Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Τα ανοιχτά ερωτήματα της Σοσιαλδημοκρατίας


 του Νικόλα Σεβαστάκη


Στους κλονισμούς που έφερε η κρίση στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία, ειπώθηκε συχνά ότι η Κεντροαριστερά δεν έχει πλέον νόημα. Οταν μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του και τα προγράμματα αναμορφωτικής λιτότητας σφραγίζονται από μια πειθαρχική νεοφιλελεύθερη λογική, η πραγματικότητα γίνεται, «αντικειμενικά», διχοτομική. Ετσι άλλωστε και η καταβύθιση του ΠαΣοΚ ερμηνεύθηκε ως απόδειξη της καθολικής (αν όχι οριστικής) χρεοκοπίας κάθε εκδοχής Σοσιαλδημοκρατίας.

Σήμερα - λέει το ίδιο επιχείρημα - υπάρχει μια κοινωνική πόλωση η οποία μεταφράζεται, αναπόδραστα, σε πολιτικό ανταγωνισμό για την εξουσία. Ολες λοιπόν οι αξιώσεις για διαφορετική ερμηνεία της κατάστασης και των προοπτικών της συνιστούν είτε μετέωρη ηθικολογία είτε μεταμφιεσμένη ιδιοτέλεια όσων γυρεύουν να διασωθούν από την πολιτική κατακρήμνιση. Και κάπως έτσι, με μια τέτοια εξήγηση, κλείνει και η όλη συζήτηση.

Νομίζω ότι η παραπάνω προσέγγιση στο ζήτημα της Σοσιαλδημοκρατίας είναι λανθασμένη. Εχει με το μέρος της αληθινά ερωτήματα και βάσιμες υποψίες αλλά κατασκευάζει μια υπερβολικά μονοσήμαντη εικόνα για την πραγματικότητα.

Στις τελευταίες δεκαετίες η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία δεν μπόρεσε ή δεν επιδίωξε να αποτελέσει πολιτικό αντίβαρο στα κύματα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Τις περισσότερες φορές υιοθέτησε μια πολιτισμικά διακριτή αλλά σε κρίσιμα σημεία παρόμοια ατζέντα με αυτήν των κεντροδεξιών και συντηρητικών δυνάμεων. Την ίδια στιγμή κυριάρχησε η πεποίθηση ότι οι όποιες λαϊκές και κοινωνικές αναφορές των προοδευτικών κομμάτων ανήκουν στο παρελθόν, στην εποχή των αρχαϊσμών και της ταξικής πάλης. Γι’ αυτό και επιλέχθηκαν με εκλογικό πανικό νέα κοινά-στόχοι, οι μεσαίες τάξεις της γνώσης και της πληροφορίας ή οι λεγόμενοι θύλακες καινοτομίας στην κοινωνία. Η ιδέα ότι έχουμε περάσει από τις κοινωνίες των αντιθέσεων στις κοινωνίες των soft αποχρώσεων βρήκε εν τέλει απροετοίμαστη την Κεντροαριστερά απέναντι στο νέο κοινωνικό ζήτημα και στις οικονομικές καταστροφές των τελευταίων χρόνων. Ετσι άλλωστε «ανδρώθηκαν» τα διάφορα Εθνικά Μέτωπα όσο οι σοσιαλδημοκρατίες μετατρέπονταν σε κόμματα προυχόντων και ειδικών παραγόντων.

Η ελληνική περίπτωση έχει βέβαια και άλλα στοιχεία. Η αναφορά στον εκσυγχρονισμό και ο αφορισμός του λαϊκισμού λειτούργησαν για κάποια χρόνια ως μια μίνιμουμ ταυτότητα ενός χώρου που δεν απαντούσε σε σημαντικά ερωτήματα: πώς φτιάχτηκε το ελληνικό μοντέλο ευημερίας, ποιες αξίες και οικονομικές πρακτικές ενθαρρύνθηκαν από τις ελίτ της ύστερης Μεταπολίτευσης, ποια πολιτική μπορεί να υπερασπιστεί τα δημόσια αγαθά και την κοινωνική πρόοδο; Παρόμοια ερωτήματα είτε δεν αντιμετωπίστηκαν καθόλου είτε παράπεσαν ως υποσημειώσεις μέσα σε μια εκσυγχρονιστική ρητορεία που συνδυαζόταν με την ικανοποίηση που πρόσφερε το να ανήκει κανείς στο κόμμα του κράτους.

Τα χρόνια προ της κρίσης δεν μπόρεσε να σταθεί επίσης ένα πραγματικό ρεύμα ηθικής και διανοητικής μεταρρύθμισης στην ελληνική κοινωνία. Το πρόβλημα της σύγχρονης συλλογικής μας ταυτότητας στριμώχτηκε ανάμεσα σε έναν ξινό ορθολογισμό με μορφή κατήχησης και σε διάφορους απίθανους εθνικισμούς της «αντίστασης στη δυτική αλλοτρίωση».

Τι γίνεται όμως σήμερα ύστερα από τρία και περισσότερα χρόνια βύθισης; Εχουν έλθει βίαια στην επιφάνεια όλα τα πολιτικά και πνευματικά κενά των προηγούμενων δεκαετιών. Και είναι προφανές ότι η απάντηση σε αυτά τα κενά και ιδίως η διαμόρφωση ρυθμιστικών ιδεών για την υπέρβαση της κρίσης χρειάζεται ένα πνεύμα διαλόγου. Οχι το ύφος του επιθετικού τελεσιγράφου ούτε όμως και μια, εκτός τόπου και χρόνου, αντίληψη για εθνικές συναινέσεις σε μονόδρομους. Με άλλα λόγια, η κριτική, και η κριτική σε εγχειρήματα όπως αυτό των «58», δεν μπορεί να είναι μια παραλλαγή της γνωστής αγανάκτησης «κατά των ενόχων».

Η βασική αυταπάτη που καλλιεργείται στους χώρους της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι η ιδέα μιας Ελλάδας που εξαιτίας της κρίσης έγινε ή γίνεται Λατινική Αμερική. Στη βάση αυτή προβάλλει η βεβαιότητα ότι κάθε εκδοχή Σοσιαλδημοκρατίας είναι νεκρή ή απλώς ένα υποσύστημα των νεοφιλελεύθερων ελίτ. Αυτή η αντίληψη παραβλέπει ένα σημαντικό γεγονός: ότι υπάρχει ένας δημοκρατικός κόσμος που θέλει την πρόοδο και τρομάζει με τις ανισότητες αλλά δεν αναγνωρίζεται στον θορυβώδη αντισυστημισμό και στη διαρκή κινηματική φαντασίωση. Και ότι παρά τον κλυδωνισμό ταυτοτήτων και δεσμών μέσα στην κρίση, η χώρα αποτελεί πάντοτε τμήμα ενός ευρωπαϊκού πολιτικού και πολιτισμικού χώρου.

Από την άλλη, ωστόσο, είναι ορατή μια άλλη αυταπάτη: ότι στην Ελλάδα με τα μαγκάλια, τη μαζική ανεργία και τους κατακουρασμένους πολίτες μπορεί να δοκιμαστεί ένα είδος απογειωμένου «μπλερισμού». Την ίδια στιγμή που ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας βρίσκεται στην πράξη εκτός κοινωνικού συμβολαίου και ανοίγονται νέα επικίνδυνα, οικονομικά και πολιτισμικά, χάσματα.
Τόσο η λυρική επίκληση ενός ελληνικού «τσαβισμού» όσο και μια Σοσιαλδημοκρατία που θα στόχευε να προβάλει το 2014 την κεντρώα μεταπολιτική είναι αδύναμα σενάρια. Ζούμε σε μια άλλη συνθήκη που επιβάλλει να ξαναδούμε τα περιεχόμενα κάθε πολιτικής υπόσχεσης δίχως καθήλωση σε ετοιμοπαράδοτες ταυτότητες, εξωτικές ή όχι. Το τι είναι ριζοσπαστικό και τι όχι, το ποιος είναι ο ελιτίστικος και ποιος ο λαϊκός ευρωπαϊσμός, το τι εννοούμε δίκαιη λιτότητα και κοινωνική ανασυγκρότηση, όλα αυτά αποτελούν καλά ερωτήματα. Και στα ερωτήματα δεν ταιριάζει περιφρόνηση, ακόμα και αν πρέπει να αποδεχθούμε ότι δεν μπορούμε να δώσουμε τις ίδιες απαντήσεις.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Πηγή Βήμα, ecoleft

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Christmas Eve. Ο Ήγκλετον για τον Χριστό - Ο Χριστός στη Μανωλάδα




του Χρήστου Λάσκου


Σκέφτηκα για σήμερα, παραμονή Χριστουγέννων του 2013, αντί επιφυλλίδας να παραθέσω μια σειρά από σκέψεις του γνωστού και μη εξαιρετέου Ιρλανδού μαρξιστή Τέρυ Ήγκλετον.  Ο ίδιος τις επεξεργάστηκε στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει έναν ορυμαγδό «αθεϊστικών» γραπτών της πρόσφατης αγγλοαμερικανικής βιβλιοπαραγωγής, μεταξύ των οποίων αυτά του Ρίτσαρντ Ντόκινς, του Κρίστοφερ Χίτσενς και του Ντάνιελ Ντένετ.  Τα βιβλία των οποίων, κατά τη γνώμη του, βρήκαν απήχηση αντιστρόφως ανάλογη προς την αξία τους.  

Στην πραγματικότητα, αυτό για το οποίο εγκαλεί τους συγκεκριμένους φιλελεύθερους είναι πως πλασάρουν έναν τζάμπα αθεϊσμό, δογματικό όσο και ο ισλαμισμός των ταλιμπάν. Και, ακόμη χειρότερα, πως, αν αυτό στο οποίο επιτίθενται είναι η θρησκεία, τότε δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά, στο μέτρο που ελάχιστα γνωρίζουν γι’ αυτήν. Πράγμα που, μάλλον, εξηγεί καλύτερα από ο,τιδήποτε άλλο και το ύφος χιλίων καρδιναλίων (!), με το οποίο εκτοξεύουν τις επιθέσεις τους.

Αυτό που κάνει ο Ήγκλετον, εν τέλει, είναι να επισημάνει με όλη του την κριτική δύναμη πόσο άνευ κόστους είναι μια επίθεση στον χριστιανισμό, όταν δεν δείχνει πρωταρχικά την «κοιλάδα των δακρύων», στην οποία η θρησκεία δεν αποτελεί παρά τον «αναστεναγμό του καταπιεσμένου πλάσματος». Μιλήστε για τον καπιταλισμό ή σταματήστε να θορυβείτε, είναι η προτροπή που απευθύνει στους φιλελεύθερους –που πολύ εύκολα, όπως έχει δείξει, άλλωστε η πρόσφατη ιστορία, αναβαθμίζονται πρακτικά σε νεοφιλελεύθερους. 

***

Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να νομιστεί πως ο ίδιος ο Ήγκλετον είναι θρησκόφιλος (!). Κάθε άλλο. Όπως πολύ χαρακτηριστικά επισημαίνει, «[δ]ύσκολα κανείς αποφεύγει την αίσθηση ότι ένας Θεός τόσο λαμπρός, επινοητικός και ευφάνταστος, όπως αυτός που ενδεχομένως θα μπορούσε να υπάρχει, θα ήταν ικανός να κατεβάσει κάποια καλύτερη ιδέα από την θρησκεία για να σώσει τον κόσμο». 

Και, επιπλέον, δεν υπάρχει αμφιβολία πως, παρόλο που δεν γίνεται να μην ελεγχθούν με τον αυστηρότερο τρόπο οι φιλελεύθεροι αθεϊστές για ασύγγνωστη προχειρότητα,  «[π]ρωταίτιος της διανοητικής ατημελησίας των επικριτών του είναι βεβαιότατα ο ίδιος ο χριστιανισμός. Με εξαίρεση την ιδιάζουσα περίπτωση του σταλινισμού, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ιστορικό κίνημα που να έχει προδώσει με ποταπότερο τρόπο τις επαναστατικές του καταβολές. Ο χριστιανισμός έχει προ πολλού αλλάξει στρατόπεδο […] [Έ]χει ως επί το πλείστον μετατραπεί σε θρήσκευμα των ευκατάστατων προαστίων αντί να εκπροσωπεί την συγκλονιστική υπόσχεση που προσφέρθηκε στους ανυπόληπτους της κοινωνίας και στους μυστικούς αντιαποικιοκράτες μαχητές με τους οποίους έκανε παρέα ο Ιησούς. Η διάθεση των ευκατάστατων προαστίων απέναντι στους […] «ανεπρόκοπους» […] είναι βασικά να τους ξεπλύνουν από τους δρόμους σα λεκέδες. Η εν λόγω συνωμοταξία ευσέβειας τρομοκρατείται στη θέα ενός γυναικείου στήθους, αλλά θορυβείται απείρως λιγότερο από τις αισχρές ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Θρηνεί τον θάνατο ενός εμβρύου, αλλά δεν φαίνεται να συγκινείται με τα παιδιά που γίνονται παρανάλωμα του πυρός στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Σε γενικές γραμμές, λατρεύει έναν Θεό βλάσφημα πλασμένο κατ’ εικόνα της –έναν καλοξυρισμένο, κοντοκουρεμένο, οπλοφορούντα, σεξουαλικό ψυχαναγκαστικό Θεό, με ιδιαίτερη αδυναμία στο οντολογικά προνομιούχο κομμάτι ακριβώς νοτίως του Καναδά και βορείως του Μεξικού […]».

Κι αυτό παρ’ όλο που ο Ιησούς είναι ό,τι περισσότερο απομακρυσμένο και εχθρικό απέναντι στους νερντς των προαστίων, απέναντι στους ωφελιμιστές και παρανοϊκά ατομικιστές προτεστάντες –και όχι μόνο– των μοντέρνων καιρών. Στο λόγο του είμαστε πλάσματα του Θεού στο μέτρο –και μόνο τότε– που υπάρχουμε καθαρά χάριν ευχαρίστησης. Ούτε για τη δουλειά, ούτε για την περιουσία και την  «προκοπή». Μόνο για την ευχαρίστηση. 

Με τα λόγια του Ήγκλετον και πάλι, «[τ]ο ερώτημα που έθεσε ο ριζοσπαστικός ρομαντισμός, ο οποίος υπό αυτό το πρίσμα συμπεριλαμβάνει τον Καρλ Μαρξ, είναι το ποιοι πολιτικοί μετασχηματισμοί θα ήταν απαραίτητοι για να γίνει κάτι τέτοιο πραγματικά εφικτό. Ο Ιησούς, σε αντιδιαστολή με την πλειονότητα των υπεύθυνων Αμερικανών πολιτών, εμφανίζεται να μην κάνει καμιά δουλειά, ενώ κατηγορείται ως κοιλιόδουλος και μεθύστακας. Παρουσιάζεται ως άστεγος, χωρίς υπάρχοντα, ταγμένος εργένης, πλανόδιος οδοιπόρος, κοινωνικά περιθωριακός, περιφρονητής των συγγενικών δεσμών, ανεπάγγελτος, φίλος των απόβλητων και των παριών, αποστρεφόμενος τα υλικά αποκτήματα, χωρίς φόβο για την ασφάλειά του, αμελής όσον αφορά τους κανόνες αγνότητας, επικριτής της παραδοσιακής αυθεντίας, αγκάθι στο πλευρό του κατεστημένου και μάστιγα για τους πλούσιους και τους ισχυρούς […] Βρίσκεται μεταξύ χίπη και πολεμιστή. Σέβεται το εβραϊκό Σάββατο όχι επειδή το τελευταίο σημαίνει εκκλησιασμό, αλλά επειδή αντιπροσωπεύει μια προσωρινή απόδραση από το βάρος της εργασίας. Το Σάββατο έχει να κάνει με την ξεκούραση, όχι με την θρησκεία. Ένας από τους καλύτερους λόγους για να είσαι χριστιανός, όπως και σοσιαλιστής, είναι το ό,τι δεν σου αρέσει να δουλεύεις και απορρίπτεις την έμφοβη ειδωλολατρία που κάτι τέτοιο εμπεριέχει –ειδωλολατρία τόσο διαδεδομένη σε χώρες σαν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αληθινά πολιτισμένες κοινωνίες δεν οργανώνουν έξτρα-δυναμωτικά πρωινά μέσα στα άγρια χαράματα».   

Που πάει να πει πως ο Ιησούς, όπως κι αν το δεις, φέρνει πολύ σε αναρχοκομμουνιστικό φρικιό, μίασμα για κάθε ορθώς σκεπτόμενο άτομο της «εποχής» μας. Σίγουρα, πάντως, «δεν φέρνει ούτε κατά διάνοια σε φιλελεύθερο. Δεν θα γινόταν καλό μέλος επιτροπής. Ούτε θα τα πήγαινε καλά στη Γουόλ Στριτ, όπως δεν τα πήγε καλά με τα γραφεία συναλλάγματος στο ναό της Ιερουσαλήμ». Είναι με τους «ανεπρόκοπους», τους «αποτυχημένους», τα αποβράσματα και τα σκουπίδια της κοινωνίας. Απεχθάνεται τους πλούσιους και δεν συναγελάζεται μαζί τους. 

Γι’ αυτό και «[ο]ποιοδήποτε κήρυγμα του Ευαγγελίου αποτυγχάνει να αποτελέσει σκάνδαλο και ύβρι για το καθεστώς είναι [από τη σκοπιά που διαμόρφωσε ο Ιησούς, με το λόγο, αλλά και το βλέμμα του] άχρηστο». Τελική συναγωγή: «Αν δεν αγαπάς είσαι νεκρός, κι αν αγαπάς θα σε σκοτώσουν»

***

Θεώρησα καλό, μέρα που είναι να μεταφέρω τις παραπάνω σκέψεις. Η συνολική οπτική του Ήγκλετον καταγράφεται με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο στο βιβλίο του Λογική, Πίστη και Επανάσταση (μτφ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκη, 2011), από το οποίο πήρα τα παραθέματα προκειμένου να τσιγκλίσω για την ανάγνωση του, μια και το θεωρώ ένα από τα καλύτερα δοκιμιακά έργα εδώ και χρόνια. Κάποιες δικές μου σχετικές σκέψεις περιλαμβάνονται στα άρθρα Τα Χριστούγεννα και η Αριστερά και Η Αριστερά και το Ευαγγέλιο

Καλά Χριστούγεννα.

Red NoteBook


Προσθήκη: 18 Απριλίου 2014

Ο Χριστός στη Μανωλάδα. 

του Χρήστου Λάσκου


20  Και αυτός σηκώσας τους οφθαλμούς αυτού εις τους μαθητάς αυτού έλεγε∙ Μακάριοι σεις οι πτωχοί, διότι υμετέρα η βασιλεία του Θεού […] 24 Πλην ουαί εις εσάς τους πλουσίους, διότι απηλαύσατε την παρηγορία σας.
-Κατά Λουκάν στ΄, 20-24


Είναι γνωστό πως για τον Ιησού, μια από τις επιδραστικότερες προσωπικότητες στην ανθρώπινη ιστορία, υπάρχουν ελάχιστες αναφορές σε πηγές έξω από αυτές που συνδέονται με τον πιο άμεσο τρόπο με τη χριστιανική ομολογία. Κάτι μισόλογα στο Φλάβιο Ιώσηπο, γραμμένα, μάλιστα, πολλές δεκαετίες μετά από τη Σταύρωση, είναι όλα όσα, νομίζω, διαθέτουμε σχετικά.

Πράγμα που σημαίνει πως τα Ευαγγέλια, εκτός από τα καλά νέα, για όσους αποδέχονται τον θεόπνευστο χαρακτήρα τους, προσφέρουν, κατ’ αποκλειστικότητα, και όλες τις πληροφορίες προκειμένου να προσεγγιστούν, από ιστορική άποψη,  τα ιδρυτικά γεγονότα ενός μαζικού συμβάντος, που έμελλε να προσδιορίσει καίρια τα 2000 χρόνια, που ακολούθησαν.

Μόνο τα Ευαγγέλια, λοιπόν, μιλούν για τον Χριστό. Η δική τους παρουσίαση είναι ό,τι διαθέτουμε. Ο Χριστός είναι ο Χριστός των Ευαγγελίων ή δεν είναι τίποτε.

Και σίγουρα δεν βοηθάει να επιχειρούμε να βγάλουμε συμπεράσματα γι’ αυτόν και τους πρωτοχριστιανούς βάσει των μετέπειτα πρακτικών πολλών «δικών του», περιβόητων σφαγέων, από τον Κωνσταντίνο και τον Θεοδόσιο –«Μεγάλοι» και οι δύο- έως τον Τορκουεμάδα και ων ουκ έστιν αριθμός έκτοτε.

Όπως δεν προσφέρει πολλά η προσπάθεια να ταυτίσουμε τον Ιησού με κάποιο ιστορικό πρόσωπο, για το οποίο έχουμε περισσότερες ανεξάρτητες πληροφορίες. Ο σύγχρονός του επαναστάτης από τα Γάμαλα ή ο Ναζαρηνός «Διδάσκαλος της Δικαιοσύνης» των Εσσαίων, είναι σχεδόν αδύνατο να ταυτοποιηθούν επαρκώς, ώστε η αναφορά να έχει οποιοδήποτε νόημα.

Ό,τι έχουμε είναι ο Χριστός των Ευαγγελίων.

Ο οποίος, μ’ όλο που τα Ευαγγέλια μεταξύ τους παρουσιάζουν διαφορές και μεγάλες, κάποιες φορές, αποκλίσεις,  δεν υπάρχει νομίζω αμφιβολία πως αντιστοιχεί σε μια κατεξοχήν επαναστατική φυσιογνωμία.

Στην παρέμβασή μου (1), στο σπουδαίο Συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που έγινε στην Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 2013, υποστήριξα πως ευαγγελικές διατυπώσεις, όπως αυτή του εισαγωγικού παραθέματος, ή η άλλη που ισχυρίζεται πως ««ευκολότερο είναι να περάσει καραβόσκοινο από το μάτι της βελόνας, παρά να εισέλθει πλούσιος στο Βασίλειο του Θεού» είναι εξίσου ριζοσπαστικές με το επαναστατικό απόφθεγμα πως «δεν αρκεί να είσαι με τους φτωχούς, πρέπει να είσαι και εναντίον των πλουσίων».

Αντιγράφω: «Η βίαιη επίθεση του Ιησού εναντίον των εμπόρων του Ναού, μαζί και η διαχρονική αντιμετώπιση του χρήματος ως μιαρού και του τόκου ως αμαρτίας, τουλάχιστον από τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς, εικονοποιεί με πολύ σαφή τρόπο αυτήν την πρακτική στάση.

Ο Χριστός είναι με τους αναγουήμ αδιάλλακτα, είναι στην πλευρά των ενδεών και των απόκληρων. Εκπροσωπεί την συγκλονιστική υπόσχεση που προσφέρθηκε στους ανυπόληπτους της κοινωνίας και στους μυστικούς αντιαποικιοκράτες μαχητές, με τους οποίους έκανε ο ίδιος παρέα.

Τον Χριστό των Ευαγγελίων, όπως γράφει ο Τέρυ Ήγκλετον (Λογική, Πίστη και Επανάσταση, Πατάκη, 2011), «[θ]α τον γνωρίσεις αληθινά όταν δεις το πεινασμένο πλάσμα να χορταίνει με όλα τα καλά και τους πλούσιους να αποδιώχνονται, μένοντας με άδεια χρόνια»».

Ή, όπως το θέτει ο Γκουστάβο Γκουτιέρες, στη Θεολογία της Απελευθέρωσης, «Αγάπη δεν σημαίνει ότι οι καταπιεστές δεν είναι πια εχθροί, ούτε εξαλείφει τη ριζοσπαστικότητα της πάλης εναντίον τους. Η αγάπη για τους εχθρούς, δεν αμβλύνει τις εντάσεις, αλλά μάλλον προκαλεί το όλο σύστημα και γίνεται ανατρεπτική συνταγή» (2)

* * *

Νομίζω πως το κεντρικό μήνυμα των Ευαγγελίων, εξαιρετικά  επίκαιρο σήμερα Μεγάλη Παρασκευή, είναι πως «η τραυματική αλήθεια της ανθρώπινης ιστορίας είναι ένα βασανισμένο και παραμορφωμένο σώμα», που είναι προορισμένο  να αναστηθεί.

Αν είναι, όμως, έτσι δεν μπορώ παρά να μένω εντελώς άφωνος μπροστά στη παταγώδη αδιαφορία της Εκκλησίας για τα τρομερά παθήματα των σημερινών αναγουήμ, αυτών της Μανωλάδας π.χ. ή των στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών.  Αδιαφορία που κανένα φιλανθρωπικό έργο -το οποίο καθόλου δεν υποτιμώ στις σημερινές μέρες της φοβερής κρίσης- δεν μπορεί να εξαγνίσει, στο μέτρο που του λείπει η αναγκαία για τη χριστιανική πράξη μαχητικότητα.

Πολλοί θεωρούν πως δεν θα έπρεπε να μένω άφωνος. Πως, βάσει της ίδιας της της ιστορίας, αυτό είναι το απολύτως αναμενόμενο. Ακόμη κι αν έχουν δίκιο, ωστόσο, οι τελευταίοι, δεν μπορεί να μην εγκαλείται ο θεσμός, που εμφανίζεται ως ο κατεξοχήν κληρονόμος των «εντολών» του Χριστού, τον οποίο, μάλιστα, αντιλαμβάνεται ως Θεό.

Δεν μπορεί να μην εγκαλείται η Εκκλησία, όταν ανέχεται παθητικά, αν δεν αναγνωρίζει ως ευσεβή τέκνα της, αυτούς μπροστά στους οποίους ο κυρ Παντελής του Τζαβέλα είναι ηθικός αδάμας. Και, νομίζω, με την εμπειρία μου του περσινού Συνεδρίου, πως είναι πλειοψηφικός ο ενεργός κόσμος στους κόλπους της που δεν βολεύεται καθόλου με αυτήν της τη στάση.

Καλό Πάσχα.

Πηγή alterthess

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Θέσεις για την αντικειμενική οντολογία: η αντικειμενοστραφής οντολογία είναι ένας κατά το ήμισυ μεταδομισμός


του Terence Blake


1) Η συγχρονική οντολογία θέτει εκ των προτέρων τα πραγματικά στοιχεία του κόσμου και τη φύση των σχέσεών τους.

2) Η υφαιρετική οντολογία του Αλαίν Μπαντιού και η αφαιρετική οντολογία ("αντικειμενοστραφής οντολογία" ή "OOO") του Γκρέιαμ Χάρμαν συνιστούν παραδείγματα συγχρονικής οντολογίας. 

3) Η αντικειμενική [objectuelle] οντολογία θέτει εκ των προτέρων ότι τα πραγματικά στοιχεία είναι αντικείμενα, και ότι τα αντικείμενα αυτά αποσύρονται από κάθε σχέση.

4) Μια άλλου τύπου οντολογία υπάρχει η οποία δεν αποφασίζει πριν από κάθε δυνατή εμπειρία [expérience empirique] περί του πεδίου του πραγματικού: μια οντολογία διαχρονική και μη-φιλοσοφική.

5) Βρίσκουμε σχεδιάσματα διαχρονικής οντολογίας στα έργα των Ζιλ Ντελέζ, Φρανσουά Λαρουέλ, Μπερνάρ Στιλιέρ και Μπρούνο Λατούρ.

6) Η σύγχρονη φιλοσοφική διακύβευση είναι η επιλογή ανάμεσα σε μια συγχρονική και μια διαχρονική οντολογία. Ανάμεσα στη νοσταλγία της δομής και την επιδίωξη της αποδόμησης. Ανάμεσα στους Μπαντιού/Χάρμαν και στους Ντελέζ/Λαρουέλ/Στιλιέρ/Λατούρ.

7) Η αντικειμενοστραφής οντολογία θέλει να είναι ο διάδοχος της αποδόμησης και του μεταδομισμού, αλλά είναι η παρωδία τους, μια νοσταλγική παλινδρόμηση.

8) Η διακηρυγμένη από την αντικειμενοστραφή οντολογία "επιστροφή στα πράγματα" είναι περισσότερο μια επιστροφή στις υπερβατικές αφαιρέσεις, μια επιστροφή στον πλατωνισμό.

9) Μακριά από το να είναι μια δημοκρατική σκέψη του συγκεκριμένου, η αντικειμενοστραφής οντολογία είναι ένας κενός και ελιτίστικος φορμαλισμός. 

10) Η αντικειμενοστραφής οντολογία είναι κολλημένη ανάμεσα στον δομισμό και τον μεταδομισμό, είναι ένας κατά το ήμισυ μεταδομισμός.

Πηγή agent swarm


Πρόχειρη μετάφραση από τα γαλλικά: Weltschmerz K.

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

A Christmas Carol (1984)



του Keunermann


Η νουβέλα «Μία Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Charles Dickens δημοσιεύθηκε λίγο πριν τις γιορτές του 1843, και έκτοτε αποτέλεσε αντικείμενο αμέτρητων μεταφορών στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, την όπερα και όπου αλλού μπορεί να φανταστεί κανείς.

Ακόμη και η Ντίσνεϋ έβγαλε το 1983 μια ταινία κινουμένων σχεδίων, όπου τους ρόλους καταλαμβάνουν οι αγαπημένοι μας χαρακτήρες - μεταξύ άλλων οι Γκούφυ, Μίκυ και -σωστά μαντέψατε- ο Σκρουτζ στον ρόλο του... Σκρουτζ. Παρεκκλίνοντας από το συνηθισμένο μας πρόγραμμα, λοιπόν, όντας υπό την επήρεια του πνεύματος των ημερών, παρουσιάζουμε σήμερα μια από τις πλέον αγαπητές μεταφορές της ιστορίας, αυτήν του 1984 με πρωταγωνιστή τον George C. Scott (“Dr. Strangelove”), εγγλέζικης παραγωγής, σε σκηνοθεσία του Clive Donner (οι δυο τους συμμετείχαν και σε μια μεταφορά του “Oliver Twist”, δύο χρόνια πριν), η οποία προοριζόταν για την τηλεόραση. Οι άλλες δυο χριστουγεννιάτικες επιλογές μας ήταν η ταινία “The Gathering” του 1977, που είναι όμως δυσκολότερο να βρεθεί, επίσης για την τηλεόραση, και βέβαια το “Love actually” του 2003, που είναι αρκετά πρόσφατη και γνωστή, και επίσης πολύ ρομαντική. Εν τέλει καταλήξαμε στη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», απευθυνόμενοι στους μικρούς και μεγάλους φίλους της στήλης. Πλεονέκτημα της συγκεκριμένης πρότασης συνιστά η έξοχη ερμηνεία του πρωταγωνιστή, για την οποία άλλωστε ήταν υποψήφιος για Emmy, καθώς και το ότι αποτελεί πιστή -στο πνεύμα και το γράμμα- μεταφορά του βιβλίου.

Ποιον μπορεί αλήθεια να ενδιαφέρει η ιστορία ενός αδίστακτου εργοδότη, που απεχθάνεται τη συντροφιά των ανθρώπων, ενός πικρόχολου, σπαγκοραμμένου γερο-τσιφούτη, ο οποίος μεταβάλλεται σε κάποιον που νοιάζεται για τους άλλους; «Αν περνούσε το δικό μου», μας λέει στην αρχή της ταινίας ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, «κάθε ηλίθιος που λέει “καλά Χριστούγεννα!” θα έπρεπε να βράζει στην ίδια του την πουτίγκα και να θαφτεί μ' ένα παλούκι από πουρνάρι στην καρδιά του»! «Σαχλαμάρες!» είναι η αγαπημένη του, περιφρονητική έκφραση προς ό,τι αντιβαίνει στον στυγνό υπολογισμό των κερδών. Το παράδοξο είναι, πως αυτή η στέρηση δυνατοτήτων πλήττει πρωτίστως τον ίδιο, αφού δεν επιτρέπει ούτε στον εαυτό του να ζήσει άνετα. Αποκομμένος από ένα ολόκληρο φάσμα κοινωνικών εμπειριών, δίχως φίλους και με συγγενείς που δεν αγαπάει, ο Σκρουτζ ζει ασκητικά, προκειμένου να περιορίζει τα έξοδα του στα ελάχιστα δυνατά, συσσωρεύοντας πλούτο χωρίς αντίκρισμα. Παρακολουθούμε σταδιακά την πορεία αυτού του ανθρώπου προς την εξιλέωση, καθώς -κυριολεκτικά εν μία νυκτί- μεταλλάσσεται σταδιακά σε κάποιον που τρέφει αισθήματα συμπόνιας, ευθύνης κι ενεργού αλληλεγγύης απέναντι στους απόκληρους και καταφρονεμένους. Όλα αυτά έπειτα από την επίσκεψη τεσσάρων φαντασμάτων: αυτό του πρώην συνεταίρου του, Τζέικομπ Μάρλεϋ, και εκείνα των τριών Χριστουγέννων, του παρελθόντος, του παρόντος και, ασφαλώς, του μέλλοντος.


Πέρα από το ηθικό μήνυμα και την αίσθηση λύτρωσης κι ευτυχούς λύσης του δράματος, ζοφερές εικόνες μένουν, ως παρακαταθήκη της θεμελιώδους αμφισημίας της ανθρώπινης συνθήκης, της οποίας εκφραστής είναι εδώ ο Σκρουτζ. Η σκηνή όπου αποκαλύπτονται τα πρόσωπα δυο σκελετωμένων παιδιών, για παράδειγμα, και το παροντικό φάντασμα του λέει: «Είναι τα τέκνα σου. Είναι τα παιδιά όλων όσων περπατούν αόρατοι στη γη. Τα ονόματά τους είναι Άγνοια και Στέρηση. Να τα φοβάσαι. Επειδή πάνω στο μέτωπό τους είναι γραμμένη η λέξη “όλεθρος”. Δηλώνουν την καταστροφή τη δική σου και όλων όσων αγνοούν την ύπαρξή τους.» Ο πρωταγωνιστής έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν του και το μέλλον που θα μπορούσε να έχει, με το ενεργώς και το δυνητικά εκτυλισσόμενο νήμα της ύπαρξης του ιδίου και των υπολοίπων που επηρεάζει, με τη θλίψη και την απουσία προορισμού, την νοσταλγία για την απολεσθείσα νιότη και τη βαρβαρότητα μιας εποχής μακρινής, σε σχέση με τη δική μας. Και πόθεν έρχεται το καθαρτικό συμβάν; Από το μέλλον, όπως φαίνεται και από την εξέλιξη της ιστορίας. Είναι, λοιπόν, η θέα της άδειας καρέκλας του μικρούλη Τιμ, γιου του φτωχού υπαλλήλου του, η σκέψη ακριβώς ενός παιδιού που το εναποθέτουν στο χώμα -μην κλαις, μανούλα, κάποια μέρα θα βγω από ‘κει-, η οποία πυροδοτεί με τη σειρά της μια αλληλουχία ρήξεων, μετασχηματιστική των υφισταμένων δράσεων και νοοτροπιών του ενεργούντος υποκειμένου. Στο τέλος της νύχτας, ο Σκρουτζ δεν είναι πια ο ίδιος. Εφεξής, ενσαρκώνει το πνεύμα των εορτών μέχρι τέλους, τα Χριστούγεννα γίνονται εκ νέου χορός και τραγούδι, και κάθε μέρα είναι Χριστούγεννα και τα παιδάκια είναι το άλας της γης: αυτή είναι η κατάληξη που τον περιμένει.

Ο Ντίκενς δεν είναι κριτικός της πολιτικής οικονομίας, όπως, κατά την περίοδο συγγραφής της ιστορίας, επιχειρούσαν να είναι κάποιοι άλλοι. Δεν διαθέτει την εννοιολογική σκευή, το αναλυτικό πρίσμα ή την μεθοδολογία για να προσεγγίσει τη δυναμική της παραγωγής βιομηχανικής κλίμακας υπό τη σκέπη της γενικευμένης εμπορευματικής κυκλοφορίας. Με την πένα του παρέχει μαρτυρία, σε αυτό και σε άλλα γνωστά έργα του, για τη φτώχεια και την ανισότητα, την εξαφάνιση πλήθους παλαιών επαγγελμάτων και τη συνακόλουθη εξαθλίωση όσων τα ασκούσαν, για την παιδική εργασία και τις κραυγές των καταπιεσμένων, που φτάνουν ως τον ουρανό. Στη χώρα των πολλών μεγάλων, μεσαίων, μα και μικρών «Σκρουτζ» -όπου ο λόγος των κερδών προς τους μισθούς για τις εταιρίες είναι υπερδιπλάσιος σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, και όπου, ήδη πριν το 2008, μια στις δυο υπερωρίες έμεναν απλήρωτες στον ιδιωτικό τομέα-, δεν μπορεί να προσθέσει κανείς πολλά. Θα μπορούσα να σας πω, μαζί με τον μικρούλη Τιμ: «καλά Χριστούγεννα και ο Θεός να σας έχει καλά!».

Αντ' αυτού, θα πω: «σαχλαμάρες».

Πηγή artcore magazine

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Η πολιτική τρέχει να φτάσει την κοινωνία


του Νίκου Ξυδάκη


Το πολιτικό στερέωμα μετασχηματίζεται με εντυπωσιακά ταχύ ρυθμό, σε σχέση με το παρελθόν. Τα πολιτικά γεγονότα είναι πολλά και πυκνά, δείχνουν ώσμωση μεταξύ χώρων, κινητικότητα προσώπων, κερματισμό και ανασύνθεση. Ολα έχουν τη σημασία τους: η πανηγυρική ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα από την Ευρωπαϊκή Αριστερά σε υποψήφιο πρόεδρο της Κομισιόν, η κίνηση των 58 για αναδιάταξη της κεντροαριστεράς, η μεγάλη πλειοψηφία που έλαβε ο Φώτης Κουβέλης επανεκλεγόμενος πρόεδρος μια διχασμένης ΔΗΜΑΡ.

Η σταδιακή αποσάθρωση του ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας του μνημονίου, άφησε κενό χώρο, δηλαδή αδέσποτους εκλογείς και ορφανά κοινωνικά στρώματα. Αυτό τον πληγωμένο και σαστισμένο μικρομεσαίο κόσμο, την πλειονότητα του εκλογικού σώματος, διεκδικούν ο ΣΥΡΙΖΑ, με όρους μιας νέας ηγεμονίας, αλλά και η ΔΗΜΑΡ, η οποία επανέφερε τον «δημοκρατικό σοσιαλισμό» στη ρητορική της για να διαφοριστεί από την υπό διαμόρφωση Ελιά· και πιο πρόσφατα η Ελιά των 58, με περισσότερα πασοκογενή στοιχεία αυτή, πιο μεταπολιτική και ασαφής ως προς τα κοινωνικά της μηνύματα.

Παρότι όμως οι πολιτικές διεργασίες επιταχύνονται, υστερούν ως προς τις κοινωνικές διεργασίες. Οι πολιτικοί σχηματισμοί κινούνται με εντυπωσιακή βραδύτητα, σε σύγκριση με τις τεκτονικές μετατοπίσεις μέσα στο κοινωνικό σώμα. Δεν καταφέρνουν να στοιχηθούν ευκρινώς με τα νεοπαγή κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα που ανέδειξε η κρίση, κυρίως με την οδυνηρά μετασχηματιζόμενη μεσαία τάξη. Ακόμη και ο παλαιότερος και συμπαγέστερος των προειρηθέντων σχηματισμών, ο ΣΥΡΙΖΑ, αναζητεί ακόμη τον προγραμματικό λόγο που θα καταφέρει να συσπειρώσει την εκλογική κρίσιμη μάζα.

Πέρα από τα εκλογικά ποσοστά: το σημαντικότερο σε αυτή την ιστορική μετάβαση είναι πώς θα εκφραστούν πολιτικά οι ανάγκες και οι προσδοκίες των πληγέντων από την κρίση. Πώς θα συγκροτηθεί μια συνολική επίγνωση: αφενός μια συνείδηση για τα εγχώρια και διεθνή αίτια, αφετέρου, το κρισιμότερο, μια συνείδηση των αναγκαίων δράσεων για να αναταχθεί η χώρα με όρους συνοχής και δικαιοσύνης.

Υπό αυτή την έννοια, οι αλλαγές ρητορικής, ιδεών, συμμαχιών, οι μετατοπίσεις και οι ανασυνθέσεις, προοικονομούν μια βαθύτερη αναδιάταξη της πολιτικής σκηνής, πολύ βαθύτερη από όσο καταγράφηκε στις εκλογές του 2012 και από όσο φαίνεται στις δημοσκοπήσεις. Στο σημείο ζέσεως η πολιτική καλείται να ακολουθήσει την κοινωνία, λαχανιασμένα, σχεδόν πανικόβλητα. Η κοινωνία, με τη σειρά της, είναι πολυδιαιρεμένη, υλικά και βουλητικά· οι γονατισμένοι δεν ελπίζουν τίποτε, είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν το πολιτικό, ακόμη και τις υποσχέσεις στήριξης από την Αριστερά, ακόμη και την αντισυστημική βαναυσότητα της Χρυσής Αυγής. Αλλοι, όχι τόσο απελπισμένοι, θέλουν να εκφραστούν, αλλά ταλαντεύονται άθυμα ανάμεσα σε ριζοσπαστικές, μετριοπαθείς και τυχοδιωκτικές φωνές· κι εδώ όμως ζυγίζει βαριά η δυσπιστία προς την πολιτική, παρότι δεν εγκαταλείπεται το πολιτικό. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, πάνω σε κοινωνικά ερείπια, η πολιτική δεν μπορεί να επιβληθεί εκ των άνω, με παραδοσιακούς τρόπους επιρροής ή χειραγώγησης.

Πηγή βλέμμα

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Derek Wall: Οικονοµίες των κοινών: εναλλακτική απέναντι στις αγορές και τις κρατικοποιήσεις


http://oikotrives.wordpress.com

Ο Derek Wall είναι πρώην κύριος οµιλητής του Κόµµατος των Πρασίνων της Αγγλίας και της Ουαλίας. Είναι ιδρυτικό µέλος της Πράσινης Αριστεράς και της Οικοσοσιαλιστικής Διεθνούς.
Στα βιβλία του συµπεριλαµβάνεται και το “No Nosense Guide to Green Politics”.
Πηγή: Πηγή: http://stirtoaction.com/commons-alternatives-to-market-and-state/

Ο καπιταλισµός έχει αποτύχει. Αφήνοντας τη φροντίδα της κοινωνίας στις αγορές οδηγηθήκαµε σε τεράστιες ανισότητες, κλιµατικό χάος και οικονοµική κρίση. Πρόκειται για ένα νεκροζώντανο σύστηµα, το δόγµα είναι νεκρό αλλά το κτήνος ακόµα περπατά ανάµεσα µας. Μου θυµίζει τα καρτούν όπου ο Μπαγκς Μπάνι τρέχει πέρα από το χείλος του γκρεµού χωρίς να το αντιληφθεί και συνεχίζει να βαδίζει στον αέρα ώσπου συνειδητοποιεί την πραγµατικότητα και αρχίζει η πτώση.

Ωστόσο όσο ο καπιταλισµός βρίσκεται σε κρίση, οι εναλλακτικές δεν είναι προφανείς σε όλους. Το δίληµµα ως τώρα ήταν αγορά εναντίον κράτους. Όσο περισσότερη αγορά τόσο λιγότερο κράτος και αντίστροφα. Η κρατική παροχή αγαθών και υπηρεσιών φαίνεται εγγενώς προβληµατική. Ο κεντρικός σχεδιασµός µειώνει τις επιλογές, αποτυγχάνει να προωθήσει τη δηµιουργικότητα και µπορεί να αποδειχθεί τροµερά αναποτελεσµατικός. Όταν οι αγορές αποτυγχάνουν, οι νεοφιλελεύθεροι υπενθυµίζουν τις αποτυχίες της σοβιετικού τύπου οικονοµίας για να δικαιολογήσουν τη συνέχιση του συστήµατος προσφοράς και ζήτησης.

Στο δίληµµα αυτό υπάρχουν αρκετές ενστάσεις. Σύµφωνα µε τον Friedrich Hayek, οι σχεδιαστές δεν έχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για αποτελεσµατικό σχεδιασµό. Ωστόσο και οι αγορές εκπέµπουν αντιφατικά µηνύµατα και διαδίδουν λανθασµένες πληροφορίες. Σκεφτείτε τον τρόπο µε τον οποίο η απελευθέρωση των αγορών οδήγησε σε εµπορευµατοποίηση υπηρεσιών όπως η εκπαίδευση και η στέγαση. Οι αγορές οδηγούν στην κερδοσκοπία και η κερδοσκοπία στην καταστροφή. Ο κεντρικός σχεδιασµός είναι προβληµατικός και ελλιπής αλλά η απελευθέρωση των αγορών σταδιακά µολύνει µια οικονοµία µε χάος.

Ο κεντρικός σχεδιασµός µπορεί να είναι δηµοκρατικός µε µέτρα όπως ο συµµετοχικός προϋπολογισµός. Η εθνική υπηρεσία υγείας είναι ένα εξαιρετικό παράδειγµα κρατικά σχεδιασµένης οικονοµικής δραστηριότητας που δουλεύει παρόλο που για να δουλέψει καλύτερα πρέπει να αντιµετωπιστούν οι φαρµακευτικές εταιρίες που πράγουν τόσο ακριβά φάρµακα και οι εταιρίες που ξοδεύουν εκατοµµύρια για να διαφηµίζουν junk food.

Όµως αναπτύσσεται ταχύτατα και η εναλλακτική µιας οικονοµίας βασισµένης στα κοινά αγαθά (commons). Οµότιµη παραγωγή, κοινωνική κατανοµή (social share), συνεργατική κατανάλωση, οικονοµική δηµοκρατία είναι όροι που καλύπτουν την οικονοµική δραστηριότητα που πάει πέρα από την αγορά και το κράτος, βασισµένη στη συνεργασία και την αξιοποίηση της ανθρώπινης δηµιουργικότητας.

Η οικονοµία της κατανοµής (economics of sharing) είναι αναγκαία για να αντιµετωπίσουµε την κλιµατική αλλαγή και άλλα περιβαλλοντικά δεινά. Αν µπορούµε να µοιραστούµε αγαθά, µπορούµε να µειώσουµε την επίδρασή µας στο περιβάλλον ενώ αποκτάµε πρόσβαση σε πράγµατα που χρειαζόµαστε. Το car pooling µπορεί να είναι ένα καλό παράδειγµα και υπάρχει χώρος για παροχή από το κράτος κοινών πόρων – ένα παράδειγµα είναι οι ποιοτικές δηµόσιες συγκοινωνίες. Μια εφαρµογή αποτελεί ο δανεισµός δηµοτικών ποδηλάτων στην πόλη του Λονδίνου.

H οικονοµία των κοινών αγαθών µας πάει πέρα από την εµπορευµατοποίηση. Τα αγαθά παράγονται επειδή είναι χρήσιµα και/ή ωραία και όχι απλά για να παράγουν χρήµα. Η ελεύθερη οικονοµία µπορεί να εξελιχθεί, ο καπιταλισµός δηµιουργεί τεχνητές ελλείψεις, κρατώντας µας επισφαλείς για να µας κάνει να δουλεύουµε και να καταναλώνουµε.

Οι οικονοµίες των κοινών βασίζονται στην αρχή της επικαρπίας. Σύµφωνα µε αυτό το πλαίσιο, µπορούµε να χρησιµοποιήσουµε κάτι για όσο διάστηµα θέλουµε αρκεί να το αφήσουµε σε καλή ή βελτιωµένη κατάσταση για τους υπόλοιπους χρήστες. Είναι για µένα η βασική αρχή για µια αποτελεσµατική πράσινη και σοσιαλιστική πολιτική. Πράγµατι, ο Μαρξ παρατήρησε στον 3ο τόµο του “Κεφαλαίου”: «Ακόµη και µια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος ή όλες ταυτόχρονα οι υπάρχουσες κοινωνίες στο σύνολό τους, δεν είναι οι ιδιοκτήτες της γης. Είναι απλά οι κάτοχοί της, οι δικαιούχοι της, και πρέπει να την κληροδοτήσουν σε µια βελτιωµένη κατάσταση στις επόµενες γενιές, όπως “τα καλά κεφάλια του νοικοκυριού”.»

Δεν νοµίζω ότι ουτοπίες ή σχεδιαγράµµατα είναι χρήσιµα και δεν πρέπει να απαντάµε σε κάθε ερώτηση σχετικά µε τα πρακτικά ζητήµατα. Πρέπει να αναγνωρίσουµε ότι ο καπιταλισµός έχει αποτύχει και να αγωνιστούµε πρακτικά και πνευµατικά για µια εναλλακτική πρόταση. Δεν είναι θέµα επιβολής µιας κοινωνικής ανταλλακτικής οικονοµίας, αλλά καταπολέµησης της εµπορευµατοποίησης. Ο εταιρικός κόσµος είναι πρόθυµος να περιφράξει τα κοινά στον κυβερνοχώρο, η αντίσταση στη νοµοθεσία, όπως το ACTA και το SOPA είναι απαραίτητη. Η µάχη για να επανανοµιµοποίηση των καταλήψεων είναι ένα άλλο παράδειγµα. Η στέγαση στο Ηνωµένο Βασίλειο είναι αισχρά εµπορευµατοποιηµένη, στις ΗΠΑ υπάρχουν περισσότερες κενές κατοικίες από τους άστεγους. To να αφήνεις κτίρια άδεια όπως κάνουν οι όµιλοι επενδύσεων θα έπρεπε να είναι ένα έγκληµα, οι άστεγοι άνθρωποι που εκφράζουν τη δηµιουργικότητα µέσω της χρήσης του χώρου θα πρέπει να ενθαρρύνονται.

Για µένα η κρίσιµη στιγµή της ταξικής πάλης είναι ο αγώνας για τα δικαιώµατα ιδιοκτησίας. Όσοι θέλουν µια οικονοµία που λειτουργεί θα πρέπει να επικεντρωθούν στα δικαιώµατα ιδιοκτησίας. Η κατάρρευση των τραπεζών έχει οδηγήσει στο χρέος και αυτό µε τη σειρά του στη λιτότητα. Η ηµερήσια διάταξη είναι να χρησιµοποιήσει το χρέος ώστε να ιδιωτικοποιήσει περαιτέρω την οικονοµία, έτσι ώστε η εκπαίδευση, η υγειονοµική περίθαλψη, η παροχή νερού να ανήκουν σε µακρινούς ιδιοκτήτες και να αξιοποιούνται για την δηµιουργία κέρδους. Μια οικονοµία των κοινών που περνάει αυτούς αλλά και άλλους πόρους στα χέρια των κατοίκων της περιοχής µε στόχο να τους διαχειριστούν όχι για τη βραχυπρόθεσµη απληστία τους µε βάση και τις ιδιοτροπίες των αγορών οµολόγων, αλλά για τις µακροχρόνιες ανάγκες τους Η πολιτική είναι απαραίτητη για τα δικαιώµατα ιδιοκτησίας και οι συχνά αόρατες µάχες πρέπει να γίνουν ορατές και να τις κερδίσουµε.

Υπάρχει µια πνευµατική εργασία , ίσως ονοµαστεί κοµµουνισµός, ή δηµοκρατική συµµετοχή της κοινωνίας µέσω των κοινοτήτων, για να αποδειχθεί ότι η δηµοκρατία των κοινών λειτουργεί. Οι δύο εξέχουσες φυσιογνωµίες εδώ είναι ο Μαρξ και η Elinor Ostrom. Από πολλές απόψεις είναι διαµετρικά αντίθετοι. Η αείµνηστη Elinor Ostrom κέρδισε ένα βραβείο Νόµπελ για το έργο της που δείχνει πως η κοινή ιδιοκτησία µέσω συνεταιρισµών ήταν ένας αποτελεσµατικός τρόπος για τη διαχείριση των φυσικών πόρων. Προέρχεται από φιλελεύθερο υπόβαθρο και το έργο της είναι σχετικό µε τα µικροοικονοµικά. Η δουλειά της βασίζεται σε λεπτοµερείς µελέτες που δείχνουν πώς µια οικονοµία που βασίζεται στη συνεργασία µπορεί να δηµιουργηθεί. Θα πρότεινα τα βιβλία της “Governing the Commons” και το τελευταίο της βιβλίο που δουλέυει µαζί µε τους Amy Potteete και Marco Janssen “Working Together”.

Ο Μαρξ ήταν –λοιπόν- απλά ο Μαρξ! Σε ένα από τα πρώτα έργα του ασχολήθηκε µε την κατάργηση των δικαιωµάτων στα κοινά των γερµανών αγροτών – έγινε παράνοµο για αυτούς να µαζεύουν πεσµένα ξύλα από τα δάση. Στο κεφάλαιο 27 του πρώτου τόµου του “Κεφαλαίου” έδειξε πως τα αγγλικά κοινά κλάπηκαν και περιφράχθηκαν από τις ελίτ. Τα εθνογραφικά σηµειωµατάριά του, όπου ασχολήθηκε µε τα κοινά των αυτοχθόνων, ήταν εκπληκτικά. Για τον Μαρξ η ορθολογική δηµιουργική κοινωνία είναι αυτό-ιδιόκτητη και βασίζεται στο δηµοκρατικό έλεγχο, όπως στην αναπαραγωγή των κοινών. Η εργατική τάξη µπορεί µέσα από την επαναστατική δράση να ξεπεράσει τον καπιταλισµό και να δηµιουργήσει µια κοµµουνιστική κοινωνία. Ο Μαρξ κινείται γύρω από τα κοινά και όχι τη γραφειοκρατία που εγκαθιδρύεται από τα πάνω.

Τόσο ο Μαρξ όσο και η Ostrom ήταν πραγµατικοί πολιτικοί οικολόγοι, πρόθυµοι να δείξουν πώς το λάθος είδος των ανθρώπινων θεσµών και πρακτικών κατέστρεψαν το περιβάλλον. Το έργο της Ostrom είναι προσεκτικό, πλουραλιστικό και απορρίπτει τις συνταγές, και παρ’ότι αναδεικνύει τη σηµασία της οικονοµίας των κοινών, δεν απορρίπτει την αγορά σε άλλες µορφές κρατικής δράσης. Ωστόσο, το έργο της έχει διερευνήσει τα µικρο-θεµέλια µιας µη νοµισµατικής οικονοµίας, κάτι που οι περισσότεροι οικονοµολόγοι θα θεωρήσουν αδιανόητο! Παρ’ ότι απέχει από τις εύκολες αναγνώσεις, το έργο της «Working Together», έχει εκπληκτικές επιπτώσεις. Πέρασε δεκαετίες οικοδοµώντας έναν περισσότερο διαφοροποιηµένο και δηµιουργικό τρόπο σκέψης σχετικά µε την ανθρώπινη οικονοµική συµπεριφορά, µε πραγµατικά καινοτόµο τρόπο.

Ο αγώνας πρακτικά και πνευµατικά πρέπει να αφορά την ανάσχεση της εµπορευµατοποίησης και την επαναθεµελίωση µίας ανταλλακτικής οικονοµίας. Οι οικονοµίες των κοινών δεν καταργούν αυτόµατα την αδικία ούτε εγγυώνται τη βιωσιµότητα, αλλά από την άλλη δε µπορούµε να µείνουµε δεµένοι στο άρµα των αγορών. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, το έργο των οικοσοσιαλιστών, τα πειράµατα εργατικού ελέγχου και των οικονοµιών αλληλεγγύης στη Λατινική Αµερική ή χίλιες άλλες εναλλακτικές λύσεις συγκροτούν αντιπαραδείγµατα ενάντια σε ένα κόσµο αγοραπωλησιών.

µετάφραση-επιµέλεια: 
Πέτρος Μαρκόπουλος,
Παναγιώτης Δήµας

Πηγή ecoleft

Δικό μας σχόλιο: έλεος με την αναφορά στο καρτούν!

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Σκέψεις για μια αριστερή επανίδρυση της Ευρώπης: Ευρώπη, δημοκρατία, κοινωνικός πειραματισμός


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Μετά  το 2008 παρατηρούμε μια εντυπωσιακή έλλειψη νέων ιδεών από τη μεριά των συστημικών δυνάμεων. Στο πολιτικό επίπεδο ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί να προχωρά ακάθεκτος, να μην έχει υποστεί σημαντικές πολιτικές ήττες, αλλά συγχρόνως δεν φαίνεται να λύνει κανένα από τα προβλήματα που ανέδειξε η μεγάλη κρίση: ούτε οι κοινωνικές ανισότητες, ούτε το αχαλίνωτο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ούτε οι μακροοικονομικές ανισορροπίες διορθώνονται έστω και μερικώς. Ακούγονται κριτικές φωνές που ανησυχούν για το μέλλον του συστήματος. Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Πωλ Κρούγκμαν έχουν ασκήσει δριμεία κριτική στην ασκούμενη μακροοικονομική πολιτική, που έχει οδηγήσει τόσες χώρες στην παγίδα χρέους και στη συνέχιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Ο Ραγκουράμ Ραγιάν και ο Βόλφγκανγκ Στρικ έχουν αναδείξει το αδιέξοδο των πολιτικών προτεραιοτήτων των ελίτ που δεν αναγνωρίζουν κανένα κοινωνικό συμβόλαιο, για παράδειγμα προς τους συνταξιούχους και τους νέους, λες και τα μόνα συμβόλαια που πρέπει να τηρηθούν ως ιερή υποχρέωση είναι τα συμβόλαια προς τους πιστωτές και τις χρηματαγορές.

Είναι σημαντικό ότι όλο και πιο πολλές «κεντρώες» φωνές αμφισβητούν ότι ο καπιταλισμός μπορεί να νομιμοποιηθεί σε αυτή τη βάση. Και αυτή η αμφισβήτηση, τον τελευταίο καιρό, έχει αναπτύξει και μια εσωτερική δυναμική. Μπορεί ορισμένοι οικονομολόγοι, όπως ο Κρούγκμαν και ο Στίγκλιτς να ξεκίνησαν με μια τεχνοκρατική κριτική, ως κεϋνσιανοί, όσον αφορά την ασκούμενη οικονομική πολιτική, αλλά όλο και περισσότερο ασκούν πολιτική κριτική στις ελίτ. Φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι μια αλλαγή θα βασιστεί σε κοινωνικές διεργασίες που θα αμφισβητήσουν την ισχύ αυτών των ελίτ.

Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι αυτές οι ανησυχίες έχουν και θεσμικό αντίκτυπο. Έτσι, δεν είναι πια περιθωριακές οι προτάσεις για μια διαφορετική οικονομική και χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική για την ευρωζώνη. Δεν είναι μόνο η Αριστερά που μιλάει για μια Ευρώπη η οποία  θα βασίζεται σε ένα μεγαλύτερο κεντρικό προϋπολογισμό, στις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, στην κοινοτικοποίηση του χρέους,  μια πιο συντονισμένη και επεκτατική μακροοικονομική πολιτική, μια πολύ διαφορετική κεντρική τράπεζα κλπ. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους τομείς όπου χρειάζεται περισσότερη υπερεθνική ρύθμιση: τις χρηματαγορές, την πάταξη της φοροδιαφυγής (off-shore, φορολογικοί παράδεισοι κλπ.), την προστασία του περιβάλλοντος.

Η Αριστερά έχει μεγάλη συμβολή σε αυτή τη συζήτηση. Υπάρχουν, βεβαίως, αποχρώσεις και διαφωνίες, τόσο για τις λεπτομέρειες των θεσμικών προτάσεων όσο και για το πόσο ρεαλιστικό είναι να πιστεύει κανείς στη δυνατότητα ενός διαφορετικού συσχετισμού που θα επιβάλει μια νέα αρχιτεκτονική. Αλλά οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων αριστερών δυνάμεων για μια άλλη αρχιτεκτονική δεν βρίσκονται στον αέρα. Έτσι, ξέρουμε ποιο θεσμικό πλαίσιο χρειαζόμαστε προκειμένου να στηριχθούν οι προτάσεις μας, στο εθνικό επίπεδο, για μια διαφορετική πολιτική με στόχο να αντιμετωπίσουμε την ύφεση, την ανεργία και την ανθρωπιστική κρίση.


Τι γίνεται όμως σε σχέση με τον άλλο πυλώνα της πολιτικής μας, την παραγωγική ανασυγκρότηση; Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μιλάει για μια ουδέτερη ανάπτυξη. Μιλάει για μια διαφορετική ανάπτυξη, που θα αμφισβητήσει τα παραγωγικά και τα καταναλωτικά πρότυπα της εποχής του νεοφιλελευθερισμού. Επιπλέον, μιλάει για μια πλουραλιστική γκάμα θεσμικών και παραγωγικών λύσεων — από τράπεζες ειδικού σκοπού μέχρι δίκτυα παραγωγής και από συνεταιριστικά και αυτοδιαχειριζόμενα πειράματα μέχρι την κοινωνική οικονομία. Είναι αυτά συμβατά με τους κανόνες και τις ρυθμίσεις της Ε.Ε.; Ουσιαστικά, μιλάμε για την επανίδρυση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ποιο θεσμικό πλαίσιο, σε αντιστοιχία με αυτό που αναφέραμε παραπάνω σε σχέση με τη μακροοικονομία, μπορούμε να επεξεργαστούμε και να προτείνουμε; Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Δεν έχουμε ασχοληθεί πολύ με το θέμα, με αποτέλεσμα να έχουμε λιγότερες ιδέες και θεσμικές προτάσεις. Συγχρόνως σε αυτό τον τομέα είναι πιο δύσκολο να δημιουργήσουμε γέφυρες με άλλα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα εκτός Αριστεράς.[i] Καταθέτω λοιπόν, στη συνέχεια, κάποιες πρώτες σκέψεις.

Όπως και στους άλλους τομείς, πρέπει να αρχίσουμε με τις αποτυχίες του νεοφιλελευθερισμού. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η φιλελευθεροποίηση των χρηματαγορών δεν οδήγησε μόνο σε φούσκες και κρίση: διέψευσε την προσδοκία ότι οι χρηματοδοτικοί πόροι θα κατευθύνονταν εκεί που θα ήταν πιο χρήσιμοι. Από την άλλη, η φιλελευθεροποίηση στο εμπόριο ενέτεινε σημαντικά  την ισχύ του κεφαλαίου, αποδυνάμωσε τον κόσμο της εργασίας και, βεβαίως, περιθωριοποίησε πολλές περιφέρειες και χώρες. Και οι δύο τάσεις οδήγησαν σε μια απονομιμοποίηση της όλης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης. Η πορεία εμβάθυνσης της δημοκρατίας και των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ανατράπηκε και για χρόνια άνθησε το κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Σε πολλά τμήματα αυτού του κινήματος υπήρχε η ανησυχία να μην χαθούν τα καλά της παγκοσμιοποίησης με τα μπουγαδόνερα των ανισοτήτων και της έλλειψης δημοκρατίας.

Τι θα θέλαμε από ένα διαφορετικό πλαίσιο, είτε παγκοσμίως είτε για την Ε.Ε.;

1. Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι, όσον αφορά την παραγωγή, δεν μας ενδιαφέρει μόνο η τελική τιμή του προϊόντος. Η παραγωγή υποστηρίζει τις κοινότητές μας, τις θέσεις εργασίας και την τοπική, συχνά άρρητη, γνώση. Η τιμή και οι εξαγωγές πάντα θα έχουν τη σημασία τους. Αλλά ο ιδιωτικός τομέας δεν βάζει καθόλου τους άλλους παράγοντες στην εξίσωση. Επιπλέον, ο καπιταλισμός, λόγω οικονομιών κλίμακας και άλλων συνεργιών, έχει μια εγγενή τάση προς τις περιφερειακές ανισότητες. Οι χαμένοι της υπόθεσης δεν μπορούν να βασιστούν μόνο στις εκ των υστέρων αποζημιώσεις μέσω δημοσιονομικών μεταβιβάσεων. Χρειάζονται περιφερειακές πολιτικές ανάπτυξης, που να αντισταθμίζουν εκ των προτέρων τα πλεονεκτήματα των πιο επιτυχημένων περιοχών.

2. Μια δεύτερη διαπίστωση είναι ότι η εποχή του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε σε ένα σοβαρότατο έλλειμμα στη «βιοποικιλότητα» των παραγωγικών λύσεων. Η εμπορευματοποίηση των δημοσίων αγαθών κοινής ωφέλειας μπορεί να αποτελεί το ακραίο παράδειγμα, με καταστροφικές επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων σε πολλές περιοχές, αλλά το ίδιο ισχύει και στον σκληρό πυρήνα της παραγωγικής διαδικασίας, όπου κυριαρχεί η μονοκαλλιέργεια του κέρδους και της επιχειρηματικότητας. Χρειαζόμαστε προστασία για παραγωγικά και κοινωνικά πειράματα (συνεταιρισμοί, αυτοδιαχειριζόμενες μονάδες, κοινωνική οικονομία κλπ.), που δεν μπορούν να ανθίσουν σε έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, αλλά μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των πολιτών, με ένα διαφορετικό πλαίσιο.

3. Η τελευταία διαπίστωση έχει να κάνει με τη δημοκρατία. Οι πολίτες θέλουν να έχουν λόγο στις διαδικασίες που επηρεάζουν τη ζωή τους. Αντιθέτως, η έλλειψη δημοκρατίας, η αίσθηση της απώλειας ελέγχου και σταθερότητας, τροφοδοτούν τόσο τον εθνικισμό όσο και τον κακώς εννοούμενο προστατευτισμό. Γιατί ο προστατευτισμός, πολλές φορές, ευνοεί κάποιους παραγωγούς σε βάρος άλλων τμημάτων της κοινωνίας. Μόνο η δημόσια διαβούλευση, η δημοκρατία δηλαδή, μπορεί να εγγυηθεί ότι η όποια προστασία των κοινωνικών πειραμάτων γίνεται με βάση την κοινωνική δικαιοσύνη.

Στο επίπεδο της Ε.Ε. χρειαζόμαστε μορφές προστασίας που ευνοούν τοπικά και περιφερειακά σχέδια ανάπτυξης και κοινωνικού πειραματισμού. Μια ιδέα είναι η γενίκευση των ρητρών εξαίρεσης. Αυτές ήδη υπάρχουν, για παράδειγμα σε σχέση με τους περιορισμούς στις δημόσιες προμήθειες: γενικά απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν οι κρατικές προμήθειες ως εργαλείο υποστήριξης τοπικών παραγωγών, αλλά μια περιφέρεια μπορεί να επικαλεστεί την ανάγκη να βελτιώσει το ανθρώπινο κεφάλαιο εντός της περιφέρειας ή ακόμα για να αντιμετωπίσει ένα ιδιαίτερο υψηλό επίπεδο ανεργίας. Άλλες περιφέρειες κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, άλλες όχι. Δεν  βλέπω όμως  τον λόγο να μην προτείνει η Αριστερά μια γενίκευση αυτής της αρχής. Έπειτα από δημοκρατική διαβούλευση (για να εκπροσωπηθούν τα διάφορα συμφέροντα), οι χώρες θα μπορούσαν να ζητήσουν και άλλες εξαιρέσεις, για παράδειγμα σε σχέση με τις κρατικές ενισχύσεις, για να υποστηρίξουν κοινωνικά πειράματα που έχουν σκοπό την παραγωγική ανασυγκρότηση μιας περιοχής ή την αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Δεν υποτιμώ τα προγράμματα ανάπτυξης στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Αλλά η μονομέρεια αυτής της στρατηγικής έχει αποτύχει, και όχι μόνο λόγω έλλειψης κονδυλίων. Χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω. Αυτό το παραπάνω δεν αποτελεί επιστροφή στον προστατευτισμό· ίσα ίσα, μια παγκοσμιοποίηση και ενοποίηση, που δεν προστατεύει τη δημοκρατία και δεν αντιμετωπίζει τις ανάγκες των πολλών τροφοδοτεί και τον εθνικισμό και τον προστατευτισμό. Τα παραδείγματα σε όλη την Ε.Ε. πολλαπλασιάζονται τον τελευταίο καιρό ανησυχητικά. Ξεκινάμε από μια αρχή: θέλουμε εξαγωγές και άλλους υπερεθνικούς δεσμούς για να υποστηριχθούν οι ανάγκες του κόσμου της εργασίας και οι κοινότητες στις οποίες ζουν. Αν πιστεύει κανείς ότι θέλουμε κοινότητες, περιοχές και ολόκληρες χώρες να εξυπηρετούν τις εξαγωγές, τότε βλέπει τον κόσμο ανάποδα.

[i] Εξαίρεση, εδώ, αποτελεί ο Ντάνι Ρόντρικ. Οι σκέψεις αυτού του άρθρου είναι επηρεασμένες, σε μεγάλο βαθμό, από το βιβλίο του Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης (εκδ. Κριτική).

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

O "Πύργος" των Αθηνών




Στο πιο "καφκικό" έργο, μετά τη "Δίκη", στον "Πύργο", o κεντρικός ήρωας  Κ. είναι χωρομέτρης.

Ο Κ. λαμβάνει μια αμφισβητούμενη εντολή εργασίας από την διοίκηση, αλλά όταν φτάνει στο χωριό, όπου θα επιμετρήσει, ο κοινοτάρχης του ανακοινώνει ότι δεν υπάρχει κανένα αντικείμενο εργασίας: το χωριό είναι πλήρως χαρτογραφημένο. Ο "Πύργος" του δίνει δύο βοηθούς για να τον επικουρήσουν στη σημαντική εργασία του. Ο Κ. μάταια αναζητά τους υπεύθυνους οι οποίοι θα του επιβεβαιώσουν την ανάθεση, όμως, παραδόξως, παίρνει το μήνυμα ότι η διοίκηση είναι πολύ ευχαριστημένη από την εργασία του ως χωρομέτρη, και τον καλούν να συνεχίσει! Ο Κ. δεν κάνει τίποτα, είναι χαμένος λόγω της ασάφειας  και οι εντολοδότες του τον επικροτούν για κάτι που υποτίθεται ότι κάνει. Το βλέμμα του Κ. μάλλον θα αντιστοιχεί με το τρομώδες απορημένο ύφος του Ηλιόπουλου στον Δράκο.

Στον Πύργο, η περιγραφή του χώρου είναι ιδιαίτερα ασθενής.

Ενώ οι προσωπικοί διάλογοι είναι πυκνοί, οι λεπτομέρειες του χώρου είναι υπαινικτικές. Ο Πύργος δεν είναι κτίριο, αλλά μάλλον ένας συνοικισμός γραφείων, ενώ ο Κ. ζει στον μυθιστορηματικό χρόνο περιφερόμενος σε ένα ασαφή χώρο, που περιλαμβάνει το παρακείμενο  χωριό, δύο πανδοχεία, ένα σχολείο και μια γέφυρα. Ο επαγγελματίας χωρομέτρης δεν ζει το χώρο του, περιφέρεται σε αυτόν εμπλεκόμενος σε προβληματικές σχέσεις που σταδιακά  καταρρέουν. Ο Κ. φαίνεται να έχει ξεχάσει το επάγγελμα του χωρομέτρη. Δεν ορίζει αποστάσεις, προσανατολισμούς, λες και δεν έχει καν την αίσθηση του χώρου. Ο Πύργος είναι σε μια απροσδιόριστη απόσταση από το χωριό, ενώ ενίοτε απομακρύνεται συνεχώς. Οι βοηθοί του είναι άσχετοι με τους χώρους, τα μέτρα, τις τεχνικές, απλώς παρασιτούν δίπλα του.

Η τραγική φιγούρα του Κ. αναζητά συνεχώς μια ξεκάθαρη ανάθεση εργασίας, ενώ σταδιακά μονιμοποιείται, σχεδόν βυθίζεται στον οικιστικό ιστό πέριξ του Πύργου. Ο ίδιος αποκλείει  την επιστροφή στην άγνωστη κοιτίδα του.

Στον "Πύργο" η ιδιότητα του χωρομέτρη είναι σε μια διαρκή αναστολή, αλλά ταυτόχρονα το κατακερματισμένο, δομημένο ή αγροτικό έδαφος είναι σε μια ιδιαίτερη μορφή. Υπάρχουν δυο τρία σταθερά σημεία, αλλά οι αποστάσεις μεταξύ τους είναι ασαφείς, μεταβάλλονται. Σε αυτή τη συνθήκη ο Κ. ζει την εναγώνια ματαίωση του, η οποία προκύπτει από την εξάρτησή του από μια πολυσχιδή και ασαφή εξουσία. Είναι ο τοπογράφος χωρίς τα τεχνικά όργανα του σε ένα ρευστό τόπο, που ίσως δεν είναι μετρήσιμος με τις κλασσικές τεχνικές.

Ένας τοπογράφος, δύο βοηθοί, ένας τόπος με λίγα σταθερά σημεία ορόσημα,  χωρίς να γίνεται χωρομέτρηση, χωρίς να υπάρχει σαφής ανάγκη χωρομέτρησης: αυτή είναι η πρωταρχική συνθήκη  του "Πύργου".

Εντός αυτού  του ελλειμματικού, σχεδόν  ρευστού  τόπου επιβάλλεται η πολυσχιδής αόρατη εξουσία του Κόμη και του διοικητή Κλαμ. Στον "Πύργο" η εξουσία είναι αντίστοιχη του χώρου. Ασαφής αόρατη εξουσία επιβάλλεται σε ανθρώπους που ζουν σε ένα αόριστο, σχεδόν κινούμενο χώρο.

Στην Αθήνα, ο πολιτικός τόπος μοιάζει με τους χώρους του "Πύργου". Υπάρχουν μερικά σημεία αναφοράς: Σύνταγμα, Πολυτεχνείο, Αμερικανική Πρεσβεία, Ομόνοια κλπ, αλλά οι χιλιομετρικές αποστάσεις είναι σχεδόν άγνωστες στους πολλούς. Ακόμη και οι χρόνοι μετακίνησης ποικίλουν, πχ μπορείς να πας από το Πολυτεχνείο στο Σύνταγμα σε πέντε ή πενήντα ή εκατόν πενήντα λεπτά, αν πας με ταξί ή σε μικρή ή μεγάλη διαδήλωση. Σε αυτόν το χώρο κινούνται καθημερινά χιλιάδες Κ. με αμφισβητούμενες αναθέσεις. Κινούνται μόνοι τους ή με τους βοηθούς τους.

Πολύ συχνά, όμως, οι Κ. σχηματίζουν ομάδες και εκφωνούν κοινά συνθήματα κατά του "Πύργου". Κάποιοι από αυτούς νομίζουν πως αν κάψουν μερικά από τα γραφεία του "Πύργου", κάτι θα αλλάξει. Οι πιο πολλοί πιστεύουν πως όσο πιο πολλοί Κ. συναθροίζονται, τόσο πιο εύκολα ο Πύργος θα τους ακούσει. Πολλοί πιστεύουν πως, αν αλλάξουν ο Κόμης και ο Κλαμ, τότε οι Κ. θα έχουν καθαρές αναθέσεις.

Ο "Πύργος" είναι κλασσικό μυθιστόρημα  για τη ματαίωση του ανθρώπου ενώπιον της ρευστής, ριζωματικής εξουσίας. Κι όμως, είναι ημιτελές έργο. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο Κάφκα, σκεφτόταν τον ήρωα του να πεθαίνει εξαντλημένος από την άγονη επιβεβαίωση της ανάθεσης. Ο Κάφκα ιχνογραφεί δίπλα στον Κ. είτε ανώνυμους χωρικούς, είτε επώνυμους αλλά αόρατους υπαλλήλους της διοίκησης, είτε πρόσωπα που παλινωδούν ή συμβιβάζονται με τον "Πύργο". Η φυσική ροή της υπόθεσης μάλλον οδηγεί προς το θάνατο.

Οι συναθροίσεις των Κ. τού "Πύργου" των Αθηνών έχουν μια μοναδική αξία. Ανεξάρτητα αν οι προσδοκίες τους ευοδώνονται τελικά, αντιστέκονται στη φυσική ροή της υπόθεσης τους: του ημιτελούς μυθιστορήματος που διεξάγεται στον δικό τους, πλαστικό τόπο, όπου ο θάνατος είναι η πιο πιθανή εκδοχή.



Και το σχόλιο μου: Κατ' αρχάς σύντροφε να εκφράσω τη χαρά μου για την ενασχόληση με το αγαπημένο -από κοινού με την... Δίκη- λογοτεχνικό έργο, και έπειτα ας μου επιτραπεί να παραθέσω κάποιες συμπληρωματικές και άσχετες με την "ουσία" του κειμένου παρατηρήσεις:

α) νομίζω ο Κ. είχε εκμυστηρευτεί στον Μαξ Μπροντ ότι ο Κάφκα [!] θα πέθαινε μαθαίνοντας στο νεκροκρέββατό του πως του επιτρέπεται να εισέλθει στην επικράτεια του Πύργου. Κάτι τέτοιο θα ταίριαζε οπωσδήποτε και με το προηγούμενο της Δίκης.

β) ωστόσο, είναι σημαντική η διαφορά του Γιόζεφ Κ. από τον χωρομέτρη. Αυτός ο "άλλος" Κ. του Πύργου εμφανίζεται διεκδικητικός, με αυτοπεποίθηση, σε σχέση με την προγενέστερη ενσάρκωσή του, αντιλαμβάνεται πλήρως τη γελοιότητα του γραφειοκρατικού δικτύου των αλαζόνων υπαλληλίσκων και των συναινούντων, δουλικών χωρικών, τη χλευάζει ανενδοίαστα κι ας συνειδητοποιεί τη δυσχέρεια της θέσης του. Προσεγγίζει τις σερβιτόρες με "αέρα", συνάπτει ειδύλλια, δεν επαφίεται στις αρνητικές απαντήσεις και τα αδιέξοδα, δεν επαναπαύεται.

γ) υπάρχει ένας παράταιρος, για να το πούμε έτσι, χαρακτήρας στο μυθιστόρημα, η Αμαλία. Μπορεί κανείς να δει στη μορφή της τον θαυμασμό που έτρεφε ο Κ./άφκα για τις ανυπότακτες, δυναμικές και θαρραλέες φιγούρες που δεν υποχωρούν μπροστά στην αδικία και την ατιμία - και, ασφαλώς, καθόλου τυχαία ετούτη η μοναχική φωνή αντίστασης στο χωριό είναι θηλυκού γένους.

Υ. Γ. Ούτε ανάθεση, ούτε συνενοχή (χωρικοί), ούτε κατάληψη των χειμερινών... διοικητικών διαμερισμάτων του Πύργου, ούτε συμβιβασμός - αλλά διασκέδαση (μπυραρίες), έρωτας (Φρίντα) και διαρκής αγώνας με ειρωνική αντιμετώπιση των εξουσιών (Κ.) μέχρι να σταματήσει ο στεναγμός της πλάσης από τα μαρτύρια των καταφρονεμένων (Αμαλίες).

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

"Prometheus" του Ridley Scott, ή ο μύθος της Απαρχής




του Keunermann


Ο «Προμηθέας» προοριζόταν να αποτελεί prequel της σειράς ταινιών “Alien”, όμως κατέληξε να δημιουργήσει τη δική του, αυτόνομη μυθολογία. Το καστ είναι ενδιαφέρον, με παρουσίες όπως αυτές της Noomi Rapace (η πρωταγωνίστρια από το σουηδικό «Κορίτσι με το τατουάζ»), της Charlize Theron και των Guy Pearce (“Memento”) και Idris Elba (γνωστός κυρίως από τις σειρές “Wire” και “Luther”, προσφάτως τον είδαμε στο “Pacific Rim”), ενώ δεσπόζει η «ρομποτική» ερμηνεία του Μίκαελ Φασμπέντερ. Η επιλογή των ηθοποιών σε συνδυασμό με την ατμόσφαιρα και δυο-τρεις αξιομνημόνευτες σκηνές, αντισταθμίζουν τις όποιες αδυναμίες στο σενάριο που επιμελήθηκαν οι Jon Spaihts και Damon Lindelof (εκ των δημιουργών του “Lost”).

Από τη συστηματική διατύπωσή της για πρώτη φορά, το 1859, η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου προξένησε αντιδράσεις. Μόλις το 1950, διακηρύχθηκε η συμβατότητά της με τη χριστιανική δογματική από το Βατικανό -μετά από μακρά περίοδο πολεμικών εντός και εκτός της καθολικής κοινότητας-, ενώ στη διάρκεια του εικοστού αιώνα έμελλε να επιβληθεί ως κυρίαρχο υπόδειγμα στο πεδίο της εξελικτικής βιολογίας, με τις αναμενόμενες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, αλλά δεν σταμάτησε να αμφισβητείται. Φονταμενταλιστές χριστιανοί στις ΗΠΑ ζήτησαν την αντικατάσταση της από τη θεωρία του Ευφυούς Σχεδίου, ενώ στη δεκαετία του 1970 γεννήθηκε η πρώτη και μεγαλύτερη ουφολογική σέχτα του κόσμου, εκείνη των ραελιστών. Φανταστείτε, ότι το ανθρώπινο γένος, ή τουλάχιστον ένα τμήμα του, κατάγεται από μια εξωγήινη φυλή, προηγμένη τεχνολογικά, η οποία ζούσε προηγουμένως στη Γη και την εγκατέλειψε προς αναζήτηση πόρων, ή απλώς την επισκέφθηκε αλλούθεν για αποικιακούς σκοπούς, σπέρνοντας απογόνους που θα αποτελούσαν τη γνώριμη σε μας ανθρωπότητα. Είναι με τη σοβαρή εκδοχή αυτού του σεναρίου περί «απαρχών» στο χρόνο, που καταπιάνεται η ταινία επιστημονικής φαντασίας του Ridley Scott.

Στα τέλη του εικοστού πρώτου αιώνα, ένα ζευγάρι αρχαιολόγων οδηγείται έπειτα από μακροχρόνια έρευνα στην ανακάλυψη και κατόπιν συγκέντρωση επαρκών ενδείξεων, ότι το ανθρώπινο γένος κατάγεται από κάποιον εξωγήινο πολιτισμό, προερχόμενο από έναν μακρινό πλανήτη. Τα μέλη αυτού του πολιτισμού που είχε αποικήσει τη γη στο παρελθόν αποκαλούνται «Mηχανικοί» από τους αρχαιoλόγους (σε μια περισσότερο θρησκευτικά φορτισμένη, αλλά και αποκαλυπτική, ονοματοδοσία, καλούνται «Ελωχίμ» εντός του ραελιανού πλαισίου). Έτσι αρχίζει η αναζήτηση των ριζών, καθώς οι καθηγητές θα έχουν την τιμή να συμμετέχουν στην πρώτη ερευνητική αποστολή -αποτελούμενη επίσης από γεωλόγους, βιολόγους, πιλότους, γιατρούς, το αφεντικό της εταιρίας που χρηματοδοτέι την αποστολή και το ανδροειδές Ντέιβιντ- στον άγνωστο αυτό κόσμο με το διαστημόπλοιο «Προμηθέας». Ο σκηνοθέτης παραδέχτηκε επίσημα πριν λίγες εβδομάδες, ότι το σενάριο της δεύτερης ταινίας είναι έτοιμο, κάτι που σημαίνει, πως δεν αποκλείεται να δούμε την συνέχεια στις αίθουσες εντός της επόμενης χρονιάς.

Είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρον το ότι οι «Μηχανικοί», ως προηγμένη -καίτοι χρονικά πρότερη- μορφή του ανθρώπινου γένους, παρουσιάζονται να είναι κτηνώδεις, λευκοί άρρενες, τη στιγμή που σύμφωνα με την εξελικτική θεωρία το άλμα από τον αυστραλοπίθηκο έλαβε χώρα στην Αφρική. Διότι, βέβαια, μια τέτοιου είδους αφήγηση σύνδεσης με κάποιο μεγάλο αλλά απωλεσθέν παρελθόν- είναι εκ των ουκ άνευ για κάθε λόγο, που φιλοδοξεί να χαράξει μια ιεραρχική διάκριση εντός του κοινωνικού πεδίου (όπως ας πούμε, αυτής ανάμεσα σε όσους κατάγονται από την αριστοκρατική κάστα των «Ελωχίμ» από τη μια, και εκείνους που λαμβάνουν την αξία τους από τη χαμερπή φάρα των... Νεφελίμ). Η ατμόσφαιρα της ταινίας πάντως συνάδει με μια ορισμένη φιλοσοφική προσέγγιση του φιλμ στα σκοτεινά μυστικά πάνω από τον ουρανό, που καθρεφτίζουν την εσωτερική άβυσσο. Σκοπός είναι πάντοτε η αναζήτηση απάντησης στα «μεγάλα» ερωτήματα της καταγωγής και προέλευσης του Ανθρώπου, άρα και του τελικού του προορισμού, της νοηματοδότησης της ζωής και των πράξεών του, ούτως ώστε να περιέλθει σε τάξη η χαοτική ποικιλομορφία και ετερογένεια του πραγματικού. Πολύ ηρωική αποστολη, πράγματι, στηριζόμενη, στο ότι όσο περισσότερο απομακρύνεται κανείς από τον εαυτό του, είναι πιθανότερο να τον βρει. Εάν θα ευαρεστηθεί στη θέα των όποιων ευρημάτων, είναι μια άλλη ιστορία.

Πηγή artcore magazine

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Πιστεύουμε στο σοσιαλισμό;



του Χρήστου Λάσκου


Το ερώτημα του τίτλου κάθε άλλο παρά ρητορικό είναι. Πάει πολύς καιρός τώρα που οι «μαγαρισμένες» λέξεις αναφέρονται σε κείμενα και ντοκουμέντα χωρίς και να τις πολυεννοούμε πραγματικά. Ξαναρωτάω, λοιπόν, και εντός κειμένου: πιστεύουμε στο σοσιαλισμό;

Ο Φώτης Τερζάκης, σε μια πολύ παραγωγική συνέντευξή του [Δρόμος της Αριστεράς, 21.01.2012], που δόθηκε την περίοδο μεταξύ πλατειών και εκλογών και αξίζει να ξαναδιαβαστεί σήμερα, προσπάθησε να κάνει ένα ισοζύγιο όσων έχουμε και όσων μάς λείπουν, προκειμένου να αλλάξουμε τη ζοφερή κοινωνική μας μοίρα. Διαπίστωνε, λοιπόν, πως η πλειοψηφία των ανθρώπων επιθυμεί πράγματα ασύμβατα με την τωρινή φάση του καπιταλισμού, όπως όρους ζωής που να του εξασφαλίζουν ειρήνη και βιοτική ασφάλεια, δικαιότερη κατανομή του πλούτου κι έλεγχο πάνω στην ίδια τη ζωή του. Διαπίστωνε, επιπλέον, πως -μετά από αιώνες χειραφετητικών αναζητήσεων και θεωριών- διαθέτουμε και τη συστηματική σκέψη που μπορεί να αρθρώσει αυτά τα αιτήματα σε ένα σχέδιο ριζικής απελευθέρωσης. Και, παρόλ’ αυτά, δεν φαίνεται μια δυναμική ανατροπής σε ευρύτερο επίπεδο, μια διάθεση των ανθρώπων να εμπλακούν στην αλλαγή του κόσμου. Ως εάν, για να θυμηθώ τον Σπινόζα, «αγαπούν τη σκλαβιά τους σαν να πρόκειται για την ελευθερία τους».


Αποκαρδίωση και απελπισία

Με τα λόγια του ίδιου του Τερζάκη, «έχουμε από τη μία πλευρά επιθυμίες, από την άλλη πλευρά τα θεωρητικά όπλα που τους αντιστοιχούν, υπάρχει όμως κάτι που εμποδίζει την αποφασισμένη ανάληψή τους και τη μετουσίωσή τους σε μορφές δράσης». Τι είναι αυτό; Κατά τη γνώμη του, «η φοβερή αποκαρδίωση των ανθρώπων, η αδυναμία τους να πιστέψουν πως μια απελευθέρωση είναι εφικτή». Νομίζω πως έχει δίκιο.

Και το σημαντικότερο είναι πως η απελπισία των ανθρώπων σήμερα ενσωματώνει, πέρα από τις προφανείς συγχρονικές αιτίες, και ένα ιστορικό στοιχείο καίριας σημασίας. Τη γνώση πως ένας ολόκληρος αιώνας χειραφετητικών προσπαθειών, μεγαλειωδών απελευθερωτικών εγχειρημάτων έκλεισε όπως έκλεισε. Με τη συντριπτική ήττα όλων των επαναστατικών κινημάτων, με την επαναπροσχώρηση στον καπιταλισμό όλων των εθνικών «κομμουνισμών».

Αυτό που από το 19ο και τις αρχές του 20ου αι. διακηρύχθηκε ως η κίνηση που οδηγεί την ανθρωπότητα σε μια αταξική κοινωνική θέσμιση, σε μια κοινωνία όπου ο καθένας και η καθεμιά προσφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του και στον καθένα και την καθεμιά προσφέρεται, ό,τι αντιστοιχεί στις ανάγκες της κατέληξε πολύ άσχημα. Τόσο που έκανε για παράδειγμα τον υπεράνω υποψίας Τέρι Ήγκλετον, κάποια στιγμή εκεί λίγο μετά το ’89, να αναρωτηθεί: κι αν «η ήττα σήμερα δεν είναι του είδους εκείνου, με το οποίο η πολιτική αριστερά είναι καταθλιπτικά εξοικειωμένη, αλλά μια συντριβή τόσο οριστική, που δείχνει να απαξιώνει τα ίδια τα θεωρητικά παραδείγματα, με τα οποία αυτή η πολιτική παραδοσιακά δούλευε;».

Αυτό είναι που, μεταξύ άλλων, εξηγεί την αποκαρδίωση και την εκτεταμένη απελπισία. Και κάνει επιτακτική την ανάγκη η οργανωμένη Αριστερά να αλλάξει άρδην την συνθήκη αυτή επί ποινή επικράτησης της πιο ακραίας βαρβαρότητας, που μπορούμε να φανταστούμε. Νομίζω, πως δεν το επιδιώκει όσο θα έπρεπε.


Με ποιο στρατηγικό πλαίσιο;

Θα προσπαθήσω τώρα να συνδέσω τις προηγούμενες παρατηρήσεις με τη σημερινή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Ξεκινώντας από τα άμεσα, θεωρώ πως, αν εξαιρέσουμε το γεγονός πως συχνά κάνουμε αρκετά ώστε να μη γίνουμε τελικά κυβέρνηση και, κυρίως, φροντίζουμε εργωδώς, με πρωτοπόρους κάποιους από τις μερικές δεκάδες αυτεπαγγέλτως ορισμένους να διαδίδουν το δημόσιο λόγο του κόμματος, να σπέρνουμε τη σύγχυση ακόμη και στα ίδια τα μέλη μας, κατά τ’ άλλα πάμε καλά.

Θέλω να πω, δεν με φοβίζει το γεγονός πως η προγραμματική μας πρόταση έχει έντονα στοιχεία, που την κάνουν να μοιάζει με κεϋνσιανές αντίστοιχες. Ο λόγος είναι πως αυτή η προγραμματική πρόταση, αρθρωμένη γύρω από τη θεμελιώδη διατύπωση «να πληρώσουν την κρίση οι πλούσιοι και το κεφάλαιο», φθάνει και περισσεύει, στις σημερινές συνθήκες, για την εκκίνηση μιας συγκρουσιακής διαδικασίας, η οποία είναι αναγκαία για να προχωρήσουμε.

Το πρόγραμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σήμερα, αν το δούμε με τυπικό τρόπο, ακόμη και στις αριστερότερες εκδοχές του είναι «δεξιό», σε σχέση με τα προγράμματα με τα οποία η Αριστερά διεκδίκησε και βρέθηκε στην κυβέρνηση στα τέλη του ’70 αρχές του ’80. Πραγματικά, όπως είχαμε την ευκαιρία να συνομολογήσουμε και με συντρόφους της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς το Μάρτιο, στη Διεθνή Συνάντηση της Αθήνας, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, του Μετώπου της Αριστεράς, αλλά και του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος της Γαλλίας ακόμα, είναι λιγότερο «ριζοσπαστικά» από εκείνα της γαλλικής Ενωμένης Αριστεράς ή της βρετανικής Εναλλακτικής Οικονομικής Στρατηγικής της δεκαετίας του ’70. Ισχυρίζομαι πως αυτό έχει ελάχιστη σημασία.

Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία, αντίθετα, είναι το ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα σύγχρονα προγράμματα εντάσσονται. Και, από αυτήν την άποψη, το ερώτημα για το σοσιαλισμό αποκτά κεντρικό χαρακτήρα.

Από τη μία, ο καπιταλισμός εξελίσσεται σε ύβρι πλανητικών διαστάσεων, καταπίνοντας ανθρώπους και φύση, εκτοξεύοντας τις ανισότητες σε επίπεδα συγκρίσιμα μόνο με αυτά της δουλοκτητικής Ρώμης, θέτοντας σε επερώτηση το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας. Από την άλλη, αν κάτι απέδειξε με αναμφισβήτητο τρόπο η ιστορία του καπιταλισμού, είναι πως δεδομένου ότι καμιά κατάκτηση, καμιά βελτίωση της κατάστασης της κοινωνικής πλειοψηφίας, από αυτές που με μακροχρόνιους και αιματηρούς αγώνες πέτυχαν οι εκμεταλλευόμενοι και καταπιεσμένοι, δεν είναι ασφαλής, η συνέχιση επί μακρόν της καπιταλιστικής κυριαρχίας δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία.

Η σημερινή κρίση δείχνει πόσο δίκιο είχαν πάντοτε οι επαναστατικές τάσεις έναντι των ρεφορμιστικών, όταν ήταν καχύποπτες ως προς τη διατηρησιμότητα ακόμη και των στοιχειωδέστερων κατακτήσεων στην εκπαίδευση, την υγεία, την ασφάλιση απέναντι στην ανεργία και τα γηρατειά, όλων αυτών των οποίων η εκθεμελίωση εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Και είναι από αυτήν την άποψη που το αίτημα της ανατροπής του καπιταλισμού, το αίτημα του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού, του σοσιαλισμού, εν τέλει, αποκτά επιτακτικότατη επικαιρότητα.

Να το ξαναπώ: δεν με απασχολεί το γεγονός πως το άμεσο πρόγραμμά μας μοιάζει μετριοπαθές και κεϋνσιανό –μπορώ να δείξω πως δεν είναι κεϋνσιανό, αλλά δεν έχει μεγάλη σημασία.


Εφικτό σχέδιο ο σοσιαλισμός

Το πρόβλημα είναι πως για αρκετούς συντρόφους, όχι τους λιγότερο μαχητικούς ή αποφασισμένους, η νεοκεϋνσιανή τους κλίση οφείλεται, νομίζω, και στο γεγονός πως δεν τους φαίνεται εφικτό σχέδιο ο σοσιαλισμός. Έχουν με μια έννοια προσχωρήσει στην ιδέα πως είναι ευκολότερο κάποιος να φανταστεί το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού. Και είναι λάθος ιδέα. Ο σοσιαλισμός είναι εφικτός και γίνεται όλο και ρεαλιστικότερος στο μέτρο που ο καπιταλισμός γίνεται όλο και περισσότερο αγριανθρωπικός και αναποτελεσματικός ταυτόχρονα. Γι’ αυτό, κιόλας, τα σημεία του προγράμματος που αναφέρονται στην κοινωνική οικονομία και την αυτοδιαχείριση, στις αλληλέγγυες πρακτικές και στα νέα καταναλωτικά και παραγωγικά πρότυπα δεν είναι συμπληρωματικά, αλλά τα πρώτα σε σημασία. Γι’ αυτό, ακόμη, είναι καλύτερα, νομίζω, να μιλάμε για παραγωγικό μετασχηματισμό αντί για ανασυγκρότηση: για να δηλώσουμε πως αυτό που έρχεται πρώτο είναι η αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων και όχι οποιαδήποτε τεχνική μεταβολή. Και, έτσι, πως ο σοσιαλισμός είναι το θέμα μας ήδη εξ υπαρχής.

Πρέπει να πιστεύουμε στο σοσιαλισμό. Χωρίς μια τέτοια «πίστη» δεν θα γίνει δυνατή ούτε η αποτροπή της κοινωνικής καταστροφής. Θέλω να πω, δεν μπορούμε να αυτοπεριοριστούμε. Ακόμη κι αν το επιλέγαμε, δεν θα μας άφηναν. Είναι τέτοια η τροπή των πραγμάτων, ιδίως μετά από το 2008, που η παραμικρή αντίσταση αποκτά στρατηγικές διαστάσεις.

Η ανοιχτή συζήτηση σε όλο το κόμμα -και στην κοινωνία ευρύτερα- για τις πραγματικές εναλλακτικές, η προβολή της αξιακής μας υπεροχής έναντι των φανατικών ιδιωτών και της αγοραίας σκέψης, η αυτοπεποίθηση πως οι συστηματικά και δημοκρατικά σχεδιασμένες επιλογές υπερέχουν κατά πολύ των αντίστοιχων αγοραίων, η ανάδειξη, δηλαδή, εκ νέου και με δύναμη, των «ζητημάτων του σοσιαλισμού», δίνει στο σχέδιο και την πρακτική μας εκείνο το στρατηγικό βάθος, χωρίς το οποίο τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Από την ίδια αυτή η εφημερίδα, ο Κώστας Δουζίνας πριν από αρκετό καιρό υποστήριζε πως «Η αριστερά πρέπει να ξεκαθαρίσει τη θέση της για το σοσιαλισμό […] Προσωπικά, αλλά και οι περισσότεροι από μας δεν έχουμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, δεν μπορούμε να περιγράψουμε λεπτομερώς πώς μπορεί να είναι ο σοσιαλισμός». Παρόλ’ αυτά, πρέπει να μιλάμε για το σοσιαλισμό. Χωρίς να προτείνουμε συνταγές για τα μαγειρεία του μέλλοντος, αλλά αλλάζοντας τον κόσμο τώρα. Γιατί, όπως ήδη έχει ειπωθεί, ή θα τελειώσουμε με τον καπιταλισμό ή, αλλιώς, ίσως θα τελειώσουμε απλώς.

----------------------
ΥΓ: Μια καλή δυνατότητα για τη συζήτηση δίνει η έκδοση του RedNotebook "Το Διαρκές '17", εκδ. ΚΨΜ, 2012

Σχόλιο του ιστολογίου: το καλό με το ερωτηματικό του τίτλου είναι ότι επιτρέπει την... αρνητική απάντηση!

Πηγή Εποχή

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Ντελέζ-Γκουατταρί: Κράτη και επαναστάσεις στη Δύση και στην Ανατολή



Aπόσπασμα από το βιβλίο Mille Plateaux, Éd. de Minuit, Paris 1980, σ. 477-480 (κεφ. 12 με τίτλο «1227 – Traité de nomadologie : la machine de guerre » [1227 – Πραγματεία περί νομαδολογίας: η πολεμική μηχανή]. Ο τίτλος και οι σημειώσεις με αστερίσκο προστέθηκαν από τον μεταφραστή.

Ο λείος ή νομαδικός χώρος είναι ανάμεσα σε δύο γραμμωτούς χώρους: εκείνον του δάσους, με τις κάθετες γραμμές βάρους του· εκείνον της γεωργίας, με την ορθογώνια κατάτμησή του και τις γενικευμένες παράλληλες γραμμές του, τη βλάστησή του που έγινε ανεξάρτητη, την τέχνη του να αποσπά το δέντρο και την ξυλεία από το δάσος. Αλλά «ανάμεσα» σημαίνει επίσης ότι ο λείος χώρος ελέγχεται από αυτές τις δύο πλευρές του που τον περιορίζουν, που αντιτίθενται στην ανάπτυξή του και του αναθέτουν όσο το δυνατόν περισσότερο ένα ρόλο επικοινωνίας, ή αντιθέτως ότι στρέφεται εναντίον τους, κατατρώγοντας το δάσος από τη μία πλευρά, αποσπώντας από την άλλη τις καλλιεργημένες γαίες, εκφράζοντας εμφατικά μία δύναμη μη επικοινωνιακή ή δύναμη απόκλισης, σαν μία «σφήνα» που μπήγεται. Οι νομάδες στρέφονται πρώτα εναντίον των ανθρώπων του δάσους και των ορέων, έπειτα ξεχύνονται πάνω στους γεωργούς. Εκεί υπάρχει κάτι σαν το ανάποδο ή το εξωτερικό της μορφής-κράτος –αλλά με ποια έννοια; Η μορφή αυτή, ως καθολικός και σχετικός χώρος, προϋποθέτει έναν ορισμένο αριθμό συνιστωσών: δάσος-εκχέρσωση• γεωργία-ορθογώνια κατάτμηση• κτηνοτροφία υποταγμένη στη γεωργική εργασία και στη διατροφή των εδραίων πληθυσμών• σύνολο επικοινωνιών πόλης-υπαίθρου (πόλεως-νομού**) στη βάση του εμπορίου. Όταν οι ιστορικοί διερωτώνται για τους λόγους της νίκης της Δύσης κατά της Ανατολής, επικαλούνται κυρίως τα παρακάτω χαρακτηριστικά που είναι γενικώς εις βάρος της Ανατολής: αποδάσωση αντί εκχέρσωσης, απ’ όπου απορρέουν μεγάλες δυσκολίες για την απόσπαση ή έστω την απόκτηση ξυλείας• καλλιέργεια τύπου «ορυζώνας και κήπος» αντί για βλάστηση δέντρων και πεδιάδα• κτηνοτροφία που σε μεγάλο βαθμό ξεφεύγει από τον έλεγχο των εδραίων πληθυσμών, σε βαθμό που αυτοί στερούνται το ζωικό δυναμικό και την κρεοφαγία• χαμηλή περιεκτικότητα σε επικοινωνία της σχέσης πόλης-υπαίθρου, απ’ όπου απορρέει ένα πολύ πιο άκαμπτο εμπόριο[1]. Από αυτό βέβαια δεν θα συμπεράνουμε ότι η μορφή-κράτος απουσιάζει από την Ανατολή. Αντιθέτως, χρειάζεται μία σκληρότερη βαθμίδα για να συγκρατεί και να συνενώνει τις διάφορες συνιστώσες, οι οποίες διαπερνώνται από διανύσματα φυγής. Τα κράτη έχουν πάντοτε την ίδια σύνθεση• αν μάλιστα υπάρχει μια αλήθεια την πολιτική φιλοσοφία του Χέγκελ, είναι ότι «κάθε κράτος φέρει μέσα του τις ουσιώδεις στιγμές της ύπαρξής του». Τα κράτη δεν αποτελούνται μόνο από ανθρώπους, αλλά από δάση, πεδιάδες ή κήπους, από κτήνη και εμπορεύματα. Υπάρχει μία ενότητα σύνθεσης όλων των κρατών, αλλά τα κράτη δεν έχουν όλα ούτε την ίδια εξέλιξη ούτε την ίδια οργάνωση. Στην Ανατολή, οι συνιστώσες είναι πολύ πιο απομακρυσμένες, αποσυνδεδεμένες, πράγμα που επιβάλλει μία μεγάλη ακίνητη Μορφή για να τις συγκρατεί μαζί: τα «δεσποτικά μορφώματα», ασιατικά ή αφρικανικά, συνταράσσονται από αδιάκοπες εξεγέρσεις, αποσχίσεις, αλλαγές δυναστειών, οι οποίες όμως δεν θίγουν το αμετάβλητο της μορφής. Αντιθέτως, στη Δύση, η διαπλοκή των συνιστωσών καθιστά δυνατούς μετασχηματισμούς της μορφής-κράτος μέσω επαναστάσεων. Είναι αλήθεια ότι η ιδέα της επανάστασης είναι η ίδια αμφίσημη• είναι δυτική στο βαθμό που παραπέμπει σε ένα μετασχηματισμό του κράτους· αλλά είναι ανατολική στο βαθμό που προβάλλει μία καταστροφή, μία εξάλειψη του κράτους[2]. Το ζήτημα είναι ότι οι μεγάλες αυτοκρατορίες της Ανατολής, της Αφρικής και της Αμερικής, προσκρούουν σε μεγάλους λείους χώρους οι οποίοι διεισδύουν μέσα τους και διατηρούν τις αποστάσεις ανάμεσα στις συνιστώσες (ο νομός δεν γίνεται ύπαιθρος, η ύπαιθρος δεν επικοινωνεί με την πόλη, η μεγάλη κτηνοτροφία είναι υπόθεση των νομάδων κ.λπ.): υπάρχει άμεση αντιπαράθεση του κράτους της Ανατολής με μία νομαδική πολεμική μηχανή. Η πολεμική αυτή μηχανή θα καταστεί δυνατό να περιοριστεί στο δρόμο της ενσωμάτωσης, και να προχωρά μόνο μέσα από την εξέγερση και την αλλαγή δυναστείας• είναι όμως αυτή που επινοεί το όνειρο και την πραγματικότητα της εξάλειψης, ως νομάς. Τα κράτη της Δύσης είναι πολύ πιο προφυλαγμένα στον γραμμωτό τους χώρο, έχουν ως εκ τούτου πολύ περισσότερο εύρος για να συγκρατούν τις συνιστώσες τους, και έρχονται μόνο έμμεσα αντιμέτωπα με τους νομάδες, μέσω των μεταναστεύσεων που οι τελευταίοι πυροδοτούν ή των οποίων παίρνουν τη μορφή[3].

Ένα από τα θεμελιώδη καθήκοντα του κράτους είναι να γραμμώνει το χώρο στον οποίο βασιλεύει, ή να χρησιμοποιεί τους λείους χώρους ως μέσο επικοινωνίας στην υπηρεσία ενός γραμμωτού χώρου. Όχι μόνο το να νικήσει το νομαδισμό, αλλά να ελέγξει τις μεταναστεύσεις, και γενικότερα να επιβάλει μία ζώνη δικαιωμάτων σε ένα ολόκληρο «εξωτερικό», στο σύνολο των ροών που διασχίζουν την οικουμένη, αποτελεί ζωτική υπόθεση για κάθε κράτος. Πράγματι, το κράτος, παντού όπου μπορεί, γίνεται αξεχώριστο από μια διαδικασία αιχμαλώτισης ροών κάθε είδους, πληθυσμών, εμπορευμάτων ή ανταλλαγών, χρήματος ή κεφαλαίων κ.λπ. Και πάλι απαιτούνται σταθερές διαδρομές, προς κατευθύνσεις σαφώς ορισμένες, που περιορίζουν την ταχύτητα, που ρυθμίζουν τις κυκλοφορίες, που σχετικοποιούν την κίνηση, που μετρούν μέχρι τις λεπτομέρειές τους τις σχετικές μετακινήσεις των υποκειμένων και των αντικειμένων. Εξ ου η σημασία της θέσης του Πωλ Βιριλιό, όταν δείχνει ότι «η πολιτική εξουσία ενός κράτους είναι πόλις*, police [αστυνομία], δηλαδή οδικό δίκτυο», και ότι «οι πύλες της πόλης, τα φοροφυλάκια και τα τελωνεία της είναι φράγματα, φίλτρα στη ρευστότητα των μαζών, στην ισχύ διείσδυσης μεταναστευτικών αγελών», προσώπων, κτηνών και αγαθών[4]. Η βαρύτητα, gravitas, είναι η ουσία του κράτους. Όχι ότι το κράτος αγνοεί την ταχύτητα, κάθε άλλο• έχει όμως ανάγκη ακόμα και η πιο γρήγορη κίνηση να πάψει να είναι η απόλυτη κατάσταση ενός κινητού που καταλαμβάνει έναν λείο χώρο, για να γίνει ο σχετικός χαρακτήρας ενός «κινούμενου» που πηγαίνει από ένα σημείο σε ένα άλλο μέσα σε ένα γραμμωτό χώρο. Με αυτή την έννοια, το κράτος δεν παύει να αποσυνθέτει, να ανασυνθέτει και να μετασχηματίζει την κίνηση, ή να ρυθμίζει την ταχύτητα. Το κράτος ως επόπτης δρόμων, οδικός μετατροπέας ή ανταλλάκτης: πρβλ. συναφώς και το ρόλο του μηχανικού. Η απόλυτη ταχύτητα και κίνηση δεν είναι χωρίς νόμους, αλλά οι νόμοι αυτοί είναι εκείνοι του νομού, του λείου χώρου που τον ξεδιπλώνει, της πολεμικής μηχανής που τον ενοικεί. Αν οι νομάδες σχημάτισαν την πολεμική μηχανή, το έκαναν εφευρίσκοντας την απόλυτη ταχύτητα, όντας «συνώνυμο» της ταχύτητας. Και κάθε φορά που υπάρχει κάποια επιχείρηση κατά του κράτους, απειθαρχία, ταραχές, ανταρτοπόλεμος ή επανάσταση ως πράξη, θα έλεγε κανείς ότι αναδύεται και πάλι μια πολεμική μηχανή, ότι ένα νέο νομαδικό δυναμικό εμφανίζεται, με ανασυγκρότηση ενός λείου χώρου ή ενός τρόπου να υπάρχεις μέσα στο χώρο σαν να ήταν λείος (ο Βιριλιό υπενθυμίζει τη σημασία του εξεγερτικού ή επαναστατικού θέματος «να επικρατείς στο δρόμο»**). Με αυτή την έννοια είναι που η απάντηση του κράτους είναι να γραμμώνει το χώρο, ενάντια σε κάθε τι που τείνει να του ξεφύγει. Το κράτος δεν ιδιοποιήθηκε την ίδια την πολεμική μηχανή χωρίς να της δώσει τη μορφή της σχετικής κίνησης: έτσι συνέβη με το μοντέλο του φρουρίου ως ρυθμιστή της κίνησης, το οποίο ακριβώς υπήρξε και το σημείο όπου σκόνταφταν οι νομάδες, ο ύφαλος και η ασπίδα πάνω στην οποία κατέληγε και συντριβόταν η απόλυτη στροβιλική κίνηση. Αντίστροφα, όταν ένα κράτος δεν καταφέρνει να γραμμώσει τον εσωτερικό ή τον γειτονικό του χώρο, οι ροές που τον διασχίζουν παίρνουν αναγκαία τη μορφή μιας πολεμικής μηχανής που κατευθύνεται εναντίον του, και που αναπτύσσεται σε έναν λείο χώρο εχθρικό ή εξεγερμένο (έστω και αν άλλα κράτη μπορεί να εισχωρούν εκεί και να θέτουν τις δικές τους γραμμώσεις). Αυτή την περιπέτεια γνώρισε η Κίνα η οποία, προς το τέλος του 14ου αιώνα, παρά την πολύ υψηλή τεχνική της όσον αφορά τα πλοία και τη ναυσιπλοΐα, απομακρύνθηκε από τον τεράστιο θαλάσσιο χώρο της, είδε τότε τις εμπορικές ροές να στρέφονται εναντίον της και να συμμαχούν με την πειρατεία, και δεν μπόρεσε να αντιδράσει παρά μόνο με μια πολιτική ακινησίας, μαζικού περιορισμού του εμπορίου, πράγμα που ενισχύει τη σχέση αυτού του τελευταίου με μια πολεμική μηχανή[5].


Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

------------------------------------
** Στο πρωτότυπο οι ελληνικές λέξεις με λατινικά στοιχεία: «polis-nomos». Αυτός ο nomos εδώ δεν είναι ο κανόνας δικαίου, αλλά έχει σχέση με το έτυμο του νομαδισμού. Έκανα την επιλογή να το αποδώσω με τη λέξη νομός η οποία επιτρέπει τη διαφοροποίηση από το νόμο-loi και διατηρεί τη σύνδεση με το νέμειν/ νέμεσθαι και την (κατα/δια)νομή.

[1] Αυτή η αντιπαράθεση Ανατολή-Δύση ήδη από το Μεσαίωνα (συνδεδεμένη με το ερώτημα: γιατί ο καπιταλισμός στη Δύση και όχι αλλού;) ενέπνευσε ωραίες αναλύσεις στους σύγχρονους ιστορικούς. Πρβλ. ιδίως Fernand Braudel, Civilisation matérielle et capitalisme [Υλικός πολιτισμός και καπιταλισμός], Armand Colin, σ. 108-121. Pierre Chaunu, L‘expansion européenne du XIIIe au XVe siècle [Η ευρωπαϊκή επέκταση από το 13ο ως το 15ο αιώνα], PUF, σ. 334-339 («Γιατί η Ευρώπη; Γιατί όχι η Κίνα;»). Maurice Lombard, Espaces et réseaux du haut Moyen Âge [Χώροι και δίκτυα του ύστερου Μεσαίωνα], Mouton, κεφ. VII (και σ. 219: «Αυτό που στην Ανατολή αποκαλείται αποδάσωση, στην Ανατολή αποκαλείται εκχέρσωση. η πρώτη βαθιά αιτία της μετατόπισης των κέντρων κυριαρχίας από την Ανατολή στη Δύση είναι λοιπόν μια γεωγραφική αιτία, ο συνδυασμός δάσος-ξέφωτο αποδείχθηκε ότι είχε ισχυρότερο δυναμικό από το συνδυασμό έρημος-όαση»).

[2] Οι παρατηρήσεις του Μαρξ πάνω στα δεσποτικά μορφώματα στην Ασία ή την Αφρική επιβεβαιώνονται από τις αφρικανικές αναλύσεις του Gluckman (Custom and Conflict in Africa [Έθιμο και σύγκρουση στην Αφρική], Oxford): ταυτόχρονα αμετάβλητο της μορφής και μόνιμη εξέγερση. Η ιδέα ενός «μετασχηματισμού» του κράτους μοιάζει αρκετά δυτική. Παραμένει το γεγονός ότι η άλλη ιδέα, η ιδέα μιας «καταστροφής» του κράτους, παραπέμπει πολύ περισσότερο στην Ανατολή, και στις συνθήκες μιας νομαδικής πολεμικής μηχανής. Όσο και αν παρουσιάζουμε τις δύο αυτές ιδέες ως διαδοχικές φάσεις μιας επανάστασης, είναι πολύ διαφορετικές και δύσκολα συμβιβάζονται, συνοψίζουν δε την αντίθεση μεταξύ σοσιαλιστικών και αναρχικών ρευμάτων του 19ου αιώνα. Το δυτικό προλεταριάτο το ίδιο θεωρείται από δύο οπτικές γωνίες: καθόσον πρέπει να κατακτήσει την εξουσία και να μετασχηματίσει τον κρατικό μηχανισμό, πρόκειται για την οπτική μιας δύναμης εργασίας, αλλά, καθόσον θέλει ή θα ήθελε μία καταστροφή του κράτους, πρόκειται για την οπτική μιας δύναμης αποεδαφικοποίησης. Ακόμα και ο Μαρξ ορίζει τον προλετάριο όχι μόνο ως αλλοτριωμένο (εργασία), αλλά ως αποεδαφικοποιημένο. Ο προλετάριος, από αυτή την τελευταία άποψη, εμφανίζεται ως ο κληρονόμος του νομάδα μέσα στον δυτικό κόσμο. Και όχι μόνο πολλοί αναρχικοί επικαλούνται νομαδικά θέματα φερμένα από την Ανατολή, αλλά κυρίως η αστική τάξη του 19ου αιώνα πρόθυμα ταυτίζει προλετάριους και νομάδες, και εξομοιώνει το Παρίσι με μια πόλη στοιχειωμένη από τους νομάδες (πρβλ. Louis Chevalier, Classes laborieuses et classes dangereuses [Εργαζόμενες τάξεις και επικίνδυνες τάξεις], L.G.F., σ. 602-604).

[3] Βλ. Lucien Musset, Les invasions, le second assaut [Οι εισβολές, η δεύτερη έφοδος], P.U.F.: για παράδειγμα, την ανάλυση των τριών «φάσεων» των Δανών, σ. 135-137.

* Η ελληνική λέξη με λατινικά στοιχεία.

[4] Paul Virilio, Vitesse et politique [Ταχύτητα και πολιτική], εκδ. Galilée, σ. 21-22 και passim. Η «πόλη» όχι μόνο είναι αδιανόητη ανεξάρτητα από τις εξωτερικές ροές με τις οποίες εμπλέκεται, και των οποίων την κυκλοφορία ρυθμίζει, αλλά επιπλέον και συγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σύνολα, για παράδειγμα το φρούριο, είναι πραγματικοί μετασχηματιστές, χάρη στους εσωτερικούς τους χώρους που επιτρέπουν μία ανάλυση, μία παράταση ή μία αποκατάσταση της κίνησης. Ο Βιριλιό συνάγει από αυτό ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο εκείνο του εγκλεισμού όσο εκείνο του οδικού δικτύου ή της ελεγχόμενης κίνησης. Ο Φουκώ ήδη ανέλυε με ανάλογο τρόπο το θαλάσσιο νοσοκομείο ως πολλαπλασιαστή και ως φίλτρο: βλ. Surveiller et punir [Επιτήρηση και τιμωρία], σ. 145-147.

** Στο γαλλικό «κινηματικό» λεξιλόγιο, η έκφραση αυτή (tenir la rue) είναι πολύ τρέχουσα και χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι τα μέλη μιας συγκεκριμένης πολιτικής/ κοινωνικής τάσης έχουν επιβάλει την παρουσία τους στους δρόμους μιας πόλης (σε αντιδιαστολή με τα «γραφεία»), είναι σε θέση να πραγματοποιούν διαδηλώσεις, καταλήψεις κ.λπ. και να εκτοπίζουν άλλες ανταγωνιστικές. Μπορούμε να σκεφτούμε παραδείγματα ανάλογων εκφράσεων στα ελληνικά όπως π.χ. «Οι νόμοι καταργούνται στο δρόμο», «Στο δρόμο στο δρόμο να σπάσουμε τον τρόμο» κ.ο.κ.

[5] Σχετικά με την κινεζική –και την αραβική- ναυσιπλοΐα, τους λόγους της αποτυχίας τους, και τη σημασία του ζητήματος αυτού ως προς το «φάκελο» Δύση-Ανατολή, βλ. Braudel, ό.π. σ. 305-314, και Chaunu, σ. 288-308.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Ιστορία και κριτική του καπιταλισμού


του Moishe Postone



Ι.

Ο εκτεταμένος μετασχηματισμός του κόσμου τις τελευταίες δεκαετίες καταδεικνύει με δραματικό τρόπο ότι η σύγχρονη κριτική θεωρία οφείλει να ασχοληθεί πρωτίστως με τα ζητήματα της χρονικότητας, της ιστορικής δυναμικής και των μεγάλων δομικών αλλαγών, προκειμένου να βρίσκεται σε αντιστοιχία με την κοινωνική πραγματικότητα[i]. Η μαρξική κατηγορία του κεφαλαίου μπορεί, κατά την άποψή μου, να διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στη θεμελίωση μιας τέτοιας θεωρίας για τον σύγχρονο κόσμο, υπό την προϋπόθεση να επανεξεταστεί προκειμένου να διαχωριστεί τόσο από τις διάφορες αναγνώσεις στις οποίες την υποβάλλουν οι παραδοσιακές μαρξιστικές ερμηνείες, όσο και από τις αντίστοιχες πρόσφατες προσεγγίσεις των κοινωνικών επιστημών.

Η κατηγορία του κεφαλαίου, σύμφωνα με αυτήν την επανεξέταση, διαφέρει κατά πολύ από τον τρόπο που χρησιμοποιεί τον όρο «κεφάλαιο» ευρύ φάσμα θεωρητικών, από τον Γκάρι Μπέκερ μέχρι τον Μπουρντιέ, καθώς και πολλοί μαρξιστές θεωρητικοί, για τους οποίους το «κεφάλαιο» ορίζεται ως ιδιωτική ιδιοποίηση ενός κοινωνικού πλεονάσματος. Μολονότι συμφωνώ ότι η κατηγορία του κεφαλαίου στον Μαρξ αναφέρεται στη δόμηση της κοινωνίας ως όλου, θεωρώ ότι δεν περιγράφει μόνο ένα συγκεκριμένο τρόπο εκμετάλλευσης, αλλά ότι συνιστά επίσης ευρύτερα μια κατηγορία χρονικής διαμεσολάβησης. Συλλαμβάνει τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία ως μορφή κοινωνικής ζωής η οποία χαρακτηρίζεται από οιονεί αντικειμενικές μορφές κυριαρχίας που γεννούν μια ιστορική δυναμική.

ΙΙ.

Η επικέντρωσή μου στον ιστορικά δυναμικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας σχετίζεται με τους μαζικούς μετασχηματισμούς του καπιταλισμού κατά το τελευταίο τρίτο του 20ου αιώνα. Πρόκειται για μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από το ξήλωμα της μεταπολεμικής φορντικής σύνθεσης στη Δύση η οποία είχε ως επίκεντρο το κράτος, από την κατάρρευση ή τον ριζικό μετασχηματισμό των κομμάτων-κρατών και των σχεδιοποιημένων οικονομιών τους στην Ανατολή, καθώς και από την ανάδυση μιας νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκόσμιας τάξης, η οποία όμως μπορεί να υποσκαφθεί από την εμφάνιση μεγάλων ανταγωνιστικών περιφερειακών μπλοκ. Καθώς αυτές οι μεταβολές περιέλαβαν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του ευρωπαϊκού κομμουνισμού θεωρήθηκαν συχνά ότι σηματοδοτούν το τέλος του μαρξισμού και της θεωρητικής χρησιμότητας του Μαρξ. Εντούτοις, αυτοί οι ιστορικοί μετασχηματισμοί καταδεικνύουν την ανάγκη να καταπιαστούμε με την προβληματική της ιστορικής δυναμικής και των δομικών αλλαγών ευρείας κλίμακας, μια προβληματική που αποτελεί τον πυρήνα της κριτικής ανάλυσης του Μαρξ.

Η κεντρική σημασία αυτής της προβληματικής γίνεται εμφανής όταν εξετάζει κανείς την πορεία του επικεντρωμένου στο κράτος καπιταλισμού κατά τον 20ο αιώνα, απ’ τις απαρχές του οι οποίες μπορούν να εντοπιστούν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Ρώσικη Επανάσταση, μέχρι το απόγειό του κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και την παρακμή του στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της πορείας είναι ο παγκόσμιος χαρακτήρας της, δεδομένου ότι αφορά τόσο τις δυτικές καπιταλιστικές χώρες και τη Σοβιετική Ένωση όσο και τα αποικιακά εδάφη και τις αποαποικιοποιημένες χώρες. Προφανώς, υπάρχουν διαφορές σε αυτή την ιστορική εξέλιξη, όταν όμως εξετάζονται στο πλαίσιο της συνολικής πορείας που διέγραψε ο καπιταλισμός, αποδεικνύεται ότι αποτελούν περισσότερο εκφάνσεις ενός κοινού σχήματος, παρά ριζικά διαφορετικές πορείες. Για παράδειγμα, το κράτος πρόνοιας εξαπλώθηκε σε όλες τις δυτικές βιομηχανικές χώρες κατά την εικοσιπενταετία που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη συνέχεια περιορίστηκε ή αποδιαρθρώθηκε μερικώς, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Αυτές οι εξελίξεις –παράλληλα με τη μεταπολεμική επιτυχία και τη μετέπειτα απότομη παρακμή της Σοβιετικής Ένωσης– έλαβαν χώρα ασχέτως αν στην εξουσία βρίσκονταν συντηρητικά ή σοσιαλδημοκρατικά («φιλελεύθερα») κόμματα.

Τέτοιου είδους γενικές εξελίξεις δεν μπορούν να εξηγηθούν με όρους τοπικών πολιτικών αποφάσεων ενδεχομενικού χαρακτήρα, αλλά αναδεικνύουν την ύπαρξη γενικών δομικών περιορισμών που καθορίζουν τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αποφάσεις. Παράλληλα, φανερώνουν την ύπαρξη ισχυρών δυνάμεων που δεν υπόκεινται πλήρως στον κρατικό έλεγχο.

Η εξέταση των γενικών ιστορικών σχημάτων που χαρακτηρίζουν τον 20ο αιώνα σχετικοποιεί από ιστορική σκοπιά τις θεωρίες περί πρωταρχικότητας  της πολιτικής σφαίρας, που ήταν τόσο διαδεδομένες στις μεταπολεμικές δεκαετίες, και θέτει υπό αμφισβήτηση τη μεταστρουκτουραλιστική κατανόηση της ιστορίας ως ουσιωδώς ενδεχομενικής. Σε έναν βαθμό, η μεταμαρξιστική στροφή της δεκαετίας του 1970 μπορεί να κατανοηθεί ως κριτική αντίδραση στη φορντική εποχή –τόσο στη δυτική όσο και στην κομμουνιστική εκδοχή της–, δηλαδή ως αντίδραση σε πολιτικές οι οποίες επικεντρώνονταν στα υλικά συμφέροντα που έπρεπε να ικανοποιήσει μια πυραμιδωτή γραφειοκρατική οργάνωση της κοινωνίας. Τα κοινωνικά και πολιτιστικά κινήματα του τέλους της δεκαετίας του 1960 φάνηκαν να αποτελούν ιστορική ανασκευή της αντίληψης περί ευμάρειας. Η Σοβιετική Ένωση έπαψε να αποτελεί παράδειγμα χειραφέτησης για μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς το αργότερο το 1968. Μέσα σε αυτό το ιστορικό και πολιτιστικό περιβάλλον, η πολιτική οικονομία κατανοήθηκε με καταφατικούς όρους, ενώ η ιστορία εξέλαβε μια κωδική μορφή a priori μετα-αφηγηματικού χαρακτήρα. Έτσι, η αντίληψη του Μαρξ για την ιστορία και τη χρονικότητα ταυτίστηκε με εκείνη του Χέγκελ, γεγονός που συνέβαλε στην αναβίωση του Νίτσε, αυτού του μεγάλου αντιεγελιανού. Όμως, η πανουργία της ιστορίας εκδικήθηκε. Ο μεταστρουκτουραλισμός και ο μεταμοντερνισμός αποδείχτηκαν διανοητικά αδύναμοι να εξετάσουν με συνολικούς όρους τις αλλαγές ευρείας κλίμακας που αναφέραμε. Ως τόποι κριτικής, φαίνονται να συνδέονται με μια κοινωνική τάξη πραγμάτων που έχει προ πολλού ξεπεραστεί.

Ωστόσο, αυτές οι ιστορικές επισημάνσεις δεν αντιβαίνουν αναγκαστικά με την κριτική ιδέα που διαπερνούσε τις προσπάθειες να εξεταστεί η ιστορία με όρους ενδεχομενικότητας, ότι δηλαδή η ιστορία νοούμενη ως εκδίπλωση μιας εμμενούς αναγκαιότητας  υποδηλώνει μια μορφή ανελευθερίας.

Αυτή η μορφή ανελευθερίας αποτελεί αντικείμενο της κριτικής θεωρίας του Μαρξ, η οποία επικεντρώνεται στις επιταγές και τους περιορισμούς που διέπουν την ιστορική δυναμική και τις δομικές αλλαγές του σύγχρονου κόσμου. Αντί να αρνείται την ύπαρξη μιας τέτοιας ανελευθερίας εστιάζοντας στην ενδεχομενικότητα, η μαρξική κριτική επιδιώκει να αποκαλύψει τη βάση της και τη δυνατότητα κατάργησής της. Προτείνω, λοιπόν, μια προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η επανιδιοποίηση της κατηγορίας του κεφαλαίου μπορεί να υπερβεί την κλασική αντίθεση αναγκαιότητας και ελευθερίας, μια αντίθεση που συνοψίζεται στην αντιπαράθεση ανάμεσα στην σύλληψη της ιστορίας ως αναγκαιότητας και στη μεταστρουκτουραλιστική απόρριψη αυτής της άποψης στο όνομα της ενδεχομενικότητας (και πιθανώς της ικανότητας για δράση). Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, η κατηγορία του κεφαλαίου εδραιώνει την εμμενή δυναμική της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας σε ιστορικά καθορισμένες μορφές κοινωνικής διαμεσολάβησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η κίνηση της Ιστορίας, νοούμενη ως εμμενής κατευθυντήρια δυναμική, δεν συνιστά καθολική κατηγορία που διέπει εν γένει την ανθρώπινη κοινωνική ζωή. Αντίθετα, πρόκειται για ένα ιστορικά ιδιάζον χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας, το οποίο μπορεί να προβληθεί και προβάλλεται στην ανθρώπινη κοινωνική ζωή εν γένει. Μακράν του να αντιλαμβάνεται την ιστορία με καταφατικούς όρους, μια θεωρία που θεμελιώνει μια τέτοια δυναμική στην κατηγορία του κεφαλαίου, συλλαμβάνει αυτή τη δυναμική ως μορφή ετερονομίας.

Κατ’ αυτήν την αξιολόγηση, η κριτική μαρξική θέση είναι πιο κοντά στον μεταστρουκτουραλισμό παρά στον ορθόδοξο μαρξισμό της Β΄ Διεθνούς. Εντούτοις, δεν αντιλαμβάνεται τον ετερόνομο χαρακτήρα της ιστορίας ως αφήγημα το οποίο μπορεί να διαλυθεί απλώς διά του λόγου, αλλά ως έκφραση μιας δομής χρονικής κυριαρχίας. Από αυτή την άποψη, οποιαδήποτε προσπάθεια να διασωθεί η ανθρώπινη ικανότητα για δράση μέσω της επιμονής στην ενδεχομενικότητα και με τρόπους που δεν λαμβάνουν υπόψη τέτοιες ιδιάζουσες δομές κυριαρχίας αποδυναμώνει –κατά ειρωνικό τρόπο– τον αγώνα.

ΙΙΙ.

Τι είναι το κεφάλαιο σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ; Στον πυρήνα της κατηγορίας του κεφαλαίου βρίσκεται η υπεραξία. Αυτή η κατηγορία, σε γενικές γραμμές, έχει γίνει κατανοητή σε συνάρτηση με την εκμετάλλευση, αφού καταδεικνύει ότι, παρά τα φαινόμενα, το υπερπροϊόν στον καπιταλισμό δεν συνιστά αποτέλεσμα διαφόρων παραγωγικών συντελεστών, όπως η εργασία, η γη και ο μηχανικός εξοπλισμός, αλλά αποκλειστικά της εργασίας. Η υπεραξία, σε αυτό το παραδοσιακό πλαίσιο, αποτελεί κατηγορία που άπτεται της ταξικής εκμετάλλευσης. Χωρίς να διαφωνώ με αυτή την ανάλυση, τη θεωρώ μερική. Η συμβατική κατανόηση της υπεραξίας εστιάζεται αποκλειστικά στη δημιουργία ενός πλεονάσματος, αλλά δεν αναγνωρίζει επαρκώς τη σημασία της ανάλυσης του Μαρξ για τη μορφή του πλούτου, δηλαδή της αξίας. Επομένως, για να επεξεργαστούμε την αντίληψη του Μαρξ για το κεφάλαιο θα χρειαστεί να εξετάσουμε εν συντομία τις βασικότερες κατηγορίες της ανάλυσής του, δηλαδή το εμπόρευμα και την αξία.

Αυτές οι κατηγορίες δεν πρέπει να θεωρούνται διιστορικές, αλλά ιστορικά προσιδιάζουσες στη νεότερη –ή καπιταλιστική– κοινωνία[ii]. Στα ώριμα έργα του, ο Μαρξ προσπάθησε να εντοπίσει την πιο θεμελιώδη μορφή κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική κοινωνία και να αναπτύξει σε αυτή τη βάση μια θεωρία ικανή να συλλάβει το σύνολο των διεργασιών αυτής της κοινωνίας. Η εν λόγω κεντρική μορφή είναι τοεμπόρευμα[iii]. Ο Μαρξ χρησιμοποίησε τον όρο «εμπόρευμα» για να ονομάσει μια ιστορικά ιδιάζουσα μορφή κοινωνικών σχέσεων, που συγκροτείται ως δομημένη μορφή κοινωνικών πρακτικών και συγχρόνως ως δομούσα αρχή των δράσεων, των κοσμοεικόνων και των διαθέσεων του ανθρώπων. Ως πρακτική κατηγορία που αφορά την πρακτική, αποτελεί μορφή τόσο κοινωνικής υποκειμενικότητας όσο και αντικειμενικότητας. (Μια τέτοια κατανόηση των κατηγοριών, η οποία βασίζεται στον Λούκατς και τον Αντόρνο, συνεπάγεται μια προσέγγιση για τον πολιτισμό και την κοινωνία πολύ διαφορετική από το μοντέλο βάσης – εποικοδόμηματος.)

Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τη μορφή εμπόρευμα των κοινωνικών σχέσεων, κατά την ανάλυση του Μαρξ, είναι ότι συγκροτείται από την εργασία και ότι υπάρχει υπό αντικειμενοποιημένη μορφή[iv]. Αυτή η ανάλυση είναι αλληλένδετη με την αντίληψή του για την ιστορική ιδιοτυπία της εργασίας στον καπιταλισμό. Πράγματι, ο Μαρξ υποστηρίζει ότι η εργασία στον καπιταλισμό έχει «διττό χαρακτήρα»: είναι ταυτοχρόνως «συγκεκριμένη εργασία» και «αφηρημένη εργασία»[v]. Η «συγκεκριμένη εργασία» αναφέρεται στο γεγονός ότι κάποια μορφή εργασιακής δραστηριότητας διαμεσολαβεί τη σχέση ανθρώπων και φύσης σε κάθε μορφή κοινωνίας. Από την άλλη, η «αφηρημένη εργασία» δεν αποτελεί απλώς συγκεκριμένη εργασία εν γένει, αλλά συνιστά μια ιδιάζουσα, ιστορικά προσδιορισμένη κατηγορία. Τούτο σημαίνει ότι η εργασία στον καπιταλισμό διαθέτει μια μοναδική κοινωνική λειτουργία που δεν είναι εγγενής στην εργασιακή δραστηριότητα καθεαυτή. Σε μια κοινωνία που δομείται με κέντρο τη μορφή εμπόρευμα, η εργασία και τα προϊόντα της δεν διανέμονται κοινωνικά με βάση τους παραδοσιακούς κανόνες ή με βάση ανοιχτές σχέσεις δύναμης και κυριαρχίας, όπως σε προηγούμενες μορφές κοινωνιών. Τουναντίον, η εργασία στον καπιταλισμό αποτελεί μια νέα μορφή κοινωνικής αλληλεξάρτησης, όπου οι άνθρωποι δεν καταναλώνουν ό,τι παράγουν, αλλά όπου η εργασία τους ή τα προϊόντα της λειτουργούν ως οιονεί αντικειμενικά μέσα για την απόκτηση προϊόντων που παράγουν άλλοι. Έχοντας τον ρόλο ενός τέτοιου μέσου, η εργασία και τα προϊόντα της προκαταλαμβάνουν στην πραγματικότητα τη λειτουργία των έκδηλων κοινωνικών σχέσεων.

Στα έργα του ώριμου Μαρξ, η κεντρικότητα της εργασίας στην κοινωνική ζωή δεν αποτελεί διιστορική πρόταση. Δεν υποδηλώνει ότι η υλική παραγωγή αποτελεί την πλέον ουσιώδη διάσταση της κοινωνικής ζωής εν γένει ή του καπιταλισμού πιο συγκεκριμένα. Τουναντίον, αναφέρεται στην ιστορικά ιδιάζουσα συγκρότηση μιας μορφής κοινωνικής διαμεσολάβησης από την εργασία στον καπιταλισμό, η οποία χαρακτηρίζει ουσιωδώς την καπιταλιστική κοινωνία. Επειδή η εργασία στον καπιταλισμό δεν είναι απλώς η εργασία όπως την εννοούμε διιστορικά και με τους όρους του κοινού νου, αλλά και μια ιστορικά ιδιάζουσα δραστηριότητα κοινωνικής διαμεσολάβησης, οι αντικειμενοποιήσεις της (εμπόρευμα, κεφάλαιο) συνιστούν, κατά τον Μαρξ, προϊόντα της συγκεκριμένης εργασίας και συγχρόνως αντικειμενοποιημένες μορφές κοινωνικής διαμεσολάβησης. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, οι θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν ουσιωδώς την καπιταλιστική κοινωνία είναι πολύ διαφορετικές από τις έκδηλες, ποιοτικά εξειδικευμένες, σχέσεις που χαρακτηρίζουν τις μη καπιταλιστικές κοινωνίες (όπως οι σχέσεις συγγένειας ή οι σχέσεις άμεσης προσωπικής κυριαρχίας).  Μολονότι το τελευταίο είδος κοινωνικών σχέσεων εξακολουθεί να υφίσταται στον καπιταλισμό, εκείνο που τελικώς δομεί αυτή την κοινωνία είναι ένα νέο επίπεδο κοινωνικών σχέσεων οι οποίες συγκροτούνται από την εργασία. Αυτές οι σχέσεις έχουν έναν ιδιόμορφο, οιονεί αντικειμενικό μορφικό χαρακτήρα και είναι διττές: χαρακτηρίζονται από την αντίθεση ανάμεσα σε μια αφηρημένη, γενική και ομοιογενή διάσταση και σε μια συγκεκριμένη, ιδιαίτερη, υλική διάσταση, αμφότερες οι οποίες εμφανίζονται ως φυσικές παρά ως κοινωνικές, ενόσω καθορίζουν τις κοινωνικές προσλήψεις της φυσικής πραγματικότητας.

Η αφηρημένη διάσταση της κοινωνικής διαμεσολάβησης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό εκφράζεται μέσω της αξίας, δηλαδή της μορφής του πλούτου που κυριαρχεί σε αυτή την κοινωνία. Η «εργασιακή θεωρία της αξίας» του Μαρξ έχει συχνά εκληφθεί εσφαλμένα ως μια εργασιακή θεωρία του πλούτου, σαν να υποστήριζε ότι η εργασία αποτελεί, ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου, την αποκλειστική κοινωνική πηγή του πλούτου. Ωστόσο, η ανάλυση του Μαρξ δεν αποτελεί ανάλυση του πλούτου εν γένει, όπως δεν αποτελεί και ανάλυση της εργασίας εν γένει. Ο Μαρξ αναλύει την αξία ως ιστορικά ιδιάζουσα μορφή πλούτου η οποία είναι συνυφασμένη με τον ιστορικά μοναδικό ρόλο της εργασίας στον καπιταλισμό. Επιπλέον, διακρίνει ρητά την αξία από αυτό που ονομάζει «υλικό πλούτο» και συνδέει αυτές τις δύο διακριτές μορφές πλούτου με τον διττό χαρακτήρα που έχει η εργασία στον καπιταλισμό[vi]. Έτσι, ο υλικός πλούτος υπολογίζεται με βάση την παραγόμενη ποσότητα των προϊόντων και σε συνάρτηση με ορισμένους παράγοντες που προστίθενται στην εργασία,  όπως η γνώση, η κοινωνική οργάνωση και οι φυσικές συνθήκες[vii]. Η αξία, από την άλλη, συγκροτείται αποκλειστικά από τη δαπάνη του ανθρώπινου εργάσιμου χρόνου και είναι η κυρίαρχη μορφή πλούτου στον καπιταλισμό[viii]. Ενώ ο υλικός πλούτος, όταν αποτελεί την κυρίαρχη μορφή πλούτου, διαμεσολαβείται από φανερές κοινωνικές σχέσεις που είναι εξωτερικές προς αυτόν, η αξία συνιστά αυτοδιαμεσολαβούμενη μορφή πλούτου.

Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από μια ιστορικά ιδιάζουσα και οιονεί αντικειμενική μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης η οποία συγκροτείται από την εργασία και αντικειμενοποιείται ως μορφή εμπόρευμα. Μολονότι αυτή η ιστορικά ιδιάζουσα μορφή διαμεσολάβησης συγκροτείται από καθορισμένες μορφές πρακτικών, γίνεται οιονεί ανεξάρτητη από τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτές τις πρακτικές. Προκύπτει έτσι μια ιστορικά νέα μορφή κοινωνικής κυριαρχίας, η οποία υποβάλλει τους ανθρώπους σε ολοένα και πιο απρόσωπες εξορθολογισμένες υποχρεώσεις και περιορισμούς, που δεν μπορούν να κατανοηθούν επαρκώς με όρους ταξικής κυριαρχίας – ή γενικότερα με όρους συγκεκριμένης κυριαρχίας κοινωνικών ομαδοποιήσεων ή θεσμικών βαθμίδων του κράτους και / ή της οικονομίας. Αυτή η μορφή κυριαρχίας, όπως και η έννοια της εξουσίας στον Φουκώ (ακόμη κι αν είναι ακριβέστερα θεμελιωμένη), δεν βρίσκεται σε καθορισμένους τόπους και, παρότι συγκροτείται από καθορισμένες μορφές κοινωνικών πρακτικών, εμφανίζεται εντελώς απαλλαγμένη από κάθε κοινωνικό χαρακτήρα.

Ως προς αυτό, έχει κομβική σημασία ο προσδιορισμός, από τον Μαρξ[ix], του μεγέθους της αξίας με όρους κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Αυτός ο χρονικός προσδιορισμός της αξίας ως μορφής του κοινωνικού πλούτου δεν είναι απλώς περιγραφικός, αλλά σκιαγραφεί έναν επιτακτικό κανόνα, γενικού κοινωνικού χαρακτήρα. Η παραγωγή οφείλει να συμμορφώνεται με αυτόν τον κυρίαρχο, αφηρημένο και γενικό κανόνα προκειμένου να δημιουργήσει  ολόκληρη την αξία των προϊόντων της. Η ιστορικά ιδιάζουσα αφηρημένη μορφή κοινωνικής κυριαρχίας που είναι εγγενής στις θεμελιώδεις μορφές κοινωνικής διαμεσολάβησης του καπιταλισμού είναι η κυριαρχία του χρόνου επί του λαού. Αυτή η μορφή κυριαρχίας είναι αλληλένδετη με μια ιστορικά ιδιάζουσα μορφή χρονικότητας –τον αφηρημένο νευτώνειο χρόνο–, η οποία συγκροτείται ιστορικά μαζί με τη μορφή εμπόρευμα.

Ωστόσο, η χρονικότητα αυτής της μορφής κοινωνικής διαμεσολάβησης δεν είναι μόνο αφηρημένη. Μια ιδιαιτερότητα της αξίας ως χρονικής μορφής του πλούτου είναι ότι αν και η άνοδος της παραγωγικότητας αυξάνει την ποσότητα της αξίας χρήσης που παράγεται ανά μονάδα χρόνου, δεν προκύπτουν παρά μόνο βραχυπρόθεσμες αυξήσεις στο μέγεθος της αξίας που δημιουργείται ανά μονάδα χρόνου. Όταν γενικεύεται η παραγωγική αύξηση, το μέγεθος της αξίας ανά μονάδα χρόνου επιστρέφει στο αρχικό επίπεδο[x], με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα είδος κυκλικότητας. Τα υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας επιφέρουν ανάλογη αύξηση στην παραγωγή αξιών χρήσης, αλλά δεν επιφέρουν ανάλογη μακροχρόνια αύξηση στην αξία. (Πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτή η ιδιότυπη κυκλική δυναμική ριζώνει στη χρονική διάσταση της αξίας. Δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως από τον τρόπο με τον οποίο γενικεύεται αυτό το μοντέλο, λόγου χάρη μέσω του ανταγωνισμού της αγοράς.) Ωστόσο, αν και οι αλλαγές στην παραγωγικότητα, ως προς τη διάσταση της αξίας χρήσης, δεν μεταβάλλουν την ποσότητα της αξίας που παράγεται ανά μονάδα χρόνου, καθορίζουν αυτό που λογίζεται ως δεδομένη μονάδα χρόνου. Οι συνεχείς αυξήσεις της παραγωγικότητας σπρώχνουν, τρόπον τινά, τη μονάδα του (αφηρημένου) χρόνου στον ιστορικό χρόνο. Πρόκειται για κίνηση χρόνου. Τόσο ο αφηρημένος όσο και ο ιστορικός χρόνος συγκροτούνται ιστορικά ως δομές κυριαρχίας.

Η διαλεκτική αυτών των χρονικοτήτων συλλαμβάνεται από την κατηγορία του κεφαλαίου, που αναλύεται από τον Μαρξ ως αυτοαξιοποιούμενη αξία. Πρόκειται για μια κατηγορία κίνησης που συνεπάγεται μια ακατάπαυστη διαδικασία αυτοεπέκτασης της αξίας, μια κατευθυντήρια κίνηση χωρίς εξωτερικό σκοπό, η οποία γεννά κύκλους παραγωγής και κατανάλωσης, δημιουργίας και καταστροφής σε ευρεία κλίμακα. Όταν ο Μαρξ την εισάγει στο Κεφάλαιο, επισημαίνει ότι αυτή η κατηγορία διαπερνά την ιστορική δυναμική της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας και την περιγράφει με την ίδια γλώσσα που χρησιμοποίησε ο Χέγκελ στηΦαινομενολογία για το Geist (την αυτοκινούμενη υπόσταση που συνιστά υποκείμενο της δικής της διαδικασίας[xi]). Με αυτό τον τρόπο, ο Μαρξ υποστηρίζει ότι στον καπιταλισμό υπάρχει όντως ένα ιστορικό Υποκείμενο με την εγελιανή έννοια. Όμως –και αυτό έχει κομβική σημασία– δεν ταυτίζει αυτό το υποκείμενο με το προλεταριάτο (όπως ο Λούκατς) ή και με την ανθρωπότητα. Τουναντίον, το ταυτίζει με το κεφάλαιο, ως δυναμική δομή μιας αφηρημένης κυριαρχίας η οποία, μολονότι συγκροτείται από ανθρώπους, αυτονομείται από τη βούλησή τους. Κατά ειρωνικό τρόπο, ο ιδεαλιστικός χαρακτήρας της διαλεκτικής του Χέγκελ εξέφραζε αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιστορικής δυναμικής του καπιταλισμού.

Συνεπώς, ο Μαρξ δεν παρουσιάζει στα ώριμα έργα του ένα ιστορικό μετα-υποκείμενο, όπως το προλεταριάτο, το οποίο θα αυτοπραγματωνόταν σε μια μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά παρέχει τις βάσεις για μια κριτική αυτής της ιδέας. Διατυπώνει έτσι μια θέση πολύ διαφορετική από εκείνη ορισμένων θεωρητικών όπως ο Λούκατς, για τον οποίο η κοινωνική ολότητα η οποία συγκροτείται από την εργασία παρέχει την οπτική γωνία για την κριτική του καπιταλισμού και πρόκειται να πραγματωθεί στον σοσιαλισμό. ΣτοΚεφάλαιο, η ολότητα και η εργασία που την συγκροτεί έχουν γίνει αντικείμενα της κριτικής. Το ιστορικό Υποκείμενο είναι η αλλοτριωμένη δομή της κοινωνικής διαμεσολάβησης στην καρδιά της ιστορικής δυναμικής του καπιταλιστικού σχηματισμού. Επομένως, οι αντιφάσεις του κεφαλαίου υποδεικνύουν την κατάργηση και όχι την πραγμάτωση του υποκειμένου. Πράγματι, ο Μαρξ στο Κεφάλαιο εδραιώνει εντέλει την ιστορική δυναμική του καπιταλισμού στον διττό χαρακτήρα του εμπορεύματος και συνεπώς του κεφαλαίου. Αυτός ο χαρακτήρας δεν μπορεί όμως να γίνει κατανοητός αν η κατηγορία της υπεραξίας νοηθεί αποκλειστικά με όρους εκμετάλλευσης, ως υπερ-αξία και όχι επίσης ως υπερ-αξία, δηλαδή ως πλεόνασμα μιας χρονικής μορφής πλούτου.

Η κυκλική δυναμική του κεφαλαίου που περιέγραψα, η οποία διέπεται από τη διαλεκτική αξίας και αξίας χρήσης, βρίσκεται στην καρδιά της πολυσύνθετης και μη γραμμικής ιστορικής δυναμικής της σύγχρονης κοινωνίας. Αφενός, αυτή η δυναμική χαρακτηρίζεται από συνεχείς μετασχηματισμούς της παραγωγής και γενικότερα της κοινωνικής ζωής και, αφετέρου, συνεπάγεται τη συνεχή ανασυγκρότηση της θεμελιώδους προϋπόθεσής της ως ένα αμετάβλητο στοιχείο της κοινωνικής ζωής – ότι δηλαδή η κοινωνική διαμεσολάβηση επιτελείται από την εργασία και ότι επομένως η ζωντανή εργασία παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας (θεωρούμενης με όρους κοινωνίας ως όλου) ανεξαρτήτως του επιπέδου παραγωγικότητας. Η ιστορική δυναμική του καπιταλισμού δημιουργεί συνεχώς το νέο, την ίδια στιγμή που επαναδημιουργεί το ίδιο. Η εν λόγω δυναμική δημιουργεί τη δυνατότητα για μια άλλη οργάνωση της κοινωνικής ζωής και την ίδια στιγμή δεν επιτρέπει σε αυτή τη δυνατότητα να πραγματωθεί.

Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας, σύμφωνα με τον Μαρξ, το κεφάλαιο γίνεται ολοένα και λιγότερο η φενακισμένη μορφή των ικανοτήτων που, «στην πραγματικότητα», ανήκουν στους εργάτες. Τουναντίον, η παραγωγική ικανότητα του κεφαλαίου γίνεται ολοένα και περισσότερο μια γενική κοινωνική παραγωγική δύναμη που δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι ανήκει αποκλειστικά στους άμεσους παραγωγούς. Η συγκρότηση και συσσώρευση μιας κοινωνικά γενικής γνώσης καθιστούν την προλεταριακή εργασία ολοένα και περισσότερο αναχρονιστική. Ταυτόχρονα, όμως, η διαλεκτική αξίας και αξίας χρήσης ανασυγκροτεί την αναγκαιότητα μιας τέτοιας εργασίας[xii].

Μια από τις συνέπειες που προκύπτουν απ’ αυτήν την ανάλυση είναι ότι το κεφάλαιο δεν συνιστά ενιαία ολότητα και ότι η μαρξική έννοια της διαλεκτικής αντίφασης μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων δεν αναφέρεται σε μια αντίφαση μεταξύ σχέσεων που είναι υποτίθεται εξωγενείς προς την παραγωγή (λόγου χάρη, η αγορά και η ιδιωτική ιδιοκτησία) και παραγωγικών δυνάμεων που είναι δήθεν εξωγενείς προς το κεφάλαιο (λόγου χάρη, η εργασία). Αντιθέτως, η διαλεκτική αντίφαση αφορά τις δύο διαστάσεις του ίδιου του κεφαλαίου. Ως αντιφατική ολότητα, το κεφάλαιο γεννά μια σύνθετη ιστορική δυναμική που υποδεικνύει τη δυνατότητα της ίδιας του της υπέρβασης από μια κοινωνική δομή βασισμένη στον υλικό πλούτο.

Να επισημάνουμε εν παρόδω ότι καθώς ο Μαρξ θεμελίωνε τον αντιφατικό χαρακτήρα του κοινωνικού σχηματισμού σε ιστορικά ιδιάζουσες δυαδικές μορφές (εμπόρευμα και κεφάλαιο), υποδείκνυε ότι η δομικά θεμελιωμένη κοινωνική αντίφαση προσιδιάζει στον καπιταλισμό. Υπό το φως αυτής της ανάλυσης, η θέση ότι η πραγματικότητα ή οι κοινωνικές σχέσεις γενικώς είναι ουσιωδώς αντιφατικές και διαλεκτικές συνιστά απλώς μεταφυσική υπόθεση και δεν μπορεί να εξηγηθεί. Αυτό σημαίνει επίσης ότι κάθε θεωρία που προϋποθέτει μια λογική ανάπτυξης που θα ήταν εγγενής στην ιστορία ως τέτοια –είτε διαλεκτική είτε εξελικτική λογική– προβάλλει αυτό που ισχύει για τον καπιταλισμό στην ανθρώπινη ιστορία εν γένει.

Η κατανόηση της σύνθετης δυναμικής του καπιταλισμού, την οποία περιέγραψα, επιτρέπει μια κριτική κοινωνική (παρά τεχνολογική) ανάλυση με αντικείμενο τη διαδικασία της ανάπτυξης και τη δομή της παραγωγής στη σύγχρονη κοινωνία. Σε αυτό το πλαίσιο, ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια καθορισμένη ραγδαία μορφή ανάπτυξης. Ωστόσο το πρόβλημα με την οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού δεν είναι απλώς ότι σφραγίζεται από κρίσεις, όπως συχνά και ορθά έχει επισημανθεί από παραδοσιακές μαρξιστικές προσεγγίσεις, αλλά ότι ημορφή αυτής της ανάπτυξης, η οποία επιφέρει την προϊούσα καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, είναι καθεαυτή προβληματική. Η πορεία της ανάπτυξης θα ήταν εντελώς διαφορετική, σύμφωνα με αυτήν την ανάλυση, εάν τελικός σκοπός της παραγωγής ήταν η αύξηση της ποσότητας των αγαθών και όχι της υπεραξίας.

Αυτή η προσέγγιση παρέχει επίσης τη βάση για μια κριτική ανάλυση της δομής της κοινωνικής εργασίας και της φύσης της παραγωγής στον καπιταλισμό. Δείχνει ότι η βιομηχανική διαδικασία παραγωγής είναι εγγενώς καπιταλιστική και δεν μπορεί να κατανοείται ως μια τεχνική διαδικασία η οποία, αν και κοινωνικοποιείται ολοένα και περισσότερο, αξιοποιείται από τους ατομικούς καπιταλιστές για την εξυπηρέτηση των δικών τους σκοπών. Η τάση του κεφαλαίου για διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας δημιουργεί έναν τεχνολογικά περίπλοκο παραγωγικό μηχανισμό ο οποίος καθιστά την παραγωγή υλικού πλούτου ουσιωδώς ανεξάρτητη από την άμεση δαπάνη του χρόνου της ανθρώπινης εργασίας. Το γεγονός αυτό, με τη σειρά του, διαμορφώνει δυνατότητες για μια γενική κοινωνική μείωση ευρείας κλίμακας του χρόνου εργασίας και για θεμελιώδεις αλλαγές στη φύση και την κοινωνική οργάνωση της εργασίας. Ωστόσο, αυτές οι δυνατότητες δεν πραγματώνονται στον καπιταλισμό. Η ανάπτυξη της τεχνολογικά περίπλοκης παραγωγής δεν απελευθερώνει τους ανθρώπους από την τμηματική και επαναληπτική εργασία. Ομοίως, ο χρόνος εργασίας δεν μειώνεται σε γενικό κοινωνικό επίπεδο, αλλά κατανέμεται άνισα, και μάλιστα αυξάνεται υπερβολικά για κάποιους.

Η κατανόηση των δυνατοτήτων και των περιορισμών του καπιταλισμού θέτει με νέους όρους το ζήτημα της ιστορικής του υπέρβασης μέσα από την αυτοκατάργηση του προλεταριάτου και της εργασίας που αυτό εκτελεί, όπως και από την εξάλειψη του δυναμικού συστήματος αφηρημένου καταναγκασμού που συγκροτείται από την εργασία ως διαμεσολαβητική κοινωνική δραστηριότητα. Αναδεικνύει επίσης τη δυνατότητα ενός μετασχηματισμού της γενικής δομής της εργασίας και του χρόνου, παρέχοντας έτσι τη βάση για μια κριτική τόσο της παραδοσιακής μαρξιστικής ιδέας περί «πραγμάτωσης του προλεταριάτου» όσο και του τρόπου με τον οποίο ο καπιταλισμός καταργεί τις εθνικές εργατικές τάξεις, δημιουργώντας μια υπο-τάξη στο πλαίσιο της άνισης κατανομής της εργασίας και του χρόνου σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Αν και το αφηρημένο –με όρους λογικής– επίπεδο ανάλυσης που σκιαγραφούμε εδώ δεν αναφέρεται στους ειδικούς παράγοντες που σχετίζονται με τους δομικούς μετασχηματισμούς της προηγούμενης τριακονταετίας, παρέχει ένα πλαίσιο όπου αυτοί οι μετασχηματισμοί μπορούν να θεμελιωθούν κοινωνικά και να κατανοηθούν ιστορικά. Μας βοηθά να κατανοήσουμε τη μη γραμμική δυναμική ανάπτυξης της σύγχρονης κοινωνίας, η οποία θα μπορούσε να φωτίσει το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην πραγματική οργάνωση της κοινωνικής ζωής και στον τρόπο που θα μπορούσε να οργανωθεί, ιδιαίτερα αν συνυπολογιστεί η αυξανόμενη βαρύτητα της επιστήμης και της τεχνολογίας. Αυτό το χάσμα μεγαλώνει εδώ και σαράντα χρόνια, και εκφράζεται κοινωνικά μέσα από τη διαίρεση του πληθυσμού σε ένα μεταβιομηχανικό τομέα και σε έναν τομέα που χαρακτηρίζεται από μια διαρκώς εντεινόμενη κοινωνική, οικονομική και πολιτική περιθωριοποίηση.

Επίσης, αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποτελέσει βάση για μια κριτική ανάλυση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως εναλλακτικών μορφών καπιταλιστικής συσσώρευσης, παρά ως κοινωνικών τρόπων που αντιπροσώπευαν την ιστορική άρνηση του κεφαλαίου, σε ατελή έστω μορφή. Γενικότερα, επιχειρεί να απελευθερώσει την κριτική θεωρία του καπιταλισμού από την επιβεβαίωση κρατικιστικών μορφών ανάπτυξης, με τις οποίες είχε συνδεθεί για μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα. Στον βαθμό που επιχειρεί να θεμελιώσει κοινωνικά, από κριτική σκοπιά, τις οιονεί αντικειμενικές αφηρημένες κοινωνικές σχέσεις, τη φύση της παραγωγής, της εργασίας και των επιταγών της ανάπτυξης στον καπιταλισμό, αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε επίσης να στραφεί σε πολλές σημερινές έγνοιες, δυσαρέσκειες και βλέψεις, που εκφράζονται  ποικιλοτρόπως από μια σειρά κινημάτων, με τρόπο που θα μπορούσε να τις συσχετίσει με την ανάπτυξη του κεφαλαίου – έστω και με μη παραδοσιακούς ταξικούς όρους.

Καθώς αυτή η ερμηνεία επαναστοχάζεται ουσιαστικά τη σημασία της θεωρίας της αξίας και επανεξετάζει τη φύση του καπιταλισμού, αλλάζει τους όρους της συζήτησης μεταξύ των κριτικών θεωριών για τον καπιταλισμό και των υπόλοιπων κοινωνικών θεωριών. Υποστηρίζει εμμέσως ότι μια επαρκής κριτική θεωρία της νεωτερικότητας θα έπρεπε να είναι μια αναστοχαστική θεωρία, ικανή να υπερβαίνει τις θεωρητικές διχοτομίες του πολιτισμού και της υλικής ζωής, της δομής και της δράσης, την ίδια στιγμή που θα θεμελιώνει κοινωνικά τη δεσπόζουσα μη γραμμική κατευθυντήρια δυναμική του σύγχρονου κόσμου, τις μορφές της οικονομικής του ανάπτυξης και τη φύση και την πορεία της παραγωγικής διαδικασίας του. Με άλλα λόγια, μια τέτοια θεωρία πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσει με κοινωνικούς όρους τα παράδοξα χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας που αναφέραμε προηγουμένως.

Συγκροτώντας ένα πλαίσιο για την προσέγγιση αυτών των ζητημάτων, η ερμηνεία που προτείνω επιδιώκει να συμβάλει στον λόγο της σύγχρονης κριτικής κοινωνικής θεωρίας και στην κατανόηση των εκτεταμένων μετασχηματισμών του σύγχρονου κόσμου.

 Μετάφραση: Γαβριήλ Σακελλαρίδης

[i] Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Mark Loeffler για τις πολύτιμες κριτικές παρατηρήσεις του.

[ii] Karl Marx, Capital, τόμος 1, αγγλική έκδοση (μτφρ. Ben Fowkes), Pelican Books,Λονδίνο, 1976, σ. 166, 169.

[iii] Ό.π., σ. 125.

[iv] Ό.π., σ. 128 κε.

[v] Ό.π., σ. 131-139.

[vi] Ό.π., σ. 134.

[vii] Ό.π., σ.130.

[viii] Ό.π., σ. 129, 130, 136.

[ix] Ό.π., σ. 129.

[x] Στο ίδιο.

[xi] Ό.π., σ. 255-256.

[xii] Τα ζητήματα αυτά αναπτύσσονται εκτενώς στο βιβλίο

Πηγή ΤransformAthemita
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget