Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Από τον ύστερο στον όψιμο καπιταλισμό (30 χρόνια χωρίς τον Μαντέλ)


 του Δημήτρη Κατσορίδα*


1. Ο ύστερος καπιταλισμός δεν σημαίνει το τέλος του καπιταλισμού

Στις 27 Ιουλίου 1995 απεβίωσε ο Ερνέστ Μαντέλ (Ernest Mandel), ηγετική φυσιογνωμία της 4ης Διεθνούς και ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές οικονομολόγους και θεωρητικούς σε διεθνές επίπεδο. Ο Μαντέλ άφησε μια από τις πλέον ουσιαστικές παρακαταθήκες για την κατανόηση του καπιταλισμού, τη στρατηγική της μετάβασης και το περιεχόμενο του σοσιαλισμού. Θα εξηγήσει τον καπιταλισμό με τα εξής έργα: α) τη Μαρξιστική πραγματεία της οικονομίας (τέσσερις τόμοι), β) τη Γέννηση και εξέλιξη των οικονομικών θεωριών του Μαρξ, γ) Τα μακρά κύματα της καπιταλιστικής εξέλιξης, και δ) Ο Ύστερος Καπιταλισμός. Στο παρόν κείμενο θα επικεντρωθούμε στο μνημειώδες έργο του για τον ύστερο καπιταλισμό, επιχειρώντας παράλληλα να προδιαγράψουμε τις νέες τάσεις που αναδύονται.

Ο Μαντέλ στο βιβλίο του, Ο Ύστερος Καπιταλισμός, προσφέρει μια μαρξιστική ανάλυση της καπιταλιστικής οικονομίας στον 20o αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έργο του αποτελεί μια σύνθετη προσπάθεια να εμπλουτίσει τη μαρξιστική θεωρία, εξηγώντας πώς και γιατί ο καπιταλισμός κατάφερε να ανακάμψει μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1929 και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και γιατί εξακολουθεί να είναι ένα σύστημα που φέρει εντός του τους σπόρους της αστάθειας και της κρίσης.

Το έργο εκδόθηκε πρώτα στα γερμανικά, το 1972, και ακολούθησε η γαλλική έκδοση, ενσωματώνοντας επιπλέον επεξεργασίες και αναλύσεις. Οι μεταφράσεις στα αγγλικά και τα ελληνικά χρησιμοποιούν τον όρο Ύστερος Καπιταλισμός, ακολουθώντας τον γερμανικό τίτλο. Η ακριβής μετάφραση από τα γερμανικά είναι: Ο Ύστερος Καπιταλισμός. Απόπειρα μιας μαρξιστικής ερμηνείας της λειτουργίας του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος. Ο υπότιτλος δηλώνει τη φιλοδοξία του έργου να προσφέρει ένα μαρξιστικό θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση της λειτουργίας του ύστερου καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα, εστιάζοντας στην ιστορική και λειτουργική του διάσταση. Στην Ελλάδα εκδόθηκε, κατά πάσα πιθανότητα, το 1975, σύμφωνα με τη χρονολογία που αναγράφεται στον πρόλογο του Κ. Χατζηαργύρη. Στο πρώτο εσώφυλλο φέρει τον υπότιτλο, «Ο καπιταλισμός στην τελική του φάση», ενώ στο δεύτερο εσώφυλλο εμφανίζεται ως υπότιτλος η φράση «Ο ιμπεριαλισμός στην τελική του φάση», γεγονός που έχει δημιουργήσει παρερμηνείες σχετικά με τις προθέσεις του Μαντέλ. Όμως, για τον Μαντέλ, ο ύστερος καπιταλισμός δεν υποδηλώνει το τέλος του καπιταλισμού, αλλά την πιο εξελιγμένη μορφή του.

Η λέξη «ύστερος», στην ελληνική γλώσσα, δηλώνει αυτό που έρχεται. Χρησιμοποιείται για να υποδείξει χρονική ακολουθία, δηλαδή ότι κάτι ακολουθεί μετά από κάτι άλλο, είτε στον χρόνο είτε στη σειρά των γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ύστερος καπιταλισμός αναφέρεται στη μεταγενέστερη φάση του καπιταλιστικού συστήματος σε σχέση με τον πρώιμο ή κλασικό καπιταλισμό. Όχι ως τελική κατάληξη, αλλά ως ιστορικά επόμενη μορφή του.

Με βάση αυτή τη διάκριση, ο Μαντέλ, στο εν λόγω βιβλίο του, δεν υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός βρίσκονται στην «τελική» τους φάση, με την έννοια, αλλά και την προσδοκία ότι είναι καταδικασμένοι σε άμεση κατάρρευση. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μια νέα φάση ιστορικής εξέλιξης, πιο αναπτυγμένη, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, την τρίτη φάση. Επομένως, ο Ύστερος Καπιταλισμός για τον Μαντέλ δεν σημαίνει το τέλος του καπιταλισμού. Δεν είναι μια προφητεία περί τέλους, αλλά μια ανάλυση της δομικής αλλαγής του συστήματος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, περίπου από το 1945 και έπειτα. Αυτή η φάση χαρακτηρίζεται από τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την τεχνολογική επανάσταση, τον κρατικό παρεμβατισμό, τη μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών και την ανάπτυξη των πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Ο Μαντέλ θεωρεί ότι όλα αυτά δεν καταργούν τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, αλλά απλώς τις μετασχηματίζουν. Υπογραμμίζει ότι οι εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματος επιμένουν να υπάρχουν (π.χ. πτώση του ποσοστού κέρδους, ταξική πάλη, κρίσεις υπερσυσσώρευσης, κ.λπ.) και ενδέχεται να οδηγήσουν στο τέλος του καπιταλισμού μόνο υπό όρους επαναστατικής δράσης από την εργατική τάξη και υπέρβασής του μέσω της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.


2. Τι είναι ο Ύστερος Καπιταλισμός

Ας δούμε τώρα τα βασικά σημεία και έννοιες που αναλύει ο Μαντέλ σε επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου του.

- Φάσεις του καπιταλισμού: Διακρίνει τρεις ιστορικές φάσεις: τον εμπορικό καπιταλισμό (μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα), τον κλασικό ή ανταγωνιστικό καπιταλισμό (19ος αιώνας) και τον ύστερο καπιταλισμό (ιδίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο). Ειδικά για τον τελευταίο θεωρεί ότι πρόκειται για μια φάση στην οποία η καπιταλιστική συσσώρευση χαρακτηρίζεται από τεχνολογική καινοτομία μεγάλης κλίμακας (π.χ. αυτοματοποίηση, χημική και ηλεκτρονική επανάσταση), εντεινόμενη κρατική παρέμβαση και ρύθμιση της οικονομίας (κεϋνσιανισμός), διεθνοποίηση της παραγωγής και του εμπορίου, εμφάνιση μονοπωλιακών δομών στην αγορά.

- Μακρά κύματα: Βασιζόμενος στον Νικολάι Κοντράτιεφ, αναλύει την ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού μέσω μακρών κυμάτων οικονομικής ανάπτυξης και ύφεσης, προτείνοντας, επηρεασμένος από τον Τρότσκι, μια μαρξιστική εκδοχή τους. Θεωρεί ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη εμφανίζει μακρές περιόδους άνθησης και ύφεσης, που διαρκούν 50–60 χρόνια, ανάλογα με τον συνδυασμό τεχνολογικών και κοινωνικών-πολιτικών παραγόντων. Κεντρικός μηχανισμός είναι η τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους και η ταξική πάλη, που καθορίζει πότε μπορεί να ξεκινήσει ένα νέο κύμα ανάπτυξης. Δεν αποδίδει μηχανιστικό χαρακτήρα στους κύκλους. Τονίζει παράλληλα, τον ιστορικά συγκεκριμένο ρόλο του κράτους, της τεχνολογίας, των πολιτικών γεγονότων, αλλά και της αντίστασης της εργατικής τάξης.

- Τρίτη τεχνολογική επανάσταση: Ο ύστερος καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια νέα φάση εκτεταμένης τεχνολογικής αναδιάρθρωσης. Θεμελιώνεται στην οργανωμένη και προγραμματισμένη έρευνα και στην συστηματική εισαγωγή της επιστήμης στην άμεση παραγωγική διαδικασία, κυρίως μέσω της αυτοματοποίησης, της χημείας, των νέων υλικών, κ.λπ., με σκοπό, σε αυτή τη νέα φάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους και τη διεύρυνση της υπεραξίας μέσω εντατικής εκμηχάνισης. Ο Μαντέλ τονίζει ότι η επιστημονική πρόοδος δεν προκύπτει αυτόνομα, αλλά εντάσσεται οργανικά στις στρατηγικές του κεφαλαίου. Έτσι, η τεχνολογία γίνεται εργαλείο ταξικής κυριαρχίας, εντείνοντας την αλλοτρίωση και επανακαθορίζοντας τους όρους της ταξικής πάλης. Στις απόψεις που ισχυρίζονται ότι οδεύουμε σε πλήρη αυτοματοποίηση της παραγωγής, ανταπαντούσε πως αυτό δεν μπορεί να συμβεί για δύο λόγους: πρώτον, διότι θα μειωθεί η συνολική μάζα της υπεραξίας εφόσον ανεβαίνει απότομα η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, και δεύτερον, επειδή θα μειωθεί μέχρι εξαφανίσεως ο συνολικός αριθμός των εργατών αφού θα διωχθεί από την διαδικασία παραγωγής και έτσι θα εξουδετερωθεί η πλειοψηφία του πληθυσμού αφού δεν θα έχει τους πόρους να καταναλώσει. Θα φτάναμε έτσι σε μια ιστορική κρίση στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό «ο καπιταλισμός δε συμβιβάζεται με την ολοκλήρωση της αυτομάτισης στη βιομηχανία και τη γεωργία, γιατί τότε σταματά κάθε παραγωγή υπεραξίας και επομένως κι αξιοποίηση του κεφαλαίου». Τόνιζε δε το διττό χαρακτήρα της αυτοματοποίησης, στον οποίο «καθρεφτίζεται συγκεντρωτικά η όλη εσωτερική αντινομία του καπιταλισμού. Αφενός η αυτομάτιση συνεπάγεται την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των δυνάμεων της υλικής παραγωγής, που μπορούν ν’ απελευθερώσουν την ανθρωπότητα από τον καταναγκασμό της μηχανικής, επαναληπτικής, άψυχης αλλοτριωτικής εργασίας. Αφετέρου η αυτομάτιση οδηγεί ξανά σ’ αυξανόμενη απειλή για την απασχόληση και το εισόδημα, αυξανόμενο φόβο και αβεβαιότητα, περιοδικό αποκλεισμό από την κατανάλωση κι από κάθε εισόδημα, δηλαδή στην πνευματική και ψυχική εξαθλίωση».

- «Μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών»: Είναι ένας θεμελιώδης όρος που χρησιμοποιεί ο Μαντέλ στο βιβλίο του, για να εξηγήσει έναν βασικό μηχανισμό σταθεροποίησης του καπιταλιστικού συστήματος στην ύστερη φάση του μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο όρος περιγράφει την συστηματική, μακροπρόθεσμη και εντεινόμενη επένδυση σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς από το κράτος, κυρίως στις ΗΠΑ και στη Δύση γενικά, μετά το 1945. Αυτή η επένδυση δεν είναι προσωρινή (π.χ. μόνο σε καιρό πολέμου), αλλά διαρκής και στρατηγικά οργανωμένη. Ο Μαντέλ εξηγεί ότι η μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών είναι μια τεχνητή ζήτηση που δημιουργεί το κράτος για να στηρίξει τη συσσώρευση κεφαλαίου και να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές τάσεις ύφεσης και κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος. Η σύνδεση έχει πολλές πτυχές: α) Την απορρόφηση πλεοναζόντων κεφαλαίων, που χωρίς νέα πεδία επένδυσης ή ζήτησης, οδηγεί σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης. Οι εξοπλισμοί λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης, απορροφώντας πλεονάζουσα παραγωγή χωρίς να παράγουν εμπορεύματα που επιστρέφουν στον κύκλο της αγοράς. β) Διατήρηση της πλήρους ή σχεδόν πλήρους απασχόλησης, επειδή μεγάλο μέρος της εργατικής δύναμης απορροφάται σε πολεμικές βιομηχανίες, σε στρατιωτικές υποδομές, σε ένοπλες δυνάμεις κ.ά., μειώνοντας την ανεργία χωρίς να απαιτείται άμεση αύξηση της συνολικής παραγωγή. γ) Επιτάχυνση τεχνολογικής καινοτομίας, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο στρατιωτικός τομέας προωθεί την τεχνολογική πρόοδο (π.χ. υπολογιστές, δορυφόροι, πυραυλική τεχνολογία, κ.λπ.), η οποία μετά μεταφέρεται και στην ιδιωτική οικονομία, κάτι χαρακτηριστικό στον ύστερο καπιταλισμό. δ) Ιδεολογική και γεωπολιτική λειτουργία. Η διαρκής εξοπλιστική οικονομία στηρίζει την ψυχροπολεμική αφήγηση, τη στρατιωτική παρουσία του ιμπεριαλισμού και ενισχύει τον εθνικισμό και την «ασφάλεια», που λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στην ταξική πόλωση. Ο Μαντέλ αναγνωρίζει ότι η μόνιμη εξοπλιστική οικονομία προσωρινά καθυστερεί την εκδήλωση βαθιών κρίσεων του καπιταλισμού. Όμως, δεν αναιρεί τις εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματος, επιβαρύνει την κοινωνική αναπαραγωγή (τεράστιοι πόροι σπαταλώνται χωρίς κοινωνικό όφελος) και δημιουργεί μια μορφή τεχνητής ευημερίας, που τελικά δεν είναι βιώσιμη. Εν κατακλείδι, η μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών είναι για τον Μαντέλ κεντρικός μηχανισμός σταθεροποίησης του ύστερου καπιταλισμού, αλλά ταυτόχρονα δείγμα της παρασιτικής του μετάλλαξης. Δεν αποτελεί σημάδι υγείας ή μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας, αλλά ενός συστήματος που επιβιώνει τεχνητά, με όλο και πιο δαπανηρά και επικίνδυνα μέσα. Η εξοπλιστική οικονομία δεν αναιρεί την κρίση, αλλά απλώς την μεταφέρει χρονικά

- Ρόλος του κράτους: Ο Μαντέλ ασκεί κριτική στη σοβιετική θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, η οποία θεωρεί ότι τα μονοπώλια συγχωνεύονται με το κράτος. Η σοβιετική θεωρία υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός είχε περάσει σε μια νέα φάση όπου το κράτος συνεργάζεται με τα μονοπώλια, δημιουργώντας έναν υβριδικό μηχανισμό που επέτρεπε στον καπιταλισμό να ξεπερνά τις κρίσεις του. Ο Μαντέλ απέρριπτε αυτή τη θέση. Ισχυρίζονταν ότι η θεωρία αυτή υπερεκτιμά τον ρόλο του κράτους ως ρυθμιστή του καπιταλισμού, παραγνωρίζει τη διαρκή ισχύ των καπιταλιστικών αντιφάσεων, δεν ερμηνεύει μαρξιστικά την κρίση, αλλά την εξορκίζει, παρουσιάζει τον καπιταλισμό ως διαρκώς ικανό να αυτορυθμίζεται μέσω του κράτους, υποβαθμίζει τη δυναμική της ταξικής πάλης, υποκαθιστά την επαναστατική στρατηγική με έναν παραλυτικό οικονομίστικο ντετερμινισμό και συγκαλύπτει την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης μέσω της ταξικής πάλης. Για τον Μαντέλ, η αντίληψη αυτή οδηγεί τελικά σε πολιτική υποταγή, αφού εμφανίζει τον καπιταλισμό σαν ένα πανίσχυρο, ομοιογενές και αμετάβλητο σύστημα, ενώ στην πραγματικότητα είναι βαθύτατα αντιφατικό και ιστορικά πεπερασμένο. Ο Μαντέλ ισχυρίζεται ότι ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός δεν είναι νέο σύστημα, ούτε νέο στάδιο, αλλά μορφή κρατικού παρεμβατισμού εντός του ίδιου καπιταλιστικού πλαισίου. Το κράτος παραμένει όργανο της αστικής τάξης, ακόμη και όταν επεμβαίνει ενεργά στην οικονομία.

- Η αντίφαση μεταξύ κοινωνικοποίησης της παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοποίησης: Παρά την εμφάνιση μιας περιόδου σχετικής σταθερότητας και ανάπτυξης (ειδικά τις δεκαετίες του 1950-60), ο Μαντέλ επιμένει ότι οι εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού παραμένουν και οδηγούν αναπόφευκτα σε κρίσεις. Αναδεικνύει πως η παραγωγή γίνεται όλο και πιο κοινωνική (οργανώνεται σε μαζική, συλλογική βάση), ενώ η ιδιοποίηση των κερδών παραμένει ιδιωτική. Αυτή η αντίφαση εντείνεται στον ύστερο καπιταλισμό.


3. Από τον ύστερο στον όψιμο και πολυπολικό καπιταλισμό

Το βιβλίο του Μαντέλ, Ο Ύστερος Καπιταλισμός, παραμένει ένα από τα πιο διορατικά έργα μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης. Αν και συγγράφηκε με σκοπό να ερμηνεύσει τη μεταπολεμική φάση του καπιταλισμού (1945-1970), πολλά από τα φαινόμενα που περιγράφει έχουν έκτοτε ενταθεί ή και μεταβληθεί ουσιωδώς. Θα εξετάσουμε, στη συνέχεια, ορισμένες από αυτές τις θεωρητικές επισημάνσεις και τις σύγχρονες εκδοχές τους:

- Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου εξακολουθεί να ισχύει και ενισχύθηκε ακόμη περαιτέρω. Απελευθερώθηκε τελείως η κίνηση κεφαλαίων, έλαβαν μεγάλες διαστάσεις τα διεθνοποιημένα επιχειρηματικά σχήματα, πολλαπλασιάστηκε η ποντοπόρος ναυτιλία, οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες είναι πλέον συστατικό στοιχείο της οικονομίας, ενώ οι επενδύσεις, τα χρηματοπιστωτικά κεφάλαια και η παραγωγή μπορούν να οργανώνονται και διακρατικά. Ωστόσο, υπάρχει ένα νέο στοιχείο, το οποίο είναι η τάση προς περιφερειακές ενώσεις-ζώνες συνεργασίας και η ανάδειξη νέων παγκόσμιων δυνάμεων από χώρες της λεγόμενης περιφέρειας (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία), οι οποίες διεκδικούν δυναμικά ένα νέο ρόλο και άρα μεγαλύτερο μερίδιο στη διαχείριση του πλανήτη. Αναπτύσσεται δηλαδή ένας πολυπολικός καπιταλισμός.

- Έχουμε νέα τεχνολογική επανάσταση. Ο Μαντέλ μιλούσε για την τρίτη τεχνολογική επανάσταση (αυτοματοποίηση, ηλεκτρονική, πληροφορική). Όμως, ήδη προχωράμε στην τέταρτη, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη (AI), η ρομποτική, η βιοτεχνολογία, κ.λπ., αναπαράγουν και εντείνουν τις βασικές του προβλέψεις. Για παράδειγμα, οι νέες τεχνολογίες αυξάνουν την παραγωγικότητα αλλά όχι απαραίτητα την απασχόληση, δημιουργούν νέες ανισότητες και περιθωριοποιούν εργατικό δυναμικό, ενώ επιτείνουν τη συγκέντρωση κεφαλαίου σε ολιγοπώλια τεχνολογίας.

- Ο κρατικός παρεμβατισμός εξακολουθεί να υφίσταται και στη φάση του νεοφιλελευθερισμού. Ο Μαντέλ θεωρούσε τον κρατικό παρεμβατισμό ως κεντρικό μηχανισμό σταθεροποίησης του καπιταλισμού. Παρά την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, που προβάλλει το «λιγότερο κράτος και περισσότερη αγορά», το κράτος συνεχίζει να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης (π.χ. κατά την πανδημία COVID-19 ή στην λεγόμενη πράσινη μετάβαση). Παραμένει ο βασικός μηχανισμός εξουσίας του κεφαλαίου, είναι αυτό που υποβαθμίζει ή εκχωρεί σε ιδιώτες τις δημόσιες υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, ενώ οι αγορές εξακολουθούν να επιβιώνουν χάρη στη δημοσιονομική τους στήριξη. Τελική κατάληξη η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των ζημιών.

- Εξακολουθεί η μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών. Ο Μαντέλ έβλεπε τις στρατιωτικές δαπάνες ως μηχανισμό τεχνητής ζήτησης. Αυτό που παρατηρούμε είναι οι στρατιωτικές δαπάνες να εξακολουθούν να αυξάνονται και μάλιστα με ραγδαίους ρυθμούς (τοπικοί πόλεμοι, γεωπολιτική ένταση, ΝΑΤΟ, πυρηνικός εκσυγχρονισμός), η οικονομία να τείνει να στρατιωτικοποιηθεί (ΕΕ, ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα) και η σύνδεση κράτους, κεφαλαίου και πολέμου να διαπλέκονται περισσότερο.

- Πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ο Μαντέλ έβλεπε τις πολυεθνικές ως ενσάρκωση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Οι πολυεθνικές είναι πλέον πιο ισχυρές από ποτέ, με κέρδη που ξεπερνούν τα ΑΕΠ κρατών, με αποτέλεσμα ο πλούτος τους να αποκτά πρωτοφανείς διστάσεις. Επιπρόσθετα, οι μεγαλύτερες και πιο ισχυρές εταιρείες στον χώρο της Μεγάλης Τεχνολογίας-Big Tech (Apple, Amazon, Google, Microsoft, κ.λπ.) λειτουργούν ως παγκόσμιοι ρυθμιστές της πληροφορίας και της κατανάλωσης, επηρεάζοντας την καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων μέσω των προϊόντων τους (τηλέφωνα, λογισμικό, κοινωνικά δίκτυα, μηχανές αναζήτησης, διαφήμιση, τεχνητή νοημοσύνη κ.λπ.).

- Η πάλη των τάξεων υφίσταται, αλλά με νέες μορφές. Ο Μαντέλ της απέδιδε κεντρική σημασία. Ωστόσο, όσα χαρακτήριζαν τον ύστερο καπιταλισμό, όπως η σταθερή και πλήρης απασχόληση, δεν υπάρχουν πλέον. Η βιομηχανική εργατική τάξη έχει συρρικνωθεί σημαντικά, έχουμε μετάβαση στη μεταφορντική κοινωνία των υπηρεσιών, αύξηση της επισφαλούς εργασίας, απαξίωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αποδυνάμωση των συνδικάτων και διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, η ταξική πάλη τείνει να προσλαμβάνει πιο διάχυτες και διεθνοποιημένες μορφές (π.χ. εργατικοί αγώνες στην Amazon, στα Starbucks κ.ά.). Το αν αυτές οι μορφές θα αποκτήσουν μεγαλύτερη έκταση μένει να φανεί. Ωστόσο, αυτό εξαρτάται και από τη βούληση της εργατικής τάξης στις πολυεθνικές επιχειρήσεις, και όχι μόνο, να προσδώσει σε αυτούς τους αγώνες διεθνικό προσανατολισμό και χαρακτήρα. Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν ότι παύουν οι συγκρούσεις. Ανά πάσα στιγμή μπορούν να αναζωπυρώνονται. Ο ρόλος των συνδικάτων και της Αριστεράς, παρότι φθίνει σε πολλές χώρες εξαιτίας των νέων τεχνολογιών, των αλλαγών στα εργασιακά μοντέλα και της διεθνοποίησης των οικονομιών, εντούτοις παραμένει κρίσιμος, καθώς εξακολουθούν να διαθέτουν τη δυνατότητα να αναδιαμορφωθούν και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Μέσω της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε ευέλικτα ψηφιακά συστήματα εργασίας και διεθνοποιημένα περιβάλλοντα, της προώθησης της κοινωνικής δικαιοσύνης, της υποστήριξης της ψυχικής υγείας, αλλά και της προστασίας του περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των επιπτώσεων της τεχνολογίας στις συνθήκες εργασίας, μπορούν να έχουν έναν κρίσιμο ρόλο στην υποστήριξη των εργαζομένων και να προσελκύσουν νέους και νέες στις τάξεις τους. Ως βασικός τους στόχος θα μπορούσε να είναι η δραστική μείωση του χρόνου εργασίας και η δημιουργία ενός δημοκρατικού και συνεργατικού μοντέλου οικονομίας, όπου οι εργαζόμενοι θα έχουν τον έλεγχο στις αποφάσεις.

Ο Μαντέλ, στο εν λόγω έργο του, διατηρούσε μια μάλλον υπέρμετρα αισιόδοξη στάση ως προς τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να ανατρέψει τον καπιταλισμό. Δεν καταπιάστηκε εκτενώς με τη σχετική αυτονομία των πολιτικών και ιδεολογικών επιπέδων και τη δυνατότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει και να μετασχηματίζει τις κοινωνικές αντιφάσεις, μέσω μηχανισμών όπως το κράτος, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι καταναλωτικές κουλτούρες κ.λπ. Θεωρούσε ότι η οικονομική βάση καθορίζει κυρίως τις πολιτικές και ιδεολογικές δομές της κοινωνίας. Ωστόσο, ήταν εκείνος που διέβλεψε τις βασικές τάσεις του ύστερου καπιταλισμού και τις κρίσεις του, οι οποίες όχι μόνο δεν εκλείπουν, αλλά βαθαίνουν ολοένα και περισσότερο. Επηρέασε σημαντικούς διανοούμενους, όχι μόνο στην πολιτική και την οικονομία, αλλά και στον πολιτισμό. Ο Fredric Jameson ήταν ένας από τους διανοούμενους, ο οποίος αξιοποίησε την έννοια του ύστερου καπιταλισμού, όπως την εισήγαγε και ανέλυσε ο Μαντέλ, προκειμένου να θεμελιώσει τη δική του θεωρία για τον μεταμοντερνισμό ως πολιτιστική έκφραση του ύστερου καπιταλισμού στον τομέα της αισθητικής. Αυτή η σύνδεση αναπτύσσεται κυρίως στο βιβλίο του, με τίτλο: Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού. Σε γενικές γραμμές υποστηρίζει ότι ο μεταμοντερνισμός δεν είναι απλώς ένα αισθητικό ή καλλιτεχνικό ρεύμα, αλλά αντανακλά τη νέα φάση του καπιταλισμού, δηλαδή τον ύστερο καπιταλισμό, όπου κυριαρχούν οι πολυεθνικές εταιρείες, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, η πολιτιστική εμπορευματοποίηση και η παγκόσμια αγορά.

Ο μεταμοντερνισμός, ενώ εισήγαγε νέες οπτικές και αμφισβήτησε τις «μεγάλες αφηγήσεις», όπως την ιδέα της προόδου, της ιστορικής νομοτέλειας, της αυθεντίας, της επιστήμης ως απόλυτης αλήθειας, και έδειξε σκεπτικισμό απέναντι στις υποσχέσεις της τεχνολογίας, εντούτοις οδήγησε στον σχετικισμό και αποδυνάμωσε τα κριτήρια αξιολόγησης του τι είναι σημαντικό ή ποιοτικό. Παράλληλα, λειτούργησε απορριπτικά προς κάθε συλλογικό κοινωνικοπολιτικό όραμα, οδηγώντας στην αποπολιτικοποίηση, στον ελιτισμό και στην αμφισβήτηση της δυνατότητας αλλαγής του συστήματος. Εν κατακλείδι, τα χαρακτηριστικά του μεταμοντέρνου «πολιτισμού», ως προϊόν που αντανακλά τις μεταβολές του ύστερου καπιταλισμού, είναι η επιφανειακότητα, η αποκοπή από την ιστορία και την ιστορική συνέχεια (π.χ. η θεωρία περί «τέλους της ιδεολογίας» και μαζί «τέλους της ιστορίας»), η απώλεια υποκειμένου με την άρνηση κάθε διάκρισης μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, η μαζοποίηση, η κυριαρχία της εικόνας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και η αποξένωση. Τελικά, ο μεταμοντερνισμός ενσωμάτωσε την αντίληψη της αγοράς και του νεοφιλελευθερισμού, αντί να τα αμφισβητεί.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι το έργο του Μαντέλ για τον ύστερο καπιταλισμό, εξακολουθεί να λειτουργεί ως πολύτιμο ιστορικό εργαλείο για την ερμηνεία της σχέσης ανάμεσα στην τεχνολογία, το κεφάλαιο και την ταξική πάλη, αποτελώντας σημαντικό αντίβαρο στις αφηγήσεις περί «μετακαπιταλισμού». Παράλληλα, προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο θεωρητικό υπόβαθρο για την κατανόηση της τρέχουσας φάσης, την οποία θα αποκαλούσα «όψιμο καπιταλισμό», με την έννοια ότι το σύστημα, έχοντας ήδη διανύσει την περίοδο της ωρίμανσής του (ύστερος καπιταλισμός), εκδηλώνει πλέον, με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, στοιχεία παρακμής, αποσύνθεσης και εσωτερικής σήψης. Υπό αυτό το πρίσμα, το σύστημα, παρά την τάση του για επέκταση και τη συγκρότηση ζωνών συνεργασίας με στόχο τη διαμόρφωση ενός πολυπολικού καπιταλισμού, φαίνεται να έχει φτάσει σε κατάσταση εξάντλησης. Παρατηρείται δε μια επιταχυνόμενη διαδικασία παρακμής (κοινωνικής, ηθικής, ψυχικής), η οποία τροφοδοτεί τον ατομισμό, την ιδιοτέλεια και τη φυγή, ενώ ταυτόχρονα διαγράφεται μια πορεία επιτάχυνσης προς την καταστροφή (οικολογική, εργασιακή, πολιτισμική). Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, το ερώτημα, «οικοσοσιαλισμός ή πτώση στη βαρβαρότητα;», τίθεται σήμερα με όλο του το βάρος, όχι μόνο ως θεωρητικό δίλημμα, αλλά και σε κυριολεκτικό επίπεδο.


----------------

* επιστημονικός συνεργάτης ΙΝΕ-ΓΣΕΕ


Πηγή Εφημερίδα των Συντακτών

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Θόδωρος Παρασκευόπουλος - Για την έννοια του κεφαλαίου

 

Πριν από λίγες μέρες, πήρα το εξής ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Θόδωρο Παρασκευόπουλο: «Σου στέλνω για τις Ιδέες ένα πονηματίδιον για ένα ζήτημα οικονομικής θεωρίας, που εγώ το θεωρώ επίκαιρο, αν και λίγο “βαρύ”». Όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα του συντρόφου μας –που είναι πάντοτε «βαριά», δηλαδή σοβαρά και τεκμηριωμένα– δεν υπήρξε ο οποιοσδήποτε δισταγμός για την άμεση δημοσίευσή του. Ο Παρασκευόπουλος είναι ένας από τους πιο αξιόλογους έλληνες οικονομολόγους, που γνωρίζει τη μαρξιστική θεωρία πολύ καλύτερα από διάφορους μαρξιστές ή «ριζοσπάστες αριστερούς» πανεπιστημιακούς, κάτι που ίσως δεν είναι γνωστό στους πολλούς λόγω της αριστερής σεμνότητάς του. Το σημερινό του κείμενο, πέρα από επιστημολογικό, παρουσιάζει και ιδεολογικό/πολιτικό ενδιαφέρον, το οποίο θα κατανοήσουν όσες και όσοι το διαβάσουν προσεκτικά. Για παράδειγμα, έχει μεγάλη σημασία, ειδικά στους καιρούς μας, η επισήμανσή του ότι «…πολλοί οικονομολόγοι χρησιμοποιούν, άκριτα –αν και μερικές φορές επί σκοπώ – έννοιες όπως “ανθρώπινο κεφάλαιο”, “φυσικό κεφάλαιο”, κ.ά.». Ακόμα κρισιμότερη είναι η παρατήρησή του ότι ορισμένες «ετερόδοξες» οικονομικές σχολές …εν μέρει ακολουθούν το νεοκλασικό πρότυπο, προκειμένου να αποφύγουν την ταύτιση με τον πυρήνα της μαρξικής σκέψης, δηλαδή τη θεωρία της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης». Να το διαβάσουμε το άρθρο, ιδιαίτερα –αλλά όχι μόνο– οι οικονομολόγοι. Δεν θα απολαύσουμε μόνο τη λιτή, αλλά και αιχμηρή, γραφή του Παρασκευόπουλου. Θα μάθουμε, επίσης, πολλά, και θα σκεφτούμε περισσότερα.

Χ. Γο.

 

Εδώ και καιρό έχει εισέλθει στην οικονομική θεωρία και τη συζήτησή της μια έννοια του κεφαλαίου, η οποία κατά μεγάλο μέρος οφείλεται στον Γάλλο κοινωνιολόγο Πιερ Μπουρντιέ. Στο κείμενο που ακολουθεί, θέλω να δείξω ότι η έννοια όπως τη χρησιμοποιεί ο Μπουρντέ, αλλά προπάντων η αποδοχή της από τους οικονομολόγους, είναι άγονη και παραπλανητική.

Στην πολιτική οικονομία και τις άλλες εκφάνσεις της οικονομικής επιστήμης, από τη γένεσή τους, η έννοια του κεφαλαίου σχετίζεται άμεσα με την παραγωγή εμπορευμάτων, είναι δηλαδή διαφορετική από την έννοια του κεφαλαίου στο τέλος του Μεσαίωνα και στην Αναγέννησης, μιας εποχής της κυριαρχίας του πρώιμου κεφαλαίου, όπου η βενετσιάνικη παραφθορά cavedal, ή ο γερμανικός όρος Hauptgut, σήμαιναν το εμπορικό ή τοκογλυφικό κεφάλαιο. Είτε πρόκειται για την έννοια του κεφαλαίου στην κλασική πολιτική οικονομία (κυρίως στο Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών του Άνταμ Σμιθ και στο Οι Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και της Φορολογίας του Ντέιβιντ Ρικάρντο), είτε για την έννοια του κεφαλαίου που αναπτύσσει ο Καρλ Μαρξ στο έργο του, Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, είτε για τη έννοια του κεφαλαίου του Γιόζεφ Σουμπέτερ στη Θεωρία της Οικονομικής Εξέλιξης, ακόμα και για την, κατά τη γνώμη μου, άγονη –επειδή επιδιώκει να μεταφέρει στη γενική οικονομική θεωρία έννοιες της λογιστικής έννοιας του κεφαλαίου στη νεοκλασική οικονομική θεωρία, η οποία ποτέ δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά στο φαρμακερό ερώτημα της Τζόαν Ρόμπινσον1: «How do you measure capital?» (Πώς μετράτε το κεφάλαιο;), το κεφάλαιο στην οικονομική επιστήμη συνδέεται αδιαχώριστα με την παραγωγή εμπορευμάτων.

Η σύνδεση του κεφαλαίου με την παραγωγή εμπορευμάτων –συγκεκριμένα, καπιταλιστικών εμπορευμάτων– συμβαίνει επειδή αυτό είναι το αντικείμενο των οικονομολόγων, κι ας συλλαμβάνουν οι ίδιοι το κεφάλαιο ως μια ανιστορική και προαιώνια έννοια: κατά τον Χικς, έναν από τους ιερούς πατέρες της σύγχρονης νεοκλασικής οικονομικής σχολής, το κεφάλαιο είναι «απόθεμα που δημιουργεί ροές οφέλους ή εισοδήματος» –ας πούμε, το πέτρινο όπλο του προϊστορικού κυνηγού εξίσου με τα ρομπότ της αυτοκινητοβιομηχανίας και τη βερικοκιά στο περιβόλι.

 

Μία ασήμαντη και διάφορες άγονες έννοιες

Η παραπάνω αντίληψη του Χικς για την έννοια του κεφαλαίου είναι τελείως ασήμαντη για την οικονομική επιστήμη, δεν παράγει τίποτα ενδιαφέρον και κανείς δεν ασχολείται με αυτήν –ούτε οι ίδιοι οι οικονομολόγοι της νεοκλασικής σχολής· άλλωστε, η έλλειψη επιστημονικής έννοιας του κεφαλαίου είναι μία από τις αντιφάσεις της νεοκλασικής μακροοικονομικής θεωρίας που αναδείχτηκαν στην περίφημη διένεξη των «δύο Κέιμπριτζ», των νεορικαρντιανών-μετακεϋνσιανών του πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ της Βρετανίας και των νεοκλασικών του Ινστιτούτου Τεχνολογίας του Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ. Επειδή, λοιπόν, οι οικονομολόγοι, ακόμα και οι νεοκλασικοί, χρειάζονται μια έννοια του κεφαλαίου για τη δουλειά τους, ορίζουν το κεφάλαιο διαφορετικά, ανάλογα με τον κλάδο: στην οικονομική θεωρία το κεφάλαιο είναι, μαζί με την εργασία και το έδαφος, ένας από τους τρεις διαβόητους «συντελεστές παραγωγής» –ορισμός εξίσου ανιστορικός και επιστημονικά άγονος, αλλά ιδεολογικά χρήσιμος: με αυτόν τον «τριαδικό τύπο» (Μαρξ) μπορούν να δικαιολογήσουν το καπιταλιστικό κέρδος ως εισόδημα που παράγεται, λέει, από το «κεφάλαιο» (μηχανές, κτίρια, χρηματικά αποθέματα, πρώτες ύλες κλπ.) και την γαιοπρόσοδο, δηλαδή το νοίκι, ως εισόδημα που παράγεται, λέει, από το έδαφος (γήπεδα, υπέδαφος, γεωργία, ύδατα). Στον κλάδο της Διοίκησης Επιχειρήσεων, που ασχολείται λιγότερο με «μαθηματικές πουσάψεις», όπως χαρακτήρισε ο Γιώργος Σταμάτης τις ασχολίες των νεοκλασικών οικονομολόγων, και περισσότερο με το «πώς θα βγάλουμε λεφτά»2, χρησιμοποιούν μια ρεαλιστικότερη και διαφοροποιημένη έννοια που προέρχεται από τη λογιστική.

Ο Πιερ Μπουρντιέ εκκινώντας από την κριτική της οικονομικής έννοιας του κεφαλαίου, την οποία χαρακτηρίζει μονομερή, καθώς «περιορίζει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων ανταλλαγής στην ανταλλαγή εμπορευμάτων και μόνο, η οποία αντικειμενικά και υποκειμενικά αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση του κέρδους και κατευθύνεται από την (οικονομική) ιδιοτέλεια» (Οικονομικό κεφάλαιο, πολιτιστικό κεφάλαιο, κοινωνικό κεφάλαιο, Αμβούργο 1992) διευρύνει και πολλαπλασιάζει την έννοια του κεφαλαίου. Κατά τη γνώμη μου η κριτική, αν και εμφανώς απευθύνεται στην κυρίαρχη, νεοκλασική έννοια του κεφαλαίου, είναι άστοχη. Κατά τον Μπουρντιέ, η οικονομική έννοια του κεφαλαίου «δηλώνει άρρητα ότι όλες οι άλλες μορφές κοινωνικής ανταλλαγής είναι μη-οικονομικές, ανιδιοτελείς σχέσεις». Αυτό δεν απορρέει λογικά από οποιαδήποτε οικονομική έννοια του κεφαλαίου, ούτε από οποιαδήποτε οικονομική θεωρία, ακόμα και αν αυτή, όπως η νεοκλασική, «έχει γίνει επιστήμη των σχέσεων της αγοράς, η οποία… παρακάμπτει τις βάσεις του ίδιου της του πεδίου –την ιδιωτική ιδιοκτησία, το κέρδος, τη μισθωτή εργασία». Άλλωστε, το κρίσιμο ερώτημα μιας κριτικής επιστήμης της αστικής κοινωνίας είναι: Για ποιον λόγο οι σχέσεις των ανθρώπων σε αυτήν την κοινωνία είναι γενικά ιδιοτελείς σχέσεις;

Κατά τη γνώμη μου, ο πολλαπλασιασμός των εννοιών του κεφαλαίου που κάνει ο Μπουρντιέ και άλλοι, ουδένα επιστημονικό σκοπό εξυπηρετεί· αντίθετα, συσκοτίζει το πεδίο που θέλει να διερευνήσει ο Γάλλος κοινωνιολόγος, δηλαδή εκείνο των μη άμεσα οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών στην αστική κοινωνία ή, με τα δικά του λόγια, παρεμποδίζει την «ανάδυση μιας γενικής επιστήμης της οικονομίας της πράξης, η οποία πραγματεύεται την ανταλλαγή εμπορευμάτων απλώς ως ειδική περίπτωση μεταξύ πολλών δυνατών μορφών κοινωνικής ανταλλαγής».

Η αλήθεια είναι διαφορετική και αντίστροφη. Η νεοκλασική οικονομική θεωρία έχει εισχωρήσει στους άλλους κλάδους της επιστήμης της κοινωνίας που πραγματεύονται «πολλές μορφές κοινωνικής ανταλλαγής» με έννοιες της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας: με το κατασκεύασμα «ορθολογικός καταναλωτής» προσπαθεί να εξηγήσει πολιτικές, πολιτισμικές, ακόμα και ερωτικές σχέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λεγόμενη «Νέα Πολιτική Οικονομία» ή «Θεωρία της δημόσιας επιλογής» (Public Choice Theory) που, με ρίζες στον 18ο και 19ο αιώνα, μεσουράνησε στις δεκαετίες του 1960 και 1970 και επηρεάζει ακόμα και σήμερα τον δημόσιο λόγο.

 

Πολλά κεφάλαια;

Το τελευταίο διάσημα, με την επήρεια των εννοιών του κεφαλαίου που αναπτύχθηκαν στην κοινωνιολογία, κυρίως από τον Μπουρντιέ, αλλά και από άλλους, πολλοί οικονομολόγοι χρησιμοποιούν, άκριτα κατά τη γνώμη μου –αν και μερικές φορές επί σκοπώ– έννοιες όπως «ανθρώπινο κεφάλαιο», «φυσικό κεφάλαιο» κ.ά., έννοιες που δεν τις εισήγαγε βέβαια ο Μπουρντιέ. Είναι κάτι σαν αντιδάνειο: η μπουρντιανή κοινωνιολογία πήρε την οικονομική έννοια και της άλλαξε το νόημα και στη συνέχεια ο κλάδος της οικονομικής επιστήμης πήρε τη μπουρντιανή έννοια του κεφαλαίου, της ξανάλλαξε το νόημα και αντικατέστησε με αυτήν (ή πολλαπλασίασε) την έννοια «κεφάλαιο» της Πολιτικής Οικονομίας.

Δεν νομίζω ότι μπορούμε να αρνηθούμε τη δυνατότητα, την αναγκαιότητα κιόλας, να δανείζεται ο κλάδος της οικονομίας έννοιες από άλλους κλάδους της επιστήμης της κοινωνίας, να τις τροποποιεί κατά το δοκούν, να αναπτύσσει κατ’ αυτόν τον τρόπο νέες δικές του έννοιες και αντίστροφα. Άλλωστε, ένα από τα, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότερα σημεία κριτικής της λεγόμενης «ορθόδοξης», δηλαδή της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας, είναι ότι αποκόπτει την οικονομία από την κοινωνία και τον κλάδο της οικονομικής από την κοινωνική επιστήμη: ήδη μία από τις αφετηριακές έννοιες των νεοκλασικών οικονομολόγων, ο «ορθολογικός καταναλωτής» έχει αναπτυχθεί και χρησιμοποιείται παραβλέποντας μελέτες, έρευνες και συμπεράσματα της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, της ιστορίας.

Το ερώτημα πάντοτε είναι αν η οποιαδήποτε επιστημονική έννοια είναι γόνιμη, αν προάγει την επιστημονική γνώση και βοηθάει την επιστημονική έρευνα. Αυτή είναι η διάκριση μεταξύ επιστημονικών και προεπιστημονικών εννοιών.

Ο Μπουρντιέ, όπως και ο Κόλμαν (Coleman)3 ή ο Πάτναμ (Putman)4, εννοεί ως «κεφάλαιο» ένα σύνολο «πόρων» (resources). Υποκύπτουν έτσι στον φετιχισμό του κεφαλαίου ως πηγής «οφέλους ή εισοδήματος» εκτός ιστορίας. Δεν προτίθεμαι να συζητήσω αν η έννοια, μάλλον οι έννοιες του κεφαλαίου που έχουν αναπτύξει ο Μπουρντιέ και άλλοι είναι γόνιμες για την κοινωνιολογία: το κάνουν ήδη αρμοδιότεροι και αρμοδιότερες. Το ερώτημα εδώ είναι αν η διεύρυνση της έννοιας του κεφαλαίου στον οικονομικό κλάδο κατά το πρότυπο των κοινωνιολογικών όρων του Μπουρντιέ και άλλων διευρύνει τη δυνατότητα γνώσης ή προκαλεί σύγχυση.

 

Η μαρξική επιστημονική έννοια του κεφαλαίου

Η μαρξική έννοια του κεφαλαίου είναι, κατά τη γνώμη μου, η περισσότερο αναπτυγμένη και σαφέστερη, η μόνη επιστημονική έννοια του κεφαλαίου που διαθέτουμε, αν και περίπλοκη: δεν χωράει, όπως οι περισσότερες έννοιες του Μαρξ, σε έναν «ορισμό» –αυτό θα αντέβαινε στη μέθοδο του Μαρξ, ο οποίος δεν «ορίζει», αναπτύσσει τις έννοιές του με όλους τους προσδιορισμούς τους∙ πρόκειται δηλαδή για θεωρία του κεφαλαίου. Επιπλέον, η έννοια του κεφαλαίου στον Μαρξ δεν είναι «καθαρά» οικονομική έννοια, παρότι στο Κεφάλαιο εισάγεται και αναπτύσσεται με οικονομικούς όρους, αλλά, στην πλήρη ανάπτυξή της, είναι κοινωνική έννοια, με το νόημα ότι εισέρχεται σε όλους του κλάδους της επιστήμης της αστικής κοινωνίας. Κεφάλαιο, λοιπόν, στον Μαρξ είναι το μέσον που επιτρέπει στους κατόχους του, τους καπιταλιστές και τις καπιταλίστριες, να αγοράζουν εργασιακή ικανότητα, να ανακτούν τους πόρους που δαπάνησαν, να αποσπούν υπεραξία, και να έχουν κέρδος –στην αρχή και στο τέλος του κύκλου του το κεφάλαιο είναι χρήμα. Επίσης, και από την άλλη πλευρά, κεφάλαιο είναι τα μέσα των καπιταλιστών που επιτρέπουν στους μισθωτούς και τις μισθωτές να πωλούν την εργασιακή τους ικανότητα και να παίρνουν μισθό, ώστε να αναπαράγουν αυτήν την ικανότητα. Αυτές οι δύο πλευρές αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα. Το κεφάλαιο, δηλαδή, δεν νοείται έξω από την κεφαλαιακή σχέση και έξω από την αέναη κίνησή του.

Η μαρξική έννοια του κεφαλαίου είναι επομένως ιστορική έννοια, επειδή το κεφάλαιο, η εμφάνιση, η ανάπτυξη, η κυριαρχία του προϋποθέτουν ιστορικές εξελίξεις (την ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας, την ανάγκη του συνδυασμού των εργασιών, την τεχνολογία, την ανάπτυξη του αστικού κράτους με το νομικό και πολιτικό του πλέγμα), που είναι αντικείμενα ιστορικής έρευνας· είναι κοινωνιολογική έννοια, επειδή η εμφάνιση και η ύπαρξή του επιφέρει και αναπαράγει μια συγκεκριμένη διχοτόμηση (και κατάτμηση) της κοινωνίας, διαφορετική από άλλες διχοτομήσεις και κατατμήσεις, που τις ερευνά η κοινωνιολογία· είναι πολιτική έννοια, επειδή η κεφαλαιακή σχέση είναι σχέση εξουσίας εντός και εκτός της σφαίρας της παραγωγής: η κυριαρχία του στην παραγωγή και την κατανομή του πλούτου επικαθορίζουν την ασκούμενη πολιτική και επηρεάζουν την πολιτική δομή, αντικείμενα έρευνας της πολιτικής επιστήμης. Τέλος, είναι οικονομική έννοια, επειδή η κίνηση του κεφαλαίου στην αέναη επιδίωξη του κέρδους είναι και η κινητήρια δύναμη της οικονομίας, αλλά είναι επίσης επικυρίαρχη και άλλων μη καπιταλιστικών οικονομικών τομέων στους σύγχρονους κοινωνικούς σχηματισμούς. Κοντολογίς, η μαρξική έννοια του κεφαλαίου είναι επιστημονική έννοια, ενώ οι ανιστορικές έννοιες άλλων σχολών είναι προεπιστημονικές.

 

Ο πολλαπλασιασμός της έννοιας του κεφαλαίου στην οικονομία ως φετιχισμός

Δεν είναι εδώ ο χώρος να συγκριθεί λεπτομερώς η μαρξική έννοια του κεφαλαίου με την έννοια «κεφάλαιο» άλλων «ετερόδοξων» οικονομικών σχολών, οι οποίες εν μέρει ακολουθούν το νεοκλασικό πρότυπο, προκειμένου να αποφύγουν την ταύτιση με τον πυρήνα της μαρξικής σκέψης, δηλαδή τη θεωρία της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, πέφτουν στην παγίδα της ανιστορικότητας και δεν μπορούν να εννοήσουν τον κλάδο της οικονομίας ως μέρος της επιστήμης της αστικής κοινωνίας, η οποία δίχως αντίληψη της ιστορικότητας των κοινωνικών δομών και φαινομένων είναι προεπιστημονική και ανούσια.

Πολλές και πολλοί οικονομολόγοι με απολύτως κριτική στάση απέναντι στη νεοκλασική ορθοδοξία χρησιμοποιούν ευρύτερες έννοιες του κεφαλαίου –όπως «φυσικό κεφάλαιο»– προκειμένου να συμπεριλάβουν στην οικονομική θεώρηση και άλλες πτυχές της κοινωνικής ζωής, εκτός από τις λεγόμενες «καθαρά οικονομικές» που περιορίζονται στους εθνικούς λογαριασμούς και στον υπολογισμό του ΑΕΠ. Αυτός ο περιορισμός έχει ως αποτέλεσμα επιπτώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως ζημιές στο φυσικό περιβάλλον, την υγεία, τον πολιτισμό, τη μόρφωση να παρακάμπτονται (βλ. σχετικά Η ελληνική οικονομία μέσα από την παρουσίαση εναλλακτικών δεικτών αποτίμησης της κοινωνικο-οικονομικής ευημερίας. Μια προσέγγιση πέρα από το ΑΕΠ, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς 2023). Η έννοια, τώρα, «φυσικό κεφάλαιο» συνδέεται, στην καλύτερη περίπτωση, πιθανώς εν αγνοία των εμπνευστών της, με την κριτική του Μαρξ στην άποψη ότι ο πλούτος προέρχεται από την εργασία. Η άποψη αυτή είναι λάθος, λέει ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, επειδή συγχέει τον πλούτο με τις «αξίες ανταλλαγής», δηλαδή τα εμπορεύματα που όντως παράγονται από την εργασία, ενώ πλούτος είναι οι «αξίες χρήσης» κι αυτές πηγάζουν από την εργασία και τη φύση, δηλαδή από μια αδιάσπαστη ενότητα κοινωνίας και φύσης –την οποία συσκοτίζει ο καπιταλισμός, επειδή θεωρεί (και μεταχειρίζεται) τη φύση ως ιδιοκτησία, όπως ακριβώς γίνεται και με την έννοια «φυσικό κεφάλαιο»· γι’ αυτόν τον λόγο η, πιθανότατα ασύνειδη, σύνδεση με την κριτική του Μαρξ που προαναφέρθηκε είναι εσφαλμένη.

Εάν η έννοια «κεφάλαιο» αποσυνδεθεί από την παραγωγή καπιταλιστικών εμπορευμάτων και την καπιταλιστική εκμετάλλευση και μετατραπεί σε πηγή του πλούτου των κοινωνιών εν γένει, τότε μεταφερόμαστε στην προεπιστημονική εποχή του οικονομικού κλάδου και ο φετιχισμός θριαμβεύει. Στην αρχή του Κεφαλαίου ο Μαρξ επιλέγει μια έκφραση που κάνει σαφές αυτό ακριβώς: «Ο πλούτος των κοινωνιών, στις οποίες επικρατεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται σαν τεράστια συγκέντρωση εμπορευμάτων…». Δηλαδή δεν είναι, εμφανίζεται σαν να ήταν.

Η έννοια «ανθρώπινο κεφάλαιο» με τη σειρά της σημαίνει είτε τη συνολική εργασιακή ικανότητα ως «ανθρώπινο κεφάλαιο» μιας κοινωνίας είτε ως «προσωπική ιδιοκτησία» ενός ανθρώπου, από την οποία προέρχεται το εισόδημά του. Όμως, το εισόδημα του εργαζόμενου ανθρώπου προέρχεται είτε από την εργασία του και την πώληση των προϊόντων της, εάν πρόκειται για αυτοαπασχολούμενο, ο οποίος διαθέτει δικά του μέσα παραγωγής (ακόμα και στα «ελευθέρια επαγγέλματα», π.χ. των δικηγόρων, των γιατρών ή των λογιστών, χρειάζονται μέσα παραγωγής) είτε, εάν πρόκειται για μισθωτό ακτήμονα, από το κεφάλαιο του καπιταλιστή, ο οποίος με αυτό αγοράζει την εργασιακή ικανότητα και τη δαπανά –χωρίς αυτήν τη σύνδεση η εργασιακή ικανότητα του ακτήμονα αδρανεί. Ενδελεχή κριτική αυτής της έννοιας του «ανθρώπινου κεφαλαίου» ασκεί ο Κύρκος Δοξιάδης στο Νεοφιλελευθερισμός και νεοτερική εξουσία. Καπιταλισμός, Βιοπολιτική, Ακροδεξιά (Νήσος, 2021, σ. 129 κ.ε.). Στη Διοίκηση Επιχειρήσεων η έννοια «ανθρώπινο κεφάλαιο της επιχείρησης» χρησιμοποιείται συχνά ως μετρήσιμο μέγεθος με μέτρο το χρήμα, σαν οι μισθωτοί μιας επιχείρησης να είναι ιδιοκτησία της (οπότε η σύλληψη της μισθωτής εργασίας ως «μισθωτής σκλαβιάς» βρίσκει το δίκιο της και από την αστική επιστήμη).

Η επιδίωξη μιας συμπεριληπτικής θεώρησης της οικονομίας πέρα από τον στενό ορίζοντα της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας και η ένταξη του επιστημονικού κλάδου της οικονομίας στην επιστήμη της κοινωνίας περιλαμβάνει την αποκάλυψη του φετιχιστικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών κατηγοριών –του κεφαλαίου, του μισθού, της τιμής του εμπορεύματος, του κέρδους. Οι διαφορετικές πλευρές των κοινωνικών σχέσεων (που βέβαια δεν περιορίζονται στην κεφαλαιακή σχέση και στις σχέσεις ανταλλαγής στην καπιταλιστική αγορά) είναι αντικείμενα άλλων κλάδων της επιστήμης της κοινωνίας· δίχως τα αποτελέσματα της έρευνας αυτών των άλλων κλάδων, τα συμπεράσματα του οικονομικού κλάδου δεν μπορούν να εξηγήσουν απολύτως τίποτα –όπως και αντίστροφα.

 

Επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

----------------------------------

Σημειώσεις:

1. ΣτΕ: Η Τζόαν Ρόμπινσον (1903-1983) υπήρξε μια εμβληματική βρετανίδα οικονομολόγος του 20ου αιώνα, με πρωταγωνιστικό ρόλο στην μετακεϋνσιανή οικονομική θεωρία.

2. ΣτΕ: Η φράση σε εισαγωγικά είναι του Θόδωρου Παρασκευόπουλου.

3. ΣτΕ: Ο Τζέιμς Σάμιουελ Κόλμαν (1926 –1995) ήταν Αμερικανός κοινωνιολόγος, ένας από τους πρώτους θεωρητικούς που χρησιμοποίησε την έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου».

4. ΣτΕ: Ο Ρόμπερτ Ντέιβιντ Πάτμαν (1941-…) είναι Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας ο οποίος, στη μελέτη του για την αμερικανική κοινωνία από τη δεκαετία του 1960 ως και τη δεκαετία του 1990, χρησιμοποίησε επίσης την έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου».

 

Πηγή Εποχή

 

Κυριακή 8 Αυγούστου 2021

Είναι οι ανισότητες η αιτία της κρίσης;


του Κώστα Καλλωνιάτη*


Οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες θεωρούνται σήμερα από πολλούς αριστερούς κεϋνσιανούς οικονομολόγους (Κρούγκμαν, Πικετί, Στίγκλιτς, Γκαλμπρέιθ, Ρουμπινί κ.ά.) το βασικό αίτιο της υποκατανάλωσης, της υπερχρέωσης, του χαμηλού ρυθμού μεγέθυνσης των ανεπτυγμένων οικονομιών και του αποκλεισμού των εργαζομένων από τα όποια οφέλη της.

Όχι τυχαία, η μείωση των ανισοτήτων θεωρείται ο πιο αποτελεσματικός τρόπος εκπροσώπησης των συμφερόντων των υποτελών τάξεων και βρίσκεται στον πυρήνα του πολιτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ. ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, έχοντας αναγορευτεί στη βασική διαχωριστική γραμμή απέναντι στη Ν.Δ. και τη Δεξιά.

Στο Σχέδιο Προγραμματικών Θέσεων ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ. (Εισαγωγή) ρητά δηλώνεται πως «...οι ανισότητες μετατρέπονται στην πρωταρχική αιτία αποκλεισμού από την ίδια την οικονομική ανάπτυξη... Οι ανισότητες που παράγει ο νεοφιλελευθερισμός και οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν εγκλωβίζουν πλέον τις οικονομίες σε συνεχείς κύκλους κρίσης και ύφεσης, αναδεικνύουν τις ανισότητες ως κεντρικό πολιτικό διακύβευμα, επιβάλλουν τη ρήξη με τις πολιτικές αυτές και την αλλαγή του παραδείγματος της οικονομικής πολιτικής».

Αναμφίβολα τα τελευταία 40 χρόνια οι ανισότητες στο εισόδημα και τον πλούτο παροξύνθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό σαν αποτέλεσμα των ταξικών πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού (ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων, ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές κοινωνικών δαπανών, χρηματιστικοποίηση) και της υποχώρησης του εργατικού κινήματος (παγκοσμιοποίηση, αποβιομηχάνιση, σοσιαλδημοκρατική συναίνεση). Όμως, το γεγονός αυτό καταδεικνύει μια συσχέτιση και όχι απαραίτητα αιτιώδη σχέση μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και ανισοτήτων. Στην πραγματικότητα, η όξυνση των ανισοτήτων αποτελεί ένα σύμπτωμα της κρίσης και όχι το αίτιό της για τους εξής λόγους:

Οι ανισότητες καθαυτές είναι εγγενείς στον καπιταλισμό, όπως και σε κάθε οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στην ταξική διαίρεση. Ο οικονομικός κύκλος με τις φάσεις ανόδου και ύφεσης στον καπιταλισμό υπήρξε και σε περιόδους κάμψης των ανισοτήτων (βλ. Πικετί για περίοδο 2010-2070). Αυτό σημαίνει πως περισσότερη ισότητα δεν αποσοβεί τις κρίσεις. Όμως, η τρέχουσα πρωτοφανής διόγκωση των ανισοτήτων συνδέεται με την κρίση κεφαλαιακής συσσώρευσης, στην οποία οι ανισότητες συμβάλλουν δευτερογενώς. Σήμερα το πλουσιότερο 1% κατέχει το 50% του συνολικού πλούτου παγκοσμίως, γεγονός που αποτελεί κοινωνική τροχοπέδη στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Μάλιστα, η τελευταία μακροχρόνια φάση κρίσης συσσώρευσης -η οποία εκδηλώνεται με τους σταθερά φθίνοντες ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης- ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70, μία δεκαετία και κάτι δηλαδή πριν υιοθετηθούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας που παρόξυναν τις ανισότητες. Δεν ήταν δηλαδή οι ανισότητες που προκάλεσαν την κρίση της δεκαετίας του ’70, αλλά συνέβη το αντίστροφο.

Η μεγάλη αύξηση των ανισοτήτων στην Κίνα τα τελευταία 30-40 έτη δεν εμπόδισε την ισχυρή οικονομική επέκταση, καθώς τα εισοδήματα του φτωχότερου 50% του πληθυσμού αυξήθηκαν επίσης θεαματικά. Το ίδιο παρατηρείται και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες όπου η ανάπτυξη συμβάδισε με υψηλά επίπεδα ανισοτήτων. Ο κανόνας ωστόσο είναι η αύξηση των ανισοτήτων να συμπλέει με μια ανάπτυξη για τους λίγους, η οποία μάλιστα επιτείνει την περιβαλλοντική καταστροφή.

Η ανισότητα στον πλούτο -η οποία είναι υπερδιπλάσια της ανισότητας στο εισόδημα- χαρακτηρίζει ακόμη και τις πιο ισότιμες «σοσιαλδημοκρατικές» σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες μπορεί να έχουν χαμηλότερη από τη μέση ανισότητα εισοδήματος αλλά έχουν υψηλότερη από τη μέση ανισότητα πλούτου: στις δέκα χειρότερες σε ανισότητα πλούτου χώρες περιλαμβάνονται οι ΗΠΑ και η Σουηδία, δηλαδή μια «νεοφιλελεύθερη» προηγμένη οικονομία όσο και μια «σοσιαλδημοκρατική».

Σύμφωνα με μελέτη οικονομολόγων της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS, 2012), οι ανισότητες δεν είναι η αιτία των κρίσεων.(https://www.nber.org/system/files/working_papers/w17896/w17896.pdf)

Η θεώρηση των ανισοτήτων ως βασικού αιτίου της κρίσης βασίζεται στην άποψη ότι η θεμελιώδης αδυναμία του καπιταλισμού βρίσκεται στην πλευρά της ζήτησης κι ότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις που στερούνται εισοδημάτων υποχρεώνονται να δανειστούν για να διατηρήσουν το προηγούμενο βιοτικό τους επίπεδο με συνέπεια τη χρηματοπιστωτική κρίση. Όμως, εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα προκύπτουν αν η "αχίλλειος πτέρνα" του καπιταλισμού βρίσκεται στην πλευρά της προσφοράς και ειδικότερα στην τάση του φθίνοντος ποσοστού κέρδους το οποίο προκαλεί η υπερσυσσώρευση κεφαλαίων.

Σε συνθήκες υπερσυσσώρευσης, η ανάγκη στήριξης της πλεονάζουσας προσφοράς μέσω αυξημένων πωλήσεων εξωθεί τις τράπεζες στην παροχή υπέρμετρου δανεισμού και τη δημιουργία χρηματοπιστωτικής φούσκας. Η ανισότητα του πλούτου αυξάνεται κυρίως ως αποτέλεσμα των σχέσεων ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της συνακόλουθης συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων στον καπιταλιστικό τομέα. Το μεγάλο κεφάλαιο (χρηματιστικό και παραγωγικό) ελέγχει τις επενδύσεις, την απασχόληση και τις χρηματοοικονομικές αποφάσεις του κόσμου: 150 εταιρείες με τις θυγατρικές τους ελέγχουν το 40% του παγκόσμιου πλούτου και 740 εταιρείες ελέγχουν το 80%. Αυτή η συγκεντρωμένη δύναμη του κεφαλαίου είναι και η πιο μεγάλη ανισότητα, από την οποία απορρέουν όλες οι άλλες.

Από τα παραπάνω συνάγεται πως οι πολιτικές που αποσκοπούν στη μείωση της ανισότητας του εισοδήματος μέσω της φορολογίας και της ρύθμισης ή ακόμη και με την αύξηση των μισθών των εργαζομένων δεν θα έχουν σημαντικό αποτέλεσμα όσο υπάρχει τόσο υψηλό επίπεδο ανισότητας του πλούτου. Και αυτή η ανισότητα του πλούτου πηγάζει από τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και χρηματοδότησης στα χέρια ελαχίστων. Όσο αυτή η δομή ιδιοκτησίας παραμένει ανέγγιχτη, οι φόροι επί του πλούτου και οι πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος επίσης δεν θα επαρκούν.

Οι ανισότητες ασφαλώς χρειάζεται να μειωθούν, όπως έγινε μερικώς και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Αν όμως δεν θέλουμε να επανέλθουν δριμύτερες όπως σήμερα, χρειαζόμαστε πολιτικές όχι απλής αναδιανομής αλλά μεταλλαγής των σχέσεων παραγωγής. Η κατοχή του πλούτου είναι τα εννέα δέκατα αυτού που αποτελεί την οικονομική και πολιτική εξουσία. Η τεράστια πλειοψηφία πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να κατέχει κοινωνικά αυτά που παράγει συλλογικά, έτσι ώστε να μπορεί να σχεδιάζει δημοκρατικά τον τρόπο διανομής αγαθών και υπηρεσιών βάσει των αναγκών, ενόσω θα ζει σε αρμονία με το περιβάλλον. Αυτό θα σήμαινε το τέλος της εμπορευματοποίησης του πλούτου που παράγουμε και αυτού που βρίσκεται στη φύση, όπως και το τέλος της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών σχέσεων.

-----------------

* Ο Κώστας Καλλωνιάτης είναι οικονομολόγος


Πηγή Αυγή 30.05.2021

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018

Τι είναι, τι θέλει και πού πηγαίνει ο νεοφιλελευθερισμός*


του Χρήστου Λάσκου 


Η μετάφραση στα ελληνικά της Κρίσης του νεοφιλελευθερισμού συνιστά ένα σπουδαίο εκδοτικό γεγονός. Το βιβλίο των Ντυμενίλ και Λεβί αποτελεί έργο αναφοράς στη διεθνή συζήτηση για την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση στους ριζοσπαστικούς κύκλους –έως και στους κεϋνσιανούς. Ακόμη και όσοι δεν συμφωνούν με βασικά πορίσματα της ανάλυσης ή με τα πολιτικά συμπεράσματα των συγγραφέων αναγνωρίζουν πως πρόκειται για μια συνεκτική προσέγγιση, με αρχή, μέση και τέλος –κάτι όχι αυτονόητο συχνά. Ακόμη περισσότερο, πως το εμπειρικό μέρος της εργασίας τους είναι τόσο αξιόπιστο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, χωρίς δεύτερη σκέψη, ως τεκμηριωτικό υπόβαθρο της συζήτησης, για μια ευρύτερη γκάμα θεματικών σχετικών με την κρίση, την οικονομική πολιτική, την ιστορία του καπιταλισμού, αλλά και τη διευκρίνιση εννοιολογικών ζητημάτων –π.χ. η ανάλυση των εξελίξεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στην οικονομική του λειτουργία και στις θεσμικές καινοτομίες του, είναι από τις καλύτερες που μπορεί κάποιος να εντοπίσει στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Αντίστοιχα, η υπολογιστική εργασία πάνω στην εξέλιξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι πραγματικά εντυπωσιακή, σχεδόν μοναδική.

Είναι, όμως, και η συνθήκη της σχετικής συζήτησης στη χώρα μας, που κάνει την εμφάνιση της Κρίσης του νεοφιλελευθερισμού στα ελληνικά σπουδαίο εκδοτικό γεγονός. Γιατί, μ’ όλο που εδώ έχουμε περισσότερους, από οπουδήποτε, λόγους για μια σε βάθος συζήτηση, το υλικό στη γλώσσα μας είναι πολύ περιορισμένο. Η αντιπαράθεση συχνότατα –κι όσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερο- γίνεται με στενά εμπειρικούς όρους. Από την πλευρά των ποικίλων κυβερνώντων, μάλιστα, από το 2010 κι έπειτα, με όχημα έναν διαχειριστικό εμπειρισμό, η «επιτυχία» του οποίου είναι τόσο προφανής, που δεν απαιτεί την παραμικρή αποδόμηση. Η ίδια η ζωή –που θα έλεγε ο σωστός εμπειριστής- τον έχει αποδομήσει σε βαθμό γελοιοποίησης. Πράγμα επιστημολογικώς αναμενόμενο, βέβαια, αν σκεφτούμε πως χωρίς επαρκή και περιεκτική θεωρία γι’ αυτά που μας συμβαίνουν είναι αδύνατη οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση.  Οι διαμορφωτές της πολιτικής στη χώρα μας, οι προηγούμενοι και οι σημερινοί, φανερά ξέρουν την τύφλα τους –γεγονός που αποτυπώνεται ανάγλυφα και στα αποτελέσματα των παρεμβάσεών τους. Ειδικά για τη σημερινή κυβέρνηση έχει ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί η οικειοθελής τύφλωση προκειμένου να είναι δυνατή η άσκηση, από μέρους της, της θρησκευτικά ακολουθούμενης ακραίας νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Επ’ αυτού είναι αρκετή η προσφυγή σε όσα συνέγραφε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το 2011 (Χρήστος Λάσκος –Ευκλείδης Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή –από τον Κέυνς στην Θάτσερ, εκδόσεις ΚΨΜ) με βασική αναφορά και το έργο των Ντυμενίλ και Λεβί.
   
Στην Ελλάδα, λοιπόν, δεν έχουμε μεταφρασμένο παρά μικρό μέρος της σχετικής παγκόσμιας συζήτησης. Λίγο Κρις Χάρμαν, ακόμη λιγότερο Άντριου Κλίμαν, αρκετό Ντέιβιντ Χάρβεϊ –και, από κεϋνσιανούς επίσης αρκετό Πολ Κρούγκμαν. Οι κεντρικοί συνομιλητές από τον χώρο του μαρξισμού –Ρόμπερτ Μπρένερ, Γκουλιέλμο Καρκέντι, Ντέιβιντ ΜακΝάλυ, Μάικλ Ρόμπερτς, Ανουάρ Σέικ, Μισέλ Ισόν, Φρανσουά Σενέ, Μίνκι Λι, για να αναφέρω μερικούς μόνο από μια πλειάδα- είναι ζήτημα αν έχουν μεταφραστεί, έστω και ως παραθέματα αρθρογραφίας[1]. Επίσης, μικρός είναι ο αριθμός των ελληνικών εργασιών, που διατυπώνουν απαντήσεις για τα σχετικά θέματα. Eκτός από το ήδη αναφερθέν, φιλοδοξίες ευρύτερης –και θεωρητικά- ερμηνείας της κρίσης στις παγκόσμιες διαστάσεις της έχουμε στον Μινώταυρο του Γιάνη Βαρουφάκη, την Επιστροφή στο μέλλον του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, καθώς και την αρθρογραφία του Σταύρου Μαυρουδέα, του Θανάση Μανιάτη  και ελάχιστων άλλων.

Με δεδομένα αυτά, η Κρίση του νεοφιλελευθερισμού είναι πραγματικά πολύτιμη. Το βιβλίο των Ντυμενίλ και Λεβί περιγράφει, με εξαιρετική τεκμηρίωση, όπως προείπα, την τελευταία καπιταλιστική κρίση, που ξεκίνησε με την κατάρρευση της αγοράς των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, μετεξελίχθηκε σε τραπεζική κρίση τεράστιας έκτασης και, μέσω της πιστωτικής ασφυξίας, οδήγησε σε παγκόσμια Ύφεση. Αυτή η κρίση κάθε άλλο παρά βαίνει προς επίλυση –για τους Ντυμενίλ και Λεβί αυτό δεν είναι δυνατό αν δεν μεσολαβήσουν ριζικές παρεμβάσεις στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, που, με πρώτη πράξη τη χιλιανή χούντα του Πινοτσέτ, είχε εγκαθιδρυθεί μετά το αμερικανικό πραξικόπημα Βόλκερ του 1979 και την θατσερική-ρηγκανική αντεπανάσταση, που ακολούθησε. Το καθεστώς που επιβλήθηκε έκτοτε, ο νεοφιλελευθερισμός όχι ως οικονομική πολιτική, αλλά ως φάση της μακράς εξέλιξης του καπιταλισμού, περιγράφεται εξαιρετικά από τους συγγραφείς. Ακόμη, εντάσσεται στη συνολική ιστορία του συστήματος, από τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα.

Βάσει της περιοδολόγησης που γίνεται, ερμηνεύονται και οι τέσσερις μείζονες («δομικές») κρίσεις –του 1890, του 1930, του 1970 και του 2010. Οι Ντυμενίλ και Λεβί υποστηρίζουν πως η πρώτη και η τρίτη μπορούν να αποδοθούν σε πτώση της κεφαλαιακής κερδοφορίας, όχι, όμως, και οι άλλες δύο, μεταξύ των οποίων και η σημερινή, όπου ως αιτία εμφανίζεται ο δραστικός κλονισμός της χρηματιστικής ηγεμονίας.  Πράγμα που σημαίνει πως δεν έχουμε μια κρίση που μπορεί να υπερβαθεί με οριακές μεταβολές της οικονομικής πολιτικής,  αλλά απαιτείται αλλαγή του συνολικού «καθεστώτος». Έχουμε, λοιπόν, μια καθολική κρίση του νεοφιλελευθερισμού, που είναι απίθανο –ό,τι κι αν φαίνεται, προσώρας- να επιβιώσει. Οι συγγραφείς είναι εξαιρετικά πειστικοί, σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη πρόγνωση. Τη βασίζουν δε σε μια σύνθετη ανάλυση των τάσεων της συσσώρευσης, των οργανωτικών δομών της νεοφιλελεύθερης περιόδου, της σχέσης μεταξύ χρηματοπιστωτικών και μη-χρηματοπιστωτικών (παραγωγικών) επιχειρήσεων, της λειτουργίας και των στόχων του μάνατζμεντ, του διεθνούς συστήματος ηγεμονίας των ΗΠΑ. Αποδεικνύουν πως όλα αυτά δημιούργησαν ένα σύστημα «πανίσχυρο, αλλά μη βιώσιμο» μακροπρόθεσμα.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν, αν δεν επιλυθούν τα προβλήματα της χρηματοοικονομικής ρύθμισης και των ακραίων μακροοικονομικών ανισορροπιών, που συνδέονται κατεξοχήν και καταστατικά με την χρηματιστικοποίηση και την οικονομία του χρέους, των τόκων και των μερισμάτων, σε βάρος των παραγωγικών επενδύσεων, που επιβλήθηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια, η πιο πιθανή εξέλιξη είναι μια χαοτική συνθήκη με άδηλο τέλος.

Ενδεικτικά, με τα λόγια τους, «οι πιθανότητες του νεοφιλελευθερισμού είναι, μάλλον, περιορισμένες, ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό θα καθοριστεί σε ένα χρονικό ορίζοντα η διάρκεια του οποίου είναι δύσκολο να προβλεφτεί. Οι στόχοι του νεοφιλελευθερισμού είναι ασύμβατοι με τη διατήρηση της ηγεμονίας των ΗΠΑ, ή, ακριβέστερα, είναι ασύμβατοι με την κατεύθυνση της επιβράδυνσης της παρακμής της. Ακόμα, βρίσκονται στον αντίποδα της επανόρθωσης της τροχιάς της μακροοικονομίας των ΗΠΑ. Και τα δύο σύνολα ζητημάτων συνδέονται μεταξύ τους» (σ. 396). Η υπέρβαση, λοιπόν, του νεοφιλελευθερισμού είναι συστημικά αναγκαία. Οι αντιφάσεις των ποικίλων επιδιώξεων στο πλαίσιό του γίνονται εκρηκτικές.

Βάσει των παραπάνω, η πρόσφατη κλίση των ΗΠΑ προς τον «προστατευτισμό» δεν είναι η παράκρουση κάποιου διαταραγμένου Τραμπ, αλλά αποτέλεσμα επιτακτικών απαιτήσεων από τον αμερικάνικο καπιταλισμό. Να πώς το θέτουν οι συγγραφείς: «πρέπει να γίνει μια σαφής διάκριση μεταξύ των αρνητικών βραχυπρόθεσμων συνεπειών των προστατευτισμών και μιας πιθανής μακροπρόθεσμης θετικής επίπτωσης […] Στη σύγχρονη κρίση, η συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου έχει σοβαρές συνέπειες σε χώρες […] με μια αναπτυξιακή στρατηγική προσανατολισμένη στις εξαγωγές –είτε αυτές ήταν εξαγωγές πρώτων υλών και ενέργειας, αγαθών υψηλής έντασης εργασίας, είτε ήταν, περισσότερο σταδιακά, εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας. Το ίδιο ισχύει για τις χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, οι οικονομίες των οποίων εξαρτώνται έντονα από τις εξαγωγές. Οι μεγάλες εταιρείες [corporations] των ΗΠΑ και οι μέτοχοί τους θα επηρεάζονταν επίσης από έναν αυξημένο προστατευτισμό […] Εντούτοις, σε μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, η κρίση ίσως ωθούσε όλες τις χώρες να υιοθετήσουν στρατηγικές περισσότερο αυτόνομης ανάπτυξης (μια επανεδαφικοποίηση της παραγωγής, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ή της ζήτησης, για την Κίνα) με θετικά αποτελέσματα – μια τόσο πολύ αναγκαία εναλλακτική προοπτική απέναντι στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση» (σ. 374).

Οι προοπτικές αυτές συνδέονται, για τους Ντυμενίλ και Λεβί, και με καθοριστικές μετατοπίσεις στις ταξικές σχέσεις. Αξιοποιώντας μια, εν πολλοίς, βεμπεριανή προβληματική, αναλύουν τις φάσεις του καπιταλισμού βάσει αναδιατάξεων στο ταξικό τρίγωνο: καπιταλιστική τάξη, διευθυντική τάξη, εργατική τάξη. Και προβλέπουν πως το μέλλον, μάλλον, θα καθοριστεί από μια συμμαχία των πρώτων δύο σε βάρος της εργατικής –υπό την ηγεμονία, όμως, αντίθετα από το νεοφιλελευθερισμό, της διευθυντικής τάξης[2].

Το βιβλίο είναι εξαιρετικό –και το σημειώνει κάποιος, που διαφωνεί σε βασικά σημεία τόσο ως προς την μεθοδολογία όσο και προς τα συμπεράσματα. Η μετάφραση του Χρήστου Βαλλιάνου είναι αντίστοιχη του υψηλότατου επιπέδου του μεταφραστή.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις εκδόσεις Angelus Novus, γέννημα της κρίσης, οι οποίες στα δύο χρόνια της λειτουργίας τους μας έχουν δώσει κάποια από τα καλύτερα διεθνώς έργα της ριζοσπαστικής οικονομικής και κοινωνικής θεωρίας. Με σπουδαία επιμέλεια και αισθητική παίρνουν τη θέση τους ανάμεσα στους εκδοτικούς οίκους με ιδιαίτερη συμβολή στην ανάπτυξη του αναγκαίου προβληματισμού προκειμένου να προκύψουν λύσεις στα μεγάλα προβλήματα που βιώνει η κοινωνική πλειοψηφία.       

--------------------------------
[1] Για μια συνοπτική παρουσίαση της σχετικής συζήτησης στην αρχή της κρίσης βλ. Χρήστος Λάσκος, Η μαρξιστική συζήτηση για την παρούσα κρίση, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2010.

[2] Η ταξική θεωρία τους αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο στο τελευταίο τους βιβλίο: Gérard Duménil - Dominique Lévy, Managerial Capitalism: Ownership, Management and the Coming New Mode of Production, University of Chicago Press, 2018


* Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού

Μετάφραση: Χρήστος Βαλλιάνος, 

εκδ. Angelus Novus, 

σελ. 452.





Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Δύο κείμενα του Κώστα Καλλίτση για το ενδεχόμενο επερχόμενης διεθνούς οικονομικής κρίσης


Στην ευφορία, επωάζεται η νέα παγκόσμια κρίση


Οταν ο κ. Ζου Ξια­ο­τσουάν, ο 69χρο­νος διοι­κη­τής της κε­ντρι­κής τρά­πε­ζας της Κίνας, μι­λώ­ντας στο πλαί­σιο του 19ου Συνε­δρί­ου του Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος, προει­δο­ποί­η­σε για τον κίν­δυ­νο να εκδηλω­θεί «Στιγ­μή Μίν­σκι» (Minsky Moment) αν δεν συ­γκρα­τη­θεί η υπερ­χρέ­ω­ση των πε­ρι­φε­ρειών, επι­χει­ρή­σε­ων και νοι­κο­κυ­ριών της Κίνας, κτύ­πη­σε συ­να­γερ­μός σε όλη την υδρό­γειο. «Στιγ­μή Μίνσκι» εί­ναι το ξέ­σπα­σμα της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης. Ως πρώ­τη έχει κα­τα­γρα­φεί, το 1998, η κρί­ση της Ρωσί­ας (τότε ο Πολ ΜακΚάλεϊ κα­θιέ­ρω­σε τον όρο, τι­μώ­ντας τον ρι­ζο­σπά­στη Αμε­ρι­κα­νό οικονομο­λό­γο Χίμαν Μίν­σκι). Η δεύ­τε­ρη, το 2007, όταν ξέ­σπα­σε η πρώ­τη σφο­δρή κρί­ση του πράγμα­τι πα­γκό­σμιου κα­πι­τα­λι­σμού.

Ο Μίν­σκι τεκ­μη­ρί­ω­σε τη θε­ω­ρία ότι η στα­θε­ρό­τη­τα εκτρέ­φει νο­μο­τε­λεια­κά την απο­στα­θε­ρο­ποί­η­ση και την κρί­ση, με μο­χλό το χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο. Διέ­κρι­νε τρεις κα­τη­γο­ρί­ες δα­νει­σμού των επι­χει­ρή­σε­ων: Τον ασφα­λή, που απο­πλη­ρώ­νουν τό­κους και κε­φά­λαιο με τα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη τους. Τον κερ­δο­σκο­πι­κό, που στη­ρί­ζο­νται στα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη για να πλη­ρώ­νουν μόνο τό­κους. Και τη δα­νειο­δό­τη­ση τύ­που Πόν­τζι (από το όνο­μα του διά­ση­μου απα­τε­ώ­να, εφευ­ρέ­τη των «πυ­ρα­μί­δων»…), που δα­νεί­ζο­νται γνω­ρί­ζο­ντας ότι δεν θα μπο­ρέ­σουν να πλη­ρώ­σουν ούτε τό­κους ούτε κε­φά­λαιο από τα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη, αλλά στοι­χη­μα­τί­ζουν μόνο στην ανα­τί­μη­ση (φού­σκω­μα…) των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων τους για να κα­λύ­ψουν τις υπο­χρε­ώ­σεις τους.

Αρχι­κά ο δα­νει­σμός εί­ναι ασφα­λής. Oσο η οι­κο­νο­μία πάει καλά και φου­ντώ­νουν οι προσ­δο­κί­ες γίνεται πιο τολ­μη­ρός. Οσο η φάση της ανό­δου πα­ρα­τεί­νε­ται, τόσο τα κρι­τή­ρια χα­λα­ρώ­νουν. Εφό­σον οι τρά­πε­ζες δα­νεί­ζουν εύ­κο­λα και άπλε­τα όλοι σπεύ­δουν να πά­ρουν δά­νεια – όσο η ορ­χή­στρα παί­ζει, κα­νείς δεν θέ­λει να μεί­νει έξω από τον χορό. Η φού­σκα με­γα­λώ­νει και στο τέ­λος σπά­ει. Η ευ­φο­ρία τε­λειώ­νει με δά­κρυα. Η αφορ­μή μπο­ρεί να εί­ναι άσχε­τη, απρό­βλε­πτη. Μπο­ρεί να εί­ναι γε­ω­πο­λι­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Μπο­ρεί να εί­ναι η αιφ­νί­δια άνο­δος ή ο φό­βος για μια αιφ­νί­δια άνο­δο επι­το­κί­ων – εξ ου το άγ­χος της κ. Γέλεν, το διε­θνές εν­δια­φέ­ρον τι θα πρά­ξει ο αντι­κα­τα­στά­της της στη FED, η αγω­νία του κ. Ντρά­γκι. Μπο­ρεί να εί­ναι μια αιφ­νί­δια διόρ­θω­ση στην Κίνα – εξ ου η διε­θνής ανη­συ­χία από την προει­δο­ποί­η­ση του Zου Ξια­ο­τσουάν, στις 18 Οκτω­βρί­ου.

Παράλ­λη­λα με την τρέ­χου­σα πα­γκό­σμια ανά­καμ­ψη, ενι­σχύ­ο­νται οι φό­βοι ότι οδεύ­ου­με στην επόμενη κρί­ση. Οχι αδι­καιο­λό­γη­τα. Κύρια αι­τία, η υπερ­χρέ­ω­ση. Οτι, για πρώ­τη φορά έπει­τα από μια σο­βα­ρή κρί­ση, εκεί­νην του 2007-2008, η φού­σκα του χρέ­ους όχι μόνο δεν μειώ­νε­ται αλλά διογκώνεται. Τα στοι­χεία εί­ναι τρο­μα­κτι­κά. Το πα­γκό­σμιο χρέ­ος, πε­ρί­που 174% του πα­γκο­σμί­ου ΑΕΠ το 2008, αυ­ξή­θη­κε στο 212% το 2014 (The 16th Geneva Report on the World Economy) και φέτος εκτι­μά­ται στο 324% του πα­γκό­σμιου Α­Ε­Π (Institute of International Finance, Global Debt Monitor, 24.10.2017).

Σύμ­φω­να με το IIF, το πα­γκό­σμιο χρέ­ος (επι­χει­ρή­σε­ων, κρα­τών, νοι­κο­κυ­ριών, τρα­πε­ζών) ήταν 226 τρισ. δολ., τον Ιού­νιο. Από αυτά, 58,95 τρισ. δολ. εί­ναι χρέ­ος νοι­κο­κυ­ριών, 93,49 τρισ. επι­χει­ρή­σε­ων, 88,89 τρισ. κρα­τών και 83,71 τρισ. δολ. εί­ναι το κα­θα­ρό χρέ­ος του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού το­μέα. Μια τε­ρά­στια ρευ­στό­τη­τα πλημ­μυ­ρί­ζει τις αγο­ρές αλλά, αντί να διο­χε­τεύ­ε­ται σε νέες πα­ρα­γω­γι­κές επενδύ­σεις (ιδιω­τι­κές, δη­μό­σιες υπο­δο­μές…), φου­σκώ­νει τις υπάρ­χου­σες αξί­ες, φου­σκώ­νει τις αγορές με­το­χών και ομο­λό­γων – ενι­σχύ­ει τα κέρ­δη του πλού­του και διευ­ρύ­νει τις ανι­σό­τη­τες μέσα και με­τα­ξύ των χω­ρών. Και η Βασι­λεία Ι­Ι­Ι­, για τις τρά­πε­ζες, αντί να ενι­σχύ­ε­ται χα­λα­ρώ­νει σιγά σιγά και αθό­ρυ­βα.

Ηδη, παρά τα χα­μη­λά επι­τό­κια, πολ­λά κρά­τη δυ­σκο­λεύ­ο­νται να εξυ­πη­ρε­τή­σουν το χρέ­ος. Ταυτόχρονα, το πο­σο­στό επι­χει­ρή­σε­ων που δυ­σκο­λεύ­ο­νται να εξυ­πη­ρε­τή­σουν τα δά­νειά τους εί­ναι πιο με­γά­λο από το 2010. Παράλ­λη­λα, ως πο­σο­στό συρ­ρι­κνώ­νο­νται οι απο­δό­σεις και ενι­σχύ­ε­ται η ροπή προς όλο και πιο επι­κίν­δυ­νες το­πο­θε­τή­σεις. Προ­χθές, η Τρά­πε­ζα Διε­θνών Δια­κα­νο­νι­σμών (BIS) ανάρ­τη­σε έκ­θε­ση για τις αγο­ρές πα­ρα­γώ­γων – τα, κατά Γ. Μπά­φετ, «όπλα μα­ζι­κής εξόντωσης». Στις 31.12.2016 η ονο­μα­στι­κή αξία τους ήταν 482 τρισ. δο­λά­ρια. Σε έξι μή­νες, στις 31.6.2017, είχε αυ­ξη­θεί στα 542 τρισ. δο­λά­ρια. Επω­ά­ζε­ται η επό­με­νη κρί­ση. Μπρο­στά της, ίσως ωχριά η κρί­ση που ξέ­σπα­σε πριν από 10 χρό­νια.



Το φάντασμα του 2008 πλανάται


Προς το πα­ρόν η ευ­ρω­παϊ­κή οι­κο­νο­μία βρί­σκε­ται σε φάση έντο­νης ανά­καμ­ψης. Αλλες χώ­ρες τα πη­γαί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο καλά (όπως η Γερ­μα­νία, η Ισπα­νία, η Γαλ­λία, η Ιρλαν­δία), άλ­λες αγω­νί­ζο­νται να ακο­λου­θή­σουν και η Ελλά­δα πα­σχί­ζει ακό­μα να βγει από την κρί­ση. Συνο­λι­κά, όμως, η ευ­ρω­παϊ­κή οι­κο­νο­μία κι­νεί­ται σε τρο­χιά με­γέ­θυν­σης, το ακα­θά­ρι­στο εθνι­κό ει­σό­δη­μά της σε στα­θε­ρές τι­μές υπο­λο­γί­ζε­ται ότι θα αυ­ξη­θεί σχε­δόν 2% φέ­τος, η ανερ­γία κι­νεί­ται σε χα­μη­λά επί­πε­δα (βε­βαί­ως, με πολύ χα­μη­λή αμοι­βή της ερ­γα­σί­ας), η πα­ρα­γω­γή της με­τα­ποί­η­σης αυ­ξά­νε­ται, ενώ ο πλη­θω­ρι­σμός και τα επι­τό­κια πα­ρα­μέ­νουν σε κα­θο­δι­κή τρο­χιά. Το ερώ­τη­μα εί­ναι αν αυτή η ανά­καμ­ψη εί­ναι στα­θε­ρή ή εύ­θραυ­στη, με βρα­χύ ορί­ζο­ντα.

Τις τε­λευ­ταί­ες 10 ημέ­ρες υπήρ­ξαν τρεις ισχυ­ρές προει­δο­ποι­ή­σεις για τους κιν­δύ­νους που ελ­λο­χεύ­ουν και που θα επη­ρέ­α­ζαν όλους, και την Ευρω­ζώ­νη, με άμε­σο τρό­πο.

• Η­ Τρά­πε­ζα Διε­θνών Δια­κα­νο­νι­σμών, η λε­γό­με­νη κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα των κε­ντρι­κών τρα­πε­ζών του κό­σμου, θε­ώ­ρη­σε ανα­γκαίο να απευ­θύ­νει προει­δο­ποί­η­ση για τους κιν­δύ­νους που ελ­λο­χεύ­ουν στη με­γά­λη άνο­δο που ση­μειώ­νουν τα χρη­μα­τι­στή­ρια του ανε­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού.

• Η­ Ευρω­παϊ­κή Κεντρι­κή Τρά­πε­ζα προ­έ­βη σε μια ασυ­νή­θι­στη ενέρ­γεια. Εχει αναρ­τή­σει ως κε­ντρι­κό θέμα στην ιστο­σε­λί­δα της, μια συ­νέ­ντευ­ξη του αντι­προ­έ­δρου της, κ. Βίτορ Κον­στάν­τσιο, με θέμα τις συ­νέ­πειες που θα είχε μια διόρ­θω­ση των χρη­μα­τι­στη­ρί­ων, στη στα­θε­ρό­τη­τα του διε­θνούς και ευ­ρω­παϊ­κού χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συ­στή­μα­τος.

• Και το Διε­θνές Νομι­σμα­τι­κό Ταμείο προει­δο­ποί­η­σε ότι η κα­τά­στα­ση του τρα­πε­ζι­κού κλά­δου της Κίνας προ­σο­μοιά­ζει στην κα­τά­στα­ση που εί­χαν βρε­θεί οι τρά­πε­ζες των Η­ΠΑ λίγο πριν ξε­σπά­σει η πα­γκό­σμια κρί­ση του 2008.

Παράλ­λη­λα με την τρέ­χου­σα πα­γκό­σμια ανά­καμ­ψη, ενι­σχύ­ο­νται οι φό­βοι για μια επερ­χό­με­νη νέα πα­γκό­σμια κρί­ση. Αιτία εί­ναι ότι για πρώ­τη φορά μετά από μια κρί­ση του 2008 η φού­σκα του χρέ­ους διο­γκώ­νε­ται.

Ο κ. Ζου Ξια­ο­τσουάν, διοι­κη­τής της κε­ντρι­κής τρά­πε­ζας της Κίνας, μι­λώ­ντας στο πλαί­σιο του 19ου Συνε­δρί­ου του Κ­Κ Κίνας, τον Οκτώ­βριο, είχε προει­δο­ποι­ή­σει για επερ­χό­με­νη κρί­ση αν δεν συ­γκρα­τη­θεί η υπερ­χρέ­ω­ση πε­ρι­φε­ρειών, επι­χει­ρή­σε­ων και νοι­κο­κυ­ριών της χώ­ρας. Ο ρυθ­μός με τον οποίο αυ­ξά­νο­νται τα χρέη στην Κίνα τρέ­χει τα­χύ­τε­ρα από εκεί­νον που είχε ση­μειω­θεί στις Η­ΠΑ πριν από την κρί­ση του 2008 ή στην Ιαπω­νία πριν από την τρα­πε­ζι­κή κρί­ση που ση­μά­δε­ψε την πο­ρεία της, το 1991. Και, ως γνω­στόν, αν «πέ­σει» η Κίνα, κα­μία πε­ριο­χή του κό­σμου δεν εί­ναι οχυ­ρω­μέ­νη για το τσου­νά­μι που θα ση­κω­θεί.

Αλλά, οι απει­λές δεν προ­έρ­χο­νται μόνο από μια κρί­ση της Κίνας. Ολος ο κό­σμος εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο υπερ­δα­νει­σμέ­νος από όσο ήταν πριν από 10 χρό­νια. Θυμί­ζω ότι το πα­γκό­σμιο χρέ­ος, που ήταν ίσο με το 174% του πα­γκο­σμί­ου Α­Ε­Π το 2008, αυ­ξή­θη­κε στο 212% το 2014 και έφτα­σε στο εκ­πλη­κτι­κό πο­σο­στό 324% του πα­γκό­σμιου Α­Ε­Π τον Ιού­λιο, φέ­τος (Institute of International Finance, iif.com). Ετσι, το πα­γκό­σμιο χρέ­ος έχει εκτο­ξευ­τεί στα 226 τρισ. δο­λά­ρια.

Βασι­κά, δύο πα­ρά­γο­ντες στή­ρι­ξαν την πα­γκό­σμια (και ευ­ρω­παϊ­κή) ανά­καμ­ψη:

Πρώ­τος, η άφθο­νη, φθη­νή ρευ­στό­τη­τα που πα­ρέ­χουν οι με­γά­λες κε­ντρι­κές τρά­πε­ζες. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι το συν­δυα­σμέ­νο ενερ­γη­τι­κό των κε­ντρι­κών τρα­πε­ζών Η­ΠΑ­, Ευρω­ζώ­νης, της Αγγλί­ας και Ιαπω­νί­ας, το 2008 ήταν 3 τρισ. δο­λά­ρια. Τώρα εί­ναι 14 τρισ. δο­λά­ρια. Από αυτά, μόνο το 25% πήγε στην «πραγ­μα­τι­κή» οι­κο­νο­μία. Το 75% φου­σκώ­νει τις αγο­ρές κε­φα­λαί­ου και ομο­λό­γων – πλου­τί­ζει τους πλού­σιους και τρο­φο­δο­τεί ακραίο τυ­χο­διω­κτι­σμό.

Δεύ­τε­ρος, η τα­χεία ανά­πτυ­ξη της Κίνας, με ονο­μα­στι­κούς ρυθ­μούς περί το 10% μετά το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης του 2008. Η κι­νε­ζι­κή ηγε­σία ανέ­στει­λε τη στρο­φή που είχε απο­φα­σί­σει με επι­δί­ω­ξη να συ­γκρα­τή­σει τον ρυθ­μό επεν­δύ­σε­ων και να ενι­σχύ­σει την εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση, και απο­φά­σι­σε να ρί­ξει το βά­ρος στη στή­ρι­ξη της πα­γκό­σμιας οι­κο­νο­μί­ας. Οι πα­ρε­νέρ­γειες της κα­θυ­στέ­ρη­σης στην αντι­με­τώ­πι­ση των δο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών, εκ­δη­λώ­νο­νται σή­με­ρα.

Η επί­δρα­ση αυ­τών των δύο πα­ρα­γό­ντων, αν δεν ανα­στρέ­φε­ται, εξα­ντλεί­ται. Και το νέο πα­γκό­σμιο το­πίο προ­σο­μοιά­ζει στο 2008.


Πηγή Η Καθημερινή της Κυριακής, 05.11.2017 και 10.12.2017

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Η ανασυγκρότηση, η απειλή μιας νέας οικονομικής κρίσης, και ο ανατρεπτικός χαρακτήρας ενός εναλλακτικού σχεδίου


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


1. Εισαγωγή

Η φιλολογία σχετικά με την “ανάπτυξη” είναι ο πλέον δημοφιλής αλλά και σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματικός τρόπος να συγκαλύπτεται ο δραματικός χαρακτήρας των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και η μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τις εξελίξεις της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Η χρήση του όρου “ανασυγκρότηση” χρησιμοποιείται πλέον διστακτικά γιατί υπαινίσσεται ότι είναι αναγκαίες μεγάλες αλλαγές που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω της προοδευτικής αύξησης του εθνικού προϊόντος για μια μακρά περίοδο, η οποία θα προκληθεί από το αμφίβολο ενδιαφέρον ιδιωτών επενδυτών.

Η ανεργία, η φτώχεια, η υποβάθμιση των κοινωνικών πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών, η απώλεια παραγωγικού δυναμικού, η συσσώρευση των περιβαλλοντικών αδιεξόδων, δεν αποτελούν συγκυριακά ζητήματα που μια ανάκαμψη μπορεί να λύσει, αλλά είναι τα στρατηγικά αποτελέσματα του θριάμβου του νεο-φιλελεύθερου μοντέλου, που και ως παγκόσμιο σύστημα, ή ως σύστημα με το οποίο επιχειρείται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, έχει πλέον φθάσει στα όριά του, ακόμη και σχετικά με την ομαλή αναπαραγωγή του.

Πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι ενώ έχουμε φθάσει σε ένα σημείο καμπής της καπιταλιστικής διαχείρισης, και είναι αναγκαίες ριζοσπαστικές νέες επιλογές για να αποκατασταθούν παραγωγικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ισορροπίες, οι ηγεσίες των αριστερών κομμάτων στην Ευρώπη, αλλά και των οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων, πολύ απέχουν από το να έχουν ως πρόγραμμα την αντικατάσταση των σημερινών μεθόδων, και την εγκαθίδρυση λογικών ενός πολύπλευρου, παραγωγικού και κοινωνικού ορθολογισμού, δημοκρατικά νομιμοποιημένου.

Στην Ελλάδα η στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας, το αδιέξοδο στο οποίο έχει φθάσει το τραπεζικό σύστημα στο πλαίσιο του Ευρω-συστήματος, και τα περιορισμένα περιθώρια στα οποία μπορεί να κινηθεί το δημοσιονομικό μαζί με το ασφαλιστικό ζήτημα, αποτελούν καταλήξεις της νεο-φιλελεύθερης διαχείρισης, που έχουν εμφανιστεί με πιο ήπια μορφή στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά θα πάρουν κατά πάσα πιθανότητα παρόμοιες διαστάσεις σε αυτές τις χώρες, κυρίως αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για νέα ύφεση.

Ανεξάρτητα όμως από τους ρυθμούς που θα ακολουθήσει η επιδείνωση του αδιεξόδου της νεο-φιλελεύθερης στρατηγικής, η αναζήτηση νέων δημοκρατικών μεθόδων διαχείρισης της παραγωγής, και των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων, αποτελεί μια απαραίτητη εναλλακτική επιλογή, η οποία στην περίπτωση της Ελλάδας επείγει με δραματικό τρόπο. Όταν αναφερόμαστε σε εναλλακτικό προσανατολισμό, ή σε νέο αναπτυξιακό πρότυπο, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επιδίωξη μιας άμεσης μετάβασης σε μετα-καπιταλιστικές θεσμικές λειτουργίες οι οποίες συνδυάζουν το σχεδιασμό για την επίτευξη παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, και την επιλογή των στόχων αυτών μέσω δημοκρατικών συναινετικών διαδικασιών.


2. Προϋποθέσεις της ανασυγκρότησης

Η πίστη στην ικανότητα της αγοράς να παράγει ισορροπημένες οικονομικές σχέσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της νεο-φιλελεύθερης αφήγησης. Αυτή η πίστη αναπαράγεται διαφορετικά ανάλογα με την ιστορία της κάθε χώρας, και αναπαράγεται με τη χρήση ιδεολογικών τεχνασμάτων που είναι κοινά ή και ειδικά κάθε φορά. Στην Ελλάδα όπου η διείσδυση των ιδιωτικών συμφερόντων στον κρατικό μηχανισμό είναι πολύ προχωρημένη και έχει προκαλέσει και συντηρήσει την αναποτελεσματικότητα του κράτους και τη δυνατότητα δημιουργίας ολιγοπωλιακών καταστάσεων σε πολλές ειδικές αγορές, η καταγγελία του κράτους εμπόδιο στην επιχειρηματικότητα και του κράτους που ανέχεται τα ολιγοπώλια και την καταπάτηση της νομοθεσίας γενικώς, είναι σταθερά μοτίβα της αναπαραγόμενης ιδεολογίας της αγοράς.

Οι λειτουργίες που αποδίδονται στην αγορά, η κατανομή των πόρων με ορθολογικό τρόπο από ενημερωμένους επιχειρηματίες οι οποίοι αξιοποιούν όλες τις επιχειρηματικές δυνατότητες, και άρα κατευθύνουν προς τη σωστή κατεύθυνση τους διαθέσιμους επενδυτικούς πόρους, δεν έχουν σχέση με τις πραγματικές και καθοριστικές επιχειρηματικές συμπεριφορές. Οι συμπεριφορές αυτές εξαρτώνται από τις δυνατότητες υπερκερδών, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαφθορά, τις ολιγοπωλιακές συμπεριφορές ή ακόμα και τις ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Η ελληνική οικονομία είναι εξάλλου ένα λαμπρό παράδειγμα αποτυχίας πολιτικών με αποκλειστικό στόχο την υποστήριξη των επιχειρήσεων, πολιτικές οι οποίες τροφοδοτήθηκαν γενναιόδωρα με χρήμα και ιδεολογήματα, με αποτέλεσμα όμως τη ραγδαία απώλεια ανταγωνιστικότητας και τη βύθιση τελικά της οικονομίας σε παρατεταμένη ύφεση.

Όταν έχουν εντοπιστεί ανάγκες σε μια οικονομία, που αφορούν την παραγωγική δραστηριότητα υπό όρους κοινωνικού ή περιβαλλοντικού χαρακτήρα, και επιδιώκεται η ικανοποίηση αυτών των αναγκών και συνθηκών, μιλάμε πλέον για σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός όμως αποτελείται αναγκαστικά από ένα σύνολο επιλογών, οι οποίες αφορούν αφενός την παραγωγή και την προσφορά υπηρεσιών, αλλά και το χρήμα, ή την κατανομή του εισοδήματος. Πρόκειται δηλαδή για πολυδιάστατη αλλαγή, η οποία έχει ως συνολικό σκοπό να θέσει υπό δημόσιο έλεγχο, με την έννοια του ελέγχου από την κοινωνία, τις αξιοποιήσεις πόρων, τη δημιουργία χρήματος, τις επενδύσεις, την κατανομή του εισοδήματος ανάμεσα σε κατανάλωση και επενδύσεις, ανάμεσα σε παραγωγή και υπηρεσίες, ανάμεσα σε αμοιβές της εργασίας και κερδοφορία, ανάμεσα σε ιδιωτικό, δημόσιο και κοινωνικό τομέα.

Μια τέτοια αλλαγή προσανατολισμού στις στρατηγικές επιλογές, έχει αναμφίβολα ριζοσπαστικό χαρακτήρα, και επιδιώκει ταυτοχρόνως να αποσπάσει τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας από τους συνασπισμένους κεφαλαιούχους κάθε είδους, και να επιβάλει μια λογική δημοσίου και συλλογικού συμφέροντος, χωρίς όμως να καταργήσει αναγκαστικά την ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα σε σημαντικούς τομείς. Μια τέτοια αλλαγή είναι προφανώς αναγκαία με ορατό τρόπο, και είναι επομένως δυνατόν να γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία του πληθυσμού (την οποία αφορά κατά κύριο λόγο), και να ενσωματώσει σε ένα τέτοιο σχέδιο και κατηγορίες ιδιωτικών επιχειρήσεων οι οποίες συμβάλουν στην υλοποίηση των στόχων της ανασυγκρότησης, αλλά χάνουν πλέον τον πρωτεύοντα ρόλο σχετικά με την οικονομική στρατηγική.

Η ανασυγκρότηση απαιτεί επίσης τη διαχείριση με νέο τρόπο των διεθνών οικονομικών σχέσεων της χώρας. Η εξωστρέφεια είναι δεδομένη, αλλά η υποκατάσταση εισαγωγών και η ανάπτυξη εσωστρεφών κλάδων, αποτελούν σημαντικές στρατηγικές επιλογές από τη στιγμή μάλιστα που η επέκταση των εξωτερικών αγορών είναι σήμερα αμφίβολη, ενώ πληθαίνουν οι προβλέψεις για επερχόμενη διεθνή ύφεση. Στην περίπτωση μιας τέτοιας δυσμενέστερης διεθνούς συγκυρίας, η εσωστρέφεια θα παίξει αναγκαστικά ακόμη σημαντικότερο ρόλο για την κάλυψη αναγκών σε υλικά και άυλα αγαθά, αλλάζοντας και τις ισορροπίες στη σύνθεση της κατανάλωσης. Χρειάζεται να υπάρξει προετοιμασία σε σχέση τόσο με την υιοθέτηση μεθόδων προστασίας της εγχώριας παραγωγής με ένα γενικό τρόπο, όσο και τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς ύφεσης.


3. Οι πόροι και το χρήμα

Η χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας πραγματοποιείται με διαθέσιμους δημόσιους ή ιδιωτικούς πόρους, ή με τραπεζικό δανεισμό. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημόσιοι πόροι απορροφώνται από την εξυπηρέτηση του δημοσίου δανεισμού, ενώ οι πολιτικές λιτότητας περιορίζουν τα δημόσια έσοδα αλλά και το διαθέσιμο ιδιωτικό εισόδημα, η δημιουργία χρήματος μέσω δανεισμού ή άλλων μέσων, καλείται να παίξει έναν σημαντικότερο ρόλο.

Η αύξηση των διαθέσιμων δημοσίων πόρων μέσω της διαγραφής δημοσίου χρέους, είναι μια δυνατότητα, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα αύξησης των πόρων αυτών μέσω της ευρύτερης αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου, που μπορεί όμως να πάρει περιορισμένες διαστάσεις. Η αξιοποίηση του δανεισμού από την ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά, που προσφέρεται να θέσει στη διάθεσή μας σημαντικά ποσά, μπορεί να πάρει τη μορφή της χρηματοδότησης ιδιωτικών επενδύσεων, αλλά και δημοσίων επενδύσεων, που έτσι κι αλλιώς πρέπει να παίξουν σημαντικό ρόλο σχετικά με την ανασυγκρότηση, αλλά και την ανταγωνιστικότητα.

Δεν υπάρχει κατά κανόνα δυνατότητα διαμόρφωσης αναπτυξιακού σχεδίου σε εθνικό, περιφερειακό, ή τοπικό επίπεδο χωρίς να συνδυαστούν ιδιωτικές επενδύσεις με δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές και υπηρεσίες, με δημόσιες δαπάνες για έρευνα, εκπαίδευση και προσφορά άυλων αγαθών, ή ακόμα με χρηματοδότηση και υποστήριξη δραστηριοτήτων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Αλλά σημαντικές επιδιώξεις ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου μπορούν να ενσωματωθούν σε ευρωπαϊκά σχέδια (τα οποία μπορούν μάλιστα να διεκδικήσουν χρηματοδότηση από δημόσιους ευρωπαϊκούς πόρους), όπως στην περίπτωση των σχεδίων για το περιβάλλον ή την παραγωγική ανασυγκρότηση, τα οποία θα ενίσχυαν σημαντικά με τις αντίστοιχες κοινωνικές συμμαχίες τις στοχεύσεις στην κλίμακα της Ελλάδας.

Η δυνατότητα δημιουργία συμπληρωματικών νομισμάτων σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, είναι συστατικό του σχεδιασμού και όχι απλώς ένα μέτρο στο νομισματικό πεδίο. Η δημιουργία τέτοιων νομισμάτων προϋποθέτει την ύπαρξη μιας δυναμικής εσωτερικής οικονομικής δικτύωσης (περιφερειακά ή εθνικά) η οποία δεν μπορεί να διαμορφωθεί αυθόρμητα, αλλά πρέπει να βασιστεί σε συγκεκριμένες σχεδιασμένες επιλογές, ώστε να αξιοποιηθούν αυτές οι δυνατότητες για την κάλυψη υπαρκτών αναγκών και να ενισχυθεί επίσης η ευρύτερη παραγωγική δυναμική. Αν, όπως είναι αναγκαίο, επιδιώξει ο σχεδιασμός της ανασυγκρότησης την ταχεία αύξηση της απασχόλησης και κάλυψης αναγκών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, είναι δύσκολο να μην αξιοποιηθεί η δυνατότητα συμπληρωματικών νομισμάτων ή άλλων μέσων πληρωμών.

Περιεχόμενο του σχεδιασμού και ειδικότερα της αξιοποίησης της ρευστότητας που μπορούν να γεννήσουν τα συμπληρωματικά νομίσματα είναι και οι υπάρχουσες ή δυνητικές πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ως επιχειρηματικά εγχειρήματα, ή ως κοινωνικές παρεμβάσεις για κάλυψη αναγκών. Η ενίσχυση και υποστήριξη των πρωτοβουλιών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας είναι μέρος της προσπάθειας ενδυνάμωσης του κόσμου της εργασίας, και της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Εγχειρήματα ομότιμης οικονομίας, ή fablab μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο μιας προσπάθειας ενσωμάτωσης ειδικών παραγωγικών δραστηριοτήτων σε ευρύτερα σχέδια.


4. Για μια νέα στρατηγική επιλογή

Σχετικά με τα χαρακτηριστικά μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας, η Αριστερά έχει στην πραγματικότητα δυο ιστορικά προηγούμενα από τα οποία αντλεί ιδέες και σχήματα: το σοβιετικό μοντέλο το οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπνέει τις νεο-σταλινικές παραλλαγές και τους λίγους συνεχιστές της τριτοδιεθνιστικής κληρονομιάς, και το φορντικό μοντέλο το οποίο έχει αμφισβητηθεί και ξεπεραστεί από το νεο-φιλελευθερισμό (παρόλο που σε πολλές χώρες συνεχίζουν να υπάρχουν υπόλοιπα φορντικών θεσμών και πολιτικών), αλλά συνεχίζει να αποτελεί ένα μοντέλο αναφοράς για τα δικαιώματα του κόσμου της εργασίας, όπως και για το “δικαίωμα στην ευημερία” των μεσαίων στρωμάτων στα οποία εξάλλου ανήκει η πλειοψηφία του στελεχικού δυναμικού των αριστερών κομμάτων.

Η επιτυχία της νεο-φιλελεύθερης στρατηγικής σε ότι αφορά την αποδυνάμωση της αντιπροσωπευτικότητας της πλειοψηφίας των μισθωτών έχει στην πραγματικότητα ενισχύσει την βαρύτητα μιας νοσταλγικής αναφοράς στην εμπειρία των μεσαίων στρωμάτων κατά την περίοδο του φορντισμού στην Ευρώπη και των υποσχέσεων που γεννούσε. Η αίσθηση, αν όχι η πεποίθηση, ότι ένας βελτιωμένος καπιταλισμός αποτελεί σήμερα μια ρεαλιστική στρατηγική προοπτική είναι πολύ διαδεδομένη σήμερα στην Αριστερά, ενώ οι νοσταλγοί του σοβιετικού μοντέλου έχουν πλέον περιθωριοποιηθεί.

Η Αριστερά έχει βέβαια συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει ευρεία απήχηση χωρίς να υποστηρίξει τη διατήρηση και διεύρυνση των δημοκρατικών διαδικασιών σε σχέση με το καθεστώς των καπιταλιστικών οικονομιών, και χωρίς να επιδιώκεται και να επιτυγχάνεται κάποια ευρεία κοινωνική συμμαχία σχετικά με τις βασικές πολιτικές επιλογές. Η διεκδίκηση για δημοκρατία και συναίνεση είναι πολύ ισχυρή, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης αυτών των επιλογών. Οι κοινωνικές συμμαχίες όμως που μπορούν να στηρίξουν την υλοποίηση ενός σχεδίου κάλυψης παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναγκών, δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθούν υπό την ηγεσία των συνιστωσών του κεφαλαιοκρατικού στρατοπέδου, αλλά ως συμμαχίες όπου κυριαρχούν οι οργανωμένες λαϊκές τάξεις και ορισμένα μεσαία στρώματα. Για να υπάρξει όμως μια τέτοια δυνατότητα είναι ταυτοχρόνως αναγκαίο να ανασυγκροτηθεί η οργάνωση των λαϊκών τάξεων, να βρεθούν νέα οργανωτικά σχήματα για την ορατότητα και παρουσία του κόσμου της εργασίας, και για τη δυνατότητά του να προβάλει αιτήματα και προτάσεις.

Η μετα-καπιταλιστική κοινωνία είναι επομένως μια κοινωνία της δημοκρατίας και της συναίνεσης, αλλά είναι και μια κοινωνία που καταργεί την αγορά, την επιδίωξη του ατομικού κέρδους και την ιδιωτική πρόσβαση στους δημόσιους πόρους και τη δημόσια διοίκηση, ως μηχανισμούς αναπαραγωγής της, και υιοθετεί τον σχεδιασμό της κάλυψης και ικανοποίησης των αναγκών της. Από τη στιγμή που η Αριστερά ως σκεπτόμενη πολιτική δύναμη, και οι λαϊκές τάξεις μέσω της δραστηριοποίησής τους και της θεσμικής εφευρετικότητάς τους, θα μπορέσουν να θέσουν τις βάσεις ενός τέτοιου προσανατολισμού, θα επιτύχουν την αποδυνάμωση των ταξικών και πολιτικών τους αντιπάλων, και τη διαμόρφωση ευρύτατων κοινωνικών συμμαχιών, που θα υποστηρίξουν την κατάργηση του νεο-φιλελευθερισμού και της πολυκέφαλης κυριαρχίας του κεφαλαίου.


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Από την εργασία ποιος θα μας προστατεύσει;


του Άκη Γαβριηλίδη

Ληστέψανε την τράπεζα.
Και τι με νοιάζει εμένα;
Δεν είμαι με κανένα.
Π. Σιδηρόπουλος



Η τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση[1] έχει ήδη γεννήσει έναν μεγάλο όγκο κειμένων.

Κάθε τέτοιο κείμενο που σέβεται τον εαυτό του, είθισται να εξηγεί τρία στοιχεία: α) πώς φτάσαμε στην κρίση, β) τι πρέπει να γίνει από δω και πέρα, γ) γιατί κάνουν λάθος όσοι λένε διαφορετικά πράγματα για τα α) και β).

Κι εγώ στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να κάνω κάτι διαφορετικό. Αυτά λοιπόν που έχω να πω είναι τα εξής:



α) η κρίση είναι αποτέλεσμα της εξόδου του πλήθους από τη μισθωτή σχέση.

Ο δανεισμός και η «υπερχρέωση των λαϊκών νοικοκυριών», για την οποία φρίττουν συντηρητικοί και προοδευτικοί σχολιαστές, μαρτυρεί μια –γνήσια και όχι «κατασκευασμένη»- επιθυμία των ανθρώπων να εξασφαλίζουν τα προς το ζην ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία· διότι μας δείχνει ότι ο κόσμος, εάν έχει την επιλογή, προτιμά να δανείζεται παρά να εργάζεται. Και η προτίμηση αυτή είναι απολύτως φυσιολογική και θεμιτή· δυνάμει μάλιστα είναι αντικαπιταλιστική. Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε και να ανησυχούμε γι’ αυτή ή να την κρύβουμε κάτω απ’ το χαλί· αντιθέτως πρέπει να την φέρουμε στο φως, να διδαχτούμε απ’ αυτήν και με βάση αυτήν να χαράξουμε την πολιτική μας.



β) Πώς θα γίνει αυτό; Είπα προηγουμένως ότι η επιθυμία είναι γνήσια και αξιόπιστη, αλλά φυσικά ο τρόπος ο οποίος προσφέρθηκε για την εξυπηρέτησή της –δηλ. ο δανεισμός από καπιταλιστικές επιχειρήσεις- ήταν απρόσφορος και διαστροφικός. Δική μας δουλειά είναι να επινοήσουμε έναν πιο πρόσφορο τρόπο, και έναν τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας με βάση αυτή την επιθυμία. Ένας τέτοιος τρόπος είναι να ζητήσουμε την καθιέρωση πολιτικού μισθού, δηλαδή εξασφαλισμένο εισόδημα για όλους /-ες ασχέτως εάν έχουν θέση εργασίας ή όχι.



γ) Αν τα παραπάνω ευσταθούν, ποιοι –και σε τι ακριβώς- έχουν άδικο;

Για να το εξηγήσω, θα πάρω ως παράδειγμα τη συνέντευξη του Κώστα Λαπαβίτσα στην Εποχή τής 9.11. Εκεί αναφέρεται:



Ο βαθύτερος μετασχηματισμός έχει να κάνει με το πώς άλλαξε καταρχήν το πιστωτικό σύστημα (…). Οι μεγάλες επιχειρήσεις δανείζονται πλέον ελεύθερα πηγαίνοντας στις ανοιχτές αγορές (ομόλογα κτλ) και όχι στις τράπεζες. Όμως για τις τράπεζες αυτό συνιστά περιορισμό του πεδίου κερδοφορίας. Γι΄ αυτό στράφηκαν προς το προσωπικό εισόδημα, προς τα άτομα. Έχουμε έτσι διεύρυνση του δανεισμού για κατοικία, κατανάλωση, εκπαίδευση, υγεία κ.τ.λ.

–Και αυτό συναντήθηκε με κενό της πολιτικής.

-Ακριβώς, συναντήθηκε με την έλλειψη κοινωνικής πολιτικής, την αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια με την υποχώρηση του κράτους από τους τομείς αυτούς που οδήγησε τον κόσμο, εκόντες άκοντες, για να ικανοποιήσουν αυτές τις βασικές ανάγκες τους, στην αγκαλιά του χρηματοπιστωτικού συστήματος.



Η αφήγηση αυτή, όσον αφορά την περιγραφική-τεχνοκρατική πτυχή της οικονομίας, είναι ακριβής. Από πολιτική σκοπιά, όμως, βασίζεται σε μια θεμελιώδη ερμηνευτική επιλογή: ότι η πρωτοβουλία ανήκει αποκλειστικά στο κεφάλαιο. Όλες οι εξελίξεις εμφανίζονται ως αποτέλεσμα των κινήσεων του κράτους, των τραπεζών κ.λπ. τις οποίες ο κόσμος απλώς ακολουθεί «εκών άκων».

Την ερμηνευτική αυτή επιλογή συμμερίζονται όλοι όσες έγραψαν στο σχετικό αφιέρωμα του «Εντός Εποχής» (τ. 33). Για παράδειγμα, ο Ρικ Γουλφ αναφέρει:



Τη δεκαετία του 1970, οι εργοδότες είχαν βρει ένα τρόπο να φρενάρουν τη σε μακροπρόθεσμη κλίμακα βραδεία αύξηση των μισθών των εργαζόμενων. Βγάζοντας με το outsourcing τις θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, για να εκμεταλλευτούν φθηνότερους μισθούς, βάζοντας γυναίκες μέσα στην εργατική δύναμη, αντικαθιστώντας εργάτες με υπολογιστές κι άλλα μηχανήματα και φέρνοντας τα φθηνά εργατικά χέρια των μεταναστών (…). Αφού οι εργοδότες κατάφερναν να κρατούν τους μισθούς χαμηλούς, ο μόνος τρόπος για να πουλούν τους καρπούς της ολοένα και αυξανόμενης παραγωγής ήταν με το να δανείζουν στους εργάτες χρήματα.



Σε αυτή την αφήγηση, υπάρχει ένας μόνο ενεργός παράγων, μία μόνο δύναμη προικισμένη με αυτενέργεια: οι εργοδότες. Οι άλλοι –στο βαθμό που υπάρχουν καν- σκηνοθετούνται απλώς ως άβουλα όντα που απλώς υφίστανται τη δράση του κεφαλαίου. Η επιθυμία τους δεν υπάρχει πουθενά, η ύπαρξή τους δεν παράγει καθόλου αποτελέσματα. Ο αρθρογράφος δεν φαίνεται ούτε στιγμή να αναρωτιέται: ωραία, οι εργοδότες έβγαλαν θέσεις στο εξωτερικό· αυτοί που κατέλαβαν αυτές τις θέσεις, τι έκαναν μετά; Επίσης, έβαλαν γυναίκες στην παραγωγή. Αυτές οι γυναίκες γιατί μπήκαν; Μήπως αυτό ανταποκρινόταν σε κάποια δική τους σκέψη/ σχέδιο/ επιθυμία; Και αν ναι, μήπως την επιθυμία αυτή πρέπει κάπως να την λάβουμε υπόψη; Έπειτα, έφεραν μετανάστες. Οι μετανάστες αυτοί γιατί ήρθαν; Και, αφού ήρθαν, έκαναν μήπως τίποτε αγώνες, διεκδίκησαν πράγματα; Ή απλώς ήταν και παρέμειναν μια αδρανής ύλη, πιόνια στα χέρια των εργοδοτών; Διότι αν το δεύτερο, τότε το μόνο που μένει είναι να ζητήσουμε να γυρίσουν οι ξένοι στις χώρες τους και οι γυναίκες στις κουζίνες τους.

Τέλος, οι εργοδότες έδωσαν δάνεια. Αυτοί που πήραν δάνεια, γιατί τα πήραν;

Εφόσον ο αρθρογράφος δεν δίνει καμία απάντηση σε αυτό, θα δώσω εγώ μία για λογαριασμό του, η οποία όμως φοβάμαι ότι διευρύνει σε βαθμό υπονόμευσης το βασικό του σχήμα: Τα πήραν διότι ο βασικότερος ταξικός αγώνας των εργαζομένων δεν αφορά την αύξηση των μισθών, αλλά την κατάργησή τους, την έξοδο από αυτούς. Το κεφάλαιο και το κράτος είναι που ακολούθησε εκόν-άκον αυτή την έξοδο, και φυσικά σε δεύτερο χρόνο προσπάθησε να τη διαχειριστεί, να επωφεληθεί απ’ αυτή και να την «βάλει να δουλέψει» για λογαριασμό του. Δεν την προκάλεσε όμως, ούτε ήταν ένα σατανικό σχέδιο που εκπόνησε για να εξαπατήσει τις μάζες και να τις βγάλει από τη θαλπωρή της σταθερής απασχόλησης.



Μια πιο συγκεκριμένη απάντηση όμως ίσως μας δίνει ο Λαπαβίτσας:



[το σύστημα] ωθούσε τις τράπεζες να δώσουν δάνεια στα φτωχά στρώματα και το παρουσίαζε τότε μάλιστα, ως εκδημοκρατισμό του τραπεζικού συστήματος! Είχε να κάνει με την επίλυση, υποτίθεται, κοινωνικών προβλημάτων μέσω του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. (…) Τα στρώματα του πληθυσμού που δανείστηκαν, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, είναι οι λατινοαμερικανοί, αφροαμερικανοί, γυναίκες πάρα πολλές, και ήταν αποκομμένα από τον πιστωτικό τομέα. (…). Κατέληξαν στον ιδιωτικό δανεισμό μέσω της τιτλοποίησης υποστηρίζοντας ότι η μέθοδος αυτή και ο μηχανισμός δεν είναι μόνο ο ιδανικότερος για να λύσει τα οικονομικά προβλήματα αλλά και τα κοινωνικά!.



Ας προσέξουμε λίγο εδώ: προς τι ακριβώς ο σκανδαλισμός και τα θαυμαστικά; Με την περιγραφή του αυτή, ο ίδιος ο ομιλών παραδέχεται ότι πράγματι υπήρξε εκδημοκρατισμός του τραπεζικού συστήματος! (εφόσον ομάδες που ως τότε ήταν αποκλεισμένες απ’ αυτό, και από όλα τα άλλα συστήματα, εντάχθηκαν σε αυτό και απέκτησαν πρόσβαση στον κοινωνικό πλούτο). Το ότι αυτό δεν ήταν η «ιδανική λύση», είναι ένα άλλο ζήτημα. Ασφαλώς δεν ήταν. Ποια θα ήταν όμως μία καλύτερη λύση;

Συνεχίζει η συνέντευξη:



Οι τράπεζες, όπως γνωρίζουμε από την Πολιτική Οικονομία και το Μαρξ αλλά και τους νεοκλασικούς, είναι μια επιχείρηση που μεσολαβεί, συλλέγει τα πλεονάσματα και τα κατευθύνει σ’ αυτούς που έχουν έλλειμμα και επιθυμούν να παράγουν. (…) Για να γίνει αυτό συλλέγουν πληροφορίες για την αξιοπιστία του δανειζόμενου και προχωρούν. Το τραπεζικό σύστημα είναι το νευρικό σύστημα του καπιταλιστικού συστήματος. Τα τελευταία χρόνια, όμως, είδαμε ότι δεν λειτουργεί έτσι. (…) Αντί να συλλέγουν πληροφορίες για τους δανειζόμενους στην ουσία λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι στην κίνηση τίτλων. Δάνειζαν στον οποιονδήποτε. Δεν τους ενδιέφερε.



Και εγώ, εν τη αφελεία μου, αναρωτιέμαι: αφού δεν ενδιέφερε αυτούς, γιατί θα πρέπει να ενδιαφέρει εμάς; Δηλαδή η δουλειά μας είναι να ζητήσουμε από τις τράπεζες να «συλλέγουν πληροφορίες» καλύτερα και να ελέγχουν πιο αυστηρά σε ποιον δανείζουν; Ποιο είναι το πρόβλημα αν οι τράπεζες δανείζουν «στον οποιονδήποτε», ιδίως αν αυτός ο «οποιοσδήποτε» είναι οι λατινοαμερικανοί, οι αφροαμερικανοί και οι γυναίκες;

Αυτό είναι πρόβλημα μόνο για όσους έχουν ως απόλυτο ορίζοντα της πολιτικής τους φαντασίας τη νοσταλγία του εθνικού-κοινωνικού κράτους, τη λεγόμενη «πραγματική οικονομία» και την εργασιολαγνεία.

Στην ίδια πάντα συνέντευξη, διατυπώνεται (ως ερώτηση) ο εξής ισχυρισμός:

Όμως, όλα αυτά συνδέονται με την απασχόληση. Χωρίς αυτή ούτε αποπληρωμή δανείου θα γίνει, ούτε αποταμίευση.

Κι εγώ ρωτάω: τι πειράζει αν δεν γίνει αποπληρωμή δανείου, ούτε αποταμίευση; Ας μη γίνει! Τόσο το καλύτερο.

Είναι βεβαίως πολύ καλό να διακηρύσσουμε, με το ξέσπασμα της κρίσης, ότι θέλουμε να εργαστούμε «για τις ανάγκες των εργαζομένων». Καλό όμως είναι επίσης να θυμόμαστε ότι η πιο βασική, και η πιο υγιής, ανάγκη ενός εργαζόμενου είναι να πάψει να είναι εργαζόμενος. Όσοι θριαμβολογούνε για τη «δικαίωση του Μαρξ εις βάρος του Κέινς», θα πρέπει να βρουν και τον καιρό να θυμηθούν ότι ακριβώς ο Μαρξ όριζε ως ιστορική αποστολή του προλεταριάτου «να καταργήσει τον εαυτό του ως τάξη». Και βεβαίως, να βρουν επίσης την υπομονή να ανιχνεύσουν πώς εκδηλώνεται αυτή η τάση αυτοκατάργησης στις παρούσες συνθήκες. Αλλιώς, αρχίζει να γίνεται δυσδιάκριτο ποια τέλος πάντων είναι αυτή η τόσο ασυμφιλίωτη διαφορά τους από τον Κέινς. Αντί λοιπόν να ζητάμε «προστασία από την ανεργία», ίσως θα ήταν καλύτερο να δούμε πώς θα προστατευθούμε από την εργασία. Αν επιτευχθεί το δεύτερο, επιτυγχάνεται –ή μάλλον, καθίσταται άνευ αντικειμένου- και το πρώτο.

Υποθέτω ότι η λογική μέσω της οποίας αυτό το αίτημα χρίζεται αριστερό/ επαναστατικό, είναι κάποιου είδους «θεωρία των σταδίων»: αν γίνει αυτό, πιο πολλοί άνθρωποι θα γίνουν μισθωτοί, μετά θα καταλάβουν ότι η μισθωτή εργασία είναι σκλαβιά, θα γραφτούν στο συνδικάτο, μετά στο κόμμα, θα κάνουν την επανάσταση, θα φέρουν το σοσιαλισμό και μετά από ογδόντα χρόνια θα καταργηθεί η μισθωτή εργασία.

Αυτός όμως δεν είναι ο μόνος τρόπος. Η άλλη, εναλλακτική συνεπαγωγή θα ήταν: από την κρίση αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι ο κόσμος δεν γουστάρει να δουλεύει, δεν αντέχει η επιβίωσή του και όλη η ύπαρξή του να εξαρτάται από το αν έχει θέση απασχόλησης ή όχι, και δραπετεύει ήδη τώρα από τη φυλακή της μισθωτής εργασίας αντί να ζητά από το κράτος την διά νόμου κατάργησή της (ή μάλλον τη διάδοσή της ώστε μετά να καταργηθεί). Αυτό ας το ωθήσουμε ως το τέλος, ας αντλήσουμε τις λογικές του συνεπαγωγές.

Η εργασία δεν είναι δικαίωμα, είναι εκβιασμός. Οι άνθρωποι δεν επιθυμούν να δουλεύουν. Επιθυμούν να ζουν, και ζητούν εργασία απλώς επειδή (όταν) αυτός είναι ο μόνος διαθέσιμος τρόπος για να επιβιώνουν. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε κάποιον καλύτερο, ο οποίος να βαίνει προς την κατεύθυνση της αποδέσμευσης από τον εκβιασμό του μισθού και όχι της μεγαλύτερης πρόσδεσης σε αυτόν.

---------------------------------
[1] To άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην Εποχή την πρώτη Κυριακή του Δεκεμβρίου του 2008. Επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει διαθέσιμο ηλεκτρονικά πουθενά, σκέφτηκα να το αναρτήσω εδώ να υπάρχει.