Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ονειρμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ονειρμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Συμβολή στο σχεδίασμα μιας ιστορίας των αναπτυξιακών σταδίων της (μετα-)διαλεκτικής*


του Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ)


I. Υλιστική διαλεκτική: Για την αμεσότητα, την αρνητικότητα και τη θετικότητα, την υπέρβασή της


1. Η διαλεκτική λογική ασκεί κριτική στους τρεις βασικούς νόμους της τυπικής λογικής, τον νόμο της ταυτότητας, τον νόμο του αποκλειόμενου τρίτου και τον νόμο του αποχρώντος λόγου, δείχνοντας πώς οι τρεις αυτοί νόμοι δεν είναι παρά τρεις στιγμές μιας έλλογης διαλεκτικής αυτοκριτικής του πρώτου νόμου, που οδηγεί στον δεύτερο, και του δεύτερου νόμου, που οδηγεί στον τρίτο. Ο νόμος της ταυτότητας, Α = Α, αναιρείται από το γίγνεσθαι του Α που οδηγεί στη διαφορά του Α από τον εαυτό του, όπως υποδηλώνει η ίδια η μορφή της κατηγόρησης της ταυτότητας, σύμφωνα με την οποία το Α, για να ισούται με τον εαυτό του, πρέπει να διαφέρει από τον εαυτό του. Το γίγνεσθαι του Α οδηγεί στη διαφορά από τον εαυτό του, και άρα στη δυνατότητα της αντίθεσής του, στο μη Α. Ο νόμος του αποκλειόμενου τρίτου, (+) Α διάφορο του -Α,  αναιρείται όταν συλληφθεί πως το Α ορίζεται μέσω της αντίθεσής του στο -Α, πράγμα που προϋποθέτει το κοινό εννοιολογικό τους πεδίο, το κοινό λογικό θεμέλιο των δύο πρώτων, εξίσου έγκυρων λογικών νόμων, οδηγώντας στον νόμο του αποχρώντος λόγου. Από την αρχαία διαλεκτική μέχρι τη νεωτερικότητα, είχαν ήδη διατυπωθεί οι πρώτες κριτικές των νόμων της τυπικής λογικής, στον Ηράκλειτο, τον Ζήνωνα, τον Πλάτωνα, τον ταοϊσμό, στις διάφορες μορφές σκεπτικισμού και στωικισμού, αλλά και με τη μορφή διαφόρων θεολογικών δογμάτων γεφύρωσης του χάσματος της τυπικής έννοιας με την πραγματικότητα. 

2. Αν ο Kant έδειξε την αναγκαιότητα της διαλεκτικής αντίφασης στη μορφή των αποριών του Καθαρού Λόγου, και ο Fichte έδειξε τη διαλεκτική παραγωγή των τριών θεμελιακών νόμων της τυπικής λογικής στο Θεμέλιο της Επιστημολογίας με σημείο εκκίνησης το καντιανό υπερβατολογικό Ego, ήταν ο Hegel εκείνος που έδωσε στη διαλεκτική λογική την πλέον ώριμη μορφή και μέθοδο. Ξεκινώντας από μια φαινομενολογία της άμεσης εμπειρίας, η συνείδηση οδηγείται από τη γνώση των φαινομένων της εμπειρίας στη γνώση της γνώσης, στην επιστημονική επί-γνωση της σκέψης από την ίδια τη σκέψη, άρα στην Επιστήμη της Λογικής. Η Επιστήμη της Λογικής οδηγείται από το καθαρό Είναι της Έννοιας, την απλούστερη έννοια της Λογικής, προς την Ουσία και την Έννοια της Έννοιας, τελικά στην Απόλυτη Ιδέα της Λογικής, στη διαλεκτική Μέθοδο. Η Απόλυτη Ιδέα του Λόγου εξωτερικεύεται στη Φύση (φιλοσοφία της φύσης), και το Πνεύμα (φιλοσοφία του Πνεύματος). 

Με τον Hegel η Ιδεαλιστική Διαλεκτική φτάνει στην ωρίμανσή της. 

3. Ενώ η κριτική του Hegel στον πρώιμο και μέσο Schelling της φιλοσοφίας της ταυτότητας, ήταν πως ο δεύτερος δεν συνέλαβε την ταυτότητα της ταυτότητας και της μη ταυτότητας στη διαλεκτική τους, αλλά υπέταξε τη μη ταυτότητα σε μια απόλυτη ταυτότητα, η κριτική του ύστερου Schelling στον Hegel ήταν πως ο Hegel υπέταξε την μη ταυτόσημη στην έννοια ύπαρξη στην συμπεριληπτική απόλυτη ταυτότητα της Έννοιας. Η μη αναγωγιμότητα και ασυμμετρία του είναι και της ύπαρξης στην έννοια, σύμφωνα με τον Schelling, διακρίνει τη διαλεκτική μέθοδο σε δύο μεθόδους, την αρνητική διαλεκτική που διαρκώς ανάγει την ύπαρξη στη διαμεσολάβηση της Ουσίας και της Έννοιας, και τη θετική διαλεκτική που αναγνωρίζει τη θετικότητα του δημιουργικού Είναι και της Ύπαρξης, μέσω της οποίας αποκαλύπτεται η Έννοια. Η Φιλοσοφία της Αποκάλυψης δεν είναι ούτε ορθολογισμός ούτε εμπειρισμός, είναι ένας μεταφυσικός εμπειρισμός, καθώς μέσω μιας ιστορικά προσδιορισμένης υπαρξιακής αποκάλυψης γνωρίζεται εξ αποκαλύψεως η αλήθεια που υπερβαίνει την αντίθεση Λόγου και Εμπειρίας. Ο Schelling αναγνωρίζει στον Hegel ότι εντοπίζει και τις δύο διαστάσεις της διαλεκτικής και τις αναπτύσσει, ωστόσο το φιλοσοφικό του σύστημα μεροληπτεί υπέρ της πρώτης, αρνητικής και κριτικής διαλεκτικής, και μόνο αντιφατικά, με ασυνέπεια, αναγνωρίζει τη θετική χριστιανική κρατική ύπαρξη. Αν η αρνητική διαλεκτική, μολονότι αναγκαία, περιορίζεται τελικά σε μια ακαδημαϊκή επιστημονική διαλεκτική που υποτιμά τη θετική, δοσμένη ύπαρξη, η θετική διαλεκτική μετατρέπει την αρνητική διαλεκτική σε θετική ύπαρξη της ελευθερίας πέρα από το φιλοσοφικό εννοιολογικό σύστημα κατανόησής της. Για τον Schelling, αυτό σημαίνει το πέρασμα από μια εννοιολογική διαλεκτική, που νομιμοποιούσε το Κράτος, σε μια πρακτική διαλεκτική του Κράτους στη βάση της εμπειρίας της χριστιανικής αποκάλυψης.

Η ασυμμετρία Έννοιας και Ύπαρξης, και η διάκριση ανάμεσα σε Αρνητική και Θετική διαλεκτική, Επιστημονική Φιλοσοφία και Φιλοσοφία της Ζωής, θα σημαδέψει όλη τη μετέπειτα ιστορία της διαλεκτικής. O Schelling δείχνει πως η θετικότητα και η αρνητικότητα διαιρούν εσωτερικά την ίδια τη διαλεκτική μέθοδο, δημιουργώντας νέες της εκδοχές και διαλεκτικές μεροληψίες, δηλαδή αποφάσεις περί της διαλεκτικής μεθόδου.

Με τον Schelling η Ιδεαλιστική Διαλεκτική φτάνει στην παρακμή της, θέτοντας τους όρους δυνατότητας μιας Υλιστικής Διαλεκτικής που αναγνωρίζει την προτεραιότητα της ύπαρξης και της ζωής έναντι της έννοιας και της φιλοσοφίας.

4. Το πέρασμα από την Ιδεαλιστική Διαλεκτική του Hegel στην Υλιστική Διαλεκτική των Marx-Engels διατηρεί το κεκτημένο της κριτικής του Schelling και του Feuerbach στον Hegel. Ο Engels, όπως και ο Bakunin και ο Kierkegaard, παρακολουθεί τις διαλέξεις περί της Φιλοσοφίας της Αποκαλύψεως (1840) του Schelling, και συγγράφει μια κριτική το 1841, το Anti-Schelling. Ο γερμανικός Ιδεαλισμός, ο γαλλικός υλισμός, η αγγλική πολιτική οικονομία, αποτελούν βασικές πηγές της μαρξιστικής υλιστικής διαλεκτικής, αν και όχι τις μόνες. Στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας ο Marx δίνει το στίγμα της υλιστικής αντιστροφής της διαλεκτικής, του υλιστικού αναποδογυρίσματός της, ώστε αυτή να περάσει από τον ουρανό των φιλοσοφικών αφαιρέσεων στην τραχιά γη της σπαρασσόμενης ανθρώπινης ύπαρξης και να σταθεί πλέον "με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω". Στην Αγία Οικογένεια και τη Γερμανική Ιδεολογία οι Marx-Engels θα συνεργαστούν για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού, ενάντια στον δεξιό, χριστιανικό-κρατικό εγελιανισμό, ενώ στις Θέσεις για τον Φόυερμπαχ ο Marx θα δώσει το αίτημα της δικής του, υλιστικής διαλεκτικής, στην ακροτελεύτια θέση: «Οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε». Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο θα διακηρύξει αυτό το αίτημα ριζικής ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, σύμφωνα με την υλιστική πλέον διαλεκτική μέθοδο. 

Η διαλεκτική παραγωγή των νόμων της τυπικής λογικής, την οποία απέδειξε η ιδεαλιστική διαλεκτική, μετατρέπεται στην υλιστική διαλεκτική, δηλαδή σε μια νέα, αντεστραμμένη και ιστορική εκδοχή των νόμων αυτών. Οι ''τρεις νόμοι της διαλεκτικής'' του Engels αντιστοιχούν στους τρεις νόμους-στιγμές της διαλεκτικής λογικής. Ο νόμος μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα δείχνει πως το Α μετατρέπεται σε διάφορο του Α, σε "μη Α". Ο νόμος της πάλης των αντιθέτων δείχνει την ενότητα και αντίθεση των (+)Α και - Α. Ο νόμος της άρνησης της άρνησης δείχνει την επιστροφή στην ταυτότητα μέσα από την ετερότητα, στο κοινό θεμέλιο των δύο πρώτων νόμων. Για τους Marx-Engels, αυτή είναι η κίνηση της πραγματικής, υλιστικής-ιστορικής διαδικασίας. Η αρχική πρωτόγονη κοινότητα αυτομεταβάλλεται και οδηγείται στην πάλη των αντιθέτων, την ταξική πάλη, που είναι η ιστορία της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Η συμφιλίωση των αντιμαχόμενων τάξεων, και η επιστροφή στον αρχικό, πρωτόγονο κομμουνισμό σε ανώτερο επίπεδο, δεν υπάρχει ήδη, στην υπάρχουσα πολιτισμένη καπιταλιστική πραγματικότητα, όπως υπόσχεται η κοινοβουλευτική δημοκρατία και η ελευθερία της αγοράς, αλλά μέλλεται, μπορεί να υπάρξει. Αυτός ο μελλοντικός προσανατολισμός σε μια επερχόμενη πραγμάτωση της συμφιλίωσης, διαχωρίζει την επαναστατική διαλεκτική από τη συντηρητική διαλεκτική. Οι Marx-Engels δεν αναποδογυρίζουν απλώς την ιδεαλιστική διαλεκτική του Hegel, δείχνοντας την υλική της βάση. Υποστηρίζουν, επιπλέον, ότι ο τρίτος νόμος της συμφιλίωσης ταυτότητας και ετερότητας δεν ισχύει στον πραγματικό κόσμο, αλλά μπορεί να ισχύσει, αν επικρατήσει ο ώριμος κομμουνισμός, που ήδη έλκει μαγνητικά την ιστορική κίνηση, με την πραγματική υπέρβαση των τάξεων.


Έτσι αρχίζει η ιστορία της Υλιστικής Διαλεκτικής. 

5. Στην αρχή της ιστορίας της Υλιστικής Διαλεκτικής, θεωρία και πράξη, έννοια και ύπαρξη, αρνητικότητα και θετικότητα, βρίσκονται σε μία άμεση, ασαφή και υπανάπτυκτη ενότητα υποκειμένου-αντικειμένου, με προτεραιότητα της θετικής άρνησης της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, της ιδεώδους επαναστατικής πράξης που ακολουθεί το γίγνεσθαι της πραγματικής κίνησης του κομμουνισμού. Η πραγματική ήττα, όμως, των επαναστατικών κινημάτων, και ειδικά της Παρισινής Κομμούνας,  οδηγεί στην άνοδο της αρνητικής-κριτικής διάστασης, ώριμος καρπός της οποίας είναι τα ιστορικά έργα του Marx, η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας και το Κεφάλαιο, η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους του Engels. Με την ήττα των επαναστατικών προσπαθειών, η επαναστατική διαλεκτική περνά κρίση, την οποία υποδηλώνει το έργο του Engels, το Τέλος του Λουδοβίκου Φόυερμπαχ και της Γερμανικής Φιλοσοφίας, αλλά και η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα του Marx. Οι Marx-Engels νιώθουν την ανάγκη, τελικά, να θετικοποιήσουν την υλιστική διαλεκτική κριτική, συνδέοντάς τη με την άνοδο των συνδικάτων και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ενώ, ταυτόχρονα, η αρνητικότητα της κριτικής προς την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων πασχίζει να διατηρηθεί στη ζωή. Η θετικότητα και η αρνητικότητα αρχίζουν να μη βρίσκονται σε άμεση ενότητα αλλά να διασπώνται, συνεπώς ο διαχωρισμός θεωρίας και πράξης βαθαίνει. Το γεγονός πως οι Marx και Engels προτίμησαν αρχικά να διαπραγματευτούν τη δημοσίευση της Κριτικής του Προγράμματος της Γκότα, αναγνωρίζοντας το σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και προσπαθώντας να μην το εκθέσουν δημόσια για τη τραγική πολιτική του στροφή (με αποτέλεσμα το κείμενο να δημοσιευτεί σε ασφαλέστερη ιστορική συγκυρία, 13 χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Marx), αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη διάσπαση ανάμεσα σε μια Αρνητική υλιστική διαλεκτική, που είχε υποσχεθεί να ασκήσει ''ανελέητη κριτική στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων'', και μια Θετική υλιστική διαλεκτική, που προέκρινε τη θετική ύπαρξη του αναπτυσσόμενου συνδικαλισμού και του σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Ακριβώς στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται το γεγονός ότι, ενώ το Κομμουνιστικό Μανιφέστο αρνούταν να δώσει ουτοπικές ''συνταγές για τις κουζίνες του μέλλοντος'', η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα προσπαθεί να περιγράψει κάποιους θετικούς όρους ύπαρξης της Ουτοπίας.

6. Με τον Λένιν και τον Γκράμσι, η άμεση, υπανάπτυκτη ενότητα της αρνητικής υλιστικής διαλεκτικής με τη θετική, και η πρωταρχική διάσπαση θετικότητας και αρνητικότητας στο ύστερο έργο των Marx-Engels, κατευθύνεται προς μια ανάπτυξη και εξειδίκευση τόσο της αρνητικής, όσο και της θετικής πλευράς της διαλεκτικής, στην εφαρμοσμένη, και όχι ιδεώδη, επαναστατική υλιστική διαλεκτική. Από τη μία μεριά, ο αρνητικός παράγοντας της καταστροφής των δεδομένων συνθηκών βρίσκεται σε ανειρήνευτη πολεμική με κάθε μεταρρύθμιση του αστικού κράτους. Από την άλλη μεριά, ο υποκειμενικός παράγοντας της πρωτοπορίας και του Κόμματος ανατιμάται σε σχέση με τις αντικειμενικές υλικές συνθήκες, σηματοδοτώντας μια στροφή της πρώτης, άμεσης υλιστικής διαλεκτικής των Marx-Engels προς έναν ιστορικό ιδεαλισμό της υποκειμενικής πολιτικής ηγεσίας που παρεμβαίνει από μια θέση σχετικής εξωτερικότητας προς τις αντικειμενικές συνθήκες. Η τελική ανατίμηση του Θετικού Υποκειμένου έναντι της κριτικής του Αντικειμένου, ολοκληρώνεται με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αντίθετα, εκεί που η επανάσταση ηττήθηκε η διαλεκτική οδηγήθηκε σε μια κριτική των θετικών, αντικειμενικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένου και του υποκειμένου.

7. Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία και η ήττα της σοσιαλιστικής επανάστασης στον Δυτικό Κόσμο, βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα στη Θετική υλιστική διαλεκτική και την Αρνητική υλιστική διαλεκτική. 

Η ΕΣΣΔ αναπτύσσει μια Θετική διαλεκτική, που υπερασπίζεται τη θετική ύπαρξη της ελευθερίας στην ύπαρξη της σοβιετικής κρατικής εξουσίας.

Αντίθετα, ο δυτικός μαρξισμός αναπτύσσει μια Αρνητική διαλεκτική, που υπερασπίζεται την αρνητική μη ύπαρξη της ελευθερίας, ασκώντας κριτική στη θετική πραγματικότητα τόσο της δυτικής όσο και της σοβιετικής εξουσίας.

Έτσι λοιπόν, ο δεσμός Θεωρίας και Πράξης, Έννοιας και Ύπαρξης κόβεται πλήρως. Στη Δύση, έχουμε μια Αρνητική Διαλεκτική που υποτιμά την επαναστατική πράξη, στο όνομα της ακαδημαϊκής, διαρκούς αρνητικής κριτικής της αντικειμενικής εκμεταλλευτικής πραγματικότητας. Στην ΕΣΣΔ έχουμε μια Θετική Διαλεκτική που επίσης υποτιμά την επαναστατική πράξη, στο όνομα της πολιτικής, διαρκούς οικοδόμησης της αντικειμενικής σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής πραγματικότητας. 

Αρνητική και Θετική Διαλεκτική, δεν είναι παρά δύο όψεις του ίδιου νομίσματος; της ήττας της επαναστατικής πράξης σε Ανατολή και Δύση, παρά τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στη Δύση, η εκτατική ανάπτυξη, η εξάπλωση της επανάστασης, απέτυχε. Στην ΕΣΣΔ, η εντατική ανάπτυξη, το βάθεμα της επανάστασης, επίσης απέτυχε. Αρνητική και Θετική Διαλεκτική βρίσκονται σε συμβιβασμό με την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Η πρώτη, γιατί θεωρεί αδύνατη πλέον την επαναστατική πραγμάτωση της ελευθερίας, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από την πράξη για να ασκήσει θεωρητική κριτική στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Η δεύτερη, γιατί επίσης θεωρεί αδύνατη την επαναστατική πραγμάτωση της ελευθερίας, λόγω της καπιταλιστικής περικύκλωσης και καθώς θεωρεί την επανάσταση ήδη πραγματωμένη στην υπάρχουσα σοβιετική κατάσταση πραγμάτων, της οποίας η θετική ύπαρξη πρέπει τελικά να συντηρηθεί. 

Από την άμεση υλιστική διαλεκτική υποκειμένου-αντικειμένου των Marx-Engels, περάσαμε στη διαχωρισμένη αρνητική και θετική διαλεκτική υποκειμένου-αντικειμένου της μεταπολεμικής περιόδου, στην αρνητική υλιστική διαλεκτική του δυτικού μαρξισμού, και στη θετική υλιστική διαλεκτική του σοβιετικού μαρξισμού. Ακόμα και το έργο του δομο-μαρξισμού του Αλτουσέρ, καταστατικά ενάντια στη διαλεκτική, καταλήγει στη πράξη σε μια ακαδημαϊκή αρνητική διαλεκτική απέναντι στο Κόμμα και το Κράτος, που αρνείται τον εμπειρικό θετικισμό της μαρξιστικής σοβιετικής ορθοδοξίας αξιοποιώντας την έννοια της Δομής και, αργότερα, του υλισμού της συνάντησης, ενάντια στην ιδέα της αναγκαίας και θετικής ύπαρξης της ελευθερίας. Ο Theodor Adorno θα αναδειχθεί ο αδιαφιλονίκητος φιλοσοφικός εκφραστής του οριστικού πνεύματος της εποχής του δυτικού μαρξισμού, συγγράφοντας την Αρνητική Διαλεκτική.

8. Η Πολιτισμική Επανάσταση στην Κίνα, η Κουβανική Επανάσταση, και τα εξεγερτικά γεγονότα του ''παγκόσμιου Μάη'' στον δυτικό κόσμο, τον σοβιετικό κόσμο και στον ''τρίτο κόσμο'' της αποικιοκρατίας. αρθρώνουν το αίτημα μιας νέας διαλεκτικής. Μιας διαλεκτικής που δε θα βλέπει με άμεσο, υπανάπτυκτο τρόπο τη σχέση των υποκειμένων με τις αντικειμενικές υλικές συνθήκες της ύπαρξής τους, ούτε με τον διαχωριστικό τρόπο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην αρνητική και τη θετική διαλεκτική. Οι νέοι εργατικοί αγώνες της περιόδου, τα αντιαποικιοκρατικά και αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα, οι φεμινιστικοί και διαθεματικοί αγώνες, η απο-εθνικοποίηση, πέρα από το σοβιετικό μπλοκ, προς άλλους πολιτισμούς, του κέντρου της επαναστατικής δραστηριότητας (σε Κούβα, Ρωσία), θέτουν επιτακτικά το αίτημα μιας νέας θετικής άρνησης, που ανακτά τη ριζοσπαστική αρνητικότητα και θετικότητα του έργου των Marx και Engels, μέσα όμως από το πρίσμα της ιστορικής εμπειρίας της τελικής ήττας των προηγούμενων επαναστάσεων και της διάσπασης σε αρνητική και θετική υλιστική διαλεκτική. 

9. Αυτή η νέα διαλεκτική αναπτύσσεται θεωρητικά στο έργο των Marcuse, Benjamin, Bloch, Deleuze, σε έναν βαθμό στο έργο του Badiou, αλλά και σε διάφορα έργα της φεμινιστικής και διεθνιστικής ιστορικο-υλιστικής κριτικής. Και η σοβιετική παράδοση των Ilyenkov και Vazioulin, έχει να μας προσφέρει πολλά στην άρθρωση μιας συστηματικής κριτικής προς την κλασική μαρξιστική υλιστική διαλεκτική. Πρακτικά, η νέα διαλεκτική αναπτύσσεται στους αγώνες του 1960-1970, στους αγώνες του 1990, στις αραβικές εξεγέρσεις και τους αγώνες του 2008-2018.

Η νέα διαλεκτική, που θα ονομάσουμε συμβατικά και προσωρινά μεταδιαλεκτική, αναγνωρίζει πως η μέχρι τώρα ιστορία της πολιτισμένης ανθρωπότητας ήταν η ιστορία της αποξένωσης και της πάλης καταπιεστών-καταπιεσμένων. Πως η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αξίζει την αρνητική κριτική και τελικά τη συντριβή, με το πέρασμα ''από το όπλο της κριτικής, στην κριτική των όπλων''. Πως κάθε θετική πραγμάτωση της ελευθερίας των καταπιεσμένων μέχρι σήμερα, μετατρεπόταν στην αρνητική διαλεκτική μιας "κριτικής" που αξιοποιούσε το Κράτος, αποτρέποντας διαρκώς τον εμφύλιο πόλεμο και τη σύμπτωση έννοιας-ύπαρξης, εξελίσσοντας τον μηχανισμό του και δημιουργώντας μια νέα θετική ύπαρξη της καταπιεστικής πραγματικότητας. 

Η μεταδιαλεκτική αναγνωρίζει, επιπλέον, μια αλήθεια του μεταδομισμού, ή του λεγόμενου ιδεολογικού ''μεταμοντερνισμού''. Αναγνωρίζει πως η δοσμένη πραγματικότητα δεν είναι διαλεκτική, πως η συμφιλίωση ταυτότητας και ετερότητας είναι μια οντοθεολογική, κρατική ιδεολογία που συγκαλύπτει την πραγματική ασυμμετρία μεταξύ της έννοιας και της ύπαρξης, του ατομικού και του συλλογικού, των μερικών συμφερόντων και του γενικού συμφέροντας, της επιθυμίας και της πραγματικότητας. Ωστόσο, η μεταδιαλεκτική εργάζεται για μια μελλοντική πραγμάτωση της συμφιλίωσης, για μια μελλοντική μετατροπή της καταπιεστικής πραγματικότητας σε διαλεκτική σχέση πνεύματος-σώματος, ατομικού-συλλογικού, θεωρίας-πράξης, έννοιας-ζωής. Απέναντι στη ρήση ''η πραγματικότητα δεν είναι διαλεκτική'', η μεταδιαλεκτική απαντάει ''όχι ακόμα''. Η μεταδιαλεκτική είναι δημιουργική διαλεκτική, θέλει να δημιουργήσει τη συμφιλίωση, τη δυνατότητα της οποίας ήδη βλέπει σε κάθε σύμπτωμα, όταν σε αυτό εκδηλώνεται η αντικειμενική, ενσώματη αλήθεια της μοναδικότητας του υποκειμένου. Όμως η εκπλήρωση της διαλεκτικής συμφιλίωσης, θα σημάνει το τέλος της διαλεκτικής. Ήδη από τώρα, από τη σκοπιά του "όχι ακόμα".

Η μεταδιαλεκτική ισχυρίζεται ότι η διαλεκτική έρχεται μετά. Σήμερα βρισκόμαστε ριγμένοι σε θεμελιακά προ-διαλεκτικούς μηχανισμούς εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αλλά και σε μια διαλεκτική εξέλιξη της κυριαρχίας που αναιρεί, τελικά, τον διαλεκτικό της χαρακτήρα στο απλό γεγονός της ωμής εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Η μεταδιαλεκτική παλεύει για την προέλευση της ελεύθερης κοινότητας, όχι την προέλευσή της από τον πρωτόγονο κομμουνισμό, αλλά την προ-έλευση, την προ-ιστορία της πραγματικής της ιστορίας. Αυτή είναι η δική της "αρχή του αποχρώντος λόγου". Ο μεσσιανικός πυρήνας των μονοθεϊστικών θρησκειών (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ), του αναρχισμού, του μαρξισμού, αλλά και του ''μετακαπιταλισμού'' που υπόσχεται απελευθέρωση της εργασίας και της σεξουαλικότητας με τη βοήθεια των ρομπότ, βρίσκει στην μεταδιαλεκτική την επαναστατική, διαπολιτισμική και διαθεματική ανατίμησή του. Η μεταδιαλεκτική διαμορφώνει μια έλλογη πίστη.

Η μετα-διαλεκτική είναι υλιστική ως προς το ποιητικό της αίτιο, της πραγματικές ιστορικές δυνάμεις που την προωθούν, και ιδεαλιστική ως προς το τελικό της αίτιο, το μέλλον μιας απελευθέρωσης της σάρκας από τους υλικούς καταναγκασμούς, αλλά και από την ίδια την ανθρώπινη μορφή. Σύμφωνα με αυτό το στόχο κατέχει ειδικές αρχές που τη διέπουν ήδη από σήμερα, ως στάση ζωής.

10. Μετά την ιστορία της Ιδεαλιστικής Διαλεκτικής, η Ιστορία της Υλιστικής Διαλεκτικής. Και έπειτα, η ιστορία της Μετα-διαλεκτικής, που έχει ήδη ξεκινήσει, μέσα στους απελευθερωτικούς αγώνες της νέας εποχής.  Η διαλεκτική μέθοδος εξελίσσεται διαλεκτικά, υπερβαίνοντας τον εαυτό της.

Ξεκαθαρίζοντας τους λογαριασμούς μας τόσο με τον μεταμοντερνισμό όσο και με τη διαλεκτική, θέλουμε να αναπτύξουμε συστηματικά το ερευνητικό πρόγραμμα της μεταδιαλεκτικής, της διαλεκτικής που δημιουργεί ιστορικά το μη διαλεκτικό, το άνευ όρων, το απόλυτο.

Μαζί με τους συντρόφους και τις συντρόφισσές μας, είμαστε μόνο στην αρχή.



II. Εσχατολογία χωρίς Ουτοπία και Μεσσιανισμό


1. Στον ιουδαϊσμό, στον χριστιανισμό, στον ισλαμισμό, στον αναρχισμό, στον μαρξισμό, στον νιτσεϊσμό, στον μετα-ανθρωπισμό, υπάρχει ένας εσχατολογικός πυρήνας. Άλλοτε μεσσιανικός, άλλοτε κοινωνικός, κοινοτιστικός, άλλοτε τεχνολογικός. Το σχήμα είναι απλό: 1. Η αρχική, άμεση ενότητα 2. Ο αλλοτριωτικός διχασμός 3. Η αποκατάσταση της ενότητας, σε ένα ανώτερο επίπεδο. Πού οφείλεται αυτή η τριμερής, διαλεκτική δομή; Ίσως, στον ανθρώπινο ψυχισμό. Από μια αρχική κατάσταση άμεσης σχέσης με τον κόσμο, το ανθρώπινο σώμα υπάγεται στους ετερόνομους πολιτισμικούς καταναγκασμούς βιώνοντας την αλλοτρίωση, προσδοκώντας τελικά ένα μέλλον απελευθέρωσης και αποκατάστασης της χαμένης ενότητας. Ίσως, από την άλλη μεριά, η τριμερής αυτή δομή δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά οντολογική.

2. Όλες οι παραπάνω μορφές εσχατολογικής πίστης, στις ριζοσπαστικές τους εκδοχές, συμφωνούν στο ότι ο δοσμένος Κόσμος, το Κράτος και το Κεφάλαιο εκπροσωπούν την Αλλοτρίωση και το Κακό, που έχει επικρατήσει, και ότι έρχεται το Τέλος αυτού του κόσμου. Διαφωνούν ως προς την κατανόηση των μηχανισμών της Αλλοτρίωσης και του Κακού, ως προς τις μεθόδους απελευθέρωσης από αυτό, και ως προς τη συλλογική, στρατευμένη προετοιμασία απέναντι στη συντέλεια του κόσμου. Η δαιμονοποίηση του δοσμένου ανθρώπινου Κόσμου, του Κράτους και του Κεφαλαίου είναι αναγκαίος όρος επιβίωσης και ανάπτυξης κάθε εσχατολογίας.

3. Κάθε εσχατολογία είναι η συντέλεια της Οικογένειας, της Κοινωνίας των Ιδιωτών και του Έθνους.

4. Μέσα στην επικράτεια του Κακού θα υπάρχουν πάντα αυτοί και αυτές που ονειρεύονται την απελευθέρωση, αποκλίνοντας από την ίδια την εκμεταλλευτική θέση τους και την καταπιεστική ταυτότητά τους. Όταν αυτές οι αποκλίσεις αφυπνίζονται, αναγνωρίζουν στα τραύματα των παιδικών, εργατικών και πλεονασματικών σωμάτων τους τα ίχνη του κοινωνικού πολέμου.

5. Η πραγματική εσχατολογία δεν χρειάζεται πλέον την ουτοπία και τον μεσσιανισμό, παρά μόνο τη θέληση το επερχόμενο Τέλος να είναι καλό, και να έρθει σύντομα.

6. Ο εσχατολογικός πυρήνας είναι ο έλλογος πυρήνας των θρησκειών, συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών και των μαρξιστικών. Η θρησκεία συγκαλύπτει αυτόν τον έλλογο πυρήνα και αντιστέκεται στο πραγματικό τέλος αυτού του κόσμου, λατρεύοντας κάποιο Κύριο Όνομα και μετατρέποντας την εσχατολογία σε ουτοπία ή σε μεσσιανισμό. Από τη σκοπιά της πραγματικής εσχατολογίας, ωστόσο, κάθε Κύριο Όνομα, κάθε Ουτοπία και κάθε μεσσιανισμός δεν είναι παρά η αναγκαία παρηγοριά, που αρχικά αναταράζει τον κόσμο, αλλά τελικά τον συντηρεί.  Η πραγματική εσχατολογία είναι η ριζική απομυθοποίηση του πεπερασμένου, θνητού παρόντος και η έλλογη πίστη στην ανοιχτή έκβαση του επερχόμενου Τέλους, μέθοδος και σπουδή των ζωντανών ενδεχομένων και απόφαση πάνω στον χαρακτήρα του Τέλους.

7. Μέχρι σήμερα, ο αναρχισμός και ο μαρξισμός, με αυτή τη σειρά, έφτασαν πιο κοντά στη σύλληψη της πραγματικής εσχατολογίας πέρα από την ουτοπία και τον μεσσιανισμό.

8. Η εσχατολογία αντιμετωπίζει πια έντονα το πρόβλημα της μεθόδου. Καμία εσχατολογία σήμερα δεν είναι αρκετά οικουμενική και αρκετά αποτελεσματική, ώστε να γίνει τρόπος σκέψης και ζωής μιας κρίσιμης μάζας καταπιεσμένων. Καμία εσχατολογική μέθοδος, καμία ενότητα θεωρίας και πράξης, δεν είναι αρκετά πειστική σήμερα. Ορισμένες αναρχικές, αυτόνομες, μαρξιστικές και ισλαμικές ομάδες, με επίκεντρο τις παραγκουπόλεις του δυτικού κόσμου και τη Μέση Ανατολή, αναγνωρίζουν έμπρακτα τον κοινωνικό πόλεμο, όχι όμως και το πρόβλημα της μεθόδου τους.

9. Κάθε αίσθηση ότι ο Χρόνος μας τελειώνει, είτε μπροστά στο ενδεχόμενο ενός ολοκληρωτικού πολέμου, είτε μπροστά στη δαρβινική υποκατάσταση του ανθρώπου από το cyborg, είτε μπροστά στο καθημερινό γεγονός της αρρώστιας, του πόνου και του θανάτου, πηγάζει από την αίσθηση πως ο ίδιος ο άνθρωπος έφτιαξε τις μηχανές της καταστροφής και της καταπίεσής του, πως ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ελαττωματικός, σκάρτος, θανατηφόρος και εκτεθειμένος στον θάνατο. Ο ίδιος ο άνθρωπος ήταν το πρόβλημα και το όριο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, εκείνος που θέλησε ενεργητικά ή αποδέχτηκε την πατριαρχία, την ιδιωτική ιδιοκτησία, την ταξική εκμετάλλευση, τον εθνικισμό και τον ρατσισμό, τον πόλεμο, τη δυνατότητα και την πραγματικότητα του θανάτου.

10. Μόνο οι καταπιεσμένοι θα ήταν διατεθειμένοι να επιλύσουν οριστικά το πρόβλημα του ανθρώπου, την ώρα που οι κυρίαρχοι παραγγέλνουν τις νέες ιδιωτικές τους μηχανές αυτόματης καθυπόταξης ανθρώπου από άνθρωπο. Ανάμεσα στην ιστορία των κυρίαρχων και την ιστορία των καταπιεσμένων, η εσχατολογία ανήκει πραγματικά μόνο στους καταπιεσμένους, που θέλουν να βάλουν στον Κόσμο, μέσα στον οποίο υποφέρουν, ένα τέλος, ανακτώντας τη χαμένη απόλαυση. Η Δυστοπία των κυρίαρχων δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα τέτοιο τέλος, παρά μόνο τη διαιώνιση ενός παρόντος κινηματογραφικά διεσταλμένου έως τις ακρότατες συνέπειές του, φτάνοντας ''στο σημείο που δεν έχει επιστροφή''.

11. Υπήρξαν δύο διαλεκτικές, μία των κυρίαρχων, μία των καταπιεσμένων. Μπορεί να υπάρξει μια τρίτη διαλεκτική, που θα υπερβαίνει τη μη διαλεκτική σχέση μεταξύ των δύο, υπερβαίνοντας την κυριαρχία.

---------------------------
* Καθώς η χρονιά οδεύει προς την ολοκλήρωσή της, σπεύδουμε -με αρκετή καθυστέρηση ομολογουμένως!- να αναδημοσιεύσουμε το εν λόγω κείμενο από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών (ειδικότερα το πρώτο μέρος, του οποίου το δεύτερο αποτελεί μάλλον παράρτημα) για δύο κυρίως λόγους. Αφενός και πρωτίστως γιατί είναι αφεαυτού πολύ ενδιαφέρον και φιλοσοφικά μεστό, όσες επιφυλάξεις και αν δικαιούται κανείς να διατηρήσει για την κατακλείδα του. Αφετέρου, επειδή με τον τρόπο του μοιάζει να συνεχίζει έναν διάλογο -ο οποίος, όπως συμβαίνει συνήθως με τους καλούς "διαλόγους", συντελείται μέσω των πλέον απομακρυσμένων αλληλεπιδράσεων, ανεπίκαιρων παρεμβάσεων και υπόγειων διαδρομών- διεξαγόμενο μεταξύ του συντάκτη του και ημών εδώ και τουλάχιστον έξι η εφτά χρόνια - στην πραγματικότητα, λίγο περισσότερα. Το κείμενο αναπαράγεται έχοντας υποστεί την ελάχιστη δυνατή επιμέλεια, με μόνη επί της ουσίας δημιουργική εκ μέρους μας πινελιά την προσθήκη του τίτλου (αφού, με όλον τον σεβασμό, νομίζουμε ότι υστερούν στην απαιτούμενη φαντασία οι φίλοι της ΛΝΧ). Από τη δική μας σκοπιά, επισημαίνουμε ότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, το επόμενο κείμενο που θα δημοσιευτεί στο ιστολόγιο, θα αποτελεί επίσης, με τον ιδιαίτερο τρόπο του, συμβολή στην υπογείως εκτυλισσόμενη συζήτηση. Είναι ίσως ευδιάκριτο ότι με τον Ο. εκφράζουμε, με διαφορετικό ενδεχομένως τρόπο, μορφή και διάρκεια, την επιθυμία παραμονής στο Ανυπόθετο και επωμισμού του - συνεπώς, την άρνηση εξορίας, παραίτησης ή υπαναχώρησης απ' αυτό. Έχουμε επομένως την παρατηρούμενη στο κείμενο νεοκομμουνιστική επιμονή στη δυνατότητα ανίχνευσης, χαρτογράφησης και εσπευσμένης πραγμάτωσης των εμμενών στην ιστορία λογικών τάσεων, η οποία οδηγεί και ενισχύει την αυτοπεποίθηση μιας έλλογης πίστης, έναντι (αλλά, ως γειτνιάζουσα τοπολογικά, ευρισκόμενη στο πλάι) μιας "χαμηλών εντάσεων" χειραφετικής προοπτικής, οριακά εκδραματιζόμενης δίχως την ανάγκη μιας ρητής, "διακηρυκτικής" εξασφάλισης, και εκφραζόμενης "υποκειμενικώς" με τη διαρκή αμφιρρέπεια -ως η αμφιρρέπεια- μιας βραδυφλεγούς αναμονής. 
- Κ. 


Πηγή Λέσχη Νέων Χεγκελιανών (Ι, ΙΙ)

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Τι είναι η βιοπολιτική; Μικρή παρέμβαση στην ερμηνεία του Foucault


του Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ)




Η βιοπολιτική είναι ένας όρος που εξαπλώνεται όλο και περισσότερο στις πολιτικές επιστήμες. Θεωρείται ότι η καταγωγή του βρίσκεται στο έργο του Φουκώ, αλλά προσλαμβάνει διαφορετικές εννοιολογικές αποχρώσεις. Στον Αγκάμπεν παίρνει μια διαφορετική σημασία, στους Νέγκρι-Χάρντ επίσης. Τί είναι λοιπόν η βιοπολιτική?
  
Προσπαθώντας να την ορίσουμε, δεν μπορούμε να συλλάβουμε τη βιοπολιτική χωρίς τη βιολογία, σε δύο όψεις της, τη μοριακή και την πληθυσμιακή, τη μικρο-κλίμακα και τη μάκρο-κλιμακα. Σε αυτή την κατεύθυνση μας οδηγεί η ενασχόληση του Φουκώ με τις "επιστήμες της ζωής", τη βιολογία, την ιατρική. Όσοι και όσες αποσυνδέουν τον Φουκώ από τα επιστημονικά μοντέλα από τα οποία θεωρητικά αντλεί, τον καθιστούν όλο και πιο "αντιεπιστημονιστή'', όλο και πιο ερμηνευτικά ερμητικό και δυσνόητο, όσες βιβλιογραφικές αναφορές και αν γίνονται στις διαλέξεις Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας ή στις διαλέξεις για τη Γένεση της Βιοπολιτικής. Στο κείμενό του Ζωή-Εμπειρία και Επιστήμη, που αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή της εισαγωγής του Φουκώ στην αγγλική μετάφραση του Κανονικού και Παθολογικού του Κανγκιλέμ και που δημοσιεύτηκε στη Revue de métaphysique et de morale, ο Φουκώ αποσαφηνίζει την οφειλή των σχετικών εννοιών του στο βιοπληροφοριακό επιστημολογικό παράδειγμα που αναδύθηκε από τη σύγχρονη βιολογία, και το οποίο ανέλυσε με πρωτοπόρο τρόπο, κατά τον Φουκώ, ο Ζακόμπ. Άλλωστε, για τον Φουκώ ήδη η πρωιμότερη ''μικροφυσική της εξουσίας'' αποτελούσε ένα μοντέλο ανάγνωσης των εξουσιαστικών σχέσεων δανεισμένο από τη κβαντική (μικρο)φυσική. Με άλλα λόγια, όπως έχει δείξει και ο περίφημος Γάλλος Επιστημολόγος, Μπασελάρ, το πέρασμα από μια μηχανιστική αντίληψη του Όντος σε μια πιο σχεσιακή, από τη 1η στη 2η βιομηχανική επανάσταση και με το πέρασμα από τη φυσική μηχανική των σωμάτων στην έννοια του πεδίου και της χημικής διαδικασίας, καθορίζει και το έργο του Φουκώ. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, ο Φουκώ τοποθετείται εντός του 2ου βιομηχανικού και επιστημολογικού νεωτερικού κύματος, και στις παρυφές του 3ου. Αρχικά, συλλαμβάνει την εξουσία όχι ως υποστασιοποιημένο σώμα και φυσική μηχανική διάταξη σωμάτων, αλλά ως σχέση και πεδίο δυνάμεων. Έπειτα, συλλαμβάνει την εξουσία πέρα και από τον ορίζοντα του Μπασελάρ, με γνώμονα τη βιοπληροφοριακή επανάσταση. Η εξουσία είναι, έτσι, μια μοριακή και πληθυσμιακή διαδικασία αυτο-οργάνωσης της μορφής κοινωνικής ζωής, και ελέγχου της παθολογικής παρέκκλισης από αυτήν την αυτοοργάνωση. 
  
Έτσι λοιπόν, θα πούμε ότι η βιοπολιτική είναι ο ζωντανός έλεγχος των σωμάτων στις πιο μοριακές διαστάσεις τους (αισθητηριακές αντιλήψεις και πληροφορίες, ορμές, επιθυμίες, απόλαυση, αρνητικά και θετικά συναισθήματα, συμπτώματα) και σε πληθυσμιακό επίπεδο, ελέγχοντας το περιβάλλον ύπαρξής τους και προσαρμοζόμενη έτσι στις αντιστάσεις και τις "παρεκκλίσεις'' τους, επιδρώντας ενεργητικά έτσι στη ζωή των σωμάτων, παράγοντας κατά αυτό το τρόπο το ίδιο το ''αντικείμενο'' του ελέγχου της. Στη βιολογία, η τυπολογική σκέψη βλέπει τον ''Άνθρωπο'', όπως και κάθε Είδος, ως αφαίρεση, στην οποία υπάγονται οι διάφορες υπο-κατηγορίες, ενώ η πληθυσμιακή σκέψη, ως πιο εξελιγμένη, βλέπει την ανθρωπινότητα ως αποτέλεσμα της βιοποικιλομορφίας και της επανάληψης μεταλλάξεων σε έναν ''ανθρώπινο'' πληθυσμό. Κατά ανάλογο τρόπο, η βιοπολιτική, ελέγχοντας το περιβάλλον των σωμάτων, άρα τη ζωή των σωμάτων, παράγει τη νόρμα, τον τύπο, τη διάπλασή τους. Έτσι, ο "ανθρώπινος πληθυσμός'' εμφανίζεται όχι ως αφετηριακό αντικείμενο άσκησης εξουσίας, αλλά ως αποτέλεσμα, ως προιόν μιας διαδικασίας παραγωγής των μοριακών και περιβαλλοντικών όρων ύπαρξης των σωμάτων. 
  
Αυτός είναι ο ορίζοντας της βιοπολιτικής, να παράγει η ίδια το αντικείμενο του ελέγχου της, ελέγχοντάς το πλήρως. Το καπιταλιστικό έθνος-κράτος εξελίσσεται τόσο, ώστε η εξουσία του να πηγάζει από την ίδια τη ζωή των σωμάτων. Εκεί που η ζωή παρέκκλινε από το πολιτικό κράτος, με το πολιτικό κράτος να προσπαθεί να την καταστέλλει ή να την ενσωματώνει, η βιοπολιτική φαντασιώνεται την υπέρβαση της ίδιας της διαφοράς πολιτικής-ζωής, άρα την εξάλειψη της παρέκκλισης και της αντίστασης, με τις όποιες νέες διαφοροποιήσεις να παράγονται ως απλές αυτοδιαφοροποιήσεις του βιοπολιτικού περιβάλλοντος αυτο-ελέγχου. Το βιοπολιτικό κράτος οραματίζεται μια κοινωνία στην οποία η Ανάπτυξη, η Ανταγωνιστικότητα, η Άμυνα/Ασφάλεια, έχουν εσωτερικευτεί σε πληθυσμιακό επίπεδο σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα διαφορετικά σώματα λειτουργούν σαν ένα πολύμορφο καπιταλιστικό σώμα που αναπτύσσεται, ανταγωνίζεται και αμύνεται μέσα σε ένα κοινό περιβάλλον. Από την ''ανθρώπινη φύση'' μέχρι την καπιταλιστική κοινωνία ολόκληρη, η εξουσία να αυτορρυθμίζεται, να αυτοδιορθώνεται, να αυτοεξελίσσεται, να αυτοθεραπεύεται από την αρρώστια των δυσλειτουργιών. To καπιταλιστικό κράτος εξελίσσεται, από την υπερβατικότητα της θεοπατριαρχικής κυριαρχίας στην εμμένεια της διακυβέρνησής του, προσπαθώντας να ξεπεράσει τη διαφορά δημόσιας-ιδιωτικής σφαίρας, νομικοπολιτικής εξουσίας και εξουσίας των όρων ζωής, να ξεπεράσει τη διαφορά του πολιτικού με το προσωπικό. 
  
Υπό αυτή την έννοια, όπως αναφέρει ο Ντεριντά, το αυτοάνοσο του βιοπολιτικού σώματος είναι η τρομοκρατία. Ένας εχθρός που δεν έρχεται από έξω, αλλά από μέσα. Είναι η συμβουλή του Αντώνη Σαμαρά προς τους υπόλοιπους καπιταλιστές, όταν έπεσε η ΕΣΣΔ, ότι ο εχθρός του καπιταλισμού δεν θα έρθει ''απέξω'', σε έναν ''πόλεμο πολιτισμών'', αλλά θα έρθει από μέσα, με τρόπο που δεν θα μπορεί να διακριθεί το από μέσα και απέξω, όπως συνέβη με τον δυτικό και διαφωτιστικό μαρξισμό.



Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ 6: Περί της διαφοράς του φιλοσοφικού μου συστήματος από εκείνο του Ονειρμάρξ



Η ιστορία (ή η φύση) συνιστά κατά τον Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ) περίσταση της λογικής, ενώ κατ' εμέ η λογική συνιστά ανάβρυσμα της ιστορίας (της φύσεως). Για αμφότερους η ιστορία ίσως αποτελεί διαλεκτική ανύψωση της φύσεως (εμπλουτιστική αναίρεση, αλλά επίσης αφαίρεση, με την έννοια της απόσπασης, συντασσόμενη με γενική υποκειμενική), αλλά για εκείνον είν' η λογική της ιστορίας που έχει τον πρώτο λόγο, ως μήτρα της ιστορίας της λογικής, ενώ για μένα η "λογική της Ιστορίας" υπάγεται στην "ιστορία της Λογικής", ως αλληλουχία διαφορετικών ανακεφαλαιώσεων φυσικών δυνάμεων - η ανακεφαλαίωση ως δημιουργική επανάληψη είναι ευρύτερη της αναίρεσης, με την οποία είναι συμβατή. Θαρρώ πως δεν είναι δυνατή η θεμελίωση σ' επιστημονική βάση των κανονιστικών προτιμήσεών του, οι οποίες μου φαίνεται ότι επαναλαμβάνουν την (καρτεσιανή-εγελιανή) λήψη του ζητουμένου, μολονότι συμφωνώ με την "ελάχιστη" συνεπαγωγή ότι η "δυνατότητα της δυνατότητας" της μετάβασης προς έναν μετακαπιταλιστικό τρόπο κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης, όπου η διαπλοκή της κοινωνικής διαμεσολάβησης των αναγκών και των ιστορικά-πολιτισμικά προσδιορισμένων επιθυμιών με το πρόταγμα της όσο γίνεται απρόσκοπτης εκτύλιξης-εξερεύνησης των δυνατοτήτων της καθεμιάς και του καθενός, θα πλησίαζε τη βέλτιστη ιστορικά επίτευξη κοινής ελευθερίας -ό,τι εν συντομία αποκαλείται "χειραφετική υπόθεση"-, δεν μπορεί καταρχήν ν' αποκλειστεί.
 
Ο Ο. αναγνωρίζει βέβαια (βλέπε τα αποσπάσματα στο υστερόγραφο) την ανεξάλειπτη τραγική διάσταση της ανθρώπινης συνθήκης και τον οιονεί οντολογικό της χαρακτήρα, σπεύδοντας να τα επανενσωματώσει αμφότερα σε μια τραγικά αισιόδοξη, αναβαθμισμένη εκδοχή της εγελιανής φιλοσοφίας της Ιστορίας. Όταν το κάνει αυτό, βρισκόμαστε εγγύτερα από ποτέ, ωστόσο φοβάμαι ότι συνήθως το κάνει ανεπαρκώς, στον βαθμό δηλαδή που το επιτρέπουν οι περιορισμοί του από τη συμμετοχή του στις συγκρούσεις και τα επίδικα της εποχής. Οι υπαγορεύσεις από τα επιτακτικά προαπαιτούμενα της στράτευσής του στο πλευρό των υποτελών τάξεων (σύμφωνα πάντοτε με την ονομαστική αξία στην οποία αυτοκατανοείται και εκφέρεται τούτη η υπαρξιακή δέσμευση [και την οποία δεν έχω την πρόθεση ν' αμφισβητήσω εδώ, σπεύδοντας ωστόσο να επισημάνω ότι είναι προβληματική εξαρχής η σχέση μεταξύ της ένσκοπης αυτοκατανόησης των φορέων δράσης και των εν πολλοίς αθέλητων συνεπειών των επιτελέσεών τους, και σε αυτό οφείλεται εν πολλοίς το απαραμείωτο της θεωρητικής διαφωνίας μας]), "θολώνουν" την επίγνωση της τραγικότητας αυτής, η οποία, φαντάζοντας αχρείαστη και άχρηστη από τη σκοπιά τόσο των προδιαγραφών της θεωρίας, όσο και των απαιτήσεων της δράσης (τις οποίες ακριβώς η θεωρία φιλοδοξεί ν' ανατροφοδοτήσει -και από τις οποίες άλλωστε πηγάζει εξαρχής), τίθεται στο περιθώριο ως "θόρυβος", όταν δεν απωθείται κιόλας ως ασύνειδος όρος της κανονιστικά προσανατολισμένης στρατηγικής σκέψης.
 
Τι θα υπήρχε επέκεινα της οιονεί σπειροειδούς (κάτι περισσότερο από κυκλικής, κάτι λιγότερο από σπειροειδούς, ώστε να καθιστά δυνατή την ανελικτική όσο και την καθελικτική, εξελικτική ή αφελικτική πορεία) εναλλαγής καθεστώτων ρύθμισης του χάους, ήτοι της βίαιης ή μη, μακρόσυρτης ή μη αντικατάστασης μιας μορφής αυτορύθμισης από μιαν άλλη και στρωματογραφικής αλληλεπικάθισης της μιας πάνω στην άλλη; Δε μπορούμε να το πούμε, αλλά δε χρειάζεται κιόλας να σπεύσει κανείς να αναπαραγάγει αβίαστα την ασθενή "ανθρωπική αρχή", μεταφέροντάς τη στο επίπεδο της φιλοσοφίας της Ιστορίας. Εάν είναι περισσότερο η φύση που προσπαθεί να σκεφτεί και να καταστεί αυτοσυνείδητη μέσω του ανθρώπινου όντος, παρά το αντίστροφο, τότε απαιτείται προσοχή απ' όσους σπεύδουν κατόπιν εορτής να φέρουν τη γλαύκα πριν το σούρουπο, προβαίνοντας στην αναδρομική εμβάπτιση της αστάθμητης τροχιάς αυτών των μισοεπιτυχημένων και συνάμα μάταιων αποπειρών στην κολυμβήθρα μιας οιονεί τελεολογικής εποποιίας. Η "φύση" της Ιστορίας συμπίπτει με την εν εξελίξει ιστορία της "Φ/φύσης", η "λογική" της Ιστορίας αποτελεί κεφάλαιο της συντελούμενης φυσιο-λογικής εξιστόρησης, συναρτάται με όλα όσα επιτρέπει κάθε φορά "η" φύση να ειπωθούν από "την" ίδια, για "την" ίδια και μέσω "της" ίδιας. Μεταβαίνουμε έτσι από την ιστορία της Φύσης στη φυσική της Ιστορίας, από το χημικό υπέδαφος του Πνεύματος στη συνθήκη της ελευθερίας και της αναντίστρεπτης αποσύνθεσής του(ς). Ιδού το τελικό μεταξύ μας διαφέρον (το οποίο σχεδόν εξαφανίζεται σε αποσπάσματα όπως το προτελευταίο, όπου, όχι τυχαία, η λέξη απελευθέρωση μπαίνει σε εισαγωγικά): ένα ενδεχόμενο -μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω: μα αναπόδραστο- "αλτσχάιμερ της Γης" ίσως οδηγήσει στην οριστική εξάλειψη κάθε ίχνους της παρουσίας της επιθυμίας χειραφέτησης και των όσων διαδραματίστηκαν εν ονόματί της. Κι αν κανείς δε θυμάται τις παραληρητικές διακηρύξεις των Κομμουνιστικών Κομμάτων και τις πλείστες εκδηλώσεις της σταλινικής παράνοιας, μήτε τις κατακτήσεις αυτών των καινοφανών μορφών πολιτειακής οργάνωσης, με τα κρατικά διευθυνόμενα μονοπώλια στην οικονομία και τη μονοκομματική δικτατορία στο πολιτικό σύστημα; Δεν τρέφω αυταπάτες ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο, στη σκέψη του οποίου δε χρειάζεται να χύνει κανείς δάκρυα, δε θα καταστείλει ούτε θα περιορίσει την αναζωπύρωση της επιθυμίας, την οποία εξέφρασε ιστορικά -αλλά και δέσμευσε με μοιραίες για αυτή συνέπειες- η τεθνεώσα μορφή.

--------------------------------------------------------------
Υστερόγραφο: "Το κλειδί της ανθρώπινης ιστορίας είναι η τάση απελευθέρωσης των ανθρώπων από τα προδεδομένα φυσικά δεσμά, η τάση κοινωνικοποίησης του φυσικού-βιολογικού, η μετατροπή της φυσικής αναγκαιότητας σε ελευθερία και ενδεχομενικότητα [...] Υπάρχει, με άλλα λόγια, στην ανθρώπινη ιστορία ένας ντετερμινισμός της επικράτησης του μη ντετερμινιστικού. Αυτή θα ήταν και η τελευταία Φιλοσοφία της Ιστορίας. Μια Φιλοσοφία της Ιστορίας που αναγνωρίζει το φυσικο-ιστορικό νόμο της κατάκτησης μιας ελευθερίας πέρα από τον φυσικο-ιστορικό νόμο. [...] Η ''απελευθέρωση'' από το φυσικά και βιολογικά αναγκαίο της αυτοσυντήρησης, αλλά και η απελευθέρωση από την προδεδομένη ιστορική παράδοση, μπορεί να οδηγεί στην ολοκληρωτική συντριβή της ανθρωπότητας. Ακριβώς αυτό σημαίνει, στη[ν] πραγματικότητα, ελευθερία από τα φυσικά-βιολογικά δεσμά. [...] Η θέση περί της λογικής μορφής της ιστορικής κίνησης και η θέση περί της εγγενούς ανθρώπινης τάσης προς απελευθέρωση με ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιθυμίας, θα πρέπει να θεμελιωθούν σε επιστημονική βάση, και, όπως φαίνεται, κάτι τέτοιο είναι εφικτό" (Ιστορική νομοτέλεια και απελευθέρωση, αποσπάσματα από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών).

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Ο Deleuze και η διαλεκτική (σχόλιο για τη γενική έλλογη διάρθρωση του ντελεζιανού έργου)


του Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ)


“Έίναι τετριμμένο στις μέρες μας να μιλά κανείς για την παρακμή των συστημάτων...Υπάρχουν δύο προβλήματα σε αυτή την ιδέα: οι άνθρωποι δεν μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους να πραγματοποιούν οποιαδήποτε σοβαρή εργασία εκτός αν αυτή εκτελείται σε πολύ περιορισμένες και συγκεκριμένες μικρές ακολουθίες. Ακόμη χειρότερα, οποιαδήποτε ευρύτερη προσέγγιση αφήνεται στη ψευδεπίγραφη εργασία διαφόρων οραματιστών, με τον καθένα να λέει ο,τιδήποτε έρχεται στο κεφάλι του. Στη πραγματικότητα, τα συστήματα δεν έχουν χάσει τίποτα από τη δύναμή τους”.

- Gilles Deleuze, Negotiations (1972–1990), trans. Martin Joughin (New York: Columbia University Press, 1995), p. 31.


''O Μπερξόν ισχυρίζεται ότι η νεωτερική επιτήμη δεν έχει βρει τη μεταφυσική της, τη μεταφυσική που θα χρειαζόταν. Αυτή η μεταφυσική είναι που με ενδιαφέρει''. 

- Gilles Deleuze, στο Villani, Arnaud, 1999. La guêpe et l'orchidée: Essai sur Gilles Deleuze, Paris: Belin. https://plato.stanford.edu/entries/deleuze/


''Αυτό που απεχθανόμουν περισσότερο από όλα ήταν ο Εγελιανισμός και η διαλεκτική''

- Gilles Deleuze, Letter to a harsh critic, Negotiations, Columbia University Press, 1995. 




Αν το πρώτο βιβλίο του Deleuze, για τον Hume, τον εμπειρισμό και την υποκειμενικότητα, δημοσιεύτηκε το 1953, ένα χρόνο μετά ο Deleuze έρχεται σε απόσταση αναπνοής από τη διαλεκτική του Hegel, στη βιβλιοκριτική του, για το Logic and Existence του J. Hyppolite, που δημοσιεύτηκε το 1954 (J.Hyppolite, Logic and Existence, 1997: 191). Στο κείμενο αυτό, ο Deleuze παρατηρεί, σχηματικά, τα εξής: Ο Hyppolite έχει δίκιο όταν ισχυρίζεται ότι η φιλοσοφία είναι οντολογία, και όχι ανθρωπολογία. Σε αντίθεση με την ανθρωπολογική ερμηνεία του Hegel από τον Kojeve, η οποία βασίζεται στη προνομιακή θέση της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, ο Hyppolite προκρίνει τη διαλεκτική οντο-λογία στη βάση της εγελιανής Επιστήμης της Λογικής. Δεν μπορεί να υπάρξει οντολογία της Ουσίας, παρά μόνο οντολογία του Νοήματος. Δεν υπάρχουν δύο Κόσμοι, ο Κόσμος της επιφάνειας και ο Κόσμος του βάθους, αλλά ο συγκεκριμένος κόσμος της εμμένειας του Νοήματος στο Είναι. Το Είναι βρίσκεται σε εσωτερική διαφορά προς τον εαυτό του σκεπτόμενο τον εαυτό του, εκφράζοντας νόημα. Εμπειρική και απόλυτη γνώση είναι οι δύο όψεις της ίδιας κίνησης έκφρασης νοήματος. Ο Hyppolite εντοπίζει σωστά τη διαφορά του εμπειρικού από το οντο-λογικό, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει πειστικά τη σχέση του Λογικού με το Ιστορικό, ή αλλιώς, τη σχέση της Λογικής με τη Φιλοσοφία της Ιστορίας. Στο βαθμό που το Είναι ταυτίζεται με τη Νόηση διαφέροντας από τον εαυτό του, σύμφωνα με την εγελιανή ερμηνεία του Hyppolite αντιφάσκει με τον εαυτό του. Όμως η αντίφαση, λέει ο Deleuze, είναι η ύστατη βαθμίδα διαφοράς όπως αυτή εμφανίζεται στην ανθρώπινη σκέψη. Θεωρώντας πως η αντίφαση χαρακτηρίζει το ίδιο το Είναι, επανακάμπτουμε σε μια ανθρωποκεντρική αναπαράσταση του Είναι μέσω της αναπαραστατικής νόησης, και δεν συλλαμβάνουμε το ίδιο το Είναι ως τέτοιο, στην αυτοέκφραση και κατάφασή του, που δεν αντιφάσκει με τον εαυτό του, παρά μόνο βρίσκεται σε ένα γίγνεσθαι. Για τον Deleuze, ο Hyppolite ανοίγει νέους δρόμους οδηγώντας με την ερμηνεία του στα όριά της την εγελιανή διαλεκτική, αλλά δεν αποφασίζει τελικά να της ασκήσει θεμελιακή κριτική. Παραμένει εγκλωβισμένος στην ιδέα της διαλεκτικής «Αντίφασης» ως έσχατης οντολογικής πραγματικότητας, ενώ αυτή δεν είναι παρά παράγωγη όψη των αντικειμένων, όπως αυτά εμφανίζονται στη στατική αναπαράσταση της ανθρώπινης σκέψης, παράγωγη της Διαφοράς του Είναι από τον εαυτό του στη στη διαδικασία της αυτο-έκφρασής του.

Ο Deleuze, λοιπόν, επικροτεί την ανάγνωση του Hegel από τον Hyppolite που θέτει στο επίκεντρο τη διάσταση της εμμένειας και την υπέρβαση του διαχωρισμού ουσίας-φαινομένου, αλλά ασκεί κριτική στην αδυναμία του Hyppolite να απαντήσει στο πρόβλημα της σχέσης της λογικής του Hegel με την ιστορικότητα, άρα με τη συγκεκριμένη ύπαρξη, όπως επίσης και στην αδυναμία του να απεγκλωβιστεί από την έννοια της αντίφασης, ως σύμπτωμα ακριβώς της ίδιας υποτίμησης της άμεσης, ενικής ύπαρξης υπέρ της νοητικής αναπαράστασής της. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως η κριτική στον Hegel είναι ιδρυτική, χρονικά και λογικά, για τη ντελεζιανή προβληματική. Όλο το έργο του Deleuze που θα ακολουθήσει, μπορεί να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να επιλυθούν τα προβλήματα που δεν κατάφερε να επιλύσει ο Hyppolite μέσω της πρωτότυπης ερμηνείας του Hegel. Η επιστροφή στην προκαντιανή φιλοσοφία του Hume, του Leibniz και του Spinoza, η στροφή στη κριτική ανάγνωση και αξιοποίηση της ρητά αντιεγελιανής νιτσεϊκής φιλοσοφίας καθώς και τα άλλα έργα του Deleuze, είναι μια προσπάθεια να ξεπεραστεί ο Kant με τρόπο άλλο από του Hegel, να νικηθεί, τελικά, η εγελιανή διαλεκτική. 

Όταν ο Deleuze καταθέτει το 1968, 14 χρόνια αργότερα, δύο εργασίες για τη θέση του καθηγητή, το Διαφορά και Επανάληψη και το Ο Σπινόζα και το πρόβλημα της Έκφρασης, ο αντιεγελιανισμός πλέον τοποθετείται καταφατικά, μέσα από το μείζον φιλοσοφικό του έργο, το Διαφορά και Επανάληψη, και μέσα από τη σημαίνουσα επιστροφή στην οντολογία του Spinoza. Η Διαφορά και η Επανάληψη στο πρώτο έργο, η Έκφραση στο δεύτερο, αποτελούν τα τρία εννοιολογικά όπλα που ο Deleuze αντλεί από τη φιλοσοφική παράδοση για να θεμελιώσει τον αντιεγελιανισμό του σε στέρεη βάση, ενάντια στις εγελιανές συντεταγμένες της Αντίφασης, της Ταυτότητας, και της Εργασίας του Αρνητικού.

Στο Διαφορά και Επανάληψη ο Deleuze εκτιμά ότι η εποχή της θεωρητικής σκέψης που ανοίγεται με την κατάρρευση του Γερμανικού Ιδεαλισμού, από τον ύστερο Schelling, τον Nietzsche, τον Schopenhauer, τον Kierkegaard μέχρι τον Heidegger και το ρεύμα του γαλλικού δομισμού, αποπνέει έναν ισχυρό αντιεγελιανισμό, με την κατάφαση των αρχών της επανάληψης και της διαφοράς έναντι των αρχών του αρνητικού, της ταυτότητας και της αντίφασης. Η αρχή της ταυτότητας χαρακτηρίζεται από την αναπαραστατική σκέψη, όμως για τον Deleuze ήδη η νεωτερική εποχή αποτελεί το τέλος της αναπαράστασης και την ανάδυση του κόσμου της παραγωγής και της προσομοίωσης. Η κριτική στροφή και Κοπερνίκεια Επανάσταση της καντιανής φιλοσοφίας, που στρέφει το ενδιαφέρον από το αντικείμενο στους υποκειμενικούς υπερβατολογικούς όρους εμπειρικής εποπτείας και νοητικής σύλληψής του, ανακαλύπτει τη μη εννοιολογική διαφορά ανάμεσα στο πράγμα καθεαυτό και το φαινόμενο όπως αυτή προσεγγίζεται από την υπερβατολογική συνείδηση εσωτερικά, υπό τη μορφή της καθαρής εσωτερικής μορφής της εποπτείας, του Χρόνου. Η αυτοσυνείδηση είναι ταυτόχρονα φαινόμενο και πράγμα καθεαυτό του εαυτού της. Για τον Deleuze, η μετακαντιανή φιλοσοφία μέχρι και τον Heidegger αναδεικνύει αυτή την οντολογική διαφορά εντός του ανθρώπινου, δεν καταφέρνει, ωστόσο, να υπερβεί την ανθρωπολογική μορφή της φτάνοντας σε μια οντολογία της Διαφοράς, παραμένοντας εγκλωβισμένη σε μια οντολογία της ανθρώπινης αυτοσυνείδησης. Ο Γάλλος φιλόσοφος επαναλαμβάνει τη κριτική που είχε ασκήσει στον Hegel του Hyppolite στρέφοντας τα βέλη της κριτικής του προς τον ίδιο τον Hegel λίγα χρόνια αργότερα, σε πολλά διαφορετικά σημεία του μείζονος φιλοσοφικού έργου του (βλ Deleuze, Difference and Repetition, Continuum, 1994: xv, xix, xxi, 7, 8,10, 26-7, 33, 42-5, 49-50, 52, 58, 63, 87, 88,107,129,136,150,164, 188,190,197, 207, 224, 262-3, 268, 273, 277, 306, 308, 310-1, 319, 321, 326), Ο Hegel, ασκώντας κριτική στην καντιανή, περατή αναπαράσταση της διάνοιας, φτάνει σε μια “οργιαστική αναπαράσταση’’ με οντολογικό κινητήρα την “εργασία του αρνητικού’’, επαναλαμβάνοντας όμως σε μία επ’ άπειρον αναδρομή την αρχή του οντο-θεολογικού Ενός, την υπαγωγή της μη αναπαριστώμενης διαφοράς στην ταυτότητα με το αξίωμα της ταυτότητας της ταυτότητας και της ετερότητας, εξομοιώνοντας την Ιδέα της οντολογικής Διαφοράς που ανακαλύπτει εκ νέου ο Heidegger, με την εννοιολογική διαφορά, αντί της οντολογικής διαφοράς, υψωμένη στο βαθμό της αντίφασης. Ασκώντας κριτική στους προκατόχους του γιατί δεν αναγνώρισαν το έλλογο και πραγματικό της αντίφασης, υπάγοντας τα είδη και τα μέρη σε ένα νέο Γένος που ενσωματώνει τη μη εννοιολογική διαφορά με τη μορφή της διαλεκτικής αντίφασης, ο Hegel συνεχίζει την παράδοση της δυτικής μεταφυσικής, οδηγώντας τη στα όριά της. Ο Deleuze, αντίθετα, καταφάσκει μια φιλοσοφία της Διαφοράς πέρα από την αναπαράσταση, αλλά με την αναπαράσταση ως αναγκαία αναληθή στιγμή της, η άλλη όψη της οποίας είναι η Επανάληψη. Η Ιστορία της Φιλοσοφίας στη ντελεζιανή μετεγγραφή της, αλλά και η ιστορία της τέχνης και της επιστήμης, δεν είναι παρά η ιστορία της απώθησης της απροϋπόθετης Διαφοράς που προϋποθέτουν ασυνείδητα όλα τα φιλοσοφικά συστήματα, ενώ η ίδια η ντελεζιανή φιλοσοφία έρχεται ως ύστερη επίγνωση και εκφορά της, ως επιστροφή του απωθημένου μη φιλοσοφικού και μη αναπαραστάσιμου εντός της φιλοσοφίας.

Ο Deleuze μοιράζεται με τον Hegel ένα κοινό στόχο: την υπέρβαση του καντιανού δυϊσμού, χωρίς αυτό να σημαίνει την επιστροφή στην παραδοσιακή μεταφυσική, με πρωταρχικό στόχο τη λογική και φιλοσοφική, δηλαδή οντολογική, θεμελίωση των επιστημών και ευρύτερα της γνώσης, με απώτερο στόχο την οντολογική θεμελίωση μιας κοινωνικοπολιτικής πρακτικής.

Στην κατεύθυνση αυτή, κόντρα στην κυρίαρχη πρόσληψη της ντελεζιανής φιλοσοφίας, ο Deleuze υπερασπίζεται μια τυπικά μη εγελιανή, και μάλιστα τριαδική, συστηματική διαφορική διαλεκτική. Στο Διαφορά και Επανάληψη υποστηρίζει ότι (υπογραμμίσεις δικές μας):


“Το σύμβολο dx εμφανίζεται ως ταυτόχρονα το απροσδιόριστο, το προσδιορίσιμο και το προσδιορισμένο. Τρεις αρχές από κοινού διαμορφώνουν έναν αποχρώντα λόγο που αντιστοιχεί σε αυτές τις τρεις όψεις: μία αρχή προσδιορισιμότητας που αντιστοιχεί στο απροσδιόριστο ως τέτοιο (dx,dy), μία αρχή αμοιβαίου προσδιορισμού που αντιστοιχεί στο ρεαλιστικά προσδιορίσιμο (dx/dy), μία αρχή πλήρους προσδιορισμού που αντιστοιχεί στο αποτελεσματικά προσδιορισμένο (τιμές των dy/dx). Εν ολίγοις, το dx είναι η Ιδέα-η πλατωνική, η λαιμπνιτσιανή ή καντιανή Ιδέα, το “πρόβλημα” και το είναι του [...] Αυτό το οποίο λείπει είναι το εξω-προτασιακό ή υπο-αναπαραστασιακό στοιχείο που εκφράζεται στην Ιδέα από το διαφορικό, ακριβώς με τη μορφή ενός προβλήματος. Πρέπει να μιλήσουμε για μια διαλεκτική του διαφορικού λογισμού αντί μάλλον για μια μεταφυσική. Με τον όρο “διαλεκτική” δεν εννοούμε κάποιου είδους περιστροφή αντιτιθέμενων αναπαραστάσεων που θα τις έκανε να συμπέσουν στην ταυτότητα μιας έννοιας, αλλά το “προβληματικό” στοιχείο στο βαθμό που αυτό μπορεί να διακρίνεται από το μαθηματικώς ορθό στοιχείο των επιλύσεων [...] Τα προβλήματα είναι πάντα διαλεκτικά: η διαλεκτική δεν έχει άλλο νόημα, ούτε τα προβλήματα έχουν άλλο νόημα. Ό,τι είναι μαθηματικό (ή φυσικό, βιολογικό, ψυχικό ή κοινωνιολογικό), είναι οι επιλύσεις. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι από τη μια μεριά η φύση των επιλύσεων αναφέρεται σε διαφορετικές τάξεις προβλημάτων εντός της διαλεκτικής της ίδιας, και από την άλλη μεριά ότι τα προβλήματα -εξαιτίας της εμμένειάς τους, η οποία δεν είναι λιγότερο ουσιαστική από την υπερβατολογικότητά τους- εκφράζουν τον εαυτό τους, από τεχνική σκοπιά, στην επικράτεια των επιλύσεων στις οποίες οδηγούν λόγω της διαλεκτικής τους τάξης. Για αυτό το λόγο πρέπει να ειπωθεί ότι υπάρχουν μαθηματικά, φυσικά, βιολογικά, ψυχικά και κοινωνιολογικά προβλήματα, αν και κάθε πρόβλημα είναι εκ φύσεως διαλεκτικό και δεν υπάρχουν μη διαλεκτικά προβλήματα. Τα μαθηματικά, συνεπώς, δεν περιλαμβάνουν μόνο επιλύσεις των προβλημάτων. Περιλαμβάνουν, επίσης, την έκφραση προβλημάτων που σχετίζονται με το πεδίο επιλυσιμότητας που προσδιορίζουν εξαιτίας της διαλεκτικής τους τάξης. Αυτός είναι ο λόγος που ο διαφορικός λογισμός ανήκει εξολοκλήρου στα μαθηματικά, ακόμα και τη στιγμή ακριβώς που αποκτά νόημα με την αποκάλυψη μιας διαλεκτικής η οποία δείχνει πέρα από τα μαθηματικά [...] Kάθε αναδυόμενο πεδίο, στο οποίο οι διαλεκτικές ιδέες της μίας ή της άλλης τάξης ενσαρκώνονται, διαθέτει το δικό του λογισμό. Οι Ιδέες πάντα έχουν ένα στοιχείο ποσοτικοποίησης, ποιοτικοποίησης, και δυνητικοποίησης. Υπάρχουν πάντα διαδικασίες προσδιορισιμότητας, αμοιβαίου προσδιορισμού και πλήρους προσδιορισμού. Πάντα κατανομές μοναδικών και κανονικών σημείων, πάντα μεταβαλλόμενα πεδία τα οποία διαμορφώνουν μια συνθετική εξέλιξη ενός αποχρώντος λόγου [...] Εδώ έγκειται η περιπέτεια των Ιδεών. Δεν πρόκειται για μαθηματικά που εφαρμόζονται σε άλλα πεδία, αλλά για τη διαλεκτική η οποία θέτει για τα προβλήματά της, μέσω της τάξης και των συνθηκών τους, τον άμεσο διαφορικό λογισμό που αντιστοιχεί ή αρμόζει στο εκάστοτε εξεταζόμενο πεδίο. Με αυτή την έννοια υπάρχει μια mathesis universalis που αντιστοιχεί στην οικουμενικότητα της διαλεκτικής. Αν οι Ιδέες είναι τα διαφορικά της σκέψης, υπάρχει ένας διαφορικός λογισμός που αντιστοιχεί σε κάθε Ιδέα, ένα αλφάβητο του τί σημαίνει να σκέφτεσαι” (Deleuze, Difference and Repetition, Continuum, 1994: 170, 178, 181).

Η ντελεζιανή γενική λογική της Διαλεκτικής Ιδέας ενεργοποιείται λοιπόν σε διαφορετικές, λογικά ιεραρχημένες επικράτειες πραγμάτωσης της διαλεκτικής mathesis universalis. Τα πεδία αυτά ταξινομούνται με ποικίλους τρόπους, αλλά σε γενικές γραμμές φαίνεται να είναι το μαθηματικό, το φυσικό, το βιολογικό, το ψυχικό και το κοινωνιολογικό. Επιπλέον, η διαλεκτική Ιδέα για τον Deleuze έχει μια κάθετη και μια οριζόντια διάσταση (οπ.π: 187). Η κάθετη διάσταση αφορά τη συστηματική ιεράρχηση των πεδίων και των λογικών κατηγοριών του επιστητού με κριτήριο την οντο-λογική προτεραιότητα: η κοινωνιολογία προϋποθέτει τη ψυχολογία, η ψυχολογία τη βιολογία, η βιολογία τη χημεία, η χημεία τη φυσική κ.ο.κ. Η οριζόντια διάσταση αφορά τη σχέση των φιλοσοφικών εννοιών στο ίδιο οντολογικό επίπεδο, στο πλαίσιο του κάθε συστήματος. Η κάθετη και η οριζόντια διάσταση τέμνονται στους αξιωματικούς-καταστατικούς όρους ύπαρξης κάθε συστήματος. O Deleuze μας προτρέπει να μην συγχέουμε την κάθετη με την οριζόντια διάσταση, καθώς και να μη συγχέουμε τις “λογικές κατηγορίες” της διαλεκτικής mathesis universalis με απλές “μεταφορές”, και σημειώνει

“Αυτές είναι κατηγορίες της διαλεκτικής ιδέας, οι εκτατικότητες του διαφορικού λογισμού (μια mathesis universalis αλλά και μια καθολική φυσική, μια καθολική ψυχολογία και μια καθολική κοινωνιολογία) που αντιστοιχούν στην Ιδέα σε όλα τα πεδία πολλαπλότητάς της” (όπ.π: 190).

Ο Deleuze φέρνει τρία παραδείγματα της διαλεκτικής Ιδέας, σε τρία διαφορετικά πεδία, στη φυσική, τη βιολογία, την κοινωνιολογία: α) ο ατομισμός ως μία φυσική Ιδέα, β) ο οργανισμός ως βιολογική Ιδέα γ) η κοινωνική Ιδέα (184 και επ.). Σύμφωνα με το Γάλλο φιλόσοφο, ο αρχαίος και ο νεωτερικός ατομισμός στη φυσική, η βιολογία του Geoffroy Saint-Hilaire και η νεότερη βιολογία, η μαρξική έννοια της κοινωνικά αναγκαίας αφηρημένης ανθρώπινης κοινωνίας, προσεγγίζουν σε διαφορετικά οντολογικά επίπεδα τη σύλληψη μιας Ιδέας-δομής που απαρτίζεται από αφηρημένες δυνητικές διαφορικές σχέσεις “ατομικών” στοιχείων, μια δυνητική δομή που “ενεργοποιείται” σε συγκεκριμένες, δομημένες υλικές σχέσεις μερών μέσα σε καθορισμένες συνθήκες.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα, με τον πλέον συστηματικό τρόπο, τη φιλοσοφική προβληματική του Deleuze, θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στις Λογικές Κατηγορίες και τις Φιλοσοφικές Έννοιες:

Στις Λογικές Κατηγορίες ανήκουν κατηγορίες της οντο-λογίας της διαλεκτικής Ιδέας (και του Νοήματος) όπως τη συλλαμβάνει ο Deleuze, κυρίως στα δύο μεγάλα του φιλοσοφικά έργα, το Difference and Repetition και το Logic of Sense. Έννοιες όπως η απόλυτη Διαφορά, η Επανάληψη, η (διαλεκτική) Ιδέα, το “πρόβλημα”, το «παράδοξο» στοιχείο, το «αντικείμενο-x» , η Ενικότητα, το Συμβάν, το Δυνητικό και το Ενεργό, συγκροτούν την κατηγορική εκτατικότητα της διαφορικής Διαλεκτικής Ιδέας κατά την εκδίπλωσή της.

Αντίθετα,, οι Φιλοσοφικές Έννοιες είναι δημιουργικές δραματοποιήσεις και κατασκευές των παραπάνω κατηγοριών σε διαφορετικά, εποπτικά συγκεκριμένα πεδία εμμένειας.

Ο φιλόσοφος είναι ο φίλος της έννοιας, είναι ό,τι είναι δυνάμει της έννοιας. Τούτο σημαίνει πως η φιλοσοφία δεν είναι απλή τέχνη του να σχηματίζεις, να επινοείς ή να φτιάχνεις έννοιες, διότι οι έννοιες δεν είναι κατ’ανάγκην μορφές, επινοήσεις ή προιόντα. Αυστηρότερα μιλώντας, η φιλοσοφία είναι ο κλάδος εκείνος που συνίσταται στο να δημιουργείς έννοιες. [...] Μπορούμε να θεωρήσουμε αποφασιστικής σημασίας τον εξής ορισμό της φιλοσοφίας: γνώση μέσω εννοιών και μέσω κατασκευής εννοιών εντός της δυνατής εμπειρίας ή της εποπτείας. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την νιτσεϊκή ετυμηγορία, ποτέ δεν θα μάθεις κάτι μέσα από τις έννοιες αν κατ’αρχήν δεν τις έχεις δημιουργήσει, δηλαδή αν δεν τις έχεις κατασκευάσει σε μίαν εποπτεία που προσιδιάζει σε αυτές - σε ένα πεδίο, σε ένα επίπεδο, ένα έδαφος το οποίο να μην συγχέεται με αυτές αλλά να προφυλάσσει τα σπέρματά τους και τα πρόσωπα που τα καλλιεργούν. Ο κονστρουκτιβισμός απαιτεί κάθε δημιουργία να είναι κατασκευή [πάνω] σε ένα επίπεδο που της δίνει αυτόνομη ύπαρξη. Το να δημιουργείς έννοιες τουλάχιστον σημαίνει πως κάτι κάνεις.’’ (Deleuze-Guattari, Τί Είναι Φιλοσοφία;, εκδ. Καλέντης: 11,14)

Η ταξινόμηση των ντελεζιανών εννοιών σε ένα σύστημα λογικών κατηγοριών και φιλοσοφικών εννοιών ανά επίπεδο μοιάζει να έρχεται σε αντίθεση με τη πρόθεση των Deleuze-Guattari στο τελευταίο τους έργο, το Τί είναι Φιλοσοφία;, να συγκροτήσoυν ένα πλέγμα εννοιών, ή αλλιώς νοολογικό ρίζωμα, υποστηρίζοντας τη θέση ότι κάθε έννοια είναι μια συνισταμένη συνιστωσών εννοιών κ.ο.κ επ’ άπειρον, αρνούμενοι έτσι μια πρώτη αρχή της φιλοσοφίας, και, ευρύτερη, τη δενδροειδή λογική της ιεραρχίας. Είναι αλήθεια πως οι Deleuze-Guattari επέλεξαν συχνά να καταστήσουν όσο πιο αόρατη γίνεται την τάξη των εννοιών τους, υιοθετώντας την πολιτική στρατηγική μιας pop φιλοσοφίας που αντανακλούσε το πνεύμα της εποχής, ιδιαίτερα στη Γαλλία. Παρά τη γενικά διακηρυγμένη τους πρόθεση, όμως, σε ορισμένα σημεία του έργου τους διακρίνουν διαφορετικά και λογικά ιεραρχημένα επίπεδα εμμένειας, που ακολουθούν τη γραμμή του Deleuze στο Διαφορά και Επανάληψη. Για παράδειγμα, στο A Thousand Plateaus διακρίνουν τρία strata, το φυσικοχημικό, το οργανικό, και το ανθρωπομορφικό επίπεδο (Deleuze-Guattari, Α Τhousand Plateaus, University of Minnesota Press, 1987: 57-63).

Επομένως, ο Deleuze αναπτύσσει τις λογικές κατηγορίες του κατά κύριο λόγο στο Διαφορά και Επανάληψη και τη Λογική του Νοήματος, ενώ αναπτύσσει τις φιλοσοφικές του έννοιες σε  άλλα έργα του, σε διαφορετικές οντολογικές περιοχές και επίπεδα, από τη φυσική φιλοσοφία μέχρι την κοινωνικοπολιτική οντολογία και την τέχνη (ζωγραφική, κινηματογράφος κ.α).

Με αυτό το σκεπτικό, νομιμοποιούμαστε να παρέμβουμε και στην εκτεταμένη, εξαιρετικά διαθεματική δευτερογενή βιβλιογραφία πάνω στο έργο του Deleuze, οργανώνοντας το ερμηνευτικό χάος που επικρατεί γύρω από τις ντελεζιανές έννοιες που προβάλλουν ως «σχεδόν συνώνυμες», κατά την έκφραση του DeLanda, υποκαθιστώντας στη σχετική βιβλιογραφία η μία την άλλη με τη “μέθοδο” της αναλογίας και ανεξάρτητα από τα πεδία αναφοράς τους. Θα μπορούσαμε, με βάση τα παραπάνω κριτήρια, να ταξινομήσουμε σχηματικά και τα βιβλία του Deleuze, παρεμβαίνοντας στην κυρίαρχη πρόσληψη της εργογραφίας του. Τα βιβλία του Deleuze για άλλους φιλοσόφους και δημιουργούς αφορούν την Ιστορία της ντελεζιανής προβληματικής, τα δύο μεγάλα φιλοσοφικά έργα του αφορούν τη Λογική της ντελεζιανής προβληματικής, ενώ τα υπόλοιπα έργα του αφορούν τη φιλοσοφική δημιουργία εννοιών σε συγκεκριμένα πεδία (Φύση, ''Ψυχολογία'', Κοινωνιολογία), στη βάση της ντελεζιανής λογικής.

Θα μπορούσαμε, επιπλέον, κατά την εγελιανή φιλοσοφική τοπογραφία, να εντοπίσουμε στο ντελεζιανό έργο, σε λανθάνουσα μορφή, μια Επιστήμη της (διαλεκτικής) Λογικής, ένα δηλαδή γενικό σύστημα λογικών κατηγοριών, και τα επιμέρους συγκεκριμένα πεδία ενεργοποίησής τους, που χωρίζονται σε δύο μεγάλες οντολογικές επικράτειες: σε μια Φιλοσοφία της Φύσης και σε μια Φιλοσοφία του Πνεύματος, με την τελευταία να περιλαμβάνει τη Ψυχολογία και την Κοινωνιολογία.

Πέραν, όμως, της γενικής διάταξης των λογικών κατηγοριών και των φιλοσοφικών εννοιών, θα έπρεπε να καταδείξει κανείς, με συγκεκριμένο τρόπο, την εσωτερική και μεθοδική συνάρτηση των λογικών κατηγοριών μεταξύ τους, πώς η κάθε μία προϋποθέτει και παράγει την άλλη, ακολουθώντας τη τροχιά που διαγράφεται από το λογικό-κατηγορικό στο φιλοσοφικό και εποπτικό επίπεδο. Η Επιστήμη της Λογικής του Hegel, περιλαμβάνοντας τη διδασκαλία περί του Είναι, τη διδασκαλία περί της Ουσίας και τη διδασκαλία περί της Έννοιας, επιδιώκει να πραγματώσει το στόχο της εσωτερικής-εμμενούς τελολογίας της παραγωγής και συνάρτησης των λογικών κατηγοριών. Θεωρούμε πως ένα ευρύτερο ερευνητικό πρόγραμμα επαναθεμελίωσης της διαλεκτικής λογικής με τη συστηματική συνάρθρωση εγελιανής και ντελεζιανής φιλοσοφίας, θα έπρεπε να αναλάβει το εγχείρημα αυτό, επαναθεμελίωσης της διαλεκτικής του Hegel, ενδεχομένως και εκτεταμένης αναθεώρησής της, υπό το πρίσμα του εννοιολογικού πλαισίου που παρέχει ο Deleuze με γνώμονα τις τεράστιες επιστημονικές, τεχνολογικές και αισθητικές επαναστάσεις που ακολούθησαν το θάνατο του Hegel.

Ο Hegel, κληρονόμος των Kant, Fichte, Schelling αλλά και όλης της δυτικής μεταφυσικής που προηγήθηκε της καντιανής κριτικής στροφής, έχοντας διαμορφώσει τους φαινομενολογικούς όρους ανάβασης της γνώσης από την αισθητηριακή αμεσότητα στη βαθμίδα της Επιστήμη της Λογικής μέσω της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, αναπτύσσει ως ειδικά γνωστικά αντικείμενα και ιεραρχημένα πεδία εξωτερίκευσης-αλλοτρίωσης της Απόλυτης Ιδέας της Λογικής (της διαλεκτικής μεθόδου), τη Φιλοσοφία της Φύσης και τη Φιλοσοφία του Πνεύματος, με την τελευταία να αποτελείται από δύο κύρια μέρη, το Υποκειμενικό και το Αντικειμενικό πνεύμα. Καθένα από αυτά τα έργα, έχοντας μια διάρθρωση εν είδει “διαλεκτικού fractal”, υποδιαιρείται σε τριαδικά οργανωμένες θεματικές ενότητες ανάπτυξης και προσδι-ορισμού του Απόλυτου. Το Υποκειμενικό Πνεύμα ειδικότερα, αποτελείται, με τη σειρά του, από τρία μέρη: την Ανθρωπολογία, τη Φαινομενολογία, και την Ψυχολογία. Στο τέλος της διαλεκτικής ανέλιξης του Υποκειμενικού Πνεύματος, στο επίπεδο δηλαδή της Ψυχολογίας, ο Hegel συνάγει συλλογιστικά την ορμή και τελικά την Ιδέα της ελευθερίας της βούλησης. Η ελευθερία της βούλησης αποτελώντας την κατακτημένη κορωνίδα του Υποκειμενικού Πνεύματος, αποτελεί την απλούστερη σχέση, το υποκειμενικό κύτταρο του Αντικειμενικού Πνεύματος, επιτρέποντας την είσοδο στο πρώτο μέρος του, τη Φιλοσοφία του Κράτους και του Δικαίου, και την ανάπτυξη του δεύτερου μέρους του, της Φιλοσοφίας της Ιστορίας. Επομένως, η συλλογιστική πορεία του Hegel κινείται από την εγελιανή διαλεκτική λογική (Επιστήμη της Λογικής) στην έλλογη κατανόηση της φύσης (Φιλοσοφία της Φύσης) που αποτελεί προϋπόθεση της έλλογης κατανόησης του ανθρώπινου πνεύματος ως, τελικά, ελεύθερης βούλησης (Φιλοσοφία του Πνεύματος-Υποκειμενικό Πνεύμα, Ψυχολογία), προχωράει στην έλλογη κατανόηση της κοινωνικο-κρατικής οργάνωσης της Ιδέας της ελεύθερης (έλλογης) βούλησης (Φιλοσοφία του Κράτους και του Δικαίου) και, τέλος, στην έλλογη κατανόηση της κοινωνικο-κρατικής ιστορικής διαδικασίας ως εκδίπλωσης και πραγμάτωσης της ελεύθερης βούλησης (Φιλοσοφία της Ιστορίας).

Στον Gilles Deleuze, αν τo Διαφορά και Επανάληψη και το Logic of Sense, υπέχουν τη θέση βιβλίων περί της γενικής διαλεκτικής λογικής, η διαλεκτική λογική συγκεκριμενοποιείται, όπως και στον Hegel, σε ειδικά, ιεραρχημένα επίπεδα και γνωστικά αντικείμενα, στο υλικό-ανόργανο, στο βιοψυχικό και στο κοινωνικό επίπεδο. Στο δίτομο Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια οι Deleuze-Guattari παρουσιάζουν το πέρασμα της ντελεζιανής λογικής από το βιοψυχικό στο κοινωνικό επίπεδο, με το βασικό σκελετό της συλλογιστικής τους να εκτίθεται στον πρώτο τόμο, τον Αντι-Οιδίποδα. Το πρώτο κεφάλαιο του Αντι-Οιδίποδα επιχειρεί την παρουσίαση της λογικής της απλούστερης σχέσης, του κυττάρου της κοινωνικής παραγωγής, της επιθυμητικής παραγωγής, το δεύτερο κεφάλαιο μια κριτική στην οικογενειοκρατική ψυχανάλυση για τη μεταφυσική της σύλληψη της επιθυμίας, ενώ το τρίτο κεφάλαιο (Άγριοι, Βάρβαροι, Πολιτισμένοι) παρουσιάζει την ιστορική εκδίπλωση και πραγμάτωση της επιθυμητικής παραγωγής μέσα από διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, σε μια Παγκόσμια Ιστορία της Επιθυμίας. Στο δεύτερο τόμο του Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, τα Χίλια Επίπεδα, οι Deleuze-Guattari αναπτύσσουν και εμπλουτίζουν διαθεματικά τη λογική και ιστορική τους σύλληψη, αναπτύσσοντας, σε δύο από τα κεφάλαια του βιβλίου, μια Παγκόσμια Ιστορία των Κρατικών Μορφών ως ιστορία κρατικής παραμόρφωσης της επιθυμητικής παραγωγής, και την απάντηση μιας νομαδικής πολεμικής μηχανής απέναντι στο Κράτος.

Επομένως, στους Hegel και Deleuze συναντάμε μια κοινή συλλογιστική. Μια γενική λογική θεμελιώνει τη φιλοσοφική τοποθέτηση για τον εννοιολογικό προσδιορισμό του ανθρώπινου ως βιοψυχικού όντος, η οποία, με τη σειρά της, θεμελιώνει την έλλογη και αξιολογικά τοποθετημένη κατανόηση της κοινωνικο-ιστορικής διαδικασίας, που διέρχεται μέσα από Κρατικές μορφές. Οι σημαντικές διαφορές ως προς τη μέθοδο, τον προσδιορισμό του ανθρώπινου (η ελεύθερη βούληση στον Hegel, η επιθυμητική παραγωγή στον Deleuze και τον Guattari), ως προς την αξιολογική και πολιτική τοποθέτηση απέναντι στη Κρατική μορφή και ως προς την κατανόηση των ακρατικών κοινωνιών, ενώ μοιάζουν σημαντικότερες από τις ομοιότητες, δημιουργώντας μια ασυμβίβαστη ασυμμετρία μεταξύ των δύο φιλοσόφων, έρχονται κατά τη γνώμη μου σε δεύτερη μοίρα.


Πηγή Λέσχη Νέων Χεγκελιανών

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Hegel, Marx-Engels, Deleuze-Guattari: Τρεις επιστημολογικές τομές; (Ονειρμάρξ)


1. Ο Hegel μετατόπισε το κέντρο βάρους της Φιλοσοφίας, από τα δοσμένα συστήματα εννοιών στη διαδικασία λογικής παραγωγής εννοιών, κατακτώντας μια σκοπιά από την οποία μπορούσε να ασκηθεί κριτική σε κάθε εννοιολογικό σύστημα, ως εν μέρει αληθές και εν μέρει ψευδές σε σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι αναπαριστά. Πρόκειται για την εγελιανή εργασία του Απόλυτου ως αρνητικού.

Οι Marx/Engels μετατόπισαν το κέντρο βάρους της επιστήμης της Ιστορίας, από τους δοσμένους κοινωνικο-ιστορικούς σχηματισμούς στη διαδικασία υλικής παραγωγής της κοινωνίας και της ιστορίας, κατακτώντας μια σκοπιά από την οποία μπορούσε να ασκηθεί κριτική σε κάθε κοινωνικο-ιστορικό σχηματισμό, ως εν μέρει αληθή και εν μέρει ψευδή σε σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι αναπαριστά. Πρόκειται για τη μαρξική κοινωνικά αναγκαία aφηρημένη ανθρώπινη εργασία.

Οι Deleuze/Guattari μετατόπισαν το κέντρο βάρους της θεωρίας του Υποκειμένου, από τα μερικά αντικείμενα της επιθυμίας και τα αρθρωμένα υποκειμενικά αιτήματα, στη διαδικασία παραγωγής της επιθυμίας, κατακτώντας μια σκοπιά από την οποία μπορούσε να ασκηθεί κριτική σε κάθε καθήλωση της υποκειμενικότητας και της επιθυμίας, ως εν μέρει αληθή και εν μέρει ψευδή. Πρόκειται για την ντελεζική-γκουαταρική εργασία του ασυνειδήτου ως επιθυμητική παραγωγή.

Αυτή είναι η πρώτη επιστημολογική τομή:

Η αντικατάσταση της αναπαράστασης από την παραγωγική διαδικασία, από την έννοια στην εργασία, από την εργασία στην επιθυμία.

Όπως περιγράφει ο Michel Foucault στις Λέξεις και τα πράγματα, το πέρασμα αυτού του τύπου είναι χαρακτηριστικό της νεωτερικής εποχής και, θα προσθέταμε, οδηγεί στην αυτοκριτική της.

2. Στον Hegel, το ελεύθερο υποκείμενο, ως εξωτερικό όριο των μορφών σκέψης του παλαιού καθεστώτος, μετατρέπεται σε βάση εσωτερικής κριτικής της παραδοσιακής μεταφυσικής.

Στους Marx/Engels, το προλεταριάτο, ως εξωτερικό όριο της αστικής κοινωνίας, μετατρέπεται σε βάση εσωτερικής κριτικής της κυρίαρχης ιδεολογίας και του αστικού συστήματος εκμετάλλευσης.

Στους Deleuze/Guattari, η σχιζοφρένεια, ως εξωτερικό όριο του νεωτερικού λόγου περί ''ελευθερίας'' και της δυναμικής του Κεφαλαίου, μετατρέπεται σε βάση εσωτερικής κριτικής του κυρίαρχου, κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού δεσμού.

Η προλεταριοποίηση και η σχιζοφρενοποίηση είναι δύο διαδικασίες που απωθούνται από το καπιταλιστικό σύστημα, ενώ παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή του πλούτου και της επιθυμίας. Η οπτική γωνία της κριτικής είναι ταυτόχρονα εσωτερική και εξωτερική προς το γνωστικό αντικείμενο. Αυτή η οπτική γωνία είναι εξαιρετική, με τη διπλή σημασία του όρου: υπό καθεστώς εξαίρεσης, σε σχέση με τον υποτιθέμενο καθολικό κανόνα του ελεύθερου και αυτόνομου νεωτερικού υποκειμένου. Αλλά και εξαιρετική, με την έννοια ότι η αποκάλυψή της στο κοινωνικό προσκήνιο είναι σπάνια, και προκαλεί εκρηκτικά συμβάντα.

Αυτή είναι η δεύτερη επιστημολογική τομή:

Ο παρατηρητής τοποθετείται συνειδητά στο εσωτερικό του παρατηρούμενου πεδίου, αλλά από τη σκοπιά εκείνου του υποκειμένου που βρίσκεται στο εξωτερικό όριό του.

Πρόκειται για μια οριακή μεροληψία υπέρ του καταπιεσμένου και απωθημένου, που ταυτόχρονα παρέχει τη μόνη δυνατότητα εξωτερικής, άρα και οριακά αμερόληπτης κριτικής προς το γνωστικό αντικείμενο από τη σκοπιά αυτού που αποκλείει ενώ το προϋποθέτει, από τη σκοπιά δηλαδή του εσωτερικού ορίου του και ψεύδους του. Για αυτό οι κριτικές π.χ στον Marx ότι αξιώνει ''επιστημονική αντικειμενικότητα'', που συνυπάρχουν με τις κριτικές στον Marx για ''ταξική μεροληψία'', είναι εκτός θέματος, ή καλύτερα, εκτός του πραγματικού ερωτήματος. Όπως και άλλες κριτικές που τον τοποθετούν απλώς εντός του ''νεωτερικού φαντασιακού'', αδυνατώντας να συλλάβουν την ίδια τη νεωτερικότητα ως συμπύκνωση εντάσεων ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, χαρακτηριστικό που της δίνει και τον πλανητικά συμβαντικό της χαρακτήρα.

Ποιο είναι το αντίστοιχο εκ-σωτερικό σημείο παρατήρησης του Hegel, αν υπάρχει? Λέγεται συχνά πως ο ήρωας του Hegel ήταν ο Ναπολέοντας, που ιδρύει και επιχειρεί με τη βία να εμπεδώσει το νεωτερικό Κράτος. Για τον Hegel, ο ήρωας είναι εκείνος που, στην εκάστοτε εποχή, ενσαρκώνει την αρνητική εργασία του Απόλυτου, στην Ιστορία του Παγκόσμιου Πνεύματος, με πρακτικό τρόπο (http://www.napoleon.org/en/history-of-the-two-empires/articles/napoleon-hegelian-hero/).

Στην εποχή του, το σημείο εκείνο που βρισκόταν στο εκ-σωτερικό ήταν, όπως ήδη είπαμε, η αρχή της ελεύθερης βούλησης, του νεωτερικού υποκειμένου, που καταστατικά προϋποθέτει κάθε πολιτική οργάνωση της κοινωνίας και την οποία, όμως, τα προνεωτερικά θεοκρατικά-απολυταρχικά συστήματα την απέκλειαν. Φορέας της ελευθερίας, τότε, ήταν η αστική τάξη, και ένας πολιτικός ηγέτης της, ο Ναπολέοντας. Σε άλλες εποχές, ο Hegel είδε τον Μέγα Αλέξανδρο ή το Καίσαρα να ενσαρκώνουν το Πνεύμα της Εποχής, την αρχή της ελεύθερης υποκειμενικότητας απέναντι στα δεσποτικά συστήματα που την απέκλειαν. Στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, ωστόσο, ο Hegel βλέπει την Αμερική ως υπόσχεση του μέλλοντος, σε μία από της σπάνιες στιγμές που τοποθετείται με μελλοντικό-προγνωστικό, και όχι με τον αναδρομικό τρόπο της επίγνωσης του παρελθόντος. Και πράγματι, δεκαετίες αργότερα οι Η.Π.Α έγιναν ο ολοκληρωμένος φορέας του δυτικού καπιταλιστικού λόγου, οδηγώντας στην ωρίμαση των αντιφάσεών του. Με βάση τον Hegel αλλά υπό το πρίσμα του μεταπολεμικού παρόντος, ο Kojeve προβλέπει την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την επικράτηση του αμερικανικού τρόπου ζωής. Ωστόσο, στον Hegel, αληθεύει πως οι καταπιεσμένοι δεν εκπροσωπούν το Απόλυτο ως εργασία του Αρνητικού. Από την άλλη μεριά, αληθεύει και ότι από τον Hegel πάντοτε μπορούν να εξαχθούν δύο τάσεις: η απολίθωση στο έθνος-κράτος, και η κριτική στα έθνη-κράτη ως μερικά και ψευδή σε σχέση με την πορεία του Παγκόσμιου Πνεύματος.

Φαίνεται πως ο Hegel κατά κανόνα υιοθετούσε τη σκοπιά του κυρίαρχου. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η αρχαία αθηναϊκή, ρωμαϊκή και νεωτερική-αστική πολιτική τάξη πρέσβευαν στην εποχή τους την θεσμική αναγνώριση της ελεύθερης βούλησης και του αυτόνομου υποκειμένου, απέναντι στα καθεστώτα που δεν αναγνώριζαν την ελευθερία αυτή ούτε στην τυπική της μορφή. Όταν ο Hegel στήριζε τη Γαλλική Επανάσταση, τοποθετούνταν, στη γενική κατεύθυνση, από τη σκοπιά των επαναστατών. Ωστόσο, κάθε μία από αυτές τις θεσμικές τάξεις που κόμιζαν το μήνυμα της υποκειμενικής ελευθερίας, ήταν στη πραγματικότητα ένα σύστημα εκμετάλλευσης. Οι Marx/Engels και Deleuze/Guattari τοποθετούνται σε μια εποχή που η αστική τάξη έχει πάψει να παίζει προοδευτικό ιστορικό ρόλο, και η αρχή της ελεύθερης υποκειμενικότητας έχει αποδειχθεί εν μέρει αληθής και εν μέρει ψευδής σε σχέση με αυτά που αποκλείει από τη χειραφέτησή της: την εργασιακή δύναμη, και την εργασία του ασυνειδήτου. Η μετάβαση από το καπιταλιστικό σε ένα μη καπιταλιστικό σύστημα, είναι για πρώτη φορά στην ιστορία μια μετάβαση που είναι νοητή μόνο ως πέρασμα σε ένα μη εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα. Άρα ο εκ-σωτερικός φορέας της αλήθειας απέναντι στο εσωτερικό ψεύδος του παλαιού καθεστώτος, δεν μπορεί να εγκαθιδρύσει ένα νέο σύστημα εκμετάλλευσης διατηρώντας τον ιστορικά προοδευτικό του ρόλου. Αυτή δεν είναι και μια εκδοχή της αποτυχίας της ΕΣΣΔ;

3. Αυτή είναι η τρίτη επιστημολογική τομή: Υπάρχει παγκόσμια ιστορία, μόνο από τη σκοπιά της ιστορικής διαδικασίας που οδηγεί την ιστορία στην αυτοκριτική της, στο εκ-σωτερικό της όριο, παράγοντας μια οικουμενική αντι-ιστορία.


Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Αντι-Οιδίπους, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: 7 ερμηνευτικά κλειδιά (Ονειρμάρξ)


Στη σειρά εκδηλώσεων που διοργανώθηκαν από το Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής και τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών (http://bestimmung.blogspot.gr/2015/12/blog-post.html), με θέμα το έργο των Deleuze-Guattari Αντι-Οιδίπους, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, πραγματοποιήθηκαν τρεις συναντήσεις, μία για το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου για τις Επιθυμητικές Μηχανές, μία για τους Άγριους (προκρατικές κοινότητες) και τους Βάρβαρους (πρωτο-κρατικές) και μία για τους Πολιτισμένους (κεφαλαιο-κρατικές κοινωνίες).

Ο συνblogger Γιάννης Δ. ανέβασε τις δύο εισηγήσεις που ο ίδιος έκανε

1. Ψυχανάλυση και Οικογενειοκρατία (1η συνάντηση)

2. Η ''πολιτισμένη"' καπιταλιστική μηχανή (3η συνάντηση)

Η δική μου συμμετοχή στην 1η, τη 2η και την 3η συνάντηση, βασίστηκε σε εισηγήσεις σε μορφή σημειώσεων που λόγω έλλειψης χρόνου δεν κατέγραψα σε τρία διακριτά κείμενα. Σε αυτή την ανάρτηση θα προσπαθήσω πολύ συνοπτικά να προτείνω 7 ερμηνευτικά κλειδιά για μια κατανόηση του βιβλίου. Παραλείπω πολλές προοπτικές και συμπεράσματα, όπως για παράδειγμα τις θέσεις των Deleuze-Guattari για τον άξονα νεύρωση-διαστροφή-ψύχωση σε σχέση με την παγκόσμια ιστορία της επιθυμίας, αλλά και, κατά τα άλλα αναγκαίες, γενεαλογικές συσχετίσεις κυρίως με Freud-Lacan. (Για μια εισαγωγή του ίδιο του Deleuze στη προβληματική του Αντι-Οιδίποδα, βλ. http://bestimmung.blogspot.gr/2015/12/two-regimes-of-madness.html).

Στο πρώτο κεφάλαιο πάνω στις Επιθυμητικές Μηχανές, οι D+G παρουσιάζουν τις ''τρεις συνθέσεις του ασυνειδήτου", τις τρεις στιγμές της επιθυμητικής παραγωγής. Παραγωγή παραγωγής (σύνδεση, και...και), παραγωγή καταγραφής (διάζευξη, ή...ή), και παραγωγή κατανάλωσης (...ώστε λοιπόν). Λακανικά μιλώντας, οι στιγμές αυτές σχετίζονται αντίστοιχα με το Πραγματικό του Σώματος, τον Συμβολικό Νόμο και τον Ευνουχισμό, τέλος με τη Φαντασίωση και το Φαντασιακό - στους Deleuze-Guattari, σε αντίθεση με την κυρίαρχη πλευρά του έργου του Lacan, δεν έχουμε μια φαντασιωτική σταθερά, αλλά μια πραγματική παραγωγή φαντασιώσεων και φαντασιακών ταυτίσεων, δηλαδή υποκειμενοποιήσεων, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο παρανοϊκό κλείσιμο και τη σχιζοφρενοποίηση. Επιπλέον, αυτές οι συνθέσεις σχετίζονται με τις ''συνθέσεις του Χρόνου'' του Deleuze (βλ. κυρίως στο Διαφορά και Επανάληψη), δηλαδή με τη σύνθεση του παρόντος (και την αντιληπτική συνήθεια), τη σύνθεση του παρελθόντος (μνημονική εγγραφή) και τη σύνθεση του μέλλοντος (αιώνια επιστροφή της υποκειμενοποίησης).

Αυτή τη θεωρητική αντίληψη τη χαρακτηρίζουν οι παρακάτω τομές με όλη την προηγούμενη παράδοση φροϋδο-μαρξισμού και λακανισμού:

1. Μετατοπίζοντας το πεδίο ορατότητας από την αναπαράσταση της επιθυμίας στην παραγωγή της επιθυμίας, επιδιώκουν μια ιστορικο-υλιστική αντίληψη της επιθυμίας, μια στροφή ανάλογη με εκείνη των Marx-Engels από το ''εποικοδόμημα'' των ιδεολογικών αναπαραστάσεων στην οικονομική βάση. Η ''επιθυμητική παραγωγή'' ανήκει στην υλική βάση της κοινωνίας, γράφουν. Η ιστορία της επιθυμητικής παραγωγής στη σχέση της με την κοινωνική παραγωγή (παραγωγικές δυνάμεις με την κλασική έννοια), δίνει το ''κλειδί'' κριτικής στις μυθολογικές, θεολογικές, νομικοπολιτικές και ιδεολογικές κοινωνικές αναπαραστάσεις και παραμορφώσεις.

2. Η επιθυμητική παραγωγή αποτελεί την παραγωγή της x-επιθυμίας, της επιθυμίας στη δυνητικότητά της, τον πραγματο-λογικό, και όχι απλώς λογικό, όρο δυνατότητας της α, β, γ επιθυμίας. Η δύναμη να επιθυμείς, η ικανότητα να επιθυμείς, προηγείται πραγματικά και λογικά της ικανότητας να επιθυμείς κάτι το ορισμένο. Η στροφή αυτή από τις επιμέρους επιθυμίες στον πραγματολογικό όρο δυνατότητας της επιθυμίας, την επιθυμητική παραγωγή των επιμέρους επιθυμιών, είναι ανάλογη με τη καντιανή κριτική στροφή από την α, β, γ, δ εμπειρία στους όρους δυνατότητας της εμπειρίας. Είναι επίσης ανάλογη με τη σύλληψη της libido από τον Freud σαν αφηρημένης ποσότητας και υποκειμενικής ουσίας - όρο δυνατότητας των επιμέρους επενδύσεων της επιθυμίας, και ανάλογη με τη σύλληψη του Marx της (κοινωνικά αναγκαίας αφηρημένης) Εργασίας ως αφηρημένης ποσότητας και υποκειμενικής παραγωγικής ουσίας - όρο δυνατότητας των επιμέρους παραγόμενων εμπορευμάτων.

3. Η σχιζοφρένεια και ευρύτερα η ψύχωση (το εκκρεμές παράνοια-σχιζοφρένεια) χρησιμοποιείται, με συγκεκριμένες αναφορές στον Lacan, ως η πλησιέστερη προς το Πραγματικό (πέρα από το Συμβολικό και το Φαντασιακό) υποκειμενοποίηση, και άρα μετα-μοντέλο κατανόησης όλων των υποκειμενοποιήσεων. Άρα, ως η ''βασιλική οδός'' κατανόησης της ίδιας της πληθωρικής επιθυμητικής παραγωγής πέρα από τις εδαφικοποιήσεις (σταθμεύσεις) και κωδικώσεις (αναπαραστάσεις και ταξινομήσεις) της επιθυμίας. Η Παγκόσμια Ιστορία της Επιθυμίας οδηγεί στην αναδρομική επίγνωση ότι ήδη-πάντα η επιθυμητική παραγωγή ήταν μια διαδικασία σχιζοφρενοποίησης πίσω από τις ιδεολογικές της μορφές.

4. Η ''θεμιτή χρήση του ασυνειδήτου'' αφορά μια επιθυμητική στάση σύμφωνη με τις ενύπαρκτες στην επιθυμητική παραγωγή στιγμές-συνθέσεις. Η ''αθέμιτη χρήση του ασυνειδήτου'' αφορά μια επιθυμητική στάση που παραμορφώνει αναπαριστώντας τις ενύπαρκτες αυτές συνθέσεις. Βλέπε πίνακα στο τέλος του παραπάνω κειμένου Ψυχανάλυση και Οικογενειοκρατία για τους 5 παραλογισμούς. Κάθε κρατική οργάνωση βασίζεται σε αυτούς τους 5 παραλογισμούς-παραμορφώσεις της επιθυμίας. Κάθε μη κρατική κοινοτική οργάνωση βασίζεται σε μια όσο το δυνατό πιο ''θεμιτή'' κοινωνική θέσμιση της επιθυμίας. Δηλαδή μια όσο το δυνατόν πιο ανοιχτή στην πολυσημία, νομαδική, μερική και μη εξειδικευμένη, εγκλειστική και μη περιοριστική θέσμιση της επιθυμίας. Το παράδειγμα που χρησιμοποίησα εδώ είναι η Παρισινή Κομμούνα, με αιρετά και ανακλητά αξιώματα, πολυεθνικό προσανατολισμό κ.α.

5. Οι ''Άγριοι'' (προκρατικές κοινότητες) είναι η κοινωνική οργάνωση της επιθυμίας στις οποίες ηγεμονεύει η Σύνδεση-παραγωγή παραγωγής (λιβιδινική σύνδεση και....και....), στους ''Βάρβαρους'' (πρωτοκρατικές κοινότητες) ηγεμονεύει η Διάζευξη-παραγωγή καταγραφής (διάζευξη Κώδικα-Πραγματικού και κατανομή του εγγεγραμμένου σε είτε...είτε), και στους ''Πολιτισμένους'' η Σύζευξη (υποκειμενοποίηση και αναδρομικό ''ώστε λοιπόν''). Δηλαδή, στους Άγριους ηγεμονεύει η παραγωγή παραγωγής (1 σύνθεση), στους Βάρβαρους η παραγωγή καταγραφής της καταγραφής (2η σύνθεση, Υπερ-κώδικας και υπερ-καταγραφή, κώδικας των κωδίκων = Κράτος), και στους Πολιτισμένους η παραγωγής της κατανάλωσης της κατανάλωσης (3η σύνθεση, η κατανάλωση ως αυτοσκοπός, που σχετίζεται με τον αυτοερωτικό ναρκισσισμό). Αυτός ο αναδιπλασιασμός των όρων παραγωγή, καταγραφή, κατανάλωση (παραγωγή παραγωγής, καταγραφή καταγραφής, κατανάλωση κατανάλωσης), οφείλεται στο ότι σε κάθε στιγμή της επιθυμητικής παραγωγής ενυπάρχουν οι άλλες δύο, όπως φαίνεται ήδη με μια προσεκτική ανάγνωση του 1ου Κεφαλαίου. Άρα έχουμε 3 επί 3 = 9 διαστάσεις. Για παράδειγμα, και οι ''Άγριοι'' έχουν κώδικες εγγραφής της επιθυμίας, και στιγμή κατανάλωσης και ομαδικών φαντασιώσεων, και οι ''Βάρβαροι'' έχουν παραγωγικές συνδεσμολογίες επιθυμίας και κατανάλωση, και οι ''Πολιτισμένοι'' έχουν στιγμή εγγραφής σε κώδικες, κ.ο.κ. 9 διαστάσεις θα απορρέουν, σύμφωνα με την λακανική ορολογία, από την τριάδα Πραγματικό - Συμβολικό - Φαντασιακό. Με βάση τη σχέση με τις ''συνθέσεις του Χρόνου'', οι 3 διαστάσεις του χρόνου αποτελούν 9 διαστάσεις του Χρόνου, και έχουμε στους Άγριους μια ηγεμονία του παρόντος παρόντος, στους Βάρβαρους μια κυριαρχία του παρελθόντος παρελθόντος, και στους Πολιτισμένους μια ηγεμονία του μέλλοντος μέλλοντος. Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ζουν κατά κύριο λόγο σε ένα διαρκές παρόν, οι πρωτοκρατικοί υπήκοοι σε ένα καταγεγραμμένο από το Κράτος αρχειακό παρελθόν, και οι ιδιώτες του καπιταλισμού χάνουν κάθε ιστορική μνήμη, ζώντας σε ένα διαρκές μέλλον που αποδομεί διαρκώς το παρόν και το παρελθόν.

6. Όλη η διαχρονική ιστορία της επιθυμίας βασίζεται σε ένα συγχρονικό εκκρεμές παράνοιας-σχιζοφρένειας. Η επιθυμητική παραγωγή ως διαδικασία γεννά μια στιγμή εμμένειας-κοινού πεδίου παραγωγικής διαδικασίας-προϊόντος, που οι Deleuze-Guattari ονομάζουν ''σώμα δίχως όργανα''. Πρόκειται για το σώμα που απολαμβάνει σε διάκριση από το τί απολαμβάνει. Η παρανοϊκή αναδίπλωση απωθεί με μια μανία καταδίωξης τα επιμέρους αντικείμενα της επιθυμίας (προϊόντα) για να εξασφαλίσει μια αυτάρκεια του σώματος που απολαμβάνει σαν αυτό να ήταν αρραγές. Η επανασύνθεση, ως αντίρροπη κίνηση, των επιθυμητικών οργάνων-ροών-προϊόντων και της επιθυμητικής παραγωγής γίνεται μέσω της θαυματοποιητικής-φετιχιστικής λειτουργίας, που ενοποιεί σώμα δίχως όργανα-επιμέρους επιθυμητικές μηχανές σε μια ''φετιχοποιημένη επιφάνεια καταγραφής'', που έρχεται να ενσαρκώνει την x-επιθυμία, το αίτιο-Φετίχ της επιθυμητικής παραγωγής, ενώ αυτή η επιφάνεια-σύνθεση δεν είναι στη πραγματικότητα αίτιο αλλά μόνο αποτέλεσμα και προϊόν της επιθυμητικής παραγωγής (αυτή η παραγνώριση και αντιστροφή αιτίου-αποτελέσματος ορίζει το φετιχισμό). Έτσι οι ''Άγριοι'' έχουν τα μικροφετίχ τους πάνω στην φετιχοποιημένη επιφάνεια της Μητέρας Φύσης/Γης , το σώμα του Θεού-Τυράννου είναι το κεντρικό Φετίχ των ''Βαρβάρων'', ενώ το Χρήμα-Κεφάλαιο γίνεται το αντικειμενοποιημένο φετίχ των πολιτισμένων σε έναν, θα έλεγα, ''διαφορικό φετιχισμό'' (Χρήμα-Εμπόρευμα-Περισσότερο Χρήμα, Χ-Ε-ΔΧ), και με βάση μια ''αξιωματική των αφηρημένων ποσοτήτων'' (βλέπε παραπάνω το κείμενο για την ''πολιτισμένη καπιταλιστική μηχανή'').

7. Στους ''Άγριους'', το Οιδιπόδειο δεν έχει ακόμα έρθει, είναι ένα όριο που διαρκώς τους απειλεί και το απωθούν, αποφεύγοντας την πραγμάτωση της πραγματικής δυνατότητας του Δεσποτικού Πατριαρχικού Σημαίνοντος, της ανάδυσης Κράτους - το Οιδιπόδειο υπάρχει στο Πραγματικό ως δυνητικότητα, δεν υπάρχει όμως ως Συμβολικός Νόμος του Πατριάρχη-βασιλιά και ως Φαντασιακό βίωμα. Οι επιθυμητικές ροές που αποκλίνουν από την οργάνωση των αγρίων δημιουργούν ανταγωνισμούς (προσώπων, ιδιοκτησίας - βλέπε καστικές και ταξικές συγκρούσεις, εμπορικών ροών κ.α), και οδηγούν στην υπεροργάνωση-υπερκωδίκωση των ροών που ξεφεύγουν σύμφωνα με το Δεσποτικό Σημαίνον - το Κράτος. Στους ''Βάρβαρους'' το Οιδιπόδειο ως Συμβολικό κατώφλι καταλαμβάνεται, ο συμβολικός Νόμος εγκαθιδρύεται, όμως ακόμα το Οιδιπόδειο δεν είναι φαντασιακά και σε κάθε υποκειμενικότητα ατομικά βιωμένο-ενσωματωμένο. Στους ''Πολιτισμένους'', το Οιδιπόδειο βιώνεται φαντασιακά και ατομικά, με την εξατομίκευση του Νόμου ως εσωτερικού Νόμου στο κάθε νεωτερικό αυτό-νομο υποκείμενο. Το Οιδιπόδειο ιδιωτικοποιείται και δεν είναι πια ένας εξωτερικός προς το κάθε άτομο Νόμος του Πατριάρχη-βασιλιά, αλλά φαντασιακά βιώνεται ως ατομικός μύθος του κάθε υποκειμένου. Όμως, πέρα από την οιδιπόδεια-οικογενειοκρατική φαντασίωση, η διαρκής παραγωγή φαντασιώσεων σηματοδοτεί μια επιστροφή στο αν-οιδιπόδειο Πραγματικό της επιθυμητικής παραγωγής υπό το πρίσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην παρανοϊκή-φαντασιακή πληρότητα και τη σχιζοφρενοποίηση της πολυκερματισμένης και πολυδιάστατης υποκειμενικότητας. Ανάμεσα δηλαδή στους νεο-φονταμενταλισμούς και τους νομαδικούς πολυπολιτισμούς, με σημείο ισορροπίας διαστροφικές επανεδαφικοποιήσεις της επιθυμίας που περιστρέφονται κατά κανόνα γύρω από το Χρήμα-Κεφάλαιο ως φετίχ.

Υπό αυτή τη προοπτική το Οιδιπόδειο όπως το γνωρίζουμε σήμερα ιστορικοποιείται και οδηγείται στην αυτο-κριτική του, έρχεται στο τέλος και όχι στην αρχή της ιστορίας παραμόρφωσης της επιθυμίας, ως επιστέγασμα μιας πορείας εσωτερίκευσης στο υποκείμενο όλης της ιστορίας της παραμόρφωσης (όριο του Πραγματικού, όριο του Συμβολικού, όριο του Φαντασιακού).


Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

''Σοσιαλισμός'' και ''Μεταμοντερνισμός'': Θέσεις για την περίπλοκη Διαλεκτική τους


του Ονειρμάρξ


Καταγράφω παρακάτω κάποιες σκέψεις, θεωρώντας τις κρατούσες αντιλήψεις πάνω στο θέμα ελάχιστα χρήσιμες, και τους συνήθεις διαλόγους ανάμεσα σε ''μαρξιστές'' και ''μεταμοντέρνους'' (με σαφή προτίμησή μου για τους πρώτους) ως διαλόγους κουφών. 


1. Αν ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'' ήταν η κοινωνικοιστορικά καθορισμένη ενεργοποίηση της μαρξιστικής ιδέας για τον κομμουνισμό (και όχι κάποια στρέβλωση ή προδοσία μιας Ιδέας που για να την κρίνουμε δεν λαμβάνουμε καθόλου υπόψη την ιστορική της πραγματικότητα), ο θεωρητικός ''μεταμοντερνισμός'' τί ήταν; Υποστηρίζω πως δεν ήταν η ''κυρίαρχη τάση'' της μεταπολεμικής γαλλικής φιλοσοφίας αλλά η αστική ιδεολογική ερμηνεία αυτής της κυρίαρχης τάσης, που ανέδειξε ορισμένες δυνατότητες ερμηνείας του έργου των ''μεταμοντέρνων'' έναντι άλλων που τις απέκλεισε. Στο βαθμό που οι λεγόμενοι ''μεταμοντέρνοι'' προσχώρησαν στην κυρίαρχη ιδεολογία, υιοθέτησαν οι ίδιοι την κυρίαρχη ερμηνεία του έργου τους ως ''μεταμοντέρνου''. Ως γνωστόν, όμως, το έργο του συγγραφέα δεν ανάγεται στις προθέσεις του, και έχει μια κοινωνικοϊστορική δυναμική που τον υπερβαίνει. Έτσι λοιπόν, μολονότι η ''μεταμοντέρνα'' ερμηνεία της μεταπολεμικής γαλλικής φιλοσοφίας δεν είναι η μόνη δυνατή, ήταν η κοινωνικοϊστορικά αναγκαία για τις ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου του δυτικού καπιταλισμού ενάντια στον ''υπαρκτό σοσιαλισμό'', και συνοδεύτηκε από την παράλληλη ανάδυση του λεγόμενου ''νεοφιλελευθερισμού''. Μεταμοντερνισμός και νεοφιλελευθερισμός ήταν, εκ των πραγμάτων, δύο καρφιά στον τάφο της ΕΣΣΔ, που πάτησαν σε υπαρκτές της αδυναμίες και εξαναγκασμούς. Ωστόσο σήμερα, σε μια άλλη ιστορική εποχή και ένα άλλο στάδιο ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού, είναι δυνατή μια επανερμηνεία του λεγόμενου ''μεταμοντερνισμού'' που δεν θα υπάγεται σε ψυχροπολεμικές ανάγκες, μολονότι ο ''πόλεμος κατά της τρομοκρατίας'' τείνει να επανακατοχυρώσει τη χρήση του ''μεταμοντέρνου'' από την κυρίαρχη δυτικοκαπιταλιστική τάξη ενάντια στους νέους ''φονταμενταλισμούς'' και τους ''νέους ολοκληρωτισμούς''. Κονδύλια και κατευθυνόμενα ερευνητικά προγράμματα από το αστικό κράτος, αλλά και μονολιθικά ιδεολογήματα, σε μορφή εξαρτημένων αντανακλαστικών, για τη φύση του ''μοντέρνου'', της ''νεωτερικότητας'' και των ''μεγάλων αφηγήσεων'', καθώς και η αδυναμία των μαρξιστών να κατανοήσουν τα κεκτημένα της αστικής επιστήμης και της αστικής θεωρίας του 20ού αιώνα, συντελούν στην αναπαραγωγή άγονων αντιπαραθέσεων και στον αποπροσανατολισμό της κουβέντας για τη σχέση του μεταμοντερνισμού με τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, και ευρύτερα με την επαναστατική θεωρία και πρακτική.

2. Αν ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'' ιεράρχησε ως κυρίαρχη την αντίθεση (ιδιωτικού) κεφαλαίου-(κοινωνικής) εργασίας, ο θεωρητικός ''μεταμοντερνισμός'' ασχολήθηκε με τις αντιθέσεις που, από μαρξιστική σκοπιά, μπορούν να θεωρηθούν ''δευτερεύουσες''. Όμως, κατά τη μαρξιστική θεωρία, η αρχή της επίλυσης της ''βασικής αντίθεσης'' κεφαλαίου-εργασίας σε μια πορεία σοσιαλιστικής οικοδόμησης θα έπρεπε να σήμαινε πως, όσο προχωρά η συγκεκριμένη διαδικασία, τόσο περισσότερο οι ''δευτερεύουσες αντιθέσεις'' γίνονται ''πρωτεύουσες''. Για παράδειγμα, όσο προχωρά αυτή διαδικασία που βαίνει πέρα από τον καπιταλισμό, τόσο περισσότερο, πάντα κατά τη μαρξιστική αντίληψη, θα πρέπει η κοινωνία να επιλύει τον ανταγωνισμό ανθρώπου-φύσης, τον έμφυλο ανταγωνισμό, τον ανταγωνισμό του (υπερ)Εγώ με το ασυνείδητό του και του ατόμου με την οικογένειά του, τον ανταγωνισμό του Κράτους με την κοινωνία και του έθνους με τα άλλα έθνη, κ.ο.κ. Με βάση τα παραπάνω, όμως, ο μαρξισμός θα έπρεπε να παραδέχεται ότι όσο προχωρά η ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'', τόσο πιο χρήσιμος γίνεται ο μεταμοντερνισμός, ακριβώς γιατί όσο επιλύεται η ''βασική αντίθεση'' κεφαλαίου-εργασίας τόσο οι ''δευτερεύουσες'' αντιθέσεις που θεματοποιεί ο ''μεταμοντερνισμός'' έρχονται στο προσκήνιο της ιστορίας ως εκείνες που πρέπει να επιλυθούν.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι από μια συνεπή ''μαρξιστική'' σκοπιά, ο ''μεταμοντερνισμός'' φαίνεται αντεπαναστατικός πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση, αφού αποπροσανατολίζει από την κυρίαρχη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, και επαναστατικός, ή καλύτερα πιο επαναστατικός (ένα από τα εργαλεία επαναστατικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων) μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ή ορθότερα, ο βαθμός επαναστατικότητας και εφαρμοσιμότητας του ''μεταμοντερνισμού'' είναι ευθέως ανάλογος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Και, αντίστροφα, ο βαθμός επαναστατικότητας και εφαρμοσιμότητας του κλασικού μαρξισμού είναι αντιστρόφως ανάλογος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, καθώς, όσο προσεγγίζουμε τον κομμουνισμό, τόσο απομακρυνόμαστε από το καπιταλιστικό παρελθόν, του οποίου ο κλασικός μαρξισμός αποτέλεσε τη συνεπέστερη κριτική-άλλωστε, ο κλασικός μαρξισμός, μην έχοντας και την εμπειρία των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ελάχιστα είπε και ελάχιστα θα μπορούσε να πει για τη ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'', γεγονός που αναγνωρίστηκε από τον Λένιν και όλους τους άλλους βασικούς πρωταγωνιστές των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, γεγονός που επίσης έγινε αντιληπτό όταν τέθηκαν επί τάπητος δύσκολα ζητήματα όπως το αν υπάρχει μια ''πολιτική οικονομία'' του σοσιαλισμού, πώς απονεκρώνεται το Κράτος, κ.α.
  
Για να δώσουμε μερικά απτά παραδείγματα, σε σχέση με την ΕΣΣΔ. Πολλά θα είχε να πει ο ''μεταμοντερνισμός'' και πχ η ''αποδόμηση'' του Derrida ή η ψυχανάλυση του Lacan (αν όλοι αυτοί αποκληθούν ''μεταμοντέρνοι'') για τη ''προσωπολατρία'', τη ''μητέρα ΕΣΣΔ'', τον ''πατερούλη'' αλλά και την επιθυμητική διάσταση όλων των νέων ''δυϊσμών'' (π.χ κομματικός-μη κομματικός, πιστός) που δομούσαν τη σοβιετική εξουσία, και των ορίων τους.  Πολλά θα είχε να πει ο ''μεταμοντερνισμός'' π.χ ο Foucault (αν θεωρηθεί ''μεταμοντέρνος'') για το Κράτος, τις νέες μορφές επιτήρησης και τιμωρίας αλλά και τις παλιές που διατηρήθηκαν, αλλά και όλες εκείνες τις ''μικροεξουσίες'' που εξακολουθούσαν να δρουν στην ΕΣΣΔ, αθέατες στα μάτια των περισσότερων μαρξιστών. Πολλά θα μπορούσαν να πουν οι Deleuze-Guattari για τη ''πατρίδα του σοσιαλισμού'', τους νέους κώδικες, τους παρανοϊκούς σχηματισμούς και τις σχιζοφρενοποιήσεις που έφερε ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Και είναι αλήθεια, πως όλοι οι παραπάνω, κάτι είπαν για την ΕΣΣΔ (για παράδειγμα, ο Foucault για τις φυλακές, οι Deleuze-Guattari για τον ''δημοκρατικό συγκεντρωτισμό'', κ.α).

3. Η ικανότητα του ''μεταμοντερνισμού'' να αναλύει οτιδήποτε άλλο εκτός από την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, σε συνδυασμό με την ήττα των επαναστατικών δυνατοτήτων στη Δύση (κυρίως σε Γερμανία και Ιταλία) και τη νίκη του Κεφαλαίου, ήταν εκείνη που μετέτρεψε τον ''μεταμοντερνισμό'' σε φοβερά αποτελεσματικό όπλο κριτικής απέναντι στην ΕΣΣΔ, και ταυτόχρονα ως μέσο απόκρυψης ή υποβάθμισης της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, σε έναν κόσμο όπου όλο και περισσότερο κυριαρχεί το χρήμα και η επιδίωξη του κέρδους. Ή μάλλον, ακριβώς η ήττα των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων στη Δύση ήταν εκείνη που επέτρεψε, σαν ανεστραμμένο είδωλο της σοβιετικής ''Ανατολής'', να αναπτυχθεί ιστορικά μια κριτική όλων των πλευρών της εξουσιαστικής κοινωνικής ζωής με εξαίρεση τη κριτική της αστικής πολιτικής οικονομίας. Αυτή η ιστορική πραγματικότητα λοιπόν εξηγεί το σημείο 1 και τη κυρίαρχη ψυχροπολεμική ερμηνεία της γαλλικής φιλοσοφικής παράδοσης ως ''μεταμοντέρνας'' από την κυρίαρχη τάξη αλλά και τις εμφάσεις των ίδιων των ''μεταμοντέρνων'', στο βαθμό που δεν κράτησαν τις απαραίτητες από τον καπιταλισμό αποστάσεις, καταλήγοντας ουσιαστικά να τον προτιμήσουν έναντι της ΕΣΣΔ-όπως και ο περισσότερος κόσμος, όταν ο καπιταλισμός έγινε, κυρίως καταναλωτικά, πιο επιθυμητός. Ο ''μεταμοντερνισμός'' συμβόλισε τον δυναμισμό ενός μετα-βιομηχανικού, άρα και μετα-νεωτερικού μέλλοντος απεριόριστων καταναλωτικών επιθυμιών, ενώ η ΕΣΣΔ την απολίθωση του νεωτερικού παρελθόντος και των κοινωνικών αναγκών του μέσα στο παρόν. Μόνο που ο ''μεταμοντερνισμός, ως όπλο κριτικής και αν πάψει να είναι ''μεταμοντερνισμός'' αλλά το σύνολο των αναλυτικών εργαλείων που μας έδωσαν οι ''μεταμοντέρνοι'', μπορεί δομικά να στραφεί ενάντια σε κάθε είδους κρατική δομή και δυϊστική ταξινόμηση ενός κώδικα εξουσίας, άρα και ενάντια στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αν συναρθρωθεί με μια κριτική προς την κεφαλαιοκρατία πολιτική οικονομία και με μια σφαιρική, πλανητική αντίληψη, η οποία έχει καταστεί δομικά εφικτή στην εποχή της καπιταλιστικής ''παγκοσμιοποίησης''. Άλλωστε, ο μετα-μοντερνισμός δεν ήταν παρά μια μεταβατική μορφή, η θεωρητική έκφραση μιας μετάβασης από το κρατικομονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού (και κριτική προς αυτό, άρα κριτική πρωτίστως ενάντια στην ΕΣΣΔ και δευτερευόντως ενάντια στη κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση του καπιταλισμού), προς το σημερινό στάδιο ανάπτυξης, ολοκλήρωσης και κρίσης του καπιταλισμού. 

4. Η διαλεκτική ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' και θεωρητικού ''μεταμοντερνισμού'', λοιπόν, αν σε πρώτο επίπεδο είναι μια διαλεκτική αντίθεση της ''οικονομικής βάσης'' (κεφάλαιο-εργασία) και του ''εποικοδομήματος'' (μη ''οικονομικές'' σφαίρες εξουσίας και κοινωνικού βίου), σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι αντανακλασμένη η διαλεκτική αντίθεση του Ψυχρού Πολέμου, όπου στην ΕΣΣΔ αποδίδεται ο ρόλος του παρελθόντος βιομηχανικού-νεωτερικού και στον δυτικό καπιταλισμό ο ρόλος του μέλλοντος-μεταβιομηχανικού/μετανεωτερικού. Σε ένα τρίτο επίπεδο, άρα, εκφράζει σε μεταβατική μορφή την αντίθεση κρατικομονοπωλιακού-ολοκληρωτικού καπιταλισμού (παρελθόντος και μέλλοντος παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος). Όμως, εκτός από το επίπεδο της αντίθεσης, υπάρχει και το επίπεδο της αντίφασης ή του παραδόξου, όπου οι δύο πόλοι αλληλοπροϋποτίθενται και αλληλοαναιρούνται αλληλοεισδύοντας ο ένας στον άλλο. Ο ''μεταμοντερνισμός'', σε μεγάλο βαθμό, ξεπήδησε από το ''πνεύμα του Γαλλικού Μάη'' και εξέφρασε την ιστορική αναγκαιότητα, που επεσήμαναν τόσο ο Μάο όσο και ο Λένιν, μιας πολιτικής και πολιτιστικής επανάστασης μέσα στον σοσιαλισμό, μιας ''επανάστασης μέσα στην επανάσταση'', μια επανάσταση στο ''εποικοδόμημα'' και όχι μόνο στην οικονομική ''βάση''. Δεν είναι τυχαίο πόσο ο ''μαοϊσμός'' (σύμβολο της πολιτισμικής επανάστασης), όσο και ο ''τροτσκισμός'' (σύμβολο της πολιτικής επανάστασης), αποτέλεσαν δύο κριτικές προς την ΕΣΣΔ που προέκυψαν με ιστορικά αναγκαίο τρόπο από τις αντιφάσεις του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' και της ''σοσιαλιστικής οικοδόμησης'', αντιφάσεις τις οποίες είχε εύστοχα επισημάνει και η δυτική-καπιταλιστική κριτική στην ΕΣΣΔ (βλ. και τη δημοφιλία της πρώιμης κριτικής της Λούξεμπουργκ στους μπολσεβίκους, την οικειοποίηση των γραπτών του Γκράμσι από τον ευρωκομμουνισμό, κ.α). Για το λόγο αυτό, μαοισμός και τροτσκισμός, υπό μία ορισμένη ερμηνεία τους από τον δυτικό καπιταλισμό (όπως συνέβη με τον ''μεταμοντερνισμό''), έγιναν ρεύματα συμβατά με την καπιταλιστική αναπαραγωγή, όχι συνολικά αλλά τμηματικά, σε ορισμένες πλευρές τους που συγκρατούσε αυτή η ερμηνεία. Έτσι, τον Τρότσκυ μπορούσαν να τον επικαλούνται, όπως και τον Μάο, ενάντια στην ΕΣΣΔ, με τρόπο πάντως λιγότερο χυδαίο σε σχέση με τη διαρκή επίκληση του Λένιν και του λενινισμού της ''άμεσης τακτικής Αριστερής Κυβέρνησης'' του σήμερα. Ο Τρότσκυ ήταν η ''εσωτερική αντιπολίτευση'', την οποία μπορούσε να αξιοποιήσει ο δυτικός καπιταλισμός, ανεξαρτήτως του δικαίου ή του αδίκου της, για να απονομιμοποιήσει το σοβιετικό κράτος που μπλόκαρε τις επενδυτικές ροές του κεφαλαίου και υποσχόταν ένα καλύτερο μέλλον για την εργατική τάξη, την ωθούσε σε μεγαλύτερες συνδικαλιστικές διεκδικήσεις κ.α. Ο Μάο ''μεταμοντερνοποιήθηκε'', αφού η έμφασή του στην ''πολιτιστική επανάσταση'' και το Μεγάλο Άλμα της κριτικής του στον οικονομισμό και την μονολιθική σύλληψη της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, επέτρεπε μια μεταμοντέρνα μετατόπιση του κέντρου βάρους της κριτικής αναζήτησης, ιδίως της νεολαίας, από τον αντικαπιταλισμού στην πολιτισμική κριτική, στις ''δευτερεύουσες αντιθέσεις'' κ.ο.κ. Ο επονομαζόμενος ''δυτικός μαρξισμός'' ήταν μια απάντηση στις πρώτες τέτοιου τύπου κριτικές που ασκήθηκαν, πολύ πριν τον γαλλικό Μάη (βλ. χαρακτηριστικά την Σχολή της Φρανκφούρτης), και μια προσπάθεια αφομοίωσης της κριτικής προς την ΕΣΣΔ, ενώ ο ''μεταμαρξισμός'' ήταν η μεταμοντερνοποίηση του ίδιου του μαρξισμού.
  
Σημασία έχει πως η ιστορική αναγκαιότητα μιας ''πολιτικής'' και μιας ''πολιτιστικής'' επανάστασης, εκτός από την επανάσταση στην ''οικονομία'' (κεφάλαιο-εργασία), γεννήθηκε μέσα στη διαδικασία των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και έτσι, παραδόξως, ο ''μεταμοντερνισμός'' αποτελεί, μέσα από διάφορες διαμεσολαβήσεις, κομμάτι της ιστορίας του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'', όπως κομμάτι της ιστορίας του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' αποτελεί ο γαλλικός Μάης, η Ιταλία του 1970, η Ουγγαρία, τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα σοσιαλιστικής κατεύθυνσης κ.α. Γιατί, τελικά, η διαλεκτική (υπαρκτού) σοσιαλισμού και μαρξιστικής θεωρίας-δυτικού καπιταλισμού και θεωρητικού μεταμοντερνισμού, στα διάφορα επίπεδά της, δεν ήταν παρά μια διαλεκτική αυτοαναφορά και αυτοεκδίπλωση της Ιστορίας και του κομμουνισμού ως δυνατότητας (ή της παγκόσμιας κοινοπολιτείας ως δυνατότητας), ως ''κίνησης που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων''. Και αν αυτό μοιάζει ιδεαλιστικό, και πολύ νεωτερικό, ας το πούμε, οντολογικά, ''Αποδόμηση εν δράσει'', με τον τρόπο του, υπεράνω πάσης υποψίας....Derrida:


5. Η θέση μου, λοιπόν, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής; οι πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις γέννησαν την αναγκαιότητα μιας πολιτικής και πολιτιστικής ''επανάστασης μέσα στην επανάσταση'', και η αναγκαιότητα αυτή, την οποία δεν εκπλήρωσαν οι πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις, ήταν η ιστορικά αναγκαία κριτική απέναντι στην επανάσταση και αυτο-κριτική της επανάστασης στον εαυτό της, που προέκυψε δηλαδή μέσα από τις ίδιες τις αντιφάσεις της και τα ιστορικά της όρια. Κριτική περί των ιστορικών ορίων και των δυνατοτήτων υπέρβασης της παγκόσμιας κρατικομονοπωλιακά ρυθμισμένης καπιταλιστικής οικονομίας-άρα μια κριτική που αφορούσε, με άνισο βέβαια τρόπο, τον βιομηχανικό κρατικό σοσιαλισμό και ταυτόχρονα τον βιομηχανικοκεντρικό κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Ο ''μεταμοντερνισμός'' ήταν η ιδεολογική αξιοποίηση των αντιφάσεων του κρατικού σοσιαλισμού από το δυτικό καπιταλισμό, και ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'',  σαν αντίπαλο δέος, επέδρασε καταλυτικά στην βελτιστοποίηση των καπιταλιστικών μεθόδων εξουσίας και παραγωγής (βλ. ΝΑΤΟ, νέες τεχνολογίες και μορφές ελέγχου), άρα επέδρασε καταλυτικά (ο υπαρκτός σοσιαλισμός) και στην δημιουργία προϋποθέσεων μετάβασης από το κρατικομονοπωλιακό στο ολοκληρωτικό στάδιο του καπιταλισμού, που εμπεδώθηκε, διόλου τυχαία, με την κατάρρευση (λόγω εσωτερικών αντιφάσεων) και ανατροπή της ΕΣΣΔ.

Όσοι αποκλήθηκαν ''μεταμοντέρνοι'' δεν εξέφρασαν απλώς το ''πνεύμα της εποχής'' του δυτικού καπιταλισμού, αλλά και τις αναγκαίες αντιφάσεις του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' κατά τη ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'' (με τη μεσολάβηση κυρίως του μαοϊσμού και του τροτσκισμού, αλλά και των πολιτικών του Γαλλικού ΚΚ και των γεγονότων του γαλλικού Μάη, κ.α). Εκφράζουν, επιπλέον, και τη σύνολη διαλεκτική ιστορικού καπιταλισμού-υπαρκτού σοσιαλισμού. 
  
Η σύγχρονη επαναστατική θεωρία οφείλει να διεκδικήσει τον δικό της Foucault, τον δικό της Derrida, τον δικό της Lacan, και πάνω από όλα, τους δικούς της Deleuze και Badiou, πολύ απλά γιατί ο ''μεταμοντερνισμός'' ως ερμηνεία τους δεν εκφράζει σε καμία περίπτωση τον πλούτο των προβληματισμών και των εννοιών τους, και πάνω από όλα την ιστορική αναγκαιότητα των ιδεών τους, ειδικά των δύο τελευταίων. Ό,τι αποκλήθηκε ''μεταμοντερνισμός'' εμπερικλείει αναλυτικά εργαλεία και ιστορικές κριτικές εμπειρίες πολύτιμες για τις μελλοντικές αντικαπιταλιστικές επαναστάσεις (σε πολλά επίπεδα, στην πολιτική, την τέχνη, τη θεωρία του υποκειμένου κ.α), αναλυτικά εργαλεία που πρέπει να συλληφθούν με συστηματικό, και όχι ''εκλεκτικιστικό'' τρόπο, με γνώμονα την επαναστατική διαλεκτική λογική και τον μεταδιαλεκτικό της ορίζοντα, την πραγματική και ''ενεργό ουτοπία'' (κατά την έκφραση των Deleuze-Guattari) του Άλλου Κόσμου και της Άλλης κοινωνίας. 

Καλό θα ήταν ορισμένοι μαρξιστές να το καταλάβουν αυτό, και να προσπαθήσουν να οικειοποιηθούν τα κεκτημένα της αστικής επιστήμης και θεωρίας, πάνω από όλα τα κεκτημένα της πλανητικής ιστορίας της ανθρωπότητας, αντί να προσπαθούν να οικειοποιηθούν το ''Έθνος'', την αστική δημοκρατία και τα κοινοβουλευτικά επιτροπάτα, και δεν ξέρω και εγώ τί άλλο.

Το Ερευνητικό Πρόγραμμα που αντιστοιχεί σε όλα τα παραπάνω, είναι βασικά ένα: συγκριτική μελέτη μεταπολεμικής σοβιετικής και δυτικοκαπιταλιστικής οικονομικής και πολιτισμικής/καλλιτεχνικής θεωρίας. 


Σχόλιο ιστολογίου: Με μεγάλη χαρά αναδημοσιεύουμε αυτή τη συμβολή από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών, δίχως ασφαλώς να ενστερνιζόμαστε ή να προσυπογράφουμε το σύνολο των παραδοχών, των εκτιμήσεων και των λεπτομερειών της. - W. Κ.