Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Για ένα κοινό μεταβατικό πρόγραμμα των αντι-μνημονιακών δυνάμεων


του Ηλία Ιωακείμογλου


Χάρη σε όσα έγιναν στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, η ταξική συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχει ανέβει πολύ υψηλότερα από τα χρόνια των μνημονίων 1 και 2.

Αυτή η συ­νει­δη­το­ποί­η­ση συ­νέ­νω­σε τις υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις σε ένα πρό­πλα­σμα κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας της ερ­γα­σί­ας που είναι αδια­νό­η­το ότι θα μπο­ρού­σε να εκ­προ­σω­πη­θεί από την ηγε­τι­κή ομάδα του ΣYΡΙ­ΖA. Επεί­γει τώρα, λοι­πόν, να συ­στή­σου­με τον νέο πο­λι­τι­κό φορέα που θα εκ­προ­σω­πή­σει αυτό το κοι­νω­νι­κό μπλοκ δυ­νά­με­ων, να συ­γκρο­τή­σου­με τώρα πραγ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις βάσης χτι­σμέ­νες με κρι­τή­ριο τα­ξι­κό, σο­βα­ρό­τη­τα, συ­νέ­πεια και αγω­νι­στι­κό­τη­τα, για να προ­σφέ­ρου­με πο­λι­τι­κή και ορ­γα­νω­τι­κή ισχύ στο αντι­μνη­μο­νια­κό μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων που ποτέ δεν ήταν τόσο αξιό­μα­χο όσο σή­με­ρα.[1]

Αυτό όμως απαι­τεί ένα πο­λι­τι­κό σχέ­διο απο­δε­κτό από τις δυ­νά­μεις που είναι κα­ταρ­χάς δια­θέ­σι­μες να συμ­με­τά­σχουν σε ένα τέ­τοιο εγ­χεί­ρη­μα - απαι­τεί ένα κοινό πρό­γραμ­μα.


Το νό­μι­σμα: κε­ντρι­κό στοι­χείο ενός κοι­νού προ­γράμ­μα­τος;

Η ιδέα ότι το νό­μι­σμα και η υπο­τί­μη­ση της συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κής του ισο­τι­μί­ας μπο­ρεί να είναι για εμάς κάτι πα­ρα­πά­νω από ένα ερ­γα­λείο των κοι­νω­νι­κών αγώ­νων είναι λαν­θα­σμέ­νη. Στο τέλος των αλ­λα­γών που ενερ­γο­ποιεί μια νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση, το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας μπο­ρεί να έχει αυ­ξη­θεί ή να έχει μειω­θεί, αφού υπάρ­χουν πα­ρά­γο­ντες που ενερ­γο­ποιού­νται από την υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος και έχουν αντί­θε­τα απο­τε­λέ­σμα­τα επί των μι­σθών. Τί­πο­τα δεν υπάρ­χει στο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα, στους νό­μους που το διέ­πουν, που να προ­κα­θο­ρί­ζει ποια από τις δύο επι­πτώ­σεις θα είναι η ισχυ­ρό­τε­ρη. Αυτό ισχύ­ει επει­δή η λει­τουρ­γία του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος εν­σω­μα­τώ­νει μιαν αρχή ρι­ζι­κής αβε­βαιό­τη­τας που είναι ο βα­σι­κός κοι­νω­νι­κός αντα­γω­νι­σμός κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας. Αυτός απο­φα­σί­ζει τε­λι­κά εάν θα αυ­ξη­θεί το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας ή εάν θα μειω­θεί μετά από μια νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση. Με άλλα λόγια, απο­φα­σί­ζει το σχε­τι­κό βάρος που ρί­χνουν οι δύο αντα­γω­νι­στι­κές πλευ­ρές, το κε­φά­λαιο και η ερ­γα­σία στη ζυ­γα­ριά του συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων.[2] Το τε­λι­κό ση­μείο ισορ­ρο­πί­ας των μι­σθών, μετά από μια υπο­τί­μη­ση κα­θο­ρί­ζε­ται λοι­πόν από τον τα­ξι­κό συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων, δεν κα­θο­ρί­ζε­ται από το νό­μι­σμα κα­θε­αυ­τό (παρά μόνο στο βαθμό που αυτό μπο­ρεί να έχει επί­πτω­ση στον συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας).

Επο­μέ­νως, η υπο­τί­μη­ση ενός νέου εθνι­κού νο­μί­σμα­τος δεν μπο­ρεί να έχει νόημα ως θε­τι­κή κί­νη­ση για τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος παρά μόνον εάν εντα­χθεί σε ένα οι­κο­νο­μι­κό, κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα που θα επι­διώ­κει, με­τα­ξύ άλλων, την ενί­σχυ­ση της δια­πραγ­μα­τευ­τι­κής δύ­να­μης των μι­σθω­τών με αναρ­ρύθ­μι­ση της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας και αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα και στο κοι­νω­νι­κό κρά­τος.

Αυτό που κα­θο­ρί­ζει, λοι­πόν, το νόημα και το πο­λι­τι­κό πρό­ση­μο μιας νο­μι­σμα­τι­κής υπο­τί­μη­σης είναι το πρό­γραμ­μα που τη συ­νο­δεύ­ει. Η δια­πί­στω­ση αυτή δεν ισχύ­ει μόνο για τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος αλλά και για την πα­ρα­γω­γι­κή ανα­διάρ­θρω­ση:

Στη μα­κρο­χρό­νια διάρ­κεια, η νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση εν­δέ­χε­ται να μη βελ­τιώ­σει το εξω­τε­ρι­κό εμπό­ριο εάν δεν υπάρ­ξει πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση.[3] Η υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος είναι ένα ερ­γα­λείο με το οποίο «αγο­ρά­ζεις» χρόνο μιας δε­κα­ε­τί­ας για να αλ­λά­ξεις την πο­ρεία της συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου, τη δομή του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος, τους θε­σμούς της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας, τη λει­τουρ­γία των αγο­ρών προ­ϊ­ό­ντων, τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος, τα προ­ϊ­ό­ντα που πα­ρά­γεις κ.λπ., κα­τα­βάλ­λο­ντας για αυτό το χρο­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο το τί­μη­μα να πλη­ρώ­νεις ακρι­βό­τε­ρα τα προ­ϊ­ό­ντα που ει­σά­γεις από άλλες χώρες.[4] Αυτή η ανταλ­λα­γή βαθ­μών ελευ­θε­ρί­ας στην άσκη­ση πο­λι­τι­κής ένα­ντι ακρι­βό­τε­ρων ει­σα­γο­μέ­νων δη­μιουρ­γεί ένα πα­ρά­θυ­ρο ευ­και­ρί­ας για με­γά­λες αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα, τις σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής και δια­νο­μής του προ­ϊ­ό­ντος, έτσι ώστε στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας να έχου­με ως χώρα ισο­σκε­λι­σμέ­νο εξω­τε­ρι­κό εμπο­ρι­κό ισο­ζύ­γιο αγα­θών και υπη­ρε­σιών έχο­ντας ταυ­το­χρό­νως και υψηλό επί­πε­δο ει­σο­δή­μα­τος. Η ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος δεν μπο­ρεί να υπο­στη­ρί­ξει παρά μόνον το ση­με­ρι­νό επί­πε­δο του ΑΕΠ των 180 δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων ευρώ ή ίσως ένα ει­σό­δη­μα της τάξης των 200 δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων εάν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί πλή­ρως το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό που σή­με­ρα αργεί (το ΑΕΠ του 2008 ήταν 240 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια).

Εν κα­τα­κλεί­δι, η νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση κα­θε­αυ­τή δεν ανοί­γει μια βα­σι­λι­κή οδό προς την οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη και την κοι­νω­νι­κή πρό­ο­δο, ούτε οδη­γεί στο χάος και την κα­τα­κρή­μνι­ση των μι­σθών, αλλά ανοί­γει ένα πα­ρά­θυ­ρο ευ­και­ρί­ας για τις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις και τους συμ­μά­χους τους να ανα­συ­γκρο­τή­σουν το πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα και τους θε­σμούς στη βάση των αξιών της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς και των ορα­μά­των της για το σο­σια­λι­σμό.

Η ιδέα, λοι­πόν, ότι το νό­μι­σμα και η συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή του ισο­τι­μία μπο­ρεί να είναι για εμάς κάτι πα­ρα­πά­νω από ένα ερ­γα­λείο των κοι­νω­νι­κών αγώ­νων είναι λαν­θα­σμέ­νη, και σαν τέ­τοια δεν μπο­ρεί να απο­τε­λεί τον κε­ντρι­κό κα­θο­ρι­σμό του προ­γράμ­μα­τος μιας νέας πο­λι­τι­κής ορ­γά­νω­σης που θα συ­γκε­ντρώ­σει τώρα τις αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις. Ούτε μπο­ρεί να εμ­φα­νί­ζε­ται, η ιδέα αυτή, ως η προ­με­τω­πί­δα του προ­γράμ­μα­τος, διότι θα λει­τουρ­γεί πα­ρα­πλα­νη­τι­κά καλ­λιερ­γώ­ντας την δια­δε­δο­μέ­νη πλάνη ότι το «νό­μι­σμα είναι το ζή­τη­μα». Αυτό δεν πρέ­πει να γίνει ακόμη και εάν η πλάνη συ­νο­δεύ­ε­ται από ένα επι­στη­μο­νι­κά και πο­λι­τι­κά επαρ­κές σχέ­διο επι­τυ­χούς με­τά­βα­σης από το ευρώ σε ένα νέο εθνι­κό νό­μι­σμα.

Διότι το ζή­τη­μα δεν είναι το νό­μι­σμα, αλλά το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα στο οποίο θα εν­σω­μα­τω­θεί. Εάν το πρό­γραμ­μα είναι π.χ. του Σόι­μπλε, τότε η υπο­τί­μη­ση του νέου νο­μί­σμα­τος θα συ­νο­δεύ­ε­ται από μεί­ω­ση του ει­σο­δη­μα­τι­κού με­ρι­δί­ου της ερ­γα­σί­ας και θα ανοί­γει στο δρόμο σε μια πα­ρα­γω­γι­κή ανα­διάρ­θρω­ση που θα υλο­ποιεί την υπο­τα­γή της ερ­γα­σί­ας στο κε­φά­λαιο με τους χει­ρό­τε­ρους όρους. Εάν είναι ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα που ανοί­γει το δρόμο σε ρι­ζο­σπα­στι­κές αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές αλ­λα­γές στην οι­κο­νο­μία και την κοι­νω­νία, τότε η υπο­τί­μη­ση του νέου νο­μί­σμα­τος θα συ­νο­δεύ­ε­ται από αύ­ξη­ση του ει­σο­δη­μα­τι­κού με­ρι­δί­ου της ερ­γα­σί­ας, από αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή ανα­διάρ­θρω­ση του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος και από με­τα­σχη­μα­τι­σμό των θε­σμών που θα ανα­βαθ­μί­ζουν τη θέση των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων και θα τους ανοί­γουν το δρόμο για να κα­τα­κτή­σουν την πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία με τις ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις τους.

Βε­βαί­ως, το ζή­τη­μα του νο­μί­σμα­τος έχει και άλλες πλευ­ρές, για τις οποί­ες όμως συ­ζη­τώ­ντας τες θα φτά­να­με μάλ­λον εύ­κο­λα στο ίδιο συ­μπέ­ρα­σμα, δη­λα­δή ότι το νό­μι­σμα κα­θε­αυ­τό δεν λύνει ικανό αριθ­μό προ­βλη­μά­των ώστε να τεθεί στο κέ­ντρο του προ­γράμ­μα­τος ή να γίνει η προ­με­τω­πί­δα του.

Εάν έτσι έχουν τα πράγ­μα­τα, ακόμη και η πρώτη απεύ­θυν­ση προς την κοι­νω­νία, όποιου πο­λι­τι­κού σχή­μα­τος θε­λή­σει να ση­κώ­σει την πε­σμέ­νη ση­μαία της Αρι­στε­ράς μέσα στις επό­με­νες ημέ­ρες ή εβδο­μά­δες, δεν μπο­ρεί παρά να ανα­φέ­ρε­ται σε ένα κοινό πρό­γραμ­μα αλ­λα­γών στο οποίο το νό­μι­σμα οφεί­λει να έχει τη θέση του ως ερ­γα­λείο πο­λι­τι­κής και όχι ως κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο (ιδιαί­τε­ρα όχι ως μα­γι­κή λύση). Αυτό βε­βαί­ως δεν ση­μαί­νει ότι το κοινό πρό­γραμ­μα δεν πρέ­πει να ανα­φέ­ρε­ται στην ανα­πό­φευ­κτη ρήξη με την Ευ­ρω­ζώ­νη ως προ­ϋ­πό­θε­ση για την ανα­τρο­πή της πο­λι­τι­κής της λι­τό­τη­τας και του κα­νι­βα­λι­σμού του κε­φα­λαί­ου.


Το κενό πο­λι­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης και το κοινό με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα

Αυτό βέ­βαια μας οδη­γεί ανα­πό­φευ­κτα στο ερώ­τη­μα ποια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μπο­ρεί και πρέ­πει να έχει αυτό το κοινό πρό­γραμ­μα. Είναι πι­θα­νό­τα­τα προ­φα­νές σε όλους μας ότι οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς θα πρέ­πει να επε­ξερ­γα­στούν από κοι­νού ένα πο­λι­τι­κό σχέ­διο το οποίο στη συ­νέ­χεια και θα ανα­λά­βουν να υπη­ρε­τή­σουν κά­νο­ντας χρήση μιας ορ­γα­νω­τι­κής δομής που θα εξυ­πη­ρε­τεί ακρι­βώς αυτά τα κα­θή­κο­ντα. Μια τέ­τοια δια­δι­κα­σία, ωστό­σο, διαρ­κεί πολύ, και βρί­σκε­ται σε ανα­ντι­στοι­χία με το βραχύ χρόνο της πο­λι­τι­κής, που απαι­τεί να υπάρ­ξει αμέ­σως μια προ­γραμ­μα­τι­κή απεύ­θυν­ση προς την κοι­νω­νία. Αυτό το χάσμα ανά­με­σα στην ανά­γκη να δια­μορ­φώ­σου­με ένα νέο ολο­κλη­ρω­μέ­νο πρό­γραμ­μα (και να μην ανα­κυ­κλώ­σου­με απλώς το πρό­γραμ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ) και στην ανά­γκη μιας άμε­σης προ­γραμ­μα­τι­κής απεύ­θυν­σης προς την κοι­νω­νία, δεν μπο­ρεί να λυθεί με πολ­λούς τρό­πους: Πρέ­πει σε πολύ μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα να εντο­πί­σου­με τις γε­νι­κές κα­τευ­θύν­σεις ενός κοι­νού με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος απα­ντώ­ντας στο βα­σι­κό ερώ­τη­μα: Τι ακρι­βώς αντι­προ­σω­πεύ­ει άραγε η νίκη του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος αφού όλοι μας συμ­φω­νού­με ότι αυτή θα είναι στο εξής η ανα­πό­φευ­κτη κοι­νω­νι­κή ανα­φο­ρά μας; Ερώ­τη­ση που εύ­κο­λα με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται στην ερώ­τη­ση ποια είναι η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία σή­με­ρα.

Το δη­μο­ψή­φι­σμα του Ιου­λί­ου ήταν η πο­λι­τι­κή σύ­γκρου­ση δύο κό­σμων, του λαού της ιδιο­κτη­σί­ας και του λαού της ερ­γα­σί­ας, του κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου και ενός κοι­νω­νι­κού συ­να­σπι­σμού των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων που εμ­φα­νί­στη­κε για πρώτη φορά μετά τον Εμ­φύ­λιο ως ένα δυ­νη­τι­κά νέο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας αντα­γω­νι­στι­κό προς το κε­φά­λαιο και έχει στον πυ­ρή­να του συ­γκε­κρι­μέ­νες, αριθ­μη­τι­κά υπέρ­τε­ρες, κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρί­ες: τους ανέρ­γους, τη νε­ο­λαία και τους μι­σθω­τούς του δη­μό­σιου τομέα, και πάνω από όλους τους μι­σθω­τούς του ιδιω­τι­κού τομέα.[5] Το συ­γκρό­τη­μα των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, είδαν χάρη στο δη­μο­ψή­φι­σμα διά γυ­μνού οφθαλ­μού τον «εχθρι­κό λαό», το άρχον κοι­νω­νι­κό συ­γκρό­τη­μα, ενω­μέ­νο από το τα­ξι­κό τους μίσος και το ιδε­ο­λο­γι­κό τσι­μέ­ντο της ιδιο­κτη­σί­ας, του κε­φα­λαί­ου και της απλη­στί­ας, να αγω­νί­ζε­ται σαν ένας και μο­να­δι­κός άν­θρω­πος, σαν ένα και μο­να­δι­κό πρό­σω­πο, για να θε­με­λιώ­σει το δι­καί­ω­μα του πλού­του του πάνω στις ζωές μας. Σχη­μα­τί­στη­κε, έτσι, χάρη στη θέα του γυ­μνού τέ­ρα­τος, αυτό το πρό­πλα­σμα κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας της ερ­γα­σί­ας, αυτός ο κοι­νω­νι­κός σχη­μα­τι­σμός μάχης που συ­γκρο­τή­θη­κε στη μακρά πο­ρεία μέσα από την έρημο της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής και απέ­κτη­σε ευ­διά­κρι­το πρό­σω­πο στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος. Είδε στη συ­νέ­χεια τη συν­θη­κο­λό­γη­ση του Αλέξη Τσί­πρα και τη στάση των ηγε­τι­κών κύ­κλων της Ευ­ρώ­πης και έφτα­σε στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι χωρίς σύ­γκρου­ση με την Ευ­ρω­ζώ­νη δεν μπο­ρού­με να βελ­τιώ­σου­με στοι­χειω­δώς τις ζωές μας.

Είναι ένας ολό­κλη­ρος λαός, ο δικός μας τα­ξι­κός λαός, που δεν μπο­ρεί, στην πλειο­ψη­φία του, να έχει καμιά σχέση ούτε με την πο­λι­τι­κή αντί­λη­ψη ούτε με την ιδε­ο­λο­γία της ηγε­τι­κής ομά­δας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Η με­τα­τό­πι­ση της κυ­βέρ­νη­σης και της ηγε­τι­κής ομά­δας του κόμ­μα­τος προς τα δεξιά έχουν ενερ­γο­ποι­ή­σει δια­δι­κα­σί­ες διάρ­ρη­ξης των σχέ­σε­ων εκ­προ­σώ­πη­σης που δια­τη­ρού­σε το κόμμα με αυτές τις κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις. Η διάρ­ρη­ξη των δε­σμών του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ με τις κοι­νω­νι­κές τά­ξεις, με­ρί­δες τά­ξε­ων, κοι­νω­νι­κές ομά­δες που συ­γκρο­τούν το πρό­πλα­σμα ενός νέου κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας των υπο­τε­λών τά­ξε­ων, έχει προ­φα­νώς αρ­χί­σει και θα συ­νε­χί­ζε­ται στο βαθμό που η κυ­βέρ­νη­ση θα εφαρ­μό­ζει το μνη­μό­νιο Τσί­πρα. Στον αδυ­σώ­πη­το κοι­νω­νι­κό πό­λε­μο που διε­ξά­γε­ται μέσα στην κρίση ανά­με­σα στις συ­ντε­ταγ­μέ­νες, συ­νει­δη­τές και επι­θε­τι­κές δυ­νά­μεις της ιδιο­κτη­σί­ας, του κε­φα­λαί­ου, του γυ­μνού χρή­μα­τος στην Ελ­λά­δα και στις άλλες χώρες της Ευ­ρω­ζώ­νης, και σε όσους ζουν ή προ­σπα­θούν να ζή­σουν από την ερ­γα­σία τους, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ του αρι­στε­ρού ευ­ρω­παϊ­σμού επέ­λε­ξε την αλ­λα­γή τα­ξι­κού στρα­το­πέ­δου.

Έτσι, υπάρ­χει αυτήν τη στιγ­μή, ένα κενό πο­λι­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης: οι δε­σμοί που έδε­ναν σε ενιαία κοι­νω­νι­κή συμ­μα­χία τά­ξεις και με­ρί­δες τά­ξε­ων που ανα­γνώ­ρι­ζαν στη στρα­τη­γι­κή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ το συμ­φέ­ρον τους, και στο όραμά του για το γε­νι­κό συμ­φέ­ρον την προ­σω­πι­κή ή τη συλ­λο­γι­κή τους μοίρα, διαρ­ρη­γνύ­ο­νται και αφή­νουν «ορ­φα­νά» τα ση­μεία πρόσ­δε­σης της πο­λι­τι­κής στην κοι­νω­νία της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, της ανερ­γί­ας και της νε­ο­λαί­ας. Οι πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις που φι­λο­δο­ξούν να εκ­προ­σω­πή­σουν τώρα αυτήν την κοι­νω­νία, θα πρέ­πει να προσ­δε­θούν στα ση­μεία υπο­δο­χής που προ­σφέ­ρει - και αυτά τα ση­μεία έχουν κυ­ρί­ως τα­ξι­κό χα­ρα­κτή­ρα.

Με το παλιό καλό λε­ξι­λό­γιο της μαρ­ξι­στι­κής μας πα­ρά­δο­σης, η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας, είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του και είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θεί, και όπως μας έδει­ξε το δη­μο­ψή­φι­σμα να αγω­νι­στεί και για ρι­ζι­κές αλ­λα­γές.

Από αυτά τα δε­δο­μέ­να απορ­ρέ­ει και η γε­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση και ο χα­ρα­κτή­ρας που μπο­ρεί και πρέ­πει να έχει το κοινό πρό­γραμ­μα των αντι­μνη­μο­νια­κών δυ­νά­με­ων της Αρι­στε­ράς:

Η κα­τεύ­θυν­ση δεν μπο­ρεί παρά να είναι αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή και ο χα­ρα­κτή­ρας του προ­γράμ­μα­τος δεν μπο­ρεί παρά να είναι με­τα­βα­τι­κός - πρέ­πει να είναι με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα με την λε­νι­νι­στι­κή έν­νοια του όρου, δη­λα­δή ένα πρό­γραμ­μα απο­τε­λού­με­νο από στό­χους, μέτρα οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά, δέ­σι­μο κοι­νω­νι­κών συμ­μα­χιών και πο­λι­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες που θα συν­δέ­ο­νται με απώ­τε­ρους αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κούς στρα­τη­γι­κούς στό­χους και θα θέ­τουν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την επί­τευ­ξή τους καθώς η ίδια η πείρα του νέου, δυ­νη­τι­κού κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας των υπο­τε­λών τά­ξε­ων θα δεί­χνει ότι η ρήξη σή­με­ρα με την Eυ­ρω­ζώ­νη και αύριο με το σύ­στη­μα είναι ανα­γκαία για να μη ζή­σου­με σαν δού­λοι.

---------------------------------------------------------
1 βλ. ανα­λυ­τι­κά στο άρθρο “Reload” στην Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά, τεύ­χος 341, 22 Ιου­λί­ου 2015 (http://​dea.​org.​gr/​reload)

2 βλ. ανα­λυ­τι­κά στο άρθρο «Η αλή­θεια για τις νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις» στο rproject (http://​rproject.​gr/​article/​i-alitheia-gia-tis-nomismatikes-ypotimiseis)

3 Η υπο­τί­μη­ση επη­ρε­ά­ζει και τις τιμές των ει­σα­γό­με­νων πρώ­των υλών, κε­φα­λαιου­χι­κού εξο­πλι­σμού, εν­διά­με­σων προ­ϊ­ό­ντων που χρη­σι­μο­ποιού­νται για την πα­ρα­γω­γή των εγ­χώ­ριων και μέσω αυτών επη­ρε­ά­ζει αυ­ξη­τι­κά το κό­στος πα­ρα­γω­γής και σε κά­ποιο μι­κρό­τε­ρο βαθμό τις τιμές των εγ­χώ­ριων προ­ϊ­ό­ντων που δια­τί­θε­νται στην εσω­τε­ρι­κή αγορά. Δη­μιουρ­γού­νται έτσι δια­δο­χι­κά κύ­μα­τα αυ­ξή­σε­ων κατά τα έτη που ακο­λου­θούν την υπο­τί­μη­ση, οι οποί­ες όμως βαί­νουν μειού­με­νες. Σε βάθος χρό­νου, ίσως σε οκτώ ή δέκα χρό­νια, το άθροι­σμα αυτών των αυ­ξή­σε­ων μπο­ρεί ακόμη και να ισού­ται με το πο­σο­στό της υπο­τί­μη­σης του νο­μί­σμα­τος. Επο­μέ­νως, το κα­θα­ρά νο­μι­σμα­τι­κό όφε­λος από την υπο­τί­μη­ση σε βάθος χρό­νου μπο­ρεί να είναι πολύ μικρό. Το με­γά­λο όφε­λος όμως είναι ότι κερ­δί­ζου­με χρόνο για να κά­νου­με αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα που μειώ­νουν το εξω­τε­ρι­κό έλ­λειμ­μα σε μό­νι­μη βάση.

4 Μα­κρο­πρό­θε­σμα δη­λα­δή, μόνον ανε­βά­ζο­ντας την ποιό­τη­τα των προ­ϊ­ό­ντων και πα­ρά­γο­ντας νέες ποι­κι­λί­ες ήδη υπαρ­χό­ντων προ­ϊ­ό­ντων, υπο­κα­θι­στώ­ντας με­γά­λες ει­σα­γω­γές όπως το πε­τρέ­λαιο από ανα­νε­ώ­σι­μες πηγές ενέρ­γειας και το ιδιω­τι­κό αυ­το­κί­νη­το από μο­ντέρ­να μέσα με­τα­φο­ράς κ.λπ., ανα­πτύσ­σο­ντας νέες πα­ρα­γω­γι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες κ.λπ. είναι δυ­να­τό να δια­σφα­λί­σου­με ότι θα μειω­θεί το εμπο­ρι­κό έλ­λειμ­μα αγα­θών και υπη­ρε­σιών.

5 Από τους οποί­ους θα πρέ­πει να εξαι­ρέ­σου­με την διευ­θυ­ντι­κή με­ρί­δα απα­σχο­λου­μέ­νων, των προϊ­στα­μέ­νων και των στε­λε­χών του ιδιω­τι­κού τομέα που δή­λω­σαν αυ­το­προ­σώ­πως ή διά επι­φα­νών εκ­προ­σώ­πων τους στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, στις επι­χει­ρή­σεις, στην τη­λε­ό­ρα­ση και στις δια­δη­λώ­σεις, ότι στην πλειο­νό­τη­τά τους συ­στρα­τεύ­ο­νται με τον κόσμο του κε­φα­λαί­ου και των κοι­νω­νι­κών συμ­μά­χων του, με τον κόσμο του «μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη».


Πηγή Rproject

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Από την ιστορική νίκη στην ταπεινωτική συνθηκολόγηση και την πολιτική κρίση


του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Όσες και όσοι βρεθήκαμε στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ αυτά τα τελευταία 11 χρόνια, και δη την τελευταία επταετία της κρίσης-επίθεσης, όσες και όσοι στηρίξαμε την υπόθεση της πρώτης μεταπολεμικής αριστερής κυβέρνησης στην Ευρώπη, και θεωρήσαμε ότι είναι δυνατό μια τέτοια κυβέρνηση να επιβιώσει στο νεοφιλελεύθερο σκοτάδι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έστω ως μετριοπαθώς αριστερή, σήμερα βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιας συντριπτικής ήττας. Η ήττα αυτή (που πρέπει να αποτιμηθεί πολιτικά ως ήττα, και όχι ηθικά, ως «προδοσία»), η εξαναγκαστική δηλαδή συνθηκολόγηση της κυβέρνησης, είναι συλλογική μας αποτυχία, και μαζί προμήνυμα κινδύνου για την άνευ δημοκρατικών ορίων ιμπεριαλιστική επιβολή· είναι αποτυχία, που οφείλεται σε αντικειμενικούς αλλά και υποκειμενικούς παράγοντες – και ως προς τους δεύτερους, έχει υπεύθυνους, σε διαφορετικό βεβαίως βαθμό, σε όλη την κλίμακα της κυβερνητικής και κομματικής «ιεραρχίας», σε ολόκληρο το ιδεολογικοπολιτικό φάσμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ήδη εμφανές: το τραύμα και οι συνέπειες της ήττας αυτής θα αφήσουν ανεξάλειπτο ίχνος. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι ποτέ πια αυτό που ήταν – και το κλείσιμο του κύκλου αυτού είναι ήδη η βασική παράμετρος της πολιτικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η κρίση αυτή, συνέχεια σε μια κρίση εκπροσώπησης που πάει πίσω στο 2007, έχει ήδη επίδραση σε κάθε εκδοχή της Αριστεράς και στα κινήματα στην Ευρώπη, στον πολιτικό και κοινωνικό ανταγωνισμό της τρίτης μνημονιακής περιόδου που ξεκίνησε. Κι ενώ είναι νωρίς για να έχουμε βεβαιότητες ως προς το πώς η κρίση αυτή θα επιλυθεί (πολύ δε περισσότερο αισιοδοξία για την έκβασή της…), είναι επείγον να διατυπώσουμε ορισμένες «υποθέσεις εργασίας» για το αποδώ και στο εξής: για την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας και της νεολαίας απέναντι στο τρίτο μνημόνιο, για να κρατηθεί ενεργό το ρήγμα που ανέδειξε το δημοψήφισμα – για να σκεφτεί η Αριστερά που έδωσε την μάχη του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, ποια θα είναι η Αριστερά της νίκης στη νέα εποχή.


Το δημοψήφισμα

Αναπόφευκτα, σημείο εκκίνησης για την αποτίμηση και τον σχεδιασμό του «μετά» είναι το νικηφόρο αποτέλεσμα της 5ης Ιουλίου, μιας ταξικής σύγκρουσης διεθνούς βεληνεκούς, που μέσα σε μια εβδομάδα μετατράπηκε στο αντίθετό του, στην ταπεινωτική δηλαδή συνθηκολόγηση της κυβέρνησης με την τρόικα.

Η γενιά μας έχει ονομαστεί κατά καιρούς «γενιά της Γένοβας», «του άρθρου 16», «του Δεκέμβρη», «των πλατειών»: κανείς μας δεν φανταζόταν ότι μπορούσε να υπάρξει και μεγαλύτερη τιμή από αυτές – όμως, το να είσαι η «γενιά της 5ης Ιουλίου», είναι μια ακόμα μεγαλύτερη. Όσες και όσοι δώσαμε αυτή τη μάχη ξέρουμε πως ο πολιτικός χρόνος δεν υπήρξε ποτέ τόσο πυκνός, πως η σύγκρουση δεν ήταν ποτέ στον ίδιο βαθμό «πραγματική» και υπαρξιακή, πως η χαρά γι' αυτή την κοινή μας νίκη δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλη. Όπως ξέρουμε, από την άλλη, κι ότι ποτέ δεν υπήρξε τόσο καθοριστικό το έλλειμμα ηγεσίας και σχεδιασμού για μια τέτοιου βεληνεκούς ταξική σύγκρουση: ως το μεσημέρι της Τετάρτης, θυμίζω, δεν ξέραμε καν αν την Κυριακή θα υπάρχει δημοψήφισμα, ως την Πέμπτη ακούγαμε υπουργούς και ευρωβουλευτές να κατευνάζουν ότι έτσι κι αλλιώς θα υπήρχε συμφωνία (ή να προτείνουν ακόμα και το ΝΑΙ...), για μια εβδομάδα δε, βλέπαμε την ουδετερότητα της ΕΡΤ, ενώ τα αστικά μέσα βυσσοδομούσαν, και τους ανθρώπους μας να εκβιάζονται στους χώρους δουλειάς και τις ουρές χωρίς να μπορούμε τους υπερασπιστούμε. Η κυβέρνηση κατήγγελλε –και σωστά– ευρωπραξικόπημα για την ανατροπή της· εκείνες τις μέρες όμως, ήταν σα να απειλούν τον Αλιέντε, κι εμείς της Λαϊκής Ενότητας απλώς να μοιράζουμε φυλλάδια.

Εδώ νομίζω ότι βρίσκεται ένα καθοριστικό σημείο για να σταθούμε. Το δημοψήφισμα, η εμπλοκή δηλαδή των μαζών, ήταν μια μη προσχεδιασμένη, σχεδόν ενστικτώδης επιλογή της κυβέρνησης για να σταματήσει το καθοδικό σπιράλ της διαπραγμάτευσης – ένα είδος τινάγματος επιβίωσης, στο παραένα πριν τον πνιγμό: η τομή στο συνεχές μιας τακτικής συμβιβασμού με τις κορυφές και διαρκούς κατευνασμού των από κάτω (η συμφωνία ήταν «θέμα ημερών» επί τέσσερις μήνες...), και μιας τακτικής που, από την 20η Φεβρουαρίου ήδη, δεν προέβλεπε κανέναν απολύτως ρόλο για τις μάζες, αναπόφευκτα λοιπόν ούτε και για τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα.


Από την (υπερ)συνέχεια του κράτους στην ταξική συνθηκολόγηση

Αν όμως οι πηγές ισχύος στις κοινωνίες μας είναι το χρήμα και η διάταξη των ανθρώπων, μην έχοντας χρήμα ή διεθνείς προσβάσεις σε αυτό, η κυβέρνηση απεμπόλησε επί πέντε μήνες το βασικό της πλεονέκτημα, να θέτει σε διάταξη μάχης τις μάζες, και τις κάλεσε στο προσκήνιο όταν η τακτική της είχε εμφανώς αποτύχει υπό έναν συντριπτικό συσχετισμό δύναμης: όταν οι «κόκκινες γραμμές» είχαν ήδη ξεθωριάσει με την πρόταση των «47 σελίδων», και η ίδια αδυνατούσε να υπερασπιστεί και αυτές ακόμα, ελλείψει ισχύος. Ήταν αυτός ο κύκλος που έκλεισε, με τις μάζες και πάλι στο περιθώριο του κυβερνητικού σχεδιασμού από το βράδυ ήδη της 5ης Ιουλίου, με την ηττοπαθή δηλαδή ερμηνεία του αποτελέσματος, και τη σύγκληση, έξω από οποιαδήποτε κομματική διαδικασία, του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών από τον πρωθυπουργό.

Μολονότι οι ευθύνες γι' αυτές τις επιλογές έχουν διαβάθμιση και ονοματεπώνυμα, μολονότι τα ιδρυτικά ντοκουμέντα του ΣΥΡΙΖΑ είχαν προβλέψει ότι η διαπραγμάτευση δεν θα ήταν μια φιλική συζήτηση μεταξύ εταίρων, και μολονότι δεν ήταν επιλογή όλων μας ένα μη συμμετοχικό μοντέλο διακυβέρνησης, που για το κόμμα προέβλεπε τη θέση της πλήρους υπαγωγής στην κυβέρνηση, οι αποτιμήσεις των αριστερών δεν μπορεί να γίνονται καταρχήν με βάση μεμονωμένες στιγμές ή στο επίπεδο των προσώπων, αλλά στη βάση ευρύτερων διαδικασιών, και τελικά στο επίπεδο της πάλης των τάξεων. Το λέω γιατί μου φαίνεται πιο γόνιμο, αντί να μιλάμε για «προδοσίες» και «προδότες» του λαού στα ηγετικά κλιμάκια, να λέμε ότι η ελληνική αστική τάξη έδωσε έναν υπαρξιακό αγώνα για το ΝΑΙ απέναντι σε ένα αρραγές διεθνές μπλοκ, ενεργοποιώντας μηχανισμούς και συμμαχίες προκειμένου να υπερασπιστεί την εξίσου υπαρξιακή γι' αυτήν παραμονή στη ζώνη του ευρώ· κι ότι για την κυβέρνηση, στον αντίποδα, στο βαθμό που ο εκβιασμός ήταν «Μνημόνιο ή άτακτη χρεοκοπία και έξοδος από το ευρώ», και που ο εκβιασμός αυτός υπήρξε απολύτως αξιόπιστος, ο σχεδιασμός της απαιτούσε να είναι έτοιμη για μια κατάσταση οιονεί επαναστατική. Ήταν για την αποφυγή αυτής της κατάστασης, που το όποιο σχέδιο της κυβέρνησης περιορίστηκε εντέλει στη μετάθεση της σύγκρουσης, στη μετατόπισή της, από το πεδίο της οικονομικής και πολιτικής ισχύος στο εσωτερικό της χώρας και της Ε.Ε, στο πεδίο της «εθνικής σωτηρίας» και της «κοινής ευρωπαϊκής λογικής»: είναι γι' αυτό που η κυβερνητική πολιτική έφτασε τελικά να αρκείται απλώς στην αποφυγή των χειρότερων διά της επιλογής του μικρότερου κακού.

Η μετατόπιση, και τελικά η αποφυγή της σύγκρουσης, ήταν αυτές που υπαγόρευσαν α) τις προγραμματικές ασάφειες και την εθνικολαϊκή ρητορική για να κερδηθούν οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, β) τις επιλογές Παυλόπουλου, ΑΝΕΛ και ΔΗΜΑΡ σε νευραλγικά υπουργεία, καθώς και «τεχνικών» του καθεστώτος σε καίριες θέσεις στην κυβέρνηση και τους κρατικούς οργανισμούς και γ) τον πανηγυρισμό ως «νίκης» της συμφωνίας στις 20 Φεβρουαρίου, ενώ η κυβέρνηση δεσμευόταν για το αδιανόητο: να αποπληρώσει «στο ακέραιο και έγκαιρα» ένα μη βιώσιμο χρέος, αλλά και να απόσχει «από την ακύρωση μέτρων και μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τους δημοσιονομικούς στόχους, την ανάκαμψη της οικονομίας ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αυτά αξιολογούνται από τους θεσμούς».


Η πολιτική κρίση

Αν έχει κάποια αξία η αναδρομή στο πώς φτάσαμε στη συνθηκολόγηση της 12ης Ιουλίου, είναι ότι μας επιτρέπει να πάμε ένα βήμα παραπέρα απ' όλη αυτή τη σχεδιολογία που κατακλύζει το δημόσιο λόγο των αριστερών: να δούμε ότι το εκάστοτε «σχέδιο» πριν απ' όλα απαιτεί ένα υποκείμενο – αυτό που ο ΣΥΡΙΖΑ, ήδη από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν ανέλαβε να οικοδομήσει. Ένα υποκείμενο που να αντιλαμβάνεται όρια και δυνατότητες της συγκυρίας, να κατανοεί την ανυπαρξία ενδιάμεσης θέσης εν μέσω κρίσης και σφοδρής ταξικής σύγκρουσης χωρίς επιστροφή – και πάνω σ' αυτές τις προκείμενες να σχεδιάσει τακτική και στρατηγική, αντί να υποκαθιστά τη μία με την άλλη.

Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ έμπαινε σ' αυτή την υπόθεση, θα κέρδιζε τις εκλογές του Ιανουαρίου – ούτε, πολύ περισσότερο, ότι θα μπορούσε να εξισορροπήσει τις πιέσεις μιας απολυταρχικής Ευρωπαϊκής Ένωσης που, πέρα από εσωτερικούς ανταγωνισμούς, ενοποιείται στη βάση του ταξικού ορθολογισμού της υπερλιτότητας. Είναι ωστόσο απολύτως βέβαιο ότι αν η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν τόσο μονοκόμματα στραμμένη στο κοινοβουλευτικό πεδίο, αν είχε φροντίσει να δώσει βάθος στην επιφανειακή τεχνική συζήτηση για το νόμισμα αντί να την απαγορεύσει εκεί που χαράσσονταν το όποιο σχέδιο και λαμβάνονταν αποφάσεις, αν είχε προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες στο τραπεζικό σύστημα για να αντιμετωπίσει τις εκροές, και στη φορολογία για να χρηματοδοτήσει μια πολιτική στήριξης των στρωμάτων που εκπροσωπεί, αν δεν είχε αποσυρθεί από το δρόμο κι αν είχε πάρει τοις μετρητοίς όσα διακήρυττε ο ίδιος στις θέσεις του για την Ε.Ε. και το ευρώ – αν τέλος πάντων έδινε τη μάχη στο πραγματικό πεδίο, αυτό της ισχύος, αντί του φαντασιακού κόσμου της αμοιβαία επωφελούς λύσης για λύκους και πρόβατα, τα πράγματα σήμερα θα ήταν διαφορετικά.

Στη θέση όλων αυτών των «αν», σήμερα βρίσκεται μια κυβέρνηση που όλο και πιο καταθλιπτικά πια θυμίζει τη συγχωρεμένη ΔΗΜΑΡ, και ένα κόμμα που, καλούμενο να υιοθετήσει το τρίτο μνημόνιο ως πρόγραμμά του και να «χαλαρώσει», ιδεολογικά και οργανωτικά, βρίσκεται στα πρόθυρα της ανεπίστρεπτης ρήξης. Το τρίτο μνημόνιο έχει σχεδιαστεί χειρουργικά ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να πνίξει με τα χέρια του μία προς μία τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις που κέρδισε από το 2010 μέχρι σήμερα – και να το κάνει σε πλαίσια αυστηρής επιτήρησης, που δεν αφήνουν περιθώρια ρωγμών και ελιγμών. Κι όλα αυτά, ενώ όλοι βλέπουν ότι το πρόγραμμα «δεν βγαίνει» κι ενώ η απειλή της εξόδου από το ευρώ θα επικρέμεται διαρκώς – τόσο ως μέσο πειθάρχησης της κυβέρνησης (επίσπευσης δηλαδή της μνημονιακής της μετάλλαξης...), όσο και ως δυνητική κατάληξη της νέας διαδρομής.


Όρια, ανάγκες και δυνατότητες

Σήμερα, η εξοικείωση τμημάτων της κοινωνίας με τη μνημονιακή κανονικότητα, η πεποίθηση ότι αυτή η κυβέρνηση αν μη τι άλλο το πάλεψε, η υπεροχή του πρωθυπουργού στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και του πολιτικού συστήματος, ο εγκλωβισμός ακόμα και ριζοσπαστικών ρευμάτων στο πραγματικό αδιέξοδο (αλλά και η επιθετική δικαιολόγηση του μνημονίου ως δρόμου χωρίς εναλλακτική από ένα δυναμικό της κυβέρνησης και του κόμματος που εξωθεί τα πράγματα στα άκρα, συνεπικουρούμενο από την τρόικα και τον ελληνικό αστισμό), δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας: το τραύμα στο σώμα του κόμματος που στήριξε το Δεκέμβρη, τις πλατείες και τη μάχη του δημοψηφίσματος, θα επουλωθεί δύσκολα και αργά – αν επουλωθεί. Ενώ όμως ισχύει αυτό, ισχύει εξίσου ότι ο πυκνός πολιτικός χρόνος απαιτεί ανασύνταξη το συντομότερο.

Είναι εμφανές ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ γίνει ΔΗΜΑΡ, αν δηλαδή υιοθετήσει το αποτέλεσμα ενός πραξικοπήματος ως πρόγραμμά του, κι απ'το «καμιά θυσία για το ευρώ» προσαρμοστεί στο «πάση θυσία κυβέρνηση, μνημόνιο και ευρώ», μεσοπρόθεσμα θα εξαφανιστεί. Είναι επίσης σαφές ότι ο ίδιος δεν μπορεί να υποσχεθεί μια «ακόμα πιο σκληρή διαπραγμάτευση», σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεδειγμένα πια εχθρική προς κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας. Αναπόφευκτα, λοιπόν, η διατήρηση των σχέσεων εκπροσώπησης που εγκατέστησε αυτά τα χρόνια, μπροστά μάλιστα στην απολύτως υπαρκτή νεοναζιστική απειλή, προϋποθέτει τη σύγκρουση με τα μνημόνια, τον ελληνικό αστισμό και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προϋποθέτει, δηλαδή, να γίνει ό,τι δεν έγινε όταν ο συσχετισμός δύναμης ήταν πιο ευνοϊκός: την κρατικοποίηση των τραπεζών υπό κοινωνικό έλεγχο, τη βαριά φορολογία του κεφαλαίου, τη διασφάλιση της πολιτικής και υλικής αλληλεγγύης από την κοινότητα που αναγνώρισε τη 12η Ιουλίου ως πραξικόπημα («This is A Coup»), τη διεθνοποίηση του αγώνα ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την επιστροφή στους δρόμους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια μνημονιακή κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ο αντίπαλος που προτιμά η Αριστερά του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, έναντι του συρφετού που λυμαίνονταν την εξουσία μέχρι τον περασμένο Γενάρη. Δεν υπάρχει όμως και αμφιβολία ότι η Αριστερά του ΟΧΙ πρέπει να δει πολύ παραπέρα: στη συγκρότηση του υποκειμένου, και δι' αυτού του σχεδίου, για έναν άλλο δρόμο. Μέχρι σήμερα, το σχέδιο αυτό περισσότερο προπαγανδίστηκε, συχνά για τις ανάγκες της ενδοαριστερής και ενδοσυριζικής αντιπαράθεσης, παρά δουλεύτηκε σε βάθος, είτε με όρους οικονομικο-τεχνικούς (πώς προσαρμόζονται τα ΑΤΜ, πώς αλλάζουν τα συμβόλαια σε ευρώ, τι γίνεται με πληθωρισμό και τις αναγκαίες εισαγωγές), είτε κυρίως με όρους πολιτικούς και κοινωνικούς. Αυτή είναι η δουλειά ενός μετώπου της Αριστεράς του ΟΧΙ, που να σέβεται επιμέρους διαδρομές και υποκειμενικότητες, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τους όρους για κοινούς αγώνες και τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα. Με την τελευταία δημοκρατική λύση να εξουδετερώνεται υπό τους εκβιασμούς της τρόικας, με τα επίδικα του αγώνα να είναι πια τα βασικά (το νερό, το σπίτι, το ρεύμα, η δημοκρατία), ο κοινός μας αγώνας θα είναι αγώνας υπαρξιακός: πρέπει να τον προετοιμάσουμε μαζί το συντομότερο, και κυρίως, πρέπει να τον κερδίσουμε.


* Παρέμβαση στην εκδήλωση με τίτλο «Το δημοψήφισμα, η συνθηκολόγηση και η πολιτική κρίση που διαρκεί», που οργάνωσε ο Τομέας Νεολαίας της Αριστερής Ανασύνθεσης στο πολιτικό-πολιτιστικό κάμπινγκ της οργάνωσης στο Λιτόχωρο (7.8.2015).


Πηγή Red NoteBook
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget