Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Το γίγνεσθαι της επιστήμης της Λογικής: 1ο μέρος


του Θάνου Λιάπα




Εν είδει εισαγωγής: Το σύστημα του Χέγκελ

Στην παρούσα εργασία θα εξετάσουμε το γίγνεσθαι της Λογικής χρησιμοποιώντας ως άξονα το σύστημα του Χέγκελ. Επειδή όμως θα προσθέσουμε ορισμένες νέες κατηγορίες παρμένες από τον Βαζιούλιν και επιπλέον θα διαφοροποιηθούμε σε ορισμένα σημεία από τον Χέγκελ θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε σύντομα εν είδη προοικονομίας το σύστημα του Χέγκελ όπως το βλέπει ο ίδιος ούτως ώστε να είναι στη συνέχεια καθαρότερο τι προσθέτουμε εμείς καθώς και σε ποιες πλευρές αυτού ασκούμε κριτική.

Μία ιδιαίτερα ευσύνοπτη αλλά πολύ αποκαλυπτική παρουσίαση του συστήματός του μας δίνει ο Χέγκελ στο κεφάλαιο για την «Απόλυτη Ιδέα»: «Η φύση και το πνεύμα είναι εν γένει διαφορετικοί τρόποι για να παρουσιάζει η Ιδέα το προσδιορισμένο Είναι της· τέχνη και θρησκεία οι διαφορετικοί τρόποι για να αυτοσυλλαμβάνεται και να δίνει στον εαυτό της ένα σύμμετρο προσδιορισμένο-Είναι. Η φιλοσοφία έχει το ίδιο περιεχόμενο και τον ίδιο σκοπό με την τέχνη και τη θρησκεία· αλλά αυτή είναι ο ύψιστος τρόπος της για να συλλαμβάνουμε την απόλυτη Ιδέα, επειδή ο τρόπος της είναι ο ύψιστος, η έννοια. Η φιλοσοφία, συνεπώς, περιλαμβάνει εντός της τόσο εκείνους τους σχηματισμούς της ρεαλιστικής και ιδεατής περατότητας όσο και εκείνους της απειρότητας και της αγιότητας, τους συλλαμβάνει κατανοητικά (begreifen δηλαδή στο επίπεδο της έννοιας ΘΛ) όπως και τον ίδιο τον εαυτό της. Η εκπόρευση και η γνώση αυτών των μερικών τρόπων είναι τώρα η απώτερη υπόθεση των επιμέρους φιλοσοφικών επιστημών. Το Λογικό στοιχείο της απόλυτης Ιδέας μπορούμε επίσης να το αποκαλέσουμε έναν τρόπο αυτής της ίδιας… ο καθολικός τρόπος ,μέσα στον οποίο είναι ανηρημένοι και συμπεριλαμβανόμενοι όλοι οι μερικοί τρόποι» [1].  Πλαισιώνουμε το παραπάνω απόσπασμα με ένα ιδιαίτερα γνωστό από την Εγκυκλοπαίδεια: «κάθε μέρος της Φιλοσοφίας είναι ένα φιλοσοφικό όλο, ένας κύκλος που κλείνεται μέσα στον εαυτό του εντούτοις καθένα από αυτά τα μέρη περιγράφει τη φιλοσοφική ιδέα με ένα επιμέρους όρο ή στοιχείο. Ο κάθε ατομικός κύκλος, επειδή εντός εαυτού αποτελεί ολότητα, διασπά τον φραγμό του στοιχείου του και θεμελιώνει μια περαιτέρω σφαίρα το φιλοσοφικό όλο  παρουσιάζεται λοιπόν ως ένας κύκλος από κύκλους, καθένας από τους οποίους είναι ένα αναγκαίο στάδιο, έτσι ώστε το σύστημα των ιδιαίτερων φάσεων συγκροτεί την όλη ιδέα, η οποία όμως εμφανίζεται επίσης μέσα σε κάθε ατομικό στοιχείο» [2].

Θα επιχειρήσουμε με βάση και το παραπάνω απόσπασμα να παρουσιάσουμε το σύστημα(την εν-κύκλοπαιδεια) των φιλοσοφικών επιστημών του Χέγκελ. Η Φιλοσοφία εν γένει είναι μία εξίσου κενή περιεχομένου αφαίρεση όπως και η «παραγωγή εν γένει». Από τη στιγμή που κάνουμε λόγο για Φιλοσοφία αναγκαστικά αναφερόμαστε σε κάποια επιμέρους μορφή αυτής. Αν θέλουμε να νοήσουμε την Φιλοσοφία ως συγκεκριμένη ολότητα θα πρέπει να εκκινήσουμε από εκείνη την μορφή, η οποία είναι η πλέον αφηρημένη και άρα περιλαμβάνει εν σπέρματι όλες τις άλλες μορφές. Μας έχει ήδη πει στον πρόλογο της Φαινομενολογίας ότι έφθασε ο καιρός να υψωθεί η Φιλοσοφία σε επιστήμη, όπου ως επιστήμη έχει κατά νου την ύψωση στον Λόγο(και την έννοια), όπου έχει εξαλειφθεί η αντίθεση υποκειμένου-αντικειμένου. Επομένως όλες οι επιμέρους Φιλοσοφίες είναι επιστήμες που συλλαμβάνουν το αντικείμενό τους εννοιακά και άρα μη-διαισθητικά. Η πλέον αφηρημένη μορφή της Φιλοσοφίας είναι η επιστήμη της Λογικής, η οποία μελετά την Ιδέα στην πλέον αφηρημένη, «διαφανή» της μορφή. Στο βαθμό που η επιστήμη της Λογικής έχει ολοκληρώσει τον πλέον στοιχειώδη κύκλο της σπείρας της Φιλοσοφίας ,μεταβαίνουμε σε πιο συγκεκριμένες επιστήμες όπως είναι η Φιλοσοφία της Φύσης που μελετά την ιδέα στην ετερότητά της καθώς και η Ανθρωπολογία, η Φαινομενολογία και η Ψυχολογία που μελετούν το υποκειμενικό πνεύμα. Στην συνέχεια η Φιλοσοφία του Δικαίου μελετά το αντικειμενικό πνεύμα, δηλαδή αυτό που συγκροτείται από τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Η τέχνη και η θρησκεία τώρα είναι δύο μορφές αυτό-συνειδητοποίησης της όλης πορείας του πνεύματος, δηλαδή συλλαμβάνουν όλη την προηγούμενη πορεία μέσω της «αισθητηριακής εποπτείας» και «παραστάσεων» αντίστοιχα. Όμως η θρησκεία και η τέχνη καθεαυτές δεν είναι επιστήμες και αυτό που ενδιαφέρει τον Χέγκελ είναι η συγκρότηση επιστημών. Έτσι εκλαμβάνει ως έτοιμα (με την έννοια ότι δεν δημιουργεί ο ίδιος τέχνη ή θρησκεία) τα περιεχόμενα της τέχνης και της θρησκείας και τα μελετά στο επίπεδο της έννοιας και έτσι εμφανίζεται η Φιλοσοφία της τέχνης (Αισθητική) και η Φιλοσοφία της θρησκείας. Μέσα από όλη αυτή την πορεία ο Χέγκελ φθάνει να προσδιορίσει εντέλει την Φιλοσοφία στην πιο συγκεκριμένη μορφή της, δηλαδή ως αποτελούμενη από όλες τις επιμέρους Φιλοσοφίες, την Φιλοσοφία ως οργανική ολότητα, αλλά πλέον όχι ως δυνάμει ολότητα αλλά ως ενεργό πραγματικότητα.


Κεφάλαιο 1: Η διαμόρφωση των προϋποθέσεων και η πρωταρχική εμφάνιση της Φιλοσοφίας

Ο Βαζιούλιν μελετώντας στην «Λογική της Ιστορίας» την διαλεκτική της μετάβασης από έναν τρόπο παραγωγής σε έναν άλλον μπόρεσε να αποκωδικοποιήσει τις θεμελιώδεις κατηγορίες με τις οποίες περιοδολογείται το γίγνεσθαι εκάστης ουσίας καθώς και την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην παλιά και νέα ουσία. Στην παρούσα εργασία θα δείξουμε ότι οι κατηγορίες αυτές μπορούν να εφαρμοστούν και στην περιοδολόγηση της Λογικής χωρίς σημαντική διαφοροποίηση.

Η οργανική ολότητα δεν σχηματίζεται ακαριαία αλλά «κατ’ αρχήν ανακύπτουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε με άλλα λόγια η αρχή του αντικειμένου» [3]. Τα βασικά χαρακτηριστικά που θα μας απασχολήσουν στο παρόν στάδιο εξέτασης του αντικειμένου παρουσιάζονται στο ακόλουθο απόσπασμα (οι υπογραμμίσεις δικές μας):  «Κατά το στάδιο των προϋποθέσεων και της αρχής δεν υφίσταται ακόμα η ουσία του νέου οργανικού όλου, οι εσωτερικές του αντιφάσεις. Ο σχηματισμός των προϋποθέσεων του νέου οργανικού όλου πραγματοποιείται στα πλαίσια κάποιας άλλης αναπτυξιακής διαδικασίας και ως άρνηση του ίδιου του εαυτού της από αυτή την αναπτυξιακή διαδικασία… Το νέο ως άρνηση του παλαιού συνιστά προϊόν του παλαιού, άρνηση του παλαιού, αποτελεί ακριβώς το μη παλαιό, γι’ αυτό και διαθέτει μεν την προσδιοριστία του παλαιού πλην όμως θα λέγαμε ,με αρνητικό πρόσημο… αν και η ουσία του νέου δεν ανάγεται στην άρνηση της ουσίας του παλαιού» [4]. Εκκινώντας από τις παραπάνω αρχές θα πρέπει ως προς την Φιλοσοφία να προσδιορίσουμε τα εξής τρία: 1) την ουσία μέσα από την οποία ανακύπτει η Φιλοσοφία (κατά τον Χέγκελ αυτή είναι η θρησκεία), 2) την ουσία της Φιλοσοφίας, 3) την σχέση που έχουν μεταξύ τους. Το σημείο 1 μελετά την διαμόρφωση των προϋποθέσεων εμφάνισης της νέας ουσίας, ενώ τα 2 και 3 την πρωταρχική εμφάνιση αυτής και την σχέση της με το παρελθόν της.


1. Διαμόρφωση των προϋποθέσεων (με την ευρεία έννοια) για την εμφάνιση της Φιλοσοφίας [5]

Η τέχνη και η θρησκεία αποτελούν τα δύο πρώτα στάδια του απόλυτου πνεύματος μέσα στα οποία εκκολάπτεται η Φιλοσοφία. Τα στάδια αυτά, όπως είδαμε, διαθέτουν το ίδιο περιεχόμενο με την Φιλοσοφία και «διαφέρουν μόνο ως προς τους τύπους (Formen)» [6], ενώ  προηγούνται αυτής τόσο ιστορικά όσο και λογικά.

Η τέχνη αποτελεί το πρώτο στάδιο του απόλυτου πνεύματος και είναι υψωμένη στην μορφή της αισθητηριακής εποπτείας (sinnliche Anschauung). Ο Χέγκελ λέει στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ότι «η τέχνη είναι διδασκάλισσα των λαών, με το να εξυψώνουν και να παγιώνουν προηγούμενες συγκεχυμένες παραστάσεις και παραδόσεις σε συγκεκριμένες εικόνες, αντίστοιχες με το πνεύμα του λαού» [7]. Η τέχνη συνδέεται με την Φιλοσοφία κατά κύριο λόγο μέσω της διαμεσολάβησης της θρησκείας και άρα δεν συνιστά με αυστηρή έννοια διαμόρφωση των προϋποθέσεων της πρώτης. Όσον αφορά την σχέση τέχνης-θρησκείας ο Χέγκελ μας δίνει ορισμένα στοιχεία που μπορούν να δικαιολογήσουν το σχήμα που προτείναμε ήδη περί διαλεκτικής παλιάς(τέχνη) και νέας ουσίας (θρησκεία). Ο Χέγκελ λέει ότι «συχνά η θρησκεία χρησιμοποιεί την τέχνη, για να υποδηλώσει τη θρησκευτική αλήθεια της αίσθησης…και τότε η τέχνη τίθεται στην υπηρεσία ενός διαφορετικού από αυτήν γνωστικού τομέα» [8]. Στην αρχαία Ελλάδα οι «ποιητές και οι καλλιτέχνες έγιναν για τους Έλληνες οι δημιουργοί των θεών τους…και μάλιστα όχι κατά τρόπον ,ώστε αυτές οι παραστάσεις και διδασκαλίες να έχουν προϋπάρξει της ποίησης με αφηρημένο συνειδησιακά τρόπο ως γενικές θρησκευτικές προτάσεις και καθορισμοί της σκέψης» [9]. Η τέχνη όμως «ενέχει εντός της ένα όριο και γι’ αυτό μεταβαίνει σε υψηλότερους τύπους συνείδησης… Με την προϊούσα μόρφωση έρχεται σε κάθε λαό ο καιρός ,όπου η τέχνη προοιωνίζει την ίδια της την υπέρβαση» [10]. Επειδή ο αισθητηριακός τρόπος συνείδησης «είναι ενωρίτερος για τον άνθρωπο, γι’ αυτό τα πρώιμα στάδια της θρησκείας ήσαν θρησκεία τέχνης και αισθητικής παρουσίασης» [11].

Σταδιακά η θρησκευτική παράσταση αποτραβήχτηκε από το αισθητό στοιχείο και επανάχθηκε στην εσωτερικότητα του φρονήματος και της σκέψης. Η θρησκεία εισφέρει την ενδοσκόπηση (Innerlichkeit). Παρατηρούμε λοιπόν ότι όσο αναπτύσσεται η θρησκεία, τόσο περιορίζεται η σημασία της τέχνης ως μορφής σύλληψης της Ιδέας και μετατρέπεται σε «όψη της θρησκευτικής συνείδησης» [12]. Η θρησκεία ως παραστασιακή (Vorstellung, παράσταση) μορφή σύλληψης της Ιδέας αποτελεί το στάδιο διαμόρφωσης των προϋποθέσεων της Φιλοσοφίας με την ευρεία έννοια. Χαρακτηριστικό της θρησκείας είναι ότι μεταθέτει το απόλυτο «από την αντικειμενικότητα της τέχνης στην εσωτερικότητα του υποκειμένου και με το να προσφέρει στην παράσταση τον τρόπο της υποκειμενικότητας, έτσι ώστε η καρδιά και το φρόνημα, αλλά και γενικότερα η εσωτερική υποκειμενικότητα να γίνονται το βασικό στοιχείο» [13].

1α) Διαμόρφωση των προϋποθέσεων με την στενή έννοια: η ανατολική φιλοσοφία

Η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την εμφάνιση της νέας ουσίας δεν είναι μία απολύτως οριοθετημένη διαδικασία αλλά χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό τυχαιότητας και απροσδιοριστίας. Εν προκειμένω η προγενέστερη του φιλοσοφείν ουσία είναι οι εγγύτερες προς αυτήν μορφές συνείδησης (όχι άρα η εμπειρία και οι πράξεις) δηλαδή η τέχνη, η μυθολογία και η θρησκεία. Επομένως η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την εμφάνιση της Φιλοσοφίας, θα λέγαμε, ότι με ευρεία έννοια πραγματοποιείται μέσα από τα ομηρικά έπη, την Θεογονία, την μυθολογία και την θρησκεία. 

Παρόλα αυτά μέσα από την «Ιστορία της Φιλοσοφίας» του Χέγκελ παρουσιάζεται η ανατολική «φιλοσοφία» ως το κατ’ εξοχήν μέρος εκκόλαψης των προϋποθέσεων για την γένεση της ελληνικής φιλοσοφίας. Έτσι «αν στον χριστιανικό κόσμο διαχωρίζονται η αντίστοιχη θρησκεία και η Φιλοσοφία, στην αρχαία Ανατολή θρησκεία και Φιλοσοφία ήσαν αναπόσπαστες υπό την έννοια ότι το περιεχόμενο συνέπιπτε με τον τύπο ,με τον οποίο υπήρχε η Φιλοσοφία»[14] και μερικές σελίδες παρακάτω «μιλώντας φιλοσοφικά οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι αυτό που ονομάζουμε «ανατολική φιλοσοφία» ,είναι η θρησκευτική αντίληψη της ανατολής, μια θρησκευτική κοσμοθεωρία ,που διαθέτει αρκετά στοιχεία ,ώστε να εκληφθεί ως Φιλοσοφία… Η ανατολική Φιλοσοφία είναι θρησκευτική Φιλοσοφία» [15]. Η Φιλοσοφία μόλις που ξεπροβάλει μέσα από την μήτρα της ανατολικής θρησκευτικής φιλοσοφίας.

Η βασική αιτία κατά την οποία η θρησκεία της Ανατολής είναι φιλοσοφική έγκειται στο ότι δεν είχε «αναπτυχθεί το στοιχείο της υποκειμενικότητας [και έτσι] οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν εξατομικεύονται, αλλά έχουν τον χαρακτήρα γενικών αντιλήψεων ,που εμφανίζονται ως φιλοσοφικές παραστάσεις και σκέψεις» [16]. Επιπλέον «στις ανατολικές θρησκείες ισχύει ότι η Μία υπόσταση είναι η αληθής...τούτη η υπόσταση είναι πάντως φιλοσοφική Ιδέα» [17]. Από την άλλη στην ανατολική «φιλοσοφία» «…δεν μπορούν να διατυπωθούν φιλοσοφικά συμπεράσματα [διότι] προς τούτο απαιτείται γνώση της γενικής υπόστασης» [18]. Όμως «ο άνθρωπος διαχωρίζεται από την υπόσταση και δεν κατακτά την ευδαιμονία εντός αυτής…» [19].


2. Η πρωταρχική εμφανιση της φιλοσοφίας

α) Η γένεση της Φιλοσοφίας (νέα ουσία) μέσα από την θρησκεία (παλιά ουσία)

Για τον Χέγκελ η νόηση (Denken) είναι ειδολογικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που τον διαχωρίζει από τα ζώα και έτσι κάθε τι ανθρώπινο διαπερνάται από αυτήν. Η τέχνη, η θρησκεία και η Φιλοσοφία είναι μορφές νόησης που έχουν το ίδιο περιεχόμενο και διαφέρουν μόνο ως προς την μορφή σύλληψης αυτού. Αν λοιπόν θέλουμε να πραγματευτούμε την μετάβαση από την θρησκεία στην Φιλοσοφία ως μετάβαση από μία ουσία σε μία νέα, τότε το κλειδί για την εύρεση της ουσίας εκάστης είναι η διαφορά μορφής. Με άλλα λόγια, ουσία της θρησκείας είναι ότι συλλαμβάνει τα περιεχόμενά της στο επίπεδο της παράστασης ,ενώ ουσία της Φιλοσοφίας ότι τα συλλαμβάνει στο επίπεδο της σκέψης (Gedanke). Η σκέψη είναι η κατ’ εξοχήν μορφή νόησης και χαρακτηρίζει το φιλοσοφείν και τις επιστήμες. Σε σχέση με τις υπόλοιπες επιστήμες η Λογική είναι η καθαρή σκέψη [20]. Στην «Ιστορία της Φιλοσοφίας» ο Χέγκελ προβαίνει σε περαιτέρω εξειδίκευση της σκέψης λέγοντας ότι  «η σκέψη είναι τυπική, η έννοια είναι η πλέον συγκεκριμένη σκέψη, η Ιδέα είναι η σκέψη στην ολότητά της, τον καθαυτό και δια εαυτόν υφιστάμενο καθορισμό της» [21]. Η διαφορά ως προς τη μορφή πλάθει και το αντίστοιχο προς αυτήν αντικείμενο και έτσι «στην θρησκευτική συνείδηση ο γνωστικός τύπος(Form des Wissens) του αντικειμένου είναι περισσότερο αισθητός και παραστατικός. Ότι ο Θεός γεννά Υιόν ,σχέση ειλημμένη από τη βιολογική ζωή, δεν θα το λέγαμε στη Φιλοσοφία» [22].

Η παράσταση σε αντίθεση με τις αισθήσεις που εγκλωβίζονται στο αισθητηριακά συγκεκριμένο θέτει το περιεχόμενό της σε μία γενικότητα. Αυτό που της λείπει είναι η σχέση αναγκαιότητας και έτσι αρκείται σε ταυτολογικές προτάσεις του τύπου «Ο θεός είναι θεός», είτε αποδίδει στον θεό κατηγορήματα τα οποία όμως δεν συνδέονται μεταξύ τους παρά μόνο τίθενται το ένα δίπλα στο άλλο. Αντίθετα η σκέψη συσχετίζει το γενικό με το μερικό και άρα «θέτει κάποια σχέση αναγκαιότητας ανάμεσα στους μεμονωμένους όρους της παράστασης» [23]. Η Φιλοσοφία «είναι ένας ιδιότυπος τρόπος του νοείν, ένας τρόπος μέσω του οποίου το νοείν  μεταβάλλεται σε γνωρίζειν και σε γνωρίζειν μέσω εννοιών» [24]. Παρόλα αυτά η διαφορά φιλοσοφίας-θρησκείας «δεν πρέπει να εκληφθεί αφηρημένα, ότι δηλαδή μόνο στη Φιλοσοφία υπάρχει σκέψη…» [25]. Δεν υπάρχει κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα στην θρησκεία(παράσταση) και την σκέψη καθώς και η θρησκεία έχει «γενικές σκέψεις». Αυτός είναι και ο λόγος που εντάσσουμε (ακολουθώντας τον Χέγκελ) την ανατολική θρησκευτική Φιλοσοφία στο μεταίχμιο μεταξύ θρησκείας και Φιλοσοφίας.
Μία πρώτη περιγραφή της διαλεκτικής παλιάς και νέας ουσίας, αν και όχι σε αυστηρά διατυπωμένη μορφή, βρίσκουμε ήδη στον πρόλογο της Φαινομενολογίας, όπου ο Χέγκελ σχεδόν ποιητικά περιγράφει την γέννηση της νέας εποχής του πνεύματος μέσα από την παλιά. Εκεί μας λέει ότι το νέο πνεύμα «διαλύει τμηματικά το οικοδόμημα του προγενέστερου κόσμου του, τα τραντάγματα του οποίου παρεμφαίνονται μόνο από σποραδικά συμπτώματα… Αυτό το βαθμιαίο καταθρυμματίζειν, που δεν αλλοίωσε τη φυσιογνωμία του όλου, διακόπτεται από την ανατολή του ηλίου, που με μια λάμψη ιχνογραφεί μεμιάς την όψη του νέου κόσμου» [26]. Προς το παρόν περιγράφει την εμφάνιση του νέου μέσα στο παλιό καθώς και το «ποιοτικό άλμα» της γένεσης του νέου μέσω της άρνησης του παλιού. Όλες οι προηγούμενες «μορφές πολιτισμού» που εμφανίστηκαν υπό το παλαιό στάδιο αναπαράγονται εντός της «νέας μορφής… μέσα στο νέο τους στοιχείο, με το νέο νόημα που προσέλαβαν». Ο νέος κόσμος «είναι τόσο λίγο εντελής πραγματικότητα όσο και το μόλις γεννημένο παιδί». Στη συνέχεια μας λέει για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η μορφή και το περιεχόμενο της νεοεμφανιζόμενης επιστήμης κάτι που θα επιχειρήσουμε να δείξουμε και εμείς στην συνέχεια: «η συνείδηση αισθάνεται στην πρόσφατα αναδυόμενη μορφή την απουσία της ανάπτυξης και της ιδιαιτερότητας του περιεχομένου· πολύ περισσότερο αισθάνεται ν’ απουσιάζει η επεξεργασία της μορφής, δυνάμει της οποίας οι διαφορές προσδιορίζονται με βεβαιότητα και διατάσσονται στις σταθερές τους σχέσεις… Η επιστήμη, που βρίσκεται στο αρχικό της στάδιο και δεν έχει ακόμα φθάσει ούτε στην πληρότητα της λεπτομερούς αφήγησης ούτε στην τελειότητα της μορφής, είναι απ’ αυτή την άποψη εκτεθειμένη σε επικρίσεις» [27].

Ο Βαζιούλιν όσον αφορά τη διαλεκτική παλιάς-νέας ουσίας εστιάζει σε τρία σημεία:

1) στην διαδικασία άρνησης της παλιάς από την νέα ουσία «και εμφάνιση κάποιου τινός κατά το ποιόν και κατ’ ουσία διάφορου από το ποιόν, από την ουσία του παλαιού και από την αρνητική προσδιοριστία του παλαιού» [28]. Όσον αφορά την συγκεκριμένη διαλεκτική μετάβασης από την θρησκεία στην Φιλοσοφία ο Χέγκελ λέει το εξής: «…κατά το χρόνο και στην πορεία της μόρφωσης η εμφάνιση της θρησκείας προηγείται της αντίστοιχης της Φιλοσοφίας… Θα πρέπει δε να συνδεθεί ο αφετηριακός καθορισμός της απαρχής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας με τον αποκλεισμό ακριβώς του θρησκευτικού στοιχείου και με το να δείξουμε ότι η απαρχή δεν πρέπει να γίνει με αυτό» [29]. Η νέα ουσία που ανακύπτει προϋποθέτει το παρελθόν της και συνάμα το αίρει. Από την μία επομένως «η Φιλοσοφία μπορεί λοιπόν σίγουρα να προϋποθέτει, και  μάλιστα οφείλει να προϋποθέτει, μια οικειότητα με τα αντικείμενα της, καθώς και ένα ενδιαφέρον γι' αυτά — ήδη εξαιτίας του ότι η συνείδηση από την άποψη του χρόνου φτιάχνει παραστάσεις αντικειμένων πριν φτιάξει έννοιες τους» [30] και από την άλλη «…το  σκεπτόμενο πνεύμα προχωρεί μόνο μέσω του παριστάνειν και μόνο προσφεύγοντας σ' αυτό φτάνει στο σκεπτόμενο γνωρίζειν και κατανοείν» [31]. Ακριβώς το στοιχείο της διατήρησης ,άρνησης και υπέρβασης περικλείεται στην ακόλουθη πρόταση: «η διαφορά  μεταξύ παράστασης και σκέψης είναι σημαντικότατη, γιατί μπορεί να ειπωθεί ότι η Φιλοσοφία δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά να μεταμορφώνει τις παραστάσεις σε σκέψεις. Αλλά βέβαια και τη σκέτη σκέψη σε έννοια» [32].

2) στην διαδικασία που λειτούργησε ως πηγή της πρωταρχικής εμφάνισης του νέου οργανικού όλου, δηλαδή στην «ενότητα των εσωτερικών αντιφάσεων της προγενέστερης ανάπτυξης οι οποίες οδηγούν κατ’ ανάγκη στη διαμόρφωση του νέου όλου, και εξωτερικών τυχαίων συνθηκών» [33]. Για να αποδείξει κανείς αυτόν τον ισχυρισμό πρέπει να μελετήσει ειδικά την φιλοσοφία της θρησκείας του Χέγκελ, κάτι που υπερβαίνει τα όρια της παρούσας εργασίας.

3) στην νέα πηγή αυτοκίνησης «αυτού του νέου οργανικού όλου, οι νέες ιδιότυπες για αυτό το όλο εσωτερικές αντιφάσεις. Αρχικά αυτή η πηγή της κίνησης είναι μεν άγουσα, πλην όμως όχι κυρίαρχη κατά την ανάπτυξη του νέου οργανικού όλου» [34]. Η πηγή της αυτοκίνησης είναι οι αντιφάσεις της νέας ουσίας, οι οποίες οδηγούν στην ανάπτυξη του νέου οργανικού όλου. Στις περιόδους πρωταρχικής εμφάνισης και διαμόρφωσης της επιστήμης της Λογικής η αυτοκίνηση έγκειται στο ότι κάθε φιλοσοφία θεωρούσε εαυτόν ως απόλυτο· όμως «μία φιλοσοφία, η οποία δεν έχει την απόλυτη μορφή ταυτόσημη με το περιεχόμενο, πρέπει να εξαφανιστεί επειδή η μορφή της δεν είναι αυτή της αλήθειας» [35]. Η απολυτότητα αυτή τροφοδοτούσε την περαιτέρω πορεία της γνώσης και «αυτό που ανατρέπεται δεν είναι η αρχή εκάστης φιλοσοφίας, απλώς η αξίωση να είναι αυτή ο έσχατος και ο απόλυτος καθορισμός» [36]. Η επιμέρους αρχή αποτελεί αναγκαία στιγμή του όλου της επιστήμης. Αν κάνουμε αφαίρεση από την τυχαιότητα και εξωτερικότητα στην διαδοχή των φιλοσοφικών συστημάτων αυτό που μένει είναι η «εσωτερική ιδέα που εξολοθρεύει τις πεπερασμένες διαμορφώσεις». Η ατμομηχανή της κίνησης είναι η αντίθεση μορφής και περιεχομένου που καθιστά «το όλο της ιστορίας της φιλοσοφίας [είναι] μία αναγκαία και συνεπή[ς] διαδικασία»: «Μια φιλοσοφία ,που δεν έχει ταυτόσημο με τον τύπο (Form, μορφή) περιεχόμενο πρέπει να παρέλθει, διότι ο τύπος της δεν είναι αληθής. Η διαδικασία είναι αναγκαία a priori. Τούτο πρέπει να το αναδείξει προσηκόντως η Ιστορία της Φιλοσοφίας ως επιστημονικό παράδειγμα» [37]. 

Όταν θα κάνουμε λόγο για την Λογική του Χέγκελ θα επανέλθουμε στην πηγή της αυτοκίνησης αυτή τη φορά αποκαθαρμένη από το εξωτερικό περιεχόμενο και άρα στην ώριμη μορφή της.  Η διαφορά της πηγής αυτοκίνησης στην Λογική του Χέγκελ έγκειται στο ότι οι επιμέρους κατηγορίες παρουσιάζονται ως στάδια του όλου της Λογικής και άρα αυτές εξετάζονται μόνο ως τμήματα της «συγκεκριμένης ολότητας, η οποία ωστόσο δεν είναι ακόμα τεθειμένη, δεν είναι ακόμα διεαυτήν» [38].

β) Σχέση Φιλοσοφίας και εμπειρικών επιστημών

Η μορφή ,η οποία χαρακτηρίζει την Φιλοσοφία ,είναι αυτή της σκέψης. Όμως η σκέψη όπως δείξαμε δεν είναι ενιαία καθώς μέσω αυτής διαθλούν τα περιεχόμενά τους τόσο η Φιλοσοφία όσο και οι εμπειρικές επιστήμες. Θα παρουσιάσουμε τώρα την κριτική του Χέγκελ στις εμπειρικές επιστήμες.

Ο Χέγκελ εξαίρει τον ρόλο των εμπειρικών επιστημών λέγοντας ότι «χωρίς την συγκρότηση τους δεν θα μπορούσε η Φιλοσοφία να προχωρήσει περισσότερο από τους αρχαίους» [39]. Σε πλήθος όμως άλλων κειμένων τους ασκεί κριτική.

Η βασική ομοιότητα των εμπειρικών επιστημών και της Φιλοσοφίας έγκειται στο ότι αυτές ανήκουν στην σκέψη και όχι στην παράσταση και αναζητούν [40] να προσδώσουν μέσα από «γενικούς νόμους και αρχές» αναγκαιότητα στο αντικείμενό τους.

 Η βασική διαφορά έγκειται στο ότι κατά τον Χέγκελ οι εμπειρικές επιστήμες δεν μπορούν από την φύση τους να ανέλθουν στο επίπεδο του λόγου και έτσι «το καθολικό της φυσικής [41] είναι αφηρημένο και απλά μορφικό· η προσδιοριστικότητά του δεν είναι εμμενής σε αυτό, και δεν μεταβαίνει στην μερικότητα». Η διάνοια που χαρακτηρίζει τις εμπειρικές επιστήμες κρατάει το περιεχόμενό τους «χωρισμένο, διαμελισμένο, μερικοποιημένο και ως έχον έλλειψη της αναγκαίας σύνδεσης με τον εαυτό του» [42].  Παρόλα αυτά  «το υλικό προετοιμασμένο από την εμπειρία της φυσικής παραλαμβάνεται από την φιλοσοφία της φύσης από το σημείο στο οποίο το είχαν φθάσει οι φυσικοί και ανακατασκευάζεται χωρίς καμία περαιτέρω αναφορά στην εμπειρία ως την βάση της επαλήθευσης» [43].  Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι μόνο η Φιλοσοφία διαθέτει τον λόγο και μπορεί μέσω αυτού να προσδώσει ενότητα στα περιεχόμενα των εμπειρικών επιστημών.

Το γεγονός ότι το σύνολο των επιστημών στην εποχή του Χέγκελ βρισκόταν είτε στο επίπεδο της ανάλυσης (φυσική, χημεία αλλά και κοινωνικές επιστήμες όπως ψυχολογία, ιστορία κτλ.), δηλαδή στην ανάβαση από το εμπειρικά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, τον ώθησε στο να πιστέψει ότι εκ φύσεως οι εμπειρικές επιστήμες είναι δέσμιες της διάνοιας. Κατά συνέπεια επιχείρησε να καλύψει αυτό το κενό από σκοπιά φιλοσοφική (εξού και η συγγραφή της «Φιλοσοφίας της Φύσης», «του Πνεύματος» κτλ όπως δείξαμε και στο προηγούμενο υποκεφάλαιο.). Εφόσον οι επιστήμες μπορούν να φθάσουν μέχρι το επίπεδο της διάνοιας, ο Λόγος είναι ίδιον αποκλειστικά της Φιλοσοφίας ,που παραλαμβάνει την σκυτάλη από ένα σημείο και μετά υποκαθιστώντας τις.  Εδώ ήδη διακρίνονται τα νομοτελή όρια της εγελιανής φιλοσοφίας ,καθώς στο βαθμό που οι επιστήμες ήταν ελλιπώς ανεπτυγμένες στην εποχή της , ανέλαβε αυτή να καλύψει αυτό το κενό. Ο Χέγκελ στο βαθμό που έπρεπε να δομήσει ένα απόλυτο σύστημα(κατά την απαίτηση της εποχής του όπως μας λέει και ο Ένγκελς στον «Λούντβιχ Φόυερμπαχ») επιχείρησε ανεπιτυχώς να καλύψει το επιστημονικό κενό με Φιλοσοφία.

Το ότι ο λόγος είναι αποκλειστικό προνόμιο της Φιλοσοφίας έναντι των εμπειρικών επιστημών δεν δικαιολογείται ούτε με βάση την ιστορία της ίδιας της Λογικής. Η Λογική ως επιστήμη δεν ξεκίνησε ούσα στο επίπεδο του λόγου. Χρειάστηκε να περάσουν πολλές εκατονταετίες μέχρι να υψωθεί η Λογική στον λόγο. Κατά τη γνώμη μας κάθε επιστήμη στην ωριμότητά της μπορεί να φθάσει στον λόγο και στο στάδιο άρσης της αντίθεσης υποκειμένου-αντικειμένου, αλλά πάντα στηριζόμενη στα δικά της μέσα. Το ότι η Λογική είναι η μέθοδος που μπορεί να προεκβάλλει κανείς στο εισέτι μη εγνωσμένο αντικείμενο εκάστης επιστήμης φωτίζοντας έτσι το δρόμο της έρευνας δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι υποκαθιστά την ίδια την εμπειρική επιστήμη. Το παράδειγμα που μας έρχεται στο νου είναι αυτό της πολιτικής οικονομίας. Ο Μαρξ αξιοποίησε τα πορίσματα της γενικής Λογικής όσον αφορά την μελέτη ενός γνωστικού αντικειμένου και την επίλυση των αντιφάσεων. Όμως η ύψωση της πολιτικής οικονομίας στο επίπεδο του λόγου ,πέραν του ότι για να επιτευχθεί πρέπει να έχει προηγηθεί η ανάβαση από το εμπειρικά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, υλοποιείται με τα μέσα της ίδιας της επιστήμης· έτσι ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» δεν κάνει Φιλοσοφία αλλά οικονομία.

--------------------------------------------------------
[1] Έννοια, σελ. 621
[2] Εγκυκλοπαίδεια(στο εξής Ε.), σελ. 82
[3] ΛτΙ, σελ. 90
[4] ΛτΙ, σελ. 92
[5] Όπως θα δείξουμε παρακάτω η Λογική διαφοροποιείται από την Φιλοσοφία αλλά επειδή και οι δύο εντάσσονται στο στοιχείο της σκέψης και εμείς σε αυτό το στάδιο θέλουμε να δούμε πως γεννάται η σκέψη, η διάκριση δεν έχει προς το παρόν σημασία.
[6] Αισθητική, σελ. 91
[7] ΙΦ, σελ. 58
[8] Αισθητική, σελ. 92
[9] Αισθητική ,σελ. 92
[10] Αισθητική, σελ. 93
[11] Αισθητική, σελ. 94
[12] Αισθητική, σελ. 94
[13] Αισθητική, σελ. 93,94
[14] ΙΦ, σελ. 57
[15] ΙΦ, σελ. 94
[16] ΙΦ, σελ. 94,95
[17] ΙΦ, σελ. 95,96
[18] ΙΦ, σελ. 80
[19] ΙΦ, σελ. 80
[20] «Η Λογική είναι η επιστήμη της καθαρής ιδέας, δηλ. της ιδέας μέσα στο αφηρημένο στοιχείο της νόησης» Ε. 92
[21] ΙΦ, σελ. 20
[22] ΙΦ, σελ. 63
[23] Ε. ,σελ. 97
[24] Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών, §§ 1-244,  σελ. 55
[25] ΙΦ, σελ. 53
[26] Φ. σελ. 132
[27] Φ. ,σελ. 134
[28] ΛτΙ, σελ. 92
[29] ΙΦ, σελ. 52
[30] Φαινομενολογία, σελ. 54
[31] Φ., σελ. 54
[32] Ε.,  σελ. 97
[33] ΛτΙ, σελ. 94
[34] ΛτΙ, σελ. 94
[35] ΙΦ. 33
[36]  ΙΦ, σελ. 33
[37] ΙΦ, σελ. 33
[38] Έννοια, σελ. 630
[39] ΙΦ ,σελ. 908,909
[40] «όσον αφορά τις επιμέρους επιστήμες, το στοιχείο τους είναι η γνώση(Erkenntnis) και η σκέψη(Denken) ,όπως και στη Φιλοσοφία.» ΙΦ, σελ. 48
[41] Επειδή το απόσπασμα προέρχεται από τον πρόλογο της Φιλοσοφίας της Φύσης η κριτική περιορίζεται στην φυσική αλλά η ουσία της αφορά όλες τις εμπειρικές επιστήμες.
[42] Philosophy of Nature, σελ. 202 ,1ος  Τόμος και συνεχίζει ο Χέγκελ επεξηγώντας αυτό που λέει με ένα παράδειγμα «Πάρτε ένα λουλούδι για παράδειγμα. Η διάνοια μπορεί να επισημάνει τις επιμέρους ποιότητες, και η χημεία μπορεί να το κόψει και να το αναλύσει. Το χρώμα του ,το σχήμα των φύλλων,υδρογόνο, άνθρακας κτλ. μπορούν να διακριθούν» . Σύγκριση μάλιστα αυτών με τα λόγια του Βαζιούλιν «Λόχου χάρη, στη βιολογία, μέχρι σήμερα με αναλυτικό τρόπο εξετάζεται κατά κύριο λόγο, μεταξύ άλλων, ο ανθρώπινος οργανισμός. [Εδώ] ωριμάζει, διανοίγει το δρόμο της η συνθετική προσέγγιση, αλλά δεν έχει καταστεί δεσπόζουσα. Αυτό είναι εμφανέστατο στη σύγχρονη ιατρική, η οποία εδράζεται στο σύγχρονο επίπεδο ανάπτυξης της βιολογίας. Ο άνθρωπος γίνεται αντικείμενο θεραπείας κατά μέρη: θεραπευτικές αγωγές ασκούνται στα ώτα, στα μάτια, στη ρίνα, στους νεφρούς κ.ο.κ., ενώ διαφεύγει της προσοχής των θεραπόντων ο άνθρωπος ως ολότητα. Οι απόπειρες χρησιμοποίησης της αρχαίας ιατρικής, ιδιαίτερα αυτής της Άπω Ανατολής, δεν μπορούν να διορθώσουν ριζικά την κατάσταση, διότι οι αρχαίοι είχαν μια κατ' εξοχήν χαώδη αντίληψη για τον άνθρωπο»
[43] Philosophy of Nature, σελ. 201 ,1ος  Τόμος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget