Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Για την κοινωνικοποίηση των τραπεζών


του Χρήστου Λάσκου


Αν μας ζητιόταν να εκθέσουμε τη προγραμματική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ συνοψισμένη σε τέσσερις κεντρικούς άξονες, νομίζω πως η σωστή σειρά θα ήταν:

· Ριζική αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου

· Ακύρωση των μνημονίων και επαναδιαπραγμάτευση του δημοσίου χρέους για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του

· Κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος

· Παραγωγικός μετασχηματισμός

Που σημαίνει πως για την κυβέρνηση της Αριστεράς που επιδιώκουμε, η κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ανατροπή, που εμφανίζεται πλέον ως όρος κοινωνικής επιβίωσης. 

Η ακριβής διατύπωση της Πολιτικής Απόφασης του Συνεδρίου έχει ως εξής: 

«Θέτουμε το τραπεζικό σύστημα υπό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο του δημοσίου, με ριζική τροποποίηση του τρόπου λειτουργίας του και των στόχων που σήμερα υπηρετεί, με αναβάθμιση του ρόλου των εργαζομένων και των καταθετών».

Η ελλειπτικότητα της διατύπωσης είναι δεδομένη, αλλά δεν επιτρέπει την παραμικρή παρερμηνεία: οι τράπεζες θα τεθούν υπό δημόσια ιδιοκτησία. 

Προς τι, όμως, αυτή η επιμονή; Πρόκειται για υπόκλιση στον πάγιο «κρατισμό» της Αριστεράς; Κάθε άλλο. Είναι προφανές πως οι συντάκτες του κειμένου επέλεξαν τη συγκεκριμένη διατύπωση -δημόσια ιδιοκτησία και όχι κρατικοποίηση-, ακριβώς γιατί είναι πλήρως υποψιασμένοι σχετικά.

Πέρα από αυτό, μήπως πρόκειται για εσφαλμένη πρόθεση και η μη παρέμβαση στην ιδιοκτησία –ή ακόμα και η προτροπή να αναλάβει τις τράπεζες ο ESM, όπως έχει ακουστεί στη δημόσια συζήτηση– θα ήταν καλύτερη επιλογή; Ας το δούμε λίγο. 

Η στρατηγική ιδέα που υποφώσκει στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως το χρήμα στις σύγχρονες οικονομίες δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται ως ένα είδος δημόσιου αγαθού. Η διαχείριση του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι τόσο καίριας σημασίας, που δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια των καπιταλιστών. Ενώ ο ίδιος δεν παράγει ούτε μια πεντάρα νέας αξίας, επικαθορίζει δραστικά το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, τις κατευθύνσεις και τους προσανατολισμούς της, τα πάνω και τα κάτω της. Η ζωή του καθενός στον πλανήτη σήμερα είναι περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο εξαρτημένη από τις ροές του χρήματος. 

Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, λοιπόν, δεν είναι σαν όλες τις άλλες επιχειρήσεις. Με δεδομένο, μάλιστα, το κολοσσιαίο τους μέγεθος και στη βάση της λογικής “too big to fail”, σε περιόδους κρίσης τείνουν να απομυζούν σε ακραίο βαθμό τους πόρους της οικονομίας. Η εμπειρία της τωρινής καπιταλιστικής κρίσης είναι πάρα πολύ ενδεικτική. Όχι μόνο αποτέλεσαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εμβρυουλκούς της οιονεί κατάρρευσης του 2008, αλλά, όπως έχει αποδειχτεί από την ιστορική μελέτη πολλών περιπτώσεων, όποτε οι δραστηριότητές του βρέθηκαν στο επίκεντρο των κρίσεων, η απώλεια πόρων για την κοινωνία ήταν πολύ μεγαλύτερη. 

Ειδικά στην Ευρώπη, η ταξικότατη επιλογή να διασωθούν, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, οι τράπεζες έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκτόξευση του δημοσίου χρέους και στην επιβολή των καταστροφικών πολιτικών της λιτότητας. Πράγμα που ισχύει κατεξοχήν στην Ελλάδα, δεύτερη, μετά την Ιρλανδία, σε πόρους που δαπανήθηκαν για τη «στήριξη του εγχώριου τραπεζικού συστήματος» και πρώτη με διαφορά, ως ιδανικό πειραματόζωο, ως προς αυτό, στη «συμβολή» της στη διάσωση των γαλλογερμανικών τραπεζών. 

Ως γνωστόν, οι τράπεζες στην Ελλάδα είναι ήδη δημόσιες. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου κάνουν και θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους αυτό το δεδομένο να μην παράγει αποτελέσματα σε βάρος των συστημικών «ιδιοκτητών» τους μέχρι που, όσο το δυνατό γρηγορότερα, να στρωθεί ο δρόμος για την εκ νέου, με όρους κοψοχρονιάς,  εξαγοράς τους. 

Η δέσμευση της ριζοσπαστικής Αριστεράς για δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών τα παίρνει όλα αυτά υπόψη. Δεν έχει συγκυριακό, αλλά στρατηγικό χαρακτήρα. Και βρίσκω εξαιρετικά παράδοξο το γεγονός πως εμφανίζονται ετερόδοξοι οικονομολόγοι να μην το αντιλαμβάνονται, όταν εδώ και πάνω από 70 χρόνια, ο ίδιος ο Κέινς κι όχι κανείς «βαθύς μαρξιστής» έκανε λόγο για την αναγκαιότητα κοινωνικοποίησης των επενδύσεων, αν ήταν ο καπιταλισμός να διασωθεί από την ίδια του τη φύση και τη χαοτική περιδίνηση, στην οποία αναγκαστικά οδηγείται, αν αφεθεί «καθαρός κι ελεύθερος». Από τότε ήδη θα έπρεπε να είναι γνωστό πως καμιά από τις προτάσεις, που έχουν παρουσιαστεί μετά το 2008 από τους σύγχρονους νεοκεϋνσιανούς, δεν είναι αρκετή για να ελέγξει τον χρηματοπιστωτικό Λεβιάθαν. Ούτε η περισσότερη ρύθμιση, ούτε οι μεγαλύτερες απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, ούτε το σπάσιμο των τραπεζών σε μικρότερες, ούτε η απαγόρευση των εμπορικών τραπεζών να λειτουργούν ως επενδυτικές, ούτε καν ο φόρος Τόμπιν θα έδιναν λύση. Αυτό δεν σημαίνει πως τέτοιες παρεμβάσεις είναι μη υποστηρίξιμες από την πλευρά μας. Κάθε άλλο. Νομίζω πως υπάρχουν σοβαροί πολιτικοί λόγοι στήριξης τέτοιων προτάσεων, που, υπό όρους, μπορούν να ανοίξουν τη συζήτηση για την ανάγκη κοινωνικοποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα σε παγκόσμιο επίπεδο. Πράγμα ωφελιμότατο από την σκοπιά του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Το δικό μας ενδιαφέρον, άλλωστε, δεν είναι «να σώσουμε τον καπιταλισμό από τον ίδιο του τον εαυτό».

Ο ΣΥΡΙΖΑ, πάντως, δεσμεύεται προγραμματικά να θέσει τις τράπεζες υπό δημόσια ιδιοκτησία. Αυτή η επιλογή, λοιπόν, είναι εκτός αμφισβήτησης. Η δουλειά που έχουμε, πλέον, να κάνουμε είναι να διαμορφώσουμε τις συνθήκες και τις θεσμικές προϋποθέσεις, ώστε οι δημόσιες τράπεζες να μην μετεξελιχτούν σε ογκώδη -κι ανεξέλεγκτα κοινωνικά- κρατικογραφειοκρατικά μαστόδοντα, αλλά σε δημοκρατικούς και κοινωνικά ελεγχόμενους οργανισμούς. Γίνεται -και υπάρχει πλούσια παραγωγή σχετικά.

Για του λόγου το αληθές και ποικίλες αναφορές εδώ.


Πηγή Red NoteBook

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Ο Μουζέλης, ο Μπερνστάιν και η σοσιαλδημοκρατία


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Σε πρόσφατη παρέμβασή του υπέρ των 58, ο Νίκος Μουζέλης («Η ευκαιρία της σοσιαλδημοκρατίας», Το Βήμα, 2/3/14) προειδοποιεί την αριστερά να μην ξεγράψει τη σοσιαλδημοκρατία γιατί έχει ο καιρός γυρίσματα. Να μη βλέπουμε, μας λέει, τις εξελίξεις με γραμμικό τρόπο, αγνοώντας τις κυκλικές τάσεις του πολιτικοοικονομικού γίγνεσθαι. Για τον Μουζέλη, η ύπαρξη κυκλικότητας στηρίζεται τόσο στο επίπεδο των τάσεων στην παγκόσμια οικονομία όσο και στο επίπεδο των ιδεών. Έτσι, εποχή παγκοσμιοποίησης και φιλελευθεροποίησης είχαμε και πριν από το 1914, και μετά το 1980. Παρεμβατικές ιδέες υπέρ ενός πιο ρυθμιζόμενου καπιταλισμού κυριάρχησαν στις πρώτες δύο μεταπολεμικές δεκαετίες, περιθωριοποιήθηκαν στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, και τώρα επιστρέφουν μετά από την πρόσφατη οικονομική κρίση. Για τον Μουζέλη, η αυτοκριτική του Γκρίνσπαν, πρώην διοικητή της Fed, περί της ρύθμισης των χρηματαγορών ίσως σηματοδοτεί «ένα πρώτο σημάδι σταδιακής επιστροφής σε ένα πιο ελεγχόμενο και ανθρώπινο καπιταλισμό».

Ας δεχθούμε για χάρη της συζήτησης την ύπαρξη κάποιου εκκρεμούς στα κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα κατά τα πρότυπα των αναλύσεων του μεγάλου στοχαστή Καρλ Πολάνυι. Τι σχέση έχει αυτό με τη σοσιαλδημοκρατία; Γιατί, όπως προκύπτει από το ίδιο το άρθρο του Μουζέλη, η κυρίαρχη τάση της σοσιαλδημοκρατίας μετά από το δέκατο ένατο αιώνα είναι γραμμική και όχι κυκλική. Από ένα επαναστατικό κίνημα πέρασε σε ένα ρεφορμιστικό (υπέρ του κοινωνικού μετασχηματισμού μέσω συσσώρευσης μεταρρυθμίσεων), μετέπειτα περιορίστηκε σε μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού (πλήρης απασχόληση και κοινωνικό κράτος), για να κατασταλάξει σε μια δύναμη υπέρ των μεταρρυθμίσεων όπως τις καταλαβαίνουν οι νεοφιλελεύθεροι. Μεταρρυθμίσεις που δεν προστατεύουν την εργασία από την ασυδοσία των αγορών, ούτε πολύ περισσότερο στηρίζουν την εργατική τάξη ως κοινωνικο-πολιτικό μέγεθος, αλλά, αντιθέτως, λειτουργούν υπέρ της ευελιξίας και μεταφέρουν όλων των ειδών τα ρίσκα στις λαϊκές και μεσαίες οικογένειες. Αναγκαστικές προσαρμογές, μας λέει ο συγγραφέας, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης για να επιβιώσουν οι σοσιαλδημοκράτες. Μόνο που αυτό το πλαίσιο στηρίχθηκε και εφαρμόστηκε και από σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις. Η συγκεκριμένη μορφή της παγκοσμιοποίησης που γνωρίσαμε μετά το 1980 δεν μπορεί να κατανοηθεί ως εξωγενές φαινόμενο. Πολιτικές δυνάμεις, με πολιτικά προγράμματα, με πολιτικές παρεμβάσεις την έφεραν σε πέρας.

Πώς εξηγείται αυτή η γραμμική πορεία; Γιατί στην εποχή της κρίσης οι σοσιαλδημοκράτες απαξιώνονται τόσο γρήγορα όταν πάρουν τα ηνία της κυβέρνησης; Γιατί στην αντιπολίτευση μόλις που τολμούν να ψιθυρίσουν υπέρ, για παράδειγμα, της αμοιβαιοποίησης των χρεών στην ΕΕ, ή την αναδιανομή του εισοδήματος και πλούτου εντός των χωρών, ενώ στην κυβέρνηση οι ριζοσπαστικές πινελιές εξαφανίζονται εν ριπή οφθαλμού; Σε αυτές, και πολλές παρόμοιες ερωτήσεις, ο αναγνώστης δεν θα βρει απαντήσεις στο εν λόγω άρθρο. Και είναι κρίμα, γιατί ο κ. Μουζέλης είναι κοινωνιολόγος με αξιόλογο ακαδημαϊκό έργο. Παρά ταύτα λείπουν οι κοινωνικές αναφορές. Γιατί το μεγάλο πρόβλημα της σοσιαλδημοκρατίας, και γενικότερα του πολιτικού κέντρου, είναι ότι, σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης, αδυνατούν να εκπροσωπήσουν σημαντικά τμήματα των μεσαίων και εργατικών στρωμάτων.

Με λίγα λόγια, η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει μόνο έλλειμμα μιας νέας αφήγησης για τον εικοστό πρώτο αιώνα, μέσα από την οποία η ίδια θα βρει ρόλο σε μια αναδιαρθρωμένη πολιτική γεωγραφία. Ούτε μπορεί να περιμένει μια ευνοϊκή μετατόπιση του εκκρεμούς για να ξαναμπεί στο πολιτικό παιχνίδι. Χρειάζεται ένα πρόγραμμα με μια ατζέντα για τους μισθούς, τις συντάξεις, και το κοινωνικό κράτος που θα την επανενώσει με αυτά τα τμήματα των λαϊκών και μεσαίων τάξεων που την έχουν εγκαταλείψει. Και δυστυχώς για την σοσιαλδημοκρατία, η κυρίαρχη ρητορεία κατά των συντεχνιών και του λαϊκισμού δε βοηθά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συντεχνίες και λαϊκισμός. Αλλά γιατί δεν προκύπτει από πουθενά ότι υπάρχουν σε αυτό το χώρο οι ιδέες που θα περιθωριοποιούσαν τις συντεχνίες και το λαϊκισμό, αλλά συγχρόνως θα ανταποκρίνονταν στο αίτημα για σταθερότητα και ασφάλεια, στην προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο, στην ανάγκη που έχουν όσοι ανήκουν σε αυτές τις κοινότητες και τις συλλογικότητες, στο βαθμό που αυτές δίνουν νόημα στη ζωή τους.

Ο Μουζέλης ισχυρίζεται ότι ο Μπερνστάιν είχε δίκιο ότι η συσσώρευση μεταρρυθμίσεων θα οδηγούσε σταδιακά σε μια καλύτερη κοινωνία. Αλλά κάτι τέτοιο δεν βγαίνει ούτε από την ιστορία, ούτε καν από την ίδια την ανάλυση του Μουζέλη. Γιατί αυτό που φάνηκε από την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι οι σοσιαλδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις είναι απολύτως αναστρέψιμες – εξ ου και μετά την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, οι σοσιαλδημοκράτες έμειναν χωρίς όραμα και χωρίς σχέδιο. Έχοντας πιστέψει στη γραμμική ενίσχυση των δικών τους θέσεων, δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν σε πιο δυσμενείς συνθήκες. Και κάτι χειρότερο. Ξέχασαν το πώς δημιούργησαν την ηγεμονία τους σε μια παλαιότερη εποχή - με κοινωνικούς αγώνες, με ισχυρά συνδικάτα και με μια, αν όχι πάντα αντικαπιταλιστική ρητορική, τουλάχιστον μια ρητορική που αναγνώριζε αντιπάλους: τραπεζίτες, βιομήχανους, και άλλους που απαρτίζουν την ελίτ.

Τίποτα από όλα αυτά δεν παραμένει στους κόλπους των 58, ούτε σαν ίχνος. Μπορεί να έχει δίκιο ο Μουζέλης ότι το εκκρεμές θα επιστρέψει. Αλλά η ευκαιρία που υπάρχει χρειάζεται πολιτική διαμεσολάβηση. Από μια δύναμη που ξέρει ότι μόνο με κοινωνικούς αγώνες αλλάζουν οι συσχετισμοί. Που κατανοεί ότι υπάρχουν όχι μόνο φίλοι, αλλά και εχθροί, και που διαμορφώνει ένα πρόγραμμα με όρους κοινωνικής εκπροσώπησης. Δηλαδή, μια αριστερά που έχει μάθει από την ιστορία αλλά ετοιμάζεται για τις μάχες του μέλλοντος – μιας αριστερά που ξέρει ότι μπορείς να αντιστέκεσαι στο παρόν, χωρίς να υποστηρίζεις το παρελθόν.

Πηγή Red NoteBook
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget