Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ 6: Περί της διαφοράς του φιλοσοφικού μου συστήματος από εκείνο του Ονειρμάρξ



Η ιστορία (ή η φύση) συνιστά κατά τον Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ) περίσταση της λογικής, ενώ κατ' εμέ η λογική συνιστά ανάβρυσμα της ιστορίας (της φύσεως). Για αμφότερους η ιστορία ίσως αποτελεί διαλεκτική ανύψωση της φύσεως (εμπλουτιστική αναίρεση, αλλά επίσης αφαίρεση, με την έννοια της απόσπασης, συντασσόμενη με γενική υποκειμενική), αλλά για εκείνον είν' η λογική της ιστορίας που έχει τον πρώτο λόγο, ως μήτρα της ιστορίας της λογικής, ενώ για μένα η "λογική της Ιστορίας" υπάγεται στην "ιστορία της Λογικής", ως αλληλουχία διαφορετικών ανακεφαλαιώσεων φυσικών δυνάμεων - η ανακεφαλαίωση ως δημιουργική επανάληψη είναι ευρύτερη της αναίρεσης, με την οποία είναι συμβατή. Θαρρώ πως δεν είναι δυνατή η θεμελίωση σ' επιστημονική βάση των κανονιστικών προτιμήσεών του, οι οποίες μου φαίνεται ότι επαναλαμβάνουν την (καρτεσιανή-εγελιανή) λήψη του ζητουμένου, μολονότι συμφωνώ με την "ελάχιστη" συνεπαγωγή ότι η "δυνατότητα της δυνατότητας" της μετάβασης προς έναν μετακαπιταλιστικό τρόπο κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης, όπου η διαπλοκή της κοινωνικής διαμεσολάβησης των αναγκών και των ιστορικά-πολιτισμικά προσδιορισμένων επιθυμιών με το πρόταγμα της όσο γίνεται απρόσκοπτης εκτύλιξης-εξερεύνησης των δυνατοτήτων της καθεμιάς και του καθενός, θα πλησίαζε τη βέλτιστη ιστορικά επίτευξη κοινής ελευθερίας -ό,τι εν συντομία αποκαλείται "χειραφετική υπόθεση"-, δε μπορεί καταρχήν ν' αποκλειστεί.
 
Ο Ο. αναγνωρίζει βέβαια (βλέπε τα αποσπάσματα στο υστερόγραφο) την ανεξάλειπτη τραγική διάσταση της ανθρώπινης συνθήκης και τον οιονεί-οντολογικό της χαρακτήρα, σπεύδοντας να τα επανενσωματώσει αμφότερα σε μια τραγικά αισιόδοξη, αναβαθμισμένη εκδοχή της εγελιανής φιλοσοφίας της Ιστορίας. Όταν το κάνει αυτό, βρισκόμαστε εγγύτερα από ποτέ, ωστόσο φοβάμαι ότι συνήθως το κάνει ανεπαρκώς, στον βαθμό δηλαδή που το επιτρέπουν οι περιορισμοί του από τη συμμετοχή του στις συγκρούσεις και τα επίδικα της εποχής. Οι υπαγορεύσεις από τα επιτακτικά προαπαιτούμενα της στράτευσής του στο πλευρό των υποτελών τάξεων (σύμφωνα πάντοτε με την ονομαστική αξία στην οποία αυτοκατανοείται και εκφέρεται η υπαρξιακή ετούτη δέσμευση [και την οποία δεν έχω την πρόθεση ν' αμφισβητήσω εδώ, σπεύδοντας ωστόσο να επισημάνω ότι είναι προβληματική εξαρχής η σχέση μεταξύ της ένσκοπης αυτοκατανόησης των φορέων δράσης και των εν πολλοίς αθέλητων συνεπειών των επιτελέσεών τους, και σε αυτό οφείλεται εν πολλοίς το απαραμείωτο της θεωρητικής διαφωνίας μας]), "θολώνουν" την επίγνωση της τραγικότητας αυτής, η οποία, φαντάζοντας αχρείαστη και άχρηστη από τη σκοπιά τόσο των προδιαγραφών της θεωρίας, όσο και των απαιτήσεων της δράσης (τις οποίες ακριβώς η θεωρία φιλοδοξεί ν' ανατροφοδοτήσει -και από τις οποίες άλλωστε πηγάζει εξαρχής), τίθεται στο περιθώριο ως "θόρυβος", όταν δεν απωθείται κιόλας ως ασύνειδος όρος της κανονιστικά προσανατολισμένης στρατηγικής σκέψης.
 
Τι θα υπήρχε επέκεινα της οιονεί-σπειροειδούς (κάτι περισσότερο από κυκλική, κάτι λιγότερο από σπειροειδής, καθιστά δυνατή την ανελικτική όσο και την καθελικτική, εξελικτική ή αφελικτική πορεία) εναλλαγής καθεστώτων ρύθμισης του χάους, ήτοι της βίαιης ή μη, μακρόσυρτης ή μη αντικατάστασης μιας μορφής αυτορύθμισης από μιαν άλλη και στρωματογραφικής αλληλεπικάθισης της μιας πάνω στην άλλη; Δε μπορούμε να το πούμε, αλλά δε χρειάζεται κιόλας να σπεύσει κανείς να αναπαραγάγει αβίαστα την ασθενή "ανθρωπική αρχή", μεταφέροντάς τη στο επίπεδο της φιλοσοφίας της Ιστορίας. Εάν είναι περισσότερο η φύση που προσπαθεί να σκεφτεί και να καταστεί αυτοσυνείδητη μέσω του ανθρώπινου όντος, παρά το αντίστροφο, τότε απαιτείται προσοχή απ' όσους σπεύδουν κατόπιν εορτής να φέρουν τη γλαύκα πριν το σούρουπο, προβαίνοντας στην αναδρομική εμβάπτιση της αστάθμητης τροχιάς αυτών των μισοεπιτυχημένων και συνάμα μάταιων αποπειρών στην κολυμβήθρα μιας οιονεί- τελεολογικής εποποιίας. Η "φύση" της Ιστορίας συμπίπτει με την εν εξελίξει ιστορία της "Φ/φύσης", η "λογική" της Ιστορίας αποτελεί κεφάλαιο της συντελούμενης φυσιο-λογικής εξιστόρησης, συναρτάται όλων όσα επιτρέπει κάθε φορά "η" φύση να ειπωθούν από "την" ίδια, για "την" ίδια και μέσω "της" ίδιας. Μεταβαίνουμε έτσι από την ιστορία της Φύσης στη φυσική της Ιστορίας, από το χημικό υπέδαφος του Πνεύματος στη συνθήκη της ελευθερίας και της αναντίστρεπτης αποσύνθεσής του(ς). Ιδού το τελικό μεταξύ μας διαφέρον (το οποίο σχεδόν εξαφανίζεται σε αποσπάσματα όπως το προτελευταίο, όπου, όχι τυχαία, η λέξη απελευθέρωση μπαίνει σε εισαγωγικά): ένα ενδεχόμενο -μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω: μα αναπόδραστο- "αλτσχάιμερ της Γης" ίσως οδηγήσει στην οριστική εξάλειψη κάθε ίχνους της παρουσίας της επιθυμίας χειραφέτησης και των όσων διαδραματίστηκαν εν ονόματί της. Κι αν κανείς δε θυμάται τις παραληρητικές διακηρύξεις των Κομμουνιστικών Κομμάτων και τις πλείστες εκδηλώσεις της σταλινικής παράνοιας, μήτε τις κατακτήσεις αυτών των καινοφανών μορφών πολιτειακής οργάνωσης, με τα κρατικά διευθυνόμενα μονοπώλια στην οικονομία και τη μονοκομματική δικτατορία στο πολιτικό σύστημα; Δεν τρέφω αυταπάτες ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο, στη σκέψη του οποίου δε χρειάζεται να χύνει κανείς δάκρυα, δε θα καταστείλει ούτε θα περιορίσει την αναζωπύρωση της επιθυμίας, την οποία εξέφρασε ιστορικά -αλλά και δέσμευσε με μοιραίες για αυτή συνέπειες- η τεθνεώσα μορφή.

--------------------------------------------------------------
Υστερόγραφο: "Το κλειδί της ανθρώπινης ιστορίας είναι η τάση απελευθέρωσης των ανθρώπων από τα προδεδομένα φυσικά δεσμά, η τάση κοινωνικοποίησης του φυσικού-βιολογικού, η μετατροπή της φυσικής αναγκαιότητας σε ελευθερία και ενδεχομενικότητα [...] Υπάρχει, με άλλα λόγια, στην ανθρώπινη ιστορία ένας ντετερμινισμός της επικράτησης του μη ντετερμινιστικού. Αυτή θα ήταν και η τελευταία Φιλοσοφία της Ιστορίας. Μια Φιλοσοφία της Ιστορίας που αναγνωρίζει το φυσικο-ιστορικό νόμο της κατάκτησης μιας ελευθερίας πέρα από τον φυσικο-ιστορικό νόμο. [...] Η ''απελευθέρωση'' από το φυσικά και βιολογικά αναγκαίο της αυτοσυντήρησης, αλλά και η απελευθέρωση από την προδεδομένη ιστορική παράδοση, μπορεί να οδηγεί στην ολοκληρωτική συντριβή της ανθρωπότητας. Ακριβώς αυτό σημαίνει, στη πραγματικότητα, ελευθερία από τα φυσικά-βιολογικά δεσμά. [...] Η θέση περί της λογικής μορφής της ιστορικής κίνησης και η θέση περί της εγγενούς ανθρώπινης τάσης προς απελευθέρωση με ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιθυμίας, θα πρέπει να θεμελιωθούν σε επιστημονική βάση, και, όπως φαίνεται, κάτι τέτοιο είναι εφικτό" (Ιστορική νομοτέλεια και απελευθέρωση, αποσπάσματα από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών).

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Ο νεοφιλελευθερισμός και η στρατοπεδική μετάλλαξη του κοινωνικού δεσμού: Λακάν, Φουκώ, Αγκάμπεν (κι ένα τηλεγραφικό και ανεκδοτολογικό σχόλιο)


του Δημήτρη Βεργέτη


Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού αληthεια, που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. Πατάκη) περιέχει ένα διπλό αφιέρωμα στη λακανική θεώρηση της πολιτικής και του κοινωνικού δεσμού καθώς και στην προσφυγική κρίση. Δημοσιεύουμε εδώ μια εισαγωγή στη διπλή προβληματική αυτού του τεύχους. 


Ένα ακαταμάχητο ιδεολόγημα δεσπόζει στις συνειδήσεις του Δυτικού κόσμου: παρά την ιλιγγιώδης ανάπτυξη των οικονομικών ανισοτήτων, η κατίσχυση των νεοφιλελεύθερων ιδεωδών δημιούργησε πιο ανεκτικές και ανοιχτές κοινωνίες.

Η αλήθεια δεν συμπίπτει ωστόσο με αυτό το ιδεολόγημα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί η ανεκτικότητα δεν αποτελεί διόλου ανιδιοτελή δωρεά του νεοφιλελευθερισμού αλλά κατάκτηση πολύμορφων αγώνων. Εμβαθύνοντας την μικροφυσική της εξουσίας που επεξεργάστηκε ο Φουκώ, ο Ντελέζ αντιπαρέθετε στις κλασικές πειθαρχικές κοινωνίες τις σύγχρονες κοινωνίες ελέγχου.

Οι πειθαρχικές κοινωνίες συγκροτούνταν σαν ένα δίκτυο αυτόνομων αλλά αλληλέγγυων κατασταλτικών θεσμών, κατόχων ειδικών εξουσιών, που διατηρούσαν σχέσεις εξωτερικότητας με το κοινωνικό σώμα, σχέσεις ετερότοπης γειτνίασης. Αντίθετα στις κοινωνίες ελέγχου –καθότι κοινωνίες επιτρεπτικότητας, επικοινωνίας, δικτύωσης, φρενήρους κυκλοφορίας πληροφορίας και αντικειμένων– οι μηχανισμοί εξουσίας είναι εμμενείς στο κοινωνικό σώμα.

Η μικροφυσική της εξουσίας διαχέεται παντού και διεισδύει στους πιο λεπτούς πόρους της καθημερινότητας, χωρίς να συμπυκνώνεται αποκλειστικά στην περιχαρακωμένη τοπική πειθαρχικών θεσμών. Η εξατομικευμένη χημική ομαλοποίηση αντικατέστησε το άσυλο, για να δώσουμε ένα μικροσκοπικό παράδειγμα, ενώ είναι γνωστό τοις πάσι πόσο αβίαστα, χωρίς την παραμικρή παραβατική έξαψη, πλήθος νόμιμων και ενάρετων ψυχοτρόπων ουσιών μετατρέπονται σε υποκατάστατη μαστούρα.

Οι τρόποι απόλαυσης του «μεταμοντέρνου» υποκειμένου συμ-φράζονται πλέον αρμονικά με το λόγο του καπιταλιστή, την υπερεγωτική προστακτική «απόλαυσε» και τις τεχνολογίες της εξουσίας. Η κυνική αξιοποίηση πάσης φύσεως κοιτασμάτων απόλαυσης, η εμπορευματοποίηση των ηδονών, μίζερων ή φαντασμαγορικών, αγοραίων ή εκλεπτυσμένων, ανεσταλμένων ή αχαλίνωτων, κακόφημων ή ευυπόληπτων μετέχουν σε περίοπτη θέση στον επενδυτικό προγραμματισμό του κεφαλαίου- αποτελούν χρυσές επενδυτικές ευκαιρίες στο κερδοσκοπικό Ελντοράντο των ενιαίων αγορών.

Οι πάσης φύσεως, παραβατικές και μη, ηδονές συστεγάζονται στην προσοδοφόρο ανεκτικότητα της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και διατίθενται ως εγγυημένα προϊόντα. Ταυτόχρονα, ομόρροπα πορεύεται και το υποκείμενο που συνυποθέτει και ντρεσάρει ένας υπερσύγχρονος καπιταλισμός, διαζευγμένος από τα ήθη της παρωχημένης προτεσταντικής εγκράτειας. Υποκειμενικό και κοινωνικό συναρθρώνονται με όρους αδιάπτωτης συμβατότητας και ομόρροπων έξεων, καθώς το «μεταμοντέρνο» υποκείμενο συμ-φράζεται ιδεωδώς με το λόγο του καπιταλιστή, που αγνοεί όρια, αρχές ετερονομίας και υπερβατικές αρχές.

Εφεξής, στον αναθεωρημένο νομικό κώδικα του Υπερεγώ δεν υπάρχουν πλέον ένοχες απολαύσεις, ειδικά κατά την οικόσιτη ιδιοποίησή τους − πλην αριθμητικά αμελητέων εξαιρέσεων. Ενοχοποιήσιμες πλέον είναι οι αναστολές. Το μεταμοντέρνο υποκείμενο που απαιτεί η λειτουργία της αγοράς καλείται να κινείται χωρίς καταναλωτικούς ενδοιασμούς. Ο πάλαι ποτέ μηνυτήριος ζήλος του Υπερεγώ απέναντι στις παραβατικές έξεις έχει αποβάλει τη βικτωριανή τήβεννό του και έχει μεταλλαχτεί σε ένθερμη αβανταδόρικη συνηγορία. Συνεπικουρούσα, η διαφήμιση δεν ορρωδεί πλέον μπροστά σε κανένα φραγμό.

Από τις κοινωνίες στις οποίες ορισμένα εποπτευόμενα όρια σηματοδοτούνταν ως απαράβατα, περάσαμε σε κοινωνίες  «απαραβατικών» οριοθετήσεων, στις οποίες ναι μεν υπάρχουν διαφοροποιημένοι τομείς και διαχωριστικές γραμμές, αλλά στις οποίες η διαπερατότητα αποτελεί τον κυρίαρχο κανόνα συγκρότησής τους. Η διαπερατότητα αντιβαίνει στη λογική της παραβατικότητας. Κανένας πειθαρχικός κέρβερος δεν φυλάσσει τη διαδικτυακή πύλη, κανένα βικτωριανό πέπλο δεν συγκαλύπτει τις εκτιθέμενες ωμότητες. Κανείς δεν διανοείται να χαρακτηρίσει παραβατική υπέρβαση ένα κλικ πρόσβασης στους πορνογραφικούς ιστότοπους. Θα ηχούσε σαν φαιδρή ανοησία. 

Παρόλα αυτά –και εδώ συναντάμε την προφητική οξύνοια του Λακάν– μέσα στις ανοιχτές κοινωνίες της επιτρεπτικότητας και της ανοχής αναδύονται συμπαγείς οριοθετήσεις, ανελέητες, εφιαλτικές, ανθρωποβόρες. Αυτή είναι η εκτροχιασμένη πραγματικότητα του σήμερα, της οποίας το πολύμορφο πρόσωπό της αποτελεί τον ζοφερό καθρέφτη της κοινοτοπίας των δεινών που μαστίζουν τον μειοδοτικά δημοπρατούμενο πολιτισμό, βορά των αγορών. 

Η ριζοσπαστική πολιτική ευφυΐα αυτού του πολιτικά συντηρητικού ανθρώπου, σύμφωνα με τα συμβατικά κριτήρια, εντόπιζε από τη δεκαετία του '60 την παράδοξη συνύπαρξη αυτών των αντιφατικών φαινομένων. Ανίχνευσε και διατύπωσε με απαράμιλλη διαύγεια την κυοφορούμενη και επερχόμενη θριαμβευτική άνοδο των διακρίσεων (ségrégations), που θα αναλάμβαναν να υφάνουν εκ νέου ένα ζοφερό ιστό διάσπαρτων αποκλεισμών μέσα στο πορώδες σύμπαν της γενικευμένης επιτρεπτικότητας.

Δεκαετίες πριν από τις «πρωτοποριακές», ρηξικέλευθες θέσεις του Αγκάμπεν, ο Λακάν είχε εξαγγείλει μετ' επιτάσεως, απευθυνόμενος σε δύσπιστα ώτα, ότι οι νεότευκτες κοινωνίες των απελευθερωμένων καταναλωτικών ηθών, του τέλους της τυραννικής αναλγησίας των υπερεγωτικών απαγορεύσεων και της πανταχόθεν προσβάσιμης απόλαυσης θα ήσαν δομημένες σύμφωνα με το υπόδειγμα του « στρατοπέδου συγκέντρωσης»!

Ήδη από το 1949, στην παρέμβασή του για το Στάδιο του καθρέφτη, ο Λακάν υπογράμμιζε τη «στρατοπεδική μορφή του κοινωνικού δεσμού» στις κοινωνίες οι οποίες «δεν αναγνωρίζουν άλλη λειτουργία εκτός από την ωφελιμιστική». Ήδη από το 1963, στο σεμινάριό του L'angoisse, εγκαλούσε την εποχή του, γιατί «το πρόβλημα του στρατοπέδου συγκέντρωσης και της λειτουργίας του, αυτή την περίοδο της ιστορίας, πραγματικά παρακάμφθηκε καθ' ολοκληρίαν, συσκοτίσθηκε πλήρως από [...] την παράλογη ιδέα ότι επρόκειτο να ξεμπερδέψουμε με αυτό στα γρήγορα».

Ήδη από το 1967, σε μια ομιλία του στο ψυχιατρείο Saint-Anne, τόνιζε την αλλαγή του υποδείγματος της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό, συναρτώντας την ευθέως με τη στρατοπεδική ανάπλαση του κοινωνικού δεσμού, υπό το κράτος της θριαμβευτικής επέλασης των διακρίσεων και των συμφραζόμενων πολιτικών γκετοποίησης: «Οι πρόοδοι του παγκόσμιου πολιτισμού θα μεταφραστούν όχι μόνο με μια ορισμένη δυσφορία αλλά και με μια πρακτική που θα τη δείτε να επεκτείνεται όλο και περισσότερο και η οποία δεν θα δείξει αμέσως το αληθινό πρόσωπό της, αλλά η οποία έχει ένα όνομα: διακρίσεις».

Πρόκειται για τις διακρίσεις που προάγουν και νομιμοποιούν στιγματισμούς, στρατοπεδικές περιχαρακώσεις και γκετοποίηση επιλεκτικά οριοθετημένων υποσυνόλων πληθυσμού, τα οποία αποκόπτονται από το κοινωνικό σώμα και εκτοπίζονται, αλλά εντός του, σε θέση εσωτερικού αποκλεισμού. Η στρατοπεδική τροπή του κοινωνικού δεσμού δεν συνιστά μια παροδική μορφοποίηση ανταγωνιστικών σχέσεων, δεν αποτελεί μια ειδεχθή επιδερμική εξέλκωση της ιστορικής συγκυρίας, αντίθετα αδήριτη αναγκαιότητα της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης των κοινωνιών. 

Ήδη από το μακρινό πια 1967, ο Λακάν αποφαινόταν με διαγνωστική οξύνοια ότι «το μέλλον που μας επιφυλάσσουν οι ενιαίες αγορές θα βρει το ισοζύγιό του μέσα από την όλο και πιο σκληρή επέκταση των διαδικασιών διάκρισης (ségrégations).

Παγκοσμιοποιημένες αγορές –πέραν της στενής ευρωπαϊκής «κοινής αγοράς»–, ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων και εμπορευματοποιημένων ανθρώπων, φρενήρης κυκλοφορία αντικειμένων υπεραπόλαυσης, καταναλωτικός ευδαιμονισμός, άρση αναστολών και απαγορεύσεων, πολύμορφες απολαύσεις πανταχόθεν προσβάσιμες, ελευθερία λόγου ως την κλίμακα του κρετινισμού και της χυδαιότητας, ναρκισσευόμενος κυνισμός της επί πτωμάτων αναρριχόμενης επαγγελματικής επιτυχίας κ.τ.λ., όλα αυτά κατανέμονται παραδόξως σε έναν κοινωνικό χώρο που αντλεί τη συνεκτικότητά του όχι από κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο, όχι από το ιδεώδες της δημοκρατικής διαβούλευσης, όχι από τις αρετές του «κράτους δικαίου» αλλά από το υπόδειγμα του στρατοπέδου, που δεσπόζει πλέον χάρη στον δυσοίωνο πολλαπλασιασμό των διακρίσεων. 

Ο Λακάν συνέλαβε επίσης έγκαιρα το στρατηγικό βάρος της βιο-πολιτικής συνιστώσας, που έμελλε να αποτελέσει τον κεντρικό άξονα των επεξεργασιών του Φουκώ. Σε μία διάλεξη του 1971, την τοποθετούσε με ακρίβεια: «Όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον θα μας κατακλύσουν προβλήματα διακρίσεων, που θα στιγματίσουμε με τον όρο ρατσισμός. Όλα αυτά τα προβλήματα προέρχονται από τον έλεγχο όσων διαδραματίζονται στο επίπεδο της αναπαραγωγής της ζωής...» . 

Αυτές οι προφητικές τοποθετήσεις του Λακάν απαντώνται όχι μόνο στα γραπτά του, πρωτογενή ή απομαγνητοφωνημένα, αλλά και στον εσώτερο πυρήνα των μεταγενεστέρων επεξεργασιών του Αγκάμπεν. Σύμφωνα με τον Αγκάμπεν, το βιοπολιτικό υπόδειγμα δεν σηματοδοτεί μια ρήξη στο δικαιϊκό υπόβαθρο της πολιτικής ιστορίας της Δύσης, αλλά συνιστά την καταγωγική μήτρα της, όπως αφήνει να διαφανεί η αρχαιολογία της «γυμνής ζωής».

Πέρα από εξελικτικές μεταμορφώσεις, που σημάδεψαν τις τεχνικές της βιο-εξουσίας ως την μικροφυσική βελτιστοποίησή της, η βιο-εξουσία ως τέτοια συγκροτεί την ενδότερη, εμμενή αρχή του πολιτισμού στη Δύση. Η πολιτική δεν θα ήταν παρά το μετωνυμικό συνεχές της βιοπολιτικής. Αυτή η υπόρρητη μετωνυμική συναίρεση της βιοπολιτικής και του πολιτικού αποκάλυψε το αποτρόπαιο αυθεντικό της πρόσωπο υπό την οριακή μορφή του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου κανονικότητα και εξαίρεση, γεγονός και δίκαιο συμπίπτουν, καθώς η εξαίρεση επέχει θέση κανονικότητας και το γεγονός εκδηλώνεται με ισχύ νόμου.

Η συμπερασματική αιχμή της αρχαιολογίας του βιοπολιτικού υποδείγματος αποτυπώνεται σε μια διάγνωση που κεντροθετεί τους σύγχρονους μηχανισμούς πολιτικής κυριαρχίας στο στρατόπεδο ως τόπου συναίρεσης της βιοπολιτικής και της κατάστασης εξαίρεσης. Η βιοπολιτική διάχυση της κατάστασης εξαίρεσης σε πλανητική κλίμακα διαμορφώνει τον ιστορικό ορίζοντα των σύγχρονων κοινωνιών.

Το στρατόπεδο δεν αποτελεί πλέον μια παρένθετη ανωμαλία μέσα στην κανονιστική τάξη, αντίθετα «είναι το υπόδειγμα του πολιτικού χώρου τη στιγμή που η πολιτική γίνεται βιοπολιτική». Συνιστά το βιοπολιτικό θεμέλιο του κοινωνικού δεσμού και διασφαλίζει το πλαίσιο όπου ανοριοθέτητη η κατάσταση εξαίρεσης επιβάλλεται ως κανονιστική μορφή διακυβέρνησης.

Η δραματικά επίκαιρη προσφυγική κρίση προσδίδει επονείδιστη ορατότητα στη λειτουργία του στρατοπέδου ως πολιτικής μήτρας διαχείρισης της «γυμνής» ή μινιμαλιστικά ενδεδυμένης −από νομική άποψη− ζωής.

Περίκλειστοι χώροι για ανεπιθύμητους μετακινούμενους πληθυσμούς, κέντρα κράτησης, αστυνομευόμενοι αυτοσχέδιοι καταυλισμοί, ολόκληρα νησιά όπως τα Nauru και τα Christmas, τα οποία οι αυστραλιανές κυβερνήσεις έχουν μετατρέψει σε πλωτά στρατόπεδα εγκλεισμού προσφύγων –σύγχρονη, βιοπολιτική παραλλαγή του «πλοίου των τρελών» (stultifera navis), που απαθανάτισε η πένα του Φουκώ–, παραγκουπόλεις, αποκομμένα μπανλιέ αλλά και περιφραγμένες μικροπόλεις πλουσίων, εκουσίως εγκλωβισμένων υπό την προστασία ιδιωτικών στρατών.

Θα ήταν ένοχη παράλειψη να μην υπενθυμίσουμε εδώ τις πρωτοποριακές επεξεργασίες του Μπαντιού πάνω στα φαινόμενα «ζωνοποίησης», κατάτμησης σε ζώνες ολόκληρων περιοχών, καθότι χαρτογραφούν νέες μορφές του στρατοπεδικού υποδείγματος σε διευρυμένη κλίμακα. Βλέπουμε να συγκροτούνται «ξένες κηδεμονίες, εδαφικοί διαμελισμοί [...] θύλακες υπό τη δικαιοδοσία ιδιωτικού στρατού ή ένοπλων συμμοριών» σε πλήρη αποσύνδεση από κάθε συντεταγμένη κεντρική εξουσία.

Θα ήταν, άραγε, αυθαίρετος υπερθεματισμός να προσθέσουμε εδώ τη διολίσθηση ολόκληρων κοινωνιών στο υπόδειγμα του στρατοπέδου, με την υπαγωγή τους σε καθεστώς μνημονιακής κατοχής, όπου, υπό το πρόσχημα της έκτακτης οικονομικής κατάστασης, αναστέλλονται οι εθνικές νομοθεσίες και αποκτά ισχύ νόμου η ληστρική απαιτητικότητα των κερδοσκόπων δανειστών;

Θα μπορούσαμε νομίμως να ταυτοποιήσουμε τον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο καπιταλισμό με μια μήτρα τερατογένεσης πρωτόγνωρων, εφιαλτικών μορφών στρατοπέδου. 


Y.Γ  Η Ηριάννα παραμένει έγκλειστη για να εκτίσει ποινή 13 ετών με ανυπόστατες κατηγορίες. Η  περίπτωσή της αποδεικνύει με τρόπο δραματικό πόσο ακραίες πρακτικές διακρίσεων και εγκλεισμού μπορούν να ενεργοποιηθούν υπό την επίφαση μιας νομιμότητας κομμένης και ραμμένης στα μέτρα εμμονικών πειθαρχικών κοινωνιών.


*Ψυχαναλυτής, διευθυντής του περιοδικού αληthεια




* Τηλεγραφικό σχόλιο: Προσυπογράφουμε την κριτική του Ονειρμάρξ στη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών ως προς τις (κατα)χρήσεις του όρου "νεοφιλελευθερισμός" από τον συγγραφέα, όπως και από το μεγαλύτερο μέρος των φίλων, στελεχών και διανοουμένων της Αριστεράς και της Αναρχίας (κύρια δε από τους εντασσόμενους στις νεοσοσιαλδημοκρατικές εκδοχές της). Ωστόσο, μεταξύ της πολιτικά αφελούς "αντινεοφιλελεύθερης" οπτικής και της ροπής προς τη νεοκομμουνιστική τελετουργία, η οποία οδηγεί σε οιονεί-κενολογικές, αν και όχι στερούμενες νοήματος διαπιστώσεις ("φταίει ο καπιταλισμός που μπήκε μέσα η Εριάννα" κλπ, ["φταίει η ΕΕ που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος**", μου είχε πει κάποτε μια κοπέλα από το Κομμουνιστικό Κόμμα, για να δώσω ένα ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα]), αρνούμαστε καταρχήν να επιλέξουμε. Οι διατυπώσεις αυτές είναι αντίστοιχες με το "φταίει ο σοσιαλισμός που εκτελέστηκε ο (χ, ψ) Κίροφ", που θα προσυπέγραφε για παράδειγμα ένας αντικομμουνιστής: Όλο και κάτι λένε, αλλά όχι αρκετά κατά τη γνώμη μας -εκτός των συνηθισμένων πολεμικών συμφραζομένων-, ώστε να είναι αναλυτικά ή πολιτικά χρήσιμες.

** Έχουν ακουστεί και χειρότερα. Έτερο μέλος (άρρεν) της νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν προφανώς ευκολότερο -και όντας εν βρασμώ- να ταυτιστεί λιμπιντικά με την επιθυμία επιβολής ή φιλήσυχης διασφάλισης της τάξης του σκληρά εργαζόμενου αστυνομικού υπαλλήλου απέναντι στην έλλειψη σεβασμού και την καθύβριση. "Καλά του έκανε!", λοιπόν. Προς τιμήν του, έστω και δύο ημέρες αργότερα αναθεώρησε. Το αγαπημένο όλων εκστόμισε φυσικά ο απολαυστικός κ. Σώρρας, με τη συνωμοσιολογία περί σκηνοθεσίας του όλου θεάματος, αφού "και το Χόλυγουντ των Εβραίων είναι, δεν το ξέρατε; Δικό μας είναι, μωρέ; Δεν είναι δικό μας! Δεν είναι δικό μας! Των Εβραίων είναι"!

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ 5: Η Naturphilosophie στη σκέψη του Nick Land





Στο έργο του Κοφτερά [ή αιχμηρά] νοούμενα (2011), που αποτελεί συλλογή κειμένων από τα έτη 1987-2007, ο Nick Land επιχειρεί την «κατάρρευση» της διάκρισης υπερβατολογικού και εμπειρικού μέσω της υπαγωγής της ιδεατής συνθήκης συγκρότησης των αντικειμένων (της αναπαραστατικής σκέψης) στην υλική συνθήκη παραγωγής της (τις διεργασίες αυτοκατασκευής της ύλης). Πρόκειται για μια εκδοχή αχαλίνωτου νιτσεϊσμού (Schelling, Schopenhauer, Nietzsche, Bataille, Lyotard, Deleuze-Guattari οι κύριες αναφορές), όπου δεσπόζει η αντιδιαστολή παραγωγικής διεργασίας και προϊόντος, και η «επιπεδοποίηση» του κόσμου μέσω των επάλληλων σειρών παραγωγής (έτσι, η σκέψη εισροφάται εκ νέου στο είναι, ως μια πτυχή του), και η κανονιστική επιταγή του εναγκαλισμού της απρόσωπης διεργασίας εις βάρος των ατομικών, προσωρινών κρυσταλλώσεών της. Είναι όμως προβληματική η αντίστιξη των δύο επιπέδων και η συναφής προτροπή, η οποία εκβάλει πολιτικά σε μια εξύμνηση των αυτοματισμών της εμμενούς δυναμικής του καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος, στην παράδοση στη νομοτελή εκδίπλωσή τους και την απροϋπόθετη συμβολή στην επιτάχυνσή τους «μέχρι το τέλος» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό: από το ενδεχόμενο ενός πλήρως αυτοματοποιημένου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, μέχρι την καταστροφή του πλανήτη ή την εξάλειψη της ανθρωπότητας δίχως εγγύηση αντικατάστασής της από «κάτι άλλο»). Αυτός ο θανατροπικός τεχνοφουτουρισμός εδράζεται στην παραδοχή ότι το καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί επαρκή και μάλιστα την ανώτερη μέχρι σήμερα προσομοίωση/ανακεφαλαίωση της παραγωγικής δραστηριότητας της φύσεως, ώστε η Naturphilosophie να καταλήγει στην απολογία των τεχνολογικά προηγμένων, «άυλων» πτυχών του χρηματοπιστωτικού πλέγματος. Έτσι όμως παραβλέπονται οι εναλλακτικές και διαζευκτικές ενίοτε στρατηγικές «επιτάχυνσης», όπως και οι σύστοιχες «επιβραδύνσεις», οι οποίες αποτελούν εξίσου εκφάνσεις και όψεις της διαδικασίας αυτής. Εν ολίγοις, ο Land ιδεολογικοποιεί τη Naturphilosophie μ’ έναν τρόπο που θυμίζει τους πολιτικούς ρομαντισμούς και βιταλισμούς, τους οποίους αποστρέφεται.
   
Η αυτοεκμηδένιση των ατομικών μορφών, η επιθυμία σύνθλιψής τους προς όφελος της διέλευσης του Απείρου που υποβαστάζει καθετί πεπερασμένο, τον φέρνει κοντά σε ρητορικούς τόπους περί μαιευτικής επίσπευσης του τοκετού της Ιστορίας, που απαντούσαν στο πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα, από τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες μέχρι τις αντίστοιχες πολιτικές (του φασισμού και του κομμουνισμού). Πολιτικά ο Land φαίνεται να καταλήγει σ’ έναν μαρξογενή, αντιφιλελεύθερο τεχνοκαπιταλισμό (ο «σκοτεινός διαφωτισμός» ως σύγχρονη αναβάθμιση του «αντιδραστικού μοντερνισμού»).

Η αντίστιξη διεργασίας-προϊόντος είναι προβληματική διότι καταλήγει σε μια πριμοδότηση της «πρωταρχικής» διαδικασίας έναντι των «δευτερογενών». Όμως, από τη σκοπιά μιας γενετικής οντολογίας δεν υπάρχει κανένας λόγος να ιεραρχηθούν οι «σειρές παραγωγής», εφόσον άπασες υπάρχουν εν φύσει. Από την περιγραφική διάκριση μεταξύ παραγωγικής διαδικασίας και προϊόντος, ο Land συνήγαγε την κανονιστική προτροπή της επίτασης των εντάσεων της πρώτης εις βάρος του «κλεισίματος» ή της ακυρωτικής εκφόρτισής τους, όπως ετούτη εκδηλώνεται στο δεύτερο. Ενώ οι Deleuze-Guattari επέμεναν στο ότι κάθε απεδαφικοποιητική κίνηση, εκείνης του καπιταλιστικού συστήματος περιλαμβανομένης, συνοδεύεται από μια σύστοιχή της μερική επανεδαφικοποίηση, ώστε ζητούμενο πλέον να είναι ο επίδικος χαρακτήρας της τελευταίας, ο Land απαλείφει τη δεύτερη «στιγμή», θεωρώντας ότι ο συντονισμός με τη φύση ισοδυναμεί με τον παροξυσμό των εντασιακών διαφορών προς κάθε κατεύθυνση, ώστε ν’ αποδεσμευτούν απρόσκοπτα οι μέγιστες εκβλαστήσεις. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής, η οποία θυμίζει πολύ τον γνωστικό-θεοφανικό Deleuze του Peter Hallward, είναι η πρόσδεση στην εκάστοτε κυρίαρχη στρατηγική (επανεδαφικοποιητική τάση).
   
Με όρους εσωτερικούς στην καντιανή γνωσιοθεωρία, η απαραμείωτη διαφορά έννοιας και εποπτείας, όπως και φαινομένου (αναπαραστατικού υβριδικού προϊόντος της συνέργειας όλων των δυνάμεων της ανθρώπινης επιστημολογικής σκευής) και πράγματος καθεαυτόν (ενικής, αυτόφωτης ύπαρξης), μπορεί να διευθετηθεί είτε στο επίπεδο της πρώτης, μέσω της δημιουργίας νέων, περιεκτικότερων και πιο «ευέλικτων» εννοιών, ήτοι μέσω της αναδιευθέτησης και μόχλευσης του υπάρχοντος εννοιολογικού πλαισίου, είτε από τη σκοπιά της δεύτερης, όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος «ησυχαστικής» διολίσθησης στον μυστικισμό του ανεπανάληπτου βιώματος. Ο Deleuze προτιμά τον δεύτερο προσανατολισμό, αλλά επιμένει στην αναγκαία εκβολή του στον πρώτο, ειδάλλως είναι εκτεθειμένος να δεχτεί κανείς οποιοδήποτε εννοιολογικό πλαίσιο βρεθεί εύκαιρο. Επιδιώκοντας μια σκέψη που δε θα είναι ανθρωποκεντρική, δηλαδή διαμεσολαβημένη από πλέγματα προδιαμορφωμένων νοητικών κατηγοριών και νοηματοδοτούντων πλαισίων, ο Land οδηγείται στην τελετουργική εκζήτηση μιας σκέψης που δε θα είναι ανθρώπινη, αλλά χθόνια, εξωγήινη ή ρομποτική.  

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Μέρα Μαγιού


του Γιάννη Παπαθεοδώρου


Στις 29 Μαΐου 2008, πέθανε ο Άγγελος Ελεφάντης. Στις 26 Μαϊου 2009, πέθανε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης. Στη συγχρονική —και μάλλον επιλεκτική— μνήμη πολλών παλαιών συντρόφων και φίλων, ο πρώτος συνδέθηκε εξακολουθητικά με την ύστατη έκκλησή του για οργάνωση των αριστερών πολιτών «στο κόμμα που μας έλαχε», ενώ ο δεύτερος με τη δήλωση πως θα «κλείσει τελευταίος την πόρτα» στον παλαιό ΣΥΝ. Και οι δύο δηλώσεις είναι υπαρκτές, και βέβαια διατυπωμένες μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα. Η ιδιοτελής χρήση τους, η μονότονη επανάληψή τους, καθώς και η ενίοτε προεκλογική εργαλειοποίησή τους κολάκεψαν τη διανοητική τεμπελιά της «ριζοσπαστικής αριστεράς», ενώ ταυτόχρονα προσέφεραν το τέλειο πολιτικό άλλοθι σε κάποιους / κάποιες για να δικαιολογήσουν τις μόνιμες ή ευκαιριακές εκλογικές επιλογές τους στην κάλπη, την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ φαινόταν να είναι «πάνω στο κύμα».

Όσοι γνωρίσαμε (και αγαπήσαμε) αυτούς τους δύο ανθρώπους, ξέρουμε πόσο απεχθάνονταν τα τσιτάτα, την κοινοτυπία της εύκολης ατάκας, τη συρρίκνωση της πολιτικής σε μια επικολυρική έξαρση συναισθημάτων. Για αυτό και σήμερα, έχει ιδιαίτερη σημασία να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ιστορική διαδρομή τους, κυρίως σε ό,τι αφορά το αξιακό φορτίο της Ανανεωτικής Αριστεράς, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο ενός δημοκρατικού ανθρωπισμού, τον οποίο υπηρέτησαν —και, σε μεγάλο βαθμό, διαμόρφωσαν— ως δημόσιοι διανοούμενοι της μεταπολίτευσης.[1]


Ο ΠΟΛΙΤΗΣ

«Διαφορές στον Δεκαπενθήμερο». Έτσι ήταν ο τίτλος στο τεύχος 68 του Δεκαπενθήμερου Πολίτη του 1986, που κατέγραφε τη διαφωνία μιας μειοψηφίας, ενόψει της μεγάλης συζήτησης για τη «μετεξέλιξη» ή την «αναβάθμιση» του ΚΚΕ ες. Στις υπογραφές των διαφωνούντων, εντοπίζουμε αμέσως το όνομα του Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Είναι μάλλον η απαρχή μιας ιδεολογικής διαφοροποίησης και μιας πολιτικής διαδρομής, που σφράγισε την πορεία της ΕΑΡ αλλά και του μετέπειτα ΣΥΝ, με επίκεντρο τον αταλάντευτο ευρωπαϊσμό, τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, τις επιθυμητές συμμαχίες με τη σοσιαλδημοκρατία. Παρ’ ότι στο εξής ήταν «μειοψηφία», η πόρτα του Πολίτη δεν έκλεισε ποτέ για τον Παπαγιαννάκη. Το αντίθετο, μάλιστα.

Ο Ελεφάντης στήριξε σθεναρά τον Παπαγιαννάκη σχεδόν σε όλες τις χαμένες μάχες του μέσα στο ΣΥΝ, καθώς έβλεπε πως η ιδεολογική διχοστασία του ΣΥΝ (μια αντιφατική συνύπαρξη ΕΑΡ και ΚΚΕ), απαιτούσε διαρκή εγρήγορση για την υπεράσπιση των ιδεών της Ανανεωτικής Αριστεράς. Πολλά από αυτά τα ζητήματα κρύφτηκαν κάτω από το χαλί, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητούσε αργότερα αμέριμνα τον δρόμο της νέας ριζοσπαστικής αντι-παγκοσμιοποίησης, χωρίς να έχει σκεφτεί σοβαρά τι απέγιναν εκείνες οι πέτρες από τα γκρεμισμένα τείχη του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, υπήρχε πάντα ένα στοιχείο που ένωνε τον Παπαγιαννάκη με τον Ελεφάντη. Επιμένοντας σε μια κοινή γραμμή ιδεολογικών αρχών, δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι να συνταχτούν ούτε με την ενωτική ρητορική της «μεγάλης αριστεράς», (που έσβηνε με τη μαγική γομολάστιχα τη διάσπαση του ’68), ούτε με τη ρητορική των «λοιπών προοδευτικών δυνάμεων», (που απλώς εξυπηρετούσε τη μεταγραφή ψηφοφόρων στο μεγάλο γήπεδο του τότε ισχυρού ΠΑΣΟΚ). Μέχρι το τέλος της ζωής τους, φιλικά αλλά και συχνά συγκρουσιακά, ο Παπαγιαννάκης και ο Ελεφάντης βάδισαν ένα μάλλον μοναχικό δρόμο, που ωστόσο τους εξασφάλισε μια ευρύτερη αναγνώριση μέσα στην μεταπολιτευτική δημοκρατία μας. Κέρδισαν επάξια «τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών», χωρίς να δεχτούν απαραίτητα τις λογής-λογής κομματικές σατραπείες.

Αυτές τις ημέρες τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) ανάρτησαν στην ιστοσελίδα τους το σύνολο των ψηφιοποιημένων τευχών του Πολίτη. Πρόκειται για μια σημαντική βιβλιογραφική βάση τεκμηρίωσης, που επιτρέπει στον εξειδικευμένο ερευνητή και στον επαρκή αναγνώστη να ενημερωθεί για τις ιστορικές τύχες της Ανανεωτικής Αριστεράς, χωρίς το παραμορφωτικό πρίσμα των καιρών μας και κυρίως χωρίς το λατρευτικό εικονοστάσι, που φτιάχτηκε από τους πιστούς μιας ορισμένης «ριζοσπαστικής» τελετουργίας. Είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναδιαβάσουμε αυτό το σημαντικό περιοδικό αλλά και να ξανασκεφτούμε τη δική μας πολιτική γενεαλογία∙ ιδίως σήμερα που «το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας / ένας Θεός το ξέρει».

----------------------
[1] https://drive.google.com/file/d/0B3mvzCFV851iMmpzSFBZNXgxckU/edit


Πηγή dim/art, 29/05/2017: Ανανεωτική.

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

"Die neuzeitliche Metaphysikkritik" von Takis Kondylis (gr)


του Keunermann


Παρουσιάζουμε την πρώτη ολοκληρωμένη στα ελληνικά, δίτομη έκδοση του έργου «Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη» του Παναγιώτη Κονδύλη [1943-1998] από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Πρόκειται για έργο που κινείται στη διατομή της κοινωνικής ιστορίας, της γενικής ιστορίας των ιδεών και της νεότερης και σύγχρονης φιλοσοφίας, χαρακτηριζόμενο από αναλυτική ευκρίνεια, οξυδέρκεια και τη βέλτιστη θεωρητική εποπτεία του εκτενέστατου εμπειρικού υλικού.

Το πλούσιο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη περιλαμβάνει συστηματικές μελέτες με αξιώσεις πρωτοτυπίας, γενικές ιστορικές επισκοπήσεις, άρθρα και μονογραφίες που άπτονται της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, των διεθνών σχέσεων και της στρατηγικής, μεταφράσεις κειμένων και τη διεύθυνση της σειράς «Φιλοσοφική και πολιτική βιβλιοθήκη» των εκδόσεων «Γνώση». Χαρακτηριστικό του corpus αυτού είναι η ευρυμάθεια και η «από πρώτο χέρι» εποπτεία της βιβλιογραφίας, η διάκριση γενικών τάσεων μέσα από την οπτική της ιστορίας των ιδεών και του πολιτισμού, η σαφήνεια της επιχειρηματολογίας, η δωρική λιτότητα και καλλιέπεια του ύφους. Το βιβλίο που παρουσιάζουμε εδώ είναι η πρώτη πλήρης έκδοση της μελέτης του για την ιστορία της κριτικής στη μεταφυσική, της οποίας ο πρώτος τόμος (που καλύπτει την εποχή από τον ύστερο μεσαίωνα μέχρι τον Διαφωτισμό) είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1983, ενώ ο δεύτερος (που εκτείνεται στον 19ο και τον 20ό αιώνα) είχε προστεθεί στη γερμανική έκδοση του 1990.

Η κριτική της μεταφυσικής και η ιστορία της κριτικής αυτής είναι αδιάσπαστα δεμένες μεταξύ τους, όπως και με την ιστορία της μεταφυσικής της ίδιας, δεδομένου ότι συχνά οι πολέμιοι «της» μεταφυσικής επιχειρούσαν, διακηρυγμένα ή σιωπηρά, την αντικατάσταση ορισμένων όψεών της από άλλες ή τη ριζική αναμόρφωση του όλου. Τι αφορά λοιπόν η «μεταφυσική», της οποίας η ονομασία παραδοσιακά (και κατά τον Κονδύλη εσφαλμένα) αποδίδεται στο συμπτωματικό γεγονός της ταξινόμησης ορισμένων έργων του Αριστοτέλη «μετά» τα αντίστοιχα φυσικά; Η μεταφυσική στη σχολαστικοαριστοτελική της κρυστάλλωση, που υπήρξε η ιστορικά κυρίαρχη και πλέον καθοριστική για την εξέλιξη των ιδεών του δυτικού πολιτισμού -και γι’ αυτό ακριβώς μας ενδιαφέρει-, αποτέλεσε τη θεωρητική φιλοτέχνηση και ακολούθως υπεράσπιση της κοσμοεικόνας που άρμοζε στην πνευματική και κοινωνική κυριαρχία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, αφορά τη θεολογική-φιλοσοφική σμίλευση του «σύμπαντος» στο οποίο ζούσαν όσοι επηρεάζονταν από αυτήν, με τις διευθετημένες ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ οντοτήτων, επικρατειών της πραγματικότητας και γνωστικών πεδίων που συνεπαγόταν ετούτη η επένδυση νοήματος, συνδεόμενη προφανώς με την «υλική» διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων της εποχής. Επομένως, η ιστορία της κριτικής της μεταφυσικής σχετίζεται με τις ποικίλες, διαδοχικές και επάλληλες απόπειρες αμφισβήτησης της κυρίαρχης κοσμοεικόνας και του τρόπου που εξέφραζε ή συμπλήρωνε αυτή τον «κανονικό» κόσμο. Η κατεξοχήν μεταφυσική χειρονομία είναι ακριβώς η διάκριση μεταξύ ενός Ενθάδε, Εμμενούς ή Εντεύθεν κι ενός Επέκεινα, Υπερβατικού ή Εκείθεν, το οποίο εκλαμβάνεται ως οντολογικά ανώτερο και γι’ αυτό η πραγμάτευση και διερεύνησή του εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εκάστοτε φορέων της πνευματικής αυθεντίας (τον τρόπο διαμόρφωσης των κοσμοεικόνων, συναρτήσει μιας απόφασης η οποία παράλληλα χορηγεί στο υποκείμενό της μια ταυτότητα, είχε αναλύσει ο Κονδύλης στο «Ισχύς και απόφαση» (1984), και μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ιστορικές του μελέτες συνιστούν τις δοκιμασίες ελέγχου του σχήματος που είχε παρουσιάσει εκεί).

Στην «Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη», ο Κονδύλης προβαίνει σε δύο ενδιαφέρουσες επισημάνσεις αναφορικά με την εξέλιξη και την έκβαση αυτής ακριβώς της κριτικής. Η πρώτη σχετίζεται με την αμφισημία του σκεπτικισμού κατά τον 15ο και 16ο αιώνα, με τάσεις υπερασπιστικές προς τη μεταφυσικά κυρωμένη αυθεντία της εκκλησιαστικής εξουσίας, που διαβλέπουν στη σύμφυρση θεολογίας και μεταφυσικής τη διάνοιξη μιας επικίνδυνης ατραπού, και με επικριτικές θύραθεν τάσεις που θα αποχαλινωθούν, λαμβάνοντας ρητά επιθετικό και κοσμικό χαρακτήρα, από τον 17ο αιώνα με την ανάδυση του ενοποιημένου φυσικομαθηματικού κοσμοειδώλου. Η έτερη επισήμανση αφορά τον εκ πρώτης όψεως παράδοξο χαρακτήρα της έντασης της αντιμεταφυσικής διαμάχης κατά τον 19ο αιώνα, που δεν αντιστοιχούσε σε κάποια υπαρκτή έξαρση νοσταλγίας της μεταφυσικής, αφού η τελευταία είχε ήδη ηττηθεί. Είναι σαν να επαναλαμβάνεται ως φάρσα σε λίγες δεκαετίες το δράμα που διήρκεσε προηγουμένως μερικούς αιώνες, του οποίου η έκβαση είχε ήδη προεξοφληθεί, λόγω της ανάγκης και της ευκολίας που υπήρχε για τους εκπροσώπους του νικητήριου στρατοπέδου, ώστε να καταγάγουν ετούτοι ορισμένες θεατρικές νίκες επί των ασθμαίνοντων «δονκιχωτικών» υπερασπιστών του ηττημένου.

Κύρια χαρακτηριστικά και καθοριστικά σημεία αυτής της ιστορικής εκδίπλωσης αποτέλεσαν: α) Η εκ νέου ανακάλυψη του Αριστοτέλη μέσω μεταφράσεων που εισάγουν στη Δύση τις προηγηθείσες αραβικές μεταφράσεις έργων του που δεν είχαν σωθεί. β) Η διαδοχική επίδραση του νομιναλισμού και του ανθρωπιστικού κινήματος. γ) Το πρωτείο της ρητορικής (θεωρία των τόπων) έναντι της λογικής, και δ) της πρακτικά αποβλέπουσας, κοινωνικά ενσωματωμένης και επικοινωνιακά διαμεσολαβημένης διάστασης (vita activa) του ανθρώπινου όντος έναντι του θεωρητικού-ενατενιστικού βίου (vita speculativa). ε) Το πρωτείο της γνωσιοθεωρίας και της ανθρωπολογίας επί της οντολογίας και της θεολογίας αντίστοιχα. στ) Η ενοποίηση του κοσμοειδώλου από τη νέα φυσική επιστήμη με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση της νεωτερικής κοσμοεικόνας, όπου δεσπόζει η οντολογική ανατίμηση του αισθητού κόσμου και η σύλληψη του παντός ως «οριζόντιας» (και όχι κάθετα ιεραρχημένης), ομοιογενούς και νομοτελούς ολότητας. Ένα από τα πλέον χρήσιμα για τον σύγχρονο αναγνώστη εφόδια, τα οποία παρέχει το βιβλίο, είναι η ενδελεχής σκιαγράφηση τάσεων άγνωστων εν πολλοίς στο ευρύ κοινό, που συνήθως εντοπίζει την απαρχή της νεότερης φιλοσοφίας στους René Descartes [1596-1650], Francis Bacon [1561-1626] και Thomas Hobbes [1588-1679], και η συνακόλουθη ανάδειξη σημαντικών προδρομικών μορφών. Εκτός από σχετικά γνωστά ονόματα, όπως του Γουλιέλμου του Όκαμ [1287-1347], του Πέτρου Αβελάρδου [1079-1142], του John Duns Scotus [1265/6-1308] και του Νικόλαου Κουζάνου [1401-1464], από τις σελίδες της συναρπαστικής εξιστόρησης παρελαύνουν φυσιογνωμίες όπως οι Lorenzo Valla [1407-1457], Rodolphus Agricola [1443/4-1485], Juan Luis Vives [1493-1540], Pierre de la Ramée [1515-1572], Mario Nizolio [1498-1576], Jacopo Zabarella [1533-1589], Girolamo Cardano [1501-1576] και Girolamo Fracastoro [1476/8-1553].

Κατά τον Κονδύλη, οι τέσσερις βασικοί τύποι της κριτικής στη μεταφυσική έχουν διαμορφωθεί βαθμηδόν μέχρι τον 18ο αιώνα, εκκινώντας από τον 14ο, ενώ αναδιατυπώνονται εμπλουτισμένοι και περαιτέρω επεξεργασμένοι στους δύο επόμενους αιώνες. Η τυπολογία αυτή έχει ως εξής:

α) γλωσσικός τύπος κριτικής: διαμάχες για τον ρόλο των ονομάτων και δυσπιστία για τις θεωρητικές κατασκευές που υποβαστάζουν οι γενικές έννοιες και τις συγχύσεις που δημιουργεί η χρήση τους.

β) γνωσιοθεωρητικός τύπος κριτικής: αμφισβήτηση της δυνατότητας γνώσης πρώτων αιτίων και αιώνιων αρχών ή απόλυτων ουσιών, αφού βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στον πεπερασμένο ορίζοντα της επίγειας ύπαρξής μας. Όθεν προκύπτει το πρωτείο της γνωσιοθεωρίας επί της οντολογίας.

γ) ιστορικός/κοινωνιολογικός τύπος κριτικής: η μεταφυσική ως σώμα ιδεών δρα νομιμοποιητικά για την παγίωση και διατήρηση της υφιστάμενης ιεραρχίας. Είναι ένα όπλο και εργαλείο στον αγώνα για κατίσχυση· όθεν και η ανάγκη εκρίζωσής της για να επιτευχθεί η κοινωνική χειραφέτηση, τμήμα της οποίας είναι η απαλλαγή από τις πλάνες που γεννά.

δ) ανθρωπολογικός τύπος κριτικής: η μεταφυσική ριζώνει σε ανάγκες που άπτονται του ανθρωπολογικού υποστρώματος. Ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει κανείς για τα συγκεκριμένα περιεχόμενα των μεταφυσικών πεποιθήσεων, αλλά και για τη λειτουργία τους σε κοινωνικό ή ηθικοκανονιστικό επίπεδο, επομένως, η ελπίδα εκρίζωσής τους και οριστικής απαλλαγής από αυτές είναι μάταιη.

Καθεμία από τις εξελικτικές γραμμές αυτής της γενεαλογίας εξέβαλε σε σύγχρονες κατευθύνσεις της φιλοσοφίας. Συγκεκριμένα, ο γλωσσικός τύπος ταυτοποιείται εύλογα στους προγόνους των θεματικών που απασχόλησαν την αναλυτική φιλοσοφία· ο γνωσιοθεωρητικός τύπος προτυπώνει τις βασικές γραμμές στις οποίες θα κινηθεί η καντιανή «κοπερνίκεια αντιστροφή»: ο ιστορικός/κοινωνιολογικός τύπος θα εκφραστεί παραδειγματικά στον Marx [1818-1883] και τους επιγόνους του, οι οποίοι θα επιδοθούν στην κριτική της ιδεολογίας, της μυστικοποίησης και της φενακισμένης συνείδησης, ως κριτική θεωρία· τέλος, ο ανθρωπολογικός τύπος διακρίνεται στους Arthur Schopenhauer [1788-1860], Friedrich Nietzsche [1844-1900], καταλήγοντας στην ψυχανάλυση και τους υπαρξισμούς. Εξυπακούεται ότι στην ιστορική τους εκδίπλωση και αναδιάταξη, οι τάσεις αυτές μπορεί να εμφανίζονταν σε υβριδική μορφή, με εκλεκτική σύμμειξη επιμέρους όψεών τους ή ως σύμμαχες στην κοινή αντιπαράθεσή τους προς έναν αντίπαλο.

Ο συγγραφέας αξιοποιεί τη γενική ιστορία των ιδεών και τη μεθοδολογία της κοινωνιολογίας της γνώσης, ώστε να επιτύχει την περιεκτική τυπολογία ενός αχανούς ιστορικού υλικού, παραμένοντας στο επίπεδο της περιγραφικής παρουσίασης του μεταφυσικού φαινομένου, δηλαδή της όσο γίνεται αποστασιοποιημένης από κανονιστικές κρίσεις θεώρησης του τρόπου σκέψης, που έχει την πηγή του σε «εκείνη την αξίωση ισχύος η οποία αρθρώνεται ως υπέρβαση της εμπειρίας εν όψει της συγκρότησης ενός πολεμικά τελεσφόρου θεωρητικού Όλου». Ως εκ τούτου, αν και κάθε απόπειρα πρόβλεψης, που θα αφορούσε τα ενδεχόμενα μελλοντικά περιεχόμενα αυτού του τρόπου σκέψης, είναι παρακινδυνευμένη, ασφαλέστερη μοιάζει η εκτίμηση ότι ο τελευταίος δε θα στερέψει, καθώς η πηγή του είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την κοινωνική συνύπαρξη σε συνθήκες στοιχειωδώς διαφορισμένου πολιτισμού. Εν ολίγοις, τα παραδοσιακά περιεχόμενα της μεταφυσικής προσωρινά τουλάχιστον αποσύρθηκαν, οι δομές σκέψης και τα εννοιολογικά σχήματα που κληροδότησε στους νεότερους ωστόσο παραμένουν εν χρήσει με λιγότερες η περισσότερες τροποποιήσεις, ανανοηματοδοτούμενα από νέους εκπροσώπους στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι εκάστοτε κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις και διενέξεις. 


Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Τρία κείμενα του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η Ελλάδα ένα εργαστήρι του Πλήθους


Η αριστερή διακυβέρνηση έχει εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς με τα εξής χαρακτηριστικά: την αναμονή αφενός μιας ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της διαχείρισης των μνημονιακών πολιτικών και του προϋπάρχοντος πλαισίου άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής, και αφετέρου την πραγματοποίηση αισθητών παρεμβάσεων σε θέματα προνοιακής πολιτικής και καταπολέμησης της διαφθοράς. Έτσι, οι θεσμοί και οι πρακτικές που οδήγησαν στην κατάρρευση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, και του κοινωνικού κράτους, όπως και οι “μεταρρυθμίσεις” που επιβλήθηκαν από τους δανειστές στην αγορά εργασίας, μετατράπηκαν σε παράγοντες ανάκαμψης της οικονομίας. Και αναμένεται οτι μπορούν να ακολουθήσουν και μια πορεία εκδημοκρατισμού.

Αυτή η στρατηγική έχει βασιστεί σε μια εντυπωσιακή υποβάθμιση της σοβαρότητας της καπιταλιστικής κρίσης. Η αύξηση της απασχόλησης, και η καταπολέμηση της ανεργίας, που αφορά το ένα τέταρτο, ως το ένα τρίτο του ενεργού πληθυσμού, αναμένεται να ακολουθήσει μια αργή εξέλιξη, που δεν πρόκειται να αναστείλει τη δραματική απώλεια ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Η διαχείριση των διαθέσιμων πόρων για την πραγματοποίηση επενδύσεων, όπως και η εξεύρεση πρόσθετων τέτοιων πόρων, παραμένει μια υπόθεση που βρίσκεται στα χέρια ενός ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος, διαπλεκόμενου και αναποτελεσματικού. Οι επιλογές που αφορούν το περιβάλλον και ειδικότερα την κλιματική αλλαγή, βρίσκονται κατά κανόνα στα χέρια συμφερόντων με αντίθετες ακριβώς επιδιώξεις.

Ποιοι είναι οι λόγοι που οδήγησαν σε μια τόσο εντυπωσιακή συρρίκνωση του βάθους της κριτικής ανάλυσης σχετικά με την εξέλιξη και την κρίση του καπιταλισμού, και σε μια εξίσου εντυπωσιακή υποχώρηση των επιδιώξεων μιας Αριστερής στρατηγικής; Αποτελεί σήμερα ψευδαίσθηση η πεποίθηση οτι η Αριστερά εκφράζει πολιτικά, προγραμματικά και πόσο μάλλον οργανωτικά το κόσμο της εργασίας. Οι προγραμματικές θέσεις που κυριαρχούν εκφράζουν ένα σύνολο επιδιώξεων μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, που δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τη βολική αναμονή μιας συμμαχίας με το κεφαλαίο και τη διαιώνιση των υπαρκτών κρατικών θεσμών και πρακτικών.

Οι νεο-φιλελεύθερες πολιτικές πριν και μετά την κρίση, έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα τις δυνάμεις της εργασίας, μέσω των απορρυθμίσεων της αγοράς εργασίας αλλά και της δραματικής αύξησης της ανεργίας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν συγκροτημένες δυνάμεις μισθωτών, ικανές να παρέμβουν πολιτικά και προγραμματικά. Αλλά μπορεί επίσης να ισχυριστεί κανείς οτι αυτή η απομάκρυνση βασικών κατηγοριών μισθωτών από τα μεσαία στρώματα με τα οποία είχαν ιστορικά συμμαχήσει, είναι μια διαδικασία πολύ πιο παλιά, που εκδηλώθηκε στην Ευρώπη με τη μαζική μεταστροφή αριστερών πολιτικών ηγεσιών προς “ιστορικούς συμβιβασμούς” και σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές.

Η Ελλάδα είναι σήμερα μια χώρα όπου ο συντηρητισμός των μεσαίων στρωμάτων έχει καθηλώσει την παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική στρατηγική στην επανάληψη συμμαχιών και θεσμικών πρακτικών του παρελθόντος. Αλλά είναι ταυτοχρόνως και μια χώρα όπου έχει δημιουργηθεί ένα μαζικό ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο είναι ταυτοχρόνως άνεργο ή υποαπασχολούμενο, μορφωμένο και με υψηλά επίπεδα ειδίκευσης, και με ένα επίσης υψηλό επίπεδο κατανόησης ζητημάτων αλληλεγγύης, προστασίας και προσφοράς κοινών αγαθών, δημοκρατικής διαχείρισης παραγωγικών μονάδων και δομών προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών. Βρισκόμαστε σε μια χώρα την οποία, η συνύπαρξη μιας βαθιάς κρίσης και μιας εκτεταμένης μαζικής διανοητικότητας, μετατρέπουν με ορατούς ρυθμούς σε ένα εργαστήρι της οργανωτικής και πολιτικής συγκρότησης του Πλήθους.

Η δημιουργία συνεργατικών εγχειρημάτων δεν αφορά μόνο προσφορά υπηρεσιών και εστίαση, αλλά επεκτείνεται στην παραγωγή ανοιχτής καινοτομίας, στην παραγωγή ανοιχτού λογισμικού, και στη δημιουργία του πρώτου δορυφόρου ανοιχτής σχεδίασης. Την τελευταία δεκαετία έχουν αναδειχθεί νέα επιχειρηματικά εγχειρήματα στον τομέα των νέων τεχνολογιών, και έχουν δημιουργηθεί συστάδες με συνεργασία ερευνητικών ιδρυμάτων και μικρών επιχειρήσεων, και αυτή η τάση επεκτείνεται πλέον και σε συνεργατικά σχήματα ανοιχτής τεχνολογίας.

Πρωτοβουλίες πανελλαδικής εμβέλειας για το νερό ως κοινό αγαθό, και για την κοινωνική, ολοκληρωμένη και αποκεντρωμένη διαχείριση απορριμμάτων, έχουν σταθεροποιηθεί και κατέχουν πλέον πολυετή εμπειρία και αξιόπιστη τεχνογνωσία. Στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί Λαϊκό Πανεπιστήμιο για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, το οποίο υλοποιεί τη διαπίστωση οτι η δημιουργία συμπληρωματικών παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών εγχειρημάτων είναι σε μεγάλο βαθμό μια διαδικασία αξιοποίησης υπαρκτών γνώσεων, παραγωγής νέων γνώσεων, και άρα εκμάθησης.

Το πανελλαδικό δίκτυο των Κοινωνικών Ιατρείων, σημάδεψε τα χρόνια της κρίσης και δημιούργησε τις συνθήκες για να επιτευχθεί η φροντίδα των ανασφάλιστων από το σύστημα υγείας, θέτοντας ταυτοχρόνως το πολιτικό ζήτημα του εκδημοκρατισμού τόσο των προσφερόμενων υπηρεσιών, όσο και της διοίκησης του συστήματος. Πρωτοβουλίες που επιδιώκουν να μιμηθούν τη ΒΙΟΜΕ, βρίσκονται σε εξέλιξη, διεκδικώντας θεσμικές μεταβολές και πολιτικές στήριξή τους.

Στην Καρδίτσα, το οικοσύστημα που έχει δημιουργηθεί από την Αναπτυξιακή Καρδίτσας και τη Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας, αποτελεί σήμερα πρότυπο μηχανισμό υποστήριξης και χρηματοδότησης συνεταιριστικών ή μικρών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, με μια λογική τοπικού αναπτυξιακού σχεδιασμού. Στην Καβάλα, δεκάδες επιστημόνων, επαγγελματιών και επιχειρηματιών, έχουν επεξεργαστεί το σχέδιο για το “Πάρκο Φιλίππων”, ένα ολιστικό μοντέλο ανάπτυξης για την περιοχή τους.

Αναδεικνύεται έτσι μια νέα δυναμική που συνδυάζει επιτεύγματα, πολιτικούς στόχους και στρατηγικές επιλογές. Μια δυναμική που μας εισάγει σε αυτό που ονομάζουμε “παραγωγική ανασυγκρότηση”, με έναν τρόπο που συνδυάζει τον σχεδιασμό, τη δημοκρατική νομιμοποίηση του σχεδιασμού, την αξιοποίηση διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, και διαθέσιμων πόρων, την εγκαθίδρυση μιας λογικής εξασφάλισης εισοδημάτων και όχι κερδοφορίας.

Πρόκειται για μια νέα κινηματική διαδικασία, πέρα από τη διαμαρτυρία και τη διεκδίκηση, που είναι δημοκρατική, πρακτική, δημιουργική και ταυτόχρονα λαϊκή και εξισωτική, για να μη πούμε κομμουνιστική. Χρειάζεται να κατακτήσει και να δημιουργήσει νέες θεσμικές λειτουργίες, να αξιοποιήσει, να συγκεντρώσει και να εγκαθιδρύσει νέους χρηματοδοτικούς πόρους, να ενισχύσει και να επεκτείνει τις νησίδες ενός νέου μετα-καπιταλιστικού καθεστώτος.



Μπορεί ν'ανανεωθεί ο (ελληνικός) καπιταλισμός;


Γιατί τόση εμπιστοσύνη εκ μέρους της Αριστεράς στην ικανότητα του καπιταλισμού να ανανεωθεί; Πρόκειται στην πραγματικότητα για ευρωπαϊκό φαινόμενο και οχι απλά ελληνικό. Σε μας έκανε πρόσφατα την εμφάνισή της η θεωρία του “ελατηρίου”: η οικονομία συμπιέστηκε, πού θα πάει θα εκτιναχθεί! Υπάρχει και “μαρξιστική” θεμελίωση: ο καπιταλισμός γνωρίζει κύκλους και μέσα από την ύφεση και τη μείωση του εργατικού κόστους αναζωογονείται! Πρόκειται βέβαια για μια προσέγγιση που μας καλεί να αναβάλουμε τα κοινωνικά αιτήματα, αλλά και να αγνοήσουμε τα οξυνόμενα και επείγοντα περιβαλλοντικά προβλήματα.

Μια τελευταία έκδοση της γαλλικής ΑΤΤΑC[1] απαντάει στο ερώτημα για τη σημερινή δυναμική του καπιταλισμού: η μεγέθυνση του προϊόντος χαρακτηρίζεται πλέον από στασιμότητα, η υπερχρέωση συνεχίζεται ως παγκόσμιο φαινόμενο και οι “αναδυόμενες” οικονομίες πέρασαν σε φάση επιβράδυνσης. Πώς μπορεί σε αυτό το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον να “εκτιναχθεί” η ελληνική οικονομία; Αρκούν το μειωμένο εργατικό κόστος, τα φτηνά κτίρια και χωράφια; Είναι δυνατόν να κατακτηθούν αγορές, από υπαρκτές ή νέες επιχειρήσεις, που θα παρασείρουν το σύνολο της οικονομίας;

Οι οικονομολόγοι της ATTAC[2] αναδεικνύουν μια ιστορική τάση μείωσης της παραγωγικότητας η οποία οδήγησε από τη δεκαετία του 70 στην καθήλωση της κερδοφορίας, και στην αμφισβήτηση του φορντικού μοντέλου στο πλαίσιο του οποίου μοιραζόταν οι αυξήσεις της παραγωγικότητας μεταξύ κερδών και αμοιβών. Αυτή η αλλαγή περιόδου αντιμετωπίστηκε από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, της αύξησης του δανεισμού, και επιπλέον μέσω της αξιοποίησης των αγορών στις “αναδυόμενες” οικονομίες.

Τα κέρδη πράγματι αυξήθηκαν από τη δεκαετία του 80 και μετά, αλλά δημιουργήθηκε ταυτοχρόνως μια τεράστια πυραμίδα “εικονικού κεφαλαίου”, που για να αποδώσει στους κατόχους τίτλων έπρεπε και πρέπει να συνεχίζονται οι αναδιανομές εισοδήματος. Χαρακτηριστική είναι όπως γνωρίζουμε η περίπτωση του “ελληνικού χρέους”. Αφού τονώθηκε η ελληνική ταχεία ανάπτυξη με δάνεια, μετατράπηκαν τα δάνεια αυτά σε δημόσια και επιβλήθηκε η λιτότητα η οποία εξασφάλισε (ως πότε θα το δούμε) την απόδοση τίτλων που δεν μπορούσε να εξυπηρετεί ένα νέο εισόδημα, αποτέλεσμα μιας νέας παραγωγής.

Αλλά οι πολιτικές λιτότητας και η υπερχρέωση, ενώ συνεχίζουν να αποτελούν προϋποθέσεις για την κερδοφορία του κεφαλαίου, συντηρούν και την στασιμότητα της παραγωγικότητας. Οι καινοτομίες και η “έξυπνη εξειδίκευση” που αποτελεί την κατ'εξοχήν αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ανατρέπουν αυτή την κατάσταση διότι είναι πλέον μειωμένη η ικανότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα συνολικά. Κατά την ομάδα οικονομολόγων της ATTAC, η εξάντληση των αυξήσεων της παραγωγικότητας σε συνδυασμό με την επιβράδυνση των αναδυόμενων οικονομιών, οδηγούν πλέον στο οτι δεν μπορεί ο διεθνής καπιταλισμός να εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς και συνεχίζει να διαχειρίζεται την κρίση με σπασμωδικές κινήσεις και αβέβαιες προοπτικές.

Σε αυτές τις συνθήκες, ποιές είναι οι δυνατότητες για την τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα και ποιά είναι τα εμπόδια; Οι πολιτικές των μνημονίων, με την 'εσωτερική υποτίμηση” και τις 'διαρθρωτικές αλλαγές' στην αγορά εργασίας, δεν είχαν ως τώρα αποτελέσματα σχετικά με τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, ή καλύτερα, όλες οι αισιόδοξες προβλέψεις της Τρόϊκα έπεσαν έξω. Γιατί συνέβει αυτό; Η ελληνική παραγωγή αφορά σε μεγάλο βαθμό την εγχώρια αγορά και η λιτότητα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του παραγωγικού δυναμικού, αλλά και τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης. Ο εξωστρεφής τομέας δεν είχε έναν αξιοσημείωτο δυναμισμό και ήταν – και παραμένει – οργανικά εξαρτημένος από δραστηριότητες κατά βάση εσωστρεφείς.

Αλλά ακόμα κι αν παρατηρηθεί μια ανάκαμψη των επενδύσεων, από το πολύ χαμηλό σημείο όπου έχουν φθάσει, δεν σημαίνει οτι θα αφορά επιχειρήσεις που θα ηγηθούν μιας δυναμικής εξωστρεφούς ανάκαμψης, και πόσο μάλλον μιας συνολικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Για να συμβούν αυτά χάρη σε ιδιωτικές επενδύσεις πρέπει να υπάρχει κερδοφορία ελκυστική, αγορές προσιτές και σε διαδικασία μεγέθυνσης (μια σοβαρή δυσκολία στις συνθήκες στασιμότητας), και θεσμικό πλαίσιο άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών που να μην περιορίζεται σε επιδοτήσεις διαφόρων ειδών, αλλά να καλύπτει όλα τα στάδια της αλυσίδας της αξίας, από την έρευνα ως την πώληση. Το συμπέρασμα είναι οτι ενώ έχουμε αξιοποιήσιμους συντελεστές παραγωγής, ανθρώπινο δυναμικό, γή, κτίρια, φυσικούς πόρους, πολιτισμό, κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, δεν μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε αν βασιστούμε στις φιλοδοξίες και τις γνώσεις ιδιωτών επιχειρηματιών.

Η έκδοση της ATTAC καταλήγει στο ότι πρέπει να πάρουμε έναν “άλλο δρόμο” και να βασιστούμε στις εξής προϋποθέσεις: “από την μία στην ανάπτυξη της σφαίρας των μη αγοραίων δραστηριοτήτων, των δημοσίων υπηρεσιών και της κάλυψης των κοινωνικών αναγκών που βρίσκονται εκτός της λογικής του κέρδους, και από την άλλη στη συλλογική διαχείριση των φυσικών πόρων, που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως κοινά αγαθά. Τα κοινά απαιτούν μια διαφορετική οργάνωση που βασίζεται στην κατανομή του πλούτου και τη συνεργασία, σε νέα παραγωγικά πρότυπα, στην ανοιχτή συμμετοχή υπεύθυνων πολιτών και την κοινωνική καινοτομία”.

“Η αγορά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ανώτερη σε σχέση με τους άλλους οικονομικούς θεσμούς, και πρέπει να “επανενσωματωθεί” στην κοινωνία, σύμφωνα με την έκφραση του Karl Polanyi. Οι αγορές πρέπει να πλαισιωθούν αυστηρά και να ανταποκριθούν στους μακροπρόθεσμους στόχους της οικολογικής και κοινωνικής μετάβασης, που ορίζονται από τον δημόσιο σχεδιασμό”

Η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας δείχνει πώς η λογική της ιδιωτικής κερδοφορίας γενναιόδωρα τροφοδοτημένης με δημόσιους πόρους οδήγησε στην απώλεια παραγωγικού δυναμικού και στη φυγή προς την υπερχρέωση, δημόσια και ιδιωτική. Οι πολιτικές των μνημονίων δεν αποτέλεσαν παράγοντες ανανέωσης του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά καθήλωσής του σε καταστάσεις, από παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη, από τις οποίες δεν μπορεί να βγεί η οικονομία και η κοινωνία χωρίς μια μεγάλη αλλαγή προσανατολισμού. Μια αλλαγή που θα μας βγάλει από το “όραμα” μιας καπιταλιστικής ανάπτυξης και θα μας βάλει στις λογικές του σχεδιασμού, της ορθολογικής αξιοποίησης πόρων και δυνατοτήτων, της ανανεωμένης δημοκρατίας.



Στόχοι και περιεχόμενο της στρατηγικής ανασυγκρότησης


Η εξέλιξη της οικονομίας μετά την εκδήλωση της κρίσης το 2009 χαρακτηρίζεται από δραματικές διαρθρωτικές υποχωρήσεις σε όλους τους τομείς. Η ανεργία – και όχι η ανεργία που εκτιμάει η Στατιστική Αρχή, αλλά η υψηλότερη ανεργία όπως την υπολογίζει το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ σε όλη τη διάρκεια της κρίσης – βρίσκεται σε πρωτοφανή ύψη, κιαι αφορά σε μεγάλο βαθμό τους νέους με υψηλά προσόντα, με το γνωστό αποτέλεσμα μιας φυγής αυτών των νέων στο εξωτερικό. Το παραγωγικό δυναμικό της χώρας έχει συρρικνωθεί μέσω μιας διαδικασίας αποεπένδυσης, που για να αντισταθμιστεί σε σχέση με τα προ της κρίσης επίπεδα χρειάζονται επενδύσεις της τάξης των 100 δις Ευρώ. Παρά την “εσωτερική υποτίμηση”, και την περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν σημειώθηκε αύξηση των εξαγωγών και το ισοζύγιο ισορρόπησε χάρη στην κατάρρευση των εισαγωγών. Η πορεία της εγχώριας παραγωγής χαρακτηρίζεται από ύφεση ή στασιμότητα καθ'όλη την περίοδο μετά το 2010, ενώ σήμερα οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις εκτιμούν αυξήσεις του ΑΕΠ κοντά στο 1 και 1,5%.

Όταν μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση αναφερόμαστε σε μια στρατηγική ανασυγκρότησης, εννοούμε πριν απ'όλα την ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης δραστηριοτήτων και δημιουργίας νέων, μέσω ενός σχεδιασμού σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο: η άποψη οτι μια τέτοια στρατηγική μπορεί να αποτελέσει το αποτέλεσμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της λειτουργίας της αγοράς αποτελεί έναν επικίνδυνο μύθο. Ανασυγκρότηση σημαίνει επίσης ταχεία αύξηση της απασχόλησης και του εγχωρίου προϊόντος, με την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων (κάτι που δεν χαρακτηρίζει τις εφαρμοζόμενες πολιτικές), και την αναβάθμιση των δημοσίων αναπτυξιακών παρεμβάσεων, σε συνδυασμό με τον προσανατολισμό των ιδιωτικών και κοινωνικών πρωτοβουλιών. Σημαίνει επίσης ενσωμάτωση στην αναπτυξιακή στρατηγική σαφών κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, ώστε να αποκατασταθούν αξιοπρεπείς κοινωνικές υπηρεσίες και παροχές, και να υλοποιηθούν ουσιαστικές παρεμβάσεις προστασίας του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, και αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Ένας βασικός στόχος της ανασυγκρότησης είναι και η διαθεσιμότητα πόρων για τη διαχείριση του δημοσίου χρέους που παρά τις όποιες περικοπές θα παραμείνει μια δέσμευση κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί μια στρατηγική παραγωγικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανασυγκρότησης, με την χρησιμοποίηση των ίδιων θεσμών και εργαλείων άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής που μας οδήγησαν στη σημερινή κατάρρευση. Ο σχεδιασμός μιας νέας στρατηγικής προϋποθέτει μια θεσμική ανανέωση, που θα αφορά και την αναβάθμιση των δημοκρατικών λειτουργιών σε όλα τα επίπεδα, καθώς ο σχεδιασμός της ανασυγκρότησης προϋποθέτει και την εγκαθίδρυση διαδικασιών κοινωνικής νομιμοποίησης των στόχων, και των διαδικασιών υλοποίησης των νέων σχεδίων. Η κάλυψη των επειγουσών αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας, δεν θα πραγματοποιηθεί με ένα συνδυασμό αποτυχημένων θεσμικών λειτουργιών του παρελθόντος και νεοφιλελεύθερων – και εξίσου αποτυχημένων - καινοτομιών που αρχικά επέβαλε η Τρόϊκα και τώρα φαίνεται να υιοθετούμε. Η αναγκαία ανανέωση του καθεστώτος άσκησης αναπτυξιακής στρατηγικής μπορεί επιπλέον να οδηγήσει στη ριζική βελτίωση της αποτελεσματικότητας σχεδιασμένων πολιτικών, και να περιορίσει σημαντικά τις πιέσεις που ασκούν οι “θεσμοί” σε οτι αφορά τους στόχους και το περιεχόμενο της διαχείρισης της οικονομίας.

---------------------------
1. Cette crise qui n'en finit pas PAR ICI LA SORTIE (Η κρίση που δεν τελειώνει ΑΠΟ ΔΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ)

2. Jean-Marie Harribey, Michel Husson, Esther Jeffers, Fréderic Lemaire, Dominique Plihon.


Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Ο Θεός ως η σκέψη στον Έγελο


του Γιώργου Φαράκλα


Ο Έγελος θεωρεί ότι Θεός είναι η σκέψη (Εγκυκλοπαίδεια, § 19, προσθ. 2, κ.α.). Ίσως μπορούμε να πούμε ότι «θεοποιεί» τη σκέψη, αλλά η λέξη «θεοποίηση» δεν είναι η καταλληλότερη. Επειδή το να είναι κάτι «Θεός» δεν είναι μια ήδη γνωστή ιδιότητα, την οποία αίφνης ο Έγελος αποδίδει στη σκέψη. Κάθε άλλο. Το τι σημαίνει «Θεός» είναι ζητούμενο και η πρόταση του Εγέλου είναι ότι πρόκειται για τη σκέψη.

Ο ορισμός τού Θεού ως σκέψης ανατρέπει την παραδοσιακή ιδέα ότι «Θεός» είναι κάτι στο οποίο αποδίδουμε ιδιότητες. Αν λέμε ότι ο Θεός είναι αγαθός, δυνατός και νοήμων, τον ορίζουμε ως ένα ον το οποίο σκέφτεται, όχι ως σκέψη. Όταν ορίζεται ως σκέψη, ανατρέπεται η –ήδη προβληματική για τον Αυγουστίνο (Εξομολογήσεις, 4, 16)– ιδέα πως είναι ένα υποκείμενο με κατηγορήματα. Μάλιστα έτσι δεν αμφισβητείται μόνον ο Θεός-υποκείμενο αλλά και ο Θεός-κατηγόρημα. «Να είναι κάτι Θεός» δεν αποτελεί μία μεταξύ άλλων ιδιότητα. Μ’ αυτή την έννοια, ο επίμαχος ορισμός δεν «θεοποιεί» τη σκέψη, επειδή δεν λέει ότι η σκέψη έχει πολλές ιδιότητες, μία από τις οποίες είναι να είναι Θεός. Λέει πως αυτό που εννοούμε λέγοντας«Θεός» έχει νόημα αν δεχτούμε πως δηλώνει, όχι κάποιο «ύψιστο ον», αλλά τη σκέψη. Όταν κάποιος ορίζει τον Θεό ως σκέψη, αλλάζει την έννοιά μας περί Θεού. Δεν βλέπουμε πια τον Θεό ως ένα δυνατό και καλό ον που σκέφτεται, ως ένα πρόσωπο που βρίσκεται πέραν του κόσμου. Για τον Έγελο, κακώς πιστεύουμε σε μια «εξωκοσμική διάνοια» (Η υποκειμενική λογική, Αθήνα 2005, σ. 446).

Η συνήθης εικόνα περί Θεού είναι κατά τούτο παραπλανητική. Ο Θεός δεν είναι ένα υποκείμενο του οποίου ένα κατηγόρημα είναι η σκέψη, όπως είμαι εγώ, με μόνη διαφορά ότι αυτός είναι άπειρος και εγώ περατός. Ο Έγελος χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως «περατό νου» και τον Θεό ως «άπειρο νου», δεν κυριολεκτεί όμως, καθώς υποστηρίζει πως «το να λέμε ότι υπάρχουν περατοί νόες δεν έχει νόημα», γιατί «ο νους ως νους δεν είναι περατός» (Εγκυκλοπαίδεια, § 386, προσθήκη). Έτσι «δεν υπάρχουν δύο λόγοι και δύο νόες, ένας θείος λόγος και ένας ανθρώπινος, ένας θείος νους και ένας ανθρώπινος» (Philosophie der Religion Ι, Φραγκφούρτη 1969, σ. 40). Υπάρχει ένας νους και είναι άπειρος. Ο Θεός είναι η σκέψη και είναι άπειρος. Εγώ δεν είμαι η σκέψη αλλά ένα ον που σκέφτεται, και είμαι άπειρος εφόσον σκέφτομαι.

Στον Έγελο, ο «νους» είναι συνώνυμος της σκέψης, όπως στους νεοπλατωνικούς, αλλά και του Αγίου Πνεύματος, όπως σε ορισμένους Πατέρες (στον Αυγουστίνο, De Magistro, 39, όχι στον Βασίλειο, Περί του Αγίου Πνεύματος, 70), που εμπνέονται από τον νεοπλατωνισμό. Δεν είναι κάτι που έχουμε εγώ και ο Θεός, εγώ σε πεπερασμένη μορφή, αυτός σε άπειρη. Είναι κάτι που εγώ το έχω, ενώ ο Θεός είναι αυτό. Ενώ εγώ είμαι ένα αισθητό ον που έχει την ικανότητα να σκέφτεται, ο Θεός, που ανήκει στον νοητό κόσμο, είναι η σκέψη, ο νους, το πνεύμα.

Η σκέψη μπορεί να σκεφτεί τα πάντα, δεν συναντά όρια. Μ’ αυτή την έννοια είναι άπειρη. Η σκέψη μέσα μου είναι άπειρη, καίτοι είμαι περατός. Εφόσον σκέφτομαι, δεν είμαι περατός. Αυτό πάλι σημαίνει ότι είμαι ελεύθερος ως σκεπτόμενος. Είμαι ελεύθερος γιατί τίποτα δεν βάζει φραγμούς στη σκέψη μου (Φαινομενολογία του νου, Αθήνα 2007, σ. 202).

Το πιο ενδιαφέρον τμήμα της εγελιανής φιλοσοφίας της θρησκείας αφορά στην Ενανθρώπιση. Αν ο Θεός είναι η σκέψη, τότε δεν ακυρώνεται μόνον η διάκριση περατού και άπειρου νου, ακυρώνεται και η διάκριση ανθρώπινης και θεϊκής φύσης. Πράγματι, τότε το νοήμον ον άνθρωπος και ο Θεός έχουν τη σκέψη ως κοινή φύση τους. Για τον Έγελο, αυτή τη σημασία έχει η Ενανθρώπιση: «Η ενότητα της θεϊκής φύσης και της ανθρώπινης» είναι ταυτότητα της σκέψης μέσα μου και του Θεού ως σκέψης («της σκέψης του ανθρώπου και της ιδέας του απόλυτου νου») και αυτή, «το ωραιότερο σημείο της χριστιανικής θρησκείας», γίνεται προφανής όταν «ο Θεός γίνεται άνθρωπος» (Philosophie der Religion ΙΙ, σ. 273, 276).

Οι προεκτάσεις αυτής της προσέγγισης είναι σημαντικές. Στον Έγελο, το ατομικό ον δεν νοείται ως απρόσιτο στη γνώση. Παραδοσιακά λέμε ότι κάτι έχει ιδιότητες, όχι ότι είναι αυτές· επειδή υποθέτουμε πως υπάρχει μέσα του κάτι πέραν των ιδιοτήτων του, οι οποίες μάς γίνονται γνωστές ως έννοιες. Ο Λοκ θεωρεί τα «φυσικά υποστρώματα» απρόσιτα στη γνώση, ενώ ο Καντ τα «πράγματα αυτά τούτα». Αν ο Θεός είναι η σκέψη, όμως, κάτι τέτοιο σίγουρα δεν ισχύει στην περίπτωσή του: Η σκέψη δεν είναι απρόσιτη στη σκέψη. Έτσι, για τον Έγελο, δεν πιστεύουμε μόνο στον Θεό αλλά τον γνωρίζουμε. Αν μάλιστα κανένα πράγμα δεν ξεφεύγει από τη σκέψη, το γεγονός ότι κάτι είναι ένα πράγμα είναι κι αυτό μια γνώσιμη ιδιότητά του, όχι ένδειξη για κάτι απρόσιτο μέσα του.

Έχουμε έτσι μια «νέα έννοια» του ατομικού όντος, που τη χρωστούμε στη θρησκεία της Ενανθρώπισης (Εγκυκλοπαίδεια,163, προσθήκη). Το υποκείμενο κατηγόρησης δεν είναι πια το άγνωστο υπόστρωμα των ιδιοτήτων, το πράγμα αυτό τούτο δεν είναι πια κάτι άλλο από το αντικείμενο που γνωρίζουμε. Αυτό εξηγεί την απελευθερωτική επίδραση του χριστιανισμού και στο πεδίο τής πολιτικής (στο ίδιο). Οι άνθρωποι δεν είμαστε περατά υποκείμενα, άλλα από το άπειρο θεϊκό υποκείμενο, επειδή, εφόσον σκεφτόμαστε, γνωρίζουμε χωρίς φραγμούς. Είμαστε ελεύθεροι όσο η σκέψη μας. Για να αρχίσει να μεταφράζεται πολιτικά αυτή η νέα έννοια θα χρειαστούν βέβαια περί τα 1789 χρόνια. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Υπάρχει μια κοινή δομή σε αυτές τις εγελιανές θέσεις: Ο Θεός είναι Θεός μόνον αν είναι άνθρωπος, η έννοια είναι έννοια μόνον αν περιλαμβάνει το ατομικό ον, η πολιτεία είναι πολιτεία μόνον όταν τα μέλη της είναι ελεύθερα. Η δομή οφείλεται στον χριστιανισμό, αλλά δεν αιτιολογείται θρησκευτικά. Η αιτιολόγησή της είναι ότι η υπερβατικότητα είναι ελαττωματική έννοια: Αν τα πράγματα κείνται επέκεινα των εννοιών μας, δεν γνωρίζουμε. αν ο Θεός είναι εξωκοσμικός, δεν μας διέπει. αν τα άτομα δεν είναι ελεύθερα, δεν υπάρχει πολιτική.

Ο Θεός τού Έγελου είναι μια εκδοχή τού «Θεού των φιλοσόφων», όχι του Θεού των πιστών. Ο Έγελος θεωρεί ότι η φιλοσοφία δεν πρέπει να είναι ηθοπλαστική, να προσφέρει παρηγορία (Φαινομενολογία, σ. 37). Δεν αιτιολογεί την εικόνα περί Θεού των πιστών ως έχει, αλλά της δίνει όσο νόημα μπορεί να έχει. Πολλοί θεολόγοι παραπονιούνται ότι ο Πατήρ στον Έγελο δεν είναι πρόσωπο. Πρόσωπο είναι όντως η υπάρχουσα ως άτομο σκέψη, ο Υιός, όχι η ίδια η σκέψη, που εκφράζεται ως ο Πατήρ. Η δε ανάσταση του Υιού τελείται μόνο εν πνεύματι, κάτι που επίσης δυσαρεστεί τους θεολόγους, όπως η σιωπή με την οποία περιβάλλεται η αθανασία. Σε αυτά τα σημεία ο Θεός τού Εγέλου αποκλίνει σαφώς κατά πολύ από τον Θεό του πιστού.

Από την άλλη μεριά, η φιλοσοφία αυτή, καθώς δεν προτάσσει μια αιτιοκρατική κατανόηση του κόσμου, προτείνει μια οδό υπέρβασης από τα δεινά του κόσμου, η οποία είναι διαφορετική από την χάρι. Αν ο Θεός είναι η σκέψη, και το άτομο δεν είναι εξωτερικό στη σκέψη, «Θεός» είναι αυτό που μας επιτρέπει να είμαστε ελεύθεροι. Στον Έγελο ο Θεός δεν είναι, όπως στον Σπινόζα, ο όρος υπό τον οποίο το αιτιατό ακολουθεί την αιτία, αλλά ο όρος υπό τον οποίο το νοήμον ον γνωρίζει και σπάει την αιτιακή αλυσίδα.

Ως προς τούτο, ο Θεός του Εγέλου συγκλίνει εν μέρει με τον Θεό των Πατέρων. Άλλωστε ο Θεός ορίζεται ως σκέψη (νους) στην πλατωνική παράδοση, στην οποία στηρίχτηκαν οι Πατέρες πλάθοντας τη χριστιανική θεολογία. Ο Έγελος, με τη βοήθεια της γλώσσας του, που δίνει το ίδιο όνομα, Geist, στον Νου και το Πνεύμα, επαναδραστηριοποιεί αυτή τη σύνδεση. Εννοούμε φιλοσοφικά το Άγιο Πνεύμα για τον Έγελο, αν το εννοούμε ως Θείο Νου.

Αν ο Θεός είναι η σκέψη, η θρησκεία απεικονίζει τη λειτουργία της σκέψης. Απλώς αυτή μετατρέπει σε πρόσωπο κάθε όψη της σκέψης, όχι η φιλοσοφία. Γι’ αυτήν, Θεός δεν είναι μόνον ο Πατήρ, η καθαρή σκέψη, αλλά η κοινότητα, που ταυτίζεται με το Άγιο Πνεύμα, όταν μιμείται τον Υιό, τη σκέψη που υπάρχει ως άτομο. Αυτή η μεταφρασιμότητα της φιλοσοφίας στην τριαδική θεολογία σημαίνει πως ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία που εκθέτει τη λειτουργία της σκέψης με τη μέγιστη προσέγγιση, καίτοι, ως θρησκεία, προσωποποιεί τις όψεις της.

Ο Θεός του Έγελου έχει ερμηνευθεί ως ο κοινωνικός δεσμός (βάσει ενός χωρίου της Φαινομενολογίας, σ. 608). Ο κοινωνικός μας δεσμός προϋποθέτει όμως ότι σκεφτόμαστε. Είναι «θείος» εφόσον «Θεός» είναι η σκέψη.


-----------------------------------
Γιώργος Φαράκλας, διδάσκει πολιτική φιλοσοφία στο Πάντειο. Το άρθρο συνοψίζει μέρη από το βιβλίο Το Άγιο Πνεύμα ως Θείος Νους. Προβλήματα της φιλοσοφίας της θρησκείας του Έγελου, που θα κυκλοφορήσει από τον «Άρτο ζωής».


Πηγή Κυριακάτικη Αυγή, 12.02.2017
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget