Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Για τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών



Περιμένοντας τα «ποιοτικά» στοιχεία που αφορούν την κοινωνική «ανθρωπογεωγραφία» της ψήφου, καταθέτουμε πρόχειρα ορισμένες σκέψεις για τα εγχώρια αποτελέσματα των ευρωεκλογών, ενόψει της επερχόμενης «εθνικής» αναμέτρησης:

α) Για να ανατρέξουμε στις φεντεραλιστικές εμμονές μας, πάλι, ως είθισται, συζητήθηκε λίγο το στρατηγικό και γεωγραφικό βάθος που μπορεί να συνεισφέρει η υπερεθνική και διεθνική διάσταση (σε ζητήματα που αφορούν τον ρόλο και τις αρμοδιότητες του ευρωκοινοβουλίου, την περαιτέρω πολιτική ενοποίηση, το μεταναστευτικό και προσφυγικό, τις αποκλίσεις στην αναπτυξιακή δυναμική, τις φορολογικές κλίμακες και τις μισθολογικές απολαβές, τη θεσμοποιημένη λιτότητα, την οικολογική μετάβαση, την ανεργία των νέων και όχι μόνο, τα δυσμενή δημογραφικά δεδομένα, τη διαχείριση της «τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης», την όξυνση πολυειδών ανισοτήτων, την περιστολή ή υπεράσπιση και διεύρυνση δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και ελευθεριών, την απαξίωση της γραφειοκρατικής-τεχνοκρατικής διαχείρισης, την ουσιαστική απουσία συμμετοχής, νομιμοποίησης και ελέγχου των επίσημων θεσμών παραγωγής πολιτικής (βλ. «κρίση αντιπροσώπευσης ή εκπροσώπησης», μολονότι δεν μας αρέσει ο όρος), τη συλλογική διαχείριση των δημοσίων χρεών (και όχι μόνο), τους μηχανισμούς, το εύρος και την έκταση της μετακύλισης βαρών και της εσωτερικής αναδιανομής πόρων, τη θέση και την προοπτική της ΕΕ ως πολιτικής υπόστασης -ως συνομοσπονδίας κρατών με ορισμένα άτυπα ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά- στον διεθνή καταμερισμό δύναμης και επιρροής, κτλ.). Στον βαθμό που ορισμένα από τα θέματα αυτά «άνοιξαν», τούτο έγινε με ρηχό και αόριστο τρόπο (ένας θολός «προοδευτισμός» εναντίον του «επελαύνοντος και επάρατου νεοφιλελευθερισμού» και της έξαρσης των «εθνικισμών») ή από φυγόκεντρες προσεγγίσεις («λιγότερη ΕΕ, άρα λιγότερες μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές και ανάκτηση βαθμών εθνικής κυριαρχίας»). Μικρό το κακό, θα πείτε, αφού αυτά τα θέματα έφυγαν από την ημερήσια διάταξη από την εποχή του Σπινέλι και του Ντελόρ και επιπλέον μοιάζουν να μη συγκινούν «τους πολλούς» (ειδικότερα στη χώρα μας).

β) Τα αποτελέσματα ήταν σε γενικές γραμμές αναμενόμενα, μολονότι η έκταση της νίκης μας εξέπληξε. Υπήρχε διάχυτη η εντύπωση ότι ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα ήταν πρώτος -ή πολύ κοντά- σε πολλούς γνωστούς μας [όχι μονάχα μεταξύ υποστηρικτών του ή φίλα προσκείμενων σε αυτόν, αλλά εν γένει μεταξύ αριστερών με την ευρύτερη δυνατή έκταση της έννοιας*], οι οποίοι πόνταραν στην επικοινωνιακή υπεροχή του πρωθυπουργού έναντι του βασικού αντιπάλου του, αλλά και στην «πανθομολογούμενη» αναξιοπιστία των δημοσκοπήσεων. Αυτή η διακινούμενη φιλολογία διαψεύστηκε παταγωδώς. Οι καταγραφόμενες στη μακρά διάρκεια τάσεις των δημοσκοπήσεων δικαιώθηκαν σχετικά, στερώντας την καραμέλα της αλά καρτ «αναξιοπιστίας» τους. Πρόκειται αναμφιβόλως για εκλογικό θρίαμβο της κατεξοχήν «αστικής» παράταξης, του συντηρητικού-φιλελεύθερου κόμματος της Νέας Δημοκρατίας. Φαίνεται ότι η τακτική συμπόρευση μιας φιλελεύθερης-εκσυγχρονιστικής ατζέντας με μια παραδοσιακότερη συντηρητική δεξιά (η οποία, στη χώρα μας, συνοδεύεται πάντοτε με μια εσάνς «ρεβανσισμού») αποδίδει. Η ΝΔ, αντίστοιχα με τον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2011-2012, κινήθηκε έξυπνα από τακτική σκοπιά στο «μακεδονικό», όσον αφορά το βραχυμεσοπρόθεσμο εκλογικό της όφελος, σπεύδοντας να μετατοπίσει τις θέσεις της προκειμένου να εγκολπωθεί τη διαμαρτυρία ευρύτερων τμημάτων της κοινωνίας και να αντλήσει εκλογικά οφέλη από αυτήν. Η δυσαρέσκεια από την ασκούμενη πολιτική αναμενόμενα την ενίσχυσε, αποκτώντας πλέον δυναμική νίκης με το αποτυπωμένο αποτέλεσμα (αν ο ΣΥΡΙΖΑ κατορθώσει όχι να ανατρέψει, αλλά να μειώσει εντυπωσιακά τη διαφορά σε τόσο σύντομο διάστημα, θα πρόκειται για πρωτοφανές γεγονός). Επιπλέον, είναι πιθανό ότι, λόγω του διπολισμού, καρπώθηκε τμήμα του δυσαρεστημένου φιλελεύθερης απόχρωσης κέντρου. Ενδεχομένως να έχουν μικρή σημασία αυτές οι διαστάσεις, αλλά προγραμματικά ο λόγος της παραμένει ασαφής και η επικοινωνιακή της στρατηγική όλο αυτό το διάστημα ήταν μάλλον αδύναμη.

γ) Αντίστροφα, πρόκειται για ηχηρή ήττα της Αριστεράς και σαφή αποδοκιμασία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τόσο από τη σκοπιά των «περιεχομένων» (βλ. τρίτο μνημόνιο, υπερφορολόγηση, «Συμφωνία των Πρεσπών», επιδοματική πολιτική ως υποκατάστατο «παράλληλου προγράμματος», άτολμες ή αδέξιες απόπειρες θεσμικών τομών και μεταρρυθμίσεων), όσο και του «ύφους» της (ο ιδιότυπος «καθεστωτισμός» με το ανισόρροπο μείγμα προχειρότητας, τυχοδιωκτισμού, κυνισμού, ιδεοληψίας, αυταρχισμού, αγαρμποσύνης και διαχειριστικής ανεπάρκειας). Οι δυσκολίες, τα στενά περιθώρια και η απειρία ήταν δεδομένα και αναμενόμενα ως εμπόδια ή ελαφρυντικά, όπως και το ότι, στην κοινοβουλευτική πολιτική, ο μόνος τρόπος να μάθει κάποιος να κυβερνά, είναι ενόσω ακριβώς ασκείται στη διακυβέρνηση και δη στις εύθραυστες ισορροπίες και τη συχνά άχαρη διαχείριση των δημοσιονομικών μεγεθών. Εντούτοις, η σχετική συγκράτηση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να ενισχύει την εκτίμηση ότι, καλώς ή κακώς, «ήρθε για να μείνει», εδραιωνόμενος μέχρι νεωτέρας ως ο κυρίαρχος παίκτης στον «προοδευτικό πόλο» του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Παρομοίως, ο πρωθυπουργός δεν έχει απολέσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της υπεροχής του (εξαίρετος –καίτοι συχνά κοντόφθαλμος- «τακτικισμός», «λαϊκότητα» [ενίοτε εν είδει «δημοκρατικής αμορφωσιάς», που τον διακρίνει όμως κοινωνιολογικά από τους αποφοίτους ιδιωτικών πανεπιστημίων του εξωτερικού], επικοινωνιακή άνεση εμφανής στις μετωπικές αντιπαραθέσεις στη βουλή, μια ορισμένη «φρεσκάδα» σε σχέση με πιο έμπειρους πολιτικούς). Εν ολίγοις, φαίνεται ο ΣΥΡΙΖΑ να διατηρεί τις προϋποθέσεις συνολικής ανάκαμψης σε μεταγενέστερο εκλογικό κύκλο.

δ) Παρατηρείται επίσης η συγκράτηση έως ήπια υποχώρηση των ποσοστών των υπολοίπων. Σε μάλλον ευχάριστα νέα, η τρίτη θέση πήγε στους Κοινωνικούς δημοκράτες, που όμως επανήλθαν στα ποσοστά που είχαν πριν τη δημιουργία του ΚΙΔΗΣΟ (δηλ. στο «όλον ΠΑΣΟΚ» του 2014), δίχως να διαφαίνονται προς το παρόν προοπτικές περαιτέρω ανόδου. Παρομοίως, είδαμε τη νωθρή επίδοση του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο παρουσίαζε δημοσκοπικά μία άνοδο κατά τα έτη 2016-2017, ενώ υποχώρησε σε γνώριμα μεν, χαμηλότερα από το 2014 δε, ποσοστά. Έκπληξη δεν αποτέλεσε η σημαντική πτώση του ποσοστού των «Εθνιστών», οι οποίοι φαίνεται πως έχουν «πίσω» τις καλύτερες εκλογικές τους μέρες (ωστόσο, εξακολουθούν να έχουν διεισδυτικότητα σε δυναμικά στρώματα και μικρότερες ηλικιακές ομάδες της ελληνικής κοινωνίας, γεγονός βέβαια γνωστό και εξακριβωμένο), και ενδεχομένως υπέστησαν διαρροές σε επίπεδο ψηφοφόρων από το όψιμο εθνικο-συντηρητικό μόρφωμα της Ελληνικής Λύσης, που πραγματοποίησε δυναμική είσοδο στο προσκήνιο – μένει να φανεί αν θα έχει διάρκεια. Συμπαθητική καταγραφή για τον «προοδευτικό ευρωμεταρρυθμισμό» του ΜΕΡΑ. Ο αμφιλεγόμενος Γιάνης Βαρουφάκης είναι ο λιγότερο φθαρμένος –και κατά τη γνώμη μας ο λιγότερο γραφικός– από τους αποχωρήσαντες από τον ΣΥΡΙΖΑ που διεκδίκησαν κάποιου είδους ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή (βλ. Λαϊκή Ενότητα, Πλεύση Ελευθερίας).

ε) Είχαμε επίσης την καθήλωση σε χαμηλές πτήσεις ή την οιονεί εξαΰλωση πολιτικών σχηματισμών, οι οποίοι γεννήθηκαν και άκμασαν στην κρίση και ευνοήθηκαν ή επιδίωξαν να επωφεληθούν από την αναμόρφωση του κομματικού συστήματος κατά τη ρευστή περίοδο 2010-2015 (βλ. Ποτάμι, Ανεξάρτητοι Έλληνες, Ένωση Κεντρώων, Δημιουργία Ξανά, όπως και των προαναφερθέντων ΛΑΕ και ΠΕ, ενώ άλλοι –όπως φερειπείν η Δημοκρατική Αριστερά, η οποία συμπορεύτηκε με τον ΣΥΡΙΖΑ, και ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός– είχαν φθαρεί νωρίτερα).

στ) Στα υπόλοιπα, η ισότητα της ψήφου οδήγησε στο να δούμε κάποιες παράξενες, τραγελαφικές ή χαριτωμένες μάχες: η «αντικαπιταλιστική, επαναστατική αριστερά» υποσκέλισε τον «αντι-ιμπεριαλιστικό λαϊκομετωπισμό» της ΛΑΕ, η οποία κατάφερε να νικήσει τους ακόλουθους του υπόδικου και καταδικασθέντος Αρτεμάκη Ψώρρα, ενώ όλους αυτούς κατά τα φαινόμενα τους προσπέρασαν το ιδιόμορφο φιλελεύθερο κόμμα του Θάνου Τζήμερου και ο νεοπαγής σχηματισμός του απερχόμενου δημάρχου Μαραθώνα.

* Κάνοντας εν προκειμένω λόγο για αριστερούς, περιλαμβάνουμε εξίσου κάποια δείγματα από τον ελευθεριακό χώρο, όπως και ευρύτερο κόσμο που δεν είναι πολιτικά ενταγμένος, αλλά έχει μια «χαλαρή» αριστερή αυτοσυνείδηση. Λοιπόν, τι συνέβη; Όλοι τείνουμε να προβάλλουμε τις επιθυμίες ή τους φόβους μας στην ανάγνωση μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων και ενδεχομένων. Επιπλέον, ο στενός κοινωνικός περίγυρος τείνει να ανατροφοδοτεί θετικά την κοσμοεικόνα και την αυτοαντίληψή μας, με αποτέλεσμα να χάνεται η εποπτεία ευρύτερων συναφειών, υποβοσκουσών τάσεων και κυοφορούμενων δυναμικών. Πέραν αυτής της τετριμμένης ανθρωπολογικής παρατήρησης, η έφεση των εν ευρεία εννοία αριστερών προς την αστοχία σχετίζεται ενδεχομένως με τα ιδιαίτερα κοινωνικο-οικονομικά [βλ. ταξική διαστρωμάτωση, διάρθρωση της παραγωγής, οργάνωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κτλ.], πολιτισμικά και δημογραφικά δεδομένα της χώρας και δη με όσα εξ αυτών συμβάλλουν στην ίδια την αναπαραγωγή του εν ευρεία εννοία αριστερού λόγου. Κατά την άποψή μας, ένα καλό της εκλογικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ –όχι το μοναδικό και ενδεχομένως ούτε το σημαντικότερο– συνίσταται στο ότι, δρώντας εκ των πραγμάτων ως μεγεθυντικός φακός, ανέδειξε τα όρια, τους όρους και τους τρόπους της παραγωγής αριστερού πολιτικού λόγου – εν ολίγοις, το άσκεπτο των ποικίλων εκδοχών αριστεράς στην Ελλάδα.