Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Είναι οι κύβοι σφαίρες;


του Χρήστου Λάσκου


GEORGE G. SZPIRO, Η «εικασία» του Πουανκαρέ, Μετάφραση: Θεοφάνης Γραμμένος
εκδόσεις "Τραυλός", σελίδες 448.

Όσο δεν ήμουν σημαντικός, είχα τη δυνατότητα της  επιλογής να κάνω κάτι άσχημο [υπονοώντας την έλλειψη αξιοπρέπειας και ήθους στη μαθηματική κοινότητα] ή, αν δεν συμφωνούσα να το κάνω, έπρεπε να ανεχθώ να με μεταχειρίζονται σαν σκυλάκι. Τώρα, που έγινα ένα πολύ σπουδαίο πρόσωπο, δεν μπορώ να παραμείνω ένα σκυλάκι που δεν λέει κουβέντα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να τα παρατήσω […] Ακόμα και εκείνοι, οι έστω και λίγο έντιμοι, ανέχονται αυτούς που δεν είναι.
ΓΚΡΙΓΚΟΡΙ ΠΕΡΕΛΜΑΝ


Ο Γκριγκόρι Πέρελμαν είναι πραγματικά ένα πολύ σπουδαίο πρόσωπο. Είναι σπουδαίο πρόσωπο γιατί επέλυσε έναν από τους μεγαλύτερους γρίφους των μαθηματικών. Αλλά είναι, ακόμη περισσότερο, σπουδαίο πρόσωπο λόγω του τρόπου με τον οποίο διαχειρίστηκε την «επιτυχία» του αρνούμενος όλα τα παρεπόμενα οφέλη. Όχι μόνο αρνήθηκε το Μετάλλιο Φιλντς, το αντίστοιχο των Νόμπελ για τα μαθηματικά, αλλά αδιαφόρησε ολοκληρωτικά και για το έπαθλο του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, που προσέφερε –και συνεχίζει να προσφέρει- το Ινστιτούτο Μαθηματικών Κλέι της Βοστόνης για την επίλυση οποιουδήποτε από τα επτά μαθηματικά Προβλήματα της Χιλιετίας.  Αρκούσε να απλώσει το χέρι του, αφού τηρούσε την προϋπόθεση της δημοσίευσης σε ένα έγκριτο περιοδικό. Δεν το έκανε ποτέ, αλλά προτίμησε να αναρτήσει τρεις εντυπωσιακές εργασίες στο διαδίκτυο, εξευτελίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τα διαδεδομένα κίνητρα, και μαζί τις πρακτικές, τις μεθόδους παρουσίασης και τις επιβραβεύσεις της σύγχρονης δυτικής Ακαδημίας.

Ο Πέρελμαν, χωρίς καμιά αμφιβολία, ξεκαθάρισε το ένα από αυτά τα επτά «μυστήρια», που ήταν καταχωρισμένο στην ιστορία των μαθηματικών με τον τίτλο «Εικασία του Πουανκαρέ».  Γι’ αυτό και ήταν πολύ μεγάλο το βάρος της μη εμφάνισής του, στις 22 Αυγούστου του 2006, στο 25ο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών της Μαδρίτης,  για την απονομή του Μεταλλίου Φιλντς από τον Βασιλιά Χουάν Κάρλος, που ακόμα περιμένει.

Βέβαια, όπως έγινε γνωστό στη συνέχεια, ο Πέρελμαν ούτως ή άλλως ήταν, ήδη και σε όλη του τη ζωή, «περιθωριακή» φιγούρα. Παρέμεινε, παρόλο που είχε εξαιρετικές προτάσεις από τις ΗΠΑ, στο Ινστιτούτο Στεκλόφ της Πετρούπολης με ασήμαντο μισθό και κακές συνθήκες ζωής και εργασίας μέχρι το 2005 –και, έκτοτε, εν πολλοίς αγνοείται.

Στην πραγματικότητα, όμως, η «εκκεντρικότητα» του Πέρελμαν ίσως δεν είναι όσο εκκεντρική… φαίνεται. Το υπαινίσσεται και ο Szpiro, όταν, παρουσιάζοντας την ισχυρότατη αντίδραση ενός άλλου Ρώσου μαθηματικού, του Βέρσικ, απέναντι στα χρηματικά έπαθλα, ως κίνητρα της επιστημονικής δραστηριότητας («η χειρότερη έκφραση της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας»), γράφει: «Αυτός ο τρόπος ομιλίας, ο οποίος απηχεί τα καθαρά συναισθήματα του Πέρελμαν, φέρνει στο νου τον αξιέπαινο, ίσως αφελή, ιδεαλισμό του σοβιετικού συστήματος, στο οποίο και οι δύο, Βέρσικ και  Πέρελμαν, είχαν ανατραφεί». Δεν ήταν του συστήματος ο «ιδεαλισμός», αλλά της κομμουνιστικής ιδεολογίας[1], κάποια στοιχεία της οποίας, προσχηματικά, έπρεπε το σύστημα να αξιοποιεί για τη νομιμοποίησή του. Είτε έτσι είτε αλλιώς, πάντως, τύποι σαν τον Πέρελμαν τα πίστευαν αποδεικνύοντας στη συνέχεια πως τα, εξ αυτών των στοιχείων, παραγόμενα κίνητρα ήταν πολύ αποτελεσματικά για την επιστημονική δραστηριότητα.

* * *

Το βιβλίο του Szpiro μας ξεναγεί σχεδόν μυθιστορηματικά στην υπόθεση, που κατέληξε σε όσα προηγουμένως αναφέραμε. Ξεκινάει με την περιγραφή της ζωής και του έργου του Ανρί Πουανκαρέ, καθώς και όσων, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ενεπλάκησαν στη διαμόρφωση της περίφημης «Εικασίας». Παρουσιάζει την εξέλιξη ενός κλάδου των μαθηματικών, στο πλαίσιο του οποίου εκτυλίχθηκαν τα παραπάνω.

Όταν ο Πουανκαρέ, ο ένας από τους τελευταίους δύο μαθηματικούς –ο άλλος ήταν ο Νταβίντ Χίλμπερτ-   οι οποίοι είχαν πλήρη κατανόηση του συνόλου των μαθηματικών της εποχής τους, της Belle Époque, που έληξε άδοξα πριν από 100 ακριβώς χρόνια με την ανθρωποσφαγή του Μεγάλου Πολέμου, διατύπωσε την «Εικασία», ο μαθηματικός αυτός κλάδος δεν είχε ακόμη κατοχυρώσει ούτε καν το όνομά του. Ό,τι σήμερα ονομάζεται Τοπολογία τότε αναφέρονταν με διάφορα ονόματα, όπως Ανάλυση Θέσης (Analysis Citus).

Τι είναι, όμως, η Τοπολογία;

Ας ξεκινήσουμε με ένα παράθεμα του Szpiro: «Σε τρεις μαθηματικούς έδειξαν έναν κύβο και τους ζήτησαν να περιγράψουν τι βλέπουν. Ο πρώτος, ένας γεωμέτρης, απάντησε: «Βλέπω έναν κύβο». Ο δεύτερος, μια καθηγήτρια εξειδικευμένη στη θεωρία γραφημάτων, τόλμησε να πει: «Βλέπω οκτώ σημεία, τα οποία συνδέονται με δώδεκα ακμές». Ο τρίτος, ένας τοπολόγος, δήλωσε: «Είναι ολοφάνερο-βλέπω μια σφαίρα» (σελ. 83).  Η ιστορία αυτή θέλει να πει πως οι διάφοροι κλάδοι των μαθηματικών  βλέπουν το ίδιο αντικείμενο με πολύ διαφορετικό τρόπο. Ακόμα περισσότερο, βλέπουν τον κόσμο με πολύ διαφορετικό τρόπο. Ο καθένας βλέπει ό,τι επιλέγει και αγνοεί όλα τα υπόλοιπα.

Η Τοπολογία, λοιπόν, είναι ο κλάδος που αδιαφορεί για τις γωνίες, τις αποστάσεις και το ακριβές σχήμα των αντικειμένων.  Στην πραγματικότητα απελευθερώνει τη γεωμετρία από τους περιορισμούς της μέτρησης. Η Τοπολογία ασχολείται με τα γεωμετρικά αντικείμενα χωρίς ποτέ να ενδιαφέρεται για οποιουδήποτε είδους μέτρηση. Αν, όμως, δεν μετράμε τότε τι μπορούμε να κάνουμε με τα αντικείμενα; Αυτό, λοιπόν, που κάνουν οι τοπολόγοι είναι να ταξινομούν τα αντικείμενα με κριτήριο χαρακτηριστικά τους που είναι αναλλοίωτα. Χρησιμοποιώντας για παράδειγμα δισδιάστατες  επιφάνειες καταλήγουν στο συμπέρασμα πως μια σφαίρα, ένα αυγό, ένας κύβος, αλλά κι ένα ποτήρι (προσοχή, μιλάμε για τις επιφάνειες) στην πραγματικότητα είναι το ίδιο αντικείμενο. Το κριτήριο ομοιότητας είναι το γεγονός πως πρόκειται για αντικείμενα των οποίων οι επιφάνειες δεν έχουν καμία τρύπα. Η φαντασιακή πρακτική, που το αποδεικνύει, είναι η δυνατότητά μας, αν τα εν λόγω αντικείμενα είναι φτιαγμένα από πηλό, να τα μετασχηματίσουμε το ένα στο άλλο παραμορφώνοντάς τα συνεχώς.

Για να το πούμε αλλιώς, οι τοπολόγοι ασχολούνται με το πώς μπορούμε να μετατρέψουμε ένα ποτήρι του νερού σε σφαίρα τεντώνοντας, συμπιέζοντας, συστρέφοντας, αλλά όχι κόβοντας ή συγκολλώντας. Έτσι, όλα τα αντικείμενα που μετατρέπονται το ένα στο άλλο με τέντωμα, συμπίεση, συστροφή ή περιστροφή, αλλά χωρίς τεμαχισμό ή συγκόλληση είναι, από τοπολογική άποψη, πανομοιότυπα, καλύτερα είναι το ίδιο αντικείμενο.  

Η Εικασία του Πουανκαρέ, σε όσο το δυνατό λιγότερο τεχνική γλώσσα, διατυπώνεται ως εξής: Κάθε σώμα που δεν περιέχει τρύπες και δεν είναι συστραμμένο[2], μπορεί να μορφοποιηθεί και να πάρει το σχήμα μιας σφαίρας (Και τα δύο, το σώμα και η σφαίρα, είναι τρισδιάστατα αντικέιμενα στον τετραδιάστατο χώρο) (σελ. 144). Αυτήν την πρόταση ξεκαθάρισε οριστικά ο Πέρελμαν, ολοκληρώνοντας το έργο πολλών δεκάδων κορυφαίων μαθηματικών, που εργάστηκαν για περισσότερο από έναν αιώνα. Και αυτήν την περιπέτεια περιγράφει ο Szpiro με γλαφυρές λεπτομέρειες.

Θα πει, βέβαια, κάποιος: δεν είναι πολύ αφηρημένα όλα αυτά; Ποια είναι η χρησιμότητά τους; Γιατί να διαβάσω ένα τέτοιο βιβλίο, αν δεν έχω ειδικά ενδιαφέροντα; Μια απάντηση είναι πως αυτά τα «αφηρημένα» είναι πολύ θεμελιώδη για την οικοδόμηση πολύ περισσότερο «άμεσων» –και όχι μόνο- θεωρητικών κατασκευών. Η θεωρία καταστροφών με εκτεταμένες εφαρμογές ακόμη και στην οικονομία, την κοινωνιολογία, ;h την κλιματολογία, η θεωρία κόμβων, με άμεση εφαρμογή στη γενετική και γενικότερα στην βιολογία, είναι πολύ χαρακτηριστικές. Όπως είναι και η θεωρία χορδών, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχει ανοίξει νέους ελπιδοφόρους δρόμους στην κατανόηση των «έσχατων» επιπέδων της ύλης. Η κυριότερη απάντηση, ωστόσο, είναι πως αυτά τα «αφηρημένα» είναι μαγικά. Τόσο που δικαιούνται πολύ περισσότερο κόπο από αυτόν που απαιτεί η μελέτη του βιβλίου του George Szpiro.

--------------------------------------
[1] Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ένας από τους κυριότερους προδρόμους του Πέρελμαν, στο κυνήγι της «Εικασίας»,  υπήρξε ο Πέτρος Παπακυριακόπουλος, ο οποίος έκανε το διδακτορικό του μέσα στην Κατοχή, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο,  πήρε μέρος από την πλευρά του ΚΚΕ στα Δεκεμβριανά, ακολούθησε την έξοδο από την Αθήνα στην ύπαιθρο, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως δάσκαλος στην Καρδίτσα, μετά τη Βάρκιζα επέστρεψε στο ΕΜΠ, για να απολυθεί το 1946. Διασώθηκε, τελικά, όταν έστειλε την εργασία του στον μεγάλο αμερικανό μαθηματικό Ραλφ Φοξ και αυτός, εντυπωσιασμένος, τον κάλεσε στο Πρίνστον, αλλάζοντας τη μοίρα του. Βλ. και Απόστολος Δοξιάδης, Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ, Καστανιώτης.

[2] Το πιο διάσημο συστραμμένο αντικείμενο είναι η λωρίδα του Μέμπιους, που παράγεται από μια κορδέλα, την οποία συστρέφουμε μια φορά και στη συνέχεια ενώνουμε τις άκρες της. Είναι προφανές πως, σε αυτήν την περίπτωση, για να φτάσουμε στο ίδιο σημείο πάνω της πρέπει να τη διατρέξουμε δύο φορές. Μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για μια κορδέλα που έχει μία μόνο επιφάνεια. 

Το ραντεβού της αριστεράς με την ιστορία


του Κώστα Δουζίνα



Δύο θέματα κυριαρχούν στην πρόσφατη συζήτηση για τη στρατηγική της Αριστεράς: η «αποτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και, δεύτερον, το στρατηγικό δίλημμα πολιτικές συμμαχίες ή κοινωνικά κινήματα, ρεαλισμός ή σοσιαλισμός.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Η θέση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ  «έχασε» τις εκλογές, παρ’ ό,τι πήρε 4% πάνω από την ΝΔ, ήταν αρχικά η απεγνωσμένη επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης, το πιο γελοίο κομμάτι του περίφημου success story. Δώστε μου κι άλλες τέτοιες ήττες θα έλεγα. Aυτού του είδους το «χάσιμο» αποτελεί τον βασιλικό δρόμο για την τελική νίκη. Αλλά το επιχείρημα γίνεται πιο δύσκολο όταν προέρχεται από αριστερούς: το κίνημα δεν πάει καλά, ο κόσμος πήγε σπίτι του, οι αντιστάσεις δεν προχωρούν. Αυτά άκουγα, θυμάμαι, και πριν τρία χρόνια, την άνοιξη του 2011, και πέρσι τον χειμώνα. Το 2011 ήλθε το Σύνταγμα σαν θαύμα και άλλαξε το σκηνικό. Το πλήθος του 2011 έγινε κυρίαρχος λαός το 2012 υιοθέτησε τον ΣΥΡΙΖΑ και ψήφισε αριστερά. Πάλι τον δύσκολο χειμώνα του 2013 ακολούθησε η επιτυχία των ευρωεκλογών. Οι βιαστικοί πίστεψαν ότι η συνολική αλλαγή είναι πια ζήτημα μηνών. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την άποψη αυτή «δημοκρατικό δρόμο για τα χειμερινά ανάκτορα». Αλλά δεν έχουμε πια Βαστίλλες και ανάκτορα που μπορούμε να καταλάβουμε με μια μεγαλειώδη επίθεση. Όμως η ελπίδα μιας θεαματικά γρήγορης αύξησης της εκλογικής επιρροής εμπνέεται από την ίδια λογική. Μια ακόμη προσπάθεια ριζοσπάστες, λοιπόν, να μαζέψουμε ψήφους ή να βγάλουμε τον κόσμο στους δρόμους και ο σοσιαλισμός έρχεται.


Απέτυχαν οι αντιστάσεις;

Μόνο που τα πράγματα δεν είναι έτσι. Οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν επανάσταση και οι κινητοποιήσεις έχουν περιοδικότητα, αυξομειούμενη έκταση και μεταβαλλόμενη ένταση. Ο κόσμος που έχει χάσει σχεδόν 50% του εισοδήματός του δεν μπορεί να είναι συνέχεια στους δρόμους. Προτεραιότητα αποτελεί η επιβίωση και η δουλειά, αν υπάρχει, η οικογένεια, η φιλία, η διασκέδαση, τα ταπεινά και καθημερινά που κάνουν τη ζωή υποφερτή.  Ο κόσμος δεν μπορεί και δεν πρέπει να ζει ως επαγγελματικά στελέχη αριστερού κόμματος. Ένας λαός που βρίσκεται συνεχώς σε πορείες και διαδηλώσεις έχει ιδεολογική καθαρότητα αλλά εξαιρετικά περιορισμένη ζωή, όπως δείχνουν πολλές συζητήσεις σε κομματικά έντυπα. Η ηγεμονία δεκαετιών δεν ανατρέπεται από στιγμιαία αγανάκτηση και μεμονωμένες ενέργειες, αλλά από την αργή, σταδιακή και γεμάτη πισωγυρίσματα αλλαγή πρακτικών ζωής.

Παρά τις πιέσεις της καθημερινότητας, οι αντιστάσεις στην Ελλάδα είναι περισσότερες και πιο δυναμικές από τις άλλες χώρες της κρίσης. Τις χαρακτηρίζουν η επιμονή, ο πολιτικός χαρακτήρας και η πρωτοτυπία. Στις απεργίες των γιατρών του ΕΣΥ και των διοικητικών υπαλλήλων των πανεπιστημίων, στις κινητοποιήσεις της ΕΡΤopen, των καθαριστριών του ΥΠΟΙΚ και των Σκουριών, οι αντιστεκόμενοι συνδέουν τα επιμέρους αιτήματά τους με την αλλαγή της κυβέρνησης και πειραματίζονται με τις μορφές της αντίδρασης. Οι εκστρατείες αλληλεγγύης, οι πρωτοβουλίες εναλλακτικής κοινωνικής οικονομίας, τα τοπικά πολιτισμικά δρώμενα πολλαπλασιάζονται και συνδέουν μερικά ή συντεχνιακά αιτήματα με το γενικό καλό, τη διαμαρτυρία με την πολιτική ανατροπή.  Ο κοινωνικός χάρτης έχει αλλάξει λοιπόν και ο πολιτικός ακολουθεί. Πολύς κόσμος έχει πολιτικοποιηθεί, με την πραγματική έννοια του όρου, αλλά δεν εμπιστεύεται την πολιτική τάξη και το κόμματα. 

Σ’ αυτό η Ελλάδα δεν διαφέρει από την υπόλοιπη Ευρώπη. Τα κόμματα φθίνουν παντού. Στην Μεγάλη Βρετανία, το κυβερνών Συντηρητικό κόμμα έχει μόνο 110.000 μέλη –στη συντριπτική πλειοψηφία συνταξιούχους- και το Εργατικό 180.000 – πολλοί εκ των οποίων γράφονται στο κόμμα αυτόματα λόγω της ένταξής τους σε συνδικάτα. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη σταδιακή διαδικασία μαρασμού των παραδοσιακών κομμάτων; Οι προφανείς ερμηνείες θα μιλήσουν για την απομάκρυνση της πλειοψηφίας από την πολιτική. Τα συνεχή σκάνδαλα, η διαφθορά και η διαπλοκή, η αίσθηση ότι η εναλλαγή κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς δεν αλλάζει στο παραμικρό τις κρατικές πολιτικές έχει δημιουργήσει τη λαϊκή αποστροφή και αποχή από τα πολιτικά. Την μεγαλύτερη ευθύνη έχουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. 

Τα ερείπια του τείχους του Βερολίνου πέσανε στα κεφάλια των ευρωπαίων αριστερών και άνοιξαν την αντιδραστική εικοσαετία που τέλειωσε με την τραπεζική κρίση του 2008 και τις αντιστάσεις του 2011. Η κεντροαριστερά καταστράφηκε ολοσχερώς: Ο Μπλαιρ, ο Σρέντερ, ο Σημίτης, ο Ζοσπέν και ο Ζαπατέρο υιοθέτησαν τον νεοφιλελευθερισμό με μεγαλύτερο ενθουσιασμό από τους δεξιούς, κόβοντας τους δεσμούς τους με την κοινωνική δικαιοσύνη και υποσκάπτοντας το κοινωνικό κράτος, μεταπολεμικό δημιούργημα της σοσιαλδημοκρατίας. Η κεντροαριστερά πέθανε, μόνο που καθυστερεί κάπως η κηδεία. Όπως μου έλεγε πρόσφατα ένας δήμαρχος που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ, σήμερα δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος που θα οδηγούσε έναν νέο στο πρώην κόμμα του. Μόνο οι μηντιακές δημιουργίες, αλά Γκρίλλο, Θεοδωράκη και Φαράζ, μπορούν να  επιβιώσουν. Αλλά σ’ αντίθεση με τις συνηθισμένες κριτικές, η έλλειψη πολιτικών δεν αποτελεί μειονέκτημα αλλά το μεγάλο τους ατού: μπορούν να σημαίνουν όλα σε όλους και ταυτόχρονα απολύτως τίποτε. Όλα τα παίρνει το ποτάμι: η ντεκαφεϊνέ εκδοχή της πολιτικής ανάγει την έλλειψη ιδεολογίας σε υπέρτατη ιδεολογία. Η «έλλειψη» ιδεολογίας αποτελεί την πιο επιθετική ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού.


Πολιτική και εργασία

Αλλά πρέπει να πάμε τις αναλύσεις μας πιο πέρα. Η σημερινή μορφή κόμματος και συνδικάτου ανάγεται στην περίοδο της συγκεντρωτικής παραγωγικής και πολιτικής διαδικασίας του 20ού αιώνα. Η συγκέντρωση της εργασίας σε μεγάλους χώρους (εργοστάσια, εργοτάξια, μεγάλες αγροτικές μονάδες) και της πολιτικής στη Βουλή και την κυβέρνηση δημιούργησε την ανάγκη κεντρικής οργάνωσης και αντιπροσώπευσης της εργατικής τάξης. Η χωρική συγκέντρωση συμπληρώνονταν με την συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου γύρω από περιοδικές εκδηλώσεις, όπως οι εκλογές και οι επέτειοι, ή οι μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις – απεργίες, διαδηλώσεις, πορείες.

Σήμερα η εργασία έχει αλλάξει ριζικά και η πολιτική αποκεντρώνεται.  Ο πρώιμος Μαρξ εισήγαγε την έννοια της «γενικής διάνοιας», της διαδικασίας και του προϊόντος της συλλογικής γνώσης, γλώσσας και επικοινωνίας, στο Grundrisse. Στον βιομηχανικό καπιταλισμό, οι μηχανές ήταν δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, ενσωματώνοντας νεκρή εργατική δύναμη και σταθερό κεφάλαιο στις δυνάμεις παραγωγής. Σήμερα όμως η γενική διάνοια έχει ριζοσπαστικοποιηθεί και γενικευθεί, αποτελώντας βασική παραγωγική δύναμη. Η επιστήμη, η νοητική εργασία και δικτύωση, οι ιδέες και οι λέξεις, αποκτούν άμεση υλική πραγματικότητα. Η γενική διάνοια δεν βρίσκεται πια στο σταθερό κεφάλαιο των μηχανών αλλά είναι ενσωματωμένη στη ζωή των εργαζόμενων. Ενώ στον βιομηχανικό καπιταλισμό το συγκεκριμένο γίνονταν αφηρημένο, η αξία χρήσης ανταλλακτική, στον ύστερο ισχύει το αντίθετο: ιδέες, σημεία και λόγια γίνονται αμέσως υλικά αντικείμενα και πηγαίνουν στην αγορά...

Ο χρόνος και ο χώρος της παραγωγικής διαδικασίας άλλαξε. Η διάκριση μεταξύ του εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου εξαλείφεται. Ο εργαζόμενος πρέπει συνεχώς να επιμορφώνεται, να αποκτά νέες δεξιότητες και γνώσεις, για να κυνηγήσει την επόμενη επισφαλή απασχόληση. Η άυλη παραγωγή στηρίζεται σε δικτυώσεις μεταξύ αγνώστων, σε οριζόντιες συνεργασίες, σε πλαστικές και συνεχείς επικοινωνίες, χωρίς πολιτικές ή συνδικαλιστικές συγκλήσεις. Ο ύστερος καπιταλισμός προωθεί διαδράσεις αλλά όχι πολιτική συμπόρευση, επικοινωνία αλλά όχι ιδεολογικές ταυτότητες, συνεργασίες βασισμένες στην απομόνωση και στην εξατομίκευση.  Για να σπάσει αυτό πρέπει να μεταφέρουμε στην πολιτική τις γνώσεις, δεξιότητες και πρακτικές που μαθαίνουμε για τη δουλειά μας.

Αυτό ακριβώς έγινε στις πλατείες του κόσμου και στην Ελλάδα.  Η ηγεμονική στρατηγική που αναδύθηκε άλλαξε την πολιτική συζήτηση, μεταθέτοντας την αντιπαράθεση από το χρέος και τους όρους αποπληρωμής του στην επανασύσταση του κοινωνικού δεσμού, την προστασία της λαϊκής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, την επανίδρυση της πολιτειακής οργάνωσης. Οι πλατείες ανέδειξαν την ελευθερία του ανυπάκουου πολίτη, την ισότητα της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τέλος την αλληλεγγύη της συναθροισμένων μοναδικοτήτων. Αυτοί είναι οι τρεις άξονες της ενωτικής αριστεράς.

Πρέπει λοιπόν η αριστερά να διδαχθεί από τις πλατείες, αν δεν θέλει να παραμείνει στην θέση του απορριμένου και μελαγχολικού εραστή. Η ιστορική αναγκαιότητα οδηγεί το παλιό καθεστώς στο τέλος του. Το ίδιο ισχύει για τα κομματικά μοντέλα. Χρειαζόμαστε κόμμα «νέου τύπου». που εγκαταλείπει την ασφάλεια του κομματικού πρωτόκολλου και της επετηρίδας και συνεργάζεται με την «γενική διάνοια». Θάρρος, φαντασία και πειραματισμός είναι σήμερα τα προτάγματα της ιδέας του κομμουνισμού, δηλαδή της ιδεολογίας των κοινών. Το ερώτημα δεν είναι τι πρέπει να κρατήσουμε από τον κλασικό μαρξισμό αλλά τι θα έλεγε ο Μαρξ και η διαλεκτική στις συνθήκες του 21ου αιώνα.


Κόμμα «νέου τύπου»;

Σ’ ένα βαθμό, ο ΣΥΡΙΖΑ απάντησε στην πρόκληση. Φτιάχτηκε το κόμμα «νέου τύπου», δύσκολα, πολλές φορές τυχαία και με αντιφάσεις. Χωρίς να το περιμένει, έκλεισε ραντεβού με την ιστορία. Αλλά για να οδηγηθεί σε γάμο, πρέπει να καλλιεργήσει και δυναμώσει τα στοιχεία που έκαναν τον λαό να το επιλέξει το 2012 και 2014. Τι σημαίνει αυτό; Το κόμμα πρέπει να έχει εύπλαστη μορφή, πορώδεις παρυφές και διαφανείς διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αφήνοντας την ασφάλεια της ρουτίνας, πρέπει να γίνει εργαστήρι πειραματισμού δομών, ιδεών, μεθόδων. Μια τέτοια προσέγγιση σημαίνει διαφορετική αντιμετώπιση της κεντρικής πολιτικής σκηνής και των κινηματικών δράσεων.

Βασικός σκοπός της πολιτικής εκπροσώπησης είναι να δημιουργεί εμπιστοσύνη στην ανυποχώρητη στράτευση του κόμματος στις αρχές της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Η λαϊκή εμπιστοσύνη στις αξίες κατ’ αρχάς και στις πολιτικές δευτερευόντως αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο της αριστεράς.  Αλλά οι αξίες και οι στόχοι πετυχαίνουν, αν συνοδεύονται από πραγματισμό ως προς τα μέσα. Χρειάζεται σχεδιασμός, κατάστρωση πολιτικών, προετοιμασία. Αλλά υπάρχει και η πρόκληση της αντίδρασης στα γεγονότα, η επιτακτικότητα των εξελίξεων. Η ιστορία δεν γράφεται εκ των προτέρων, με κάποιου είδους γραμμική πρόοδο, αλλά αναδρομικά, όταν μια σειρά από ασήμαντα δευτερεύοντα συμβάντα αναγνωρίζεται ως η αλληλουχία που οδήγησε στην αλλαγή. Το μανιφέστο της αριστεράς πρέπει να συνδυάζει λοιπόν αδιαπραγμάτευτες αξίες και ευέλικτο πραγματισμό, ανοικτό βέβαια στον εσωκομματικό έλεγχο. Θα μπορούσε να συνταχθεί μια μικρή λίστα τριών ή τεσσάρων βασικών αρχών και πέντε ή έξι κεντρικών πολιτικών (θα χωρούσαν σε μία κάρτα προς διανομή) που θα αποτελέσουν την βάση της νέας κοινωνικής συμφωνίας.

Αλλά συνταιριάζουν αρχές και πραγματισμός; Ο πραγματισμός δεν είναι ρεαλισμός. Ο ρεαλιστής συμβιβάζεται κατ’ ανάγκην δήθεν με την αδήριτη  πραγματικότητα. Ο πραγματιστής αντίθετα αναγνωρίζει την πίεση των πραγμάτων για να αλλάξει την πραγματικότητα. Ας πάρουμε για παράδειγμα το κράτος.  Ο «αυταρχικός φιλελευθερισμός» που ζούμε χρησιμοποιεί την κρατική εξουσία και βία για να απαξιώσει το κράτος. Ποιά είναι η απάντηση της αριστεράς; Μόνη ριζοσπαστική πολιτική  σήμερα είναι αυτή που θα σουλουπώσει το κράτος, θα μαζέψει τους φόρους και θα αναδιανείμει το εθνικό προϊόν με τρόπο που μειώνει τις αισχρές ανισότητες. Μια αριστερή κυβέρνηση που εξορθολογίζει το κράτος  -εν μέρει για να ανταποκριθεί στις συνεχώς ματαιούμενες αστικές του επαγγελίες και εν μέρει για να προετοιμάσει το επόμενο βήμα– ασκεί επαναστατική πολιτική. Όπως η προλεταριακή επανάσταση θεωρητικά απελευθερώνει όλη την κοινωνία, ακόμη και τους εκμεταλλευτές, έτσι και η προοδευτική μεταρρύθμιση του κράτους ενέχει το σπέρμα της επαναστατικής του μεταλλαγής.  Δεν υπάρχει σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία έλεγε ο Πουλαντζάς. Δεν αρχίζει η σοσιαλιστική αλλαγή χωρίς ένα καλοδιοικούμενο και δημοκρατικό κράτος προσθέτουμε.

Ας πάμε στην άλλη σημαντική πλευρά της κομματικής λειτουργίας, τη σχέση με την κοινωνία. Δεν έχει καμιά δουλειά το κόμμα να επιβάλλει την άποψή του στα κινήματα. Πρέπει να τα βοηθάει όσο μπορεί, με ενεργή συμμετοχή των μελών του, όπως έκανε στις πλατείες. Πρέπει  να δημιουργεί τις συνθήκες για διασυνδέσεις και συντονισμό της πολυμορφίας και πολυσυλλεκτικότητας. Κυρίως πρέπει να μαθαίνει από τους κινηματικούς, το πιο ζωντανό και δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας. Όταν το κόμμα επεξεργάζεται λοιπόν τις πολιτικές για το περιβάλλον, την εργασία, την κοινωνική οικονομία ή την αλληλεγγύη, πρέπει να δίνει λόγο και σε μη κομματικά μέλη και να μαθαίνει από την γνώση και εμπειρία της αυθόρμητης ένταξης και πειραματικής δράσης. Έτσι γίνεται το κόμμα συλλογικός διανοούμενος: όχι με την αναγγελία της μίας ορθής άποψης, αλλά με την υποδοχή ιδεών, στρατηγικών και ανθρώπων, την κοινή σκέψη και ανάλυση μ’ όσους συστρατεύονται τακτικά ή στρατηγικά χωρίς να είναι μέλη. Έτσι η γενική διάνοια γίνεται πολιτική.

Και εδώ βρίσκεται πιθανά η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Η συνηθισμένη εικόνα έχει από την μία τους «πασοκογενείς» λάτρεις της εξουσίας και από την άλλη τους  αριστερούς ιδεολόγους που πιστεύουν την αλήθεια της θεωρίας τους και την κινηματική καθαρότητα. Οι πρώτοι θα κάνουν δήθεν τα πάντα για θώκους και θέσεις ενώ οι δεύτεροι εκούσια ή ακούσια αποτρέπουν την προοπτική αριστερής κυβέρνησης. Για τους αντίπαλους η άλλη πλευρά άλλα λέει και άλλα πιστεύει.

Όπως μας έμαθε η αποδόμηση, όταν ο κόσμος εμφανίζεται διπολικά δομημένος, πρέπει πρώτα να βρούμε την υπόγεια οικονομία που κινεί τα νήματα της επιφανειακής αντιπαράθεσης. Υποκρισία, όπως ξέρουμε, είναι ο φόρος που το ψέμα πληρώνει στην αλήθεια και την αρετή. Το επίδικο και για τους δύο είναι λοιπόν η σχέση αλήθειας και λάθους. Οι ιδεολογικές διαφωνίες και οι «ναρκισσισμοί των μικρών διαφορών» της αριστεράς ξεκίνησαν σε μια παλαιότερη εποχή πίστης και θεωρητικής καθαρότητας. Σήμερα αναπαράγονται μέσα από τις νέες μορφές υποκειμενικότητας της μεταφορντικής κοινωνίας. Στην δικτυωμένη αλλά και ατομιστική κοινωνία του νεοφιλελευθερισμού, οι εν δυνάμει μεγαλύτεροι ανταγωνιστές είναι οι συμμετέχοντες στο ίδιο δίκτυο. Η δικτύωση χωρίς σύμπλευση επιτείνει την αντιδικία και αμβλύνει την αποτελεσματικότητα.

Η αριστερά χρειάζεται και την αξιακή κεντρική πολιτική και τα κινήματα, και τους «πασοκογενείς» και τους κομμουνιστές και τους ριζοσπάστες. Κόμμα νέου τύπου σημαίνει τη διαλεκτική υπέρβαση παλιών αντιθέσεων χωρίς τον ευτελισμό ή φετιχοποίησή τους. Χρειάζεται λοιπόν η πολιτική λογική της πλατείας να περάσει και στη λειτουργία του κόμματος, εκεί που τρέχουσες σχέσεις και μορφώματα προετοιμάζουν τη δημοκρατία που έρχεται. Η «πονηριά της ιστορίας» κανόνισε το ραντεβού αριστεράς και λαού. Ο κάθε επίδοξος εραστής ξέρει πως για να πετύχει χρειάζεται να  σαγηνεύσει το αντικείμενο του πόθου του.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Από την (ισχυρή) πολιτική επιρροή στην οργάνωση του κόσμου της εργασίας


του Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν


Βρισκόμαστε πλέον σε μια δυναμική, η οποία είναι πολύ πιθανόν να μας οδηγήσει σε μια αριστερή διακυβέρνηση, και είναι επόμενο να διευρύνονται οι προβληματισμοί και να αυξάνονται οι δημοσιεύσεις που αφορούν τις πολιτικές κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Αλλά οι συνήθεις αναφορές στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα γλιστράνε προς μια συζήτηση για τις πολιτικές συμμαχίες, για τις πιθανές συνεργασίες μεταξύ κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς και σε κάποιες περιπτώσεις της κεντροαριστεράς. Η συζήτηση για το πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών, και επομένως για το ποιοι είναι σήμερα οι κοινωνικοί συσχετισμοί μετά από είκοσι και πλέον χρόνια υλοποίησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών, βρίσκεται σε ένα στοιχειώδες επίπεδο. Ο βασικός λόγος είναι οτι ο χώρος της Αριστεράς δεν μπορεί να ξεφύγει από αναφορές σε εμπειρίες του παρελθόντος και από ξεπερασμένα και κατά κανόνα ιδεολογικοποιημένα αναλυτικά εργαλεία. Οι “ταξικές αναλύσεις” δυσκολεύονται να κατανοήσουν την κοινωνική διαστρωμάτωση, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, ενώ οι συζητήσεις περι κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών συνδυάζουν αναφορές σε έναν δογματικό και γενικόλογο μαρξισμό, κατάλοιπο του μαρξισμού- λενινισμού της 3ης Διεθνούς, και έναν κεϋνσιανισμό πολλαπλών και ευκαιριακών χρήσεων.


Νέα κοινωνικά δεδομένα

Το γενικό σχήμα της εποχής Πουλαντζά, με το κεφάλαιο, την εργασία και την παλιά ή νέα μικροαστική τάξη, δεν χρησιμεύει σήμερα σε πολλά πράγματα. Το σχήμα αυτό αφορούσε (στην πραγματικότητα ή στη θεωρία) πρώτα απ’όλα κοινωνίες καπιταλιστικές συγκροτημένες, με ένα αποφασιστικό τμήμα της εργατικής τάξης συγκεντρωμένο σε μεγάλες μονάδες παραγωγής, με πραγματική ταξική γείωση των εργατικών κομμάτων, όπως και με ένα θεσμικό πλαίσιο που αναγνώριζε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την ύπαρξη τάξεων, ταξικών αγώνων και βασικών κοινωνικών διαπραγματεύσεων. Η ταξική διαστρωμάτωση την οποία έχει επιδιώξει και πέτυχε να διαμορφώσει ο νεοφιλελευθερισμός στην Ελλάδα αλλά και αλλού, κατά την προηγούμενη και την τρέχουσα ιστορική περίοδο, έχει τα εξής χαρακτηριστικά: το κεφάλαιο έχει στραφεί κατά προτεραιότητα στα χρηματοπιστωτικά κέρδη και την εξασφάλιση προσόδων μέσω των προνομιακών σχέσεων με την πολιτική ελίτ, ο κόσμος της εργασίας έχει αποδιοργανωθεί για να αποδεσμευθεί η διαδικασία της αναπαραγωγής του (διαπραγμάτευση μισθών, εξασφάλιση κοινωνικού κράτους) από τη δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης και έχει μηδενιστεί η δυνατότητά του να διαπραγματευθεί και να εκπροσωπηθεί πολιτικά. Τα μεσαία στρώματα (μικροεπιχειρηματίες, επαγγελματίες και υψηλόμισθοι μισθωτοί) δέχονται επιθέσεις που φτωχοποιούν και περιθωριοποιούν τμήματά τους, ενώ τα άλλα τους τμήματα επιδιώκουν να βρούν τρόπους για να διατηρήσουν την κοινωνική τους θέση και τα σχετικά προνόμιά τους, μέσω της συμμαχίας τους με την οικονομική και πολιτική ελίτ.


Πώς ανατρέπεται ο συσχετισμός

Το σκηνικό των πολιτικών συμμαχιών και των θεσμικών λειτουργιών που τις υπηρετούν έχει αλλάξει ριζικά. Το κεφάλαιο έχει αρνηθεί και εν πολλοίς καταστρέψει το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνικής διαπραγμάτευσης με την εργατική τάξη (αλλά και με μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες) και έχει συγκροτήσει μια ισχυρή συμμαχία με κατηγορίες μεσαίων στρωμάτων, η οποία στηρίζεται καθοριστικά στην αποδιοργανωτική και κατασταλτική πολιτική απέναντι στον κόσμο της εργασίας. Το γεγονός οτι μεγάλα τμήματα των εργατικών στρωμάτων και των λαϊκών τάξεων ευρύτερα μπορεί να ψηφίσουν αριστερά κόμματα, και να τα οδηγήσουν μάλιστα στην κυβερνητική εξουσία, δεν σημαίνει οτι θα έχει ανατραπεί το σχήμα κοινωνικών συμμαχιών που διαμόρφωσε ο νεοφιλελευθερισμός. Μπορεί να σημαίνει απλά οτι η κυρίαρχη κοινωνική συμμαχία αποδέχεται οτι πρέπει να κάνει κάποιες μερικές ή μεμονωμένες παραχωρήσεις, αλλά με κανένα τρόπο οτι αποδέχεται την υιοθέτηση νέων μορφών οργάνωσης και πολιτικής έκφρασης του κόσμου της εργασίας, και του θεσμικού πλαισίου που τις καθιστά κεντρικό καθεστωτικό παράγοντα.

Δεν πρέπει να αρνηθούμε πως κάθε μεμονωμένη εκλογική νίκη της Αριστεράς εντάσσεται σε μια δυναμική ενίσχυσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε οτι η οργανωτική και προγραμματική συγκρότησή τους (τα όσα διεκδικούν και προτείνουν τα κοινωνικά στρώματα το καθένα χωριστά ή στο πλαίσιο ευρύτερων οργανωτικών και προγραμματικών συγκροτήσεων) αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να ανατραπεί ο σημερινός συσχετισμός και να δημιουργηθούν, κοινωνικές συμμαχίες οι οποίες έχουν ως κεντρική επιδιώξη την ικανοποίηση των αναγκών του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Και αυτή η οργανωτική και προγραμματική συγκρότηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της αύξησης της εκλογικής επιρροής, ούτε καν μιας εκλογικής νίκης, καθώς χρειάζεται μορφές κοινωνικής οργάνωσης και επεξεργασίας προγραμματικών επιλογών, οι οποίες δεν υπάρχουν σήμερα παρά μόνο σε εμβρυακή μορφή.


Πολιτική επιρροή και κοινωνική οργάνωση

Μια τέτοια στρατηγικής σημασίας επιλογή, που είναι σήμερα κατανοητή είτε από μεμονωμένες κινηματικές διαδικασίες, είτε από ειδικούς κοινωνικούς χώρους, και από πολλά μέλη αριστερών οργανώσεων, υλοποιείται με απελπιστικά αργούς ρυθμούς. Ένας βασικός λόγος είναι οτι η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών της αριστεράς σκέφτεται με βάση ένα σχήμα που προϋποθέτει την πολιτική επιρροή του κόμματος σε ένα υπαρκτό και ισχυρό δίκτυο οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων και, ακόμα χειρότερα, πιστεύει οτι η ιδεολογική και πολιτική επιρροή γεννούν από μόνες τους τα συστατικά ενός τέτοιου δικτύου. Η προσέγγιση που ξεκινάει από μια τέτοια φανταστική ανάγνωση της σχέσης πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης στις σημερινές συνθήκες, κάνει βήματα παραπέρα θεωρώντας ότι η κατάληψη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο της κρατικής εξουσίας θα εξασφαλίσει τεράστιες δυνατότητες ανατρεπτικών παρεμβάσεων, ή ότι θα εξασφαλίσει κάτι πιο μεταρρυθμιστικό, όπως είναι η υλοποίηση τμημάτων ή του όλου ενός κεϋνσιανού σχεδίου.

Έτσι μπορούν να συνυπάρχουν σε τοποθετήσεις ηγετικών στελεχών, εξίσου άχρηστες αναφορές σε σκληρές μαρξιστικές θέσεις για τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας, και εκκλήσεις για κλασικές κεϋνσιανές πολιτικές ή θεσμικές αλλαγές, όπως και εκκλήσεις προς την επιχειρηματική τάξη, τις οποίες κανένας συσχετισμός δεν μπορεί στην πραγματικότητα να υποστηρίξει. Με έναν κόσμο της εργασίας ανοργάνωτο, σε μεγάλο βαθμό άνεργο, ευέλικτα και ευκαιριακά απασχολούμενο, ανασφάλιστο στην πλειοψηφία του, δεν μπορεί να υπάρξει κλιμάκωση της ταξικής πάλης, ούτε αλλαγή του ταξικού συσχετισμού, ακόμα κι αν αυξάνεται η εκλογική επιρροή της Αριστεράς. Ακόμα κι οι μάχες που δίνουν μεμονωμένες συνδικαλιστικές οργανώσεις και εμφανίζουν μια ορατή και παραδειγματική ανατρεπτική δυναμική στον ένα ή τον άλλο βαθμό, βρίσκονται αργά ή γρήγορα αντιμέτωπες με τον γενικότερο δυσμενή συσχετισμό, ο οποίος κάνει δυνατή την αποφασιστικότητα και τη σκληρότητα της κυρίαρχης ταξικής συμμαχίας.


Νέες μορφές κοινωνικής συγκρότησης

Το έλλειμμα συστηματικών και αποτελεσματικών παρεμβάσεων σχετικά με τις αναγκαίες νέες μορφές οργάνωσης και παραγωγικής δραστηριοποίησης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, συνυπάρχει με ένα εξίσου σοβαρό έλλειμμα στρατηγικών επιλογών που να εκφράζουν σαφώς τα συμφέροντα της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι σημαντικές τόσο οι μακροοικονομικές, όσο και οι προνοιακές πολιτικές που προτείνονται για τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση της σημερινής κατάστασης, όπως και οι προτάσεις για μέτρα στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας και των λαϊκών εισοδημάτων (αυξήσεις μισθών, ρευστότητα), ή της προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών (υγεία, εκπαίδευση).

Αλλά οι νέες μορφές συγκρότησης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, δεν μπορούν να προκύψουν σπό το απόλυτο κενό του αριστερού κρατισμού, ή από την ψευδαίσθηση μιας κεϋνσιανής ανάκαμψης, που θα στηριχθεί στην ενεργοποίηση ενός ιδιωτικού τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας στην πραγματικότητα βρίσκεται στο ναδίρ της πρωτοβουλίας, της καινοτομίας και της αίσθησης ευθύνης σχετικά με την πορεία της εθνικής οικονομίας. Ούτε όμως μπορεί να προκύψουν από τη γενικόλογη αναμονή της “δραστηριοποίησης της κοινωνίας”, χωρίς να αναγνωρίζεται η ανάγκη συγκεκριμένων τοπικών και τομεακών προτάσεων, στο πλαίσιο ενός σχεδιασμού συνολικού και ειδικού, και συστηματικών προσπαθειών οικοδόμησης υποστηρικτικών δομών της κοινωνικής δραστηριοποίησης και της ένταξής τους στην επεξεργασία και την υλοποίηση του σχεδιασμού.


Το ιδιωτικό, το δημόσιο και το κοινωνικό

Η σημαντικότερη στρατηγική επιλογή, που πρέπει να είναι σαφής και ορατή από τώρα, είναι οτι η ανάκαμψη υπαρκτών παραγωγικών δομών, η παραγωγική ανασυγκρότηση γενικώς, δεν μπορεί να βασιστεί κατά προτεραιότητα στην ενεργοποίηση του ιδιωτικού τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας έχει συρρικνωθεί, η μεγάλη μάζα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων διεκδικούν απλώς υποστήριξη της κερδοφορίας τους, και δεν αναπτύσσονται σημαντικές επενδυτικές πρωτοβουλίες, παρά μόνο αν μπορούν να εξασφαλίσουν μέσω διαπλοκής ειδικές συνθήκες κερδοφορίας, και γενικότερα δεν υπάρχει καμμία στρατηγική πρόταση από την πλευρά αυτή. Ακόμα και από καθαρά παραγωγική σκοπιά, η ανασυγκρότηση απαιτεί μεγάλες δημόσιες παρεμβάσεις, οι οποίες να εντάσσονται σε ένα σχεδιασμό που θα διαμορφώσει τα μελλοντικά χαρακτηριστικά της οικονομίας και της κοινωνίας. Πρόκειται για μια ριζική αλλαγή προσανατολισμού, που είναι όμως απαραίτητη για τη συνολική διαδικασία της παραγωγικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανασυγκρότησης. Μια αλλαγή προσανατολισμού, η οποία πρέπει να συνδυάζει κινηματικές διαδικασίες, γνωσιακές διαδικασίες και εργαλεία υλοποίησης πολιτικών για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων.

Η σχέση ιδιωτικού τομέα και δημόσιων θεσμών πρέπει να αποκτήσει εντελώς νέο περιεχόμενο (σε σχέση με την κρατικοδίαιτη και ταυτοχρόνως φθίνουσα εξέλιξη του επιχειρηματικού τομέα), όταν η ιδιωτική επιχειρηματικότητα δεν αποτελεί την κινητήρια δύναμη της οικονομικής δυναμικής και η λειτουργία αυτή δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τις κρατικές παρεμβάσεις που δεν αποτελούν αυτόνομες κοινωνικές διαδικασίες. Πρέπει να αντικατασταθεί από τη δραστηριοποίηση άλλων κοινωνικών ομάδων, εκτός των επιχειρηματικών, οι οποίες παρεμβαίνουν για τον προσανατολισμό παλαιών ή τη δημιουργία νέων οικονομικών δραστηριοτήτων σε τομείς της υλικής παραγωγής ή της προσφοράς υπηρεσιών. Χωρίς ένα τέτοιο προσανατολισμό, δηλαδή χωρίς την ανάπτυξη του εργατικού ελέγχου ή της αυτοδιαχείρισης στις υπαρκτές ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες, και την ανάπτυξη επιχειρήσεων και υπηρεσιών της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, δεν πρόκειται να υπάρξει το αναγκαίο δίδυμο της εμπλοκής του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, τόσο στην ίδια την παραγωγή και τη δημιουργία απασχόλησης, όσο και στην επιλογή κατευθύνσεων της παραγωγής σε τομεακό και τοπικό επίπεδο.

Ο αριστερός προγραμματικός προβληματισμός πρέπει να ξεφύγει από την αναμονή μιας αντιμετώπισης της ανασυγκρότησης μέσω της ενεργοποίησης των ιδιωτών επιχειρηματιών, με την όποια κρατική μακροοικονομική ή τομεακή πολιτική, και πόσο μάλλον από την πίστη σε έναν παντοδύναμο αριστερό κρατισμό. Και να αποδεχθεί οτι το στρατηγικό ζητούμενο είναι η ενεργός, οργανωμένη και συνδυασμένη παρέμβαση της ίδιας της κοινωνίας, στην οποία μπορεί ενταχθούν και κάποιες επιχειρηματικές κατηγορίες.


Περιβάλλον και εργατική τάξη

Υπάρχουν και άλλα θέματα για τα οποία είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστούν οι αναγκαίες στρατηγικές επιλογές, γιατί αφορούν με σαφή τρόπο τη σχέση του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων με την κυρίαρχη κοινωνική συμμαχία. Η πλειοψηφία των στελεχών της Αριστεράς δεν έχει κατανοήσει ότι τα μεγάλα περιβαλλοντικά προβλήματα και η δραματική δυναμική τους (κλιματική αλλαγή, εξάντληση φυσικών πόρων, μείωση της βιοποικιλότητας) αποτελούν αδυσώπητες διαδικασίες επιδείνωσης της θέσης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, καθώς σύμφωνα με το σημερινό μοντέλο συνεχόμενης διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, το κοινωνικό και οικονομικό κόστος αυτών των εξελίξεων μεταφέρεται στις κοινωνικές ομάδες με χαμηλά εισοδήματα, και με περιορισμένες ή ανύπαρκτες δυνατότητες άμυνας απέναντι στην ταξική πόλωση που πραγματοποιείται με την ενίσχυση της εξουσίας της κυρίαρχης κοινωνικής συμμαχίας.

Έχει επίσης υποτιμηθεί η ανάγκη να ξεφύγει οριστικά ο έλεγχος της δημιουργίας χρήματος και η διαχείριση του χρέους της οικονομίας από τις ιδιωτικές τράπεζες. Ο κρατικός έλεγχος των τραπεζών δεν αρκεί, διότι πρέπει να συνδυαστεί τόσο με τον κοινωνικό έλεγχο, όσο και με το σχεδιασμό των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων. Υπάρχει επίσης η ανάγκη αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και η υιοθέτηση μιας προοπτικής ρύθμισης των διεθνών ροών χρήματος και εμπορευμάτων, και των μετακινήσεων εργατικού δυναμικού, με βάση τις αρχές της αλληλεγγύης μεταξύ λαϊκών τάξεων σε ευρωπαϊκό αλλά και σε διεθνές επίπεδο.


Αριστερά και οργάνωση του κόσμου της εργασίας

Η συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας με επίκεντρο την οργανωτική και πολιτική συσπείρωση του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, μπορεί να περιλάβει και κοινωνικές ομάδες που ανήκουν σήμερα στην κυρίαρχη συμμαχία κεφαλαίου και κάποιων μεσαίων στρωμάτων. Οι επιθυμητές πολιτικές συμμαχίες είναι αυτές που μπορούν να εκφράζουν τέτοιες κοινωνικές συμμαχίες και να συμβάλλουν στη δημιουργία τους. Όχι όμως αυτές που αποτελούν φανταστικές εκφράσεις λαϊκών συμμαχιών, που στην πραγματικότητα δεν μπορούν να διαμορφωθούν λόγω της ισχύος της κυρίαρχης κοινωνικής συμμαχίας και της αδυναμίας της κοινωνικής και πολιτικής παρουσίας του κόσμου της εργασίας και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων.

Σε μια τέτοια συγκυρία, οι πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς δεν μπορούν να αναμένουν την κοινωνική δραστηριοποίηση και να αποτελούν δέκτες κοινωνικών πιέσεων και εξωτερικούς ρυθμιστές κοινωνικών συσχετισμών. Είναι καιρός πια να μετατραπούν σε ενεργούς παράγοντες της οργάνωσης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, της εμβάθυνσης της στρατηγικής σκέψης αυτών των κοινωνικών οργανωτικών πρωτοβουλιών σε θέματα παραγωγικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά, και της συγκεκριμενοποίησης προγραμματικών προτάσεων, που μπορούν να ικανοποιήσουν ανάγκες, να ενισχύσουν αυτόνομες οργανωτικές δομές και να σταθεροποιήσουν ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες.

Πηγή: Εποχή, Red NoteBook
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget