύ άλλων, τα κινήματα των πλατειών του 2011 και του «δημοτισμού» (municipalismo) από το 2015 και μετά κυοφόρησαν ιδέες και πρακτικές που μπορούν να μας βοηθήσουν να φανταστούμε διαφορετικά την αντι-ηγεμονική πολιτική σε συμφωνία με τις ριζοσπαστικές αρχές τους.


Πολιτική της ηγεμονίας και «οριζοντιότητα»

(1) Ενότητα - σχηματισμός συλλογικής ταυτότητας, (2) αντιπροσώπευση, (3) συγκέντρωση ισχύος και ηγεσία: αυτή είναι η σπονδυλική στήλη της πολιτικής της ηγεμονίας. Τα τελευταία χρόνια, κινήματα όπως το Occupy και το ισπανικό 15 Μ (15 Μαϊου -ή ‘Indignados’) επιχείρησαν επίσης ηγεμονικές παρεμβάσεις με στόχο να αλλάξουν την ισορροπία δυνάμεων. Ενώθηκαν, έτσι, γύρω από κοινούς σκοπούς, πρακτικές (πλατείες, συνελεύσεις) και σημαίνοντα (όπως το 99% και «ο λαός» ή «απλός κόσμος»). Συντόνισαν τη δράση τους από ορισμένα κέντρα, όπως η Puerta del Sol στην Μαδρίτη. Απευθύνθηκαν σε ευρύτερα κοινωνικά ακροατήρια που είχαν πληγεί από τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, και επεδίωξαν να πυροδοτήσουν διαδικασίες βαθύτερου δημοκρατικού μετασχηματισμού. Άρθρωσαν αιτήματα βαθιάς κοινωνικο-πολιτικής αλλαγής (π.χ. «πραγματική δημοκρατία») και αντιπαρέθεσαν στις κυρίαρχες δομές εξουσίας ένα πλήθος ανθρώπινων σωμάτων και δικτύων.

Αλλά αυτές οι πολιτικές κινήσεις καινοτόμησαν, και ανανέωσαν την πολιτική της ηγεμονίας παντρεύοντάς τη με την «οριζοντιότητα». Τα κινήματα των πλατειών του 2011 έβαλαν στο στόχαστρο τον θεσμικό διαχωρισμό των πολιτικών ηγετών από τον λαό και την κυριαρχική εξουσία των αντιπροσώπων. Επιχείρησαν, αντιθέτως, να ανοίξουν την πολιτική αντιπροσώπευση και ηγεσία στους απλούς πολίτες. Η ίδια η επιλογή δημόσιων πλατειών και δρόμων για τη σύγκληση λαϊκών συνελεύσεων αναδεικνύει τη βούληση να καταστεί η πολιτική εξουσία πραγματικά δημόσια, διαυγής και ελεύθερα προσιτή σε όποιον/α επιθυμεί να συμμετάσχει. Επιπλέον, οι συνελεύσεις του 2011-2012 εφάρμοσαν, στις λειτουργίες της εκπροσώπησης στα μμε, των συντονιστών των συνελεύσεων και των ειδικών ομάδων εργασίας, τον κανόνα της εντεταλμένης εξουσιοδότησης και της εναλλαγής. Θεσμικές πρακτικές όπως ο κλήρος, η εναλλαγή, η περιορισμένη θητεία, η αυξημένη λογοδοσία και η τυχαία εναλλαγή όσων συμμετέχουν σε ανοικτές συνελεύσεις μπορούν να συμβάλλουν έμπρακτα στην αποφυγή της παγίωσης διαχωρισμών μεταξύ αρχόντων και αρχομένων, «ειδημόνων» και απλών πολιτών.

Περαιτέρω, η ποικιλομορφία και η ανοικτότητα έγιναν οι ίδιες θεμέλιο της λαϊκής ενότητας σε συλλογικές κινητοποιήσεις όπως το Occupy και οι πλατείες στην Ισπανία και την Ελλάδα. Ο ανοικτός πλουραλισμός έγινε πράξη και προωθήθηκε μέσα από ένα πλέγμα κανόνων, πρακτικών και οργανωτικών επιλογών. Καλλιεργήθηκε επίσης με τη διάχυση μιας ορισμένης πολιτικής κουλτούρας που αποκηρύσσει τους ιδεολογικούς δογματισμούς και τους αυστηρούς προγραμματικούς ορισμούς για να βρει απήχηση σε όλους τους πολίτες με την ετερογένειά τους. Αυτή η πολιτική κουλτούρα προάγει την ανεκτικότητα, τη συμπερίληψη, τον κριτικό σεβασμό προς τη διαφορετικότητα, τη γενναιοδωρία, μια χαλαρή ατμόσφαιρα πολιτικής συζήτησης και διαμάχης, και μια συναισθηματική πολιτική φροντίδας και αγάπης μεταξύ διαφορετικών προσώπων που αγωνίζονται από κοινού παρά τις αντιθέσεις και τις αποκλίσεις τους.

Η δικτυακή μορφή, που είναι διαδεδομένη στη δημοκρατική συλλογική δράση της εποχής μας, έχει επίσης καθοριστική σημασία. Τα «κατανεμημένα δίκτυα» επιτρέπουν τον χαλαρό συντονισμό διαφορετικών ομάδων και ατόμων που δεν υποχρεώνονται να υποτάξουν τις διακριτές τους ταυτότητες σε μια υπερκείμενη συλλογική ταυτότητα ή σε μια ηγεμονική δύναμη, εντάσσονται, ωστόσο, στον ίδιο ιστό επικοινωνίας και δρουν από κοινού. Νέες οργανώσεις, όπως η Plataforma de Afectados por la Hipoteca (Πλατφόρμα υποστήριξης ληπτών στεγαστικών δανείων) στην Ισπανία φανερώνουν πώς ένας πιο συνεκτικός οργανωτικός πυρήνας μπορεί να συναρθρωθεί με μια χαλαρή πολλαπλότητα ατόμων που συμμετέχουν σε διαφορετικούς βαθμούς, συγκροτώντας ένα ανοικτό «δικτυακό σύστημα» το οποίο υποστηρίζει τη διαφορετικότητα και αντιστέκεται σε τάσεις ισχυρού συγκεντρωτισμού και παγιωμένων ιεραρχιών.

Τέλος, ο πραγματισμός διευκολύνει μορφές κοινής ταυτότητας και σύγκλισης που διαφυλάσσουν την ποικιλομορφία και την ανοικτότητα. Μια ετερογενής συνάθροιση δρώντων υποκειμένων και πρακτικών μπορούν να συγκλίνει πιο εύκολα γύρω από πρακτικούς στόχους παρά γύρω από συλλογικές ταυτότητες και καθορισμένα προγράμματα ή ιδεολογίας. Έτσι η συλλογική δράση μπορεί να αποφύγει τον κατακερματισμό των «πολιτικών της ταυτότητας». Η αποδοχή της εμπειρικής περιπλοκότητας και υβριδικότητας, μια ευέλικτη λογική που προσανατολίζεται στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων, μια πνευματική ανοικτότητα και μια απροθυμία να προσκολλάται κανείς σε καθολικές, δογματικές θέσεις συνθέτουν μια πραγματιστική αντίληψη, η οποία μπορεί να «απο-πολώσει» στρατηγικές επιλογές και να γίνει το έρεισμα για ευρύτερα πλουραλιστικά μέτωπα που υπηρετούν τα συμφέροντα των πολλών.

---------------
* O A. Κιουπκιολής είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στη Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Σημείωση
1. Βλ. Wright, E. O. (2010) Envisioning Real Utopias, Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Verso, Wright, E. O. (2018) How to be an Anticapitalist for the 21st Century, https://www.ssc.wisc.edu/~wright/How%20to%20be%20an%20anticapitalist%20for%20the%2021st%20century%20—%20full%20draft,%20July%2025%202018.pdf.


Πηγή Εποχή

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Το δημοψήφισμα ως γενική βούληση


του Αλέξανδρου Κιουπκιολή


Κατά την αντίληψη του Rousseau, στη λειτουργία της δημοκρατίας η γενική βούληση αποσκοπεί στο γενικό συμφέρον μιας κοινότητας πολιτών. Το ελληνικό δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου δείχνει πώς αυτό το συμφέρον δεν είναι ούτε κάτι αντικειμενικά δεδομένο που μένει να ανακαλυφθεί με ορισμένες διαδικασίες, ούτε κάτι που συμπίπτει απλώς με τη βούληση της πλειοψηφίας, η οποία μπορεί να λάβει αποφάσεις που αποδεικνύονται συν τω χρόνω επιζήμιες για το συμφέρον της κοινότητας. Το γενικό συμφέρον κατασκευάζεται ενεργά μέσα από δημόσιες εκφράσεις της γενικής βούλησης, οι οποίες έχουν έναν ανεξάλειπτα επιτελεστικό χαρακτήρα. Δημιουργούν, δηλαδή, αυτό που ονομάζουν∙ όπως κατά την Judith Butler η πρόταση-έγκληση «είσαι αγόρι» παράγει μια έμφυλη ταυτότητα για ένα νεαρό υποκείμενο, υπάγοντάς το σε συγκεκριμένους κανόνες του φύλου.

Η εν λόγω επιτέλεση, ωστόσο, δεν πραγματοποιείται με μαγικό και παντοδύναμο τρόπο τη στιγμή μιας πρώτης εκφώνησης, η οποία «γεννά» πράγματα και καταστάσεις ονοματίζοντάς τα. Η αρχική στιγμή της κατονομασίας δηλώνει μάλλον την έναρξη μιας διαδικασίας κοπιώδους δημιουργίας, με διάρκεια στον χρόνο και πιθανότητες αποτυχίας. Στην περίπτωση του δημοψηφίσματος, συγκροτεί ένα γενικό συμφέρον το οποίο απαιτεί από εδώ και στο εξής συστηματική δράση, σχέδιο, προσπάθεια και ευτυχείς συγκυρίες για να καταστεί πράγματι συμφέρον για την κοινωνική πλειοψηφία.

Η γενική βούληση εκδηλώνεται συχνά με μια γενική διακήρυξη («όχι στη συνέχιση της λιτότητας που επιβάλλουν οι δανειστές») η οποία γίνεται εκ των πραγμάτων πεδίο αγώνων εκπροσώπησης και αντικείμενο αντικρουόμενων ερμηνειών, λόγω της γενικότητάς της που θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί σε ειδικές και μεταβλητές συνθήκες. Θα είναι έργο της κοινωνικής κίνησης, λοιπόν, να δείξει στην πράξη, με τις μαζικές πρωτοβουλίες και με την αποφασιστικότητά της, αν η κοινωνική στράτευση και η ενεργός συμμετοχή σε αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, καθώς και το πλειοψηφικό «Όχι», σημαίνουν τη βούληση για αντίσταση στον σύγχρονο καπιταλισμό και τις ολιγαρχίες του, και τη θέληση για μια άλλη, συμμετοχική και κοινωνική δημοκρατία. Θα είναι έργο της κεντρικής κυβέρνησης και της ηγεσίας της να δείξουν αν η άμεση προσφυγή στην ετυμηγορία των πολιτών ήταν απλώς ένας ελιγμός ή μια απόπειρα χειραγώγησης ή μια έκφραση της συνειδητοποίησης ότι ουσιαστική δημοκρατική αλλαγή δεν μπορεί να επέλθει σήμερα χωρίς την πλατιά και ελεύθερη κοινωνική συμμετοχή στη διακυβέρνηση, η οποία θα πρέπει να διευρυνθεί και να θεσμοποιηθεί συστηματικά.

Παρότι η δημοσιοποίηση της γενικής βούλησης μέσα από θεσμούς άμεσης δημοκρατίας αποτελεί μια ύψιστη εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας, η γενική βούληση και η λαϊκή κυριαρχία δεν συνιστούν έναν καθαρό βολονταρισμό. Δεν είναι, δηλαδή, η εμφάνιση εκ του μηδενός μιας πανίσχυρης δύναμης που φτιάχνει τον κόσμο όπως θέλει, σύμφωνα με την υπόθεση μιας ορισμένης θεολογίας του Λαού που αντικατέστησε με αυτόν την ιδέα του παντοδύναμου Θεού. Γιατί, προφανώς, η Vox Populi των πολιτών της Ελλάδας αποτελεί τώρα μία μόνον δύναμη, η οποία πολύ απέχει από το να είναι η ισχυρότερη, σε έναν ευρύτερο συναστερισμό δυνάμεων. Αλλά και γιατί το «Όχι» της απαντοχής σε συνθήκες τρομοκράτησης ήταν προϊόν υποκειμενικών βουλήσεων που είχαν σφυρηλατηθεί από καιρό σε ποικίλα διαφορετικά πλαίσια. Μεταξύ άλλων, στις πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς και των διεκδικήσεών της, στις συνθήκες της οξείας επισφάλειας πολλών που οδήγησαν σε μια πάλη διαρκείας με τον φόβο εν μέσω κρίσης, αλλά και στα πιο πρόσφατα κινήματα της αγανάκτησης και της αναζήτησης μιας άλλης δημοκρατίας, τα οποία είχαν τη μεγαλύτερη απήχηση στη νεολαία και αντικατοπτρίστηκαν στο δικό της μαζικό Όχι. Αυτή είναι μια υπόθεση που αξίζει να θυμόμαστε και να τιμούμε στην πράξη. Τόσο οι αντιστάσεις όσο και οι θετικές δημοκρατικές διεκδικήσεις της κοινωνίας δεν είναι το θαύμα μιας ξαφνικής επιφοίτησης ή της καθοδήγησης από μια χαρισματική (ή τυχερή) ηγεσία. Είναι απότοκος μακρόχρονων και επίμοχθων κοινωνικών κινήσεων μέσα στις καθημερινότητες των πολλών. Στο Όχι της 5ης Ιουλίου αντήχησαν ξανά οι φωνές της κοινωνικής αγανάκτησης και αυτο-οργάνωσης, οι οποίες ξεπερνούν τα οποιαδήποτε σχέδια πολιτικών ηγεσιών, δίνουν τα δικά τους νοήματα στις πολιτικές διαδικασίες και κάθε άλλο παρά έχουν εξαφανιστεί. Αυτό έγινε σε πείσμα όσων διέγραψαν τις πλατείες των Αγανακτισμένων του 2011 ως πολιτικά ασήμαντες, αδύναμες, χαώδεις, επικίνδυνες και φευγαλέες «οριζοντιότητες», οι οποίες δεν μπορούν να επιτύχουν πολιτικά αποτελέσματα χωρίς εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα και χωρίς ιεραρχικές μορφές οργάνωσης και διακυβέρνησης. Για μία ακόμη φορά, φαίνεται ότι ισχυρές εκφορές της δημοκρατικής κυριαρχίας και πράξης προκύπτουν από πολύμορφες και αντιφατικές συζεύξεις μεταξύ κάθετης εκπροσώπησης-διακυβέρνησης και άμεσης κοινωνικής αυτενέργειας, και ότι η κοινωνική κινητοποίηση λειτουργεί με άλλους χρόνους και σε άλλα επίπεδα, αλλά φέρει μια δική της αποτελεσματικότητα που μπορεί να είναι ιδιαίτερα κρίσιμη.

Η γενική βούληση δεν εμφανίζεται ως ενιαία αλλά ως διαιρεμένη, όταν η πληθώρα των διαφορών που εμπερικλείει δεν είναι δυνατόν να συμβιβαστούν και, ιδίως, όταν το γενικό συμφέρον επιδιώκεται, μέσα σε καθεστώτα μεγάλων ανισοτήτων και κυριαρχίας, όπου οι πολλοί καλούνται να αντιμετωπίσουν ισχυρές μερικότητες - τις προνομίες και τις εξουσίες ολίγων. Σε τέτοιες περιστάσεις, η δημοκρατική βούληση απαιτεί πρωτίστως τη συστράτευση των πολλών εναντίον των ολίγων, η οποία είναι η κύρια δύναμη της πλειοψηφίας απέναντι σε κατεστημένες μειοψηφίες με εδραία οικονομική, πολιτική και κοινωνική ισχύ. Και ένα βασικό διακύβευμα εν προκειμένω αφορά το πώς ο πολιτικός ανταγωνισμός για την ανατροπή της κυριαρχίας των ολίγων θα είναι και ριζικός και δυνατός ώστε να αποβεί νικηφόρος, αλλά δεν θα εκτραπεί σε έναν πόλεμο, όπου και οι ολίγοι είναι πιθανόν σήμερα να έχουν συντριπτική υπεροπλία αλλά και μια θεμελιώδης συνθήκη της σύγχρονης ισοελευθερίας θα καταλυθεί - το βασικό πλαίσιο των ίσων συνταγματικών ελευθεριών.

Συνεπώς, για να δοθεί συνέχεια σε αυτή την αρχόμενη στιγμή της λαϊκής κυριαρχίας, για να επιτελεστεί σήμερα η γενική βούληση και το γενικό συμφέρον που εκφώνησε και άρχισε να δημιουργεί, θα απαιτηθούν πολλαπλοί αγώνες, συμμετοχική δημοκρατία, κοινωνική αυτο-οργάνωση, ανθεκτικότητα, δημιουργικότητα, και μια δυσχερής διατήρηση λεπτών ισορροπιών. Μια μαχητική και αποφασισμένη αντιπαράθεση με τις ελίτ καλείται να προασπίσει παράλληλα το δημοκρατικό πλαίσιο και τα συνταγματικά δικαιώματα, όχι μόνο ή κυρίως από παρεκτροπές των πολλών αλλά και από τις επιβουλές των ολίγων προς όφελος των δικαιωμάτων όλων – και των ολίγων. Αν η δημοκρατία είναι γεμάτη παράδοξα, η λαϊκή κυριαρχία γίνεται πράξη στον βαθμό που διαχειρίζεται δημιουργικά και αποφασιστικά αυτά τα παράδοξα χωρίς απλώς να τα προσπερνά ή να επιδιώκει να τα συντρίψει, καταστρέφοντας έτσι τον θεμελιώδη της όρο, τη δημοκρατία.


Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής διδάσκει πολιτικές θεωρίες στο ΑΠΘ.


Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Για τα Κοινά της Ελευθερίας (προδημοσίευση)


του Αλέξανδρου Κιουπκιολή


Το σύστημα του αυταξιοποιούμενου κεφαλαίου, που έχει πάθει αμόκ και κινείται καταστροφικά σε αστρονομικές πλέον ταχύτητες, ασκεί όντως παγκόσμια εξουσία. Αλλά η κυριαρχία του δεν είναι απόλυτη και διασχίζεται από πολλαπλά κενά, ρωγμές και αντιφάσεις, συνυπάρχοντας με άλλες αρχές και λογικές κοινωνικών σχέσεων. Η πολλαπλότητα των αξιών, των μορφών ζωής, των επιθυμιών και των καθεστώτων αληθείας αποτελεί μια πραγματικότητα στον κόσμο της ύστερης νεωτερικότητας. Η πολλαπλότητα αυτή, αναμφίβολα, δεν είναι επίπεδη και ισομερής, καθώς τη διατρέχουν και τη διαρθρώνουν συγκεντρώσεις ισχύος, κάθετες ιεραρχίες και αρχές δόμησης που ασκούν μια μερική ηγεμονία, συμβιώνοντας άλλοτε ανταγωνιστικά, άλλοτε αδιάφορα και παράλληλα και άλλοτε συνδυαστικά με άλλα κέντρα εξουσίας και οργανωτικές δομές.

Δεν υφίσταται ένας αξονικός ανταγωνισμός ανάμεσα σε δύο παρατάξεις, πολιτικά προγράμματα ή κοσμοθεωρίες, ούτε ένα ενιαίο αντικαθεστωτικό κοινωνικό κίνημα. Διακρίνονται ωστόσο ποικίλες μικρότερες αντιθέσεις και συγκρούσεις όχι μόνο στο μακροεπίπεδο αλλά και μέσα στους «αφανείς» κόσμους της καθημερινότητας, όπου η εξουσία και ο βάρβαρος πολιτισμός των αγορών αμφισβητούνται και μετριάζονται από πρακτικές αλληλοβοήθειας, εξισωτικές λογικές και ήθη κοινής ελευθερίας. Και εκτός από τις πολλαπλότητες, τις μερικές ηγεμονίες και τις συγκρούσεις, ο κόσμος μας περιέχει και διαζευκτικές συζεύξεις, συνδέσεις δηλαδή αντίθετων αξιών, αρχών και δομών, όπως οι πολιτικές της αυτονομίας και της ηγεμονίας, που ούτε αλληλοαναιρούνται πλήρως ούτε ενώνονται διαλεκτικά σε μια ανώτερη σύνθεση που περιλαμβάνει και «εξυψώνει» τις αρχικές αντιθέσεις, αλλά συνυφαίνονται σε μια σχέση έντασης, αμοιβαίας ώσμωσης και γονιμοποίησης.

Το σκεπτικό τους δεν συμμερίζεται την ιδέα ότι χρειαζόμαστε μία αιώνια Ιδέα της χειραφέτησης για να βαθύνουμε και να διευρύνουμε την ίση ελευθερία στην εποχή μας, πέρα από τις περιφράξεις των αγορών και των φιλελεύθερων αντιπροσωπευτικών συστημάτων που αποβάλλουν σταδιακά τα τελευταία λείψανα φιλελευθερισμού και αντιπροσωπευτικότητας. Προκρίνουμε ποικίλες διαφορετικές ιδέες για τη μεγαλύτερη ελευθερία από κοινού, οι οποίες γεννιούνται, δοκιμάζονται και αναθεωρούνται στην καθημερινή πράξη των αγώνων, των πειραματισμών και των κοινωνικών κινήσεων. Αυτές οι ιδέες στην πράξη είναι επιθυμητό να συνδυαστούν, να συμμαχήσουν και να επεκταθούν, και προς τα εκεί πρέπει να κατατείνουν οι προσπάθειές μας. Όχι για να επιβάλουν ένα νέο παγκόσμιο καθεστώς αλλά για να οικοδομήσουν σταδιακά πολλαπλούς κόσμους ελευθερίας στη θέση της αγοραίας και φιλελεύθερης-ολιγαρχικής αυτοκρατορίας. Μια τέτοια προοδευτική, αυτόνομη και πλουραλιστική ανασυγκρότηση από τα κάτω θα δημιουργεί βήμα-βήμα τα συλλογικά υποκείμενα που λείπουν σήμερα ως μαζικό πλήθος, αλλά οι πρώτες εστίες τους εντοπίζονται ήδη στις διάσπαρτες εναλλακτικές κοινωνικές κατασκευές της εξισωτικής αυτοδιεύθυνσης και στα διάχυτα ήθη της ισοελευθερίας.

Τα «κοινά», οι συλλογικοί φυσικοί και πολιτισμικοί πόροι που διαχειριζόμαστε από κοινού με συμμετοχικές πρακτικές, αναδεικνύονται σήμερα στην κριτική θεωρία και πράξη ως ένας από τους βασικούς κόμβους της αυτόνομης πληθυντικής ανοικοδόμησης. Η ενδυνάμωσή τους δεν πλουτίζει μόνο την εμπειρία της κοινωνικής αυτοκυβέρνησης μέσα από αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς και κοινότητες σε πολιτισμικούς χώρους, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στο διαδίκτυο, στην κατανάλωση και στην παραγωγή. Κτίζει εδώ και τώρα τα μικροθεμέλια της καθημερινής επιβίωσης και συμβίωσης με τους όρους των άλλων κόσμων στους οποίους προσβλέπουμε, εξασφαλίζει τις υλικές και θεσμικές προϋποθέσεις της μετάβασης προς αυτούς και διαπλάθει την άλλη εξισωτική ηθική της κοινής αυτοδιεύθυνσης χωρίς την οποία οι κόσμοι αυτοί δεν θα μπορέσουν να εξαπλωθούν και να αναπαραχθούν.

Τέτοιες δυναμικές κοινωνικού αυτομετασχηματισμού θα επεκταθούν αβίαστα και θα πολλαπλασιαστούν σε όλο και περισσότερα πεδία του κοινωνικού μέσα από το ελκυστικό τους παράδειγμα και την εκούσια σύμπραξη. Η διά της βίας κατίσχυση σχέσεων ίσης ελευθερίας είναι αντίφαση εν τοις όροις. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι εναλλακτικές επιτελέσεις μπορούν να αγνοήσουν απλώς τα κράτη και τις αγορές. Γι’ αυτό και χρειάζεται μια σύζευξή τους με τις πολιτικές λογικές της ηγεμονίας. Όχι για να κατακτηθεί το κράτος και να επιταχθεί ένα άλλο ενιαίο κοινωνικό πρότυπο αλλά για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της αναδιάταξης των σχέσεων εξουσίας και των τρόπων σύνθεσης των διαφορών και οργάνωσης των δεσμών μεταξύ των αυτοδιευθυνόμενων κοινών. Για να σκεφτούμε και να συστήσουμε μια άλλη ηγεμονία, της πλουραλιστικής, αποκεντρωμένης και εξισωτικής αυτονομίας.

Η κριτική πολιτική θεωρία μετέχει συνειδητά στο πολιτικό παρόν και συνδιαλέγεται με τη σύγχρονη πολιτική πράξη. Την παρακολουθεί στενά, την αναστοχάζεται, αναζητεί και ανασύρει αρχές και δυναμικές τάσεις που παράγονται μέσα της και είναι φορείς κοινωνικής αξίας και μελλοντικών προοπτικών. Στο έργο αυτό κινείται υπό το πρίσμα ρητών πολιτικών προσανατολισμών, εν προκειμένω τις αξίες της ίσης ελευθερίας, αλλά με μια στοχαστική απόσταση και νηφαλιότητα που επιτρέπει στη σκέψη να χαράξει τις δικές της διαδρομές. Εμφορούμενη από πολιτικές αρχές, κριτήρια και κατευθύνσεις που έχει δημιουργήσει η ιστορική πράξη, η πολιτική θεωρία αξιολογεί το υπαρκτό και εκτιμά τις πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής μεταμόρφωσης. Δεν καθοδηγεί, αλλά προτείνει τρόπους επέκτασης ποικίλων μορφών δράσης και σκέψης που εκκολάπτονται σε χώρους της ιστορικής πραγματικότητας. Το μείζον ερώτημα που συγκεντρώνει εδώ το ενδιαφέρον μας: πώς μπορούμε να συλλάβουμε και να πραγματώσουμε μια άλλη δημοκρατία των κοινών ενδυναμώνοντας και διευρύνοντας υπαρκτές πρακτικές και λογικές συλλογικής αυτοκυβέρνησης στη βάση της ισότητας;

Αν το ριζικά νέο είναι απρόβλεπτο και αδιάγνωστο με βάση τις παρούσες συνθήκες και λογικές, αν ανακύπτει απρόσμενα και απρογραμμάτιστα «ως εκ θαύματος», τότε τι άλλο μένει στα υποκείμενα της δράσης σήμερα από το να περιμένουν ένα θαύμα ή να επιδίδονται σε ενέργειες άρνησης/καταστροφής και προκλητικές δράσεις με στόχο μόνο να διασαλεύσουν το παρόν ώστε να διευκολύνουν μια μαγική ανάδειξη του νέου, το οποίο αδυνατούν να συλλάβουν και να κατασκευάσουν με τους τρέχοντες όρους της σκέψης και της δράσης τους; Από τη σκοπιά αυτή, ο συνδυασμός μιας διαρκούς, ριζικής κριτικής του παρόντος με συλλογικούς εναλλακτικούς πειραματισμούς που μεταμορφώνουν πτυχές της καθημερινότητας εδώ και τώρα, στις ρωγμές της κυριαρχίας, προβάλλει ως πιο δόκιμος και εποικο-δομητικός δρόμος για την αλλαγή. Οι ενεστώσες ετεροτοπίες με μεγαλύτερη ισότητα και ελευθερία δεν συνθέτουν μόνον εστίες δημιουργικής αντίστασης και φύτρες κοινωνικού μετασχηματισμού που μπορούν να εξαπλωθούν σταδιακά και να διευρύνουν ηγεμονικά τις διαδικασίες της κοινωνικής ανασυγκρότησης. Αποτελούν επίσης βάσεις και μηχανές για τη διαμόρφωση των νέων υποκειμένων της χειραφέτησης που μπορούν να σχηματίσουν από κοινού εκείνο ακριβώς το οποίο λείπει σήμερα: το μεγαλύτερο, πληθυντικό συλλογικό υποκείμενο της ρήξης και της δημιουργίας.

Αλλά χωρίς μορφές και δυνάμεις ενός πολιτικού έρωτα που θα υποθάλπει τη στράτευση σε συλλογικά σχέδια και νέες θεσμίσεις αλλά και θα υποστηρίζει ψυχικά νέους τύπους κοινωνικότητας, οι ευρύτερες ανατροπές στην κατεύθυνση της ισοελευθερίας θα παραμείνουν κατά πάσα πιθανότητα όνειρα και ευχές. Πρέπει να εφεύρουμε τρόπους πολιτικού έρωτα που δεν θα είναι φανατικοί, αποκλειστικοί, ασφυκτικοί και εγωιστικοί αλλά θα αγαπούν την ετερότητα των ελευθεριών ξεκινώντας από την αυτονομία του υποκειμένου.


Το βιβλίο κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις «Εξάρχεια»


Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Ερνέστο Λακλάου: ο στοχαστής της ηγεμονίας μετά τον Γκράμσι


του Αλέξανδρου Κιουπκιολή


Αργά την Παρασκευή το βράδυ, έλαβα ένα μήνυμα από την υπεύθυνη εκδόσεων ξένου ακαδημαϊκού οίκου ότι ο συλλογικός τόμος για τη ριζοσπαστική δημοκρατία και τα κοινωνικά κινήματα σήμερα, τον οποίο είχα συνεπιμεληθεί, ήταν πια στο τυπογραφείο. Η είδηση του θανάτου του Ερνέστο Λακλάου, δυο μέρες αργότερα, δεν προκάλεσε απλώς συγκίνηση αλλά και μια βαθιά συνειδητοποίηση. Ο εν λόγω τόμος, ένας ανάμεσα στα χιλιάδες έργα που φέρουν την επιρροή του Λακλάου τα τελευταία τριάντα χρόνια, θα ήταν αδύνατος χωρίς την ύπαρξη και τη σκέψη του. Η επιρροή, μάλιστα, είναι τόσο βαθιά και διαμορφωτική, ώστε πια έχει γίνει μέρος της δικής σου σκέψης και δεν αισθάνεσαι την ετερότητά της. Η δική σου σκέψη είναι, εν πολλοίς, και δική του.

Η διαδρομή για κάποιους από εμάς ήταν μεγάλη και απρόβλεπτη. Όταν ξεκίνησα το μεταπτυχιακό στο πανεπιστήμιο του Essex όπου δίδασκε ακόμη τότε, πριν από δεκαπέντε χρόνια, ο στοχασμός του μου ήταν ανοίκειος και προκαλούσε ισχυρές αντιστάσεις και ενστάσεις, από τη σκοπιά κυρίως της σκέψης του Καστοριάδη, που είχε υπάρξει κύριο σημείο αναφοράς ως εκείνη τη στιγμή για τον υπογράφοντα. Από τότε μέχρι σήμερα, η συνεχής τριβή και αναμέτρηση με το έργο του Λακλάου και την περίεργη σαγήνη που ασκεί είχε ως αποτέλεσμα όχι απλώς τη δημιουργική και κριτική ενσωμάτωση της σκέψης, χωρίς αυτό καν να γίνεται σαφώς αντιληπτό, αλλά και μια προσωπική ωρίμαση στην πολιτική θεωρία, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή ακριβώς τη διαρκή συνομιλία με τον βαθιά πολιτικό στοχασμό του Λακλάου. Ο στοχαστής της ηγεμονίας είχε διαχύσει τη θεωρητική του ηγεμονία χωρίς βία, και χωρίς βεβαίως να το επιδιώκει, με τον ίδιο λεπταίσθητο και εν μέρει συναινετικό τρόπο με τον οποίο εγκαθιδρύεται μια πολιτισμική ηγεμονία. Και ο ίδιος ο όρος –«ηγεμονία»–είχε γίνει στη δική μου σκέψη ένα οιονεί κενό σημαίνον, ένας όρος που μπορεί να ανασημασιοδοτηθεί πολλαπλώς και να παραγάγει νέα ηγεμονικά και αντιηγεμονικά παιχνίδια, στη θεωρία και στην πολιτική πράξη.

Η ίδια η συγκρότηση και ανάπτυξη της σκέψης του ενσάρκωνε τη λογική της ηγεμονίας όπως την ανέλυσε: μια παρέμβαση του υποκειμένου σε ένα εν μέρει εξαρθρωμένο πεδίο –της πολιτικής θεωρίας με μαρξιστικές καταβολές στα μέσα του ’80–, η οποία κινητοποιεί κενά σημαίνοντα και αλυσίδες ισοδυναμίας (μεταξύ διαφορετικών δυνάμεων και εννοιών από τον μεταδομισμό, την ψυχανάλυση κ.α.) για να εγκαθιδρύσει ένα νέο ηγεμονικό σχηματισμό – τη θεωρία του για την ηγεμονία, τη ριζοσπαστική δημοκρατία, τον ανταγωνισμό και τον λαϊκισμό. Ο Λακλάου συνάρθρωσε ιδέες και θεωρητικά σχήματα από τον μαρξισμό, ιδίως του Γκράμσι, τη λακανική ψυχανάλυση και τον μεταδομισμό, κυρίως του Ντεριντά, σε μια προσπάθεια να σκεφτεί τους μηχανισμούς και της δυνατότητες κοινωνικής αλλαγής στην κατεύθυνση της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, σε μια εποχή όπου είχε αρχίσει να εδραιώνεται το θατσερικό δόγμα της ΤΙΝΑ [‘There is no alternative’]. 

Η θεωρία του ανασύρει την έννοια της ηγεμονίας από το έργο του Γκράμσι για να συλλάβει την εξουσιαστική συγκρότηση των κοινωνικών μετασχηματισμών σε συνάρτηση με τις πρακτικές του λόγου που νοηματοδοτούν τις κοινωνικές σχέσεις και κερδίζουν τη συγκατάθεση των πολλών. Απομάκρυνε τα στοιχεία του ντετερμινισμού, του ταξικού αναγωγισμού και του οικονομισμού που έφερε ακόμη αυτή η έννοια στο σώμα της μαρξιστικής σκέψης, και τη συνέδεσε, αρχικά με μια μεταδομιστική και, εν συνεχεία, με μια κυρίως λακανική θεωρία για το υποκείμενο. 

Μας έμαθε να σκεφτόμαστε τα νοήματα και τους λόγους που συγκροτούν κοινωνικές σχέσεις από κοινού με ζητήματα εξουσίας και σχέσεις κυριαρχίας. Και επέμεινε ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ ο δρόμος για τον σοσιαλισμό είναι δημοκρατικός, αλλά η σύγχρονη δημοκρατία είναι πλουραλιστική, κινηματική και μπορεί να γίνει πιο ριζοσπαστική στον βαθμό που θα εδραιώσει και θα επεκτείνει τις δυνατότητες κοινωνικής αμφισβήτησης και πλουραλιστικής αυτονομίας. Σε αντίθεση με έναν ουτοπικό κομμουνισμό και αναρχισμό, πρόβαλε τη θέση ότι δεν είναι δυνατή η εξάλειψη των σχέσεων εξουσίας σε μια χειραφετημένη κοινωνία. Στη βάση αυτή ακριβώς θεμελίωνε την ανάγκη διηνεκούς νομιμοποίησης και εμβάθυνσης της κοινωνικής αμφισβήτησης και των ανταγωνισμών. Η εξάλειψή τους δεν θα σηματοδοτούσε την εγκαθίδρυση μιας οριστικά και πλήρως απελευθερωμένης κοινωνίας, αλλά μιας ανελεύθερης κοινωνίας που δεν διαθέτει θεσμικούς μηχανισμούς και πολιτικές διαδικασίες για να αναμετριέται με τις εναπομένουσες σχέσεις κυριαρχίας και για να αυτομετασχηματίζεται πολιτικά, προωθώντας περαιτέρω την πραγμάτωση των σχέσεων ισότητας και ελευθερίας σε ευρύτερα πεδία του κοινωνικού.

Η θεωρητική του σκέψη παρέμενε προσηλωμένη στην αυστηρή λογική της ανάπτυξη. Αλλά ενώ επιδιδόταν στην πιο συστηματική, πειθαρχημένη και συχνά αφαιρετική θεωρητικοποίηση, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί σε ποικίλα επίπεδα ανάλυσης και από διαφορετικές πολιτικές σκοπιές, η προσέγγισή του στην πολιτική θεωρία παρέμεινε πάντα μαχητικά προοδευτική-δημοκρατική, με ένα σπάνιο πάντρεμα αυστηρής, καθολικεύσιμης εννοιολόγησης και πολιτικής στράτευσης. Δίδαξε έτσι πολιτική θεωρία με τη σταθερή έμφαση που έδινε στο Πολιτικό ως διαδικασία θέσμισης μέσα από κοινωνικούς ανταγωνισμούς και μετασχηματισμούς των σχέσεων εξουσίας, με τις συγκεκριμένες εννοιολογήσεις της ηγεμονίας, του ανταγωνισμού, της συνάρθρωσης, των κενών σημαινόντων, των πολιτικών λογικών που διατύπωσε, αλλά και με αυτό το παράδειγμα της μεθοδολογικής του στάσης.

Ο πιο γόνιμος θεωρητικός στοχασμός δεν είναι εκείνος που δημιουργεί κλειστές, δογματικές σχολές, αλλά εκείνος που γονιμοποιεί και πυροδοτεί μια πολύμορφη ανάπτυξή του πέρα από τις αρχικές θέσεις, στοχεύσεις και διατυπώσεις του πρωτεργάτη του. Σήμερα η σκέψη του Λακλάου δεν έχει αξιοποιηθεί απλώς σε ένα ευρύτατο φάσμα πεδίων, από την πολιτική ανάλυση και τις πολιτισμικές σπουδές ως και την οικονομική θεωρία, αλλά ακόμη και από επικριτές της γκραμσιανής ηγεμονίας, όπως ο Richard Day και ο Saul Newman. Αυτό φανερώνει εύγλωττα την κριτική της αξία, την παραγωγική της δύναμη και την αναλυτική της ισχύ. 

Γνωρίζουμε από τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη ότι θεωρία χωρίς έρωτα είναι αδύναμη και ανέμπνευστη. Όλοι και όλες εμείς που δεχθήκαμε τη δημιουργική επιρροή του στοχασμού του Λακλάου, δεν χάσαμε μόνον έναν θεωρητικό κρίσιμο και για τη δική μας σκέψη. Χάσαμε ένα δικό μας πρόσωπο με το οποίο μας έδεναν δεσμά θεωρητικού έρωτα, με όλες τις αμφιθυμίες που χαρακτηρίζουν τις ερωτικές σχέσεις. Ας ζει αιώνια στον νου μας, στην πολιτική θεωρία της εποχής μας και στις πολιτικές της λαϊκής ριζοσπαστικής δημοκρατίας στην οποία ήταν στρατευμένος.

Πηγή Red NoteBook

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Για έναν πραγματικό επαναστατικό βολονταρισμό!

 
του Αλέξανδρου Κιουπκιολή
Η έκκληση αυτή επαναλαμβάνεται σήμερα από δημοφιλείς ριζοσπάστες θεωρητικούς, όπως ο Alain Badiou και ο Slavoj Zizek. Μας προτρέπουν να κάνουμε άμεσα πράξη μια εξισωτική δικαιοσύνη ενάντια στον κυρίαρχο «καπιταλο-κοινοβουλευτισμό», με μια πολιτική δράση που θα συνδυάζει αυστηρή συλλογική πειθαρχία, «συλλογική βία», με την έννοια της αυστηρής επιβολής ανατρεπτικών πολιτικών μέτρων, και βολονταρισμό, με την έννοια συλλογικών αποφάσεων που έρχονται σε ρήξη με την κρατούσα λογική της καπιταλιστικής «ανάπτυξης».[1]
 
Στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία, ωστόσο, η αναφορά σε επαναστατικούς βολονταρισμούς είναι πιθανότερο να προέρχεται από γραφεία καθεστωτικής προπαγάνδας, που θέλουν να εξορκίσουν το φάντασμα μιας  κυβέρνησης της αριστεράς με τον μπαμπούλα του «σοβιετικού» κινδύνου, από τραγελαφικές εκδοχές μιας παρωδίας της ένοπλης τρομοκρατίας ή από ρετρό περιθωριακά απομεινάρια μιας εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Κι όμως, είτε θέλουμε να εκφωνήσουμε αυτό το επικίνδυνο όνομα είτε όχι, ορισμένες εκδοχές επαναστατικού βολονταρισμού είναι εκ των ων ουκ άνευ στην Ελλάδα του 2014 και σε όσες κοινωνίες βρίσκονται σε ανάλογη μοίρα, αν θέλουμε να αλλάξουμε τον ρου των πραγμάτων, έστω και μόνον με την ανατροπή των μνημονιακών επιταγών. Η ισχυρή προβολή και πραγμάτωση μιας συλλογικής βούλησης, που θα πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα και θα είναι αποφασισμένη να παλέψει με όλες της τις δυνάμεις για μια δημιουργική συλλογική αλλαγή, είναι αναγκαία σε συνθήκες όπου τα πλέγματα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας είναι συντριπτικά εναντίον κάθε τέτοιας αλλαγής, τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς. Μόνον η πρόταξη μιας αποφασιστικής βούλησης ανατροπής, η οποία θα υποστηρίζεται από ανάλογα πολιτικά σχέδια και πολιτική οργάνωση, μπορεί να πείσει και τους ίδιους τους φορείς της και το κοινωνικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται, ότι αυτό που φαντάζει απίθανο, ανέφικτο, μη ρεαλιστικό στην παρούσα τάξη πραγμάτων, μπορεί να γίνει πραγματικότητα με τον πολιτικό μετασχηματισμό αυτής της τάξης από συλλογικά υποκείμενα. Μόνον έτσι, με άλλα λόγια, μπορούν να δημιουργηθούν οι καταστάσεις και οι πολιτικές που δεν υπάρχουν σήμερα, αλλά και να αναπτυχθούν τα, ισχνά σήμερα, πολιτικά υποκείμενα που θα τις οικοδομήσουν. Και, φυσικά, η βούληση δεν είναι επαρκής συνθήκη, και η επιτυχία της κάθε άλλο παρά εγγυημένη είναι, αλλά η βούληση είναι αναγκαία συνθήκη όταν το ζητούμενο είναι η ιστορική κατασκευή του καινούριου και διαφορετικού.
 
Υπάρχουν δύο τουλάχιστον επίπεδα σήμερα όπου η σκοπιμότητα του επαναστατικού βολονταρισμού γίνεται εντονότερα αισθητή, και μάλιστα ακριβώς με την πιο γόνιμη μορφή του - όχι δηλαδή ως υστερική άμετρη βία που είναι πολιτικά ατελέσφορη για την υπόθεση της ισοελευθερίας, αλλά ως αποφασιστική διάθεση οικοδόμησης του νέου, με πίστη, σχέδιο και συλλογική στράτευση. Το πρώτο αφορά την ευρωπαϊκή θέση της χώρας και ένα από τα επιτακτικότερα διλήμματα: πώς και αν είναι δυνατή η παραμονή στην ευρωζώνη (ή και την ίδια την ΕΕ) αν επιδιώκουμε τη διάλυση των μνημονιακών και ευρύτερα νεοφιλελεύθερων δεσμών. Μια λογική που μοιάζει να πρυτανεύει, εκκινεί από την ορθή διάγνωση ότι η κοινωνική πλειοψηφία στην Ελλάδα είναι συντηρητική, ανασφαλής και φοβισμένη. Συνεπώς, ακόμη και αν η έξοδος από την ευρωζώνη ήταν οικονομικά συμφέρουσα ή πολιτικά αναγκαία, η αναφορά σε αυτό το ενδεχόμενο, πόσο μάλλον η ρητή και συστηματική επεξεργασία ενός εναλλακτικού προγράμματος σε αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να αποφεύγεται, γιατί η ελληνική κοινωνία τρομάζει από τις πιθανές συνέπειες και τους απρόβλεπτους κινδύνους μιας τέτοιας εξέλιξης. 
 
Η αφετηριακή διάγνωση δεν είναι καθόλου εσφαλμένη. Αλλά το «ρεαλιστικό» συμπέρασμα που απορρίπτει κάθε «βολονταρισμό» δεν είναι τόσο ρεαλιστικό όσο φαίνεται. Βασίζεται σε ένα ανοικτό στοίχημα που είναι πιθανό να χαθεί σε διάφορες φάσεις, πριν ή μετά από μια εκλογική νίκη της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Με δεδομένη την ισορροπία δυνάμεων στην ΕΕ, την εδραία ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και των πολιτικών λιτότητας στον πυρήνα της, την περιθωριακή θέση της Ελλάδας και την αποδεδειγμένη αδυναμία όλων των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων να προβάλουν την οποιαδήποτε επιτυχημένη «αντίσταση», ο ρεαλιστικός νους υποθέτει πολύ εύλογα ότι και οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση θα είναι ομοίως καταδικασμένη να υποκύψει, ελλείψει ενός ισχυρού διαπραγμευτικού χαρτιού. Ή, αν αντισταθεί μέχρι τέλους, θα οδηγήσει τη χώρα στο χείλος του γκρεμού, και μάλιστα τυφλά και απροετοίμαστα, ελλείψει ενός γνωστού, επεξεργασμένου σχεδίου διάσωσης. 
 
Εν ολίγοις, ο ίδιος φοβισμένος συντηρητισμός που υποδεικνύει έναν συνετό πραγματισμό και την αποφυγή «υπερεπαναστατικών» εναλλακτικών προγραμμάτων, υποσκάπτει ρεαλιστικά και την υποστήριξη νέων κυβερνήσεων αντιπαράθεσης με τον μνημονιακό ζόφο. Αυτό καταγράφεται πολύ εύγλωττα και στη διαστρωμάτωση του εκλογικού σώματος. Τα πιο φοβικά και συντηρητικά στρώματα στήριξαν και εν πολλοίς στηρίζουν τη μνημονιακή παράταξη, όχι γιατί δέχονται με αγαλλίαση τις οικονομικές της επιθέσεις αλλά γιατί δεν μπορούν να διακρίνουν από την οπτική τους καμία ρεαλιστική εναλλακτική. Απεναντίας, ένας «επαναστατικός βολονταρισμός» που θα προτάσσει σταθερά και ξεκάθαρα τη βούληση της ρήξης και θα το κάνει αυτό στη βάση ενός διαρθρωμένου, δημόσιου εναλλακτικού σχεδιασμού, μπορεί να συμβάλλει στην ανάκτηση της χαμένης κοινωνικής αυτοπεποίθησης. Μερίδες της ελληνικής κοινωνίας έχουν αντισταθεί και δημιουργήσει σε πολύ δυσχερέστερες συνθήκες στο εσωτερικό και διεθνώς. Μια κοινωνία με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, έμψυχο δυναμικό, υποδομές και φυσικούς πόρους, με τη δυνατότητα διατροφικής κυριαρχίας, μπορεί να σταθεί στα πόδια της, να παλέψει, να αυτοσυντηρηθεί και να βρει εποικοδομητικές λύσεις σε φαινομενικά αδιέξοδα. Για να γίνει αντι-ηγεμονική μια πολιτική δύναμη σήμερα δεν μπορεί και δεν θα έπρεπε να ποντάρει στον «φόβο των μαζών», τον οποίο ακριβώς καλλιεργεί και εκμεταλλεύεται το καθεστώς της εξουσίας. Καλείται να συγκροτήσει αυτό που δεν υπάρχει, ένα νέο συλλογικό υποκείμενο, με αυτοπεποίθηση, με διάθεση και πρόγραμμα δράσης. Και δύσκολα θα σταθεί στο ύψος μιας τέτοιας πρόκλησης, αν στοιχηματίζει ως ένα σημείο στη δειλία της κοινωνίας, και βασίζει σε κενές διακηρύξεις την όποια επίκληση της θέλησής του για αλλαγή και τη βεβαιότητα ότι θα πετύχει. Αυτό είναι ο ορισμός του κακού βολονταρισμού: «θα γίνει, γιατί έτσι λέω και έτσι θέλω».
 
Σε ένα άλλο επίπεδο, η πραγματική ριζοσπαστική βουλησιαρχία είναι ήδη εδώ, ως έργο μικρών και ανώνυμων αλλά δυναμικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Στα ποικίλα συνεργατικά εγχειρήματα και τις δομές της αλληλεγγύης που εξυφαίνονται σε όλη την επικράτεια τα τελευταία δύο-τρία χρόνια, στα πλαίσια μιας αναδυόμενης κοινωνικής οικονομίας των αναγκών, των κοινών αγαθών και της συλλογικής αυτοδιαχείρισης, εντοπίζει κανείς την πραγματωμένη βούληση ατόμων και ομάδων να αντιταχθούν στις θεμελιώδεις συντεταγμένες της ιστορικής πραγματικότητας: στην κερδοσκοπική-εγωκεντρική λογική της αγοράς, στη γραφειοκρατική λογική του κράτους πρόνοιας, στο πελατειακό σύστημα και τη διαφθορά, στη δημοκρατία της ανάθεσης και της διοίκησης από τα πάνω, στις πλειοψηφικές διαθέσεις του φόβου, της ανασφάλειας, της αδράνειας και της υποταγής. Η βούληση αυτή κινείται ενάντια στο ρεύμα, όχι μόνον στα λόγια, σε διακηρύξεις και σε οργανώσεις προετοιμασίας μιας πολιτικής ανατροπής, αλλά γίνεται εν μέρει πράξη εδώ και τώρα, με τη συγκρότηση σχημάτων παροχής υπηρεσιών υγείας, παιδείας, κοινωνικής αρωγής, παραγωγής και διανομής προϊόντων που γίνονται με όρους κοινωνικών αναγκών, αυτοενδυνάμωσης και αμεσοδημοκρατικής διακυβέρνησης. 
 
Πρόκειται για ένα άλλο είδος και ήθος επαναστατικού βολονταρισμού, που με αγωνιστική ταπεινότητα και  πειραματικές δοκιμές τείνει να απαλλαγεί από τις παθολογίες αυτής της πολιτικής στάσης στο παρελθόν: την αντίληψη της πεφωτισμένης πρωτοπορίας που κατέχει την αλήθεια για την επανάσταση και καθοδηγεί τις τυφλές μάζες, την πρόταξη μιας αρνητικότητας που καταστρέφει διά της άμετρης βίας το παρόν και τις δυνάμεις της αντίδρασης προκειμένου να εφαρμόσει εν συνεχεία πάνω στο καθαρμένο σώμα της κοινωνίας συνταγές κοινωνικής αναδιάταξης από τα πάνω. Εδώ, η έμφαση πέφτει αντιθέτως στη θετική δημιουργία στα χάσματα των κοινωνικών δομών και στις εξαρθρώσεις που γεννά η κρίση. Η αρνητικότητα της απόρριψης του κατεστημένου συνυφαίνεται εξ αρχής με την οικοδόμηση άλλων σχέσεων, δομών και υποκειμένων που μπορούν να συντηρήσουν την κοινωνία, να οικοδομήσουν συλλογικά σώματα αλληλοϋποστήριξης και πίστης, να χαράξουν δρόμους ευρύτερων μετασχηματισμών της κοινωνικότητας και να διαπαιδαγωγήσουν έμπρακτα νέους ανθρωπότυπους στη θέση των απαθών-παθητικών καταναλωτών. Η ενίσχυση και εξάπλωση ενός τέτοιου επαναστατικού βολονταρισμού μπορεί να δημιουργήσει, αργά αλλά σταθερά, τη λιτή ευδαιμονία μιας εξισωτικής δημοκρατίας που μας λείπει.
 
Μόνο με τέτοιους όρους μπορούμε να αναζητήσουμε το νόημα της ευρωπαϊκής προοπτικής, δηλαδή βγαίνοντας έξω από τη λογική του «πραγματιστικού» συντηρητικού εκβιασμού: αντιπαραθέτοντας πειστικά, τόσο τακτικά όσο και στρατηγικά, το αίτημα της χειραφέτησης απέναντι στις κυρίαρχες δομές της Ε.Ε. Μόνο έτσι, η όποια «διαπραγμάτευση με τους δανειστές» θα μπορούσε να είναι και αποτελεσματική: όταν υπάρχει η πολιτική βούληση, αποτυπωμένη σε κοινωνικό ρεύμα, για έξοδο από τη λογική τους και από τις δεσμεύσεις που αυτή επιβάλλει.
Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής διδάσκει Σύγχρονες πολιτικές θεωρίες στο ΑΠΘ

[1] Βλ. ενδεικτικά S. Zizek, 2008, In Defense of Lost Causes, Λονδίνο-Νέα Υόρκη: Verso, σ. 461.


 Πηγή Αναγνώσεις της "Αυγής"

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Η ΕΡΤ και οι αγώνες για τα κοινά της εποχής μας: "Αυτό το πράγμα με ξεπερνάει"


του Αλέξανδρου Κιουπκιολή


Ποικίλες φωνές από τα άκρα της Δεξιάς ώς και την καθεστωτική Κεντροαριστερά δηλώνουν αυτές τις μέρες σε δραματικούς τόνους την ειλικρινή ή ειρωνική αδυναμία τους να κατανοήσουν το κύμα της υπεράσπισης της ΕΡΤ από πλήθη της θεσμικής Αριστεράς, της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, ακόμη και του αντιεξουσιαστικού, αντικρατικού χώρου. Πώς είναι δυνατόν όλοι αυτοί να προασπίζονται ένα εμβληματικό άντρο της διεφθαρμένης κρατικής εξουσίας, των πελατειακών σχέσεων, της κυβερνητικής προπαγάνδας και της διασπάθισης δημόσιου χρήματος, ενώ μέχρι πρόσφατα κατήγγελλαν την κρατική ραδιοτηλεόραση με αυτούς ακριβώς τους όρους; Η απάντηση είναι προφανής - αλλά η απορία, είτε είναι γνήσια είτε όχι, εκφράζει μια αντικειμενική αλήθεια.

Η πλειονότητα των πολιτικών και κοινωνικών φορέων και των απλών πολιτών που υπερασπίζονται σήμερα δημόσια την ΕΡΤ δεν την υποστηρίζουν, εννοείται, ως προπύργιο της κρατικής διαφθοράς και ως ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους. Και η πολιτική λογική αυτής της υπεράσπισης ξεπερνάει πράγματι τον κατεστημένο τρόπο σκέψης γύρω από τη διαχείριση των συλλογικών αγαθών που παραμένει αγκυλωμένος στο δίπολο κράτος ή/και αγορά.

Ο σημερινός αγώνας για τη διάσωση και αναβάθμιση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης είναι, πρωταρχικά, για κρίσιμες μερίδες της κοινωνίας, ένας αγώνας ενάντια στην κυριαρχία των ιδιωτικών καναλιών στην ενημέρωση και στον δημόσιο διάλογο, αλλά και ενάντια στη δημιουργία μιας ακόμη πιο ελεγχόμενης και κρατικο-κομματικής «ΝΕΡΙΤ». Είναι, σε βάθος, μια πάλη για τη διαφύλαξη του κοινού νεοελληνικού πολιτισμού, του αρχείου της νεότερης ιστορίας μας και του δημόσιου πολιτικού χώρου όπως αυτά έχουν ενσαρκωθεί και συμπυκνωθεί ιστορικά στον ραδιοτηλεοπτικό φορέα της ΕΡΤ, με όλες τις στρεβλώσεις και τις παθολογίες τους. Και, οραματικά και προγραμματικά, αποτελεί τη μάχη για μια άλλη ΕΡΤ, «ακομμάτιστη, ανεξάρτητη από τα κέντρα εξουσίας... με απόλυτο σεβασμό στον δημόσιο χαρακτήρα της, με χώρο και θέση για όλες τις φωνές και απόψεις και με χρηστή διαχείριση και του τελευταίου ευρώ που πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος»1, τη μάχη για ένα πυλώνα κοινωνικών μέσων ενημέρωσης που θα παρέχουν αδέσμευτη πληροφόρηση στην υπηρεσία κοινωνικών αναγκών.2 Με άλλα λόγια, ο τωρινός αγώνας για την ΕΡΤ έχει γίνει αγώνας για τα κοινά του πολιτισμού πέρα από την αγορά και το κράτος - τα κοινά της επικοινωνίας, των μέσων ενημέρωσης, της εργασίας, του δημόσιου χώρου, του πολιτικού διαλόγου, της νεότερης Ιστορίας.

Τα εν λόγω κοινά έχουν μια διττή έννοια. Αφενός, αποτελούν δημόσια αγαθά που παράγονται συλλογικά από την κοινωνία ή/και ανήκουν από κοινού σε αυτή. Αφετέρου, συνιστούν κοινωνικά αγαθά, η διαχείριση των οποίων γίνεται, ή επιδιώκεται να γίνει, με όρους κοινής ωφέλειας, αυτοδιεύθυνσης και ισότιμης δημοκρατικής συμμετοχής από τους εργαζομένους και τις κατά τόπους κοινότητες. Η λογική της παραγωγής, της διαχείρισης και της κατανομής των κοινών ξεφεύγει, λοιπόν, από τη λογική τόσο της αγοράς, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του ιδίου οφέλους, όσο και του κράτους ως ιεραρχικού, γραφειοκρατικού και αυταρχικού φορέα διοίκησης των συλλογικών πόρων και της κοινωνικής πρόνοιας. Είναι πολύ λογικό, συνεπώς, να ξεπερνάει την πολιτική νοημοσύνη και των παραδοσιακών κρατιστών και των νεοφιλελεύθερων φετιχιστών της αγοράς και των συνήθων επιμειξιών τους.

Οι αγώνες για τα κοινά δεν είναι καινοφανείς στην Ελλάδα της κρίσης, όπου η κατάρρευση της αγοράς και η σταδιακή διάλυση του κράτους πρόνοιας επιβάλλουν άμεσα την αναζήτηση πραγματικών άλλων δρόμων για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και την αναγέννηση της δημοκρατίας. Οι δομές της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας που κτίζονται τα τελευταία χρόνια, με τα δίκτυα ανταλλαγών, τα κοινωνικά ιατρεία, τις κολεκτίβες εργασίας κ.ά., που ξεφυτρώνουν σε όλη την Ελλάδα, εκφράζουν αυτή την αναζήτηση με έναν ουσιαστικό, δημιουργικό τρόπο που αλλάζει σταδιακά τις κοινωνικές σχέσεις και υποδομές στο έδαφος της καθημερινότητας. Αλλά η μάχη της ΕΡΤ συνιστά μια τομή στους σημερινούς αγώνες για τα κοινά. Τους φέρνει στο προσκήνιο, τους μαζικοποιεί, βαθαίνει και διευρύνει την εναλλακτική πολιτική συνείδηση που τους διέπει και, καθώς διεξάγεται στο κέντρο των σύγχρονων κοινών της επικοινωνίας και της κατασκευής της πραγματικότητας, παρεμβαίνει δυναμικά σε νευραλγικά πεδία του συμβολικού - των κοινωνικών αναπαραστάσεων, των αξιών και των νοημάτων. Το στοίχημα πλέον για «το πράγμα αυτό» είναι να ξεπεράσει όχι μόνο τη νοημοσύνη, αλλά και την πραγματικότητα της καθεστηκυίας τάξης.

---------------------------------------------------
1 Ν. Γρυλλάκης, εκπρόσωπος συντακτών στη ΝΕΤ, «Πρώτοι εμείς ζητήσαμε την εξυγίανση της ΕΡΤ», απεργιακό φύλλο Αδέσμευτη Γνώμη, 15-16 Ιουνίου 2013, σ. 5.

2 Βλ. το κείμενο-διακήρυξη «Ποιοι είμαστε» του απεργιακού φύλλου των δημοσιογράφων Αδέσμευτη Γνώμη, 15-16 Ιουνίου 2013, σσ. 1-2.

Πηγή Αυγή

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Για μια άλλη δημοκρατία των κοινών


Του Αλέξανδρου Κιουπκιολή [1]

Δεν υπάρχει ίσως πιο κοινότοπη διάγνωση για τη σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία στην Ελλάδα (και όχι μόνον) από εκείνη που επισημαίνει τη βαθιά και πολυδιάσταση παρακμή της. Η εξάλειψη της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας, η υποκατάσταση της κοινοβουλευτικής εξουσίας από μια διακυβέρνηση με άνωθεν διατάγματα («πράξεις νομοθετικού περιεχομένου»), η υποταγή στη δικτατορία των αγορών και των διεθνών οργάνων τους, η καρκινωματική διαφθορά που εκτρέφει πλέον έναν κανιβαλισμό μέσα στο ίδιο το κατεστημένο, προβάλλουν αυτόματα σε μια πρόχειρη σταχυολόγηση των συμπτωμάτων.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι η κρίση της αντιπροσώπευσης και η έκπτωση της πολιτικής δεν περιορίζονται στις παλιές καθεστωτικές δυνάμεις. Επιπλέον, ριζοσπαστικές εναλλακτικές που αναδύθηκαν τα τελευταία χρόνια, από το κίνημα των πλατειών ως την εξάπλωση αυτόνομων χώρων και πρωτοβουλιών κοινωνικής οικονομίας, δεν έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν αποτελεσματικές και εκτεταμένες δημοκρατικές αντιεξουσίες, παραμένοντας ασταθείς, φευγαλέες, ευάλωτες και μικροσκοπικές κουκκίδες σε έναν ζοφερό αρχιπέλαγος. Αυτό δείχνουν, μεταξύ άλλων, οι πρόσφατες καθεστωτικές επιδρομές σε μια σειρά αυτοοργανωμένων καταλήψεων.

Το αίτημα για μια άλλη δημοκρατία έχει διατυπωθεί και εξακολουθεί να διατυπώνεται συλλογικά, αλλά δεν απαντάται ακόμη συλλογικά, και η υπαρκτή δημοκρατία εκφυλίζεται βαθύτερα μέρα με τη μέρα, δυναστεύοντας και καταστρέφοντας την κοινωνία. Πώς μπορούμε να σκεφτούμε και να πράξουμε σήμερα μια διαφορετική, συμμετοχική, μαζική, κοινωνική πολιτική, όταν απέχουμε πολύ από τη δημιουργία των θεσμών και του ήθους μιας γενικευμένης συλλογικής αυτοκυβέρνησης; Πώς, όταν η κατεστημένη κρατική διακυβέρνηση, με το τεράστιο πλέγμα των κοινωνικών υποδομών της, το εύρος της οργάνωσης και την πανοπλία των κατασταλτικών μηχανισμών της, είναι πάντα παρούσα, καθοριστική για την καθημερινότητα των πολλών, επικίνδυνη και ισχυρή;

Το γεγονός ότι το σύγχρονο κράτος δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ως μοχλός κοινωνικής χειραφέτησης αλλά ούτε και απλώς να γκρεμισθεί από τη μια μέρα στην άλλη υπαγόρευσε εύλογα τον σύγχρονο μικρο-ουτοπικό εναλλακτισμό μιας αρχόμενης νέας οικοδόμησης στις «ρωγμές» του κράτους και του καπιταλισμού.[2] Η ιδέα είναι να ξεκινήσουμε σταδιακά να διαπλάθουμε τις διαφορετικές σχέσεις, τις υποκειμενικότητες και τις υποδομές μιας αυτόνομης εξισωτικής κοινωνίας στα διάκενα που αφήνουν ανοικτά τα κατεστημένα πλέγματα εξουσίας τα οποία δεν μπορούμε άμεσα και εύκολα να διαλύσουμε, αλλά δεν θέλουμε επίσης να τα ελέγξουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε. Με την εξάπλωση, την επέκταση και τη δικτύωσή τους, οι ποικίλες νησίδες ενός άλλου κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις νέες εκείνες παραγωγικές, προνοιακές, εκπαιδευτικές κ.ά. υποδομές που θα είναι ικανές να αντικαταστήσουν τις κυρίαρχες κρατικές.

Πράγματι, αυτή η άμεση μικρο-κοινωνική ανακατασκευή είναι από τους πιο δόκιμους τρόπους για να πειραματιστούμε με το καινούριο και να διαμορφώσουμε τους νέους ανθρώπους μιας άλλης κοινωνίας, μέσα από μια αυτομάθηση της ελευθερίας που μπορεί να λύσει το «ρουσσωικό παράδοξο» -τη δημιουργία κοινωνιών ισότητας και ελευθερίας από ανελεύθερους και υποταγμένους (ή εξουσιαστές) ανθρώπους. Παραμένει, ωστόσο, ένα απαράκαμπτο πρόβλημα: τι κάνουμε στο μεταξύ με τα υπαρκτά κράτη;

Μια πρακτική διέξοδος διερευνάται ήδη με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία σε χώρες της Λατινικής Αμερικής: η σύζευξη της ανάπτυξης αυτοδύναμων κινημάτων που προωθούν την κοινωνική αυτοοργάνωση με τη μερική και υπό όρους συνεργασία με «προοδευτικές» κυβερνήσεις, οι οποίες δεν αντιστρατεύονται τουλάχιστον, αν δεν ενισχύουν, τους κινηματικούς στόχους. Αυτή τη «λύση» εισηγούνται, στην πραγματικότητα, και οι Hardt και Negri στην πρόσφατη Διακήρυξή τους (2012), και την επεξεργάζονται θεωρητικά αντλώντας από τις πρόσφατες εμπειρίες τέτοιων υβριδισμών σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Βολιβία και η Βενεζουέλα.[3] Κινήματα όπως το ΜST (Kίνημα των Ακτημόνων) στη Βραζιλία προσέφεραν τη στήριξή τους σε κεντροαριστερά κόμματα και κυβερνήσεις (του Εργατικού Κόμματος του Λούλα και της Ρούσεφ, σήμερα) γιατί θεωρούν ότι παρακωλύουν λιγότερο το έργο της κοινωνικής αλλαγής στο οποίο έχουν επιδοθεί και το οποίο συνεχίζουν ανεξάρτητα, χωρίς να αφομοιώνονται και χωρίς να υποτάσσονται οργανωτικά και ιδεολογικά σε κανένα πολιτικό κόμμα ή κράτος.

Σε αυτού του τύπου τη «διαζευκτική σύζευξη» αυτόνομων κοινωνικών κινητοποιήσεων και κυβερνητικών/κομματικών πολιτικών, οι πρώτες δεν περιμένουν από τις κυβερνήσεις την πραγματική κοινωνική αλλαγή, την οποία θεωρούν δική τους υπόθεση, ούτε επιδιώκουν την «κατάληψη» της κρατικής εξουσίας. Το μόνο που επιζητούν είναι να εξασφαλίζουν ένα λιγότερο εχθρικό, αν όχι ευνοϊκό, πλαίσιο κρατικής πολιτικής για τις δικές τους αυτόβουλες δράσεις του κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι μπορούν να αφοσιωθούν στα μακρόχρονα και κοπιώδη πειράματα της εξισωτικής χειραφέτησης που πρέπει να είναι έργο της ίδιας της κοινωνίας, περιορίζοντας παράλληλα τους κινδύνους της κρατικής καταστολής, της καπιταλιστικής λαίλαπας ή της κατάρρευσης των προνοιακών υποδομών πριν τη διαμόρφωση νέων. Σε αυτή τη «θεσμικότητα του κοινού», όπως την ονομάζουν οι Hardt και Negri,[4] τα κινήματα δεν διαφυλάσσουν απλώς τη διακριτότητα και την αυτοδυναμία τους στα πλαίσια μιας εξ αποστάσεως και εργαλειακής υποστήριξης κυβερνήσεων φιλικότερων προς τα σχέδιά τους. Η συνεργασία συνδυάζεται με την άσκηση πιέσεων, με αντιστάσεις και ανταγωνισμό, όταν οι κυβερνητικές επιλογές στρέφονται εναντίον βασικών κοινωνικών αναγκών ή των στόχων της εξισωτικής αυτοθέσμισης, όταν οι κυβερνήσεις και τα κόμματα επιχειρούν να αποκαταστήσουν τον παραδοσιακό εξουσιαστικό τους ρόλο ή εξυπηρετούν και πάλι συμφέροντα της ολιγαρχίας. Μια τέτοια σχέση κράτους και κοινωνικής αλλαγής δεν υπόσχεται κανένα μαγικό κλειδί για την επίλυση των διλημμάτων που επισημάναμε, αλλά προσφέρει ίσως μια κάποια, πραγματιστική λύση όσο υπάρχουν κραταιά κράτη, όσο οι κοινωνίες είναι βαθιά ενσωματωμένες σε αυτά και όσο τα κράτη επιδίδονται, όπως σήμερα, στην καταστροφή και την καθυπόταξη του συλλογικού βίου.

Η ανταγωνιστική σύνταξη κοινωνικών κινητοποιήσεων και θεσμικών φορέων επιτρέπει την προαγωγή μιας πλουραλιστικής κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης και τη σταδιακή αυτοανάπτυξη μιας άλλης δημοκρατίας των κοινών. Αν συγκροτηθούν ανοικτοί και πολλαπλοί τόποι συνεννόησης και αντιπαράθεσης διαφορετικών πολιτικών βουλήσεων, η κυρίαρχη εξουσία διαλύεται σε ένα «ανοικτό εργαστήριο συναινετικών παρεμβάσεων και πλουραλιστικών δημιουργιών νομοθετικών κανόνων».[5] Μπορεί να διαμορφωθεί έτσι μια ευρύτερη δύναμη που θα καταλύσει τα παλιά αστικά συντάγματα και θα ξεκινήσει μια αργή επεξεργασία των ηθικών και πολιτικών αξόνων ενός νέου συντάγματος. Και τα κινήματα θα έχουν πρόσβαση σε «αντι-εξουσίες» που μπορούν να επιστρατευθούν στην περίπτωση εμφάνισης σοβαρών απειλών κατά της διαδικασίας οικοδόμησης των κοινών. Οι πλουραλιστικές-συναινετικές μορφές διακυβέρνησης με πολλαπλά σημεία εισόδου και η διαρκής διάπλαση των κανόνων για την κοινή ζωή μέσω αυτών των μορφών συνιστούν στοιχεία του «διαδικασιακού ορίζοντα μιας συμμετοχικής δημοκρατίας του κοινού».[6]

Ποια μορφή, όμως, μπορεί να έχει μια νέα «δημοκρατία των κοινών» που θα οικοδομηθεί σταδιακά και αυτόνομα, από τη συλλογική κινητοποίηση, στο πλαίσιο που θα δημιουργήσει μια ευνοϊκή «διαζευκτική σύζευξη» με τις σημερινές κρατικές διακυβερνήσεις; Το «κοινό» δηλώνει συλλογικούς φυσικούς (π.χ. νερό, αέριο) και άλλους κοινωνικούς πόρους, για την υπεράσπιση των οποίων αγωνίζονται λαοί ανά τον πλανήτη ενάντια στην «πολιτεία της ιδιοκτησίας». Αλλά σημαίνει κυρίως ότι οι αγώνες του πλήθους βασίζονται σε «κοινές οργανωτικές δομές», όπου το κοινό δεν αποτελεί φυσικό πόρο αλλά κοινωνικό προϊόν και συνιστά μια «ανεξάντλητη πηγή καινοτομίας και δημιουργίας». Το πλήθος που συγκροτεί τα κοινά αποτελείται από ένα «ανοικτό σύνολο κοινωνικών μοναδικοτήτων που είναι αυτόνομες και ίσες».[7] Η δημοκρατία των κοινών δεν θα αποβλέπει στην ομοιοφωνία και την ισοπεδωτική συναίνεση αλλά στη «συγκόλληση» των διαφορών και τον πλουραλιστικό, κατά το δυνατό, συμβιβασμό τους.[8]

Ποιες «κυβερνητικές τεχνολογίες» μπορούν  να προάγουν στην πράξη την ελευθεριακή πληθυντικότητα και πώς είναι δυνατόν, από άποψη οικονομίας χρόνου και ενέργειας, να εμπλέκονται όλα τα μέλη μιας συλλογικότητας, ταυτόχρονα και διαρκώς, στη δημοκρατική συνδιαχείριση όλων των βασικών, έστω, συλλογικών αγαθών και υποδομών (νερό, ενέργεια, τράπεζες, εκπαίδευση, διαβουλευτικά φόρουμ για τις ευρύτερες κοινωνικές υποθέσεις); Σε ένα τέτοιο καθεστώς, θα έμενε ελάχιστος χρόνος για βιωτικές και άλλες δραστηριότητες, καθώς εδώ δεν θα είχαμε απλώς μια αναβίωση της κλασσικής άμεσης δημοκρατίας, η οποία προϋπέθετε ότι άλλοι/ες επωμίζονται σημαντικό μέρος της καθημερινής αναπαραγωγικής πράξης ώστε να μπορούν οι πολίτες να συνεδριάζουν στην εκκλησία του δήμου. Θα είχαμε μια πολλαπλά απαιτητική άμεση δημοκρατία στη νιοστή, όπου ν=το πλήθος των συλλογικών αγαθών και πεδίων σε μια σύνθετη, ανεπτυγμένη κοινωνία. Είναι γνωστό, εξάλλου, από την κοινωνιολογία των κινημάτων, ότι η εντατική και «συμπαγής» μαζική συμμετοχή έχει έναν περιοδικό, φευγαλέο και απρόβλεπτο χαρακτήρα και δύσκολα νοείται ως μόνιμη κατάσταση, λόγω του βαθμού της αφοσίωσης και της υψηλής ανάλωσης ενέργειας που απαιτεί από όλες/ους όσες/ους συνεργούν.

Για την αντιμετώπιση και των δύο κομβικών ζητημάτων που καθιστούν ανέφικτη ή ανεπιθύμητη μια «κοινοποίηση» της πολιτικής και όλων των κοινωνικών αγαθών, θα σκιαγραφήσουμε ένα τρόπο συλλογικής λειτουργίας που βρίσκεται σε στενή συνάφεια με τη φιλοσοφία και την πολιτική των κοινών, καθώς εντοπίζεται στις «κοινότητες ανοικτού λογισμικού», σε ανοικτές διαδικτυακές κοινότητες wiki (όπως η Wikipedia), στην πλουραλιστική «θεσμικότητα του κοινού» των Hardt και Negri, αλλά στις δημοκρατικές πρακτικές «των πλατειών» του 2011. Ένας κρίσιμος κοινωνικός πόρος, όπως είναι η εκπαίδευση, οι μεγάλες κοινωφελείς επιχειρήσεις, οι τράπεζες κ.ο.κ, μπορεί να «κοινοποιηθεί» εφόσον η διακυβέρνησή του ως κοινού κτήματος διεξάγεται μέσα από ανοικτές πλατφόρμες συλλογικής διαβούλευσης στις οποίες συμμέτεχει ελεύθερα κάθε ενδιαφερομένο μέρος στη βάση της ισότητας. Στην πράξη, αυτή η πολιτική λογική οδηγεί στη σύσταση πυρήνων από αφοσιωμένους «ακτιβιστές» που προωθούν τη δημιουργία του κοινού έργου, το παρακολουθούν επιμελώς, αποκτούν μεγαλύτερη εμπειρία και εποπτική γνώση για τη διαχείρισή του κλπ. Γύρω από αυτούς σχηματίζονται κύκλοι συμμετεχόντων από την ευρύτερη κοινότητα με διαφορετικούς βαθμούς ενδιαφέροντος, αφοσίωσης και προσφοράς, οι οποίοι ωστόσο συνεισφέρουν με ιδέες, προτάσεις και έργα στην κατασκευή των κοινών και μπορούν, εφόσον το επιθυμήσουν, να ενταχθούν στον κεντρικό πυρήνα.

Το «μοντέλο της ανοικτής πλατφόρμας» στη διαχείριση των κοινών είναι τρωτό, φυσικά, στον κίνδυνο εμφάνισης νέων ελίτ και κλειστών κύκλων που δεν θα αντιπροσωπεύουν την πληθυντικότητα και τις αντιθέσεις της κοινωνίας στην οποία εντάσσονται και ενδέχεται να υψώσουν νέους, άτυπους φραγμούς εισόδου. Θα πρέπει συνεπώς να εμπλουτιστεί με αποδοτικούς μηχανισμούς διαφάνειας και λογοδοσίας στην ευρύτερη κοινωνία, οι οποίοι θα ελέγχουν τη συνύφανση των επιλογών του «διαχειριστικού κοινού» με γενικότερες έγνοιες και ενδιαφέροντα, θα αποτρέπουν την εκ νέου περιχαράκωση και ηγεμόνευση των κοινών από αποκλειστικές ελίτ, θα διευκολύνουν τη σύμπραξη κάθε νέου ενδιαφερόμενου και θα επινοούν τρόπους προσέλκυσης νέων συμμετοχών στη διακυβέρνηση και στην παραγωγή από κοινού. Θα μεριμνούν, επίσης, ώστε να υπάρχει ένα επαρκές μείγμα ετεροτήτων, εντάσεων και αντιθέσεων στον κεντρικό πυρήνα της διεύθυνσης των κοινών, και θα ανοίγουν φόρουμ μητροπολιτικής διαβούλευσης και παρέμβασης από τα έξω, σπάζοντας ξανά όποια στεγανά τείνουν να επανεμφανιστούν.

Η φαντασίωση μιας «πλήρους παρουσίας της κοινωνίας στον εαυτό της», μιας καθολικής συμμετοχής και γενικής συναίνεσης στα ανακτημένα κοινά, που είναι πιθανόν να συγκαλύπτει στην πραγματικότητα νέες ιδιοποιήσεις, οριοθετήσεις και ηγεμονίες, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί. Στη θέση της καλούμαστε να σφυρηλατήσουμε την αγωνιστική και πλουραλιστική πολιτική τεχνολογία μιας διασπασμένης,  πολυκεντρικής και ομόσπονδης κυριαρχίας που θα μπορέσει να κάνει πράξη μια αποτελεσματική κοινοποίηση των κοινωνικών αγαθών διασώζωντας με πολιτικούς μηχανισμούς και δυναμικές πρακτικές την πληθυντικότητα, τον ανταγωνισμό, την ετερογένεια, τη δημιουργικότητα και την ανοικτότητα.

__________________________

[1] Το κείμενο αντλεί στοιχεία από το άρθρο μου «Να κάψουμε τις «εκκλησίες της αριστεράς»;», που δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής, 13.01.2013.

[2] Πιο γνωστός εκφραστής αυτής της θέσης σήμερα είναι μάλλον ο John Holloway με τα έργα του Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία (2006), μτφρ. Α. Χόλογουεη, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλα και  Ρωγμές στον καπιταλισμό (2011), μτφρ. Α. Χόλογουεη, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλα.

[3] Βλ. Hardt και Negri, Declaration, (2012), Declaration, Argo Navis Author Services, New York, σσ. 80-84. Ελληνική μετάφραση: Michael Hardt και Antonio Negri (2012), Να πάρουμε τη σκυτάλη. Διακήρυξη, Αθήνα, Βιβλιόραμα , σσ. 103-107.

[4] Βλ. Hardt και Negri, Declaration, ε.α., σσ. 82.

[5] Ε.α., σ. 82.

[6] Ε.α., σ. 84.

[7] Hardt, Negri, Commonwealth, Cambridge, Mass.: Belknap Press of Harvard University Press, σ. 111.

[8] Ε.α., σ. 64.

Αναδημοσίευση από Red NoteBook

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Κράτος και κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη κριτική σκέψη

Αναδημοσίευση από τις Αναγνώσεις της "Αυγής"

Να κάψουμε τις «εκκλησίες της αριστεράς»;

του Αλέξανδρου Κιουπκιολή
 
 
Οι Michael Hardt και Antonio Negri κλείνουν τη Διακήρυξή τους (2012) για τη δημοκρατική πολιτική της εποχής μας με την έκκληση-πυροτέχνημα «να αδειάσουμε κι άλλο τις εκκλησίες της αριστεράς, να σφαλίσουμε τις πόρτες τους, και να τους βάλουμε φωτιά!».[1] Οι «εκκλησίες» στις οποίες αναφέρονται είναι τα κόμματα, οι σαφείς ιδεολογικές γραμμές, τα πολιτικά προγράμματα και οι συγκεντρωτικές ηγεσίες. Υποστηρίζουν ότι τα δημοκρατικά κινήματα της Αραβικής Άνοιξης, των Αγανακτισμένων και του Occupy στη Βόρεια Αμερική αποκήρυσσαν αυτούς ακριβώς τους δομικούς άξονες της επαναστατικής ή μεταρρυθμιστικής πολιτικής του παρελθόντος, και από εδώ ακριβώς πήγαζε η δύναμή τους. Σήμερα θα πρέπει όχι απλώς να συνεχίσουμε αλλά να βαθύνουμε αυτή τη ρήξη.

Σε μια χώρα όπου σημαντικές, αν όχι πλειοψηφικές, μερίδες της αριστεράς και των ψηφοφόρων ευρύτερα μοιάζουν να έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους για άμεση αλλαγή στη συγκρότηση ενός μεγάλου δημοκρατικού αριστερού κόμματος που θα μπορέσει να αναλάβει σύντομα τα ηνία της κυβέρνησης για να ανασχέσει την κοινωνική καταστροφή, η πρόταση αυτή και η λογική της προέκταση -ότι δεν θα πρέπει να επιδιωχθεί η κατάληψη της κρατικής εξουσίας- είναι πιθανόν να ακούγεται από παράδοξη ως εξωφρενική, άκρως ανεύθυνη ή και καταστροφική. Και όμως, οι Hardt και Negri έχουν δίκιο! Με κάποιες, ωστόσο, αναγκαίες διευκρινίσεις και αναθεωρήσεις, τις οποίες υπονοούν στην πραγματικότητα και οι ίδιοι στο τελευταίο αυτό μανιφέστο τους, το οποίο ευαγγελίζεται μια ισχυρή, άμεση δημοκρατία του πλήθους.
 
Στον ορίζοντα που άνοιξαν οι δημοκρατικές κινήσεις και εξεγέρσεις του 2011 παγκόσμια, η αναγέννηση της δημοκρατίας, η οποία σήμερα έχει εκφυλιστεί σε μια αυταρχική ολιγαρχία του πλούτου, θα επέλθει μέσα από τη σύσταση πλατιά συμμετοχικών θεσμών που θα ξαναδίνουν τη δημοκρατική διακυβέρνηση στο σύνολο των πολιτών, στη βάση μιας πραγματικής πολιτικής ισότητας. Η εξισωτική αυτοκυβέρνηση της κοινωνίας έρχεται επί της αρχής σε αντίθεση με την ύπαρξη του κράτους ως φορέα εξαναγκαστικής εξουσίας, ο οποίος στην καθημερινή του λειτουργία έχει σχετικά αυτονομηθεί από το πλήθος των πολιτών, από τη βούληση και τη διαβούλευσή τους. Το κράτος υπ’αυτή την έννοια δεν μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ούτε ως μέσο για την κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση. Αυτό ακριβώς είναι το δίδαγμα τόσο της λενινιστικής όσο και της σοσιαλδημοκρατικής αποτυχίας στην εγκαθίδρυση μιας χειραφετημένης κοινωνίας που θα διαχειρίζεται από κοινού τις υποθέσεις της, κάνοντας πράξη την ίση πολιτική ελευθερία. Πολύ απλά, συλλογική αυτοδιεύθυνση από όλους/ες για όλους/ες σημαίνει πρωτοβουλία και αυτενέργεια όλων των πολιτών. Η κρατική εξουσία ως ποιμαντική καθοδήγηση και άνωθεν εξαναγκασμός αναιρούν αυτή τη συνθήκη και εμποδίζουν εξαρχής την ανάπτυξή της, το προοδευτικό ξεδίπλωμα δηλαδή μιας πολιτικής διαδικασίας με την οποία όλα τα μέλη μιας κοινωνίας θα πάρουν μαζί τα πράγματα στα χέρια τους και θα συναποφασίζουν ενεργά για τα κοινά. Οι πολίτες που εξουσιάζονται δεν είναι αυτεξούσιοι ούτε μαθαίνουν στην πράξη πώς να γίνουν. Απεναντίας, μαθαίνουν μόνον πώς να είναι και να παραμένουν υπήκοοι, οπαδοί και πελάτες.
 
Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό ο ιστορικός αναρχισμός είχε αντιταχθεί από την αρχή στη μαρξική στρατηγική της «δικτατορίας του προλεταριάτου» που θα επιστράτευε σε πρώτο στάδιο τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς. Αλλά αυτή η ιστορική εναλλακτική, που προτείνει την καταστροφή αντί της κατάληψης του κράτους ως πρώτο βήμα για την κοινωνική ισοελευθερία, μοιάζει σήμερα πιο άκαιρη από ποτέ. Τα περισσότερα σύγχρονα κράτη διαθέτουν τέτοια πολεμική τεχνολογία και τέτοια δύναμη πυρός που η «καταστροφή» τους από εξεγερμένες μάζες ηχεί ως αστείο, αν όχι ως προδιαγεγραμμένο μακελειό. Επιπλέον, τα σύγχρονα κράτη έχουν υφάνει τόσο στενές και εκτεταμένες σχέσεις αλληλεξάρτησης με το σύνολο της κοινωνικής ζωής που η άμεση διάλυσή τους δεν φαίνεται απλώς αδύνατη αλλά και ανεπιθύμητη, γιατί θα συνεπαγόταν τον εκμηδενισμό θεμελιωδών προϋποθέσεων του βίου αν δεν δημιουργηθούν πρώτα εναλλακτικές υποδομές για να αντικαταστήσουν τις κρατικές. Δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο βασίζονται στην κρατική διοίκηση, τη νομοθεσία και το κράτος πρόνοιας για την καθημερινή οικονομική τους επιβίωση -μέσω των μισθών, των συντάξεων και όλων των πολύπλοκων διασυνδέσεων της αγοράς με το κράτος-, αλλά και για την υγεία, την παιδεία, τις μεταφορές και τη στέγασή τους, όπως και για μια ελάχιστη, έστω, νομοθετική προστασία από την εκμεταλλευτική ασυδοσία του αγοραίου καπιταλισμού ή από το ποινικό έγκλημα.
 
Στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, στο μεγαλύτερο μέρος των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, η ολοκλήρωση της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο έχει συμπληρωθεί από την ολοκλήρωση της ενσωμάτωσης και υπαγωγής της κοινωνίας στο κράτος ως μηχανισμό διοίκησης, ελέγχου και κοινωνικής πρόνοιας. Η «απλή» και άμεση εξάρθρωσή του θα συνεπέφερε την απλή και άμεση εξάρθρωση του σύγχρονου κοινωνικού ιστού. Και, εξίσου σημαντικό, δεν θα κατέστρεφε ριζικά το κράτος. Γιατί αυτό δεν είναι απλώς μια εξωτερική θεσμική παρουσία, αλλά ένας τύπος σχέσεων –αντιπροσώπευσης, ανάθεσης, κάθετης ιεραρχίας και γραμμής εντολών, υποταγής- ο οποίος είναι ενσωματωμένος και βαθιά ριζωμένος στο habitus των σύγχρονων μορφών υποκειμενικότητας. Η μορφή-κράτος θα επεβίωνε της κατάλυσης του κράτους-εξωτερικού θεσμού όσο δεν θα καταλύονταν οι υποκειμενικές έξεις που παράγουν και αναπαράγουν τις αντίστοιχες κοινωνικές συνάφειες στην καθημερινότητα.
 
Το διπλό αυτό αδιέξοδο –το σύγχρονο κράτος δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ως μοχλός κοινωνικής χειραφέτησης αλλά ούτε και απλώς να γκρεμισθεί από τη μια μέρα στην άλλη- υπαγόρευσε εύλογα τον σημερινό μικρο-ουτοπικό εναλλακτισμό μιας αρχόμενης νέας οικοδόμησης στις «ρωγμές» του κράτους και του καπιταλισμού.[2] Η ιδέα είναι να ξεκινήσουμε σταδιακά να διαπλάθουμε τις διαφορετικές σχέσεις, τις υποκειμενικότητες και τις υποδομές μιας αυτόνομης εξισωτικής κοινωνίας στα διάκενα που αφήνουν ανοικτά τα κατεστημένα πλέγματα εξουσίας τα οποία δεν μπορούμε άμεσα και εύκολα να διαλύσουμε, αλλά δεν θέλουμε επίσης να τα ελέγξουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε. Με την εξάπλωση, την επέκταση και τη δικτύωσή τους, οι ποικίλες νησίδες ενός άλλου κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις νέες εκείνες παραγωγικές, προνοιακές, εκπαιδευτικές κ.α. υποδομές που θα είναι ικανές να αντικαταστήσουν τις κυρίαρχες κρατικές.
 
Πράγματι, αυτή η άμεση μικρο-κοινωνική ανακατασκευή είναι από τους πιο δόκιμους τρόπους για να πειραματιστούμε με το καινούριο και να διαμορφώσουμε τους νέους ανθρώπους μιας άλλης κοινωνίας, μέσα από μια αυτομάθηση της ελευθερίας που μπορεί να λύσει το «ρουσσωικό παράδοξο» -τη δημιουργία κοινωνιών ισότητας και ελευθερίας από ανελεύθερους και υποταγμένους (ή εξουσιαστές) ανθρώπους. Παραμένει, ωστόσο, ένα απαράκαμπτο πρόβλημα: τι κάνουμε στο μεταξύ με τα υπαρκτά κράτη; Ορισμένες συναφείς σύγχρονες προσεγγίσεις προτείνουν να τους στρέψουμε τα νώτα μας, να τα αγνοήσουμε και να ασχοληθούμε με το μείζον, την κατασκευή αυτόνομων κοινωνικών σχέσεων.[3] Ωστόσο, πλείστες όσες ομάδες πολιτών, από τους αντιρρησίες συνείδησης, τους μετανάστες και τους ασχολούμενους με το κτίσιμο δομών αλληλέγγυας οικονομίας ως τη μάζα των φορολογουμένων και των χρηστών των υπηρεσιών υγείας και παιδείας, γνωρίζουν στο πετσί τους μια προφανή αλήθεια. Όσο και αν θέλουμε εμείς να αδιαφορήσουμε για το κράτος, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτό θα αδιαφορήσει για εμάς και θα μας αφήσει στην ησυχία μας, ελεύθερους να οικοδομήσουμε τους εναλλακτικούς μας μικρόκοσμους, ιδίως όταν αυτοί γίνονται πραγματικά ανταγωνιστικοί και επικίνδυνοι.
 
Καταλήγουμε στο εξής τρίπτυχο (φαινομενικό) cul-de-sac: δεν μπορούμε να επιστρατεύσουμε το κράτος για την προαγωγή της κοινωνικής αυτονομίας, αλλά δεν μπορούμε επίσης ούτε να το διαλύσουμε εδώ και τώρα ούτε να το αγνοήσουμε. Διαφαίνεται, ωστόσο, μια πρακτική διέξοδος που διερευνάται ήδη με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία σε χώρες της Λατινικής Αμερικής: η σύζευξη της ανάπτυξης αυτοδύναμων κινημάτων που προωθούν την κοινωνική αυτοοργάνωση με τη μερική και υπό όρους συνεργασία με «προοδευτικές» κυβερνήσεις, οι οποίες δεν αντιστρατεύονται τουλάχιστον, αν δεν ενισχύουν, τους κινηματικούς στόχους. Αυτή τη «λύση» εισηγούνται, στην πραγματικότητα, και οι Hardt και Negri στη Διακήρυξή τους, και την επεξεργάζονται θεωρητικά αντλώντας από τις πρόσφατες εμπειρίες τέτοιων υβριδισμών σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Βολιβία και η Βενεζουέλα.[4] Κινήματα όπως το ΜST (Kίνημα των Ακτημόνων) στη Βραζιλία προσέφεραν τη στήριξή τους σε κεντροαριστερά κόμματα και κυβερνήσεις (του Εργατικού Κόμματος του Λούλα και της Ρούσεφ, σήμερα) γιατί θεωρούν ότι παρακωλύουν λιγότερο το έργο της κοινωνικής αλλαγής στο οποίο έχουν επιδοθεί και το οποίο συνεχίζουν ανεξάρτητα, χωρίς να αφομοιώνονται και χωρίς να υποτάσσονται οργανωτικά και ιδεολογικά σε κανένα πολιτικό κόμμα ή κράτος.
 
Σε αυτού του τύπου τη «διαζευκτική σύζευξη» αυτόνομων κοινωνικών κινητοποιήσεων και κυβερνητικών/κομματικών πολιτικών, οι πρώτες δεν περιμένουν από τις κυβερνήσεις την πραγματική κοινωνική αλλαγή, την οποία θεωρούν δική τους υπόθεση, ούτε επιδιώκουν την «κατάληψη» της κρατικής εξουσίας. Το μόνο που επιζητούν είναι να εξασφαλίζουν ένα λιγότερο εχθρικό, αν όχι ευνοϊκό, πλαίσιο κρατικής πολιτικής για τις δικές τους αυτόβουλες δράσεις του κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι μπορούν να αφοσιωθούν στα μακρόχρονα και κοπιώδη πειράματα της εξισωτικής χειραφέτησης που πρέπει να είναι έργο της ίδιας της κοινωνίας, περιορίζοντας παράλληλα τους κινδύνους της κρατικής καταστολής, της καπιταλιστικής λαίλαπας ή της κατάρρευσης των προνοιακών υποδομών πριν τη διαμόρφωση νέων. Σε αυτή τη «θεσμικότητα του κοινού», όπως την ονομάζουν οι Hardt και Negri,[5] τα κινήματα δεν διαφυλάσσουν απλώς τη διακριτότητα και την αυτοδυναμία τους στα πλαίσια μιας εξ αποστάσεως και εργαλειακής υποστήριξης κυβερνήσεων φιλικότερων προς τα σχέδιά τους. Η συνεργασία συνδυάζεται με την άσκηση πιέσεων, με αντιστάσεις και ανταγωνισμό, όταν οι κυβερνητικές επιλογές στρέφονται εναντίον βασικών κοινωνικών αναγκών ή των στόχων της εξισωτικής αυτοθέσμισης, όταν οι κυβερνήσεις και τα κόμματα επιχειρούν να αποκαταστήσουν τον παραδοσιακό εξουσιαστικό τους ρόλο ή εξυπηρετούν και πάλι συμφέροντα της ολιγαρχίας.
 
Πρόκειται για ένα πρότυπο κοινωνικής διακυβέρνησης που διέπεται από έναν πραγματικό πλουραλισμό κέντρων εξουσίας και συναπόφασης, ο οποίος επιμερίζει την κυριαρχία και αδυνατίζει την κρατική εξουσία (στην κατεύθυνση της σταδιακής εξάλειψής της). Η κινηματική αυτονομία συνυφαίνεται με μια εργαλειακή, σχεδόν κυνική συνεργασία με κόμματα και κρατικές διοικήσεις, η οποία αρνείται να αναθέσει στο κράτος τις διαδικασίες του κοινωνικού μετασχηματισμού, και διαπνέεται από σχετική δυσπιστία και κριτική εγρήγορση που γεννά αντιστάσεις και ανταγωνισμούς όταν απαιτείται. Μια τέτοια σχέση κράτους και κοινωνικής αλλαγής δεν υπόσχεται κανένα μαγικό κλειδί για την επίλυση των διλημμάτων που επισημάναμε, αλλά προσφέρει ίσως μια κάποια, πραγματιστική λύση όσο υπάρχουν ισχυρά κράτη, όσο οι κοινωνίες είναι βαθιά ενσωματωμένες σε αυτά και όσο τα κράτη επιδίδονται, όπως σήμερα, στην καταστροφή και την καθυπόταξη του συλλογικού βίου.
Ο Αλέξανδρος Κιουπκιουλής διδάσκει Πολιτική θεωρία στο ΑΠΘ


[1] Michael Hardt και Antonio Negri (2012), Declaration, Νέα Υόρκη, σ. 107, Ελληνική μετάφραση: Michael Hardt και Antonio Negri (2012), Να πάρουμε τη σκυτάλη. Διακήρυξη, Αθήνα, Εκδόσεις Βιβλιόραμα , σελ. 142
[2] Πιο γνωστός εκφραστής αυτής της θέσης σήμερα είναι μάλλον ο John Holloway με τα έργα του Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία (2006), μτφρ. Α. Χόλογουεη, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλα και  Ρωγμές στον καπιταλισμό (2011), μτφρ. Α. Χόλογουεη, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλα. Βλ. επίσης Richard J.F Day (2008), Το τέλος της ηγεμονίας, μτφρ.Π. Καλαμαράς, Αθήνα, Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα.
[3] Βλ. χαρακτηριστικά τα παραπάνω έργα του Holloway.
[4] Βλ. Hardt και Negri, Declaration, ε.α., σσ.80-84.
[5] Βλ. Hardt και Negri, Declaration, ε.α., σσ.82.