Τρίτη, 16 Ιουλίου 2019

Η ΤΙΝΑ της «γνήσιας αριστεράς» – και η χρεωκοπία της


του Άκη Γαβριηλίδη


Ο Λουί Αλτουσέρ παρατηρούσε κάπου ότι οι κομμουνιστές έχουν αναπτύξει τρομερά εκλεπτυσμένα θεωρητικά εργαλεία για την ανάλυση της πολιτικής και της ιστορίας, αλλά συχνά ξεχνάνε να εφαρμόσουν οι ίδιοι αυτά τα εργαλεία στη δική τους πρακτική.

Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα για αυτό το ξέχασμα από έναν τύπο λόγου που έχει αναπτυχθεί, και επιβληθεί ως αυτονόητος με τη δύναμη της συνήθειας, στο εσωτερικό της ελληνικής «γνήσιας αριστεράς»· κατ’ αυτόν, για κάθε πολιτική εξέλιξη, ιδίως για την άνοδο δεξιών κομμάτων στην εξουσία, πάγια αιτία είναι η όχι αρκετά αριστερή πολιτική των μη δεξιών κομμάτων. Μία παραλλαγή αυτής της «ερμηνείας» είναι το: «όταν η αριστερά ασκεί την πολιτική της δεξιάς, τότε ο κόσμος προτιμά την πραγματική δεξιά». Μόνο τα τελευταία ένα-δύο χρόνια, έχω δει να χρησιμοποιείται αυτό το επιχείρημα από κατά τα άλλα σοβαρούς ανθρώπους για να ερμηνεύσει διάφορες συναφείς εξελίξεις, από την άνοδο της AfD στη Γερμανία (στη βάση τού ότι «η Μέρκελ υιοθέτησε τη λογική της» και ξεπεράστηκε) μέχρι την εκλογή τού Τραμπ στις ΗΠΑ (λόγω της «αποτυχίας» τού Ομπάμα) ή του Μπολσονάρο στη Βραζιλία. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο ο ίδιος generator να τεθεί σε λειτουργία για να ερμηνεύσει την πρόσφατη επικράτηση της ΝΔ στην Ελλάδα.

Η αιτιολόγηση αυτή για την ακρίβεια είχε προταθεί ήδη προκαταβολικά, προ των εκλογών, από έναν άνθρωπο που έχει κάνει στη ζωή του ίσως τόσα όσα κανένας άλλος για τη διάδοση του έργου τού Αλτουσέρ στην Ελλάδα, τον Γιάννη Μηλιό:

βασικός υπεύθυνος για την άνοδο της ΝΔ και τη συνολική στροφή του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά, όπως αυτή καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά και, περίπου με τα ίδια λόγια, από την πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ Φώφη Γεννηματά.

Μετεκλογικά, βλέπουμε την ίδια εξήγηση να φιγουράρει στην «Πρώτη ανακοίνωση για το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιούλιου [sic]» του ΝΑΡ:

Βασική αιτία για τη διαμόρφωση αυτού του νέου συντηρητικού πολιτικού σκηνικού είναι η κατάληξη του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, που ευτέλισε την έννοια της αριστεράς στις λαϊκές συνειδήσεις, ο οποίος στην πράξη επανάφερε τη ΝΔ σε ρόλο πρώτου βιολιού στην αστική πολιτική ορχήστρα, νομιμοποιώντας την στις συνειδήσεις χιλιάδων ανθρώπων μέσα από την πολιτική του «δεν υπάρχει εναλλακτική»

(τα έντονα στοιχεία στο πρωτότυπο).

Χωρίς να έχω ψάξει λεπτομερώς, είμαι σίγουρος ότι η ίδια ερμηνεία θα κυριαρχεί στους απολογισμούς τού ΚΚΕ, των διάφορων μ-λ, καθώς και των αναρχικών, με τις κατάλληλες προσαρμογές λεξιλογίου κάθε φορά (π.χ. στην τελευταία περίπτωση η παρέκκλιση των λαϊκών μαζών από τον ορθό δρόμο ονοματίζεται κυρίως με τη λέξη-φετίχ που κυριαρχεί στον χώρο αυτό, την επαίσχυντη «ανάθεση»).

Από λογική άποψη, ο ισχυρισμός αυτός δεν αντέχει σε στοιχειώδη έλεγχο και νομίζω ότι υποτιμά τη νοημοσύνη όσων τον προβάλλουν. Επιπλέον, καθώς αφορά ένα φαινόμενο κατεξοχήν ποσοτικοποιημένο για το οποίο διαθέτουμε πλήθος μετρήσεων, είναι επίσης εύκολα ελέγξιμος εμπειρικά. Και από έναν τέτοιον έλεγχο προκύπτει το ίδιο συμπέρασμα: δεν στέκει με τίποτα.

Όσον αφορά το πρώτο: ο συλλογισμός αυτός έχει ως λογική προϋπόθεση μία κοινωνιολογίζουσα ουσιοκρατία· βασίζεται δηλαδή στην υπόθεση ότι υφίστανται «αυθορμήτως» κάποιες «λαϊκές συνειδήσεις», οι οποίες φυσικώ τω τρόπω αναμένεται να αναγνωρίζονται στην αριστερά και να εκπροσωπούνται απ’ αυτή, (τη «γνήσια» προφανώς αριστερά, όχι την ψευδή), όπως ο άνθρωπος του Ρουσσώ στη φυσική του κατάσταση ρέπει προς την αγαθότητα· όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αυτό οφείλεται στην εξωτερική παρέμβαση διεφθαρμένων πολιτικών θεσμών που παρασύρουν αυτόν τον «άνθρωπο» ή αυτές τις «λαϊκές συνειδήσεις» να σκέπτονται και να ενεργούν παρά φύσιν.

Περιττό να επαναλάβουμε, η ουσιοκρατία αυτή είναι επίσης ιδεαλιστική, διότι βασίζεται σε μία διαλεκτική «γνησιότητας» και «ψευδότητας» ακριβώς ίδια με εκείνη που χειρίζεται ο ελληνικός εθνικισμός σε σχέση με την μακεδονικότητα: για να κριθεί κανείς πραγματικά αριστερός δεν αρκεί να αυτοπροσδιορίζεται έτσι ο ίδιος και να προσδιορίζεται έτσι από όλη την υπόλοιπη υφήλιο· όχι. Πραγματικά αριστερός είναι μόνο όποιος πληροί τις προδιαγραφές τού εκάστοτε ομιλούντος. Δηλαδή στην πράξη ο εαυτός του και η γκρούπα του.

Σε όλη αυτή την θεολογία της αντιστοίχισης ουσιών και φαινομένων που αυτοανακηρύσσεται «ταξική ανάλυση», είναι φανερό ότι ξεχνιέται αυτό που συνιστά τον κεντρικό πυρήνα κάθε υλιστικής ανάλυσης: ότι η πολιτική είναι συνάντηση δυνάμεων, η οποία συνάντηση είναι πρωταρχικά ενδεχομενική όπως πολύ ορθά λέει ο ίδιος ο τίτλος τού εξαιρετικού πρόσφατου βιβλίου στο οποίο ο Μηλιός αναλύει ιστορικά τη γένεση του καπιταλισμού.

Ας δούμε εν προκειμένω τι πρακτικά μας λέει η εξήγηση αυτή. Έχουμε εδώ ένα φαινόμενο κατά το οποίο η ΝΔ παίρνει 39,8, ο ΣΥΡΙΖΑ 31,5, το ΚΚΕ 5,3 και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ 0,4%. Πώς είναι δυνατό να λέμε με σοβαρότητα ότι τα ποσοστά αυτά τα προκάλεσε, στο πλαίσιο μιας γραμμικής αιτιότητας, η «δεξιά στροφή τού ΣΥΡΙΖΑ»; Πώς αυτή η στροφή «έστειλε τον κόσμο στη δεξιά»; Και πρώτα απ’ όλα, ποιον κόσμο έστειλε; Υπήρχαν κάπου κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι αγωνίζονταν κοινωνικά και ψήφιζαν –ή ήταν έτοιμοι να ψηφίσουν- πιο ριζοσπαστικά κόμματα, αλλά μεσολάβησε ως άλλος όφις η «πολιτική τού ΣΥΡΙΖΑ» και τους ηπάτησε; Σε ποια εκλογική περιφέρεια, ποιοι, ποιος το διαπίστωσε αυτό και πώς;

Πριν κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ό,τι κάνει, ούτε το ΝΑΡ, ούτε το ΚΙΝΑΛ, ούτε κανείς άλλος από όσους κλαίγονται για αυτόν τον «ευτελισμό» τα πήγαιναν ιδιαίτερα καλά με τις «λαϊκές συνειδήσεις». Από άποψη τόσο εκλογικής, όσο και γενικότερης απήχησης, ήταν πάνω-κάτω στο ίδιο σημείο, ενώ ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν σε πολύ χειρότερο. Πώς είναι λοιπόν δυνατό ο «ευτελισμός» που διενήργησε ο ΣΥΡΙΖΑ να τον οδηγήσει, στην καθεμιά από τέσσερις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, να πάρει πολλαπλάσια ποσοστά απ’ ό,τι είχε πάρει σε όλες τις προηγούμενες μαζί, και από την άλλη να διατηρήσει σταθερά ή και μειωμένα τα ποσοστά των «γνήσιων αριστερών»; Ένα τέτοιο παράδοξο μόνο μία πιθανή εξήγηση μπορεί να έχει: ότι οι «λαϊκές συνειδήσεις» αδιαφορούν για την «γνήσια» αριστερά (πράγμα λοιπόν που διαψεύδει την βασική υπόθεση περί «αυθόρμητης» προτίμησης των μαζών ή των εργαζομένων τάξεων προς αυτήν). Διότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε ως αριστερός αλλά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν πραγματικά, τότε το εύλογο θα ήταν, ο κόσμος που απογοητεύτηκε από αυτή την αναντιστοιχία να στραφεί σε άλλους που, αυτοί, να είναι. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Μόνο με μία πρόχειρη ματιά στην εκλογική αριθμητική, είναι προφανές ότι ο κόσμος που «πήγε στη δεξιά» και της έδωσε αυτό το 40%, δεν ήταν απογοητευμένοι αριστεροί· εξάλλου αυτό θα ήταν παράλογο. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί, οι οποίοι τρόμαξαν από την «αταξία», την «μεταναστολαγνεία», το νόμο Παρασκευόπουλου, το «ξεπούλημα της Μακεδονίας μας (τους)», άνθρωποι οι οποίοι σε προηγούμενες εκλογές είχαν ψηφίσει ως επί το πλείστον Χρυσή Αυγή, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων, ενδεχομένως και ΣΥΡΙΖΑ αλλά χρησιμοθηρικά, χωρίς να προσχωρήσουν ιδεολογικά στην αριστερά (όπως οι περισσότεροι ψηφοφόροι του του 15 άλλωστε). Οι άνθρωποι αυτοί τώρα έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ –ή δεν πήγαν σε αυτόν- όχι επειδή δεν ήταν επαρκώς αριστερός για τα γούστα τους, αλλά επειδή ήταν υπερβολικά αριστερός.

Αλλά αυτόν τον κόσμο, οι γνήσιοι αριστεροί έχουν εκ προοιμίου παραιτηθεί από οποιαδήποτε φιλοδοξία να τον μετασχηματίσουν και να τον κερδίσουν με το μέρος τους. Έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι μπορούν να συνομιλήσουν μόνο με τον μικρόκοσμό τους. Στην ανακοίνωση του ΝΑΡ, οι συντάκτες δεν παραγνωρίζουν φυσικά ότι εκλογικά συνετρίβησαν, όπως άλλωστε συμβαίνει κάθε άλλη φορά από τότε που υπάρχουν –τώρα ακόμα χειρότερα. Αρνούνται όμως στρουθοκαμηλικά να αναρωτηθούν γιατί συνέβη αυτό, μήπως κάτι δεν πάει καλά με τη βασική τους γραμμή σκέψης, και απλώς υποδεικνύουν μεγαλοφώνως στους εαυτούς τους «ανοικτότητα», «τόλμη», «σκέψη» και άλλα ηχηρά παρόμοια, τα οποία όμως το πολύ πολύ φτάνουν μέχρι τον «κόσμο του κινήματος και της αριστεράς», δηλαδή αυτόν που ήδη αγωνίζεται με την αντικαπιταλιστική αριστερά, αλλά για ακατανόητους λόγους δεν την ψηφίζει!

ως ΝΑΡ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλουμε να αναμετρηθούμε ανοικτά και τολμηρά με το ερώτημα γιατί ο κόσμος του κινήματος και της αριστεράς που στηρίζει και αγωνίζεται με την αντικαπιταλιστική αριστερά στο κίνημα, στα μέτωπα πάλης, στις αρχαιρεσίες των σωματείων, στις δημοτικές/περιφερειακές εκλογές, δεν μας αναγνωρίζει ως αυτοτελή πολιτική δύναμη ικανή να εκφράσει τα συμφέροντά του συνολικά απέναντι στο κεφάλαιο, το κράτος και τις κυβερνήσεις του.

Προσωπικά, τους εύχομαι κάθε επιτυχία σε αυτήν την αναμέτρηση με το ερώτημα. Θα τους δώσω όμως και ένα hint από τη μεριά μου για να τους βοηθήσω στην αναζήτηση: πιθανός λόγος για αυτή την αναντιστοιχία, για το γεγονός ότι ο κόσμος που αγωνίζεται, και πολύ περισσότερο εκείνος που δεν αγωνίζεται (ακόμα/ πλέον/ ανά πάσα στιγμή), δεν τους αναγνωρίζει, είναι ακριβώς το ότι αυτός ο κόσμος δεν θέλει κάποιον που να τον «εκφράζει συνολικά». Οι συνολικότητες τον απωθούν και τον τρομάζουν. Και προτιμά το μη Όλον, τις μερικότητες.

Και αυτό, πιο πρακτικά, σημαίνει το εξής: ότι είναι άσφαιρη και αδιέξοδη η τακτική που ακολουθεί όποιος επιλέγει να στρέψει τα πυρά του σχεδόν αποκλειστικά ενάντια στην πλησιέστερη/ σχετικά ισχυρότερη δύναμη της αριστεράς, καταγγέλλοντάς την ως όχι επαρκώς αριστερή. Αυτό δεν γοητεύει κανέναν, ούτε πείθει κανέναν πέρα από τους ήδη πεισμένους.

Δεν είναι λοιπόν μονόδρομος η θεωρία –και η πρακτική- να καταγγέλλουμε άλλους αριστερούς ότι στέλνουν τον κόσμο στη δεξιά. There are alternatives to that.


Πηγή Nomadic universality