Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Η Ανοιξη της Πράγας και το ξεχασμένο πνεύμα


του Νικόλα Σεβαστάκη*


Σαράντα έξι χρόνια πέρασαν από την εισβολή των τανκς του «Συμφώνου της Βαρσοβίας» στην Πράγα. Ηταν, όπως εκ των υστέρων μάθαμε, η αρχή του τέλους μιας αυταρχικής αυτοκρατορίας, όπου ακούμπησαν τα όνειρα και οι αυταπάτες πολλών γενεών αριστερών. Η καταστολή των Τσεχοσλοβάκων έγινε αφορμή για να απελευθερωθούν περισσότερες δυνάμεις κριτικής και αυτεπίγνωσης στο διεθνές αριστερό κίνημα. Κυκλοφόρησαν άλλωστε κείμενα καταγγελίας μέχρι και στα στρατόπεδα εξορίστων της δικής μας δικτατορίας. Το πολιτιστικό αποτύπωμα των ανθρώπων που αποτέλεσαν τη μαγιά της Άνοιξης της Πράγας συγκίνησε αργότερα τα πιο διαφορετικά περιβάλλοντα: από τους Velvet Underground της σκοτεινής ροκ μέχρι τους διεθνείς κύκλους της φαινομενολογικής φιλοσοφίας, η οποία έχασε και ένα εκλεκτό τέκνο της, τον επιφανή αντιφρονούντα Γιαν Πάτοτσκα, στο επόμενο κύμα αστυνομικής καταστολής, στην εποχή της κίνησης διανοουμένων «Χάρτα 77».

Σαράντα έξι χρόνια πέρασαν και το πνεύμα της Ανοιξης της Πράγας μοιάζει περισσότερο με μια στιγμή ηθικού ιδεαλισμού παρά με συμβάν της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας. Ξεπροβάλλει από το παρελθόν ως μια από τις εφήμερες στιγμές ελευθερίας του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα. Η ιδέα ενός σοσιαλισμού της ελευθερίας και της κοινωνικής δημιουργίας δεν καθοδηγεί πολιτικά υποκείμενα της υπαρκτής πολιτικής και, όπου αναπέμπεται ακόμα ως ορίζοντας προσδοκιών και ευχή, περιορίζεται σε μικρούς κύκλους της δημοκρατικής αριστεράς.

Τι βλέπουμε σήμερα; Το κυρίαρχο ρεύμα στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν εμπνέει και πασχίζει απλώς να κρατήσει ψήφους και δυνάμεις μέσα σε συνθήκες πολιτιστικής υποχώρησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας και οικονομικής αιμορραγίας των μεσαίων τάξεων.

Υπάρχει όμως κάτι ακόμα, ακόμα πιο θλιβερό: η σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά, όχι μόνο η εκλογικά επιβραβευμένη της Ελλάδας, αλλά και η πολιτικά αδύναμη σε άλλες χώρες της Ευρώπης, έχει κόψει τους δεσμούς της με το πνεύμα της Ανοιξης της Πράγας. Ποιο ήταν το διακριτικό γνώρισμα αυτού του πνεύματος; Θα έλεγε κανείς ότι υπήρξε η διεκδίκηση της ευρωπαϊκής κληρονομιάς και των θετικών υποσχέσεων του νεωτερικού αστικού πολιτισμού. Η αντίσταση των Τσέχων στον σοβιετικό απολυταρχισμό δεν ήταν ακόμα ή δεν ήταν κυρίως υπόθεση εθνικιστικής αντίστασης ή άμυνας του μικρού έθνους απέναντι σε μια Υπερδύναμη. Ηταν βεβαίως και αυτό, αλλά μαζί και κάτι πολύ περισσότερο: μια εκδήλωση της επιθυμίας για την Ευρώπη και την κοσμοπολίτικη ενότητα Δύσης και Ανατολής. Στην τσέχικη διαφωνία δεν κυριαρχούσε επίσης η αδιαφορία για τα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά η απέχθεια για το ψεύδος του μαρξισμού-λενινισμού ως ιδεολογικού κελύφους στο οποίο καθαγιάστηκε η ψευδαισθητική παραγνώριση της πραγματικότητας. Με άλλα λόγια, το πνεύμα της Ανοιξης της Πράγας περιείχε την πρόκληση μιας εξέγερσης εναντίον του ιδεολογικού κιτς και κάθε τρομοκρατικής πολιτικής μεταφυσικής. Γι’ αυτό άλλωστε τούτο το πνεύμα καλλιέργησε την αγάπη για το κωμικό και το παράλογο, τον χαρακτηριστικό κεντροευρωπαϊκό ειρωνικό σκεπτικισμό που επιβιώνει ακόμα στα γραπτά του Κούντερα.

Ερχομαι όμως στην τωρινή λήθη ή μάλλον στη σημερινή θλιβερή αντιστροφή. Στους κύκλους του σημερινού ριζοσπαστισμού βλέπει κανείς τη χλομή επανέκδοση κάποιων τάσεων της δεκαετίας του ’70: τη γλώσσα του αντιιμπεριαλιστικού τριτοκοσμισμού, ο οποίος όμως τότε επικοινωνούσε με πραγματικά λαϊκά κινήματα και διαθέσεις στον Νότο και στην περιφέρεια. Τώρα αναγεννιέται περισσότερο ως αναμνηστική φαντασίωση ή, ακόμη χειρότερα, για να κρύψει την απογοήτευση και το μίσος για την Ευρώπη και την Αμερική, γι’ αυτό που ήταν η Δύση. Τι να πει κανείς, λοιπόν, όταν διαβάζει ανακοινώσεις και αναλύσεις γλοιώδους κολακείας στην κυβέρνηση Πούτιν και στον εικονικό «αντιφασισμό» των αποσχιστικών πολιτοφυλακών της Ανατολικής Ουκρανίας ή όταν ακούει ότι πρέπει να καταδικαστεί ακόμα κι αυτός ο πολύ αργοπορημένος και για την τιμή των όπλων βομβαρδισμός των καθαρμάτων του «Ισλαμικού Κράτους» από τους Αμερικανούς;

Τόσο στην παραδοσιακή όσο και στη νέα πολιτισμική ριζοσπαστική Αριστερά τον πρώτο λόγο έχει η εξιδανίκευση του αντιαμερικανισμού και η υποτίμηση των νέων μορφών αντισημιτικής εχθρότητας και ανορθολογικής παράνοιας. Το πιο χτυπητό παράδειγμα είναι η υιοθέτηση των ακραίων σεναρίων συνωμοσίας (λ.χ. η πίστη πως και το Ισλαμικό Χαλιφάτο είναι δημιούργημα της Μοσάντ) που έχει γίνει ο αυτόματος πιλότος της «ριζοσπαστικής» προσέγγισης των γεγονότων δίχως συναίσθηση των κινδύνων που έχει αυτή η στάση. Σε έναν κόσμο όπου τα κεκτημένα της φιλελεύθερης δημοκρατικής οικουμενικότητας είναι εύθραυστα και υπό αίρεση, διακρίνει κανείς μια αληθινή οπισθοδρόμηση στο επίπεδο των ιδεών και των αξιών. Ξαναζεσταμένος αντιαποικιοκρατικός λόγος και αναβίωση μαοϊσμών, εργατισμών και ιακωβινισμών διαφημίζονται ως το άλας της σύγχρονης κριτικής σκέψης, ενώ αποτελούν συμπτώματα απολίθωσης της κριτικής συνείδησης.

Αν πρέπει λοιπόν να θυμόμαστε τα τανκς στην Πράγα του ’68, δεν είναι για την τιμητική χρήση της Ιστορίας μήτε για τη μυθοποίηση μιας συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής. Δεν είναι για να ανακαλούμε τον πόνο κάποιων θυμάτων της Ιστορίας και χαμένων υποθέσεων, αλλά για τις σημερινές μας πλεύσεις σε έναν κόσμο αφάνταστα πιο περίπλοκο και χαοτικό από τον κόσμο του 1968.

Ακόμα και στο τωρινό γεωπολιτικό και οικονομικό χάος, αξίζει να φρεσκάρουμε τις μεγάλες δεσμεύσεις: τον δημοκρατικό κοσμοπολιτισμό, την απέχθεια για τους ζηλωτισμούς, την υπεράσπιση ενός εγκάρδιου πρακτικού ορθολογισμού. Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μια Αριστερά που δεν βαφτίζει τη Χαμάς δημοκρατικό κίνημα και δεν τρέχει πίσω από εθνικομπολσεβικισμούς της συμφοράς.
------------------------

* Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget