Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Από τον Μπακούνιν στο Λακάν

Αναδημοσίευση από: Στο ντιβάνι με το Λακάν (Kraftwerk) - stodivanimetolacan.blogspot.com



Ο μετα-αναρχισμός του Saul Newman

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια εκτεταμένη περίληψη του βιβλίου του Newman, From Bakunin to Lacan: Anti-authoritarianism and the dislocation of power (2001). Αποτελεί κυρίως μια καταγραφή σημειώσεων και όχι ένα πλήρως συγκροτημένο άρθρο. Αντικατοπτρίζει μια υποκειμενική πρόσληψη. Η αναφορά σε κάθε κεφάλαιο δεν είναι εξαντλητική και πολλές φορές η έκταση που αφιερώνεται σε ένα θέμα δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη που αφιερώνει ο συγγραφέας.

Ο Saul Newman υποστηρίζει ένα είδος ατομικιστικού αναρχισμού τον οποίο συνδέει με τον αναρχισμό του Μαξ Στίρνερ και με τον μεταστρουκτουραλισμό. Η κύρια αναφορά του Newman στον μεταστρουκτουραλισμό αφορά την λακανική ψυχανάλυση αλλά ταυτόχρονα διαπραγματεύεται έννοιες του Ντελέζ, του Ντεριντά, του Φουκώ και άλλων. Ο Μετα-αναρχισμός που θεμελιώνει ο Newman βασίζεται σε μια κριτική του αναρχισμού βασισμένος στις λακανικές έννοιες του Πραγματικού και της έλλειψης. Ο κλασικός αναρχισμός βασίζεται σε μια κριτική της χομπσιανής πολιτικής θεωρίας. Σύμφωνα με τον Χομπς η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή της διαρκούς σύγκρουσης, ενός πολέμου δίχως τέλους με στόχο της επιβολή της βούλησης του καθενός. Ο άνθρωπος έχει φύση εγωιστική και κακή, ενδιαφέρεται μόνο για να επιβληθεί στους άλλους και να αυξήσει την δύναμή του. Έτσι σύμφωνα με τον Χομπς η δημιουργία της οργανωμένης κοινωνίας βασίζεται στο πέρασμα από αυτή τη φυσική κατάσταση όπου ο κάθε άνθρωπος αποτελεί λύκο για τον άλλο σε μια κατάσταση ειρηνικής συμβίωσης. Αυτό είναι δυνατό μέσα από ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των ανθρώπων σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι παραχωρούν μέρος της εξουσίας τους στο κράτος με την προϋπόθεση ότι όλοι θα συναινέσουν σε αυτή την παραχώρηση. Διαφορετικά το σπάσιμο του κοινωνικού συμβολαίου σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση όλοι εναντίων όλων. Το κράτος είναι απαραίτητο για να διασφαλίζει την αρμονική και ειρηνική διαβίωση και παρεμβαίνει όταν αυτή τίθεται σε κίνδυνο. Σε αυτή την χομπσιανή αντίληψη της ανθρώπινης φύσης και του ρόλου του κράτους αντιτίθεται πλήρως ο αναρχισμός. Ο αναρχισμός απηχεί μια αισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση, η οποία θεωρείται εγγενώς καλή. Η ανθρώπινη φύση οδηγεί σε μια κοινωνία συγκροτημένη με βάση τις αρχές της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης κτλ. Το κράτος είναι αυτό που μέσα από την αναπαραγωγή της εξουσίας διαστρέφει αυτή την εγγενώς θετική ανθρώπινη φύση και για αυτό πρέπει να καταλυθεί. Η ανθρωπολογική θέση του αναρχισμού σχετικά με την ανθρώπινη φύση αποτελεί μια ακριβής αντιστροφή της χομπσιανής θέσης. Σύμφωνα με τον Newman ο κλασικός αναρχισμός αναπαράγει την χριστιανική έννοια του ανθρώπου, του καλού, του λόγου κτλ και βασίζεται σε μια έννοια που πηγάζει από τον διαφωτισμό. Ο διαφωτιστικός ανθρωπισμός αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο μια κοινή ουσία, προσεγγίζει τον άνθρωπο υπό την οπτική του καθολικού. Ο Newman θεωρεί ότι ο ανθρωπισμός δημιουργεί και αναπαράγει έννοιες κυριαρχίας και αυθεντίας εφόσον αποκλείει την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα. Ο ανθρωπισμός του αναρχισμού βασίζεται στην αναγνώριση κάποιας βαθύτερης ουσίας του ανθρώπου δηλαδή σε μια ουσιοκρατία την οποία ο Neuman θεωρεί επικίνδυνη και αντιτιθέμενη στο πρόταγμα του αναρχισμού.


Στίρνερ

Ο Στίρνερ αποτελεί την μία βασική συνιστώσα της σκέψης του Newman. Ο Στίρνερ εκκινεί με μια κριτική στον Φόυερμπαχ σύμφωνα με τον οποίο ο θεός αποτελεί μια αντανάκλαση, ένα καθρέφτισμα του ανθρώπου. Για τον Στίρνερ ο Φόυερμπαχ η ταύτιση του ανθρώπου με τον θεό απηχεί συγκεκριμένες απόψεις για την ανθρώπινη ουσία, αναπαράγει δηλαδή έναν χριστιανικό ανθρωπισμό. Η θρησκεία είναι μια αλλοτρίωση του ανθρώπου αλλά σύμφωνα με τον Στίρνερ η νέα θρησκεία, ο ανθρωπισμός δεν αποτελεί παρά μια νέα μεταμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ουσιακή ανθρώπινη φύση αλλά ο άνθρωπος κατασκευάζει την φύση του. Ο άνθρωπος για τον Στίρνερ είναι μια θρησκευτική ιδέα, μια ιδεολογική κατασκευή που περιορίζει την ατομικότητα, είναι μια έννοια που κατασκευάζει το Εγώ. Η έννοια του ανθρώπου για τον Στίρνερ πρέπει να αντικατασταθεί από την έννοια του μη ανθρώπου. Ο μη άνθρωπος αποτελεί την αντίσταση στην διαφωτιστική έννοια του ανθρώπου και την υποκειμενοποιητική του δύναμη. Ο μη άνθρωπος αντιστοιχεί σε μια ρευστή και βραχύβια ταυτότητα. Η ταυτότητα για τον Στίρνερ όπως και για τον μεταστρουκτουραλισμό αποτελεί μια εγγενώς μη σταθεροποιήσιμη έννοια. Ο αναρχισμός αποτελεί για τον Στίρνερ την πιο ριζοσπαστική μορφή του ανθρωπισμού και η επίθεση του σε αυτόν είναι για αποκαλυφθεί η ουσιοκρατική του θεμελίωση. Ο Στίρνερ περιγράφει μια διαδικασία υποκειμενοποίησης στην οποία η εξουσία δεν καταπιέζει τον άνθρωπο αλλά τον δομεί ως πολιτικό υποκείμενο και άρχει μέσω αυτού. Αυτό ακριβώς είναι η αμφισβήτηση του της ανθρωπιστικής οντολογίας του Διαφωτισμού. Η ανθρώπινη ουσία δεν είναι ένας υπερβατικός τόπος που δημιουργείται από τους φυσικούς νόμους και στην συνέχεια η εξουσία έρχεται να καταπιέσει αλλά αποτελεί έναν λόγο που στοχεύει στην διατήρηση της εξουσίας. Ο Στίρνερ σύμφωνα με τον Newman στοχεύει στο να δείξει ότι η μανιχαϊστική πολιτική του αναρχισμού η οποία θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος αντίστασης έξω από την εξουσία αποτυγχάνει να αντιληφθεί μια λειτουργία της εξουσίας: την κυριαρχία μέσω της υποκειμενοποίησης και όχι μέσω της καταπίεσης. Η κοινωνία για τον Στίρνερ αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή που στόχο έχει όπως και το κράτος να εγκλωβίσει το άτομο μέσα σε μια καταπιεστική συλλογικότητα. Δεν υπάρχει κοινωνική ουσία, η κοινωνία έχει αντικατασταθεί στον Στίρνερ από ένα μοντέλο πολέμου. Η κοινωνία αποτελεί πεδίο αγώνων και τυχαιότητας.


Φουκώ

Ο Newman πέρα από τον Στίρνερ χρησιμοποιεί και την φουκωική κριτική της εξουσίας. Ο Φουκώ συμφωνεί με τον αναρχισμό στο ότι ο μαρξισμός αποτελεί απλά μια επιβεβαίωση του τόπου της εξουσίας. Επίσης ασκεί κριτική στον οικονομικό αναγωγισμό του. Επίσης υποστηρίζει ότι μια επανάσταση μπορεί να αφήσει τον τόπο της εξουσίας ανέπαφο. Ωστόσο στη συνέχεια επικρίνει τον αναρχισμό στο ότι έχει την ίδια αντίληψη με τον μαρξισμό για την εξουσία και ότι αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Έτσι ο Φουκώ προχωρά σε μια κριτική της εξουσίας βασισμένη στην εξουσία όχι ως κάτι που κατέχεται ή όχι αλλά ως κάτι που διαπερνά όλα τα κοινωνικά δίκτυα , διαχέεται. Η εξουσία είναι παντού γιατί προέρχεται από παντού. Η εξουσία επιμερίζεται σε στρατηγικές και τακτικές που βρίσκονται διαρκώς υπό διαμόρφωση. Το κράτος δεν είναι αυτό από το οποίο προέρχεται η εξουσία αλλά απορρέει από την εξουσία όπως όλοι οι θεσμοί. Ενώ οι αναρχικοί βλέπουν την εξουσία να πηγάζει από τους θεσμούς ο Φουκώ υποστηρίζει ότι οι θεσμοί απορρέουν από την εξουσία. Ο Φουκώ συνεχίζει το πολεμικό μοντέλο του Χομπς και Στίρνερ για την κοινωνία και υποστηρίζει ότι είναι το μοναδικό μοντέλο που ξεπερνά τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας. Ο Φουκώ αντιστρέφει τη ρύση του Κλαούσεβιτς ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική είναι πόλεμος που συνεχίζεται με άλλα μέσα. Αυτός ο πόλεμος είναι διαρκής και δεν καταλήγει όπως στον αναρχισμό σε μια τελική κατάσταση ειρήνης. Η γενεαλογική μέθοδος του Φουκώ στοχεύει στο να αποκαλύπτει συνέχεια την απόκρυψη του διαρκούς ανταγωνισμού, ενός μη τόπου. Η εξουσία για τον Φουκώ δεν βρίσκεται ούτε στο κράτος, ούτε στην μπουρζουαζία, ούτε στον νόμο. Η εξουσία αποτελεί έναν μη τόπο, εξαιτίας της μεταβλητότητάς της, της επανεγγραφής και επανερμηνείας της. Η κριτική του Φουκώ απορρίπτει την εξουσία ως καταπίεση και αντιτείνει μια άλλη προσέγγισή της, της εξουσία ως παραγωγική. Η εξουσία παράγει το υποκείμενο. Για τον Φουκώ όπως και τον Στίρνερ η ανθρώπινη ουσία δεν αποτελεί απλά αποτέλεσμα της κυριαρχίας αλλά είναι και μέσο για την άσκησή της. Η αντίσταση για τον Φουκώ αποτελεί μαζί με την εξουσία μια σχέση αγωνισμού. Ωστόσο το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατή η αντίσταση σύμφωνα με τον Φουκώ φαίνεται να μην απαντάται πλήρως και με συνέπεια σύμφωνα με τον Newman. O Φουκώ προτείνει ότι μέσω της άσκησης μπορεί κάποιος να αυξήσει την δύναμη που ασκεί στον αυτό του. Αυτό αποτελεί και τον θεμελιώδη όρο για την ελευθερία.


Ντελέζ και Γκουατταρί

Η αναφορά του Φουκώ σε παραδείγματα αντίστασης (όπως για παράδειγμα στα σώματα και τις απολαύσεις) πέφτουν σε αυτό που ήθελε να αποφύγει, την ουσιοκρατία και τον θεμελιωτισμό. Οι Ντελέζ και Γκουατταρί αναλαμβάνουν να συνεχίσουν την συζήτηση από εκεί που την άφησε ο Φουκώ. Ωστόσο με την έμφασή τους στην επιθυμία ως πρότυπο αντίστασης εκλαμβάνουν την επιθυμία ως εξωτερική της εξουσίας. Έτσι επιβεβαιώνουν την ουσιοκρατία που ήθελαν να καταρρίψουν. Σύμφωνα με τους Ντελέζ και Γκουατταρί το κράτος θεωρείται μια αφηρημένη μορφή, μια αφηρημένη μηχανή η οποία οργανώνει τις οικονομικές ροές σε έναν τρόπο παραγωγής. Έτσι θεωρούν ότι το κράτος είναι αυτό που οργανώνει τον τρόπο παραγωγής και όχι το αντίθετο όπως υποστηρίζουν οι μαρξιστές. Η επιθυμία δεν καταπιέζεται πάντα από το κράτος αλλά πολλές φορές χρησιμοποιείται από αυτό. Οι άνθρωποι μπορούν να επιθυμούν την καταδυνάστευσή τους ή μπορούν να επιθυμούν την ελευθερία τους. Το να επιθυμεί κάποιος την καταδυνάστευση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πέφτει θύμα κάποιας ιδεολογικής παγίδας ή ότι υποφέρει από ψευδή συνείδηση. Η υποδούλωση και η καταπίεση είναι μέρος της επιθυμίας μας. Έτσι η πολιτική πράξη εναντίον του κράτους σημαίνει να ξεφορτωθούμε την επιθυμία μας για υποδούλωση και καταπίεση, διαφορετικά η αντίσταση θα έχει ως αποτέλεσμα να επανα-επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας.

Για τους Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία καναλιζάρεται προς το κράτος μέσα από την αυτόβουλη καθυπόταξη στην οιδιπόδεια αναπαράσταση και την ψυχανάλυση. Ο Οιδίποδας έχει μετατραπεί στην καινούργια αφηρημένη μηχανή του κράτους. Η ψυχανάλυση θεωρείται ως η νέα εκκλησία στην οποία πρέπει να θυσιάσουμε τους εαυτούς μας όχι πια στον θεό αλλά στον Οιδίποδα. Οι ψυχαναλυτές είναι οι τελευταίοι παπάδες και η ψυχανάλυση δηλητηριάζει την μοντέρνα συνείδηση, καθορίζοντας την επιθυμία μέσα από τον λόγο του Οιδίποδα. Η οιδιπόδεια αναπαράσταση δεν καταπιέζει την επιθυμία αλλά την δομεί με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή να θεωρείται καταπιεσμένη, ή προϊόν κάποιας αρνητικότητας, ενοχής ή έλλειψης. Για τους Ντελέζ και Γκουατταρί η επιθυμία δεν έχει να κάνει με την έλλειψη όπως στον Λακάν αλλά είναι παραγωγική και θετική. Η έλλειψη είναι το αποτέλεσμα της επιθυμίας και όχι η αιτία της. Η επιθυμία πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παραγωγής, αυτό που ονομάζουν παραγωγή της επιθυμίας. Η επιθυμία παράγει το κοινωνικό. Η ψυχανάλυση είναι αντιπαραγωγική, επιδιώκει τον έλεγχο της παραγωγής κάτω από το κράτος. Η επιθυμία θεωρείται επαναστατική επειδή απαιτεί συνεχώς νέες συνδέσεις και συναρμογές με άλλες επιθυμίες, με το κοινωνικό. Ο Οιδίποδας κόβει όλες τις πιθανές διασυνδέσεις εγκλωβίζοντας το υποκείμενο. Η υποκειμενικότητα για τους Ντελέζ και Γκουατταρί δεν είναι τόπος αλλά διαδικασία, το να γίνεις. Το να γίνεις είναι μια διαδικασία μεταξύ δύο οντοτήτων, μια διαδικασία συναρμογής και σύνδεσης. Η αντίσταση στο κράτος σημαίνει να αρνηθούμε το ποιοι είμαστε και να γίνουμε άλλοι. Η έννοια του υποκειμένου ως το να γίνεις είναι παρόμοια με την έννοια του εγώ του Στίρνερ. Για τον Στίρνερ το εγώ είναι ένα ριζικό κενό που βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία αλλαγής. Δεν αποτελεί μια αναγνωρίσιμη ενότητα ή τόπο αλλά είναι μη τόπος, πολλαπλότητα ή διαδικασία. Αυτό ο Ντελέζ το ονομάζει σώμα χωρίς όργανα. Αυτή η ανάλυση της υποκειμενικότητας αντιτίθεται στην ιδέα της αντίστασης ως τόπου. Δεν μπορεί να υπάρξει τόπος αντίστασης όπως πίστευαν οι αναρχικοί επειδή είναι θεμελιωδώς ασταθής και επειδή μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις κυριαρχίας εκτός από αντίστασης. Έτσι δεν υπάρχει η μανιχαϊκή, αναρχική διάκριση μεταξύ αντίστασης και κράτους. Το ρίζωμα αποτελεί ένα είδος μοντέλου που αναφέρεται στην πολλαπλότητα των συνδέσεων, αποκεντρωμένο και πλουραλιστικό. Χαρακτηρίζεται από μια ριζική ανοιχτότητα, σε ένα έξω. Έχει 4 χαρακτηριστικά: σύνδεση, πολλαπλότητα, ετερογένεια και τομή.

Το ρίζωμα είναι ένα μοντέλο που απορρίπτει δυαδικούς διαχωρισμούς και ιεραρχίες. Η μηχανή πολέμου αποτελεί για τον Ντελέζ μια απόλυτη εξωτερικότητα χωρίς όμως να οδηγεί στην ουσιοκρατία. Η μηχανή πολέμου είναι μια εικόνα της σκέψης, μια ιδέα χωρίς αντικείμενο. Αποτελεί έναν μη τόπο που δημιουργείται από την έλλειψη ουσίας και για αυτό διαφεύγει του κράτους. Το κράτος λειτουργεί μέσα από δυαδικές μηχανές ενώ η πολεμική μηχανή είναι μια έννοια που είναι εξωτερική του κράτους. Το κράτος και η πολεμική μηχανή αντιτίθενται αλλά όχι διαλεκτικά. Η πολεμική μηχανή αποτελεί το εξωτερικό του κράτους δηλαδή αυτό που διαφεύγει της σύλληψης του κράτους. Ο Ντελέζ γράφει "όπως ο Χομπς είδε καθαρά ότι το κράτος είναι εναντίον του πολέμου, έτσι και ο πόλεμος είναι εναντίον του κράτους και το καθιστά αδύνατο". Η αντίσταση πλέον γίνεται κατανοητή με όρους πολέμου: πεδίο πολλαπλών αγώνων, στρατηγικών, τοπικών τακτικών, ένας διαρκής ανταγωνισμός χωρίς την υπόσχεση της τελικής νίκης. Ωστόσο η πολεμική μηχανή των Ντελέζ- Γκουατταρί έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της επιθυμίας. Ενώ η πολεμική μηχανή απορρίπτει την ουσία, η επιθυμία φαίνεται να έχει ουσιοκρατική ή μεταφυσική σημασία. Η επιθυμία είναι επαναστατική και καταπιέζεται από το κράτος. Έτσι όμως καταλήγουν σε μια μανιχαϊστική αντίληψη παρόμοια με αυτή του αναρχισμού. Η έννοια της επιθυμίας είναι μεταφυσική επειδή αυτή θεωρείται εγγενώς επαναστατική, ότι έχει μια θεμελιώδη φύση, ουσία ή προθετικότητα. Η επιθυμία παρουσιάζεται ως παραγωγική και δημιουργική και όχι καταπιεσμένη και χειραγωγημένη. Αυτό που αναζητείται είναι μια μη ουσιοκρατική προσέγγιση της αντίστασης. Στους Στίρνερ, Φουκώ, Ντελέζ και Γκουατταρί η ουσιοκρατία εισβάλει ως το Εξωτερικό στην θεωρία τους


Ντερριντά

Ο Ντερριντά επιτίθεται στον λογοκεντρισμό για τον οποίο θεωρεί ότι βασίζεται στη μεταφυσική και αποτελεί θεμέλιο της εξουσίας. Καταπιάνεται με τη σχέση ομιλίας και γραφής. Η ομιλία εξαρτάται από την γραφή που αποκλείει. Η γραφή είναι ένα συναναπλήρωμα της ομιλίας, είναι αποκλεισμένη από την παρουσία αλλά αναγκαία για τον σχηματισμό της ταυτότητάς της. Η έκθεση αυτής της λογικής της συναναπλήρωσης είναι μια από τις αποδομητικές στρατηγικές του Ντερριντά προεκειμένου να αντισταθεί στο λογοκεντρισμό. Η ομιλία εμφανίζεται ως αυθεντική ως προς τον εαυτό της και ως παρούσα στον εαυτό της, ενώ η γραφή φθίνει αυτή την παρουσία. Ο Ντερριντά επιχειρεί να δείξει ότι η αυθεντικότητα και η καθαρή ταυτότητα είναι πάντα υπό αμφισβήτηση, πάντα μολύνεται από αυτή που προσπαθεί να αποκλείσει. Σύμφωνα με αυτή τη λογική καμία ταυτότητα δεν είναι πλήρης ή καθαρή. Συγκροτείται από αυτό που την απειλεί. Ο Ντερριντά δεν αρνείται την ταυτότητα ή την παρουσία αλλά θέλει να τονίσει ότι η παρουσία ποτέ δεν είναι τόσο καθαρή όσο φαίνεται. Είναι πάντα ανοιχτή στον άλλο και πάντα μολύνεται από αυτόν. Ο Newman βασισμένος σε αυτή τη λογική θέτει το ερώτημα αν η εξουσία είναι το συναναπλήρωμα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας όπως η γραφή είναι το συναναπλήρωμα της ομιλίας. Ίσως η εξουσία είναι κάτι που συγχρόνως απειλεί αλλά και είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Ο Ντερριντά επιτίθεται στην ουσιοκρατία. Η εξουσία για αυτόν είναι μη σταθερή και τυχαία. Ο λογοκεντρισμός επιβάλλει ιεραρχικές δυαδικές σχέσεις όπου ο ένας όρος θεωρείται κατώτερος από τον άλλο. Ωστόσο ο Ντερριντά δεν θέλει απλά την αναστροφή αυτών των όρων, για παράδειγμα η γραφή να καταλάβει τη θέση της ομιλίας. Η αναστροφή των δυαδικών όρων αφήνει τον ιεραρχικό τους διαχωρισμό ανέπαφο. Η επανάσταση ή αναστροφή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώνει τον τόπο της εξουσίας στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από αυτή. Έτσι οι μαρξιστές επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το αστικό κράτος με το εργατικό κράτος ή οι αναρχικοί επιτιθέμενοι στο κράτος επιδιώκουν να υποκαταστήσουν την εξουσία του κράτους με μια νέα λογική της εξουσίας βασισμένη στην ανθρώπινη ουσία. Η αναστροφή της ιεραρχίας είναι μια επανεγγραφή της εξουσίας με διαφορετική αμφίεση, στην περίπτωση του αναρχισμού συναντάμε μια ανθρωπιστική αμφίεση. Ο Ντερριντά προτείνει τον μετασχηματισμό της δυαδικής ιεραρχίας και όχι την απλή αναστροφή της, με την μετατόπιση των όρων της. Ο Φουκώ με την αναφορά στα σώματα και τις απολαύσεις αλλά και οι Ντελέζ – Γκουατταρί με την έμφαση στην επιθυμία πέφτουν στην παγίδα της ουσιοκρατίας, ενώ ο Ντερριντά όχι. Ο Ντερριντά επιλέγει ένα πολεμικό μοντέλο για να διακρίνει την ετερογένεια, τους ανταγωνισμούς και τις απουσίες πίσω από το προσωπείο της ολότητας. Αυτή η στρατηγική ονομάζεται από τον Ντερριντά διαφωρά, για να διακριθεί από την απόλυτη διαφορά της ουσιοκρατίας. Είναι μια διαφορά ή μια κίνηση διαφορών που η ταυτότητά τους είναι πάντα ασταθής και ποτέ απόλυτη. Η διαφωρά αναφέρεται ως μια δομή ή υποδομή. Έτσι βασίζεται σε μια ενότητα βασισμένη στη δικιά της μη ενότητα, συγκροτείται από τα ίδια τα όριά της. Η δομή αυτή κυβερνάται από την αρχή του αναποφάνσιμου, δεν επιβεβαιώνει ούτε αρνείται την ταυτότητα αλλά παραμένει στην κατάσταση του αναποφάνσιμου μεταξύ των δυο. Το αναποφάνσιμο της δομής δεν έχει στόχο να επιβεβαιώσει την απουσία ή την παρουσία, τη διαφορά ή την ταυτότητα. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα πέφταμε στην παγίδα του τόπου. Η αντιστροφή της τάξης θα σήμαινε απλά την θεμελίωση μιας άλλης τάξης. Το αναποφάνσιμο του πολεμικού μοντέλου του Ντερριντά δεν επιβεβαιώνει κανέναν από τους δυαδικούς όρους.

Ο Ντερριντά υποστηρίζει ότι η αποδόμηση δεν θεμελιώνεται ούτε στον τόπο του λογοκεντρισμού αλλά ούτε και στον τόπο της αντίστασης. Η αποδόμηση λειτουργεί ως ένα μονοπάτι μεταξύ των δύο τόπων. Η αποδόμηση όπως υποστηρίζει ο Caputo είναι μια στρατηγική υπευθυνότητας προς τον αποκλεισμένο άλλο. Αντίθετα με την ερμηνευτική, η οποία προσπαθεί να αφομοιώσει τη διαφορά στην τάξη του ίδιου, του Είναι, η αποδόμηση επιδιώκει να ανοίξει έναν χώρο για τη διαφορά. Η αποδόμηση δεν είναι η απόρριψη της ηθικής αλλά η επαναξιολόγησή της. Οι ηθικές αρχές δεν μπορούν ποτέ να είναι απόλυτες ή καθαρές, πάντα μολύνονται από αυτό που αποκλείουν. Το καλό επιμολύνεται από το κακό, η λογική από το άλογο.

Ο Ντερριντά υποστηρίζει ότι η αυθεντία του νόμου είναι αμφισβητήσιμη και κατά ένα μέρος παράνομη. Αυτό συμβαίνει επειδή η αυθεντία του νόμου που θεμελιώνει τον νόμο, νομιμοποιείται αφού ο νόμος θεμελιωθεί. Έτσι η αυθεντία πάνω στην οποία βασίζεται ο νόμος είναι εκτός νόμου, αφού προϋποτίθεται του νόμου. Έτσι η θεμελίωση του νόμου είναι πράξη άνομη και βίαιη. Ο Ντερριντά σε αντίθεση με τους αναρχικούς δεν δέχεται την αντίθεση μεταξύ του τεχνητού νόμου και του φυσικού νόμου. Για τον Ντερριντά ο φυσικός νόμος δεν είναι καθαρός αλλά είναι επιμολυσμένος από τον τεχνητό. Έτσι υποστηρίζει ο Newman ο τεχνητός νόμος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συναναπλήρωμα του φυσικού νόμου. Η αποδόμηση επερωτά την αυθεντία του νόμου, αποκαλύπτει τη βίαιη θεμελίωσή του. Για να αποφύγει ωστόσο κανείς να επαναθεμελιώσει τον νόμο πρέπει να διακρίνει τον νόμο (δίκαιο) από τη δικαιοσύνη. Το δίκαιο για τον Ντερριντά είναι η γενική εφαρμογή ενός κανόνα ενώ η δικαιοσύνη είναι το άνοιγμα του δίκαιου στον άλλο. Η δικαιοσύνη υπάρχει σε μια σχέση ετερότητας με το δίκαιο, ανοίγει τον λόγο του δίκαιου στο έξωθεν. Για τον Ντερριντά η δικαιοσύνη σε αντίθεση με το δίκαιο δεν είναι αποδομήσιμη. Ωστόσο κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί, εφόσον η δικαιοσύνη δεν είναι αποδομήσιμη, μήπως κρύβεται κάποια ουσία από πίσω, η οποία αντιτίθεται στην αντι-ουσιοκρατική προσέγγιση της αποδόμησης. Στον Ντερριντά απουσιάζει μια πλήρης εννοιολόγηση αυτού του έξωθεν, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να υποπέσει στην παγίδα της ουσιοκρατίας. Για τον Ντερριντά η δικαιοσύνη εκτελεί μια μετατόπιση του δικαίου. Η δικαιοσύνη έχει μια ηθική διάσταση εφόσον υπονοεί ελευθερία και υπευθυνότητα για τις πράξεις μας. Η δικαιοσύνη είναι η εμπειρία του αδύνατου επειδή υπάρχει σε μια κατάσταση αναβολής και μη απόφασης. Είναι πάντα μη μετρήσιμη, είναι υπόσχεση αυτού που θα έρθει και που δεν πρέπει να επιτευχθεί, γιατί τότε θα σταματούσε να είναι δικαιοσύνη και θα γινόταν δίκαιο.


Λακάν

Για το Λακάν το Πραγματικό είναι αυτό που καθιστά αδύνατη μια πλήρη ταυτότητα, είναι ένας τραυματικός πυρήνας της ταυτότητας. Ωστόσο η έλλειψη του Πραγματικού δεν συνιστά ουσία, είναι ένα ριζικό κενό, ένας μη τόπος. Για το Λακάν το υποκείμενο είναι διχασμένο, δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τους νόμους κτλ αλλά θεμελιώνεται και από αυτό που μένει αποκλεισμένο από το πεδίο της αναπαράστασης. Έτσι όπως υποστηρίζει ο Ζίζεκ, ο Λακάν προχωρά πέρα από την αποδόμηση της υποκειμενικότητας, υποστηρίζει την αναδόμηση του υποκειμένου βασισμένη στα όρια της αδυνατότητας του. Ο Στίρνερ θεμελιώνει ένα μη ουσιακό Εγώ, ένα Εγώ που συνιστά ριζική κενότητα, έναν μη τόπο. Εφόσον αυτή η κενότητα γίνει αποδεκτή τότε το υποκείμενο μη περιοριζόμενο από κάποια ουσία θα μπορεί να αναδομήσει τον εαυτό του και να εξερευνήσει νέες ταυτότητες. Έτσι ο Στίρνερ όπως ο Λακάν δεν απορρίπτει την υποκειμενικότητα αλλά θεωρεί ότι θεμελιώνεται σε ένα κενό και για αυτό είναι αποσπασματική και ελλιπής. Εντοπίζουμε και άλλα σημεία σύγκλισης. Ο μη άνθρωπος του Στίρνερ είναι αυτός που διαφεύγει της αναπαράστασης, μπορεί να συγκριθεί με το Πραγματικό του Λακάν. Επίσης το Εγώ του Στίρνερ μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την έλλειψη ως θετική και παραγωγική όπως γίνεται με ευθύτερο τρόπο στον Ντελέζ. Εφόσον η επιθυμία βασίζεται στην έλλειψη τότε η ταυτότητα μένει ανοιχτή σε άλλες δυνατότητες. Πώς όμως μπορεί να γίνει κατανοητό το έξωθεν χωρίς να πέσουμε στην παγίδα της ουσιοκρατίας; Το Πραγματικό δεν είναι έξωθεν αλλά εσωτερικά αποκλεισμένο. Δεν βρίσκεται ακριβώς έξω από τη δομή αλλά είναι απόν. Η έννοια του εσωτερικά αποκλεισμένου ή της εσωτερικής εξωτερικότητας (εκσωτερικότητα) μπορεί να μας επιτρέψει να επανακαθορίσουμε το έξωθεν. Η έλλειψη όπως το συναναπλήρωμα του Ντερριντά είναι αναγκαία για την συγκρότηση της ταυτότητας και ταυτόχρονα την αποσταθεροποιεί και επιτρέπει την αντίσταση σε αυτή.

Η λακανική σύλληψη της εξουσίας βρίσκεται σε αντίθεση με τη φουκωική. Η εξουσία δεν βρίσκεται παντού. Για να υπάρχει εξουσία πρέπει να υπάρχει ένα είδος κενού που την περιορίζει. Η λακανική ερμηνεία της εξουσίας βασίζεται στην ανάλυση για τον Νόμο. Ο Νόμος για το Λακάν λειτουργεί μέσα από την αποτυχία λειτουργίας του. Στο κείμενο ο Καντ με τον Σαντ ο Λακάν τονίζει οτι η άρνηση της απόλαυσης που επιβάλλει ο Νόμος στην κατηγορική προσταγή, παράγει την διαστροφική απόλαυση. Ο Καντ απέτυχε να αναγνωρίσει την άλλη πλευρά του Νόμου, την αισχρή απόλαυση του Νόμου. Ο Σαντ παρουσιάζει την αισχρή απόλαυση αντιστρέφοντας το παράδειγμα. Μετατρέπει την αισχρή απόλαυση σε μια καντιανή καθολική αρχή. Ο Σαντ φανερώνει αυτή την αισχρή απόλαυση που διαποτίζει το Νόμο και βασίζεται στην αποκήρυξη αυτού του Νόμου. Αυτό το καταφέρνει μετατρέποντας την απόλαυση που αρνείται ο Νόμος στον ίδιο το Νόμο. Για το Λακάν η λειτουργία του νόμου είναι η δυσλειτουργία του, η παραγωγή ενός πλεονάσματος που αντιστέκεται σε αυτόν. Έτσι και η ταυτότητα συγκροτείται μόνον μέσα από την αδυναμία της να συγκροτηθεί ως όλο. Για το Λακάν η εξουσία δεν λειτουργεί σωστά, επιτρέποντας την υπέρβαση της, αλλά λειτουργεί εξαιτίας αυτής της αποτυχίας του. Υπάρχει μια συγκροτητική έλλειψη της εξουσίας η οποία επιτρέπει την δυνατότητα ύπαρξης ενός έξωθεν αντίστασης. Ωστόσο η αντίσταση θα είναι πάντα μη αποφασίσιμη, ενώ απειλεί την εξουσία ταυτόχρονα επιτρέπει στην εξουσία να επιτύχει μια ταυτότητα. Το Πραγματικό της εξουσίας θέτει υπό διαρκή αμφιβολία την δυνατότητα αντίστασης και της μετατροπής της σε μορφή κυριαρχίας. Έτσι, ενώ από τη μια υπάρχει ένα έξωθεν της εξουσίας που την επερωτά, ταυτόχρονα υπάρχει και ένα έξωθεν της αντίστασης, αυτό της εξουσίας που την επερωτά.

Η κοινωνία συγκροτείται από έναν ριζικό ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός είναι το Πραγματικό, αυτό που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί. Ο ανταγωνισμός αποτρέπει την κοινωνία να συγκροτηθεί ως πλήρης ταυτότητα, είναι το ριζικό έξωθεν, το όριο της κοινωνίας. Το Πραγματικό λειτουργεί όπως το ντερρινταϊκό συναναπλήρωμα. Από τη μια απειλεί την ταυτότητα της κοινωνίας και από την άλλη της επιτρέπει την συγκρότηση μιας ταυτότητας η οποία είναι μη πλήρης. Ο ανταγωνισμός δεν συνιστά την ουσία της κοινωνίας αλλά αυτό που αρνείται την ουσία. Η ιδέα της κοινωνίας ως πεδίου διαφορών που θεμελιώνονται από έναν ριζικό ανταγωνισμό έρχεται σε αντίθεση με την αναρχική θέση της κοινωνίας ως ουσιακής ταυτότητας που κυβερνιέται από φυσικούς νόμους. Ο λακανικός ανταγωνισμός έχει ομοιότητες με τη μηχανή πολέμου του Ντελέζ, ωστόσο δεν αποκλείει την συγκρότηση της κοινωνίας όπως η μηχανή η οποία οδηγεί στην διάλυσή της σε καθαρή διαφορά και πολλαπλότητα. Κάτι τέτοιο θα επανέφερε την ουσιοκρατία, αποδίδοντας στην κοινωνία μια σταθερή ουσία, τη διαφορά. Η λακανική έννοια του κενού μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ένα έξωθεν που δεν οδηγεί στην ουσιοκρατία. Το υποκείμενο θεωρείται ως αποτυχία της συμβολοποίησης. Έτσι επιτρέπει την αντίσταση σε μια σταθερή ταυτότητα του εαυτού. Η πολιτική της αντίστασης είναι πάντα ανοιχτή σε επανερμηνείες.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Νιλ Γκέιμαν, Σπουδή σε πράσινο (σμαραγδί)

Ι. Ο καινούριος φίλος

Είναι το αχανές, πιστεύω. Η απεραντοσύνη των πραγμάτων από κάτω. Η σκοτεινότητα των ονείρων.

Αλλά ονειροπολώ. Συγχωρήστε με. Δεν είμαι λόγιος άνθρωπος.

Χρειαζόμουν σπίτι να μείνω. Έτσι τον γνώρισα. Ήθελα κάποιον να μοιραστεί το κόστος των δωματίων μαζί μου. Συστηθήκαμε μέσω ενός κοινού γνωστού, στα χημικά εργαστήρια του Σαιντ Μπαρτ. “Ήσασταν στο Αφγανιστάν, βλέπω”, αυτό ήταν που μου είπε, και το στόμα μου έμεινε ανοιχτό και τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.

“Εκπληκτικό”, είπα.

“Όχι ιδιαίτερα”, είπε ο άγνωστος με το λευκό παλτό εργαστηρίου, ο οποίος έμελλε να γίνει φίλος μου. “Από τον τρόπο που κρατάτε το χέρι σας, βλέπω ότι έχετε τραυματιστεί, και με συγκεκριμένο τρόπο. Έχετε ένα βαθύ μαύρισμα. Έχετε επίσης στρατιωτική περιβολή, και υπάρχουν λίγα μέρη στην Αυτοκρατορία όπου ένας στρατιωτικός μπορεί να μαυρίσει και συνάμα, δεδομένης της φύσης του τραυματισμού στον ώμο σας και των παραδόσεων των αφγανών σπηλαιανθρώπων, να βασανιστεί”.

Τιθέμενο κατ' αυτόν τον τρόπο, φυσικά, ήταν παράλογα απλό. Αλλά πάλι, πάντα ήταν. Είχα σκουρύνει στο καφέ του καρυδιού. Και είχα πράγματι, όπως είχε παρατηρήσει, βασανιστεί.

Οι θεοί και οι άνθρωποι του Αφγανιστάν ήταν άγριοι, απρόθυμοι να κυβερνώνται από το Γουάιτχωλ ή από το Βερολίνο ή ακόμα από τη Μόσχα, και απροετοίμαστοι να δουν τη λογική. Είχα σταλθεί σε εκείνους τους λόφους, υπαγόμενος στο τάδε Σύνταγμα. Όσο η μάχη παρέμενε στους λόφους και τα βουνά, μαχόμασταν επί ίσοις όροις. Όταν οι αψιμαχίες κατέβηκαν στις σπηλιές και το σκοτάδι τότε βρεθήκαμε, σαν να λέμε, έξω απ' τα νερά μας.

Δε θα ξεχάσω την καθρεφτισμένη επιφάνεια της υπόγειας λίμνης, ούτε το πράγμα που αναδύθηκε από τη λίμνη, τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν, και τους τραγουδιστούς ψιθύρους που το συνόδευαν καθώς σηκωνόταν, περιβάλλοντας το σαν το βούισμα μεγαλύτερων από κόσμους μυγών.

Το ότι επιβίωσα ήταν θαύμα, αλλά επιβίωσα, και επέστρεψα στην Αγγλία με τα νεύρα κουρελιασμένα. Το μέρος όπου το σαν βδέλλας στόμα με είχε αγγίξει είχε σημαδευτεί για πάντα, άσπρο σαν του βατράχου, στο δέρμα του τώρα μαραμένου ώμου μου. Είχα υπάρξει κάποτε ικανός σκοπευτής. Τώρα δεν είχα τίποτα, εκτός από ένα φόβο για τον κόσμο-κάτω-από-τον-κόσμο συγγενή προς τον πανικό, πράγμα που σήμαινε ότι θα πλήρωνα ευχαρίστως έξι πέννες από τη στρατιωτική μου σύνταξη για ένα κάρο, παρά μια πέννα για να ταξιδέψω υπόγεια.

Έστω κι έτσι, οι ομίχλες και τα σκοτάδια του Λονδίνου με ανακούφισαν, με δέχτηκαν. Είχα χάσει την πρώτη κατοικία μου γιατί ούρλιαζα τα βράδια. Είχα βρεθεί στο Αφγανιστάν· δεν ήμουν πια εκεί.

“Ουρλιάζω τη νύχτα”, του είπα.

“Μου έχουν πει ότι ροχαλίζω”, είπε. “Επίσης έχω ασυνήθιστο ωράριο και συχνά χρησιμοποιώ την κορνίζα τζακιού για εξάσκηση στόχου. Θα χρειάζομαι το καθιστικό για να συναντώ πελάτες. Είμαι εγωιστής, μονήρης και βαριέμαι εύκολα. Θα είναι πρόβλημα αυτό;”

Χαμογέλασα, και κούνησα το κεφάλι μου, και έτεινα το χέρι μου. Δώσαμε χειραψία.

Τα δωμάτια που είχε βρει για μας, στη Μπέικερ Στρητ, ήταν παραπάνω από επαρκή για δυο εργένηδες. Είχα κατά νου όλα όσα ο φίλος μου είχε πει περί της επιθυμίας του για ησυχία, και παραιτήθηκα απ' το να τον ρωτήσω τι ήταν εκείνο που έκανε για να βγάζει τα προς το ζην. Έστω κι έτσι, έμεναν πολλά που διέγειραν την περιέργεια μου. Επισκέπτες θα κατέφταναν όλη την ώρα, και όταν το έκαναν εγώ θα αποχωριζόμουν το καθιστικό και θα επέστρεφα στην κρεββατοκάμαρα μου, αναρωτιόμενος τι κοινό μπορούσαν να έχουν με τον φίλο μου: η ωχρή γυναίκα με ένα μάτι στο λευκό του οστού, ο μικροκαμωμένος άντρας που έδειχνε σαν πλανώδιος πωλητής, ο εύσωμος δανδής στη βελούδινη ζακέτα του, και οι υπόλοιποι. Κάποιοι ήταν συχνοί επισκέπτες, πολλοί άλλοι ήρθαν μόνο μια φορά, του μίλησαν, και έφυγαν, δείχνοντας προβληματισμένοι ή δείχνοντας ικανοποιημένοι.

Ήταν ένα μυστήριο για μένα.

Απολαμβάναμε ένα από τα εξαιρετικά γεύματα της σπιτονοικοκυράς μας ένα πρωινό, όταν ο φίλος μου χτύπησε το κουδούνι για να καλέσει την καλή κυρία. “Θα μας συνοδεύσει ένας κύριος, σε περίπου τέσσερα λεπτά”, είπε. “Θα χρειαστούμε μια θέση ακόμη στο τραπέζι”.
“Πολύ καλά”, είπε εκείνη, “θα βάλω μερικά λουκάνικα ακόμη στην ψησταριά”.

Ο φίλος μου επέστρεψε στην ανάγνωση της πρωινής εφημερίδας του. Περίμενα για μιαν εξήγηση με αυξανόμενη ανυπομονησία. Τελικά, δε μπορούσα να αντέξω άλλο. “Δεν καταλαβαίνω. Πως θα μπορούσες να ξέρεις ότι σε τέσσερα λεπτά θα δεχόμασταν έναν επισκέπτη; Δεν υπήρξε τηλεγράφημα, ούτε μήνυμα οποιουδήποτε είδους”.

Χαμογέλασε, ελαφρώς. “Δεν άκουσες το ποδοβολητό μιας άμαξας πριν μερικά λεπτά; Ελάττωσε ταχύτητα καθώς μας προσπερνούσε – προφανώς καθώς ο οδηγός αναγνώρισε την πόρτα μας, μετά επιτάχυνε και προχώρησε, μέχρι τη Μαίρυλμποουν Ρόουντ. Υπάρχει ένας συνωστισμός από άμαξες και αγοραία κάρα που αφήνουν επιβάτες στο σιδηροδρομικό σταθμό και στην έκθεση κέρινων ομοιομάτων, και είναι σε εκείνο το συνωστισμό που οποιοσδήποτε θα επιθυμούσε να αφιππεύσει δίχως να γίνει αντιληπτός θα πάει. Ο περίπατος από εκεί μέχρι εδώ είναι μέχρι τέσσερα λεπτά”.

Κοίταξε το ρολόι τσέπης του και καθώς το έκανε άκουσα θόρυβο στις σκάλες.
“Πέρασε μέσα, Λεστράντ”, φώναξε. “Η πόρτα είναι ανοιχτή και τα λουκάνικα σου βγαίνουν μόλις από την ψησταριά”.

Ένας άντρας που εξέλαβα για τον Λεστράντ άνοιξε την πόρτα, έπειτα την έκλεισε προσεκτικά πίσω του. “Δε θα έπρεπε”, είπε, “Αλλά για να πω την αλήθεια, δεν είχα την ευκαιρία να φάω τίποτα αυτό το πρωί. Και σίγουρα θα μπορούσα να βολέψω αρκετά από αυτά τα λουκάνικα”. Ήταν ο μικροκαμωμένος άντρας που είχα παρατηρήσει σε αρκετές περιστάσεις προηγουμένως, του οποίου η συμπεριφορά ήταν εκείνη ενός περιπλανώμενου πωλητή λαστιχένιων καινοτομιών ή κατοχυρωμένων γιατροσοφιών.

Ο φίλος μου περίμενε μέχρι να φύγει η σπιτονοικοκυρά από το δωμάτιο, μέχρι να πει, “Προφανώς, το εκλαμβάνω ως ζήτημα εθνικής σημασίας”.

“Μα τα άστρα μου”, είπε ο Λεστράντ και χλώμιασε. “Σίγουρα ο κόσμος δεν μπορεί να αναφέρεται ήδη σ' αυτό. Πες μου ότι δεν το κάνει”. Άρχισε να γεμίζει το πιάτο του μέχρι πάνω με λουκάνικα, φιλέτα καπνιστής ρέγγας, κίτζερι και τοστ, αλλά τα χέρια του έτρεμαν, λίγο.

“Όχι φυσικά”, είπε ο φίλος μου. “Ξέρω το τρίξιμο των τροχών της αμάξης σου, όμως, μετά απ' όλον αυτόν τον καιρό: ένα δονούμενο σολ δίεση πάνω από ένα ψηλό ντο. Και αν ο Επιθεωρητής Λεστράντ της Σκότλαντ Γιαρντ δε μπορεί να ιδωθεί δημόσια να εισέρχεται στο χώρο του μοναδικού συμβουλευτικού ντετέκτιβ του Λονδίνου, αλλά έρχεται έτσι κι αλλιώς, και δίχως να έχει πάρει το πρωινό του γεύμα, τότε ξέρω ότι αυτή δεν είναι μια υπόθεση ρουτίνας. Άρα, εμπλέκει εκείνους που βρίσκονται πάνω από μας και είναι ζήτημα εθνικής σημασίας”.

Ο Λεστράντ επάλειψε κρόκο αυγού στο σαγόνι του με την πετσέτα του. Τον κοίταξα. Δεν έμοιαζε με την ιδέα που είχα για έναν επιθεωρητή της αστυνομίας, αλλά πάλι, ο φίλος μου λίγο έμοιαζε με την ιδέα που είχα για ένα συμβουλευτικό ντετέκτιβ – οτιδήποτε κι αν μπορούσε να είναι αυτό.

“Ίσως θα έπρεπε να συζητήσουμε το θέμα κατ' ιδίαν”, είπε ο Λεστράντ, ρίχνοντας μια ματιά προς το μέρος μου.

Ο φίλος μου άρχισε να χαμογελά, χαιρέκακα, και το κεφάλι του κινήθηκε πάνω στους ώμους του όπως έκανε όταν απολάμβανε κάποιο προσωπικό αστείο. “Ανοησίες”, είπε. “Δυο μυαλά είναι καλύτερα από ένα. Και ό, τι λέγεται στον ένα από μας λέγεται και στους δύο”.

“Αν ενοχλώ -” είπα, τραχιά, αλλά μου έκανε κίνηση να σωπάσω.

Ο Λεστράντ ύψωσε τους ώμους. “Το ίδιο είναι για μένα”, είπε, μετά από μια στιγμή. “Αν λύσετε την υπόθεση τότε έχω τη δουλειά μου. Αν δεν το κάνετε, τότε δεν έχω δουλειά. Χρησιμοποιήστε τις μεθόδους σας, αυτό είναι που λέω. Δε μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα”.

“Αν υπάρχει ένα πράγμα που η σπουδή της ιστορίας μας έχει διδάξει, είναι ότι τα πράγματα μπορούν πάντα να πάνε χειρότερα”, είπε ο φίλος μου. “Πότε πάμε στο Σόρντιτς;”

Ο Λεστράντ άφησε το πηρούνι του να πέσει. “Αυτό παραείναι κακό!” αναφώνησε. “Ορίστε, μου κάνεις πλάκα, ενώ γνωρίζεις τα πάντα για το θέμα! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι -”

“Κανείς δε μου είπε το παραμικρό για το θέμα. Όταν ένας επιθεωρητής της αστυνομίας περπατά στο δωμάτιο μου με φρέσκιες πιτσιλιές λάσπης εκείνης της ιδιόμορφης μουσταρδί απόχρωσης πάνω στις μπότες και τα πόδια του παντελονιού του, μπορώ σίγουρα να συγχωρεθώ για την υπόθεση ότι περπάτησε πρόσφατα πέραν των ανασκαφών [ορυχείων] στο Χομπς Λέιν, στο Σόρντιτς, το οποίο είναι το μοναδικό μέρος στο Λονδίνο που φαίνεται να βρίσκεται η συγκεκριμένη μουσταρδί λάσπη”.

Ο επιθεωρητής Λεστράντ έδειχνε αμήχανος. “Τώρα που το θέτεις μ' αυτό τον τρόπο”, είπε, “Δείχνει τόσο προφανές”.

Ο φίλος μου έσπρωξε το πιάτο του μακριά απ' αυτόν. “Φυσικά και δείχνει”, είπε, ελαφρώς απότομα.

Πήγαμε στο Ηστ Εντ με άμαξα. Ο επιθεωρητής Λεστράντ είχε περπατήσει ως τη Μαίρυλμποουν Ρόουντ για να βρει την άμαξα του, και μας άφησε μόνους.

“Ώστε είσαι αλήθεια ένας συμβουλευτικός ντετέκτιβ;” είπα.

“Ο μοναδικός στο Λονδίνο, ή ενδεχομένως, στον κόσμο”, είπε ο φίλος μου. “Δεν αναλαμβάνω υποθέσεις. Τουναντίον, συμβουλεύω. Άλλοι μου φέρνουν τα άλυτα προβλήματα τους, τα περιγράφουν, και, κάποιες φορές, τα λύνω”.

“Τότε εκείνοι οι άνθρωποι που έρχονται σε σένα...”

“Είναι, κυρίως, αστυφύλακες, ή είναι ντετέκτιβς οι ίδιοι, ναι”.

Ήταν ένα έξοχο πρωινό, αλλά τώρα εμείς τρανταζόμασταν γύρω από τις παρυφές της κορακοφωλιάς του Σαιντ Τζάιλς, εκείνης της φωλιάς κλεφτών και μαχαιροβγαλτών που επικάθεται στο Λονδίνο σαν καρκίνωμα στο πρόσωπο μιας όμορφης πωλήτριας λουλουδιών, και το μοναδικό φως για να εισέλθει στην άμαξα ήταν αμυδρό και θαμπό.

“Είσαι σίγουρος ότι με θες μαζί σου;”

Σε απάντηση ο φίλος μου με κοίταξε επίμονα χωρίς να βλεφαρίσει. “Έχω ένα προαίσθημα”, μου είπε. “Έχω ένα προαίσθημα ότι ήταν γραφτό να είμαστε μαζί. Ότι έχουμε δώσει την καλή μάχη, δίπλα-δίπλα, στο παρελθόν ή το μέλλον, δεν ξέρω. Είμαι ορθολογιστής, αλλά έχω μάθει την αξία ενός καλού συντρόφου, και από τη στιγμή που σε είδα πρώτη φορά, ήξερα ότι σε εμπιστευόμουν όσο και τον εαυτό μου. Ναι. Σε θέλω μαζί μου”.

Κοκκίνισα, ή είπα κάτι ασήμαντο. Για πρώτη φορά από τον καιρό του Αφγανιστάν, ένιωθα ότι είχα αξία στον κόσμο.

----------------------
* Neil Gaiman, A Study in Emerald (2003)
Πρόκειται για μια ιστορία που φέρνει κοντά τον Σέρλοκ Χολμς -και τον Γουότσον- στο σύμπαν του Λάβκραφτ. Νομίζω ότι δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 2003 και δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Τιμήθηκε με βραβείο Hugo καλύτερης σύντομης ιστορίας την επόμενη χρονιά και Locus τη μεθεπόμενη. Αυτό είναι το πρώτο μέρος. Πρόχειρη μετάφραση: W. K.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget