Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

«Ήταν ένας μάγος», Συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ [Αφιέρωμα στον Λουί Αλτουσέρ]


Τον περασμένο Φεβρουάριο, η γαλλική μηνιαία επιθεώρηση Le Magazine Littéraire (τεύχος 551), δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στη μνήμη του γάλλου κομμουνιστή φιλοσόφου Λουί Αλτουσέρ. Τέσσερις γνωστοί παλιοί μαθητές του, τέσσερις διανοητές που γνώρισαν τον Αλτουσέρ και δούλεψαν μαζί του, οι Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ζάκ Ρανσιέρ, Μπερνάρ-Ανρί Λεβί και Ζάν-Κλώντ Μιλνέρ, μίλησαν για το δάσκαλό τους, το φιλόσοφο που αποτέλεσε βασική αναφορά για πολλές γενιές διανοούμενων στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.


Φιλόσοφος μαθητής του Αλτουσέρ από το 1960, Ζακ Ρανσιέρ δημοσίευσε πρόσφατα το έργο «Figures de l' histoire» και το «Le fil perdu: Essai sur la fiction moderne» (ed. La Fabrique).

Μετάφραση: Χρύσα Χαρίση
Επιμέλεια: Αναστασία Ματσούκα


- Σε ποιο πλαίσιο έλαβε χώρα το σεμινάριο του Αλτουσέρ για το «Κεφάλαιο»;

Στην πραγματικότητα το σεμινάριο άρχισε το φθινόπωρο του 1964. Το έργο «Για τον Μαρξ» εμφανίστηκε ένα χρόνο αργότερα, αλλά έχουμε ήδη διαβάσει τα άρθρα που το συνθέτουν. Ο Αλτουσέρ δεν ήταν απλά ένας θεωρητικός που θα θαυμάζαμε τη σκέψη του. Ήταν, επίσης, ένας μάγος που είχε μια εξαιρετική προσωπική λάμψη και ασχολείτο με εκπληκτικούς θεωρητικούς αυτοσχεδιασμούς. Αλλά υπήρχαν ακόμη οι συνθήκες, ο μεγάλος αναβρασμός της δεκαετίας του '60, η επανάσταση στην Κούβα, οι μάχες της αποαποικιοποίησης, ο μαοϊσμός, η ιδέα μιας νέας επαναστατικής εποχής ήταν στο απόγειό της. Σε αυτό το σημείο, ο Αλτουσέρ πρότεινε πολύ απλά να φέρουμε το θεωρητικό όπλο μιας επανεκκίνησης του μαρξισμού. Επρόκειτο, ταυτόχρονα, για μια επιστροφή του μαρξισμού στην πρωτότυπη καθαρότητά του και με σκοπό την ανάδειξή του ως σύγχρονου όλων των μεγάλων θεωρητικών καινοτομιών της εποχής: της στρουκτουραλιστικής ανθρωπολογίας του Λεβί Στρως, της λακανικής ψυχανάλυσης, της αρχαιολογίας της γνώσης του Φουκώ, κοντολογίς όλων όσων περικλείει η λέξη «στρουκτουραλισμός». Αλλά ο Αλτουσέρ δεν ήταν ο καθηγητής που δίδασκε αυτόν τον ανανεωμένο μαρξισμό. Ήταν ο δάσκαλος που τον υπέδειξε σαν καθήκον προς εκτέλεση και μας μετέτρεψε σε παράγοντες αυτής της επανεφεύρεσης.


- Ποια ήταν τα στάδια αυτού του έργου που συνέδεαν φιλοσοφία και πολιτική;

Υπήρχε ήδη το σεμινάριο για τον νεαρό Μαρξ που είχε υπογραμμίσει την απόσταση από τις παραλλαγές των ουμανιστών και υπαρξιστών του μαρξισμού, Έπειτα, το σεμινάριο για τον στρουκτουραλισμό που ήθελε να καθορίσει την καινοτομία αυτού του παραδείγματος και να δείξει την αναλογία του με τη σκέψη του Μαρξ. Υπήρχε αυτό το σεμινάριο για το «Κεφάλαιο» που έπρεπε να ελευθερώσει σε αυτό το κείμενο την αληθινή φιλοσοφία, τη μη αναγνωρισμένη ακόμα από τον Μαρξ. Και το τρελό της υπόθεσης: ήμασταν εμείς, νεαροί φοιτητές, που είχαμε σαν αποστολή να διαβάσουμε εκ νέου το «Κεφάλαιο» και να ξαναξεκινήσουμε τον μαρξισμό στη θεωρία. Σε ό, τι αφορά εμένα, είχα την αρχική εργασία: έπρεπε να εισαγάγω το σεμινάριο δείχνοντας τη διακοπή ανάμεσα στα «ιδεολογικά» κείμενα του νεαρού Μαρξ και την «επιστήμη» του «Κεφαλαίου». Τώρα, αν και ήξερα σε βάθος τα πρώτα, δεν είχα διαβάσει ποτέ το δεύτερο. Το ανακάλυψα ενώ έπρεπε να πω την αλήθεια. Το αποτέλεσμα για εμένα ήταν μια τρελή κούρσα, κάτι παραπάνω από μια ανακάλυψη του «ορθολογικού πυρήνα» της μαρξιστικής διαλεκτικής: μια ανάγνωση του Μαρξ κατά τρόπο στρουκτουραλιστικό που όξυνε την απόσταση ανάμεσα στο αληθινό κίνημα του στρουκτουραλισμού και την αντίληψη των εγκλωβισμένων εργατών στο φαινομενικό κίνημα. Το σεμινάριο είχε στην πραγματικότητα έναν χαρακτήρα αρκετά ακαδημαϊκό: ένα είδος δημόσιων διαλέξεων με μια διαδοχή παρουσιάσεων που πρόσφεραν λιγότερα από αυτά που είχαν υποσχεθεί. Αλλά, κατά κάποιον τρόπο, η πράξη αυτής της πρωτόλειας ιδιοποίησης της θεωρίας ήταν πιο αποτελεσματική. Με το να υπόσχεσαι περισσότερα από αυτά που μπορείς να κάνεις, ανοίγεις έναν χώρο έρευνας, προκαλείς καινούργιες δυναμικές για δράση.


- Η αιχμηρή θεωρία του Αλτουσέρ παρήγαγε μια πολιτική ανανέωση; Αναφέρετε αυτήν την δημιουργική του ικανότητα στο «Μάθημα του Αλτουσέρ»;

Υπάρχουν δύο επίπεδα να εξετάσουμε. Από άποψη δογματικού περιεχομένου, η νέα ερμηνεία που προτείνει ο Αλτουσέρ έκανε μια κριτική σε αυτόν τον εξελικτικό μαρξισμό που περίμενε το σοσιαλιστικό μέλλον της ιστορικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, τονίζοντας τη στρουκτουραλιστική λογική των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και προτείνοντας μια λογική ασυνέχειας της ιστορίας, ξαναέθεσε σε πρώτο πλάνο το τεράστιο χάσμα μεταξύ του καπιταλιστικού παρόντος και του σοσιαλιστικού μέλλοντος. Ενάντια στην ιδέα της «ειρηνικής μετάβασης« που υποστήριζε το σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα, θύμισε την ύπαρξη της επαναστατικής αλλαγής. Η αλήθεια είναι πως αυτή η απόσταση αντισταθμίστηκε, αν δεν ακυρώθηκε, από την ακαμψία της αντίθεσης μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας. Επέστρεψε στη μαρξιστική πρωτοπορία, που τέθηκε ως μόνη κάτοχος της αληθινής γνώσης ανάμεσα στις τυφλωμένες μάζες, αυτή τη γνώση που ο αντι-ιστορικισμός της αφαίρεσε. Στην πραγματικότητα, βέβαια, το δογματικό περιεχόμενο και οι ασάφειές του είχαν μικρότερη σημασία από την πράξη εγκαθίδρυσης ενός πεδίου άμεσης αποτελεσματικότητας της θεωρίας. Η διάσημη θεώρηση της συγχώνευσης της μαρξιστικής θεωρίας και του εργατικού κινήματος που αποτελούσε το δόγμα των κομμουνιστικών κομμάτων σήμαινε στην ουσία ότι η ερμηνεία του μαρξισμού και η μετάφρασή του για συγκεκριμένη δράση ήταν υπόθεση των πολιτικών αρχών αυτών των κομμάτων.


- Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της έννοιας της «θεωρητικής πρακτικής»;

Με τον τρόπο αυτό, ο Αλτουσέρ αυτονόμησε τη θεωρία του Μαρξ και την απέσπασε τους κομμουνιστικούς μηχανισμούς που πίστευαν ότι ήταν οι μόνοι που γνώριζαν πώς έπρεπε να τη χρησιμοποιήσουν. Κρίθηκε, αργότερα, ως υπαίτιος μιας «θεωρητικιστικής» παρέκκλισης που είχε ξεχάσει την πολιτική. Αλλά αυτή είναι μια κριτική εντελώς υποκριτική: ο υποτιθέμενος «θεωρητικισμός» δεν λησμονούσε καθόλου την πολιτική, ήταν μια πολιτική πλήρως προσδιορισμένη που άρπαζε τον μαρξισμό από τους θεσμικούς του κατόχους για να τον μοιραστεί με όλους: με όλους τους αναγνώστες, αλλά, πρώτα απ' όλα, με αυτούς που έψαχναν τότε το όπλο για μια καινούργια επαναστατική δράση. Αυτός ήταν ο λόγος, πέρα από τις προθέσεις του Αλτουσέρ, και εν τέλει ενάντια σε αυτές, για τον οποίο ο ίδιος προώθησε τις ρήξεις με τον ορθόδοξο κομμουνισμό: αυτές των αριστερίστικων κινημάτων στην Ευρώπη ή εκείνες των νέων ριζοσπαστικών επαναστατικών κινημάτων στην Λατινική Αμερική. Αυτό που έχουμε τελικά βιώσει είναι ότι το πολιτικό αποτέλεσμα μιας θεωρίας δεν είναι τόσο το περιεχόμενο των διατυπώσεών της όσο η θέση που υιοθετεί για να προβεί στις όποιες διατυπώσεις.


- Είχατε επεξεργαστεί εκείνη την εποχή την ιδέα σας για την κοινή σε όλους δυνατότητα να θεμελιώσουν τη δύναμη της σκέψης και τη δυναμική της χειραφέτησης;

Η αρχή αυτή δεν ήταν ακόμη εντελώς δική μου την εποχή που εργαζόμουν σε αυτό το σεμινάριο για το «Κεφάλαιο». Εκείνη την περίοδο μοιραζόμουν ακόμη, αφελώς, τη στάση των κατόχων της «επιστήμης» ως προς τα δυστυχή θύματα της «αυθόρμητης» ιδεολογίας. Πίσω από αυτή την συνείδηση, υπήρχε η ευρέως αποδεκτή παραδοχή ότι αιτία της υποταγής είναι η άγνοια και, επομένως, η επιστήμη είναι το όπλο της ελευθερίας. Γι' αυτό ο Αλτουσέρ –κι εμείς σε συνέχειά του– πολεμούσαμε βίαια τα φοιτητικά κινήματα που αμφισβήτησαν τα θεσμικά όργανα της γνώσης.

Το κίνημα του 1968 έκανε μια κριτική αυτής της θέσης από τα γεγονότα. Όχι μόνο αυτά τα «ιδεολογικά» θέματα αποδεικνύονταν ικανά να ενεργοποιήσουν ένα κοινωνικό παγκόσμιο κίνημα με πρωτοφανή δύναμη, αλλά, επίσης, αυτό το κίνημα έθετε στο παρόν, για όλους, τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας κόσμος χωρίς ιεραρχία.


- Τι ήρθε να επισημάνει κατά τη γνώμη σας το κίνημα του Μάη του 1968;

Αυτό που έδειξε, και αυτό που είδα να επιβεβαιώνεται μέσω μιας μακράς εργασίας στην ιστορία της εργατικής χειραφέτησης, είναι ότι η υποταγή ή η άρνηση δεν είναι υπόθεση της άγνοιας ή της επιστήμης. Η γνώση των νόμων του καπιταλιστικού συστήματος δεν προκαλεί από μόνη της την ανατροπή του. Και η λογική των πρωτοπόρων που είναι υπεύθυνοι να οδηγήσουν τον μετασχηματισμό της άνισης γνώσης σε ισότιμη συμμετοχή αναπαράγει επ' αόριστον την ιεραρχία, διαχωρίζοντας αυτούς που «γνωρίζουν» από αυτούς που «αγνοούν».

Αυτό που θεμελιώνει την υποταγή δεν είναι η άγνοια, αλλά η δυσπιστία: το συναίσθημα ότι δεν υπάρχει άλλος πιθανός κόσμος, ότι δεν είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε έναν άλλον ή ότι οι άλλοι δεν είναι ικανοί να τον δημιουργήσουν. Η χειραφέτηση είναι η ρήξη αυτής της λογικής της δυσπιστίας. Είναι η επιβεβαίωση μιας ικανότητας που καθένας διαθέτει ως δυνατότητα: μια ικανότητα που για να την ασκήσει κανείς, προϋποτίθεται ότι υπάρχει σε όλους. Η ύπαρξη της ικανότητας αυτής αποδεικνύεται από την άσκησή της. Είναι πρώτα απ' όλα η χειραφέτηση: η απόδειξη από την ύπαρξη νέων δυνατοτήτων σκέψης και πράξης, νέων τρόπων να μείνουμε ενωμένοι. Πώς μπορούμε να φανταστούμε έναν άλλο κόσμο με ανθρώπους που θεωρούμε κολλημένους σε αυτόν εδώ; Και πώς μπορούμε να παραγάγουμε έργα σκέψης αν θεωρούμε ότι αυτή η σκέψη είναι η ενεργοποίηση μιας ικανότητας που δεν είναι παρά προνόμιο λίγων; Η σκέψη είναι μια εργασία που έχει νόημα μόνο ως εφαρμογή μιας κοινής πνευματικής ικανότητας. Η άσκησή της προϋποθέτει τη ρήξη με τη λογική του καταμερισμού της εργασίας που κάνει μια κοινή δύναμη ορισμένο επάγγελμα.


Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget