Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λάσκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λάσκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

Μια κρίση που κρατάει πολύ

  

του Χρήστου Λάσκου

 


Louis Althusser, Για την κρίση του μαρξισμού, μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος (Αθήνα: Εκδόσεις Εκτός Γραμμής, 2021), σελ. 196

 

Ο κομμουνισμός είναι το κίνημα, που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων

Καρλ Μαρξ

 

Η πρόταση που προηγείται, νομίζω, είναι η καλύτερη εισαγωγή σε μια έκδοση κειμένων του Αλτουσέρ, που μπορεί να χαρακτηριστεί δεόντως και, κυρίως, «άμεσα» πολιτική. Μια έκδοση, τις σελίδες της οποίας διατρέχει η έντονη αγωνία του κομμουνιστή φιλοσόφου να αναμετρηθεί με τα μεγάλα αδιέξοδα του εργατικού κινήματος της εποχής του. Ιδίως, με αυτά που λέμε στρατηγικά.

Και είναι κατάλληλη η πρόταση του Μαρξ αφού  πρόκειται για στρατηγικής σημασίας διατύπωση, σε πολύ διαφορετική κατεύθυνση από τους «υπαρκτούς» κομμουνισμούς, άρα και μαρξισμούς του 20ου αιώνα. Όπως σημειώνει ο Αλτουσέρ, «[α]φ’ ης στιγμής ο Μαρξ απελευθερώθηκε από την προφητική τάση που χαρακτήριζε τα νεανικά έργα του και τον ουτοπικό σοσιαλισμό […] στοχάζεται τον κομμουνισμό ως μια τάση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτή η τάση δεν είναι μια αφηρημένη συνισταμένη. Υπάρχουν ήδη με συγκεκριμένο τρόπο, στα “διάκενα της καπιταλιστικής κοινωνίας” (ολίγον όπως οι εμπορευματικές ανταλλαγές υπήρχαν “στα διάκενα” της δουλοκτητικής και της φεουδαρχικής κοινωνίας), δυνητικές μορφές κομμουνισμού: στις συλλογικές ενώσεις που καταφέρνουν, τηρουμένων των αναλογιών, να ξεφεύγουν από τις εμπορευματικές σχέσεις» (σελ. 108).

Ο κομμουνισμός είναι αυτό το «κάτι άλλο», που διαγράφεται ήδη, έμμεσα, στην καπιταλιστική κοινωνία και καθιστά δυνατή την κατάργησή της. Η ιχνηλάτησή του και η αξιοποίησή του είναι το ζήτημα για την χειραφετητική πολιτική.

Η μαρξιστική θεωρία, σε αυτό το συγκείμενο, όντας το αντίθετο μιας φιλοσοφίας της ιστορίας, που θα αποκάλυπτε το πλήρες «νόημά» της -όπως γίνεται με τον Χέγκελ-, είναι «πεπερασμένη», που σημαίνει πως εγγράφεται και περιορίζεται στην παρούσα φάση, στην φάση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ό,τι μπορεί να πει για το μέλλον είναι η προέκταση «εν είδει διακεκομμένης γραμμής, και εξ αντιδιαστολής, των δυνατοτήτων μιας τρέχουσας τάσης, της τάσης προς τον κομμουνισμό, η οποία μπορεί να παρατηρηθεί σε μια ολόκληρη σειρά φαινομένων της καπιταλιστικής κοινωνίας (από την κοινωνικοποίηση της παραγωγής μέχρι τις μορφές των “διακένων”)» (σελ. 109).

Ο πεπερασμένος χαρακτήρας της μαρξιστικής θεωρίας, ωστόσο, είναι «καλό νέο». Γιατί μόνο μια πεπερασμένη θεωρία μπορεί να είναι ανοιχτή απέναντι στις αντιφατικές τάσεις, που διατρέχουν την κοινωνία. Και, κυρίως, να συλλαμβάνει την «αδιόρθωτη φαντασία της ιστορίας».

Η επιμονή του Αλτουσέρ σε αυτό προκαλείται από την άποψή του πως οι -καθόλου αθώες, σε μεγάλο βαθμό σταλινικά επιβεβλημένες- βλακείες περί διαλεκτικού υλισμού, του περίφημου dia-mat, έβλαψαν πολύ την υπόθεση της χειραφέτησης. Στο μέτρο που παρουσίασαν τον μαρξισμό ως καθολική θεωρία της φύσης και της κοινωνίας, κάτοχο των «νόμων», που καθορίζουν την εξέλιξη του παντός, τον έκλεισαν οριστικά, μετατρέποντάς τον σε φιλοσοφία της ιστορίας, που εγκλείει εντός της όλον τον ρου των πραγμάτων.

Ο Αλτουσέρ κάνει κυριολεκτικά φύλλο και φτερό αυτές τις «διαλεκτικές ανοησίες», οι οποίες, όμως, δεν έχουν καθόλου «πλάκα». Διαμόρφωσαν καταστροφικά την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος και υπήρξαν από τις βασικές αιτίες του οριστικού του αδιεξόδου. Στα δύο πρώτα κείμενα του βιβλίου -Ιστορία περατωμένη, ιστορία μη περατή και Προλεγόμενα στο βιβλίο του Ζορζ Ντυμενίλ-  η φιλοσοφική κριτική του κυρίαρχου μαρξισμού, αλλά και η αναζήτηση της φιλοσοφίας του Μαρξ ή της φιλοσοφίας, που υπόκειται στο έργο του, ιδίως στο “Κεφάλαιο”, μας δίνει την ευκαιρία να ασκηθούμε σε ένα υψηλό είδος «σκέψης». Κι αυτό έστω κι αν, εν τέλει, δεν υπάρχει «φιλοσοφία του Μαρξ», ούτε υπόκειται καμιά στο έργο του. Ο Αλτουσέρ είναι μοναδικός στο να στήνει μηχανές σκέψης και να εμπλέκει τον αναγνώστη στη λειτουργία τους. Παρ’ όλη τη σχετική φήμη, ποτέ δεν είναι περισσότερο «δύσκολος» από ό,τι χρειάζεται. Και, παρ’ όλη την άλλη φήμη, όπως δείχνουν αυτά τα κείμενα, γραμμένα μεταξύ ’76 και 78, είναι κάθε άλλο παρά δογματικός -ο επιμελητής των κειμένων Yves Sintomer θα πει κάπου πως η γενική προβληματική του θα «μπορούσε να χαρακτηριστεί σχεδόν “ελευθεριακή”»!

Ο Αλτουσέρ δεν ήταν δογματικός. Το αντίθετο θα έλεγα. Η «μέθοδός» του είναι έντονα προσαρμοσμένη σε μια πρακτική δοκιμής και λάθους.

Το τέταρτο κείμενο -Ο μαρξισμός ως «πεπερασμένη» θεωρία-, στο οποίο έχω ήδη αναφερθεί στο σχολιασμό σχετικά με την τάση του κομμουνισμού, παρουσιάζεται μια πυκνή και έντονα εικονοκλαστική, απέναντι στους «κλασσικούς», διερώτηση πάνω στα τυφλά σημεία της θεωρίας -το κράτος, την «καταστροφή» του, τη μετάβαση, το «νόημα» του κομμουνισμού. Μεγάλο παράδοξο, προφανώς. Όλα τα ουσιώδη της κομμουνιστικής πολιτικής διαβάζονται και τίθενται υπό διαπραγμάτευση ως «τυφλά σημεία». Η θεωρία δεν μας προσφέρει παρά μια σειρά από πρόχειρους οδοδείκτες. Τίποτε περισσότερο.

Άλλωστε, όπως θα αναπτυχθεί στο πέμπτο κείμενο -Ο μαρξισμός σήμερα- μια κεφαλαιώδης σκέψη του Μαρξ είναι ότι  «οι ιδέες, ακόμα κι αν είναι αληθείς και μορφικά αποδεδειγμένες, δεν μπορούν να είναι ιστορικά ενεργές αυτοπροσώπως, αλλά μόνο υπό, μέσα σε και από μαζικές ιδεολογικές μορφές, οι οποίες είναι ενταγμένες στην πάλη των τάξεων.

Και ωστόσο, «[χ]άρη σε μια τρομερή μεταστροφή της ιστορίας, ο Μαρξ δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι η ίδια του η σκέψη μπορούσε, και αυτή επίσης, να εκτραπεί και να υποδουλωθεί στο πεπρωμένο της «παντοδυναμίας των ιδεών» και να υπηρετήσει την πολιτική της […] Σε όσα μας άφησε ο Μαρξ, υπάρχουν ελάχιστα πράγματα για ό,τι ονόμαζε “εποικοδόμημα”, δηλαδή το δίκαιο, το κράτος και τις “ιδεολογικές μορφές”. Και η μαρξιστική παράδοση, μέχρι τον Γκράμσι, του οποίου η σημαντική συμβολή παραμένει περιορισμένη, δεν προσέθεσε τίποτα σε ό,τι μας άφησε ο Μαρξ […] Επί της ουσίας ο μαρξισμός επαναλήφθηκε, και εξετράπη ή παρέλυσε μέσα στην επανάληψή του» (σελ. 143).

Λίγα ξέραμε και λίγα ξέρουμε, λοιπόν, για αυτά τα τυφλά, τα πιο πολιτικά, σημεία. Κι ενώ χτίστηκαν οργανώσεις και πάλεψαν και κέρδισαν και έχασαν, ο προβληματισμός σχετικά με το κόμμα παρέμεινε σε πολύ πρώιμο στάδιο. Πράγμα που έμελλε και συνεχίζει να έχει πολύ κακά αποτελέσματα.

Για μια πολύ μεγάλη περίοδο, κομμουνιστική οργάνωση σήμαινε πως «τα στελέχη αποφασίζουν για όλα». «Ο ορισμός του Αληθούς ήταν αποκλειστική υπόθεση των ιθυνόντων, η αστική ιδεολογία της παντοδυναμίας των ιδεών θριάμβευε μέσα στην τερατώδη ενότητα ανάμεσα στο κράτος, το κόμμα και την κρατική ιδεολογία, οι δε μάζες το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να υποτάσσονται στο ίδιο το όνομα της απελευθέρωσής τους» (σελ. 146). Αν ο σταλινισμός υπήρξε η παρανοϊκή παράκρουση αυτής της «διαλεκτικής» (sic), η παρουσία της είναι διαρκής και καταθλιπτικά κυρίαρχη -ακόμα και σαν φάρσα, κάποιες φορές, όπως στην περίπτωση οικείων αρχηγισμών. [Οι μαρξιστές] απασχολημένοι καθώς ήταν με την πρακτική και τα άμεσα προβλήματα της πάλης των τάξεων, και σχεδόν τυφλωμένοι εξ αυτού, δεν διανοήθηκαν ότι κάθε οργάνωση πάλης εκκρίνει μια ειδική ιδεολογία η οποία προορίζεται να προασπίσει και να διασφαλίσει την προσίδια ενότητά της για την πάλη της και εντός της πάλης της […] Ελλείψει μιας θεωρίας του κόμματος, και των αποτελεσμάτων που παράγει η δομή που έχει το κόμμα ως μηχανισμός, δεν διανοήθηκαν ότι η μαρξιστική ιδεολογία μπορεί να παραμορφωθεί από την ιδεολογία που είναι αναγκαία για το κόμμα ως τέτοιο» (σελ. 147).

Ο Αλτουσέρ σκεφτόταν όλα αυτά υπό πίεση, μέσα σε έντονη αγωνία. Ήταν πολύ τρομαγμένος απέναντι στην εμπειρία του «υπαρκτού» σοσιαλισμού. «Φόβος και τρόμος», για να θυμηθούμε τον Κίρκεγκωρ, χαρακτήριζε την υπαρξιακή του συνθήκη.  Και, δικαίως, θεωρούσε το ζήτημα του κόμματος πρωτεύουσας σημασίας. Η συγχώνευσή του με το κράτος είχε, ιστορικά, δημιουργήσει αληθινά τέρατα. Η εξωτερικότητά του, σε σχέση με το κράτος, ήταν εκ των ων ουκ άνευ. Η εργατική οργάνωση δεν μπορεί παρά να είναι «έξω και εναντίον». Το «μέσα και εναντίον» είναι, στην καλύτερη ανέφικτο, στην χειρότερη καταστροφικό. Επομένως, η δεξιά ευρωκομμουνιστική ιδέα για «κόμμα αγώνα και διακυβέρνησης» ήταν ολοκληρωτικά αδιέξοδη και επικίνδυνη. Το κομμουνιστικό κόμμα, ακόμη κι όταν κληθεί, προσωρινά, να «κυβερνήσει», δεν μπορεί να είναι «κόμμα διακυβέρνησης». Ο αναντικατάστατος ρόλος του στην «καταστροφή» και τον «μαρασμό» του κράτους κάνει την εξωτερικότητα και την αντιπαλότητα πρωταρχική ιδιότητά του.

Νομίζω, ο Αλτουσέρ δικαιώθηκε σε αυτές τις, πρόχειρες, συχνά, τοποθετήσεις του. Οι εμπειρίες «αριστερών κυβερνήσεων» των τελευταίων δεκαετιών, οδηγημένες όλες στη συνθηκολόγηση και τον ευτελισμό της απελευθερωτικής υπόθεσης, μιλούν για το ίδιο πράγμα. Η προειδοποίησή του ηχεί ακόμη ισχυρή.  Και δεν έχουμε προκόψει ιδιαίτερα σε αυτήν την αναζήτηση.  Το χειρότερο, όμως, είναι πως δεν αντιλαμβανόμαστε, επαρκώς, τη σημασία της.

Ο Αλτουσέρ, στο κεντρικό, τρίτο, κείμενο, θα κραυγάσει: Επιτέλους, η κρίση του μαρξισμού! Επιτέλους, δηλαδή, το ξέσπασμα της κρίσης του μαρξισμού! Ο βασιλιάς είναι γυμνός και έγινε αντιληπτό. Μπορούμε, συνεπώς, να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε σχετικά και να την αντιμετωπίσουμε -ίσως.

Η κρίση, ενεργή, τουλάχιστον, από τη δεκαετία του ’30, παραμένει και δυναμώνει μέχρι και σήμερα. Κρατάει πολύ, λοιπόν, και θέτει σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο το χειραφετητικό κίνημα. Αν, μάλιστα, στην εποχή του, ο Αλτουσέρ μπορούσε να βασιστεί  στην «ορμή ενός εργατικού και λαϊκού μαζικού κινήματος χωρίς προηγούμενο» (σελ. 85), για μας τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα.

Από την άλλη, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι «το μέλλον διαρκεί πολύ». Ίσως ήδη κινείται εναντίον μας. Η τρομερή, αέναη και εξελισσόμενη προς το χειρότερο, πολυκρίση σε συνδυασμό με την προϊούσα κλιματική καταστροφή μας θέτουν στη συνθήκη του υπερεπείγοντος.

Ίσως, για να θυμηθώ την περίφημη ρήση, αν  η επανάσταση δεν προλάβει την καταστροφή, η καταστροφή να προλάβει την επανάσταση.

Το εργατικό κίνημα έχει πολλά να λύσει και πρέπει να το κάνει εν βρασμώ. Η ενότητα πρακτικής και θεωρίας -με αυτήν την σειρά- είναι πιο αναγκαίες παρά ποτέ.

 

Πηγή alterthess

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

Μια παράξενη απουσία μέλλοντος*

 

 του Χρήστου Λάσκου

 

Λίγοι σήμερα υποκύπτουν στην εμπρηστική γοητεία του οράματος που προδιέγραψε πρώτος ο Μαρξ. Αν αυτό αποτελεί μορφή ηθικής προόδου, δύσκολα θα το ισχυριζόμασταν.

 – Μαρκ Μαζάουερ

 

 

Ποτέ, ίσως, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν έχει συμβεί τόσοι πολλοί άνθρωποι να διαμαρτύρονται ταυτόχρονα για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, τις συνθήκες διαβίωσης και τους εργασιακούς όρους, που διαμορφώνει η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία τής αγοράς. Την ίδια στιγμή, αυτή η, διαρκώς ογκούμενη, αγανάκτηση στερείται κάθε αίσθησης κανονιστικού προσανατολισμού, είναι παράξενα βουβή κι εσωστρεφής. Η οργή είναι αποσυνδεδεμένη από κάθε όραμα για ένα καλύτερο κόσμο, πράγμα πρωτοφανές στην ιστορία των νεωτερικών κοινωνιών.

Με αυτές τις διαπιστώσεις ο Άξελ Χόνετ μας εισαγάγει στο θέμα τού βιβλίου του. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, όπως δηλώνει και ο τίτλος τού βιβλίου –Η ιδέα του σοσιαλισμού– ενδιαφέρεται για την έκλειψη αυτού που, για πολύ καιρό, υπήρξε το αντίπαλο δέος τής παρούσας εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής θέσμισης της κοινωνίας. Που, για μεγάλο, μάλιστα, διάστημα και για μεγάλο αριθμό ανθρώπων, θεωρήθηκε όχι μόνον ευκταίο, αλλά και απολύτως δυνατό. Και το οποίο είναι ανάγκη να ξαναστηθεί στα πόδια του, αν θέλουμε να γίνει και πάλι δυνατή μια καλύτερη κοινωνία.

Ο λόγος που επέλεξα να παρουσιάσω και να συστήσω θερμά την Ιδέα του σοσιαλισμού είναι τριπλός. Καταρχήν, το ίδιο το θέμα είναι εξαιρετικά ελκυστικό, ενώ η σε βάθος πραγμάτευσή του είναι όρος για τη διαμόρφωση μιας χειραφετητικής πολιτικής. Επιπλέον, ο Χόνετ δεν ξεπέφτει στις γνωστές -και καθόλου αθώες- κοινοτοπίες τής εποχής, που αντιμετωπίζουν την μαζική αγανάκτηση και την απελπισμένη οργή τής πλειοψηφίας ως επικίνδυνες λαϊκιστικές οιμωγές, ανορθολογικές και επικίνδυνες. Τέλος, το ύφος τής ανάλυσης είναι εξαιρετικό (κι εδώ τα εύσημα, προφανώς, ανήκουν και στη μεταφράστρια Μαρία Τοπάλη), σχεδόν λογοτεχνικό – πράγμα εξαιρετικής σημασίας, όταν πρόκειται για κείμενο τόσο πυκνό και περιεκτικό.

Για τον Χόνετ, ο κόσμος μας θα πρέπει να αλλάξει ριζικά. Η πολιτική του τοποθέτηση, έχω την αίσθηση, τον φέρνει κοντύτερα στην σοσιαλδημοκρατία παρά στις ριζοσπαστικές εκδοχές τής Αριστεράς -κι εδώ, προφανώς, δεν ανήκουν οι εναπομείνασες σταλινικές οργανώσεις. Σε αντίθεση, όμως, με τους τωρινούς σοσιαλδημοκράτες και, εν γένει, κεντροαριστερούς, ενδιαφέρεται όχι για τη βελτίωση του καπιταλισμού – η οποία, άλλωστε, πια θα πρέπει να αποδειχτεί πως δεν αποτελεί την κατεξοχήν χίμαιρα- αλλά για την επαναφορά τού σοσιαλισμού ως κανονιστικού οράματος για μια καταστατικά «άλλη» κοινωνία. Η συγκαιρινή μας σοσιαλδημοκρατία χρησιμοποιεί -στον τίτλο της και μόνο, πουθενά αλλού- τον όρο χωρίς, πλέον, το παραμικρό περιεχόμενο. Ως μετέωρο σημαίνον, άδειο και επιδεχόμενο «όλα τα περιεχόμενα», όπως, κατά προφανή ειρωνεία, το θέτουν για τον λαϊκισμό οι θεωρητικοί του, με πρώτο τον Λακλάου. Η λέξη σοσιαλισμός, λοιπόν, αντιστοιχεί σε μια soft, ισχνή και ρηχή ιδεολογία, που, όπως έδειξε και η πρόσφατη ιστορία, πάει με όλα – ακόμη και με τον θατσερισμό.

Αντίθετα, για τον Χόνετ, ο σοσιαλισμός συνιστά μια «βαθιά» ιδεολογία. Η οποία αναδεικνύει πόσο η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση έμεινε μετέωρη και ανολοκλήρωτη στο μέτρο που, με δεδομένη τη φιλελεύθερη σύλληψη της ελευθερίας ως περιορισμένης στην επιδίωξη ιδιωτικών συμφερόντων, έκανε αδύνατη την υλοποίηση των δύο άλλων συστατικών τού επαναστατικού προτάγματος, δηλαδή, της ισότητας και της αδελφότητας-αλληλεγγύης. Όπως χαρακτηριστικά το θέτει, «ο κανονιστικός στόχος τής αδελφοσύνης και της αλληλοϋποστήριξης δεν μπορεί να υλοποιηθεί ούτε στο ελάχιστο, για τον λόγο ότι ο άλλος στόχος, εκείνος της ελευθερίας, δεν γίνεται αντιληπτός παρά μόνο στις κατηγορίες ενός ιδιωτικού εγωισμού, όπως αυτός έχει αποτυπωθεί στις ανταγωνιστικές σχέσεις τής καπιταλιστικής αγοράς» (σελ. 35).

Ο σοσιαλισμός αποτελεί ριζική τομή στο μέτρο που αντιλαμβάνεται την «ελευθερία τού καθενός» όχι ως «φραγμό», αλλά ως «μέσο» για την ελευθερία όλων των άλλων. «Σε μια «ένωση ελεύθερων παραγωγών», όπως πρόκειται να αποκληθεί σε [σοσιαλιστικά] γραπτά, τα μέλη [της κοινωνίας] δεν συνδέονται πια μεταξύ τους μέσω μιας ανώνυμης σύμπλεξης των ατομικών σκοπών τους, αλλά μοιράζονται την έγνοια για την αυτοπραγμάτωση όλων των άλλων» (σελ. 43). Ο Χόνετ θα συνεχίσει επισημαίνοντας πως οι ανθρώπινες ανάγκες απαιτούν για την ικανοποίησή τους τη σύμπραξη άλλων υποκειμένων. Θα παραπέμψει στον Χέγκελ, για να υπογραμμίσει -αντίθετα προς τα φιλελεύθερα δόγματα- πως τα υπόλοιπα, εκτός του ιδιώτη εμού, μέλη της κοινωνίας μπορούν πλέον να θεωρηθούν όχι ως δυνάμει υπαίτιοι περιορισμού των προθέσεων του καθενός, αλλά ως απαραίτητοι συνεργάτες για την πραγμάτωσή τους. Έτσι ώστε να ενεργούμε όχι μόνο «με τον άλλο», αλλά και «για τον άλλο». «[Τ]α άτομα δεν μπορούν να κάνουν χρήση τής αυτονομίας τους όσο δεν ζουν σε μια κοινότητα που να θέτει στη διάθεσή τους συγκεκριμένες δυνατότητες υλοποίησης των εκάστοτε επιδιωκόμενων στόχων τους» (σελ. 52). «Αυτή η ολιστική αντίληψη, το να θεωρείται δηλαδή η αλληλέγγυα κοινότητα και όχι πια το μεμονωμένο άτομο φορέας τής ελευθερίας που πρέπει να υλοποιηθεί, αποτέλεσε την αφετηρία τού σοσιαλιστικού κινήματος» (σελ. 54).

Με δυο λόγια, η επιδίωξη της κοινωνικής ελευθερίας, της μόνης δυνατής, θα έλεγα, είναι η ορθολογική κατάληξη της επανάστασης.

Μόνο που η ισχυρή αυτή ιδέα, σύμφωνα με τον Χόνετ, αυτοπεριορίστηκε στον οικονομικό τομέα, ενώ η επέκταση της δράσης της τόσο στον πολιτικό όσο και στον ιδιωτικό χώρο θα την έκανε ακόμη ισχυρότερη. Η επιδίωξη, δηλαδή, της κοινωνικής ελευθερίας σε όλους τους τομείς τής κοινωνικής και προσωπικής ζωής ήταν sine qua non όρος για μια καθολική και βιώσιμη υλοποίηση των επαναστατικών στόχων τού 1789 (ή του 1793; Χ.Λ.). Ο ενδιάθετος, ωστόσο, οικονομισμός τού ιστορικού σοσιαλισμού και η αδυναμία του να αντιληφθεί την προϊούσα λειτουργική διαφοροποίηση της κοινωνίας δεν επέτρεψε την κατανόηση αυτού του προφανούς.

Αυτό, σε συνδυασμό με την ιδέα πως το ήδη υπαρκτό  και διαρκώς αυξανόμενο προλεταριάτο αποτελεί την κατεξοχήν δύναμη μετασχηματισμού, καθώς και με την πίστη στον αναπόφευκτο θρίαμβο του σοσιαλισμού στο μέτρο που οι δεδομένες παραγωγικές σχέσεις θα καταρρεύσουν νομοτελειακά στο εγγύς μέλλον, είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση, προϊόντος του χρόνου και των αλλαγών που αυτός έφερε, από την πραγματικότητα. Και, επομένως, μας εμπόδισε, για πολύ καιρό, «να αντιληφθούμε την ιστορική εξέλιξη ως μια διαρκώς ανανεούμενη σειρά προκλήσεων, η δυνατότητα των οποίων να επιφέρουν κοινωνικές βελτιώσεις δεν θα μπορούσε να διερευνηθεί παρά μόνο μέσω πειραματισμών και δοκιμών» (σελ. 89).

Μπορεί, άραγε, να διορθωθούν τα παραπάνω; Μπορεί ο σοσιαλισμός, η σύλληψη μιας πραγματικά «άλλης ζωής», να επανέλθει στο προσκήνιο; Μπορεί να αρθεί αυτή η βαριά καταθλιπτική αίσθηση της απουσίας μέλλοντος, αυτός ο «παροντισμός» που δεν συντηρεί μόνον ίδια τα πράγματα, αλλά τα κάνει χειρότερα;

Κατά την γνώμη τού Χόνετ και μπορεί και είναι αναγκαίο.

Για να γίνει, όμως, αυτό θα πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να αρθούν οι παραπάνω περιγραφόμενοι περιορισμοί τού ιστορικού σοσιαλισμού. Έτσι ώστε, να ανοίξει ο δρόμος για ένα εκτεταμένο πεδίο κοινωνικών πειραματισμών, που μέσα από δοκιμή και λάθος θα επεκτείνει διαρκώς τον χώρο τής κοινωνικής ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλοϋποστήριξης, δηλαδή, του σοσιαλισμού. Εδώ, ο Καστοριάδης, ο Χάμπερμας, ο Ντιούι, αλλά και ο Έρικ Όλιν Ράιτ , έχουν πολλά να μας μάθουν. Κυρίως, επισημαίνοντας πως υπάρχει μια τάση «διεύρυνσης των ορίων τής επικοινωνίας και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, που διατρέχει την ανθρώπινη ιστορία» (σελ. 128) και επιτρέπει να αισιοδοξούμε πως τα πράγματα μπορούν να βελτιωθούν πολύ.

«Τελειωμένη ιστορία μοιάζει η πεποίθηση περί μιας εγγενούς στον καπιταλισμό τάσης αυτοκαταστροφής, τελειωμένη και η ελπίδα για μια γεννημένη από τον καπιταλισμό τάξη, που φέρει εντός της το σπέρμα τού καινούργιου» (σελ. 185). Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να ανανεώσουμε το παλαιό όραμα μιας οικονομικά διευθυνόμενης κοινωνίας με εκείνο μιας, σε όλους τους κοινωνικούς τομείς,  δημοκρατικής μορφής ζωής.

Ο Χόνετ συγκεφαλαιώνει, με εξαιρετικό τρόπο, μέρος των κριτικών που έχουν ασκηθεί στον σοσιαλισμό, στον μαρξισμό, για να είμαστε πιο ακριβείς, και παρουσιάζει την πρότασή του με εμβρίθεια και εντιμότητα. Από αυτήν την άποψη, σε αντίθεση με την μεγάλη πλειοψηφία των  σοσιαλδημοκρατών, μας προσφέρει ένα έργο, που η μελέτη του είναι χρήσιμη ακόμη και για την «ριζοσπαστικότερη» των Αριστερών. Η ανάγνωσή του συστήνεται ανεπιφύλακτα, μ’ όλο που έχω πλείστες όσες αντιρρήσεις.

Φυσικά, δεν μπορώ να τις αναπτύξω εδώ ούτε στοιχειωδώς.  Αξιοποιώντας ένα μόνο, πρωτόλειο μάλιστα, έργο τής πρώιμης σοσιαλιστικής γραμματείας, το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, θα παραθέσω -με δικά μου λόγια, συχνότερα- κάποιες διατυπώσεις, που, νομίζω, δείχνουν πόσο ο Μαρξ, τουλάχιστον, δεν ήταν καθόλου ανυποψίαστος για όσα τού καταλογίζονται ως «άγνοια».

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως μιλούσε όχι για εργατική τάξη, αλλά για εργατικές τάξεις, στον πληθυντικό, κάθε άλλο παρά έχοντας την ιδέα τού ήδη, αντικειμενικά δοσμένου, «υποκειμένου» τής σοσιαλιστικής επανάστασης. Μόνο η πολιτική παρέμβαση θα διαμόρφωνε την τάξη ως αυτόνομη και αυτοσυνείδητη συλλογικότητα: χωρίς αυτήν τίποτε. Σε ό,τι αφορά δε την πορεία τής ταξικής διαμόρφωσης δεν κατανοώ πραγματικά γιατί τού αποδίδεται αστοχία, όταν, σήμερα, στις ανεπτυγμένες οικονομικά μητροπόλεις τού καπιταλισμού η μισθωτοποίηση αγγίζει το 90% του πληθυσμού, ενώ στην εποχή τού Μαρξ η μεγάλη πλειοψηφία ήταν αγρότες και μικροτεχνίτες.

Το ό,τι η κατάσταση είναι «σύνθετη και πολύπλοκη» δεν υποδεικνύει κάτι για τον Μαρξ, παρά για τα καθήκοντα των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών. Και μην πει κανείς πως η μαρξική προσέγγιση έχει εμμονή με τη βιομηχανική εργατική τάξη – ο ίδιος φρόντισε να εξηγήσει πως π.χ.  και ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός είναι μέλος τού προλεταριάτου, εφόσον δεν έχει στην ιδιοκτησία του τίποτε πέραν της εργασιακής του δύναμης.

Επιπλέον, καθόλου, μ’ όλο που κάποιες «ενθουσιώδεις» διατυπώσεις μπερδεύουν τα πράγματα, δεν υπήρχε μια αίσθηση «κομμουνιστικού αναπόφευκτου», στο μέτρο που μπροστά βρισκόταν το δίλημμα «σοσιαλισμός ή ερείπια». Και στο ενδιάμεσο μια εξέλιξη του καπιταλισμού, της οποίας η μαρξική περιγραφή αποδείχτηκε τόσο ακριβής, που δεν μπορεί παρά να προκαλεί έκπληξη και θαυμασμό – 150 χρόνια πριν, η «παγκοσμιοποίηση» προβλέπεται με απίστευτη ακρίβεια και γλαφυρότητα. Επανέρχομαι: Η επανάσταση δεν έκρυβε καμιά νομοτέλεια. Όπως γράφηκε το 1847 ήδη, «σε περίπτωση επανάστασης» κλπ. κλπ.  Σε περίπτωση – αν και εφόσον.

Σε ό,τι αφορά τώρα τη δημοκρατία και την ατομική αυτοδιάθεση, μεταφέρω κατά λέξη.

«Παρουσιάστηκε έτσι η ποθητή ευκαιρία στον «αληθινό σοσιαλισμό» να αντιπαραθέσει στο πολιτικό κίνημα τις σοσιαλιστικές διεκδικήσεις, να εξακοντίσει τα κληρονομημένα αναθέματα ενάντια στον φιλελευθερισμό, στην αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, στον αστικό ανταγωνισμό, στην αστική ελευθερία τού τύπου, στο αστικό δίκαιο, στην αστική ελευθερία και ισότητα, και να διακηρύξει προς τις λαϊκές μάζες πως τίποτα δεν έχουν να κερδίσουν ακολουθώντας το αστικό κίνημα, κι ακόμα περισσότερο, θα τα χάσουν όλα». Δεν μοιάζει σαν κριτική στον ίδιο τον Μαρξ, όπως παρουσιάζεται σήμερα, από τον ίδιο τον Μαρξ; Και, για μεγαλύτερη σαφήνεια: «[Τ]ο πρώτο βήμα στην επανάσταση [για το προλεταριάτο…] είναι να κερδίσει τη μάχη τής δημοκρατίας». Βλέπουμε, λοιπόν, πολλή πολιτική και ελάχιστη «νομοτέλεια». Αυτή η δέσμευση, άλλωστε, στην πολιτική είναι που ξεχωρίζει τον μαρξικό σοσιαλισμό από τον αναρχισμό, όπως σημειώνει ο Χομπσμπάουμ. Η σύστοιχη δέσμευση στη δημοκρατία με τη βαθύτερη έννοια εμφανίζεται στο δεδομένο πως «η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο τής ίδιας τής εργατικής τάξης». Γι’ αυτό, άλλωστε, η πρώιμη επαναστατική φιλολογία «είναι αντιδραστική. Διδάσκει ένα γενικό ασκητισμό και μια χοντροκομμένη εξίσωση».

Και τι είναι η αταξική κοινωνία τού μέλλοντος; Μια ένωση, «όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι ο όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων». Προσοχή! Πρώτα «του καθενός», μετά «όλων». Ο στόχος είναι η ατομική αυτοπραγμάτωση των ανθρώπων. Οι κοινωνικές αλλαγές είναι μέσα για την επίτευξη αυτού.

Θα κλείσω λίγο παράξενα. Με τις Αναμνήσεις του Τοκβίλ, όπως μεταφέρονται από τον Γεράσιμο Βώκο, στον πρόλογο της έκδοσης του Μανιφέστου από το «Βήμα»:

«Αλλά ένας οξυδερκής παρατηρητής και μεγάλος πολιτικός συγγραφέας, ο Τοκβίλ, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων  στο Παρίσι, σημειώνει […] το λόγο που εκφώνησε στο Κοινοβούλιο στις αρχές του 1848: «Πολύ σύντομα ο πολιτικός αγώνας θα γίνει ανάμεσα σε αυτούς που έχουν και σε αυτούς που δεν έχουν. Το μεγάλο πεδίο μάχης θα είναι η ιδιοκτησία […]». Απευθυνόμενος στους συναδέλφους του κοινοβουλευτικούς, τούς ρωτάει: «Μα δεν βλέπετε ότι τα πάθη (των εργαζόμενων τάξεων) από πολιτικά έχουν γίνει κοινωνικά;». Και […], θυμίζοντάς τους την κατάρρευση του καθεστώτος το 1830: «Πιστεύετε πως ήταν σύμπτωση; […] Όχι, κύριοι, υπάρχει μια άλλη αιτία: η τάξη που κυβερνούσε τότε είχε γίνει ανίκανη να κυβερνήσει, λόγω της αδιαφορίας της, του εγωισμού της και της διαφθοράς της».

Λόγια στον βρόντο, γιατί ο αριστοκράτης Τοκβίλ γνωρίζει καλά ότι: «Όλοι οι πολιτικοί άνδρες είχαν συνηθίσει, κατά τη διάρκεια αυτής της μακράς κοινοβουλευτικής κωμωδίας να χρωματίζουν πέρα από κάθε μέτρο την έκφραση των συναισθημάτων τους, να υπερβάλλουν με τρόπο υβριστικό τις σκέψεις τους και να γίνουν έτσι ελάχιστα ικανοί να μετρήσουν το πραγματικό και το αληθινό». Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αναρωτιέται μελαγχολικά ο Τοκβίλ, όταν η ανατροπή μιας κυβέρνησης «απειλεί την περιουσία τού ενός, κάνει τον άλλο να φοβάται για την προίκα τής κόρης του, ενώ ο τρίτος αγωνιά για τη σταδιοδρομία τού γιου του;». Παρατηρώντας τους συναδέλφους του στο Κοινοβούλιο, ο Τοκβίλ τολμάει, για λογαριασμό του τώρα, την εξής σύγκριση: «Συνέκρινα μέσα μου όλους αυτούς τους νομοθέτες με σκυλολόι που το τραβάει κάποιος από τη γούρνα, με το στόμα του ακόμη μισογεμάτο»».

Αν ο Μαρξ κατηγορείται για «αυταρχική μισαλλοδοξία», τι να πει κανείς για τον Τοκβίλ, όταν μιλά για τους συναδέλφους του;

Το πολύτιμο βιβλίο τού Χόνετ, επαναφέροντας τη συζήτηση για την Ιδέα του σοσιαλισμού, μας δίνει την ευκαιρία να ξανασκεφτούμε όλα αυτά και πολλά ακόμη αναγκαία, αν θέλουμε, πραγματικά, να αλλάξει ο κόσμος.

-------------------

* Axel Honneth, Η ιδέα του σοσιαλισμού (μετάφραση: Μαρία Τοπάλη (Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2018), σελ. 220

 

Πηγή alterthess

 

 

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Από την σκοπιά της αιωνιότητας – Sub specie aeternitatis (Hegel ή Spinoza)



του Χρήστου Λάσκου


Στον Τάσο Γλαντζή και τον Γεράσιμο Βώκο

Pierre Macherey, Hegel ή Spinoza (μτφρ.: Τάσος Μπέτζελος), Εκδόσεις Angelus Novus 2019, σελ. 340.



Η έκδοση του Hegel ή Spinoza στα ελληνικά αποτελεί ένα δώρο στην ελληνική φιλοσοφική βιβλιογραφία, η αξία του οποίου είναι πραγματικά ανυπολόγιστη. Οι εκδόσεις Αngelus Νovus και ο ακαταπόνητος Τάσος Ευσταθίου μας προσέφεραν, λίγο πριν τις γιορτές, ένα από τα δύο-τρία καλύτερα φιλοσοφικά βιβλία που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Αν προστεθεί, δε, και η καταπληκτική μετάφραση από τον Τάσο Μπέτζελο, τότε δεν υπάρχει έπαινος που θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικός γι’ αυτήν την προσφορά.

Το βιβλίο του Μασρέ, με πρώτη έκδοση στα γαλλικά το 1979 –η ελληνική μετάφραση έγινε από τη δεύτερη, του 1990– είναι ένα αληθινό διαμάντι της παγκόσμιας σπινοζικής βιβλιογραφίας. Ενώ ο Σπινόζα είναι, αντίστοιχα, ο «αναπόδραστος» φιλόσοφος: όποιος ασχολείται με τη φιλοσοφία δεν μπορεί να τον αγνοήσει.

Όπως ο ίδιος ο Χέγκελ –το πρώτο μέλος της διάζευξης του τίτλου, αν πρόκειται για διάζευξη– το θέτει,

[ο] Σπινόζα συνιστά σε τέτοιον βαθμό κομβικό σημείο για τη νεότερη φιλοσοφία, ώστε μπορούμε πράγματι να πούμε ότι έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ σπινοζισμού και καθόλου φιλοσοφίας (du hast entweder den Spinozismus oder keine Philosophie) [1].

Ο Χέγκελ, βέβαια, μετά την πρώτη αυτή παραδοχή, θα επιχειρήσει να παρουσιάσει το εγχείρημα του Σπινόζα, «απ’ όπου διακρίνεται το απόλυτο», ως σπουδαίο τόσο όσο και αδιέξοδο. Όπως σημειώνει ο Μασρέ,

ο Spinoza επέχει κατά τον Hegel θέση προδρόμου: κάτι ξεκινάει με εκείνον. Ωστόσο, ο Spinoza δεν είναι παρά πρόδρομος, αυτό που ξεκινάει με εκείνον δεν καταλήγει κάπου, κατά τον τρόπο μιας σταματημένης σκέψης που στερεί από τον εαυτό της τη δυνατότητα να επιτύχει τον σκοπό που εντούτοις η ίδια έχει υποδείξει. Γι’ αυτό ακριβώς ο Hegel ανακαλύπτει στο έργο του Spinoza όλα τα χαρακτηριστικά μιας αποτυχημένης απόπειρας, η οποία προσκρούει σε ανυπέρβλητες δυσκολίες, που η ίδια έχει ορθώσει μπροστά της (σελ. 27).

Ο Μασρέ θα δείξει με πολύ πειστικό, νομίζω, τρόπο πως ο Χέγκελ έχει άδικο. Θα του προσάψει, μάλιστα, μια μείζονα παρεξήγηση: στην πραγματικότητα, ως προς πολλά από τα ουσιώδη και σημαντικά, η εγελιανή και η σπινοζική φιλοσοφία βρίσκονται πολύ κοντά. Πράγμα που σημαίνει πως ο Σπινόζα προηγείται όχι μόνο χρονικά. Ο Αλτουσέρ στα Στοιχεία αυτοκριτικής κάνει λόγο για «προκαταβολική επανάληψη του Hegel από τον Spinoza». Ο Μασρέ, όχι μόνο προσυπογράφει, αλλά υπερακοντίζει αυτή την περιεκτική διατύπωση.

Γιατί, όμως, έχει τόσο μεγάλη σημασία γι’ αυτούς τους Γάλλους μαρξιστές, με την μεγάλη επίδραση στη παγκόσμια Αριστερά τις δεκαετίες ’60 και ’70, η σχέση Χέγκελ και Σπινόζα; Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ιστορία της μαρξιστικής Αριστεράς και στον τρόπο με τον οποίο αυτή διαχρονικά είχε αντιληφθεί και ασκήσει την πρακτική της φιλοσοφίας. Για τους αλτουσεριστές –και ο Μασρέ είναι εξέχων ανάμεσά τους–, η προνομιακή σχέση της κομμουνιστικής φιλοσοφικής πρακτικής με τον εγελιανισμό ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και αντιπαραγωγική. Ο Χέγκελ ήταν κάθε άλλο παρά καλός σύμμαχος σε αυτήν την «ταξική πάλη στον χώρο της θεωρίας», που αποτελεί η φιλοσοφία. Ως σύμμαχος, ο Σπινόζα ήταν πολύ καταλληλότερος για τους ανθρώπους που ήταν στρατευμένοι στην υπόθεση της εργατικής –και έτσι πανανθρώπινης- χειραφέτησης.

Ο Σπινόζα, ό,τι κι αν νομίζει ο Χέγκελ, έχει όλα τα καλά του Χέγκελ και κανένα από τα μειονεκτήματά του. Ο Μασρέ, αποδομώντας την κριτική του Χέγκελ, το αποδεικνύει με πολύ γλαφυρό και βαθύ τρόπο. Αποδεικνύει, δηλαδή, πως ο Σπινόζα έχει να μας πει περισσότερα –όσο κι αν ήρθε πρώτος, σε μια απόσταση δύο αιώνων από τον γερμανικό ιδεαλισμό:

Λέμε «Hegel ή Spinoza» και όχι το αντίστροφο. Διότι ο Spinoza είναι εκείνος που συνιστά την αληθινή εναλλακτική δυνατότητα προς την εγελιανή φιλοσοφία (σελ. 22).

Από τη σημερινή οπτική γωνία, νομίζω, πως το βιβλίο του Μασρέ έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο μέτρο που μας μαθαίνει τον Σπινόζα παρά για το γεγονός πως αποδομεί τον Χέγκελ. Αποτελεί μια πραγματικά εξαιρετική έκθεση της σπινοζικής φιλοσοφίας, που παρέχει τις καλύτερες σκαλωσιές προκειμένου να ακουμπήσουμε σε όλους τους σημαντικούς αρμούς του έργου του Σπινόζα.

Του φιλόσοφου που αναζήτησε το «υπέρτατο αγαθό» στη χαρά και την κατάφαση του κόσμου. Κατάφαση που βασίζεται στη γνώση του «Θεού», δηλαδή της «Φύσης», γνώση που μπορεί να συλλάβει το απόλυτο, το πραγματικό. Η γνώση συνιστά μια πραγματική διαδικασία που εμπεριέχει τις προϋποθέσεις της αντικειμενικότητάς της. Εφόσον «υπάρχει μια αληθινή ιδέα», εφόσον «η αλήθεια είναι δείκτης του εαυτού της και του σφάλματος», μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο και η γνώση μας να είναι αντικειμενική. Αυτή η «αισιοδοξία» κάνει τη χαρά εφικτή για μας.

Η τόση και τόσο εμπεριστατωμένη κατάφαση είναι που κάνει τον Σπινόζα σύμμαχο όλων όσων παλεύουν για την χειραφέτηση, ώστε να πάψουν οι άνθρωποι «να αγωνίζονται για την σκλαβιά τους σα να πρόκειται για την ελευθερία τους».

Έχουμε τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης, μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό (την Φύση), την απόλυτη, πραγματική, υπόσταση και γνωρίζοντας μπορούμε να διαμορφώσουμε μια πρακτική της χαράς για μας και για όλους τους ανθρώπους. Γίνεται –και ο Σπινόζα είναι ο καλύτερος στην επιχειρηματολόγηση αυτής της σωτήριας δυνατότητας. Μπορούμε να δούμε sub specie aeternitatis (από την σκοπιά της αιωνιότητας), γιατί η αιωνιότητα δεν είναι αριθμός, αλλά συνθήκη. Ανήκουμε οι ίδιοι στην υπόσταση ( τον Θεό ή Φύση) ως τροποποιήσεις της κι έτσι μοιραζόμαστε την αιωνιότητά της. Ας το καταλάβουμε, ας περιορίσουμε (ας καταργήσουμε, καλύτερα, όσα απομειώνουν τη δύναμή μας –την εκμετάλλευση, την κυριαρχία) και ας χαρούμε γνήσια. Όλη η Ηθική είναι αφιερωμένη να το αποδείξει –και τα καταφέρνει.

Αντιγράφω τα λόγια του Μασρέ:

Η υπόσταση είναι απολύτως άπειρη επειδή ακριβώς περιλαμβάνει την απειρία των κατηγορημάτων. Ως εκ τούτου, η ενότητα της υπόστασης δεν είναι μια αριθμητική ενότητα: δεν υποδηλώνει την ύπαρξη ενός ατόμου που δεν θα μπορούσε να αναχθεί σε κανένα άλλο λόγω της απλότητας της φύσης του. η υπόσταση δεν είναι ένα ον, και αυτή ακριβώς είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση της μοναδικότητάς της: είναι ό,τι υπάρχει και μπορεί να κατανοηθεί, το οποίο επομένως δεν έχει την αιτία του παρά μονάχα στον εαυτό του. ωστόσο, αυτή η πληρότητα του είναι, αυτή η απόλυτη κατάφαση εαυτού που συγκροτεί την υπόσταση δεν μπορεί να είναι η κενή μορφή του Ενός που θα ήταν μόνο Ένα, ή το οποίο δεν θα ήταν –αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι- παρά ένα Ένα: είναι αυτή η απείρως διάφορη πραγματικότητα η οποία περιλαμβάνει όλα τα κατηγορήματα και εκφράζεται στην απειρία τους. δεν πρόκειται για την πραγματικότητα ενός Όντος που θα εμπεριέκλειε ήδη αυτήν την ολότητα, δυνάμει μιας αρχικής παροχής, αλλά πρόκειται κατ’ αρχάς για την πραγματικότητα μιας ακατανίκητης κίνησης…» (σελ. 158).

Ο Σπινόζα, λοιπόν. Που αρνήθηκε τη θέση που του προσφέρθηκε στη Χαϊδελβέργη γιατί θεωρούσε πως η αποδοχή επίσημων θέσεων θα περιόριζε τη φιλοσοφική του ελευθερία. Την ίδια θέση αποδέχτηκε ασμένως ο Χέγκελ δυο αιώνες αργότερα για «να διδάσκει τη φιλοσοφία του».

Για τον Σπινόζα,

[η] φιλοσοφία καταργεί τον φόβο και αγνοεί την υπακοή [αποστρέφεται, λοιπόν, ριζικά την επισημοποίηση]» […] «Η φιλοσοφία του Hegel διδάσκεται σε μαθητές από την κορυφή προς τη βάση. [Η] φιλοσοφία του Spinoza μεταδίδεται σε συνοδοιπόρους, επί ίσοις όροις.

Το Hegel ή Spinoza είναι ένα «δύσκολο» βιβλίο. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα έπρεπε να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη.


ΥΓ. Η αφιέρωση στον Τάσο και τον Γεράσιμο είναι αυτόδηλα εξηγήσιμη. Και οι δύο ήταν πραγματική κατάφαση της ζωής. Με τα μυαλά του Σπινόζα, όπως θα καταλάβατε, δεν ήταν – Είναι.

------------------------------------
[1].  G. W. F. Hegel, Παραδόσεις για την ιστορία της φιλοσοφίας, κεφάλαιο “Spinoza”


Πηγή alterthess

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Ο Λούκατς και η εποχή μας


του Χρήστου Λάσκου


Κωνσταντίνος Καβουλάκος, Ιστορία και πράξη –Η φιλοσοφία της πράξης του Γκέοργκ Λούκατς, εκδ. Τόπος, σελ. 300



[Η ορθή γνώση της ολότητας] επιφέρει μια αντικειμενική δομική αλλαγή στο αντικείμενο της γνώσης
ΓΚΕΟΡΓΚ ΛΟΥΚΑΤΣ



Έχει, άραγε, μια μικρή έστω αξία η ενασχόληση σήμερα με το έργο θεωρητικών, όπως ο Γκέοργκ Λούκατς; Σημαίνει τίποτε το έργο του για μας, τους ανθρώπους της πρώτης εικοσαετίας του 21ου αιώνα; Ή είναι ενδιαφέρον, απλώς, από την άποψη μιας ορισμένης ιστορίας των ιδεών, η οποία γράφεται λόγω ακαδημαϊκής εμμονής του συγγραφέα της;

Να το ρωτήσω κι αλλιώς: δεδομένου ότι η στήλη που φιλοξενεί τα λόγια που διαβάζετε είναι μια στήλη βιβλιοκριτικής, η οποία, όμως, κάθε άλλο παρά κρύβει την αριστερή της «στράτευση», αξίζει να ασχολούμαστε μ’ «αυτά», όταν ο κόσμος καίγεται;

Για τον Καβουλάκο, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αποφασιστικά καταφατική:

«Η ανανέωση της κριτικής θεωρίας περνά σήμερα μέσα από την θεωρητική ανάδειξη των περιεχομένων της ζωής του παρόντος που βρίσκονται σε διακινδύνευση εξαιτίας του ότι μερικευτικά κοινωνικά συμφέροντα ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα εις βάρος τους. Όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, αλλά και η συνεχιζόμενη παγκόσμια κρίση, η δυναμική της επιβολής τέτοιων συμφερόντων […] δεν είναι απεριόριστη, η εκτύλιξή της δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συνεχίζεται επ’ άπειρον χωρίς το ξέσπασμα κρίσεων και την προσφυγή στη βία για τη σταθεροποίηση του κλυδωνιζόμενου καθεστώτος. Γι’ αυτό και […] η έλευση της βαρβαρότητας σε εκσυγχρονισμένη μορφή δεν έχει πάψει ούτε στιγμή να αποτελεί ανοικτή δυνατότητα και εν μέρει ήδη πραγματωμένο γεγονός.

Η εκ νέου ανάδυση του κλασσικού διλήμματος «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» δεν είναι μέρος μιας επικής αφήγησης για την ιστορική πρόοδο, ούτε μιας δραματικής σκηνοθεσίας κάποιας υποτιθέμενης «αιώνιας ανθρώπινης τραγωδίας». Αποτελεί μάλλον την υπόμνηση του γεγονότος ότι κάθε πρακτική ευκαιρία για τον μετασχηματισμό του κόσμου, η οποία χάνεται κατά τη διαρκώς ανανεωνόμενη διαλεκτική αντιπαράθεση μεταξύ πραγμοποίησης και αποπραγμοποίησης, σηματοδοτεί ένα βήμα υποχώρησης απέναντι την αυτοκαταστροφική τάση μιας κατά βάση παράλογης θέλησης για «ορθολογική κυριαρχία». Οσοδήποτε μικρή κι αν είναι, κάθε υποχώρηση ανοίγει λίγο περισσότερο τη ρωγμή της ιστορίας, μέσα από την οποία μπορεί να αναδυθεί κι έτσι να επαναληφθεί το αδιανόητο. Αν μη τι άλλο, απέναντι στο καθησυχαστικό νανούρισμα της «τραγικής μοίρας» μιας τέτοιας αιώνιας επιστροφής του ίδιου, ο Λούκατς υπέδειξε τον θεωρητικό και πρακτικό δρόμο του ανυποχώρητου αγώνα ενάντια σε τέτοια πισωγυρίσματα» (σελ. 279-280).

Στα λόγια του Καβουλάκου αντηχεί, νομίζω, έντονα η πεποίθηση του Μπένγιαμιν, σύγχρονου του Λούκατς, πως ο ριζικός μετασχηματισμός του κόσμου, η Επανάσταση, συνιστά επείγον «καθήκον», πρώτα απ’ όλα για να αποτραπεί η βαρβαρότητα. Όπως και τότε, όταν η ήδη επελαύνουσα βαρβαρότητα των Μεγάλων Πολέμων, των φασισμών, του ναζισμού, του σταλινισμού, των καταστροφικών οικονομικών κρίσεων έφτιαξε τις ρωγμές, μέσα από τις οποίες «αναδύθηκε το αδιανόητο». Νομίζω, λοιπόν, πως το νέο βιβλίο του για τον Λούκατς είναι απότοκο αυτής της πεποίθησης και της σύστοιχης αγωνίας του. Αγωνίας που μόνο όσοι βαριά εθελοτυφλούν δεν έχουν.

Το βιβλίο του, λοιπόν, μας δίνει μια εξαιρετική δυνατότητα να σκεφτούμε πάνω σε πολλά από τα κρίσιμα ζητήματα της μετασχηματιστικής πολιτικής πράξης, τα ζητήματα της επαναστατικής πολιτικής, με άλλα λόγια, καθώς και στα γνωσιοθεωρητικά και οντολογικά συμφραζόμενα τους. Το θέμα του αξονίζεται γύρω από το περίφημο έργο του Λούκατς Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, που σηματοδοτεί και την στροφή του τελευταίου προς τον μαρξισμό. Όμως ο Καβουλάκος δεν μας προσφέρει απλώς μια ανάλυση του συγκεκριμένου καθοριστικού έργου του Λούκατς, αλλά ερευνά την πορεία που οδηγεί σε αυτό, τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις του, τις εκλεκτικές του συγγένειες με τις πνευματικές διαμάχες που προηγήθηκαν της συγγραφής του, τις εννοιολογικές οφειλές και τις ασυνέχειες.

Πρόκειται για μια εργασία πολύ πυκνή, πολύ πλούσια και πολύ απαιτητική – προφανώς για τον συγγραφέα της, ακόμη περισσότερο για τον αναγνώστη. Ωστόσο, η συζήτηση για τα μεγάλα θέματα της εποχής δεν μπορεί παρά να είναι «δύσκολη» και απαιτητική – σήμερα, περισσότερο κι από άλλοτε, δεν υπάρχει βασιλική οδός. Εκτός κι αν η φιλοδοξία μας σταματάει στην παρέμβαση σε όσα διαμείβονται μεταξύ των πόλων του δικομματισμού και των οργανικών τους (!) διανοούμενων. Εκτός, δηλαδή, αν η φιλοδοξία μας σταματάει στις κρίσεις περί της προοδευτικής συμμαχίας και της «δίκαιης ανάπτυξης» ή της «αντιαναπτυξιακής φορολογίας» και του αναγκαίου «ευρωπαϊσμού».

Αν δεν σταματάει σε αυτά, τότε δεν υπάρχει παρακαμπτήριος δρόμος, που να αποφεύγει τη βουτιά στα βαθιά, με όλες της τις απαιτήσεις.

Ο Καβουλάκος αναλαμβάνει αυτό το έργο και το κάνει πολύ καλά. Παρουσιάζοντας, μέσα από την ανάλυση της εξέλιξης της σκέψης και της εννοιολογίας του Λούκατς, τη ιστορική φιλοσοφική συζήτηση αναφορικά με τα ζητήματα της [λογικής] μορφής και του [ανορθολογικού] περιεχομένου, του υποκειμένου και του αντικειμένου, της συνείδησης και της πράξης, του παν-λογισμού ή του ακατάληπτου, εν τέλει, πράγματος καθεαυτό [όποιες ονομασίες κι αν δοθούν σε αυτό] διατρέχει, επαρκέστατα, την συζήτηση με σταθμούς τον Καντ, τον Φίχτε, τον Χέγκελ, μέχρι και τους νεοκαντιανούς Ρίκερτ και Λασκ. Κεντρικό ζητούμενο αυτής της συζήτησης δεν είναι παρά η πραγμάτευση του ζητήματος της ανορθολογικότητας του περιεχομένου, όσο κι αν οι λογικές μορφές εξελίσσονται προκειμένου να τιθασεύσουν αυτήν την ανορθολογικότητα.

Με απλά λόγια, το θέμα είναι αν μπορεί να συλληφθεί το όντως ον, η «πλήρης» πραγματικότητα, δεδομένου ότι τα άμεσα δοσμένα στην αντίληψή μας εμπειρικά πράγματα και γεγονότα επιδέχονται τόσο πολλούς προσδιορισμούς, που είναι αδύνατο να καταγραφούν όλοι επιτρέποντας την ολοκληρωτική σύλληψή τους. Από την καντιανή αναλυτική, που μας έδωσε μια εμβριθή ταξινόμηση των βασικών εννοιών και κατηγοριών, με τις οποίες επιχειρούμε να συλλάβουμε το πραγματικό, αλλά πάντοτε με κάποιο άγνωστο υπόλοιπο, στο μέτρο που το «πράγμα καθεαυτό», το πράγμα στο βάθος του πράγματος είναι αδύνατο να γίνει πλήρως γνώσιμο μέχρι την εγελιανή διαλεκτική που ισχυρίστηκε πως επέλυσε το πρόβλημα θεωρώντας το συγκεκριμένο ανορθολογικό περιεχόμενο της εμπειρίας ως περιπτωσιακό «γέννημα» του Λόγου, που μέσα από την αυτοεκτύλιξή του παράγει όλα τα επιμέρους, τα οποία βρίσκουν το «νόημά» τους μόνο μέσα στην ολότητα, η κεντρικότητα αυτού του ζητήματος είναι δεδομένη. Και διαχρονικά επίκαιρη, από την άποψη πως δεν μπορείς π.χ. ως κομμουνιστής ή αναρχικός αγωνιστής να μην αναρωτιέσαι διαρκώς για την συμβατότητα –και την πόση συμβατότητα– της «θεωρίας» σου με την όντως πραγματικότητα και, συνεπώς, με τη δυνατότητα μετασχηματισμού της.

Ο Καβουλάκος πειστικά αναιρεί την επικρατούσα άποψη πως ο Λούκατς, αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα –επομένως, και όλα τα υπόλοιπα- δεν είναι, τελικά παρά ένας ιδεαλιστής εγελιανής κοπής. Άποψη, που προβλήθηκε ήδη από την πρώτη εμφάνιση του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση από τους ντετερμινιστές του μαρξισμού της εποχής, των οποίων η «επιστήμη» περιέγραφε έλεγαν απολύτως ικανοποιητικά την κατάσταση και την εξέλιξη του κόσμου, κορυφώθηκε στην κριτική του Αντόρνο και την αντιμετώπιση ως «ανθρωπιστή» του Λούκατς από τον Αλτουσέρ και επανήλθε μετά την επανάκαμψη του βιβλίου στη δεκαετία του ’60 και του ’70.

Ο Λούκατς, πραγματικά, στην προσπάθειά του, στα συμφραζόμενα της ήττας των επαναστάσεων των αρχών της δεκαετίας του ’20, να αναμετρηθεί με τα δυο κακά της μοίρας του μαρξισμού, δηλαδή, της αντίληψης περί νομοτελειακής έλευσης του σοσιαλισμού και της αντίπαλης, αλλά σύστοιχης, υπερ-βουλησιαρχικής, προσέφυγε στον Χέγκελ, η διαλεκτική μέθοδος του οποίου προσέφερε εργαλεία για μια κάποια διέξοδο. Ωστόσο, υπήρξε ιδιαίτερα κριτικός απέναντί του, αρνούμενος τόσο τη μυθοποιητική έννοια του παγκόσμιου πνεύματος όσο κι εκείνη της περίφημης εγελιανής «πανουργίας του Λόγου». Μ’ όλο τον αναμφισβήτητο ιστορικό χαρακτήρα του εγελιανού συστήματος, ο Λούκατς θεωρεί πως ο Χέγκελ, εντελώς αντίθετα με την δική του θεώρηση, υποβαθμίζει τη σημασία της ίδιας της ιστορίας, η οποία γίνεται μια απλή στιγμή του ολοκληρωμένου συστήματος. Για τον Χέγκελ, υποκείμενα της ιστορίας είναι τα, κατά φάσεις, πνεύματα των λαών, που, όμως, τελικά, δεν είναι παρά υποστασιοποιήσεις του «παγκόσμιου πνεύματος», τις συγκεκριμένες μορφές που κάθε φορά λαμβάνει το Απόλυτο. Ενώ η ίδια η ανθρώπινη πράξη είναι εντελώς ανεξάρτητη από το νόημα που τις αποδίδουν τα δρώντα υποκείμενα.

«Γι’ αυτό και στο εγελιανό πλαίσιο είναι αναγκαία η προσφυγή στην έννοια της «πανουργίας του Λόγου», ενός Λόγου ο οποίος «χρησιμοποιεί» τα επιμέρους σχέδια δράσης των ατόμων και των ανθρώπινων ομάδων προκειμένου να υλοποιηθεί ο ίδιος εντός της ιστορίας […] Για τον Λούκατς, η «λύση» της πανουργίας του Λόγου δεν είναι κάτι περισσότερο από μια «εννοιακή μυθολογία», αφού η εγελιανή φιλοσοφία «είναι αναγκασμένη να πάει πέρα από την ιστορία και να εγκαθιδρύσει εκείθεν της ιστορίας εκείνο το βασίλειο του Λόγου που έχει φτάσει στον εαυτό του, από την σκοπιά του οποίου μπορεί να κατανοηθεί η ιστορία ως βαθμίδα» αυτής ακριβώς της επιστροφής του λόγου στον εαυτό του» (σελ. 93).

Ο Λούκατς δεν είναι ιδεαλιστής, γι’ αυτό και αναζητάει στο Μαρξ την απάντηση στα ζητήματα που θέτει η ιστορία. Και είναι πεπεισμένος πως τη βρίσκει σε αυτόν. Από αυτήν την άποψη, η επαναφορά της «κατηγορίας» για ιδεαλισμό λόγω της γνωσιοθεωρητικής και οντολογικής πρόταξης της πράξης από μέρους του, που τον κάνει για κάποιους νεο-φιχτιανό, είναι εντελώς ανερμάτιστη. Η ιστορία είναι πράξη, η ιδεολογία («συνείδηση») είναι πρακτική, για να θυμηθούμε τον Αλτουσέρ, ο υλισμός είναι εμμονή στην πρακτική, με τα λόγια του Μαρξ, από τις περίφημες Θέσεις για τον Φόιερμπαχ.

Ο Καβουλάκος, νομίζω, αίρει κάθε υπόνοια για τον ιδεαλισμό και τον «ανθρωπισμό» του Λούκατς. Και το κάνει δείχνοντας την προέλευση πολλών εννοιών του, που, ας πούμε, είναι βέβαιο πως μπορούν να αποδοθούν στους νεοκαντιανούς. Γενικότερα –κι αυτό είναι το πολύ ενδιαφέρον στο Λούκατς– έχουμε την αξιοποίηση ενός πολύ πλούσιου αποθέματος από την κλασική γερμανική φιλοσοφία, που επιτρέπει «διαβάσεις», τις οποίες άλλοι μαρξιστές αδυνατούν να διανοίξουν. Χαρακτηριστική είναι η πολύ παραγωγική έννοια της «μορφής αντικειμενικότητας» –κατεξοχήν νεοκαντιανή–, η οποία δεν αναφέρεται στο αντικείμενο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το αντικείμενο είναι, ιδέα κρίσιμης σημασίας για την κατανόηση του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Όπως σημειώνει ο Andrew Feenberg, στον πρόλογο του βιβλίου, «[σ]το νεοκαντιανό πλαίσιο υπάρχουν πολλαπλοί τέτοιοι τρόποι [να είναι ένα αντικείμενο]. Οι φυσικές επιστήμες έχουν αντικείμενα ενός ορισμένου τύπου, αρκετά διαφορετικού από τα αντικείμενα της καλλιτεχνικής παραγωγής κ.ο.κ. Υπάρχουν πολλοί τύποι αντικειμένων, καθένας από αυτούς αποτελεί μια συνεκτική διατομή στην άπειρη πολυπλοκότητα της εμπειρίας. [Ο] Λούκατς μας λέει ότι το εμπόρευμα αποτελεί το πρότυπο του συγκεκριμένου τρόπου του να είναι κάτι αντικείμενο, που χαρακτηρίζει όλα τα αντικείμενα στην αστική κοινωνία και διαμορφώνει την υποκειμενική αντίδραση σε αυτά τα αντικείμενα. Το γεγονός ότι επιστρατεύει το νεοκαντιανό όρο έχει σημασία» (σελ. 19). 

Ο Λούκατς αξιοποιεί τη νεοκαντιανή έννοια της «μορφής αντικειμενικότητας» στην ανάπτυξη της κεντρικής στο «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» σημασίας της πραγμοποίησης. Η πραγμοποίηση στον καπιταλισμό είναι ο τρόπος να είναι τα πράγματα στις ειδικές δικές του –γενική εμπορευματοποίηση και εκμετάλλευση- συνθήκες. Σημαίνει πως τα αντικείμενα της καπιταλιστικής κοινωνίας μοιάζουν με τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών με όρους ποσοτικοποίησης και νομοτελειακότητας.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί μια «δεύτερη φύση», φτιαγμένη από τα περιεχόμενα του κοινωνικού κόσμου, περιλαμβανομένων των ανθρώπινων όντων, στην οποία η τεχνολογία και οι νέες μορφές «ορθολογικότητας» παίζουν ένα ρόλο κλειδί. Έτσι γίνονται τα «πράγματα» στον καπιταλιστικό κόσμο κι έτσι είναι τα «πράγματα» όσο συνεχίζει αυτός ο κόσμος να υφίσταται. Αυτή είναι η μορφή αντικειμενικότητας που του αντιστοιχεί. Ο Χάιντεγκερ θα έχει αντίστοιχους προβληματισμούς, στο δικό του ιδιόλεκτο, το καθόλου αντικαπιταλιστικό. Ενώ και ο Βιτγκενστάιν, μαζί με τους δύο προηγούμενους, θα μοιραστεί, στο πλαίσιο αυτής της μορφής αντικειμενικότητας, το εγχείρημα ενός ριζικού αναπροσανατολισμού της σκέψης.

Το ερώτημα, για τον Λούκατς, είναι αν ο κόσμος αυτός είναι υπερβάσιμος ή αποτελεί την απόλυτη ΤΙΝΑ: με τους δικούς του όρους, αν το προλεταριάτο μπορεί, γινόμενο το κατεξοχήν υποκείμενο της ιστορίας, να οδηγήσει στο ριζικό μετασχηματισμό του κόσμου. Η απάντηση του μαρξιστή Λούκατς, ο οποίος ήδη είχε χρηματίσει λαϊκός επίτροπος στην επαναστατική κυβέρνηση της Ουγγαρίας το 1919, είναι καταφατική: το μαρξιστικό βασίλειο της ελευθερίας είναι ήδη εδώ, στην ταξική πάλη του προλεταριάτου, στο πραγματικό κίνημα, που καταργεί από τώρα την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ.

Ο Λούκατς θα αναμετρηθεί με όλα όσα απαιτούνται για την στήριξη αυτής της κατάφασης στην επανάσταση ως ριζικού «ρεαλισμού». Θα αναμετρηθεί, δηλαδή, με την κριτική των «οικονομικών» και του ρεφορμιστικού μαρξισμού, με την ανάδειξη της εμπορευματικής μορφής ως αρχέτυπου της καπιταλιστικής μορφής νεωτερικότητας, όπως και της υπολογιστικής ορθολογικότητας. Με την «τραγωδία της επαναστατικής πράξης», την ταξική συνείδηση, την «καταλογιζόμενη» ταξική συνείδηση, με την ταξική συνείδηση ως άλμα στο ριζικά νέο. Με την επαναστατική συγκυρία και το πρόβλημα της βίας, όπως και της ατομικής τρομοκρατίας. Με το κόμμα ως «πραγματική μορφή διαμεσολάβησης», τη διαλεκτική της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής του, την πολιτική του και το εσωτερικό όριο της από-πραγμοποίησης.

Το βιβλίο του Καβουλάκου είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί, νομίζω, για τη μάθηση αυτών των ζητημάτων. Και πείθει για τη μεγάλη σημασία τους, τη μεγάλη σημασία, δηλαδή, του Λούκατς για την επαναστατική πολιτική της εποχής μας.

                                                                      ***

Στην παρουσίαση του βιβλίου στην Θεσσαλονίκη, πριν λίγες μέρες, ο συγγραφέας, στη διάρκεια της συζήτησης, αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν «αλτουσεριανοί» –όπως ο υπογραφόμενος ή ο Άρης Στυλιανού, που το παρουσίασε, μαζί με τον Κώστα Σταμάτη και τον Αλέξανδρο Κιουπκολή– να βρουν ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο για τον Λούκατς. Είναι σωστό το ερώτημα – είναι πολύ δύσκολο αλτουσεριανός να διαβάσει Λούκατς. Το γεγονός πως κάποιοι το έκαναν δείχνει πόσο καλή είναι η δουλειά έκανε του Καβουλάκου. Πραγματικά εξαιρετικό έργο.


Πηγή alterthess

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018

Τι είναι, τι θέλει και πού πηγαίνει ο νεοφιλελευθερισμός*


του Χρήστου Λάσκου 


Η μετάφραση στα ελληνικά της Κρίσης του νεοφιλελευθερισμού συνιστά ένα σπουδαίο εκδοτικό γεγονός. Το βιβλίο των Ντυμενίλ και Λεβί αποτελεί έργο αναφοράς στη διεθνή συζήτηση για την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση στους ριζοσπαστικούς κύκλους –έως και στους κεϋνσιανούς. Ακόμη και όσοι δεν συμφωνούν με βασικά πορίσματα της ανάλυσης ή με τα πολιτικά συμπεράσματα των συγγραφέων αναγνωρίζουν πως πρόκειται για μια συνεκτική προσέγγιση, με αρχή, μέση και τέλος –κάτι όχι αυτονόητο συχνά. Ακόμη περισσότερο, πως το εμπειρικό μέρος της εργασίας τους είναι τόσο αξιόπιστο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, χωρίς δεύτερη σκέψη, ως τεκμηριωτικό υπόβαθρο της συζήτησης, για μια ευρύτερη γκάμα θεματικών σχετικών με την κρίση, την οικονομική πολιτική, την ιστορία του καπιταλισμού, αλλά και τη διευκρίνιση εννοιολογικών ζητημάτων –π.χ. η ανάλυση των εξελίξεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στην οικονομική του λειτουργία και στις θεσμικές καινοτομίες του, είναι από τις καλύτερες που μπορεί κάποιος να εντοπίσει στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Αντίστοιχα, η υπολογιστική εργασία πάνω στην εξέλιξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι πραγματικά εντυπωσιακή, σχεδόν μοναδική.

Είναι, όμως, και η συνθήκη της σχετικής συζήτησης στη χώρα μας, που κάνει την εμφάνιση της Κρίσης του νεοφιλελευθερισμού στα ελληνικά σπουδαίο εκδοτικό γεγονός. Γιατί, μ’ όλο που εδώ έχουμε περισσότερους, από οπουδήποτε, λόγους για μια σε βάθος συζήτηση, το υλικό στη γλώσσα μας είναι πολύ περιορισμένο. Η αντιπαράθεση συχνότατα –κι όσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερο- γίνεται με στενά εμπειρικούς όρους. Από την πλευρά των ποικίλων κυβερνώντων, μάλιστα, από το 2010 κι έπειτα, με όχημα έναν διαχειριστικό εμπειρισμό, η «επιτυχία» του οποίου είναι τόσο προφανής, που δεν απαιτεί την παραμικρή αποδόμηση. Η ίδια η ζωή –που θα έλεγε ο σωστός εμπειριστής- τον έχει αποδομήσει σε βαθμό γελοιοποίησης. Πράγμα επιστημολογικώς αναμενόμενο, βέβαια, αν σκεφτούμε πως χωρίς επαρκή και περιεκτική θεωρία γι’ αυτά που μας συμβαίνουν είναι αδύνατη οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση.  Οι διαμορφωτές της πολιτικής στη χώρα μας, οι προηγούμενοι και οι σημερινοί, φανερά ξέρουν την τύφλα τους –γεγονός που αποτυπώνεται ανάγλυφα και στα αποτελέσματα των παρεμβάσεών τους. Ειδικά για τη σημερινή κυβέρνηση έχει ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί η οικειοθελής τύφλωση προκειμένου να είναι δυνατή η άσκηση, από μέρους της, της θρησκευτικά ακολουθούμενης ακραίας νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Επ’ αυτού είναι αρκετή η προσφυγή σε όσα συνέγραφε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το 2011 (Χρήστος Λάσκος –Ευκλείδης Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή –από τον Κέυνς στην Θάτσερ, εκδόσεις ΚΨΜ) με βασική αναφορά και το έργο των Ντυμενίλ και Λεβί.
   
Στην Ελλάδα, λοιπόν, δεν έχουμε μεταφρασμένο παρά μικρό μέρος της σχετικής παγκόσμιας συζήτησης. Λίγο Κρις Χάρμαν, ακόμη λιγότερο Άντριου Κλίμαν, αρκετό Ντέιβιντ Χάρβεϊ –και, από κεϋνσιανούς επίσης αρκετό Πολ Κρούγκμαν. Οι κεντρικοί συνομιλητές από τον χώρο του μαρξισμού –Ρόμπερτ Μπρένερ, Γκουλιέλμο Καρκέντι, Ντέιβιντ ΜακΝάλυ, Μάικλ Ρόμπερτς, Ανουάρ Σέικ, Μισέλ Ισόν, Φρανσουά Σενέ, Μίνκι Λι, για να αναφέρω μερικούς μόνο από μια πλειάδα- είναι ζήτημα αν έχουν μεταφραστεί, έστω και ως παραθέματα αρθρογραφίας[1]. Επίσης, μικρός είναι ο αριθμός των ελληνικών εργασιών, που διατυπώνουν απαντήσεις για τα σχετικά θέματα. Eκτός από το ήδη αναφερθέν, φιλοδοξίες ευρύτερης –και θεωρητικά- ερμηνείας της κρίσης στις παγκόσμιες διαστάσεις της έχουμε στον Μινώταυρο του Γιάνη Βαρουφάκη, την Επιστροφή στο μέλλον του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, καθώς και την αρθρογραφία του Σταύρου Μαυρουδέα, του Θανάση Μανιάτη  και ελάχιστων άλλων.

Με δεδομένα αυτά, η Κρίση του νεοφιλελευθερισμού είναι πραγματικά πολύτιμη. Το βιβλίο των Ντυμενίλ και Λεβί περιγράφει, με εξαιρετική τεκμηρίωση, όπως προείπα, την τελευταία καπιταλιστική κρίση, που ξεκίνησε με την κατάρρευση της αγοράς των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, μετεξελίχθηκε σε τραπεζική κρίση τεράστιας έκτασης και, μέσω της πιστωτικής ασφυξίας, οδήγησε σε παγκόσμια Ύφεση. Αυτή η κρίση κάθε άλλο παρά βαίνει προς επίλυση –για τους Ντυμενίλ και Λεβί αυτό δεν είναι δυνατό αν δεν μεσολαβήσουν ριζικές παρεμβάσεις στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, που, με πρώτη πράξη τη χιλιανή χούντα του Πινοτσέτ, είχε εγκαθιδρυθεί μετά το αμερικανικό πραξικόπημα Βόλκερ του 1979 και την θατσερική-ρηγκανική αντεπανάσταση, που ακολούθησε. Το καθεστώς που επιβλήθηκε έκτοτε, ο νεοφιλελευθερισμός όχι ως οικονομική πολιτική, αλλά ως φάση της μακράς εξέλιξης του καπιταλισμού, περιγράφεται εξαιρετικά από τους συγγραφείς. Ακόμη, εντάσσεται στη συνολική ιστορία του συστήματος, από τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα.

Βάσει της περιοδολόγησης που γίνεται, ερμηνεύονται και οι τέσσερις μείζονες («δομικές») κρίσεις –του 1890, του 1930, του 1970 και του 2010. Οι Ντυμενίλ και Λεβί υποστηρίζουν πως η πρώτη και η τρίτη μπορούν να αποδοθούν σε πτώση της κεφαλαιακής κερδοφορίας, όχι, όμως, και οι άλλες δύο, μεταξύ των οποίων και η σημερινή, όπου ως αιτία εμφανίζεται ο δραστικός κλονισμός της χρηματιστικής ηγεμονίας.  Πράγμα που σημαίνει πως δεν έχουμε μια κρίση που μπορεί να υπερβαθεί με οριακές μεταβολές της οικονομικής πολιτικής,  αλλά απαιτείται αλλαγή του συνολικού «καθεστώτος». Έχουμε, λοιπόν, μια καθολική κρίση του νεοφιλελευθερισμού, που είναι απίθανο –ό,τι κι αν φαίνεται, προσώρας- να επιβιώσει. Οι συγγραφείς είναι εξαιρετικά πειστικοί, σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη πρόγνωση. Τη βασίζουν δε σε μια σύνθετη ανάλυση των τάσεων της συσσώρευσης, των οργανωτικών δομών της νεοφιλελεύθερης περιόδου, της σχέσης μεταξύ χρηματοπιστωτικών και μη-χρηματοπιστωτικών (παραγωγικών) επιχειρήσεων, της λειτουργίας και των στόχων του μάνατζμεντ, του διεθνούς συστήματος ηγεμονίας των ΗΠΑ. Αποδεικνύουν πως όλα αυτά δημιούργησαν ένα σύστημα «πανίσχυρο, αλλά μη βιώσιμο» μακροπρόθεσμα.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν, αν δεν επιλυθούν τα προβλήματα της χρηματοοικονομικής ρύθμισης και των ακραίων μακροοικονομικών ανισορροπιών, που συνδέονται κατεξοχήν και καταστατικά με την χρηματιστικοποίηση και την οικονομία του χρέους, των τόκων και των μερισμάτων, σε βάρος των παραγωγικών επενδύσεων, που επιβλήθηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια, η πιο πιθανή εξέλιξη είναι μια χαοτική συνθήκη με άδηλο τέλος.

Ενδεικτικά, με τα λόγια τους, «οι πιθανότητες του νεοφιλελευθερισμού είναι, μάλλον, περιορισμένες, ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό θα καθοριστεί σε ένα χρονικό ορίζοντα η διάρκεια του οποίου είναι δύσκολο να προβλεφτεί. Οι στόχοι του νεοφιλελευθερισμού είναι ασύμβατοι με τη διατήρηση της ηγεμονίας των ΗΠΑ, ή, ακριβέστερα, είναι ασύμβατοι με την κατεύθυνση της επιβράδυνσης της παρακμής της. Ακόμα, βρίσκονται στον αντίποδα της επανόρθωσης της τροχιάς της μακροοικονομίας των ΗΠΑ. Και τα δύο σύνολα ζητημάτων συνδέονται μεταξύ τους» (σ. 396). Η υπέρβαση, λοιπόν, του νεοφιλελευθερισμού είναι συστημικά αναγκαία. Οι αντιφάσεις των ποικίλων επιδιώξεων στο πλαίσιό του γίνονται εκρηκτικές.

Βάσει των παραπάνω, η πρόσφατη κλίση των ΗΠΑ προς τον «προστατευτισμό» δεν είναι η παράκρουση κάποιου διαταραγμένου Τραμπ, αλλά αποτέλεσμα επιτακτικών απαιτήσεων από τον αμερικάνικο καπιταλισμό. Να πώς το θέτουν οι συγγραφείς: «πρέπει να γίνει μια σαφής διάκριση μεταξύ των αρνητικών βραχυπρόθεσμων συνεπειών των προστατευτισμών και μιας πιθανής μακροπρόθεσμης θετικής επίπτωσης […] Στη σύγχρονη κρίση, η συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου έχει σοβαρές συνέπειες σε χώρες […] με μια αναπτυξιακή στρατηγική προσανατολισμένη στις εξαγωγές –είτε αυτές ήταν εξαγωγές πρώτων υλών και ενέργειας, αγαθών υψηλής έντασης εργασίας, είτε ήταν, περισσότερο σταδιακά, εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας. Το ίδιο ισχύει για τις χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, οι οικονομίες των οποίων εξαρτώνται έντονα από τις εξαγωγές. Οι μεγάλες εταιρείες [corporations] των ΗΠΑ και οι μέτοχοί τους θα επηρεάζονταν επίσης από έναν αυξημένο προστατευτισμό […] Εντούτοις, σε μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, η κρίση ίσως ωθούσε όλες τις χώρες να υιοθετήσουν στρατηγικές περισσότερο αυτόνομης ανάπτυξης (μια επανεδαφικοποίηση της παραγωγής, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ή της ζήτησης, για την Κίνα) με θετικά αποτελέσματα – μια τόσο πολύ αναγκαία εναλλακτική προοπτική απέναντι στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση» (σ. 374).

Οι προοπτικές αυτές συνδέονται, για τους Ντυμενίλ και Λεβί, και με καθοριστικές μετατοπίσεις στις ταξικές σχέσεις. Αξιοποιώντας μια, εν πολλοίς, βεμπεριανή προβληματική, αναλύουν τις φάσεις του καπιταλισμού βάσει αναδιατάξεων στο ταξικό τρίγωνο: καπιταλιστική τάξη, διευθυντική τάξη, εργατική τάξη. Και προβλέπουν πως το μέλλον, μάλλον, θα καθοριστεί από μια συμμαχία των πρώτων δύο σε βάρος της εργατικής –υπό την ηγεμονία, όμως, αντίθετα από το νεοφιλελευθερισμό, της διευθυντικής τάξης[2].

Το βιβλίο είναι εξαιρετικό –και το σημειώνει κάποιος, που διαφωνεί σε βασικά σημεία τόσο ως προς την μεθοδολογία όσο και προς τα συμπεράσματα. Η μετάφραση του Χρήστου Βαλλιάνου είναι αντίστοιχη του υψηλότατου επιπέδου του μεταφραστή.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις εκδόσεις Angelus Novus, γέννημα της κρίσης, οι οποίες στα δύο χρόνια της λειτουργίας τους μας έχουν δώσει κάποια από τα καλύτερα διεθνώς έργα της ριζοσπαστικής οικονομικής και κοινωνικής θεωρίας. Με σπουδαία επιμέλεια και αισθητική παίρνουν τη θέση τους ανάμεσα στους εκδοτικούς οίκους με ιδιαίτερη συμβολή στην ανάπτυξη του αναγκαίου προβληματισμού προκειμένου να προκύψουν λύσεις στα μεγάλα προβλήματα που βιώνει η κοινωνική πλειοψηφία.       

--------------------------------
[1] Για μια συνοπτική παρουσίαση της σχετικής συζήτησης στην αρχή της κρίσης βλ. Χρήστος Λάσκος, Η μαρξιστική συζήτηση για την παρούσα κρίση, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2010.

[2] Η ταξική θεωρία τους αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο στο τελευταίο τους βιβλίο: Gérard Duménil - Dominique Lévy, Managerial Capitalism: Ownership, Management and the Coming New Mode of Production, University of Chicago Press, 2018


* Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού

Μετάφραση: Χρήστος Βαλλιάνος, 

εκδ. Angelus Novus, 

σελ. 452.





Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

To φάντασμα του 1989, το καλοκαίρι του 2015



 των Χρήστου Λάσκου και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ, σε συνεργασία με το RedNotebook, το βιβλίο με τίτλο «Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ», που επιμελήθηκαν οι Χρήστος Λάσκος και Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος. Υπό το πρίσμα ενός αγώνα γύρω από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που δόθηκε πριν και κατά τη διάρκεια της εφτάμηνης κυβερνητικής θητείας, το βιβλίο επιχειρεί να συμβάλει στη συζήτηση για τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή του τρίτου Μνημονίου, την ακύρωση της νίκης στο δημοψήφισμα, τη διάσπαση και τη συστημική προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν οι εξελίξεις αυτές προδιαγεγραμμένες ή επρόκειτο για κεραυνό εν αιθρία; Μπορούμε πράγματι να μιλάμε για ήττα σε μια «σκληρή διαπραγμάτευση» ή έχουν δίκιο όσοι μιλούν απλουστευτικά για «προδοσία»; Οι απαντήσεις που προτείνονται δεν αφορούν μόνο όσα προηγήθηκαν, αλλά κυρίως τη συνέχεια, σε μια συγκυρία που επιβεβαιώνει διαρκώς ότι ο «ιστορικός συμβιβασμός» με τη βαρβαρότητα είναι ανέφικτος. Το κείμενο που ακολουθεί, και που δημοσιεύεται σήμερα στις ιστοσελίδες RedNotebook, k-lab και YaBasta, και την εφημερίδα Πριν, είναι απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου.

 

O ΣΥΡΙΖΑ διέγραψε μια ραγδαία ανοδική τροχιά, ως πείραμα ενότητας της Αριστεράς που ανέδειξε την κρίση εκπροσώπησης στην Ελλάδα ήδη από το 2007, προσπαθώντας επιπλέον να υπερβεί την ιστορική αποτυχία της ευρωκομμουνιστικής Αριστεράς και της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας να διατυπώσουν μια υπερεθνική απάντηση στην οικονομία, στα χρόνια που ένας διεθνοποιημένος χρηματιστικός καπιταλισμός εξουδετέρωνε την εθνική-κεϋνσιανή συναίνεση των Χρυσών Τριάντα χρόνων.

Με τη νίκη του, τον Ιανουάριο του 2015, φαινόταν να ξεπερνιέται το τραύμα της ήττας του 1949· αυτό που αποδείχτηκε ανυπέρβλητο, ωστόσο, ήταν το τραύμα του 1989 – ο ρεαλισμός του Δεν Υπάρχει Εναλλακτική. Όχι μόνο, και σίγουρα όχι κυρίως, με ιδεολογικούς όρους. Αλλά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίμησε τη σημασία της οικοδόμησης μιας κοινωνικής αντιεξουσίας που θα στήριζε ένα εγχείρημα ρήξης, μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που την καθιστούσε αναπόφευκτη.

Για πολύ καιρό πριν από τις εκλογές, πολλοί υποστήριξαν ότι το εγχείρημα αυτό –μια αριστερή κυβέρνηση σε ένα καπιταλιστικό κράτος και εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης–, ήταν πρωτότυπο σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν υπήρχαν οι θεωρητικές επεξεργασίες που θα υποδείκνυαν πιθανούς δρόμους· για άλλους, πάλι, το πρόβλημα ήταν γενικώς ο ευρωκομμουνισμός. Τουλάχιστον όμως μια συγκεκριμένη εκδοχή αυτού του τελευταίου προειδοποιούσε πως, «αν περιοριστούμε στο πεδίο του κράτους, ακόμα και υιοθετώντας τη λεγόμενη στρατηγική ρήξης, θα γλιστρήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε στη σοσιαλδημοκρατία: εξαιτίας του ίδιου του βάρους της υλικής υπόστασης του κράτους, η αλλαγή του εσωτερικού στο κράτος συσχετισμού δυνάμεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με τη στήριξη στους αγώνες και τα κινήματα που υπερβαίνουν το κράτος»[1]. Η προειδοποίηση αυτή δεν εισακούστηκε – και όχι μόνο λόγω του ανελαστικού πολιτικού χρόνου.

Η υποκατάσταση του κόμματος, και μέσω αυτής, η υποκατάσταση της εμπλοκής των πολλών από την κοινοβουλευτική διαδικασία και τους κρατικούς μηχανισμούς, η απουσία συλλογικότητας και κεντρικού σχεδιασμού, και αντ’ αυτών, η πλήρης διαμερισματοποίηση (κάθε υπουργός, βουλευτής και κομματικό στέλεχος αποκομμένοι στον ιδιαίτερο τομέα ευθύνης τους), αλλά και η ένταξη κομματικών στελεχών και βουλευτών στο σύστημα κόμματος-κυβέρνησης με αυστηρά ατομικούς ρόλους, ήταν οι αρμοί στο μηχανισμό νομιμοποίησης μιας εκφυλιστικής λειτουργίας, που κόστισε τόσο στην κυβέρνηση όσο και στο κόμμα – στο φόντο του κατεπείγοντος: να κερδηθεί κι έπειτα να διατηρηθεί, κυριολεκτικά πάση θυσία, η κυβέρνηση που θα τελείωνε με τα Μνημόνια.

Mε τους αντιπάλους της να έχουν έτοιμη την προληπτική οχύρωσή τους ήδη από το 2012 μπροστά στην πιθανή εξάπλωση του «ιού ΣΥΡΙΖΑ», η κυβέρνηση αυτή δεν ήταν καταδικασμένη να κερδίσει. Κάθε άλλο. Όμως η ήττα της, ήττα που δυσχεραίνει την προοπτική κάθε εκδοχής Αριστεράς στην Ελλάδα για άδηλο διάστημα, δεν οφείλεται μόνο στις σοβαρές αντικειμενικές δυσκολίες, αλλά και στην ίδια την πολιτική της: μια πολιτική που, σε όλες τις πτυχές που προαναφέραμε, αποφασίστηκε από το ίδιο πολιτικό κέντρο και επιβλήθηκε άλλοτε με αυθαιρεσίες και άλλοτε από τη ροή των πραγμάτων. Είναι στην πολιτική αυτή που οφείλεται, πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο, η καταστροφική διαχείριση της ήττας της 12ης Ιουλίου.

Η διαχείριση αυτή δεν ήταν αναπόφευκτη. Την επαύριο του νικηφόρου δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε απευθυνθεί στην ελληνική κοινωνία, παρουσιάζοντάς της την κατάσταση ως είχε – χωρίς εξιδανικεύσεις, εφησυχασμούς και δημαγωγίες. Θα μπορούσε να είχε υπερασπιστεί τη θέση ότι το νόμισμα δεν συνιστούσε γι’ αυτήν ταμπού, και την τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα, ότι για τον ίδιο και την Αριστερά η κυβέρνηση δεν ήταν αυτοσκοπός. Με αυτή την έννοια, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε παραιτηθεί, διασφαλίζοντας την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ, άρα και τις προϋποθέσεις επανόδου του, χωρίς πλέον τις αυταπάτες ενός απλοϊκού αντιμνημονιακού κυβερνητισμού. Αντί γι’ αυτά, προτιμήθηκε η εξιδανίκευση της ήττας στη διαπραγμάτευση, η παραμονή στην εξουσία πάση θυσία, η δαιμονοποίηση των διαφωνούντων και η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ: η προσχώρηση, τελικά, σε έναν μνημονιακό κυβερνητισμό, και μέσω αυτού, στο ιδεολογικό και πολιτικό σύμπαν των πολιτικών αντιπάλων του κόμματος.

[…] Το θέμα είναι τι γίνεται τώρα, στη δύσκολη νέα συγκυρία.

Με τη λιτότητα και την κρίση εκπροσώπησης να δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση, που μεσοπρόθεσμα μπορεί να ευνοήσει τη ναζιστική Ακροδεξιά, ο δρόμος για τη συνέχεια περνά από τη σύγκρουση με την κυβερνητική πολιτική, τη διαρκή αντίθεση στο Μνημόνιο και την κινηματική ανυπακοή. Σε πολιτικό επίπεδο, περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός ενωτικού μετώπου από όλες τις αριστερές αντιμνημονιακές δυνάμεις και την ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών: για την υπεράσπιση της κοινωνικής ασφάλισης και των εργατικών δικαιωμάτων, για την προστασία της πρώτης κατοικίας από τις αρπακτικές διαθέσεις των τραπεζών, για την αλληλεγγύη στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, πολλά από αυτά συμβαίνουν ήδη.

H πρόκληση για την Αριστερά είναι να σκεφτεί το περιεχόμενο του κοινωνικού ανταγωνισμού σήμερα, αν η επιδίωξη των κυρίαρχων κύκλων της Ένωσης δεν είναι τόσο η εκδίωξη της Ελλάδας, το Grexit, όσο το να καταστεί αδύνατη η επιβίωσή της εκτός ευρώ, όσους βαθμούς αυτονομίας και αν αποκτήσει η οικονομία της. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι η ρήξη με την Ευρωζώνη δεν αποτελεί μια ηρωική στιγμή, αλλά μια μακρά διαδικασία, που βραχυπρόθεσμα μας υποχρεώνει να σκεφτούμε τι απαιτεί αυτή η επιβίωση: με ποιους όρους η πολιτική εκπροσώπηση μπορεί να σημαίνει πραγματική κοινωνική ισχύ για τους ανθρώπους και όχι απλά κατάληψη θέσεων στη Βουλή και τους κρατικούς μηχανισμούς […] Το να σκεφτεί κανείς μετά την Ευρωζώνη, που είναι επιβεβλημένο, σημαίνει να σκεφτεί πέρα από το επίσημο (καπιταλιστικό) οικονομικό κύκλωμα, που στην Ελλάδα έχει συνδέσει την επιβίωσή του με τη Μεγάλη Ιδέα του ευρώ.

Γράφουν: Γιάννης Αλμπάνης, Γιάννος Γιαννόπουλος, Νίκος Γιαννόπουλος, Αλέξανδρος Ζαχιώτης, Ηλίας Ιωακείμογλου, Ανδρέας Καρίτζης, Τόνια Κατερίνη, Κυριακή Κλοκίτη, Χρήστος Λάσκος, Αλέξης Μπένος, Στρατής Μπουρνάζος, Νίκος Νικήσιανης, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Νίκος Σαμανίδης, Πέτρος Σταύρου, Ντίνα Τζουβάλα, Στέφανος Τυροβολάς, Ηλία Χρονόπουλος

Σκίτσα: Τάσος Αναστασίου

________________________________________________

[1] Νίκος Πουλαντζάς στο: Λ. Αλτουσέρ, Ε. Μπαλιμπάρ, Ν. Πουλαντζάς, Μ. Εντελμάν, Συζήτηση για το Κράτος (μετάφραση:. Α. Χρυσικόπουλος, Δ. Ψαρράς, Αγώνας, 1980


Πηγή Red NoteBook

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Μπροστά στο 2016. Ή, μήπως, το 1937;


του Χρήστου Λάσκου


Οταν αλλάζει ο χρόνος συνηθίζουν οι άνθρωποι να κάνουν απολογισμούς και προβλέψεις. Δεδομένου, όμως, πως ο απολογισμός για το έτος που φεύγει δεν είναι και πολύ ευχάριστος (και όχι μόνο για τους αριστερούς) -στο μέτρο που ξεκίνησε με την ελπίδα να έρχεται, συνέχισε με μειωμένες προσδοκίες και κατέληξε με μηδενικές- ίσως είναι καλύτερα ν’ ασχοληθούμε με προγνώσεις.

Τι μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε πως θα συμβεί τον χρόνο που έρχεται ως προς τα μεγάλα και τα καθοριστικά; Αν κρίνουμε από την κατάσταση την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχουν ίσως δυνατότητες για σχετικά ασφαλείς προγνώσεις.

Με πρώτη κι εύκολη, μάλλον, πως η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ούτε το 2016 –ίσως, μάλιστα, βρεθούμε μπροστά σε μια νέα όξυνση, όπως το 1937 σε σχέση με το 1929.

Στην πραγματικότητα, σε αυτό συγκλίνουν όλοι οι σοβαροί αναλυτές, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προτίμησης –από μεγάλα φαντς μέχρι έγκυρους ακαδημαϊκούς. Ο πιο ασφαλής δείκτης είναι η πορεία των παραγωγικών επενδύσεων, η οποία χαρακτηρίζεται από σχεδόν μηδενικούς ρυθμούς αύξησης, αν όχι από μείωση, 8 ολόκληρα χρόνια έπειτα από το εναρκτήριο κραχ στις ΗΠΑ.

Πράγμα που πείθει, π.χ., τους νεοκεϊνσιανούς τύπου Σάμερς και Κρούγκμαν να προτείνουν ως μόνη λύση, προκειμένου να μην επανέλθει το 2008, την αποενοχοποίηση της φούσκας, «από όπου και αν προέρχεται»: στο μέτρο που οι παραγωγικές επενδύσεις δεν φτουράνε, ας τρομπάρουμε κι άλλο το χρηματοπιστωτικό σκέλος γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε με νέο κραχ.

Είναι φανερό πως πρόκειται για λύση απελπισίας, αν αναλογιστούμε πόσο μελάνι ξόδεψαν οι συγκεκριμένοι για να πείσουν πως στη βάση της κρίσης βρισκόταν η αστάθεια, που συνδέεται με τον υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα και την έλλειψη ρύθμισής του.

Σήμερα, λοιπόν, όχι λόγω ασυνέπειας, αλλά λόγω αδιεξόδου, παρόλο που το παγκόσμιο δημόσιο –κυρίως, όμως, ιδιωτικό- χρέος αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μέσα στην κρίση, γελοιοποιώντας ουσιαστικά τις νεοφιλελεύθερες συνταγές, οι ίδιοι είναι που προτείνουν νομισματικές πολιτικές που ενισχύουν και άλλο τις φούσκες.

Τι άλλο να κάνουν, όμως; Οταν ακόμη και οι αναδυόμενες, με την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία πρώτες, που αποτέλεσαν τις κύριες δυνάμεις ανάσχεσης της ολοκληρωτικής, πιθανά, κατάρρευσης μετά το 2008, φανερά «δεν αισθάνονται καθόλου καλά» πλέον, είναι αναμενόμενο πως όλοι πιάνονται από τα μαλλιά τους.

Ποσοτική χαλάρωση, «τύπωμα χρήματος» με τους πιο ευφάνταστους τρόπους, «χαλάρωση της λιτότητας» με περαιτέρω, όμως, συμπίεση των δικαιωμάτων των εργαζομένων –να οι ιδέες, για να συνεχίσει το πράγμα κουτσά-στραβά μέχρις ότου ο καλός Θεός της καπιταλιστικής ανάπτυξης κάνει το θαύμα του.

Γιατί, υπό τις παρούσες συνθήκες, μόνο σε θαύματα –με όλο το μεταφυσικό βάρος της λέξης– οι, όλων των αποχρώσεων, υποστηρικτές του καπιταλισμού μπορούν να ελπίσουν.

Οι μαρξιστές το λένε καλά, νομίζω, στην ανάλυσή τους. Δεδομένου πως το αποκλειστικό κίνητρο της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι η μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους, στη βάση της κρίσης βρίσκεται η έλλειψη κερδοφόρων παραγωγικών επιλογών για τους κατόχους κεφαλαίου.

Έλλειψη, η οποία, ειρωνικώ τω τρόπω, προκύπτει ακριβώς λόγω του τεράστιου συσσωρευμένου κεφαλαίου που δύσκολα μπορεί να υπεραξιωθεί χωρίς την καταστροφή ενός μεγάλου μέρους του. Ας θυμηθούμε πώς συνέβη αυτό την τελευταία φορά: η Μεγάλη Κρίση του 1929 δεν ξεπεράστηκε παρά με την τρομακτική καταστροφή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Έτσι δουλεύει ο καπιταλισμός. Ολα τα άλλα, με πρώτη και καλύτερη την άγρια επίθεση στον κόσμο της εργασίας, που αυξάνει την άμεση εκμετάλλευση και διαμορφώνει το κοινωνικό τοπίο με όρους 19ου αιώνα και Καρόλου Ντίκενς, ενισχύουν ασύλληπτα και προκλητικά τη θέση των κατόχων κεφαλαίου -και των πλούσιων, γενικότερα. Το πρόβλημα, όμως, που αφορά την επανεκκίνηση της συσσώρευσης –της «ανάπτυξης», δηλαδή– δεν το λύνουν.

Γιατί το πρόβλημα, όπως πάντα στην Ιστορία του καπιταλισμού, είναι η υπερσυσσώρευση. Και αυτή μόνο με καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων λύνεται. Ενώ οι κυρίαρχοι του κόσμου σήμερα ούτε το πλασματικό κεφάλαιο, που αποτελείται από υπερσυσσωρευμένα χρέη, διανοούνται «θεραπευτικά» να διαγράψουν.

Γι’ αυτό έχουν δίκιο όσοι αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό ως ύβρι πλανητικών διαστάσεων –και χωρίς να βάλουμε στο ζύγι την οικολογική διακινδύνευση ή την πλανητική διατροφική απειλή.

Γι’ αυτό έχουν δίκιο οι μαρξιστές. Και επειδή έχουν δίκιο είναι η ανάλυσή τους πολύ περισσότερο ακριβής και συνεκτική από αυτή τόσο των νεοκλασικών όσο και των κεϊνσιανών όλων των ειδών.

Συνιστά, δε, δυστύχημα πως η, παρ’ ολίγον μαρξιστική, ελληνική κυβέρνηση βασίζει όλη της την αφήγηση στην «ανάπτυξη» που θα έρθει μέσα στο 2016! Η «ανάπτυξη» δεν θα έρθει –μιμούμενη, ίσως, την ελπίδα. Μόνο τα βάσανα της πλειοψηφίας θα συνεχιστούν –αποφεύγοντας τη «ρήξη», με μόνη βεβαιότητα τη συνέχιση της κοινωνικής καταστροφής. Όποιος βγάζει νόημα, ας το πει.


Πηγή Εφημερίδα των συνταχτών

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Συνέντευξη με τον Χρήστο Λάσκο - «Να μιλάμε για την καθολική χειραφέτηση»


Ο Χρήστος Λάσκος, οικονομολόγος, εκπαιδευτικός και ένα από τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που αποχώρησαν μετά τη μνημονιακή στροφή, ήταν πρόσφατα ομιλητής στην ΑΣΟΕΕ στην εκδήλωση της Πρωτοβουλίας για την Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στη σελίδα αυτή, μιλάει στον Γιώργο Πίττα για την Πρωτοβουλία αλλά και για τη σημερινή εικόνα της κρίσης και της Αριστεράς.


-Τι είναι η Πρωτοβουλία για τη Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς; Πώς αποφασίσατε να ξεκινήσετε αυτήν την πρωτοβουλία και ποιοι οι στόχοι;

Η Πρωτοβουλία για την Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι μια πρώτη προσπάθεια ανθρώπων που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και από την νεολαία του, μαζί με άλλους που για πολύ διάστημα και με πολύ δραστήριο τρόπο ενεργοποιούνται στα κοινωνικά κινήματα και στις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης να διαμορφωθεί ένας χώρος ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης. Μέσα στο συγκείμενο της διαρκώς επιδεινούμενης καπιταλιστικής κρίσης και της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου, που επιχειρεί την υπέρβασή της προς αποκλειστικό όφελός του –με στόχους, μάλιστα, που υπερβαίνουν κατά πολύ τα «άμεσα» και επιχειρούν να διαμορφώσουν στρατηγικά δεδομένα για πολλές δεκαετίες μπροστά.

Είναι δεδομένο πως ο καπιταλισμός μέσα στην κρίση –η οποία, ίσως αποδειχτεί η μεγαλύτερη στην ιστορία- ψάχνει τη δυνατότητα να «τελειώνει  μια και καλή» με τις κατώτερες τάξεις, τα δικαιώματα και τις προσδοκίες τους. Επιδιώκει, δηλαδή, ένα ξεκαθάρισμα ιστορικών λογαριασμών, ώστε να «αποικιοποιήσει» συνολικά τον πλανήτη και τον ανθρώπινο βιόκοσμο.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό πεδίο του ταξικού πολέμου. Αν η Χιλή ήταν πριν από 40 χρόνια ο χώρος, όπου παίχτηκε η πρώτη πράξη κατίσχυσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, η Ελλάδα, αντίστοιχα αποτελεί το πρώτο πεδίο για την επικράτηση της «τελικής καπιταλιστικής αγριότητας».

Τα γεγονότα εδώ αποκτούν, λοιπόν, μια διεθνή ιστορική σημασία.

Και είναι γι’ αυτό που η πολιτική της κυβέρνησης δεν μπορούσε παρά να βρει αντίθετο ένα μεγάλο τμήμα όσων έφτιαξαν και μεγάλωσαν το ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντάς τον πραγματική ελπίδα σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο για τους φτωχούς και τους καταπιεσμένους. Από τον Ιούλιο, δε, κι έπειτα δεν υπήρχε άλλος δρόμος από τον πλήρη διαχωρισμό και την ανοιχτή αντιπαράθεση.

Αυτά που παίζονται αφορούν κάτι πολύ περισσότερο από μιαν υπαναχώρηση στο πλαίσιο ενός «λελογισμένου ρεαλισμού» ένεκα των συσχετισμών. Πρόκειται αντικειμενικά για προσχώρηση στη λογική του αντιπάλου –και, όπως είναι φυσικό, και στην πρακτική.


-Πώς θα σχολίαζες τις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ότι τουλάχιστον με αυτόν στην κυβέρνηση είναι δυνατόν τα μνημόνια να έχουν «κοινωνικό πρόσημο»; Πιστεύεις ότι είναι εφικτό κάτι τέτοιο σήμερα, είτε αφορά αλλαγές στην οικονομική πολιτική είτε ευρύτερα κοινωνικά-πολιτικά ζητήματα, παιδεία κλπ; 

Θέλω να το πω με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια. Η φιλολογία περί «λείανσης» της βαρβαρότητας και αξιοποίησης των «ρωγμών και διακένων» αποτελεί κλασική περίπτωση αυταπατών, που οδηγούν μετά βεβαιότητας στην εγκαθίδρυση μιας μορφής new speak και του σύστοιχου κυνισμού. Το έχουμε δει να συμβαίνει στην ιστορία και στις «καλύτερες οικογένειες».

Δεν υπάρχει καμία περίπτωση άσκησης στοιχειωδώς φιλολαϊκής πολιτικής σε ένα πλαίσιο μνημονιακού ζουρλομανδύα. Καμία περίπτωση.

Ο άγριος καπιταλισμός της εποχής μας όχι μόνο κατασπαράζει κάθε χώρο που είχε διατηρήσει βαθμούς αυτονομίας από το αγοραίο κύκλωμα, αλλά σιγά σιγά κανιβαλίζει τον ίδιο του τον εαυτό, τις ίδιες τις συστημικές συνθήκες της ύπαρξης και της αναπαραγωγής του.

Επί του συγκεκριμένου, τα μνημόνια δεν είναι μια οικονομικοπολιτική συνθήκη, μεταξύ άλλων, που θα μπορούσαν να μείνουν, σε ένα βαθμό έστω, ανέγγιχτες.

Τα μνημόνια είναι η συγκεφαλαίωση της ταξικής σύγκρουσης στην χώρα μας σήμερα. Είναι μηχανή ολοκληρωτικής κοινωνικής εκθεμελίωσης, ένα κολοσσιαίο πείραμα κοινωνικής μηχανικής, που επιχειρεί –και προσώρας, πολύ πετυχημένα- να καταστρέψει όλες τις βιοτικές σταθερές και «διασφαλίσεις» της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Τα μνημόνια δεν λειαίνονται. Ή καταργούνται ή επιβάλλονται ολοκληρωτικά.

Άλλωστε, ο ΣΥΡΙΖΑ το είχε με πολύ εμβρίθεια και αναλυτική επάρκεια αποδείξει χρόνια πριν γίνει κυβέρνηση. Δεν χρειάζεται, για να πειστούμε πως πολύ κακώς πολιτεύεται η σημερινή κυβέρνηση, παρά μόνο να ανατρέξουμε σε αυτές τις αναλύσεις.


-Ποια είναι συνολικότερα, η κριτική σου στο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα;

Η πρακτική της ελληνικής κυβέρνησης νομιμοποιεί μέσω της αποδοχής των μνημονίων την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική. Γίνεται το πιο βασικό μέρος μιας Μεγάλης Συναίνεσης, σαφώς και επιθετικά εχθρικής απέναντι στα συμφέροντα των κατώτερων τάξεων.

Ό,τι κι αν λέγεται, αυτό είναι που συμβαίνει –και ανεξαρτήτως προθέσεων, τις οποίες για κάποιους ακόμη δεν αμφισβητώ. Μόνο που δεν μπορεί, ως προς το πολιτικό αποτέλεσμα, παρά να μας αφήνουν παγερά αδιάφορους –για να μην επισημάνω τη σχέση μεταξύ καλών προθέσεων και κόλασης.

Θυμίζω τους 4 πυλώνες του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ: κατάργηση των μνημονίων –διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία των τραπεζών, ριζική αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, παραγωγικός μετασχηματισμός με ενίσχυση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Με πρώτο βήμα, όπως με σαφήνεια προσδιόριζε το εκλογικό πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, την επαναφορά της εργατικής νομοθεσίας και του κατώτατου μισθού στα προ μνημονίων επίπεδα.

Το 99% του προγράμματος δεν επιχειρήθηκε καν να εφαρμοστεί.

Σε ό,τι αφορά δε την διαπραγμάτευση, τίποτε από ό,τι συνεδριακά είχε αποφασιστεί δεν υλοποιήθηκε: στάση πληρωμών, έλεγχος κεφαλαίων, επιλογή εναλλακτικής χρηματοδότησης και παράλληλου νομίσματος. Τίποτε απολύτως.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να επιτρέψουμε να περάσει η άποψη πως έγιναν όλα όσα ήταν δυνατόν και «χάσαμε». Τίποτε από όσα ήταν δημοκρατικά προαποφασισμένο πως θα γίνουν δεν επιχειρήθηκε καν. Τόσο που έφτασε να μας «τη λένε» ακόμη και μετριοπαθείς νεοκεϋνσιανοί, όπως ο Κρούγκμαν, ο Στίγκλιτζ ή ο Μινχάου.


-Πώς βλέπεις, συνοπτικά, το ευρύτερο διεθνές οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να εφαρμόσει το τρίτο μνημόνιο με την ελπίδα όπως υποστηρίζει, έτσι να οδηγηθεί στην «ανάκαμψη»;

Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στην ασφαλή πρόγνωση πως όχι μόνο δεν θα έχουμε σύντομα υπέρβαση της παγκόσμιας κρίσης υπερσυσσώρευσης, αλλά μάλλον πάμε για ένα δεύτερο ισχυρό επεισόδιο τύπου 2008. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε πως η επικρατούσα καπιταλιστική στρατηγική είναι η «σταθεροποίηση μέσα από επαναλαμβανόμενες νέες χρηματοπιστωτικές φούσκες». Η καταστροφή κεφαλαίου όχι μόνο δεν επέρχεται, αλλά οι συνθήκες υπερσυσσώρευσης διαρκώς επιδεινώνονται. Το παγκόσμιο χρέος έχει αυξηθεί στα χρόνια της κρίσης κατά 50 τρισεκατομμύρια, ένα ολόκληρο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Όποιος, λοιπόν, επενδύει στην «ανάκαμψη» βαυκαλίζεται. Αν και δεν νομίζω πως ούτε οι ίδιοι της κυβέρνησης το πιστεύουν.

Ξέρουν πως το μνημόνιο δεν βγαίνει –ξέρουν πως τα πράγματα δεν θα βελτιωθούν. Τότε, θα μου πείτε, τι κάνουν; Αμφιβάλλω αν μπορούν και οι ίδιοι να απαντήσουν.


-Υπάρχει τελικά ζωή «μετά το 3ο μνημόνιο»; Υπάρχουν προοπτικές για την αριστερά μέσα στις νέες συνθήκες, τι πρωτοβουλίες μπορεί να πάρει σε κινηματικό, πολιτικό, ιδεολογικό επίπεδο και σε ποια κατεύθυνση;

Τα πράγματα σίγουρα έχουν δυσκολέψει μετά από τα γεγονότα του καλοκαιριού. Η ελπίδα δεν ήρθε, η απελπισία επεκτείνεται. Και μαζί η αντιπολιτική και η απόσυρση.

Θέλει μεγάλη προσπάθεια. Κυρίως πρέπει να επικρατήσει ανάμεσα σε όσες δυνάμεις κατανοούν την ανάγκη για μετωπική σύγκρουση με την πολιτική των μνημονίων η ανοιχτή διάθεση «να χτυπάμε μαζί» έστω κι αν βαδίζουμε χωριστά.

Επιπλέον, τα περιθώρια έχουν στενέψει δραματικά. Η αντικαπιταλιστική διάσταση της παρέμβασης πρέπει να είναι όλο και περισσότερο εμφανής, όλο και περισσότερο αποφασιστική –με όλα τα ταξικά και διεθνιστικά παρεπόμενα.

Αν δεν μιλήσουμε για καπιταλισμό και κομμουνισμό σήμερα πότε θα το κάνουμε;

Να μιλάμε πολύ για καπιταλισμό, να μιλάμε πολύ για τον κομμουνισμό και την καθολική χειραφέτηση. Και αυτό είναι πρώτιστο καθήκον.

Έτσι μπορεί να υπάρξει ζωή ξανά. Αλλιώς…


Πηγή εργατική αλληλεγγύη

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Το βέλος του χρόνου


του Χρήστου Λάσκου


ILYA PRIGOGINE, Είναι το μέλλον δεδομένο; Εκδόσεις Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, σελίδες 104.

Τα πάντα ρει και ουδέν μένει
-Ηράκλειτος


Ο μικρός τόμος που παρουσιάζουμε σήμερα εκδόθηκε μετά την αναγόρευση του Ίλια Πριγκότζιν σε επίτιμο διδάκτορα του ΕΜΠ, στις 26 Μαΐου 2000, και απαρτίζεται από επτά ενότητες με κεντρική ανάμεσά τους την διάλεξη του ίδιου του Πριγκότζιν επ’ ευκαιρία της αναγόρευσής του. Οι άλλες έξι είναι ο πρόλογος από τον τότε Πρύτανη Θεμιστοκλή Ξανθόπουλο, μια τρόπον τινά εισαγωγή και ένας σύντομος επίλογος του στενού συνεργάτη του Πριγκότζιν Ιωάννη Αντωνίου, καθώς και τρεις συνεντεύξεις του τιμώμενου, που αναδεικνύουν ποικίλες πλευρές της ερευνητικής του εργασίας.

Ο Ίλια Πριγκότζιν, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Χημείας του έτους 1977 για την θεωρία του σχετικά με τις δομές έκλυσης και την Φυσική μακράν της ισορροπίας, ανήκει στα λίγα πρόσωπα του 20ού αιώνα, που επέδρασαν καθοριστικά στις επιστημονικές εξελίξεις. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τη Θεωρία του χάους και της πολυπλοκότητας, ενώ η έρευνά του αξονίζεται γύρω από το πρόβλημα του χρόνου, ο οποίος, κατά την άποψή του, δεν προσεγγίζεται καθόλου ικανοποιητικά από την παρούσα φυσική επιστήμη.

Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά με την κλασική Φυσική, που έχει ως πυρήνα της τη νευτώνεια δυναμική, είναι το γεγονός πως οι νόμοι της είναι χρονικά «συμμετρικοί». Πάει να πει, δηλαδή, πως δεν είναι δυνατή η αυστηρή διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος.

Ας δούμε, όμως, ένα παράδειγμα, για να αντιληφθούμε περί τίνος πρόκειται. Υποθέστε, λοιπόν, πως βιντεοσκοπούμε την κίνηση δύο σφαιρών του μπιλιάρδου, οι οποίες κατευθύνονται η μία προς την άλλη, συγκρούονται και συνεχίζουν τηρώντας τους γνωστούς νόμους διατήρησης ενέργειας και ορμής. Στη συνέχεια παρακολουθούμε το βίντεο της κίνησης. Είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσουμε πως αν θέσουμε το βίντεο σε αντίστροφη κίνηση είναι αδύνατο να διακρίνουμε αν αυτή ή η αρχική είναι η «κανονική» κίνηση των σφαιρών. Που σημαίνει, δηλαδή, πως το συγκεκριμένο φαινόμενο, όπως περιγράφεται ακριβέστατα από τους νόμους της Φυσικής είναι απολύτως αντιστρεπτό, με αποτέλεσμα ο χρόνος να μην αποτελεί παρά μια παραμετρική συνιστώσα, που λειτουργεί περισσότερο ως «φόντο» των γεγονότων παρά ως παράγοντας καθορισμού τους. Με άλλα λόγια, η Φυσική  φαίνεται να περιγράφει έναν κόσμο χωρίς αλλαγή, χωρίς ουσιώδεις μετασχηματισμούς, όπου ό,τι εμφανίζεται ως μεταβολή είναι, στην πραγματικότητα, η αιώνια επανάληψη του ίδιου. Στο πλαίσιο αυτό, φυσικά, η εξέλιξη δεν είναι παρά ψευδαίσθηση, μια πλάνη των αισθήσεων κατά πώς εδώ και 2500 χρόνια ήδη το είχε θέσει ο Παρμενίδης από την Ελέα.
  
Ο Πριγκότζιν τοποθετείται στα σχετικά ζητήματα με τον εξής τρόπο στη σύνοψη, που προηγείται της διάλεξής του: «Η Φύση κατά την κλασική θεώρηση είναι ένα είδος μηχανικού αυτομάτου. Σήμερα ανακαλύπτουμε παντού αστάθειες, διακλαδώσεις, εξέλιξη. Αυτές οι διαπιστώσεις απαιτούν μια διαφορετική διατύπωση των νόμων της Φύσης που να συμπεριλαμβάνει την πιθανότητα και την άρση της χρονικής συμμετρίας. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την αλλαγή θεώρησης παίζει η φυσική μακράν της ισορροπίας και η θεωρία των δυναμικών συστημάτων. Σε αυτό το πλαίσιο περιγραφής της φύσης, το μέλλον δεν είναι δεδομένο. Τα γεγονότα και οι καινοτομίες συμπεριλαμβάνονται στην περιγραφή των φυσικών διεργασιών».

Έτσι, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη Φύση, είμαστε υποχρεωμένοι να μεταβούμε από τις «βεβαιότητες» της κλασικής Φυσικής σε έναν πιθανοκρατικό κόσμο «δυνατοτήτων» και «διακλαδώσεων», μη αντιστρεπτών διαδικασιών μακριά από την ισορροπία, που ταιριάζει πολύ περισσότερο στο δημιουργό Σύμπαν (natura naturans και μαζί natura naturata, για να θυμηθούμε τον Σπινόζα), που παρατηρούμε γύρω μας. Σήμερα, άλλωστε, έχουμε ισχυρές θεωρίες, οι οποίες εμπεριέχουν τη «δυνατότητα», το αριστοτελικό δυνάμει, ως θεμελιακή έννοια για τη συγκρότησή τους: η Θεωρία των Χαοτικών Συστημάτων, αλλά ακόμη περισσότερο η ίδια η Κβαντομηχανική με την εξάρτησή της από την καταστατική της Φύσης «Αρχή της Αβεβαιότητας», είναι δύο μόνο παραδείγματα.

Αν θέλουμε να έχουμε μια σαφή εικόνα για το τι σημαίνει εμφάνιση δομών μακριά από την ισορροπία ή διακλάδωση, που σημαίνει πραγματικά «γεγονότα», η κοινωνία μας δίνει πολλές ευκαιρίες. Όπως σημειώνει σε πολλές ευκαιρίες ο Πριγκότζιν (ίσως, επειδή γεννήθηκε το 1917;), η Ρωσική Επανάσταση είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. ‘Ηταν πολύ πιθανό να συμβεί. Αλλά το ποια διαδρομή θα ακολουθούσε εξαρτιόταν από πολύ συγκεκριμένες, «ασήμαντες» εν πολλοίς, διακλαδώσεις –η βλακεία του Τσάρου, η έλλειψη δημοτικότητας της Τσαρίνας, η αποφασιστικότητα του Λένιν, η έλλειψη αποφασιστικότητας του Κερένσκι. Αυτές οι «μικροκαταστάσεις» έφεραν το γνωστό αποτέλεσμα, που κάθε άλλο παρά δεδομένο ήταν. Να τι σημαίνει πως το μέλλον δεν είναι δεδομένο. Πράγμα που αφορά εξίσου τη βιολογική εξέλιξη, όπως και την κοσμολογική εξέλιξη των τελευταίων 13,7 δισεκατομμυρίων χρόνων μετά τη Μεγάλη Έκρηξη.

Η εργασία του Πριγκότζιν είναι μια διαρκής προσπάθεια να δειχτεί πως ο χρόνος έχει δημιουργικό ρόλο, αντίθετα όχι μόνο στην κοσμοθεωρία της δυναμικής, σύμφωνα με την οποία γεγονότα πραγματικά δεν υπάρχουν, στο μέτρο που όλα είναι προκαθορισμένα -απλώς υπάρχουν και θα υπάρχουν για πάντα. Ο χρόνος είναι δημιουργικός και αντίθετα με την κοσμοθεωρία της θερμοδυναμικής, κατά την οποία τα πάντα τελικά οδεύουν προς τον θάνατο, τον θερμικό θάνατο, πνιγμένα στη μέγιστη εντροπία.

Η δημιουργικότητα του χρόνου αναδεικνύεται σε όλες τις οργανωμένες δομές, όλα τα ποικίλα δείγματα πολυπλοκότητας, που εμφανίζονται μακράν της ισορροπίας, αντιστεκόμενα στην υποτιθέμενη συμπαντική ροπή προς την «ισόρροπη» αταξία. Τα γαλαξιακά σμήνη και υπερσμήνη, οι γαλαξίες, τα άστρα, η ζωή και η συνείδηση τι άλλο είναι από τέτοιες πολύπλοκες «δομές αντίστασης», που συνιστούν το κατεξοχήν ενδιαφέρον περιεχόμενο του κόσμου;

Μεγάλο ενδιαφέρον για την εκτίμηση του ίδιου του Πριγκότζιν σχετικά με τις προεκτάσεις τις επιστημονικής του έρευνας  έχει, νομίζω, η απάντηση που δίνει στον δημοσιογράφο Ιωάννη Ζήση (σ. 65-66), όταν αυτός τον ρωτάει: «Ενώ είστε προσεκτικός όταν συζητάτε τη σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης ακολουθώντας με το ξυράφι του Occam την επιστημονική οδό, παράλληλα έχετε ασπασθεί τον Bergson, τη δημιουργό εξέλιξη και εν μέρει τον  Teilhard de Chardin. Πώς συνδυάζονται αυτά;».

Η απάντηση, λοιπόν, είναι: «Ο Bergson ήταν καινοτόμος για την εποχή του, γιατί έλεγε ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τον εξωτερικό κόσμο παρατηρώντας τον εσωτερικό μας κόσμο. Ο εσωτερικός μας κόσμος ενέχει χρόνο. Ο Bergson αντιπαρέθεσε αυτά στη φυσική, που στην εποχή του ήταν η δυναμική, η οποία στερείτο χρονικής κατεύθυνσης. Η φυσική είχε διαμορφωθεί από τις κανονικότητες της ουράνιας σφαίρας, από τις κανονικότητες του Ήλιου κτλ. Αυτό δίνει μια θεώρηση του σύμπαντος που είναι περιοδική. Η εξελικτική θεώρηση, όμως, ειδικά του δικού μας εσωτερικού κόσμου, δεν είναι περιοδική. Η δημιουργία είναι ένα στοιχείο κλειδί. Γι’ αυτό ο Bergson ονόμασε το γνωστό βιβλίο του «Δημιουργό Εξέλιξη». Ο Bergson δεν ήταν τόσο αφελής όσο θέλουν να τον παρουσιάζουν σήμερα. Είχε την περίφημη συζήτηση με τον Einstein και όλοι νόμιζαν ότι ηττήθηκε. Όμως αυτό δεν είναι τόσο σαφές, γιατί παρ’ ότι η κριτική του Bergson στη σχετικότητα δεν ήταν ορθή, ο Einstein δεν κατανόησε επίσης τι εννοούσε ο Bergson με τη μονόφορη κατεύθυνση του χρόνου. Ο Einstein επέμενε σε ολόκληρη τη ζωή του ότι ο χρόνος ως εξέλιξη είναι μια πλάνη. Τότε όμως και η ζωή είναι μια πλάνη. Αυτή είναι πολύ παράξενη άποψη, γιατί πώς μπορεί μια ζωή που είναι πλάνη να διατείνεται ότι δημιουργεί τη θετική επιστήμη; Αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξη της επιστήμης έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι η ζωή μας είναι μια πλάνη. Συνεπώς, πιστεύω πως ο Bergson ήταν σε κάποιο βαθμό ορθός. Ο Teilhard de Chardin, παρ’ ότι δεν ήταν επιστήμονας, ήταν ορθά τοποθετημένος πάνω στο ζήτημα της εξέλιξης. Επειδή ήταν πιστός, ένας καθολικός ιερέας, πίστευε σε έναν κόσμο που βελτιώνεται διαρκώς. Η σημαντική διαφορά μεταξύ Bergson, Teilhard de Chardin και της δικής μας σχολής είναι ότι σήμερα έχουμε συζητήσει το πρόβλημα με φυσική και μαθηματικά. Είναι το ίδιο πρόβλημα που υπήρχε από τον καιρό του Παρμενίδη και του Ηράκλειτου. Είχε συζητηθεί από όλους τους μεγάλους φιλοσόφους, όπως τον Kant, τον Hegel, τον Heidegger. Όμως όλες οι συζητήσεις παρέμειναν στο φιλοσοφικό επίπεδο. [Εμείς το κάνουμε επιστήμη]».

Αυτό λέει, λοιπόν, τελικά ο Πριγκότζιν: η κατεύθυνση του χρόνου είναι η θεμελιωδέστερη ιδιότητα του Σύμπαντος, το θεμέλιο όλης της αναμφίβολης Δημιουργίας, που συντελείται αενάως.