Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Μήπως δεν έπρεπε να γεννηθούμε;


του Αλέξανδρου Ζωγραφάκη


«We called the chess-board white, – we call it black», λέει ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ σε ένα ποίημά του. Με απλά λόγια, είτε βλέπουμε τα πράγματα άσπρα είτε μαύρα, είναι εξίσου δόκιμο. Ο Τόμας Λιγκότι το τονίζει αυτό σε πολλά σημεία του βιβλίου γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοήσουμε ότι είτε είναι κάποιος αισιόδοξος είτε πεσιμιστής, θα βρει, σε αυτό τον κόσμο, πληθώρα επιχειρημάτων για να υποστηρίξει τη θέση του. Και ο Λιγκότι είναι ακόμη πιο φιλελεύθερος γιατί θα μας πει από την αρχή του βιβλίου ότι, συνήθως, η απόφασή μας για το αν βλέπουμε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο έχει παρθεί στα εκτός λογικής χωράφια. «Μπορείς να βρεις την αλήθεια στη λογική μόνο αν την έχεις βρει χωρίς τη λογική», γράφει κάπου ο παραδοξολάγνος Τζ. K. Τσέστερτον, και ο Λιγκότι δεν χάνει την ευκαιρία να μας το υπογραμμίσει.

Ο Τόμας Λιγκότι πιάνεται από ένα δοκίμιο: «Ο Τελευταίος Μεσσίας», του Πίτερ Ζάπφε. Ο Ζάπφε, ένας σχεδόν άγνωστος Νορβηγός φιλόσοφος, διατυπώνει το 1933 μια ασυνήθιστη θέση. Η συνείδησή μας, λέει, συνιστά μια εξαίρεση· μια τερατογένεση· ένα τραγικό λάθος της φύσης. Τι μπορεί να εννοεί όμως ο Νορβηγός; Σύμφωνα με τον Ζάπφε, η συνείδησή μας συνιστά ένα βιολογικό παράδοξο γιατί ο εγκέφαλός μας αναπτύχθηκε τόσο που μας έκανε να απολέσουμε, ανεπιστρεπτί, τη συνοχή μας με το σύνολο της υπόλοιπης φύσης. Η εξελικτική διαδικασία έκρυβε για το είδος μας μια δυσάρεστη έκπληξη, και έτσι, βρεθήκαμε στην άλλη πλευρά του τείχους – έξω από τον Παράδεισο. Γράφει ο Ζάπφε: « [...] Σηκώνει τα χέρια του ο άνθρωπος, ικετεύοντας αυτό που τον δημιούργησε να τον δεχθεί πίσω, αλλά η φύση δεν απαντά πια, τον έχει απαρνηθεί». Αυτή η νοητική υπερτροφία, συνεχίζει ο Ζάπφε, είχε ως αποτέλεσμα να μετασχηματιστούμε σε υποκείμενα αέναης αναζήτησης νοήματος. Η ζωή μας, εξαιτίας αυτής της αναζήτησης, θα ήταν κανονικός εφιάλτης αν δεν είχαμε καταφέρει να επινοήσουμε τρόπους να περιορίζουμε τη συνείδησή μας.


Οι τρόποι

Ποιοι είναι μερικοί από αυτούς τους τρόπους; Οι θρησκείες, οι ιδεολογίες, οι τέχνες... Ο Ζάπφε δεν χαρίζεται σε κανέναν, και έτσι, η θέση του, είναι ακόμα πιο ακραία. Υποστηρίζει ότι οι τρόποι αυτοί, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να μας αγοράζουν χρόνο απέναντι στην αναπόφευκτη συνειδητοποίηση που θα συμπέσει με τον ερχομό του τελευταίου Μεσσία. Η διδασκαλία του θα έχει έναν και μόνο σκοπό: πρέπει να εξαφανιστούμε ως είδος. Αν κάποιος θεωρεί ότι ο συλλογισμός του Ζάπφε συνιστά κάποιο είδος κακόγουστης φάρσας, ας αναλογιστεί ότι η τυφλή πεποίθηση των περισσοτέρων από εμάς ότι είναι ενάρετο να διαιωνίζεται το είδος μας, ότι έτσι αβασάνιστα είναι αναμφισβήτητα καλό να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, συνιστά και αυτό με τη σειρά του μια φάρσα. Ως ανθρώπινο είδος σκεφτόμαστε και πράττουμε με τρόπους που φανερώνουν ότι εμπλεκόμαστε με το μέλλον και το παρελθόν μας με πολύ ιδιαίτερους τρόπους. Το αγέννητο μωρό μας, για παράδειγμα, μας κάνει να ετοιμαζόμαστε ποικιλοτρόπως για την άφιξή του αφ’ ης στιγμής μάθουμε το χαρμόσυνο. Ή η σπίλωση της μνήμης κάποιου προγόνου μας μάς κάνει να λαμβάνουμε μέτρα για την αποκατάσταση της τιμής και υπόληψής του. Τι θέλω να πω με τα δύο αυτά παραδείγματα, που το ένα στρέφεται προς το μέλλον και το άλλο στο παρελθόν;

Η αιτιότητα που είναι συνυφασμένη με την ύπαρξή μας ξεπερνάει κατά πολύ τα στενά βιολογικά όρια αυτής της ύπαρξης. Συνιστά χαρακτηριστικό της ανθρωπινότητάς μας το ότι δύναται να υποκινηθούμε, έμπρακτα, και από το πλέγμα των ιδεών (και όχι μόνο από τη βιολογική υπόσταση) που αναφέρονται στην ύπαρξη των μελών του είδους μας. Οι πεσιμιστές λοιπόν, και ειδικά οι αντιναταλιστές (αυτοί που εναντιώνονται στις γεννήσεις), έρχονται και λένε ότι ενώ σε κάθε περίσταση μεροληπτούμε υπέρ της ζωής, ενώ εμφανιζόμαστε υπέρμαχοι πλειάδας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τελικά υποκρινόμαστε. Και υποκρινόμαστε γιατί αδιαφορούμε για τα δισεκατομμύρια αγέννητων ακόμη υπάρξεων που στέκονται προ των πυλών αυτού του κόσμου, τα οποία, αν δεν λάβουμε τα μέτρα μας, θα έρθουν να επωμιστούν το άχθος της ύπαρξης. Κάποιοι, ίσως, χαμογελούν ενοχλημένοι. Είναι απόλυτα κατανοητό τέτοιες σκέψεις να αντιμετωπίζονται ως προδοσία.


Κόσμος χωρίς Θεούς

Φαντάζει πολύ σκληρό να παίρνει κάποιος τέτοιες ατραπούς, αλλά από την άλλη, ένας κόσμος χωρίς Θεούς, χωρίς Βαλχάλες, χωρίς Παραδείσους με ρύζια και παρθένες, ένας κόσμος που έχει απεκδυθεί όλη αυτή τη φαντασμαγορία των τρόπων που συντηρούν το παραμύθι, των τρόπων που περιορίζουν τη συνείδησή μας, είναι ένας κόσμος στον οποίο, κατά γενική ομολογία, υπάρχει άπλετος χρόνος για δυστυχία και ελάχιστος χρόνος για ευτυχία. Ο αναγνώστης, αν τελικά αποφασίσει να διαβάσει το βιβλίο, θα βρεθεί, όπως βρέθηκα κι εγώ, απέναντι σε μια ιδιότυπη πραγματεία που έχει να κάνει λιγότερο με φιλοσοφία και περισσότερο με τις καταβολές και τα θεμέλια του είδους της λογοτεχνίας που ονομάζεται «κοσμικός τρόμος». Ο κοσμικός τρόμος, είδος στο οποίο επιδίδεται με μαεστρία και ο ίδιος ο Λιγκότι, αριθμεί υπό τη σκέπη του πλειάδα εκλεκτών δημιουργών μεταξύ των οποίων και τους Εντγκαρ Αλαν Πόε και Χ. Φ. Λάβκραφτ. Ο Λιγκότι, όμως, δεν είναι απλός μιμητής τους. Και το συγκεκριμένο βιβλίο παραθέτει αρκετά στοιχεία για να δώσει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να κατανοήσει το γιατί.

Ο Λιγκότι κάνει εξαιρετική δουλειά. Ορμώμενος από το δοκίμιο του Ζάπφε θα καταδυθεί σε συλλογισμούς φιλοσόφων και συγγραφέων που κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ο φιλοσοφικός πεσιμισμός: Σοπενχάουερ, Νίτσε, Καμύ είναι μερικά από τα γνωστά ονόματα που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου. Ο Λιγκότι θα απαγκιστρώσει και θα οργανώσει σε ένα νέο, αξιοζήλευτο σύνολο πληθώρα επιχειρημάτων και σκέψεων από τη φιλοσοφική και λογοτεχνική γραμματεία, και, σιγά σιγά, θα δυναμιτίσει ακόμη και τα θεμέλια των πιο βασικών καταφυγίων μας. Τελικά, το πιο δυνατό χαρτί του βιβλίου είναι η σαγήνη που ασκεί στον αναγνώστη του. Σαγήνη όμως που λειτουργεί ως γεννήτρια παραγωγής διαισθήσεων.

Ετσι, μέσα από τον συλλογισμό του βιβλίου, ακόμη και αυτή η αθωότητα της παιδικής ηλικίας αποκαθηλώνεται και πάνω της επικάθεται μια αλλόκοτη πατίνα. Το παιδί που χαίρεται ανέμελο το παιχνίδι του, το παιδί που βλέπει τα πάντα με αθώα μάτια και συνήθως ξεχειλίζει από αγάπη και προσήνεια για καθετί που το περιτριγυρίζει στον φυσικό κόσμο, αυτό το παιδί, που η ψυχοσύνθεσή του, συνιστά, ως ανάμνηση μιας περιόδου της δικής μας ζωής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί, και δικό μας ανομολόγητο καταφύγιο, αρχίζει, καθώς ξετυλίγεται η θέση του Λιγκότι να διαφαίνεται υπό διαφορετικό πρίσμα. Το παιδί δεν είναι απλώς μια μικρογραφία ενήλικα, αλλά ένα ζωάκι με περιορισμένη ακόμη συνείδηση. Είναι φυσικά ένας από εμάς, το δικό μας μικρό, που η μη (υπερ)αναπτυγμένη λόγω ηλικίας συνείδησή του, του επιτρέπει να βιώνει την αδιατάρακτη ευτυχία τής ενσωμάτωσής του στο σύνολο της φύσης. Ετσι, η σχεδόν ενστικτώδης επιθυμία επιστροφής του ενήλικα στις χάρες και στις χαρές της παιδικής ηλικίας αποκτά μια άλλη, πιο βαθιά, ανάγνωση και αντικατοπτρίζει τώρα αυτή την κραυγή ικεσίας του ανθρώπου, που αναφέρει ο Ζάπφε, για την πολυπόθητη επιστροφή στις αγκάλες της ακατάδεκτης πια μητέρας φύσης.


Η ρόδινη εικόνα

Από τη δική μας πλευρά, των ενηλίκων, είναι αυτή η θέα προς το μέλλον που κάνει τα πάντα να φαίνονται ρόδινα. Γιατί, μη γελιόμαστε, παρά τις αντιξοότητες, είναι η αισιοδοξία που κυριαρχεί τελικά και μας κάνει να συνεχίζουμε. Η ακλόνητη πεποίθησή μας ότι έρχονται καλύτερες ημέρες, είναι που δίνει τον ρυθμό στο τύμπανο αυτής της γαλέρας, στα κουπιά της οποίας είμαστε όλοι, λίγο πολύ, αλυσοδεμένοι κωπηλάτες. Στη ρόδινη αυτή εικόνα –σχεδόν ρόδινη– αντιτάσσεται η ιδέα που αφήνει να πλανιέται, σε λελογισμένες δόσεις και με προσεκτικές διατυπώσεις, ο Λιγκότι μέσα στο βιβλίο: ότι κανένας δεν σκέφτεται την ημέρα που η πρόοδος της επιστήμης, ή κάτι άλλο, απρόβλεπτο ίσως, θα μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε παρά μαριονέτες σε ένα μεγαλειώδες κοσμικό θέατρο λογικών, ή, ακόμα χειρότερα, άλλων, παράλογων δυνατοτήτων.

Η ανοχή στις επιστημονικές ανακαλύψεις καθόλου δεν πρέπει να μας κάνει να εφησυχάζουμε σχετικά με τη δημοκρατικότητα της επιστημονικής και όχι μόνο κοινότητας. Το ότι δεν παρατηρούμε πια ιεροεξεταστικές διαδικασίες (και μεγαλειώδη auto-da-fé) δεν πρέπει να διαβάζεται μονόπλευρα: μόνο με την αφέλεια της ηθικής προόδου. Πρέπει να διαβάζεται και από την άλλη, τη σκοτεινότερη πλευρά, που όσο κι αν φαντάζει απίθανη τίποτα δεν μπορεί να την αποκλείσει: οι ανακαλύψεις της επιστημονικής κοινότητας δεν βρίσκονται ceteris paribus στην ίδια τάξη μεγέθους και σπουδαιότητας με τη δήλωση, για παράδειγμα, ενός Γαλιλαίου ότι η Γη κινείται. Ζούμε εφησυχασμένοι πίσω από ένα προπέτασμα επιστημονικής και ηθικής προόδου, και θεωρούμε ότι με μικρά πισωγυρίσματα ο κόσμος βρίσκεται καθ' οδόν προς ένα καλύτερο αύριο. Κάποιοι από εμάς διαδίδουν ιδέες περί εξωγήινων επισκεπτών που μπορεί να αναποδογυρίσουν τη χύτρα μέσα στην οποία κοχλάζει η πρόοδός μας, αλλά λίγοι σκέφτονται ότι ο τρόμος μπορεί ανά πάσα στιγμή να κάνει την εμφάνισή του στο όνομα και με τον μανδύα αυτής ακριβώς της επιστημονικής προόδου που τόσο έχουμε, όχι αδίκως, θεοποιήσει. Αυτή είναι η έννοια του φιλοσοφικού τρόμου, η συνωμοσία ενάντια στο ανθρώπινο είδος, που εξυφαίνει ο Λιγκότι σαν άλλος ιεροκήρυκας που έχει στήσει τη σκηνή του σε κάποια έρημο του πραγματικού.

Αλλά ο Λιγκότι, όπως και ο Ζάπφε στο παρελθόν, δεν τρέφουν αυταπάτες. Πώς θα ήταν ποτέ δυνατόν μια κοινωνία, που απαρτίζεται από πληθώρα υπεραναπτυγμένων εγώ, με τόσο δυνατό το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και διαιώνισης του είδους, να πάρει ποτέ την απόφασή να οδηγηθεί συνειδητά στην εξαφάνιση; Κι όμως! Η διαρκής αναζήτηση καθολικού νοήματος φανερώνει ένα και μόνο πράγμα: δεν υπάρχει νόημα. Ο άνθρωπος δεν έχει καμία εγγενή αξία, δεν είναι αυτοσκοπός, δεν έχει δικαιώματα πέρα από ένα και μοναδικό. Αυτό του θανάτου. Το μόνο που δικαιούμαστε όλοι, δημοκρατικά, αξιοκρατικά, και αδιαπραγμάτευτα είναι ένας θάνατος. Και τελικά δεν παίρνουμε ούτε καν αυτό καθότι κάποιοι πεθαίνουν μακαρίως στον ύπνο τους ενώ κάποιοι άλλοι... Δεν υπάρχει νίκη, υπάρχουν μόνο διαβαθμίσεις ήττας. Όλες οι προσπάθειες του είδους μας είναι προσπάθειες για τη δημιουργία διαχωριστικών γραμμών που ως στόχο έχουν την περιχαράκωση της επικράτειας που εμείς, για χιλιάδες χρόνια, με απροσμέτρητους κόπους, λαξεύουμε και χτίζουμε πάνω από τις μαύρες θάλασσες του άπειρου, που λέει και ο Λάβκραφτ. Έτσι, μέχρι το σημείο που θα πιάσουμε πάτο, που θα συνειδητοποιήσουμε πώς έχουν τα πράγματα, και δεν θα είμαστε σε θέση να αναβιώσουμε καμιά στρατηγική παραμυθιού ή αποχαύνωσης, μέχρι τότε, μπορούμε, τουλάχιστον πολλοί από εμάς, να σφυρίζουμε ανέμελα. Η δύναμη του Λιγκότι βρίσκεται ακριβώς εκεί. Να πριονίσει τις βεβαιότητες, να δείξει ότι τα στοιχεία είναι ήδη εδώ, μπροστά στα μάτιά μας, αλλά εμείς αποφεύγουμε να τα εναποθέσουμε, όλα μαζί, σε ένα οργανικό σύνολο. Αποφεύγουμε γιατί είναι η δύναμη της λογικής που μας κάνει να φοβόμαστε, και είναι η λατρεία μας για το εξω-λογικό που αενάως μας σώζει.

Προτείνω να διαβαστεί αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο, όχι ως δοκίμιο φιλοσοφίας, αλλά ως βιβλίο αυτοβελτίωσης (self-help book). Και όχι, δεν το λέω καθόλου ειρωνικά. Δεν υπαινίσσομαι ότι πρέπει να οδηγηθούμε στην εξαφάνιση γιατί αυτό υπαγορεύει η λογική κάποιων επιχειρημάτων. Τουναντίον, υποστηρίζω ότι το βιβλίο κρύβει κάτι αναπάντεχο: μια δύναμη που σε κάνει να δεις τα πράγματα θετικά. Ίσως η ματιά αυτή στον φιλοσοφικό τρόμο, το θεμέλιο του κοσμικού τρόμου, να έχει τη δυνατότητα να σε κάνει να παραμιλάς και να παραλογίζεσαι. Γιατί έχει τη δυνατότητα να σε κάνει να πιστεύεις το αδύνατο: ο κύβος δεν έχει ακόμη ριφθεί, όλα τα δεδομένα είναι ανοιχτά. Ποιος ξέρει;