Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Φώτης Τερζάκης: ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΤΩΝ «ΑΚΡΩΝ»


αναδημοσίευση από poetry bar

Ι.
Η έκπληξη που επεφύλασσαν οι πρόσφατες εκλογές στην Ελλάδα, με την καταβαράθρωση όλων των δυνάμεων που συνασπίστηκαν υπό την κυβέρνηση Παπαδήμου για να επιβάλουν τη βούληση του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου στην πολλαπλά τραυματισμένη ελληνική κοινωνία, ανακίνησε τρόμους μεν από την πλευρά εκείνων που είχαν εθιστεί στο αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της ισχύος, τρελές ελπίδες δε από την πλευρά εκείνων που είχαν πειστεί ότι είναι πολύ πιο ανίσχυροι απ’ όσο πραγματικά ήταν· και μέσα στην παραζάλη των έκτακτων συμβάντων δεν δόθηκε η σημασία που έπρεπε στο γεγονός ότι ο πραγματικός θριαμβευτής των εν λόγω εκλογών ήταν η εκλογική αποχή, που σημείωσε τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία της (σχεδόν 37%!)…

Η εκλογική αποχή προκαλεί πάντα αμηχανία και υπάρχει μια σιωπηρή συστράτευση όλων των καθεστωτικών δυνάμεων, των κατευθυνόμενων ΜΜΕ περιλαμβανομένων, στον δημόσιο στιγματισμό της. Καταλαβαίνει κανείς τούς λόγους: δεν είναι μόνον ότι η κοινοβουλευτική παρωδία στις διοικούμενες κοινωνίες μας θεσμοποιεί και κατοχυρώνει ένα διπλό ψεύδος – ότι οι εκλεγμένοι «εκπρόσωποι» όντως εκπροσωπούν την εκλογική τους βάση, και ότι οι κρίσιμες κοινωνικές αποφάσεις όντως παίρνονται μέσα στο κοινοβούλιο· ούτε μόνον ότι η αυταπάτη τής «δημόσιας συμμετοχής» που εκπροσωπούν οι εκλογές είναι μια πολύτιμη βαλβίδα εκτόνωσης της δυσαρέσκειας και εκτροπής της από βίαιες εκρήξεις κοινωνικής ανταρσίας· είναι επίσης και προπαντός ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν καταλήξει να αντιπροσωπεύουν τυποποιημένα συστήματα αντιλήψεων και συμπεριφορών που καθιστούν το λαϊκό σώμα προβλέψιμο και, άρα, χειραγωγήσιμο. Το ποσοστό τού λαϊκού σώματος που αρνείται να ψηφίσει είναι το απειλητικό απροσδιόριστο, η εντροπική ζώνη όλων των γραφειοκρατικών σχεδιασμών, η άβυσσος στην οποία μπορεί να ελλοχεύουν κάθε είδους απρόβλεπτες δυνάμεις. Και όντως ελλοχεύουν. Αν υπάρχει ακόμα ένα ίχνος ελπίδας στη σημαδεμένη εκλογική τράπουλα, αν είναι ακόμα δυνατές εκλογικές ανατροπές όπως αυτή που πρόσφατα είδαμε ––και ακόμη περισσότερο όπως εκείνη που επίκειται στις δεύτερες εκλογές–– είναι χάρη στον ρόλο που έχει αυτός ο εξωγενής και απρόσκλητος ρυθμιστής των εκλογικών αναμετρήσεων, που δεν εκπροσωπείται από κανέναν κοινοβουλευτικό σχηματισμό και δεν καταγράφεται σε κανένα γκάλοπ.

Στις παρούσες συνθήκες ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε το επιλεγμένο όργανο ενός μεγάλου μέρους των «μη εκπροσωπουμένων» για να στείλουν ένα εύγλωττο απειλητικό μήνυμα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Σε μικρότερο βαθμό, το ίδιο έγιναν και ακροδεξιοί σχηματισμοί όπως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» και η «Χρυσή Αυγή». Σε αυτό οφείλεται η αντίστοιχη επιτυχία τους, και όχι βέβαια σε μια καθαρή και αδιατάρακτη σχέση εκπροσώπησης με τους ψηφοφόρους τους, που θα ήταν τραγικό σφάλμα να εκληφθεί ως δεδομένη. Η κίνηση της διογκούμενης μάζας των «μη εκπροσωπουμένων» προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά έχει φυσικά τεράστια σημασία και δεν είναι κάτι που μπορεί να παραβλεφθεί ανέμελα· ακόμη μεγαλύτερη όμως έχει να διαπιστωθεί το σημείο σύγκλισης όλων αυτών των ετερογενών κατά τα άλλα δυνάμεων των «άκρων» ––όπως λέει μια κολλώδης δημοσιογραφική γλώσσα–– οι οποίες, κανείς ας μην έχει αμφιβολία επ’ αυτού, διαθέτουν ένα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα από εκείνο που ήδη έδειξαν μέσα στον όγκο ακριβώς των εκλογικά απεχόντων… Αυτό το σημείο σύγκλισης, λέω, είναι η εναντίωση στη δικτατορία των αγορών, επικεντρωμένη σ’ εκείνη την ειδική της όψη υπό την οποία τη βρίσκει αυτή τη στιγμή απέναντί της η ελληνική κοινωνία: τους συνασπισμούς τού ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και των αυταρχικών του πολιτικών διαμεσολαβητών. Το παραπλανητικό σύνθημα της «εθνικής ανεξαρτησίας» πρέπει να διαβάζεται σαν μια παραπλανημένη εναντίωση στο παγκοσμιοποιούμενο κεφάλαιο και στα θεσμικά όργανά του (ελληνικά επίσης κατά τον βαθμό που τους αντιστοιχεί).

Το βράδι των εκλογών ένας καλός δημοσιογράφος (ο Σταύρος Λυγερός) έλεγε ότι το παρόν διακύβευμα έχει δύο διακριτούς άξονες: τον παραδοσιακό Αριστερά-Δεξιά, και τον πρόσφατο Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Η εκτίμηση αυτή χρειάζεται κάποια τροποποίηση. Το δίλημμα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο δεν είναι αριστερό δίλημμα, και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω πολύ επί τού ότι κάθε «αριστερά» άξια του ονόματος της (διότι υπάρχει κάποιο όριο στο ξεχείλωμα των λέξεων το οποίο δεν υπερβαίνεται ατιμωρητί: μωραίνει Κύριος όν βούλεται απωλέσαι) έχει εξ ορισμού, δηλαδή αυτοδικαίως, αντιμνημονιακό προσανατολισμό. Ο άξονας Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο διχάζει πραγματικά μόνο τη δεξιά, και αυτό είναι που δίνει στην ελληνική αριστερά σήμερα μια μοναδική στον κοινοβουλευτικό της βίο πολιτική ευκαιρία – εκείνη που της υπέκλεψαν μετά τις εκλογές τού 1958 οι καθεστωτικές δυνάμεις που άνοιξαν τον δρόμο στην απριλιανή δικτατορία, και πάλι μεταξύ 1977-81 ο Ανδρέας Παπανδρέου…

Το συμπέρασμα που αβίαστα βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι, αν υπάρχει αντικειμενικά δυνατότητα στην Ελλάδα σήμερα για μια ευρεία και ριζοσπαστική συσπείρωση των κοινωνικά ανίσχυρων και των άγρια αδικημένων και περιφρονημένων στρωμάτων (περιλαμβανομένων των μεταναστών, που είναι οργανικό και αναπόσπαστο πλέον κομμάτι τής ελληνικής κοινωνίας), συσπείρωση η οποία στην προβλεπόμενη διεύρυνσή της θα είχε ελπίδες ν’ απορροφήσει το δεξιό «άκρο» κατευθύνοντάς το προς έναν όλο και πιο ορθολογικά επεξεργασμένο στόχο, θα εξαρτηθεί από την αταλάντευτη εμμονή στην άμεση τακτική επιδίωξη τής απόκρουσης των ευρωπαϊκών εκβιασμών και αναπομπής τού προβλήματος στους γεννήτορές του, τις εγκληματικές «αγορές», με στρατηγικό βάθος ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιοργάνωσης προσανατολισμένο όχι στην «αγορά» αλλά στους ίδιους τους παραγωγούς/καταναλωτές και ελεγχόμενο στο μέγιστο δυνατόν από τους ίδιους· πρόγραμμα του οποίου καθοδηγητική αξία οφείλει να είναι όχι ακριβώς η «ανάπτυξη» (διότι στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάμε για σκοινί!) αλλά η μεθοδευμένη αποανάπτυξη – που σημαίνει, συρρίκνωση στο μέτρο τού δυνατού τής σφαίρας τής κυκλοφορίας των κεφαλαίων και αύξηση του κοινωνικού πλούτου με απεξάρτηση όσο το δυνατόν περισσότερων κοινωνικών δραστηριοτήτων από την εμπορευματική αγορά. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί μαζί μου ότι αυτή είναι η μόνη νόμιμη ερμηνεία τού όρου «κομμουνισμός»· το βέβαιον είναι ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ελπίζει να καταστεί συντονιστικός μεσολαβητής μιας τέτοιας συσπείρωσης, αυτός είναι ο μόνος δρόμος στον οποίον έχει πραγματική εντολή να πορευτεί – ανεξαρτήτως τού πόσο πολλοί ή λίγοι είμαστε έτοιμοι, και αν τελικά θα πειστούμε, να αναστείλουμε την εκ πεποιθήσεως εκλογική μας απεργία για τον στηρίξουμε.

ΙΙ.
Το άρθρο του Ανδρέα Πανταζόπουλου στη Νέα Εστία (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1012) με τίτλο «Ο εθνικολαϊκισμός ως ιδεολογία. Η διεθνής εμπειρία και η ελληνική περίπτωση» είναι η λόγια εκδοχή τής ευτελούς δημοσιογραφικής ρητορείας περί «κινδύνου των άκρων». Παρουσιάζεται σαν μια ψύχραιμη, «επιστημονική» κριτική μιας πολιτικής ιδεολογίας, αλλά δυσκολεύεται να κρύψει τον δικό του ιδεολογικό χαρακτήρα καθώς ολισθαίνει σε μια σειρά θεωρητικών ατοπημάτων που τον εκθέτουν και στο πιο ανυποψίαστο μάτι. «Σκοπός μας είναι», λέει προγραμματικά, «να δείξουμε τη συστατική σχέση τού λαϊκισμού με τον εθνικισμό, ότι δηλαδή είναι αδύνατον να κατανοήσουμε μια λαϊκιστική κινητοποίηση, λαϊκιστικό κίνημα, λαϊκιστικό κόμμα ή και “κοσμοαντίληψη” χωρίς τη συμφυή εθνικιστική της διάσταση» (σελ. 214)· και λίγες γραμμές πιο κάτω: «Ακόμα και […] όταν θεωρείται ότι έχουμε να κάνουμε με “αμιγώς” κοινωνιολαϊκιστικές κινητοποιήσεις ή “ιδεολογίες”, όταν δηλαδή ο υποδεικνυόμενος και καταγγελλόμενος από τους λαϊκιστές εχθρός είναι μόνο οι “αποπάνω” (οι “΄λίγοι”, η “πλουτοκρατία”, η “ελίτ”, οι “ισχυροί”, το “κατεστημένο”) ακόμα και τότε, ο εθνικισμός ή ο εθνοτισμός (οι οποίοι υποδεικνύουν ως εχθρό τον “απέναντι”, τον ξένο, με τον οποίον συνεργάζονται οι ντόπιες “ελίτ”) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως προς τη δόμηση των αιτημάτων των κυριαρχουμένων». Από πού προκύπτει αυτό, αλήθεια; Γιατί κάθε αμιγώς ταξική σύγκρουση θα πρέπει να δεχθεί καταστατικά τη ρετσινιά τού εθνικισμού; Μήπως για να πούμε ότι, εξ αντιστρόφου, η μόνη αθώωση από το εθνικιστικό στίγμα θα ήταν η συναίνεση στον κοινωνικό δαρβινισμό τού φιλελευθερισμού τής αγοράς; Δεν εκπλήσσει λοιπόν ο τρόπος με τον οποίον βιάζει καταφανώς τα δεδομένα του ώστε να στηρίξει την ιδεολογική προπαραδοχή του: μιλώντας για τους ρώσους ναρόντνικους στη σελ. 216, ας πούμε, γράφει «με βάση αυτές τις αξίες θα προτείνουν να οργανωθεί η αντίσταση του ρωσικού λαού, ναρόντ, που είναι το ισοδύναμο του γερμανικού Volk, και που ταυτόχρονα σημαίνει “λαός” και “έθνος”». Μόνο που στα ρωσικά υπάρχει μια άλλη έννοια ειδικώς για το έθνος, νάτσιγια, που σημαίνει ακριβώς το έθνος-κράτος· η επιλογή τού όρου ναρόντ συνδηλώνει την αυτοδιοικούμενη και από παραγωγική άποψη σχετικώς αυτάρκη λαϊκή κοινότητα, υποδεικνύοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τις αντιπαρατιθέμενες διεκδικήσεις τού «εθνικού» ήταν ακριβώς η αντίσταση των λαϊκών κοινοτήτων στην «εκσυγχρονιστική» βία τού κράτους, η οποία σημαίνει πάντα υπαγωγή στην κεφαλαιοκρατική αγορά και τον γραφειοκρατικό/αστυνομικό έλεγχο – άλλωστε όλος ο ρωσικός αναρχισμός πήγασε από το λίκνο τού ναροντνικισμού: μήπως θα πρέπει να εκχωρήσουμε και αυτόν στις «εθνικιστικές ιδεολογίες»; Ομοίως, στη σελ. 220, η παράθεση ενός χωρίου τού Αϊζάια Μπέρλιν που αναφέρεται στον Χέρντερ ––«Η πίστη στην αξία τού ανήκειν σε κάποια ομάδα ή κουλτούρα που, για τον Χέρντερ τουλάχιστον, δεν είναι πολιτική και μάλιστα είναι αντιπολιτική, διαφορετική από τον εθνικισμό και αντιτιθέμενη σε αυτόν»–– ερμηνεύεται από τον συγγραφέα ως επίταση των χαρακτηριστικών εκείνων που ο Χέρντερ ρητά αρνείται! Κοκ.

Το κεντρικό πρόβλημα με το άρθρο τού Πανταζόπουλου είναι ότι ερμηνεύει διασταλτικά την έννοια του «λαϊκισμού» ώστε να συμπεριλάβει ουσιαστικά όλες τις συλλογικές επιδιώξεις που αντιτίθενται στη φιλελεύθερη συναίνεση και στον κοινοβουλευτικό συνταγματισμό. Και κάνοντας αυτό, συγχέει σκόπιμα τεραστίως αποκλίνουσες ως προς την πολιτική τους σημασία τάσεις και κινήματα: τον ρωσικό ναροντνικισμό του δέκατου ένατου αιώνα, τον Περονισμό στην Αργεντινή, την εμπειρία τής αλγερίνικης επανάστασης, το κίνημα του Πουζαντισμού στη Γαλλία τής δεκαετίας τού ’50, μέχρι τα σύγχρονα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι μ’ ένα τέτοιο άνοιγμα η ίδια η έννοια «σπάει» και χάνει την όποια ερμηνευτική της δύναμη. Για να το πω όσο πιο συνοπτικά μπορώ, ο όρος λαϊκισμός κατασκευάστηκε όντως αναφορικά με τον ρωσικό ναροντνικισμό για να περιγράψει ορισμένα στοιχεία τής ρητορικής του, τονίζοντας ειδικά την απόκλιση ανάμεσα στην προπαγανδιστική χρήση λαϊκών στερεοτύπων και την ταξική βάση (μικροαστική, εν προκειμένω) της πολιτικής που τα χρησιμοποιεί. Γι’ αυτό και καθιερώθηκε έκτοτε ως ενδείκτης μιας χειραγωγικής πολιτικής έναντι των λαϊκών μαζών δήθεν στο όνομά τους – και αυτό αποκρυσταλλώνεται ακριβώς στην εννοιολογική διαφορά μεταξύ «λαϊκισμού» και «λαϊκότητας» (όπως, ας πούμε, μεταξύ «ισλαμισμού» και «ισλάμ»…). Με αυτή την έννοια κλασική ενσάρκωση, κατά κάποιον τρόπο ιδεότυπος, της λαϊκιστικής ιδεολογίας και πολιτικής είναι ο Περονισμός (και ό,τι τού μοιάζει: το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα τής δεκαετίας τού ’80 πληροί οπωσδήποτε τα κριτήρια της έννοιας, όπως και πολλές ακροδεξιές ρητορικές στην Ευρώπη σήμερα, ή το ρεύμα τής «Νεορθοδοξίας» και πάλι στην Ελλάδα). Όταν όμως κάποιος επιχειρεί να συμπεριλάβει στην έννοιά του οιαδήποτε έκκληση για συσπείρωση των λαϊκών μαζών έναντι κάποιου υπαρκτού δυνάστη (όπως στην περίπτωση της αλγερίνικης επανάστασης μέσ’ από το συγκινητικό προσκλητήριο του Φραντζ Φανόν, και σε πολλά αντιαποικιακά και αντιιμπεριλιστικά κινήματα μέχρι της ημέρες μας σε ολόκληρο τον κόσμο), διαπράττοντας μάλιστα το ολέθριο ατόπημα να εξισώσει την «εκ των κάτω» ανατρεπτική και λυτρωτική βία με την κατασταλτική βία τής ακροδεξιάς, τότε όχι μόνο έχει διαρρήξει τα όρια ισχύος τής έννοιας, αλλά έχει προπαντός διασχίσει την κρίσιμη ––και πολύ λεπτή–– γραμμή που χωρίζει το κριτικό σκέπτεσθαι από την ιδεολογία.

Ποια ακριβώς ιδεολογία είναι αυτή; Στο τελευταίο κομμάτι τού άρθρου του, όπου ο Ανδρέας Πανταζόπουλος φτάνει στο «δια ταύτα», όπως λέμε, τη σημερινή Ελλάδα και τις αντιμνημονιακές διαμαρτυρίες, ακτινογραφείται άπλετα η πολιτική του δέσμευση. Οικοδομείται εξ ολοκλήρου σε μια θλιβερή επανάληψη της φιλελεύθερης ρητορείας περί «ταυτίσεως των άκρων», που το πρακτικό της νόημα είναι να διασύρει κάθε αριστερή ριζοσπαστική πολιτική ως ταυτόσημη με την ακροδεξιά. Δύσκολα μπορεί να προβάλει σοβαρή ένσταση, μας εξομολογείται, στην ακόλουθη επισήμανση κάποιου ολιγόνοος αρθρογράφου τής Καθημερινής: «Είναι αξιοσημείωτο ότι οι θέσεις τής Χρυσής Αυγής, του βαθέως ΠΑΣΟΚ, της λαϊκιστικής Δεξιάς, της εθνικιστικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο Μνημόνιο ταυτίζονται απολύτως» (σελ. 237). Ε και; Αν η λαϊκιστική δεξιά σφετερίζεται και λεηλατεί για δικούς της λόγους τα λαϊκά αιτήματα, πρέπει η αριστερά να προσυπογράψει ομολογία πίστεως στον γραφειοκρατικό «εκσυγχρονισμό», στη θεολογία των αγορών και στη νομιμότητα των σύγχρονων κεφαλαιοκρατικών θεσμών;

Όσες εκκλήσεις για «θεσμική νομιμότητα», «λαϊκή κυριαρχία», «συνταγματικό πατριωτισμό» ––αναρίθμητα ηχηρά παρόμοια–– κι αν ακούγονται από φιλελεύθερα χείλη, είναι δύσκολο να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι μια κοινωνία τής αγοράς είναι κατ’ ανάγκη μια κοινωνία τής θεσμοποιημένης ανισότητας, ότι όλο το θεσμικό και δικαιικό πλέγμα των σύγχρονων κοινωνιών είναι ένας μηχανισμός σφαγιασμού των αδυνάτων στον στίβο τού ανταγωνισμού ιδιοτελών συμφερόντων, ένας μηχανισμός εξάρθρωσης κάθε υγιώς εννοούμενης ατομικότητας ως αυτοκαθορισμού και αυτενέργειας, και βεβαίως ένας μηχανισμός λεηλασίας τού φυσικού περιβάλλοντος σε βαθμό προγραμματισμένης οικοκτονίας. Αν ζητούμενο όλης αυτής τής συζήτησης είναι σε ποιον θα χρεωθεί ως ανεπιθύμητος συγγενής η ακροδεξιά, η απάντησή μας δεν είναι δύσκολη: στον αστικό φιλελευθερισμό, φυσικα! Ας μου επιτραπεί εδώ να θυμίσω μια ρήση τού Μαξ Χορκχάιμερ (από το δοκίμιό του Οι Εβραίοι και η Ευρώπη, 1938) που έλεγε «Η “επιβίωση του ισχυροτέρου”, πριν γίνει ιαχή για την συντριβή των κατώτερων φυλών, υπήρξε ο θεμέλιος λίθος τής φιλελεύθερης λογικής τής αγοράς»· και, σε τελευταία ανάλυση, «όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, δεν πρέπει επίσης να μιλάει για τον φασισμό». Αντί να διασπείρουν τον συσκοτισμό τού προφανούς και την εσκεμμένη νοητική σύγχυση, τα φερέφωνα του φιλελευθερισμού χρεώνονται την αναίρεσή της.


* Το άρθρο του Φώτη Τερζάκη είναι προδημοσίευση από το περιοδικό σημειωσεις, τ.75, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Ιουνίου.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

«Ευρώ ή δραχμή;» «Ναι». Για μια πολιτική του διχασμένου υποκειμένου


αναδημοσίευση από nomadic universality

του Άκη Γαβριηλίδη

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου, υπήρξε ένας θρίαμβος της απεδαφικοποίησης και της εξόδου. Σε σχέση με όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, σημειώθηκε ένα πραγματικό μεταναστευτικό ρεύμα ψηφοφόρων από τα δύο τέως μεγάλα κόμματα προς όλες τις κατευθύνσεις.

Αμέσως μετά το πρώτο σοκ, οι δυνάμεις της σταθερότητας και της «ευθύνης» άρχισαν χωρίς καθυστέρηση την προσπάθεια να επανεδαφικοποιήσουν αυτή τη νομαδική τάση, να απλουστεύσουν την πολυπλοκότητά της και να τη μεταφράσουν σε οικεία γι’ αυτές ιδιώματα και διλήμματα.

Κεντρικό τμήμα της προσπάθειας αυτής είναι οι πιέσεις προς τον ΣΥΡΙΖΑ να «ξεκαθαρίσει επιτέλους τι σκοπεύει να κάνει» μεταξύ άλλων και στο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή», όπως και οι επικρίσεις προς την «πολυφωνία των συνιστωσών» εκ των οποίων άλλες είναι υπέρ της μιας και άλλες υπέρ της άλλης επιλογής. Μια άλλη πτυχή επίσης αυτής της επίθεσης είναι τα λεγόμενα «εθνικά θέματα».

Οι πιέσεις μέχρι στιγμής αποβαίνουν επιτυχείς. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εύλογα απροετοίμαστη για μια τέτοια δοκιμασία, φαίνεται νευρική ή, στην καλύτερη περίπτωση, αμήχανη· προσπαθεί με κάθε τρόπο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που της θέτουν οι αντίπαλοί της και να περάσει τις εξετάσεις, «μαζεύοντας» οποιαδήποτε άποψη η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί «ακραία» και να «φοβίσει τους απλούς ψηφοφόρους».

Η άποψή μου είναι ότι, ως προς ορισμένα τουλάχιστον ζητήματα, υπάρχει και άλλος δρόμος, και ο δρόμος αυτός πιθανόν να είναι πιο αποδοτικός ακόμη και με στενά εκλογικά κριτήρια.

Όταν οι ΠΑΣΟΚοι και οι Νεοδημοκράτες με ύφος ανακριτή ρωτάνε τους εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ αν ισχύουν παλαιότερες δηλώσεις τους ότι π.χ. «το ευρώ δεν είναι ταμπού για μας», αντί να το διαψεύσουν και να λένε ότι ποτέ δεν το είπαν, νομίζω ότι είναι από κάθε άποψη προτιμότερο να απαντούν: «ναι, το είπαμε και συνεχίζουμε να το λέμε».

Υπάρχουν μερικές περιπτώσεις στις οποίες μία queer στάση, μία στάση που αναλαμβάνει την ευθύνη του αναποφάσιστου και της αμφιταλάντευσής της, είναι πιο πειστική, πιο οικεία και πιο ελκυστική για τους πολίτες από μία ανδροπρεπή υπόδυση η οποία επιθυμεί να εμπνεύσει τη «σιγουριά» και τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης, εκεί όπου τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατό να υπάρξουν, και είναι ορατό σε όλους ότι δεν υπάρχουν.

Η αμφιταλάντευση γύρω από το θέμα αυτό είναι υπαρκτή ανάμεσα στις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, όπερ και το κυριότερο, είναι υπαρκτή μέσα στην ελληνική κοινωνία και συχνά μέσα στον καθένα από μας. Αυτό το δείχνουν ακόμα και οι δημοσκοπήσεις: ένα μειοψηφικό, αλλά υπαρκτό ποσοστό του κόσμου είναι υπέρ της εξόδου από το ευρώ, ενώ ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό είναι υπέρ της παραμονής σε αυτό αλλά όχι με κάθε θυσία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν νομίζω ότι παθαίνει κάποια τρομερή ζημιά όποιος παραδεχτεί ότι δεν έχει τελειωτικά λυμένο αυτό το ζήτημα, το οποίο από τη φύση του δεν μπορεί να είναι λυμένο και δεν υπάρχει κανείς άλλος στην υφήλιο που να το έχει λυμένο.

Πέραν τούτου, το να αφήνει κάποιος ασάφεια σχετικά με το τι σκοπεύει να κάνει και με το αν «εγγυάται την παραμονή της χώρας στο ευρώ», είναι πολύ προτιμότερο και πολύ αποδοτικότερο, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, από την σαφήνεια του «ναι στο ευρώ με κάθε θυσία». Εσωτερικά, διότι τη βεβαιότητα αυτή την προσέφεραν και την προσφέρουν τα δύο τέως μεγάλα κόμματα, με αποτέλεσμα να καταποντιστούν και να είναι, ακριβώς, τέως μεγάλα. Εξωτερικά, διότι αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι που έχει προκαλέσει πανικό και αλλεπάλληλα σενάρια και συσκέψεις μεταξύ των πολιτικών εκπροσώπων των «αγορών» και της νεοφιλελεύθερης κυβερνοοτροπίας. Όταν οι απέναντι ξέρουν ότι πάνω απ’ όλα δεν θέλουμε με τίποτα να χάσουμε τη θέση στην ευρωζώνη, τότε τους είναι πιο εύκολο να μας εκβιάσουν και να μας εκφοβίσουν· όταν βρίσκεσαι σε μια διαδικασία παζαρέματος, (και είναι δεδομένο ότι εκεί βρισκόμαστε σε αυτή τη συγκυρία), ο έμπορας δεν έχει κανένα λόγο να ρίξει την τιμή όταν έχει καταλάβει ότι έχεις απόλυτη ανάγκη το κιλίμι του ή το υποβρύχιό του. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερο «επιθετικό πλουραλισμό» έχει μία ομάδα, τόσο δυσκολότερο γίνεται το καθήκον για την άμυνα του αντιπάλου. Είναι δε ενδεικτικό ότι αυτή η άμυνα του αντιπάλου «ανοίγει» επίσης, στον ακριβώς αντίστοιχο βαθμό, και αρχίζει να χαρακτηρίζεται από την ίδια αμφιταλάντευση και αντιφατικότητα: τη μια μέρα η Λαγκάρντ γαυγίζει «μην περιμένετε οίκτο», και την επομένη –ή/ και την προηγουμένη- ο Μπαρόζο διαβεβαιώνει ότι «η θέση της Ελλάδας είναι στο ευρώ». Χωρίς βεβαίως να βγει κανείς Χρυσοχοΐδης και κανείς Χατζηδάκης να τους εγκαλέσει με αυστηρό ύφος να «ξεκαθαρίσουν επιτέλους τι σκοπεύουν να κάνουν άμα πάρουν την εξουσία» –αφού ήδη την έχουν εξάλλου.

Νομίζω λοιπόν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει λίγα ακόμα περιθώρια για «ανευθυνότητα» και για «έλλειψη σχεδίου για το μέλλον», και μάλιστα κάτι τέτοιο μπορεί να (τον) ωφελήσει. Ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα στα οποία η όποια μελλοντική δράση θα είναι δράση επί δράσεων και όχι επί πραγμάτων· επί δράσεων οι οποίες δεν είναι ακόμη γνωστές, διότι και αυτές καθορίζονται σχεσιακά και απρόβλεπτα. Οπότε, ακόμη και αν πει κάποιος «στο μέλλον θα κάνω οπωσδήποτε το Α», μέχρι να έρθει αυτό το μέλλον μπορεί να έχουν μεσολαβήσει τόσα και τέτοια πράγματα που αυτό το Α να λειτουργεί ως πλην Α.

Ούτως ή άλλως, καλό είναι να θυμόμαστε, μεταξύ άλλων, ότι το σημείο μετά το οποίο τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ πήραν την ανιούσα, ήταν η δήλωση του Τσίπρα ότι θα δεχτεί τις τυχόν ψήφους του Καμένου σε περίπτωση που πάρει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Πράγμα που δείχνει ότι αυτό που του έδωσε ώθηση ήταν το άνοιγμα και όχι το κλείσιμο, η ανάμιξη και όχι η καθαρότητα.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Καλωσήρθατε στη δεκαετία του '80!








ΕΚΛΟΓΕΣ 2012
EXIT POLLS
Νέα Δημοκρατία 17-20
ΣΥΡΙΖΑ 15.5-18.5
ΠΑΣΟΚ 14-17
Ανεξάρτητοι Έλληνες 10-12
ΚΚΕ 7.5-9.5




1977: Ο Αλέξης Τσίπρας ως άλλος Ανδρέας οδηγεί το κίνημα στην Αλλαγή. Ο ταξικός λόγος υποχωρεί προς όφελος του "λαού", των "μη προνομιούχων", ή του "πλήθους". Μια ιδέα αποκτά δυναμική και αυτονομείται. Το ρεύμα αλλάζει. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία ή ως φάρσα. Η ανανεωτική-ριζοσπαστική αριστερά σε ιστορικά υψηλά. Νέες περιπέτειες, αγωνίες, κίνδυνοι και ευθύνες. Αναταραχή, μια υπέροχη κατάσταση. Δε με λυπεί αυτή η εξέλιξη. Όχι.
Ο Ian Curtis είναι ζωντανός.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Μια ιδέα ταξιδεύει αυτονομημένη (LLS).


Ξαφνικά η αναδιάταξη του πολιτικού παιχνιδιού αναδύει μια ενδιαφέρουσα ιστορική πιθανότητα: ένας πολιτικός σχηματισμός με ιστορικές και πολιτικές αναφορές στην αριστερά θα βρεθεί με εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Για όποιον έχει έστω και την πιο αναθεωρητική αναφορά στην αριστερά, τα διλλήματα είναι αφόρητα:

1.-Ναι ή όχι στην αριστερή κυβερνητική προοπτική ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της;

2.-Προέχει η συμβολική ιστορική σημασία μιας αριστερής Κυβέρνησης του ελέγχου του προγραμματικού της πλαισίου;

3.-Αν ο ριζικός αναθεωρητισμός ανήκει σε ένα εσωτερικό διάλογο εντός των ηθικών και πολιτικών συντεταγμένων της αριστεράς, τότε έχει αξία μόνο συμβάλλοντας στην σταθεροποίηση τους;

4.-Αν έχεις μια ψήφο αυτή την καταθέτεις σε μια ιστορική συμβολική πύκνωση με προεκτάσεις στο μέλλον, η την οδηγείς σε μια άλλη κομματική έκφραση η οποία παρέχει μεγαλύτερες εγγυήσεις προγραμματικής συνεκτικότητας;


Τα ερωτήματα γίνονται όμως πιο διαχειρίσιμα αν κατανοηθεί πως η εκλογική αυτή δυναμική σχηματίζεται γιατί ακριβώς είναι " κυβερνητική". Ο Συριζα παίρνει την πρωτοβουλία να οριοθετήσει ένα κυβερνητικό πρόταγμα, και το πρόταγμα του δίνει φτερά. Με μια έννοια το πρόταγμα γίνεται το ίδιο το κόμμα, η ίδια η υπόσταση του. Η αριστερή κυβέρνηση είναι αυτόνομη πλέον ιδέα η οποία για να εξυπηρετηθεί ωθεί τον Σύριζα σε μια μετεξέλιξη. Ο μετεξελιγμένος Συριζα γίνεται αναγκαστικά αμφίπλευρος, ελαστικός, και πιο προεδρικός. Η κυβερνητική προοπτική απαιτεί ένα λελογισμένο πολυσυλλεκτισμό που παραπέμπει στο ΠΑΣΟΚ του 80 και κρυσταλλώνεται [σ]την μορφή μιας "αριστερής Δημαρ".

Αν δούμε τις συντεταγμένες της προεκλογικής του όψης έχουμε :

-Την άρνηση όλων των μνημονιακών συμβάσεων με το αίτημα της ριζικής αναδιαπραγμάτευσης.

-Ενα εκτεταμένο πρόγραμμα δημοσίου ελέγχου τραπεζών και Δεκο.

-Την διάνοιξη ενός ευρύτερου μετώπου, μιας ρήξης με χαρακτηριστικά ιστορικής γιγαντομαχίας στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.


Όλα αυτά, όμως, σχετικοποιούνται αν ενταχθούν σε ένα ευρύτερο διακύβευμα κοινωνικής και εθνικής αυτοσυντήρησης. Τα πρόσφατα ιστορικά παραδείγματα στην Λ.Αμερική είναι ενδεικτικά μιας μεγάλης σχετικότητας (Λούλα,Μοράλες κλπ). Η ρήση "όλα θα είναι διαφορετικά την επόμενη μέρα " έχει καθολική ισχύ. Επομένως, αφορά και την προεκλογική πλατφόρμα του πρωτοπόρου και τους πιθανούς παίκτες του νέου παιγνίου.

Η απραγματοποίητη αριστερή ενότητα παραδόξως λειτουργεί υπέρ της προοπτικής αυτής. Καθώς στρεσάρει τους πιθανούς εταίρους στην διεκδίκηση του ενδοαριστερού εκλογικού πλάσματος, τους ωθεί να γίνουν οι ίδιοι πιο ακριβείς και συγκεκριμένοι για να επιβιώσουν. Το πρόταγμα της κυβέρνησης μεταβιβάζεται ως κύμα σε όλους τους εμπλεκόμενους, και τους εξειδικεύει περαιτέρω. Η εκλογική επιτυχία της Δημαρ, η είσοδος των Οικολόγων στην βουλή, η συντήρηση ή αύξηση του ΚΚΕ σε ανεκτά επίπεδα, αποτελούν την προϋπόθεση μιας αριστερής κυβέρνησης. Ωστόσο τίποτα από αυτά δεν μπορεί να γίνει αν οι πιθανοί εταίροι δεν γίνουν πιο συγκεκριμένοι. Η αυτοσυντήρηση των δυνητικών συμμάχων δημιουργεί ένα πλεόνασμα το οποίο πιστώνεται σε αυτόν που μιλάει εξ ονόματος του συνόλου της αριστεράς. Στην άλγεβρα της ενωμένης αριστεράς το άθροισμα των δυνάμεων της έχει αξία μόνο για αυτόν που το βλέπει. Η απραγματοποίητη αριστερή προεκλογική ενότητα, δημιουργεί ακριβώς τις πιο στιβαρές αριστερόφωνες οντότητες οι οποίες μόνο ως τέτοιες μπορούν να συνεισφέρουν. Η αριστερή κυβέρνηση δεν υφίσταται με γονατισμένους τους καλεσμένους δυνητικούς εταίρους. Αλλιώς το σκηνικό με ένα κόμμα επικυρίαρχο μιας ασθμαίνουσας λοιπής αριστεράς θα μεταφέρει την κυβερνητική πίεση στο εσωτερικό του. Θα μεταβληθεί ακουσίως σε ένα κρατικό μόρφωμα.

Η αριστερή κυβερνητική προοπτική γίνεται πλαστική γιατί είναι οιονεί κυβέρνηση. Χωρίς ένα ευρύ παλλόμενο λόγο - πλαίσιο, χωρίς μια επέκταση προς τις όλες αντιφάσεις της κοινωνίας και οικονομίας του 2012, δεν υπάρχει καμία δυναμική. Τα επεισόδια συγκρότησης της syrizanexartisia ανήκουν ακριβώς στο θεμιτό οργανικό συντονισμό με τις συχνότητες πέραν της αριστερής ραδιοφωνικής μπάντας. Οι " μη προνομιούχοι" αποτελούν όλο και περισσότερο λέξη κλειδί στο λόγο του Τσίπρα. Ο προεκλογικός λόγος, το ύφος και η δυναμική της ομιλίας του Τσίπρα στην Ομόνοια αποτελούν μια τελετουργική κατάθεση η οποία υπερβαίνει τους εμπνευστές της και εκτελεστές της. Οι φίλοι και ψηφοφόροι θα απολαύσουν την εκλογική επιτυχία αλλά θα πρέπει να δοκιμάσουν τις αντοχές τους στο αναμενόμενο σλάλομ. Το εθνικό ακροατήριο των μη προνομιούχων ήταν εκεί....

Στο φως αυτής της ανάλυσης το αίτημα της αριστερής διακυβέρνησης πυροδοτήθηκε από τον αφέτη εμπνευστή, αλλά ταξιδεύει αυτόνομο πλέον
. Η κατανόηση αυτής της αυτονομίας είναι θεμελιακή για όσους ενδιαφέρονται πραγματικά για την επιτυχία του, και όχι για την χρήση του ως προεκλογικό τρικ. Όποιος λοιπόν έχει ένα πραγματικό ενδιαφέρον για μια νέα αριστερή διακυβέρνηση έχει πολλούς και ενδιαφέροντες τρόπους να το εξυπηρετήσει. Ας τους εξαντλήσει όλους.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Κρίση υπερσυσσώρευσης ή χρηματοπιστωτική κρίση;


του Χρηστου Λασκου

Εφημερίδα "Αυγή"
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/04/2010



Είναι δεδομένο, όπως είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα, πως σημαντικός αριθμός μαρξιστών φαίνεται να συγκλίνει στην ιδέα ότι στη ρίζα της σημερινής κρίσης βρίσκεται ένα πρόβλημα κερδοφορίας, που έκανε την εμφάνισή του με εμφατικό τρόπο στη δεκαετία του ’70.1 Η αδυναμία επίλυσης των προβλημάτων της καπιταλιστικής συσσώρευσης έκτοτε έχει διαμορφώσει μια κατάσταση, η οποία ίσως αποδειχτεί οριακή για την ίδια την επιβίωση του συστήματος. Περιγράφοντας χαρακτηριστικά τις συνθήκες υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος καπιταλισμός, ο Ντέηβιντ Χάρβεϋ (David Harvey)2 υποστηρίζει πως το κεφάλαιο στη διάρκεια του 2010 έχει ανάγκη εξεύρεσης επικερδών επενδυτικών ευκαιριών τέσσερις φορές μεγαλύτερες από ό,τι στη δεκαετία του ’70 και δέκα φορές από ό,τι το ’50, ενώ το 2030 θα είναι υπερδιπλασιασμένες σε σχέση με σήμερα.



Μια ιδιότυπη καπιταλιστική κρίση;

Δεν θα πρέπει να δημιουργηθεί ωστόσο η εντύπωση πως υπάρχει γενική συμφωνία επ’ αυτού. Αντίθετα, στη διάρκεια της συζήτησης έχουν αναπτυχθεί και πολύ απορριπτικές, ως προς αυτό το σχήμα, απόψεις. Χαρακτηριστικά, ο Mισέλ Υσσόν (Michel Husson) αρνείται πως στη βάση της σημερινής κρίσης βρίσκεται το πρόβλημα των μειωμένων ποσοστών κέρδους, στο μέτρο που, ήδη στη δεκαετία του ’90, αυτό είχε επιλυθεί και ο καπιταλισμός είχε αποκαταστήσει υψηλά επίπεδα κερδοφορίας.3 Σε ένα πολύ πρόσφατο κείμενό του, μάλιστα, επιτίθεται μετωπικά στις απόψεις που αναζητούν στη μειωμένη κερδοφορία της ρίζα της σημερινής κρίσης, γράφοντας πως «η κρίση έχει δώσει έδαφος τους τελευταίους μήνες σε μια σειρά από ερμηνείες που χαρακτηρίζονται από έναν αντιπαραγωγικό και δυσάρεστο δογματισμό... Αυτό που έχουν από κοινού είναι οι αναφορές στην ορθόδοξη ερμηνεία του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους... [ενώ, αντίθετα] είναι δεδομένη μια πολύ καθαρή τάση αύξησης του ποσοστού κέρδους στις κυριότερες καπιταλιστικές χώρες».4 Σύμφωνα με τον ίδιο, η άγρια ένταση της εκμετάλλευσης που σήμανε η νεοφιλελεύθερη επίθεση υπήρξε, από αυτήν άποψη, απολύτως επιτυχημένη. Τα στοιχεία που παραθέτει δείχνουν πως η αποκατάσταση της κερδοφορίας στηρίχθηκε κατά τα ¾ στην αυξημένη σε ακραίο βαθμό εκμετάλλευση της εργατικής τάξης (Husson, 1999). Η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν στο μέτρο που άνθησε στηριζόμενη σε μια «διαρκή δημιουργία ελεύθερου κεφαλαίου». Η κύρια πηγή του τελευταίου σχετίζεται με μια έντονη τάση αύξησης του μη συσσωρευόμενου κέρδους, «που προέρχεται η ίδια από μια διπλή κίνηση: από τη μια πλευρά, μια γενικευμένη μείωση των μισθών και, από την άλλη, η στασιμότητα, αν όχι η μείωση του ρυθμού συσσώρευσης, παρόλη την αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους» (Husson, 2009). Το σχήμα, λοιπόν, που υποστηρίζει έχει ως βάση την παραδοχή πως στην ρίζα της σημερινής κρίσης βρίσκονται οι εξελίξεις που οδήγησαν στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό της εποχής μας και, συνεπώς, πρόκειται για μια κρίση με ελάχιστες ομοιότητες σε σχέση με αυτές του 1929 και του ’70, αλλά και τις προηγούμενες.

Παρόμοια είναι η άποψη του Φρεντ Μόζλεϋ (Fred Moseley), για τον οποίο «έχει υπάρξει μια ουσιώδης ανάκαμψη του ποσοστού κέρδους... Τρεις δεκαετίες στάσιμων πραγματικών μισθών και εντεινόμενης εκμετάλλευσης έχουν ουσιαστικά αποκαταστήσει το ποσοστό κέρδους σε βάρος των εργατών... [Έτσι], το κύριο πρόβλημα στην παρούσα κρίση είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας. [Λέγεται] πως η κρίση δεν οφείλεται στην απληστία των τραπεζιτών... Συμφωνώ, αλλά θα έλεγα πως το πρόβλημα είναι περισσότερο θεμελιώδες --η φύση του καπιταλιστικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, που είναι συμφυώς κερδοσκοπικό... Ο σημαντικότερος θεωρητικός του καπιταλιστικού χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι ο Χάιμαν Μίνσκυ (Hyman Minsky), όχι ο Καρλ Μαρξ. Η παρούσα κρίση είναι περισσότερο μια κρίση α λα Μίνσκυ παρά μια κρίση α λα Μαρξ. Δεν λέω πως πρέπει να πετάξουμε το Μαρξ (προφανώς), αλλά, μάλλον πως πρέπει να συμπληρώσουμε τον Μαρξ με τον Μίνσκυ...».5 Σε παλιότερα κείμενά του ο Μόζλεϋ αποδέχονταν την άποψη πως ο καπιταλισμός δεν είχε καταφέρει να αποκαταστήσει παρά μόνο πολύ μερικά την κερδοφορία παραμένοντας σε πολύ μεγάλη απόσταση από το επίπεδο της «χρυσής» μεταπολεμικής εποχής. Η διαφοροποίησή του συνίστατο στην ερμηνεία αυτής της μειωμένης κερδοφορίας και της επακόλουθης «στασιμότητας» του συστήματος. Κατά τον ίδιο, στη βάση αυτών των φαινομένων βρίσκονταν η διαρκής τις τελευταίες δεκαετίες αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό της μη-παραγωγικής εργασίας και όχι κάποιος μηχανισμός υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου.6 Τελευταία, ωστόσο, όπως είδαμε, συντάσσεται με όσους υποστηρίζουν πως η κρίση, μέσα στην οποία περιδινίζεται ο κόσμος εδώ και δυό χρόνια, είναι άλλου τύπου από τις συνήθεις καπιταλιστικές κρίσεις του παρελθόντος.



Απορρύθμιση και αναδιάρθρωση

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως η συγκεκριμένη άποψη ισχυρίζεται εν πολλοίς πως οι νεοφιλελεύθερες απορρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις από τη δεκαετία του ’80 και για ένα τέταρτο του αιώνα είχαν αποκαταστήσει τη λειτουργία του συστήματος επιτυγχάνοντας μια τεράστια αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου. Η χρηματιστικοποίηση συνεισέφερε καθοριστικά σε αυτήν στο μέτρο που, μεταξύ άλλων, έδωσε στο κεφάλαιο, πολύ μεγαλύτερες ευκαιρίες κίνησης σε παγκόσμιο επίπεδο και, έτσι, πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες επιβολής επί της εργασίας. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, η χρηματιστικοποίηση δεν συνιστά ενίσχυση μιας μερίδας του κεφαλαίου σε βάρος μιας άλλης, αλλά μια κίνηση συνολικού αναπροσανατολισμού του κεφαλαίου7 στο μέτρο που και το ίδιο το βιομηχανικό κεφάλαιο αντλεί μεγάλο μέρος των κερδών όχι από την κύρια παραγωγική, αλλά από τις χρηματοπιστωτικές του δραστηριότητες –με μια έννοια, η δική μας είναι η περίοδος της ιστορίας στην οποία, για πρώτη φορά, παίρνει σάρκα και οστά η έννοια του Χρηματιστικού κεφαλαίου (Finanzkapital), που είχε εισηγηθεί ήδη από το 1910 ο Ρούντολφ Χίλφερντιγκ.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί, βέβαια, πως όσοι μαρξιστές υποστηρίζουν την άποψη πως η κρίση αυτή, με όλη την ιδιοτυπία της, είναι εν τέλει μια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου δεν αρνούνται τα φαινόμενα της μεγάλης αύξησης της εκμετάλλευσης και της κολοσιαίας επέκτασης του χρηματοπιστωτικού τομέα στις τελευταίες δεκαετίες. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός πως, γι’ αυτούς, τα συγκεκριμένα φαινόμενα προέκυψαν από την προσπάθεια του κεφαλαίου να υπερβεί τα πολύ μεγάλα προβλήματα κερδοφορίας που αντιμετωπίζει, προσπάθεια η οποία, όπως είχε προβλεφτεί και όπως αποδεικνύει η κρίση, ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία στο μέτρο που δεν αντιμετώπιζε την αιτία. Έτσι, η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης απέτρεψε την κατάρρευση των ποσοστών κέρδους, δεν τα αποκατέστησε, όμως, ούτε κατά προσέγγιση, στα επίπεδα της μεταπολεμικής εικοσαετίας, ενώ η χρηματιστικοποίηση δεν είναι λύση στο πρόβλημα της κερδοφορίας, εφόσον η παραγωγή χρηματοπιστωτικού κέρδους εξαρτάται απολύτως από την παραγωγή κέρδους στην πραγματική οικονομία -- στην πραγματικότητα το πρώτο αποτελεί τμήμα του δεύτερου.



Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος, μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΝ



1. Για μια παρουσίαση στα ελληνικά και σχετικών εμπειρικών στοιχείων βλ. Θ. Μανιάτης, Κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας;, στο Για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2009.

2. Για μια συνοπτική έκθεση της θέσης του: D. Harvey, «Exploring the Logic of Capital, interview with J. Choonara», Socialist Review April 2009

3. M. Husson, «Riding the Long Wave», Historical Materialism 5, 1999. Σχετικά με την παρούσα κρίση βλ. τα κείμενά του στα ελληνικά στο Εντός Εποχής και το Μπλόκο, καθώς και M. Husson, «Toxic Capitalism» στο Socialists and the Capitalist Recession, Resistance Books, 2009.

4. M. Husson, Le dogmatisme n’est pas marxism, http://tinyurl.com/husson-rop, 2009

5. F. Moseley, Some Notes on the Crunch and the Crisis, www. isj.org.uk/?id=463, 2009.

6. F. Moseley, «The Rate of Profit and the Future of Capitalism», Review of Radical Political Economy, December 1997 και F. Moseley, «The Decline of The Rate of Profit in the Postwar US Economy: Due to Increased Competition or Increased Unproductive Labour?», Historical Materialism 4, 1999.

7. Βλ. για την εμπειρική τεκμηρίωση A. Glyn, Capitalism Unleashed, Oxford, 2006. Ειδικά σε ό,τι αφορά τη διανομή των κερδών κατά τομείς, ο Brenner υπολογίζει πως ο λόγος των κερδών των χρηματοπιστωτικών εταιριών προς αυτά των μη-χρηματοπιστωτικών από 6% στη μεταπολεμική περίοδο έφθασαν στο 26% στην πρώτη δεκαετία του 20ού αι., ενώ ο Martin Wolf (Financial Times, 28.1. 2009) τα ανεβάζει σε 40%.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Το Πλήθος στην εξουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση!


Αναδημοσιεύω από το Lenin Reloaded ένα πολύ ενδιαφέρον σενάριο για τις μετεκλογικές εξελίξεις. Ο χρόνος θα δείξει αν πρόκειται για επιστημονική φαντασία ή ζοφερή δυνατότητα:



Προβλέψεις για τους συσχετισμούς δυνάμεων την επόμενη των εκλογών

1. Νομίζω ότι είναι πολύ πιθανόν η 8η του Μάη να βρει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικό σχήμα, ανεξάρτητα απ' το αν θα κατακτήσει ακόμα και την πρωτιά, κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς. Το να βρει η 8η του Μάη το ΚΚΕ σε ένα τέτοιο κυβερνητικό σχήμα έχει αποκλειστεί ρητά από τη ΓΓ του και ως εκ τούτου αποκλείεται.

2. Εάν η δομική αποδυνάμωση των προοπτικών και της πολιτικής βιωσιμότητας ενός ήδη απαξιωμένου και αποδυναμωμένου σχήματος ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, στο οποίο αποκλείω συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι τέτοια στα μάτια του εθνικού και διεθνούς κεφαλαίου ώστε να προκρίνει την ανεμπόδιστη και ακόμα και πριμοδοτούμενη δοκιμή ενός άλλου σχήματος (α λα Ολλάντ στη Γαλλία), ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρειαστεί συνεργάτη στην κυβέρνηση. Στο ΚΚΕ φυσικά δεν θα τον βρει, σε αντίθεση με ό,τι έγινε στη γαλλική περίπτωση με το ΚΚΓ, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για τις διαφοροποιήσεις που είναι πιθανό να σηματοδοτήσουν τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις στις δύο χώρες.

3. Οι δημοσκοπήσεις, ανεξάρτητα από τις άλλες τους διαφοροποιήσεις, καταγράφουν, πέραν του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, δύο ακόμα σφόδρα ανερχόμενες δυνάμεις: τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Καμμένου και την Χρυσή Αυγή.

4. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θελήσει να εξαργυρώσει με όρους κοινοβουλευτικής εξουσίας την μάλλον χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης δραματική του ενίσχυση σε σχέση με τα ποσοστά του στις προηγούμενες εκλογές, θα πρέπει να αναζητήσει συμμάχους εκεί. Η συνεργασία με την ΔΗΜΑΡ είναι μεν εφικτή αλλά δεν του αρκεί αριθμητικά, λόγω των --συγκριτικά με το κόμμα Καμμένου και τον ΣΥΡΙΖΑ-- χαμηλών ποσοστών της ΔΗΜΑΡ σε όλες τις δημοσκοπήσεις.

5. Η συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με την Χ.Α αποκλείεται, για ευνόητους λόγους -- δεν την επιθυμεί η ίδια η Χ.Α, και θα ήταν άμεσα αυτοκτονική πολιτικά για τον ΣΥΡΙΖΑ.

6. Απομένει μόνο το λογικό ενδεχόμενο της συνεργασίας των δύο ανερχόμενων "εναλλακτικών" στο σχήμα ΝΔ/ΠΑΣΟΚ, δηλαδή της συνεργασίας Καμμένου/ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ ως τρίτου τροχού (μπορεί και να επιβάλλεται, τόσο αριθμητικά, για την εξασφάλιση πλειοψηφίας στις έδρες, όσο και δομικά, με τη ΔΗΜΑΡ στον ρόλο του "ενδιάμεσου χώρου", του μεσολαβητή, ισορροπιστή και επιδιαιτητή του νέου μπλοκ εξουσίας).

7. Το σενάριο αυτό μού φαίνεται να ενισχύεται σοβαρά από τις δημοσκοπήσεις και την περιρρέουσα, και καθιστά ενδιαφέρουσες τις πρόσφατες δηλώσεις Τσίπρα περί Καμμένου. Θα δούμε πόσο εύκολο ή δύσκολο θα είναι για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να το νομιμοποιήσει ως ιστορική αναγκαιότητα στη βάση της.

8. Εφόσον υλοποιηθεί αυτό το μοντέλο συγκυβέρνησης (με δεδομένο ότι αυτοδύναμη κυβέρνηση είναι αδύνατο να υλοποιηθεί από οποιονδήποτε, και ότι δομικά μόνο δύο βασικά μοντέλα συγκυβέρνησης φαίνονται εφικτά), η ενδεχόμενη αποτυχία του να επιλύσει σε σοβαρό βαθμό τα οικονομικά προβλήματα των κατώτερων στρωμάτων μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα (μιας και η γενικότερη ανοχή και "περίοδος χάριτος" έχει συρρικνωθεί δραστικά μετά την προηγούμενη περίοδο), μπορεί να σημάνει μόνο ένα πράγμα: περαιτέρω δραματική άνοδο της φασιστικής ακροδεξιάς της Χρυσής Αυγής, που ήδη προαλείφεται για σημαντική παρουσία στη Βουλή. Στην άνοδο αυτή, η εργατική ψήφος θα παίξει αυξανόμενο ρόλο σε περίπτωση αποτυχίας του "εναλλακτικού μοντέλου" συγκυβέρνησης, μιας και, με δεδομένο ότι η Χ.Α θα κρατήσει το "αντισυστημικό" της προφίλ, θα φαντάζει πια ως το μόνο βιώσιμο για τη φτωχολογιά χαρτί εάν η κατάσταση παραμείνει οικονομικά το ίδιο κακή ή χειροτερέψει.

9. Το μόνο, βέβαια, εκτός από το ΚΚΕ, το οποίο δεν θα έχει υποστεί τη φθορά της αποτυχίας, και που τότε θα βρεθεί ως ο βασικός πόλος συσπείρωσης απέναντι στην συσπείρωση γύρω από την Χ.Α σε μια ακραία πολωμένη κοινωνία. Και εκεί βέβαια τα πάντα θα εξαρτηθούν από τις επιλογές της αστικής και μικροαστικής "αριστεράς" απέναντι στο νέο ιστορικό δίλημμα που θα έχει ανακύψει, και που θα είναι πια ξεκάθαρα το ιστορικά γνωστό: κομμουνισμός ή φασισμός. Αν εξεταστεί προσεκτικά η ομιλία της ΓΓ του κόμματος στο Ίλιον, θα φανεί ότι το σενάριο που έχει στον νου του το κόμμα είναι ακριβώς αυτό: προσέξτε ιδιαίτερα την αναφορά της στα τραγικά αποτελέσματα που θα είχε η φθορά του ΚΚΕ λόγω συμμετοχής του σε μια κυβέρνηση που θα αναγκαζόταν σε απονομιμοποιητικούς για την αριστερά συμβιβασμούς, στο γεγονός δηλαδή ότι η εργατική τάξη θα έμενε τότε χωρίς πίστη σε κανένα κόμμα της αριστεράς. Η αναφορά αυτή, θεωρώ, αφορά υπόρρητα μεν αλλά πραγματικά την εκτίμηση ότι σε μια τέτοια περίπτωση, η μεγάλη πτωχευμένη μάζα δεν θα είχε καμία επιλογή παρά να συνασπιστεί μαζικά γύρω από την φασιστική ακροδεξιά ως ριζοσπαστική εναλλακτική στη νέα σοσιαλδημοκρατική-κεντροδεξιά-λαϊκοδεξιά προδοσία των προσδοκιών της.

10. Εάν η εκ των δομικών (και όχι απλά εκλογικών) συσχετισμών πιθανή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/Καμμένου/ΔΗΜΑΡ πετύχει την ελάφρυνση των βαρών που συσσωρεύτηκαν στην μικροαστική και εργατική τάξη, τότε η επόμενη μέρα θα είναι πολύ πιο πολύπλοκη και απρόβλεπτη από ό,τι περιέγραψα στα προηγούμενα σημεία. Δεν έχω όμως μια πειστική θεωρία για το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί μια τέτοια "ρεφορμιστική" λύση στο αδιέξοδο υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες και υπό τους υφιστάμενους πανευρωπαϊκούς ταξικο-πολιτικούς συσχετισμούς, οπότε δεν είμαι σε θέση να αναπτύξω το ενδεχόμενο αυτό διεξοδικά.

11. Όλα τα παραπάνω στηρίζονται στα δεδομένα που παρουσιάζουν οι ως τώρα δημοσκοπήσεις και προϋποθέτουν ότι δεν είναι όλες δραματικά ψευδείς.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Μια συζήτηση για τον Αλτουσέρ και τον δομικό μαρξισμό


Η συζήτηση -στην οποία συμμετέχουν οι Σμιρνόφ, Ράκις και Ονειρμός- έλαβε χώρα πριν μερικούς μήνες στο ιστολόγιο Lenin reloaded.
----------------------------------------

-Σμιρνόφ: Ανοίγεις ένα τεράστιο θέμα οπότε η απάντηση μου θα είναι αναγκαστικά σχηματική. Κατ' αρχήν αναγνωρίζουμε το διαχωρισμό οικονομίας – πολιτικής ως μία αναγκαστική και ταυτόχρονα μυστικοποιητική μορφή εμφάνισης των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό. Επικαλούμενοι τη χεγκελιανή διαλεκτική θα λέγαμε πως αυτός ο διαχωρισμός είναι ψευδής αλλά πραγματικός (το ψεύδος ως μέρος-στιγμή και ταυτόχρονα άρνηση της αλήθειας) και απορρέει από τον φετιχισμό των καπιταλιστικών σχέσεων που ανέλυσε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο.

Από εκεί και πέρα η οικονομία ειδομένη ως η ενότητα των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων, εμπεριέχει καταστατικά την πολιτική. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως το πολιτικό είναι αναπόσπαστο μέρος της οντολογίας της οικονομίας. Πρώτα και κύρια επειδή οι παραγωγικές σχέσεις είναι ένα κατεξοχήν πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού, άρα εκ των πραγμάτων δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί η οικονομία ως ένα πεδίο που καθορίζεται από τις δικές της εσωτερικές αναγκαιότητες, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από την πολιτική σφαίρα, παρόλο που διαμορφώνουν το πεδίο των δυνατοτήτων και των περιορισμών αυτής της σφαίρας. Μία αντίληψη της οικονομίας δηλαδή που την θέλει να διαμορφώνει restraints and impulses στο πολιτικό εποικοδόμημα, έχει μία κάποια αναλυτική αξία αλλά παραμένει ανεπαρκής. Ακόμη και αν δεχτούμε πως η πολιτική αντεπιδρά retroactively στην οικονομία, συνεχίζουμε να έχουμε πρόβλημα καθώς έχουμε διαχωρίσει τα δύο επίπεδα και αντιλαμβανόμαστε την πρώτη ως “εξωτερική και σε σχέση” με την πρώτη και όχι εσωτερική της πρώτης.

Οι οικονομικοί ντετερμινιστές, προσπαθώντας να αποφύγουν τις συνέπειες αυτής της προσέγγισης της οικονομίας, αναγνωρίζοντας την πολιτική φύση των παραγωγικών σχέσεων, μεταφέρουν το πεδίο του καθορισμού στις παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες φαίνεται να είναι αμόλυντες από το πολιτικό. Έτσι προέκυψε η μεγάλη διαμάχη στον μαρξισμό για το ποιος από τους δύο πόλους έχει τα πρωτεία και ποιος καθορίζει ποιον (παραγωγικές δυνάμεις/ παραγωγικές σχέσεις). Η Β΄ και Γ΄ διεθνείς δίνουν τα πρωτεία στις παραγωγικές δυνάμεις, ο Αλτουσέρ έρχεται να αντιστρέψει το βέλος των καθορισμών (βλ. Το κείμενο του: Για το πρωτείο των παραγωγικών σχέσεων επί των παραγωγικών δυνάμεων). Όμως μία προσεκτικότερη ματιά στις παραγωγικές δυνάμεις αρκεί να μας δείξει πως είναι ένας πολιτικός χώρος. Για παράδειγμα το ποιες τεχνολογίες και πως θα χρησιμοποιηθούν είναι ζήτημα πολιτικού και ταξικού ανταγωνισμού και όχι αναπόφευκτο αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου. Βλέπε το πως τεχνολογικές καινοτομίες χρησιμοποιούνται για να αυξήσουν τον έλεγχο του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Ταυτόχρονα ο ίδιος ο διαχωρισμός σε παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις είναι προβληματικός, από ένα σημείο και ύστερα. Έτσι η παραγωγική δύναμη 'εργασία' δεν μπορεί να νοηθεί αφαιρώντας τις σχέσεις (παραγωγικές) και το πολιτικό – πολιτισμικό πλαίσιο που την παράγει. Βλέπουμε δηλαδή πως ο ένας πόλος διεισδύει στον άλλον με ταυτόχρονη παρουσία του πολιτικού στο εσωτερικό τους.

Οι συνέπειες των παραπάνω στον μαρξισμό μας οδηγούν στο να απορρίψουμε την έννοια της εκφραστικής ολότητας, όπου το όλο ανάγεται στην ουσία ενός μέρους του, όπου το εποικοδόμημα είναι η απλή έκφραση της οικονομίας (ακόμη και αν αντεπιδρά πάνω της). Μία εκδοχή της χεγκελιανής έννοιας της ολότητας όπου αυτή μπορεί να ει δοθεί ως η πολλαπλότητα των στιγμών μίας ενιαίας διαδικασίας αυτο – ξεδιπλώματος μίας ουσίας – Πνεύμα (η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον ντετερμινιστικό μαρξισμό, η κίνηση του προλεταριάτου στον ιστορικισμό του Λούκατς). Αντίθετα οφείλουμε να δούμε την κοινωνία ως μία έκκεντρη δομή in determinance. Η προβληματική του Αλτουσέρ δηλαδή που προσεγγίζει το “όλον” ως μία σύνθετη και “ιζηματογενή” δομή. Αυτή η δομή είναι περίπλοκη όχι επειδή απλά υπάρχει μία διάκριση και αυτονομία των βαθμίδων της (οικονομία, πολιτική, ιδεολογία), αλλά επειδή η ολότητα δεν είναι η σύνθετη και πολλαπλή έκφραση μίας απλής Ιδέας. Ο Αλτουσέρ, σε σύμπνοια με τον Μαρξ επιμένει πως υπάρχει πραγματική διαφορά. Μιλώντας για ¨πραγματική διαφορά” εννοεί πως οι διαφορές (αντιθέσεις) που συνθέτουν έναν κοινωνικό σχηματισμό, είναι πραγματικές εκφράσεις μίας κοινωνικό – οικονομικής δομής που διαθέτει υλική βάση και δεν είναι η έκφραση μίας προϋπάρχουσας ουσίας, αλλά που συγκροτεί η ίδια την ουσία της. Υπάρχουν πραγματικές και ποικίλες υλικές συνθήκες, που σημαίνει πως μία κοινωνία μπορεί να αποτελείται από πολλούς και διαφορετικούς τρόπους και επίπεδα παραγωγής. Αυτοί οι πραγματικοί τρόποι παραγωγής δεν μπορούν να αναχθούν στην έκφραση μίας πραγματικής ουσίας ή αρχής. Στην πραγματική και υλική ιδιαιτερότητα και πολλαπλότητα τους, αυτές οι συνθήκες καθορίζουν την “ουσία” μίας συγκεκριμένης δομής ή κοινωνίας. (Τα παραπάνω είναι συμπυκνωμένα αποσπάσματα από το “Για τον Μαρξ”)

Τώρα ο τρόπος με τον οποίο ο Αλτουσέρ αναλύει αυτή την ολότητα είναι διαμέσου τριών εννοιών: της άνισης ανάπτυξης, της αντίθεσης και του υπερκαθορισμού. Κάθε κοινωνία, ως ολότητα, εμπεριέχει το σύνολο των διαφορών και η άνιση ανάπτυξη περιγράφει την υλική πραγματικότητα αυτού του δομημένου όλου. Η υλικότητα και η πραγματικότητα της άνισης ανάπτυξης καθορίζει τον κοινωνικό σχηματισμό ως ένα πεδίο διαφορών ή αντιθέσεων. Οι αντιθέσεις κάθε κοινωνικής δομής δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ανισομερειών και των διαφορών αυτής της δομής. Αν και το οικονομικό, κατά βάση,καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους κάθε αντίθεση αναδύεται, με δεδομένο πως και το οικονομικό είναι και αυτό άνισο και δομημένο στη βάση σχέσεων κυριαρχίας, οι αντιθέσεις που το οικονομικό (η βάση) παράγει δεν είναι ποτέ απλές και ετερογενείς. Οι οικονομικές πρακτικές δεν χρειάζονται καν να είναι κυρίαρχες σε κάθε εποχή. Ταυτόχρονα κάθε αντίθεση ενός δεδομένου κοινωνικού σχηματισμού είναι η αναγκαστική έκφραση και αντανάκλαση κάθε άλλης αντίθεσης που το σύστημα εμπεριέχει (σε διαφορετικούς βαθμούς και ένταση φυσικά). Με τα λόγια του Αλτουσέρ: “κάθε αντίθεση είναι αδιαχώριστη από τη συνολική δομή του κοινωνικού σώματος στο οποίο εντοπίζεται, αναπόσπαστη από τις τυπικές συνθήκες ύπαρξης της... και καθορισμένη από τα πολλαπλά επίπεδα και βαθμίδες του κοινωνικού σχηματισμού που ενσαρκώνει”. Με αυτή την έννοια κάθε αντίθεση υπαρκαθορίζεται, ακριβώς επειδή είναι αναπόσπαστη από τις τυπικές συνθήκες ύπαρξης της, οι οποίες περιλαμβάνουν όχι μόνο οικονομικές αντιθέσεις αλλά και ιδεολογικές, πολιτικές, πολιτισμικές κλπ. Για αυτό κάθε αντίθεση πρέπει να αναλυθεί συγκεκριμένα και στις σχέση της με τις υπόλοιπες, (σε ευθεία αντιστοιχία με τη “συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης” του Λένιν) Έχω όμως γράψει υπερβολικά πολλά, οπότε σταματάω εδώ...


-Ονειρμός: Μολονότι ο Αλτουσέρ κυρίως στο Για τον Μάρξ και το ''να διαβάσουμε το Κεφάλαιο''(με τις διάφορες αποκλίσεις μεταξύ των συγγραφέων και ειδικά στο τρίπτυχο Αλτουσέρ-Ρανσιέρ-Μπαλιμπάρ) θέτει ωραία ερωτήματα και θεματοποιεί ορισμένα προβλήματα της κλασικής αντίληψης, σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι μας λύνει το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου είναι χοντρικά οι εξής:

1)Η σχετική αυτονομία των επιπέδων ή βαθμίδων της δομής είναι μια πολύ πολύ πολύ αόριστη λύση. Η μεγαλύτερη συμβολή της κατά την γνώμη μου είναι πράγματι να αποφύγει μια ΄΄γενετική πηγή'' των στοιχείων του εποικοδομήματος από την ''βάση'', αλλά και να τονίσει τις διαφορετικές χρονικότητες των επιπέδων ενάντια σε μια μονοδιάστατη αντίληψη του χρόνου και της διαχρονίας. Η ''σχετική αυτονομία'' όμως δεν μας δίνει κάποιο τρόπο προσέγγισης και μια γενικότερη τυπολογία της πολιτικής, του δικαίου, της θρησκείας κλπ. Γιατί ειδικά το νομικοπολιτικό δεν είναι απλά μια ''ιδεολογία''.

2) Νομίζω πως το ''τελική ανάλυση'' του δομικού μαρξισμού (όπως δλδ το εκλαμβάνει ο Αλτουσέρ ερμηνεύοντας τον Ένγκελς), το αποδόμησε ωραιότατα ο Μπωντριγιάρ στον ''καθρέφτη της παραγωγής''. Ειδικά όσον αφορά προηγούμενους του ΚΤΠ τρόπους παραγωγής, η ανάγνωση του Αλτουσέρ δεν μας βοηθά καθόλου. Εξάλλου, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη της ''μετατόπισης'' του Ε.Μπαλιμπάρ ως μια θεωρία μετάβασης από τον ένα τρόπο παραγωγής στον άλλο, και στον ''υλισμό της συνάντησης'' του ύστερου Αλτουσέρ, που νομίζω είναι αναγκαία συνέπεια προηγούμενων σκέψεών του.

3)Ο Αλτουσέρ δεν έχει καταλάβει γρι, κατά την γνώμη μου, την σχέση του Μάρξ με τον Χέγκελ. Και δεν μπορούμε να συρρικνώνουμε τον Χέγκελ σε μια ανάγνωσή σαν αυτήν του Αλτουσέρ, ειδικά στο ''Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο''. Απίστευτη προχειρότητα, ειδικά όσον αφορά την σχέση ουσίας-φαινομένων. Άραγε διάβασε ποτέ ο Αλτουσέρ τις ''μορφές που προηγούνται της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης'' στα Grundrisse, να δει ώριμο Μάρξ έμπλεο ''εγελιανής'' διαλεκτικής";

4) Τα περί επικαθορισμού των αντιφάσεων, οι επεξεργασμένες έννοιες των Γκράμσι, Μάο, και ορισμένες άλλες πτυχές, είναι πραγματικές συμβολές του Αλτουσέρ. Βέβαια, για το πώς αποδρά κανείς από τη δομή, έπρεπε προς στιγμήν να εγκαταλείψει την ριζική διαφορά επιστήμης και ιδεολογίας και να μιλήσει για ''προλεταριακή ιδεολογία'' στην οποία εγκαλεί τους προλετάριους το ΚΚ ως υποκείμενα. Εν πάσει περιπτώσει, τα άτομα ως απλοί φορείς (Trager), των κοινωνικών τους σχέσεων, δημιούργησαν ένα αξεπέραστο αδιέξοδο για τον Αλτουσέρ, για ευνοήτους λόγους. Η διαλεκτικοποίηση δομής-δράσης από τον Αλτουσέρ δεν έγινε, με αποτέλεσμα η κλειστότητα του δομισμού να είναι σημαντικό εμπόδιο.

5) Το δίκαιο τί είναι, βάση ή εποικοδόμημα, το κράτος τί είναι, η πολιτική τί είναι, κλπ. Όλα αυτά μπαίνουν σε κουτάκια ως στοιχεία του εποικοδομήματος, και αυτό είναι κριτική όχι μόνο προς τον Αλτουσέρ αλλά και προς την κλασική αντίληψη.

6) Οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι ασφαλώς το σύνολο των μηχανημάτων ή η τεχνική ,αλλά η παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη Φύση. Μια αντίθεση που ποτέ ο Αλτουσέρ δεν αντιμετώπισε σοβαρά, για αυτό δεν μπόρεσε να θέσει την ταξικά διαιρεμένη ανθρωπότητα ως ετεροαναφορά το φυσικού οικοσυστήματος. Τον αντι-ανθρωπισμό του βέβαια στις ''θέσεις'' τον μετρίασε, λέγοντας πως εννοούσε ότι δεν πρέπει να μπαίνει ο άνθρωπος στο κέντρο της θεωρίας.

7) Το πρωτείο των παραγωγικών σχέσεων θέλει μια ευρύτερη κουβέντα, τουλάχιστον στο άρθρο που αναφέρεις (νομίζω δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εκτός Γραμμής, υπάρχει και ηλεκτρονικά) ο Αλτουσέρ λέει πως για να μην είμαστε βολονταριστές (!), οι παραγωγικές σχέσεις έχουν την πρωτοκαθεδρία στο φάσμα των δυνατοτήτων που ανοίγουν οι παραγωγικές δυνάμεις.

Εν τέλει, πάλι καταλήγουμε στο (νομικο)πολιτικό ως στοιχείο του εποικοδομήματος. Όσον και αν ο Αλτουσέρ επιμένει στην συνθετότητα και την ''διαφορική'' σχέση των στοιχείων της δομής, το καθένα από τα οποία αντανακλά την άνιση σχέση του με τα υπόλοιπα, κατά τη γνώμη δεν αλλάζει ως προς αυτό κάτι καθοριστικά, πέρα από το ότι ο Αλτουσέρ μας προφυλάσσει από μια θεώρηση που θέλει τα πάντα να ανάγονται στην οικονομική κίνηση, κατά την αναγωγή στην μονάδα. Άλλο πρόβλημα είναι ότι η σχέση βάσης-εποικοδομήματος είναι και η ίδια ιστορική, και μεταβάλλεται (κατά τη γνώμη μου, ιστορικο-λογική). Ωστόσο σε όλα αυτά για την σχέση πολιτικής-οικονομίας δεν βλέπω κάτι που πραγματικά μας λύνει το πρόβλημα, πέρα από την επισήμανση μιας συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης στιγμής, μιας άνισης και πολύπλοκης ανάπτυξης,και μιας ''σχετικής αυτοτέλειας'' του πολιτικού. Αντίθετα, η θεώρηση πχ του Πασούκανις για το δίκαιο και τη νομική μορφή, πολλούς ορίζοντες ανοίγει ως προς την σχέση νομικού και οικονομικού.

Όλα αυτά τα λέω βέβαια στο πλαίσιο μιας ''αντιπαράθεσης'' που νομίζω ότι είναι αναγκαία. Και ρωτά, αν το πολιτικό και γενικότερα σχέσεις κυριαρχίας υπάρχουν ήδη κατά τη στιγμή συγκρότησης του οικονομικού, μήπως ισχύει ταυτόχρονα και ακριβώς το αντίθετο? Και μήπως έτσι θα καλούμασταν να διερευνήσουμε με διαφορετικούς όρους την σχέση κυριαρχίας (θεοκρατικής, πολιτικής κλπ), και εκμετάλλευσης?


-Σμιρνόφ: Όταν ανέφερα το όνομα Αλτουσέρ φοβόμουνα πως η συζήτηση θα ξεφύγει στην κατεύθυνση υπεράσπισης ή απόρριψης του έργου του. Δεν έχω κανένα σκοπό να υπερασπιστώ το σύνολο του έργου του Αλτουσέρ, παρέθεσα κάποια σημεία με αναφορά σε αυτόν στην προσπάθεια μου να μιλήσω για τις σχέσεις της οικονομίας με τα άλλα κοινωνικά επίπεδα καθώς και για να δώσω μία διαφορετική έννοια ολότητας, από την παραδοσιακή εκφραστική ολότητα, οπότε καλό θα ήταν η συζήτηση να συγκεκριμενοποιηθεί σε αυτά που έγραψα και όχι σε μία διαμάχη για την ορθότητα της συνολικής παρέμβασης του Αλτουσέρ.

Τα προηγούμενα σχόλια μου προσπαθούν ακριβώς να αποφύγουν την ουσιοκρατική ανάλυση. Το “σε τελική ανάλυση” εμφανίζεται μία μόνο φορά, όταν έχω αποδομήσει το διαχωρισμό οικονομίας – πολιτικής, ιδεολογίας, επιμένοντας πως και η οικονομία είναι, καταστατικά, ένα πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού. Με αυτά υπόψιν μπορούμε να δούμε γιατί η κριτική των Λακλάου – Μουφ για παράδειγμα προς τον Αλτουσέρ: πως αν η οικονομία καθορίζει σε τελική ανάλυση όλες τις άλλες βαθμίδες της κοινωνικής ζωής, τότε αυτός ο καθορισμός δεν μπορεί παρά να είναι σαφής, απλός και προς μία κατεύθυνση, είναι λάθος. Απορρίπτοντας αυτή την καρικατούρα που οι ίδιο έφτιαξαν, προτείνουν το δικό τους σχήμα: μία κοινωνία που λειτουργεί σαν γλώσσα, εννοώντας πως το κοινωνικό όπως και τα υποκείμενα που το συγκροτούν λειτουργούν στα πλαίσια μίας συμβολικής οικονομίας, ενός discourse, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με κάποιο πραγματικό (εξω- συμβολικό).

Αν δεν απορρίπτουμε εξολοκλήρου τον ιστορικό υλισμό θα πρέπει να δεχθούμε ένα κάποιο πρωτείο των οικονομικών πρακτικών πάνω στις υπόλοιπες κοινωνικές πρακτικές. Είναι δηλαδή κάπως αξιωματικό πως για κάθε κοινωνία, μακροπρόθεσμα, οι σχέσεις εκείνες που εξασφαλίζουν την υλικής της αναπαραγωγή, να ιεραρχούνται υψηλότερα από άλλες. Για ποια οικονομία όμως μιλάμε; ο μαρξισμός αντιλαμβάνεται την οικονομία ως τη συνάρθρωση διαφορετικών τρόπων και επιπέδων παραγωγής και στο βαθμό που οι σχέσης παραγωγής καθιστούν το κυριότερο στοιχείο κάθε τρόπου παραγωγής, διαμορφώνεται αυτόματα μία γέφυρα που συνδέει την συστημική/θεσμική προσέγγιση με εκείνη του υποκειμένου/δράσης και άρα της πολιτικής. Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε διανοητικά ακροβατικά για να περάσουμε από την ανάλυση του πως η τεχνική και κοινωνική διαίρεση της εργασίας ταξινομεί τους ανθρώπους σε διαφορετικές θέσεις στη σφαίρα παραγωγής, στη διερεύνηση του τύπου των πρακτικών και συγκρούσεων που αυτές οι δομικές θέσεις οδηγούν ή αποτυγχάνουν να οδηγήσουν (ύπαρξη ή απουσία ταξικής συνείδησης πχ). Έτσι ο μαρξισμός αποφεύγει τόσο τα ουσιοκρατικά όσο και τα δομιστικά και φανκτιοναλιστικά αδιέξοδα.

Το ίδιο και η έννοια της ολότητας που έδωσα στα προηγούμενα σχόλια. Μία ολότητα χωρίς κέντρο, που παράγει η ίδια την “ουσία” της. Οι αντιθέσεις που την καθιστούν δυναμική είναι αποτέλεσμα της ιστορικής συνάρθρωσης ανισόμετρων θεσμικών αποκρυσταλλώσεων κοινωνικών πρακτικών, ενώ η συγχρονική δράση των υποκειμένων που δρουν υπό το πλαίσιο των ωθήσεων και των περιορισμών που ορίζουν οι παραπάνω αποκρυσταλλώσεις, διαμορφώνουν την εξέλιξη της.

Τώρα για τα υπόλοιπα που θέτεις Ονειρμέ και αφορούν τον Αλτουσέρ, είναι μία διαφορετική συζήτηση. Θεωρώ πως η άποψη του για την ιδεολογία άνοιξε νέους δρόμους στην προσέγγιση του φαινομένου, ιδίως το μέρος που αφορά την υλικότητα της και την έγκληση του υποκειμένου. Έχει όμως μία σειρά προβλήματα, όπως ο φανκτιοναλισμός. Τα περί επιστημολογικής τομής στο έργο του Μαρξ καθώς και η σχέση του τελευταίου με τον Χέγκελ, είναι πιο περίπλοκα...

-Ονειρμός: Καμία διάθεση διαμάχης, όλα αυτά τα είπα στο πλαίσιο και των δικών μου προβληματισμών, και ήθελα να μάθω τη γνώμη σου. Και αν εν τέλει δεν υιοθετώ την κρίση του Αλτουσέρ για το δομημένο κοινωνικό όλο, θεωρώ πως έθεσε ίσως τα πιο κριτικά ερωτήματα για τον μαρξισμό. Και εννοείται πως όσα είπε για την ιδεολογία πράγματι αναζωογονούν και διανοίγουν το πεδίο της προβληματικής, ρίχνοντας και γέφυρες με άλλα πεδία του επιστητού (ψυχανάλυση).

Σίγουρα τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα και τα υπεραπλούστευσα. Απλά στην Ελλάδα υπάρχουν τόσοι πολλοί που όχι απλώς διαβάζουν Αλτουσέρ αλλά δογματικά εμμένουν σε αυτόν (λόγω της ιστορίας του ελληνικού πανεπιστημίου και του Πουλαντζά κυρίως), που είναι σπάνιος ένας κριτικός για αυτόν διάλογος που δεν θα εξαντλείται σε εκατέρωθεν αφορισμούς.

Και εγώ θεωρώ τον φανξιοναλισμό ένα από τα κύριά του προβλήματα (εδώ εισέπραξε και τις ύβρεις του Καστοριάδη), όπως επίσης και το ζήτημα της ''συνάρθρωσης'' των διαφορετικών επιπέδων, οχι πως δεν υφίσταται, αλλά για εμένα υπάρχει γενεσιουργός δύναμη που ωθεί την διαφοροποίηση των στοιχείων της ολότητας, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά πρωτογενώς διακρίνονται ως πτυχές της ολότητας και δεν συν-αρθρώνονται απλώς.

Θα μπορούσε πολλά ακόμη να πει κανείς, δεν ξέρω αν έχεις υπόψη σου την προσπάθεια του Γκωντελιέ στο βιβλίο ''the mental and the material thought economy and society''. Κατά τα άλλα, η χρησιμότητα ενός προβληματισμού για την μεθοδολογία, που πολλοί απορρίπτουν συλλήβδην, έχει να κάνει με το ποιές είναι οι αφετηρίες της κάθε αντίληψης και πώς ''χτίζεται'' ένα αναλυτικό οικοδόμημα. Σήμερα το πρόβλημα της μεθόδου που θα αντιστοιχεί στο σημερινό ''περιεχόμενο'' γίνεται ολοένα και περισσότερο επιτακτικό, μέσα στο χάος των πληροφοριών που συνήθως ταξινομούνται και εκτίθενται σε μια εκλεκτικιστική συγκόλληση που μπορεί να διαψευστεί με την παράθεση άλλων στοιχείων, κ.ο.κ


-Ράκις: Αναφέρθηκα στον Αλτουσέρ γιατί θεώρησα πως και το σκεπτικό σου παραμένει παρόμοιο. Πχ "Είναι δηλαδή κάπως αξιωματικό πως για κάθε κοινωνία, μακροπρόθεσμα, οι σχέσεις εκείνες που εξασφαλίζουν την υλικής της αναπαραγωγή, να ιεραρχούνται υψηλότερα από άλλες" αυτό το καταλαβαίνω ως ότι υπάρχει κάτι κύριο, μία οικονομία πιο σημαντική από τις άλλες. Επομένως, το "σε τελική ανάλυση" μπορεί να μη λέγεται φανερά αλλά υπάρχει και καθ-ορίζει. Δηλ. η κριτική που για τον Αλτουσέρ δε βλέπω να μην ισχύει και στο σκεπτικό σου. Από την άλλη, υποστηρίζεις μία έκκεντρη ολότητα δηλ. τονίζεις το μη-κέντρο τη στιγμή που ήδη έχεις δεχθεί ένα κέντρο, αυτό του οικονομικού. Θα ήταν ενδιαφέρον να έλεγες πώς συμβιβάζεις την οικονομία ως κέντρο σε μία έκκεντρη δομή.


-Σμιρνόφ: Καμία διαμάχη συζήτηση κάνουμε, απλά δεν ήθελα αυτή να κατευθυνθεί σε μία αντιπαράθεση για το στάτους του Αλτουσέρ στον μαρξισμό. Δεν είμαι αλτουσεριανός, σίγουρα όχι με τον τρόπο που ο Αλτουσέρ διαβάζεται στην Ελλάδα. Χρησιμοποίησα τον Αλτουσέρ για να μιλήσω για τη σχεση βάσης- εποικοδομήματος, θεωρώ αρκετές από τις παρατηρήσεις του ουσιώδεις πάνω στο θέμα, αν και δεν μπόρεσε και ο ίδιος να υπερβεί με πειστικό τρόπο τον δυισμό. Το κείμενο του "Για το πρωτείο των παραγωγικών σχεσεων..." είναι ένα σημαντικό βήμα, αλλά κλέινει με ερωτηματικό. Η αντίληψη του για την ολότητα μου φαίνεται πιο παραγωγική.
Από Γκωντελιέ έχω υπόψιν μόνο το βιβλίο του The enigma of the gift.

Νομίζω πως μπορείς να μιλήσεις για ολότητα χωρίς κέντρο ή για μία έκκεντρη δομή. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως όλες οι πρακτικές (οι σχέσεις και οι θεσμικές αποκρυσταλλλώσεις τους) που συνθέτουν την ολότητα έχουν το ίδιο βάρος. Υπάρχει ιεαρχία που προκύπτει από τη θέση που ιστορικά βρέθηκε να καταλαμβάνει κάθε πρακτική μέσα στην κοινωνία - ολότητα. Αυτό, όπως ανέφερα και στα προηγούμενα σχόλια, δεν σημαίνει πως οι οικονομικές πρακτικές είναι ανεξάρτητες από τις υπόλοιπες - παράγοντας τις υπόλοιπες. Ακόμη και οι οικονομικές αντιθέσεις υπερκαθορίζονται, με την έννοια του υπερκαθορισμού που περιέγραψα πριν. Τώρα αν κάποια κοινωνία κάποτε, καταφέρει να επιλύσει τα γενικότερα προβλήματα επιβίωσης με τέτοιον τρόπο ώστε αυτά να υποβαθμιστούν σε σημασία στις σχεσεις των ανθρώπων, ενδεχομένως κάποια άλλα σύνολα πρακτικών να βρεθούν στην πρώτη θέση της ιεραρχίας. Μπορούμε να πούμε πως για κάποιες δεκαετίες σε ορισμένς χώρες της Δύσης, φτάσαμε πολύ κοντά σε κάτι τέτοιο, κληρονομία του οποίου είναι και η λεγόμενη linguistic and discursive turn. Η έλευση της παγκόσμιας κρίσης όμως μπορείς να πεις πως λειτουργεί κάπως σαν "return of the repressed"...


-Ονειρμός: Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ η αντίληψη του Αλτουσέρ θέλει να μιλήσει για μια δομική αιτιότητα, σε μια δομή η οποία είναι η ιδιαίτερη και άνιση συνάρθρωση των αποτελεσμάτων της, υπάρχει ένα ''αποτέλεσμα'' της δομικής αιτιότητας, ένα ''κατηγόρημα'' της ''υπόστασης'' το οποίο δεν είναι ισότιμο με όλα τα άλλα, αλλά παίζει καθοριστικό ρόλο. Αυτό είναι η οικονομική πρακτική. Τότε όμως η δομική αιτιότητα είναι στην πραγματικότητα μια αιτιότητα της δομής με καθοριστικό στοιχείο την οικονομική πράκτικη, άρα είναι ουσιαστικά μια ''δομο-οικονομική'', αν μπορώ να την πω έτσι, αιτιότητα, με την έννοια ότι πάντα, όποια και αν είναι η ιδιαίτερη συνάρθρωση, η οικονομία είναι καθοριστική σε τελική ανάλυση. Μολονότι αυτή δεν συνιστά γενετικό κέντρο, νομίζω ότι από τα παραπάνω φαίνεται κάποιο αδιέξοδο. Νομίζω πως ο Αλτουσέρ θα έπρεπε να δώσει περισσότερη βάση στην αντίθεση ανθρώπων-φύσης, για να στηρίξει μια καθοριστικοτητα της ''οικονομικής πρακτικής'', όπως την εννοούσε.

Μπορείς να αναζητήσεις το συγκεκριμένο βιβλίο του Γκωντελιέ στο διαδίκτυο. Σε αυτό, θεωρώντας κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα πνευματικοϋλική (όπως και την σχέση ανθρώπων-φύσης), κάνει κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Βάσει της πνευματικοϋλικής υφής της παραγωγικής σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, οι δεσμοί αίματος-συγγένειας, οι θρησκευτικές ή οι πολιτικοθεολογικές κλπ θεσμίσεις γίνονται καθοριστικό στοιχείο μιας κοινωνικής δομής, όταν καθίστανται η ιστορικά συγκεκριμένη πνευματοϋλική παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη Φύση. Ο πνευματικοϋλικός χαρακτήρας της παραγωγής καθιστά δυνατό να μην είναι μόνο αμιγώς οικονομικές, αλλά και άλλες λειτουργίες το καθοριστικό στοιχείο, εφόσον όμως διατηρούν τον πυρήνα της πνευματικουλικής μεταμόρφωσης της φύσης, για την υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας. Ούτε η παραπάνω λύση νομίζω ότι μας λύνει το πρόβλημα, εν τούτοις νομίζω είναι μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια.

Τέλος, θέλω να κάνω μια αναλογία με τον ''εγελομαρξισμό'' του Βαζιούλιν. Για τον τελευταίο, όταν αντικρίζουμε το κοινωνικό όλο πρέπει να προσέξουμε, μεταξύ των άλλων σχέσεων, και την σχέση της ουσίας προς την πραγματικότητα, ως ενότητα ''είναι'', ''ουσίας'', ''φαινομένων'', και όχι μόνο την σχέση ''ουσίας'' και ''φαινομένων'' με αντεπίδραση των τελευταίων στην πρώτη (εν είδει του κλασικού βάση<->εποικοδόμημα).

Η σχέση ουσίας<->πραγματικότητας γράφεται και ως σχέση ουσίας<->''είναι''+''ουσία''+ ''φαινόμενα'', είναι δηλαδή σχέση του ''πυρήνα'' όχι προς απλώς ένα άλλο μέρος (μορφές κοινωνικής συνειδησης), αλλά προς το κοινωνικό όλον. Όπως φαίνεται, η ουσία εμφανίζεται και στις δύο πλευρές της παραπάνω σχέσης, και υπό αυτήν την έννοια είναι καθοριστική.

Κάνοντας έναν παραλληλισμό με πολλά ελαττώματα, η δομική αιτιότητα του Αλτουσέρ είναι: δομική αιτιότητα->αποτελέσματα της αιτιότητας συνδυασμένα που μας κάνουν την δομή, όπου και στις δύο πλευρές της σχέσης θα εμφανίζεται η ''οικονομική πρακτική'', όντας το καθοριστικό στοιχείο.


-Ράκις: Σμιρνόφ, αν σε καταλαβαίνω προσπαθείς να στηρίξεις μία έννοια υπερκαθορισμού χωρίς το "σε τελική ανάλυση" αλλά με μία έννοια "ιεραρχία". Η όποια ιεραρχία δεν επισημαίνεται από κάποιο ιστορικό υποκείμενο; Επομένως, αν πάρουμε στα σοβαρά την έννοια του υπερκαθορισμού, μήπως αυτός τείνει να σχετικοποιεί αυτό στο οποίο επικάθεται;


-Σμιρνόφ: Δεν χρειάζεται κάποιο ιστορικό υποκείμενο να επισημάνει την ιεράρχηση των κοινωνιών σχέσεων - πρακτικών, ενός δηλαδή υποκειμένου που διέρχεται μία πορεία αυτοανάπτυξης προς ένα ορισμένο σκοπο ο οποίος ενυπάρχει σε αυτό (το υποκείμενο) από την αρχή. Εκτός και αν ρωτάς από τη σκοπιά ποιου υποκειμένου γίνεται αυτή η ιεράρχηση. Αυτό όμως αφορά ένα διαφορετικής τάξης ζήτημα, που είναι η δυνατότητα των "μερικών" υποκειμένων να αντιλαμβάνονται την "πραγματικότητα" των κοινωνικών σχέσεων και του ρόλου τους μέσα σε αυτές ή αν υπάρχει τέτοια πραγματικότητα, οπότε ξαναγυρνάμε στις θέσεις που θέλουν το κοινωνικό ως συμβολική τάξη.

Ο υπερκαθορισμός "σχετικοποιεί αυτό στο οποίο επικάθεται"; αν το δούμε από τη σκοπιά πως κάθε συγκεκριμένη αντίθεση είναι πάντοτε υπερκαθορισμένη, με την έννοια πως στο εσωτερικό της αντανακλάται διαφορικά το συνολο των αντιθέσεων που συνθέτουν την ολότητα, τότε ναι. Δεν θα μπορούσε όμως να υπάρξει και διαφορετικά, δηλαδή μία αντίθεση στην καθαρότητα της, όπως αυτή κεφαλαίου - εργασίας, αποκομμένη από αυτές του φύλου, του έθνους, της μόρφωσης κλπ.


-Ράκις: Ως προς την πρώτη παρ. το 2ο που αναφέρεις είχα κατά νου. Δηλ. το κατά πόσο μπορούμε να μιλούμε, αν χρησιμοποιούσα αλτουσεριανούς όρους, για επιστημονική γνώση της πραγματικότητας ή ιδεολογική. Τέλος πάντων, θέση μου(γιατί σε πήρα μονότερμα) είναι ότι δεν μπορεί να σταθεί μία τέτοια απόλυτη διάκριση και ότι το υποκείμενο που ιεραρχεί βρίσκεται σε μία πορεία μέσα σε μία λωρίδα moebius, ως προς τη σχέση εσωτερικού/εξωτερικού μιας επιστήμης. Από την άλλη βέβαια, το δαχτυλίδι moebius θετικά ιδωμένο, μπορεί να γίνει και μεταφορά της πορείας από το κατεστημένο προς την ανατροπή του, από το παλιό προς το νέο. Σ'ευχαριστώ για το χρόνο που μου αφιέρωσες.

Share it