Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Χέγκελ ως ιστορικός της φιλοσοφίας: οι σοφιστές*




Στα εισαγωγικά μαθήματα για την ιστορία της φιλοσοφίας των χειμερινών εξαμήνων 1823-1824 και 1825-1826 ο Χέγκελ προέβη σε μια σύντομη επισκόπηση της εξελίξης του αρχαιοελληνικού στοχασμού από τους Ίωνες κοσμολόγους ως τον νεοπλατωνισμό. Η θέση που επιφυλάσσει στο σοφιστικό κίνημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι 1) αναγνωρίζει τον προοδευτικό διαφωτιστικό χαρακτήρα του, 2) το εντάσσει παράλληλα στο σχήμα του για την οδύσσεια του Πνεύματος στην ιστορία και έτσι 3) το παρουσιάζει ως τμήμα της δικής μας φιλοσοφικής μνήμης, ως δικό μας κίνημα. Η θεωρία του για την ιστορία της φιλοσοφίας δεν αποκτά τελική μορφή παρά τις συνεχείς προσπάθειες του φιλοσόφου να τη συγκεκριμενοποιήσει και την αναμφισβήτητη σοβαρότητα του εγχειρήματος, όπως αυτή προκύπτει από την προγραμματική για το εγελιανό σύστημα διακήρυξη ενότητας της φιλοσοφίας με την ιστορία της. Μερική εξαίρεση στην αποτυχία τούτη συνιστά η σκιαγράφηση της προσωκρατικής σκέψης που «λίγο-πολύ μας πείθει όχι βέβαια για την ταυτότητα, αλλά για την -έστω και μερική- παραλληλία των αξιωμάτων της με τη σειρά των πρώτων κατηγοριών της Λογικής» (σ. 144). Οι προσωκρατικοί προσπαθούν να συλλάβουν την πραγματικότητα μέσω εννοιών ολοένα πιο ξεκομμένων από την αισθητηριακή εμπειρία και έπειτα μέσω πιο συγκεκριμένων που είναι και κατηγορίες της λογικής (κατάληξη αυτής της πορείας είναι ο «τα πάντα διακοσμήσας» αναξαγόρειος Νους). Με τους σοφιστές και έπειτα τον Σωκράτη έχουμε τη μετάβαση σε ένα νέο παράδειγμα**, σε μια νέα μορφή σκέψης που ανοίγει ακόμη περισσότερες δυνατότητες: τη μορφή της υποκειμενικότητας. Ο Ψημμένος παρατηρεί πως η αποδοχή αυτού του σχήματος (με βάση την «οριστικότητα») προς διαρκώς ανώτερους προσδιορισμούς της σκέψης δεν εξηγεί τον τρόπο μετάβασης από το ένα αξίωμα στο άλλο. Κάποιος που ξέρει τον Χέγκελ από ιστορικοφιλοσοφικά εγχειρίδια και λήμματα εγκυκλοπαιδειών θα έσπευδε ίσως να κάνει λόγο για τη διαλεκτική (θέση-αντίθεση-σύνθεση) την οποία πράγματι χρησιμοποιεί, όχι όμως μηχανιστικά αφού «φαίνεται να σεβάστηκε τελικά τα δεδομένα της ιστορίας της φιλοσοφίας πολύ περισσότερο απ’ ότι γενικά πιστεύεται» (σ. 147).

Θα περίμενε κανείς ο Χέγκελ 1) να αναζητήσει το αξίωμα των σοφιστών και έπειτα 2) να αιτιολογήσει την αναγκαιότητα της ιστορικής του εμφάνισης, 3) να αποδείξει την ταυτότητα του με αντίστοιχη κατηγορία της λογικής και 4) να επισημάνει την αοριστία-αδυναμία που κατέστησε δυνατή την υπέρβαση του από το σωκρατικό που το διαδέχτηκε. Ωστόσο, ούτε η διαδοχή αξιωμάτων που καταγράφηκε για τους προσωκρατικούς συνεχίζεται εδώ ούτε επιχειρείται τόσο η σύνδεση με τη γενική πορεία του Πνεύματος όσο μια ρωμαλέα προσπάθεια αποκατάστασης ενός παρεξηγημένου κινήματος. Δε θα πρέπει να υποτεθεί, βέβαια, πως ο Λόγος παύει να είναι παρών: εν ονόματι του φαίνεται να δρουν οι σοφιστές καταφερόμενοι εναντίον των παλαιών αντιλήψεων και εθίμων, ενώ ορίζουν την παιδεία ως «εφαρμοσμένη στην πραγματικότητα έννοια». Αξιοποιώντας τη σύνδεση έννοιας και παιδείας που δίνει ο ορισμός ο Χέγκελ μπόρεσε να «παρουσιάσει τη διδασκαλία των Σοφιστών ως μια συνέπεια της συγκεκριμενοποίησης της σκέψης στη μορφή της υποκειμενικότητας και τους ίδιους τους Σοφιστές ως εργάτες της συγκεκριμενοποίησης αυτής» (σ. 151). Ο φιλόσοφος αποκαθιστά το σοφιστικο κίνημα δείχνοντας 1) την καινοτομία που κομίζει στην ιστορία η απαίτηση να ορίζουν οι άνθρωποι τον εαυτό τους με τη σκέψη αντί για τα έθιμα, τα πάθη και τους χρησμούς, 2) τη συγγένεια με τον νεωτερικό Διαφωτισμό που επίσης ξεκόβει από την πίστη στην αυθεντία της παράδοσης, 3) τον σκοπό της παρεχόμενης από τους σοφιστές παιδείας, που ήταν η προετοιμασία του πολιτικού ανδρός, 4) την ικανότητα της ρητορικής να συλλαμβάνει και να αναδεικνύει τις διάφορες όψεις μιας υπόθεσης, 5) τα θετικά στοιχεία που έχουν οι εκπρόσωποι του ακόμη και στην σκιαγράφηση τους από τον Πλάτωνα και 6) τις ομοιότητες της παιδείας των σοφιστών με εκείνη της εποχής του.

Στο ερώτημα που αναφέραμε προηγουμένως για τον τρόπο μετάβασης από το ένα αξίωμα στο άλλο από τους προσωκρατικούς μέχρι τους σοφιστές, την απάντηση δίνει ο ίδιος ο Χέγκελ: είναι η «επιστροφή του πνεύματος από την αντικειμενικότητα στον ίδιο τον εαυτό του» (σ. 154). Η βασική θέση του ως ιστορικού της φιλοσοφίας είναι ότι οι προσωκρατικοί συνέλαβαν με τα διάφορα αξιώματα τους (είναι: Παρμενίδης, γίγνεσθαι: Ηράκλειτος, δι’ εαυτό είναι: Λεύκιππος και Δημόκριτος, νους: Αναξαγόρας) μόνο την αντικειμενικότητα του πνεύματος αποτυγχάνοντας να προβάλλουν την υποκειμενική τους συνείδηση ως μέρος της «ολότητας του αντικειμενικού». Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει ο αρχαιότερος των σοφιστών, Πρωταγόρας, με τη γνωστή θέση του ότι μέτρο και κριτήριο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος, ανοίγοντας τον δρόμο στη σωκρατική παρέμβαση αλλά και τη νεωτερική εποχή που φτάνει μέχρι τον Καντ. Συσχετίζοντας την κοπερνίκεια (αντι)στροφή του κριτικισμού με τη βασική θέση του Πρωταγόρα ο Χέγκελ καταδεικνύει «τόσο τη σπουδαιότητα όσο και την επικαιρότητα της προσφοράς των Σοφιστών στην ιστορία της φιλοσοφίας» (σ. 157). Αυτό δε θα πρέπει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι η υποκειμενικότητα των σοφιστών δεν ξεπεράστηκε: αντιθέτως, ήδη ο Σωκράτης συνέλαβε βαθύτερα το Απόλυτο ως «σκεπτόμενη υποκειμενικότητα». Ο Σωκράτης δεν προτείνει βέβαια κάποιο νέο αξίωμα αλλά καθιστά εκείνο των σοφιστών πιο συγκεκριμένο, εν αντιθέσει με ότι φαίνεται να συμβαίνει στη διαδοχή των προσωκρατικών μεταξύ τους και με τους σοφιστές. Η μετάβαση από τον έσχατο των πρώτων (Αναξαγόρας) στον πρώτο των δεύτερων (Πρωταγόρας) παρουσιάζει επίσης μιαν ιδιαιτερότητα, αφού δεν αλλάζει απλώς το ιστορικοφιλοσοφικό αξίωμα αλλά και ο ίδιος ο τρόπος σύλληψης του Πνεύματος – πρόκειται για αυτό που ο Χέγκελ ονομάζει μεταστροφή (Konversion). Χαρακτηριστικό των αξιωμάτων των προσωκρατικών ήταν καθώς είδαμε η αντικειμενικότητα τους, ενώ η σύλληψη της υποκειμενικότητας στους σοφιστές θέτει τα πράγματα σε νέα βάση καθώς «αποτελεί μια καινούργια, διευρυμένη και γι’ αυτό πληρέστερη μορφή συγκεκριμενοποίησης της σκέψης» (σ. 159). Ενώ είναι ο Αναξαγόρας που εισάγει τον νου στην ιστορία της φιλοσοφίας, είναι στους σοφιστές κι ακόμα περισσότερο στον Σωκράτη που αποκτά βαθύτερο περιεχόμενο.

Ο στοχαστικός χαρακτήρας της σκέψης των σοφιστών δεν τους επέτρεψε -και σ’ αυτό συνίσταται η «έλλειψη» τους κατά τον Χέγκελ- να αποφύγουν το ολίσθημα στην υποκειμενική αυθαιρεσία των διαφορετικών απόψεων, εν αντιθέσει προς τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα που αντιλαμβάνονται τις έννοιες ως υπάρχουσες καθαυτές. Η θέση τους στην ιστορία της φιλοσοφίας κατοχυρώνεται όχι τόσο από την υποκειμενικότητα όσο από την παιδεία που καλλιεργούσαν, η οποία γενικεύει και επεκτείνει τον ελεατικό τρόπο σκέψης που στην ιστορικοφιλοσοφική θεώρηση του Χέγκελ ορίζεται ως στροφή της σκέψης «κατά του ειδώλου της, της κίνησης» και ως «διαλεκτική που καταστρέφει όλες τις πεπερασμένες σχέσεις» (σ. 161-2). Ο Ψημμένος ολοκληρώνει τη μελέτη του παρατηρώντας την εντυπωσιακή ευελιξία του φιλοσόφου που από τη μια θέλει να παραμείνει πιστός στο ιστορικοφιλοσοφικό του σχήμα και από την άλλη δείχνει πρόθυμος να σεβαστεί τα δεδομένα.

------------------------------------------
* Η παρέκβαση αυτή αποτελεί παρουσίαση της εργασίας του Νίκου Ψημμένου «Η σοφιστική στην ιστορικοφιλοσοφική θεώρηση του Χέγκελ» που περιλαμβάνεται στη συλλογή του ίδιου: Georg Wilhelm Friedrich Hegel. Μελέτες για τη ζωή και το έργο του, εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα-Ιωάννινα 2009, σελίδες 135-162.

** Ο Χέγκελ φυσικά δεν χρησιμοποιεί τον κουνιανό όρο, αλλά όπως θα δούμε εκείνον του «αξιώματος».

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Moishe Postone, Κριτική κοινωνική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο & Παραδοσιακός Μαρξισμός


Αναδημοσίευση από poetry must be done by each and everyone και Marxist Reloaded


Κριτική κοινωνική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο & Παραδοσιακός Μαρξισμός
Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse» (των Βασικών γραμμών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας) (1)


του Moishe Postone


Η Κοινωνική κριτική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο

Η κριτική κοινωνική θεωρία δεν ακολούθησε τους εκτεταμένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών που διανύουμε. Την σφοδρή και γόνιμη αναγέννηση της Μαρξιστικής σκέψης και επιστημολογίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70 επακολούθησε μία σταθερή στροφή απομάκρυνσης από τον Μαρξισμό από την πλευρά αρκετών θεωρητικών. Η σφαίρα της διανόησης κυριαρχήθηκε από μεταμοντέρνες και ματαστρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις που εμφανίζονταν σε πολλούς ως εύλογες κριτικές του Μαρξισμού. Ωστόσο κατέστη όλο και πιο σαφές ότι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις δεν αντιλαμβάνονται επαρκώς την σημερινή εποχή. Αποτυγχάνουν να διαφωτίσουν τις βασικές ιστορικές αλλαγές που έχουν αναδιαρθρώσει τον κόσμο στις πρόσφατες δεκαετίες. Ακόμη και μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Χάμπερμας, ο Φουκό και ο Ντεριντά εμφανίζονται τώρα ως θεωρητικοί μιας φθίνουσας ιστορικής κοινωνικής διαμόρφωσης - του παρακμάζοντος Φορντισμού. Οι κριτικές τους προσεγγίσεις διασαφηνίζουν όλο και λιγότερο το σύγχρονο κοινωνικό σύμπαν.

Ένα προφανές μειονέκτημα αυτών των μετα-μαρξιστικών πραγματειών είναι η απουσία σημαντικών οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων, μία απουσία που είναι κραυγαλέα επάνω στην αντιμετώπιση της συνεχούς εξέλιξης της παγκοσμιοποίησης. Συγχρόνως είναι ξεκάθαρο πως όσο απαραίτητη κι' αν είναι η ενσωμάτωση αυτών των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων στις κριτικές θεωρίες του παρόντος δεν μπορεί να υπάρξει καμία εύσχημη επιστροφή στον παραδοσιακό Μαρξισμό. Η παραδοσιακή θεωρητική δομή απέτυχε να παρέχει την βάση για μία επαρκή ιστορική ανάλυση των Κομμουνιστικών καθεστώτων της συσσώρευσης. Οι πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις τους τέθηκαν σε αμφισβήτηση επί τη βάσει της αυξανόμενης σπουδαιότητας των επιστημονικών γνώσεων και της προηγμένης τεχνολογίας στην εξέλιξη της παραγωγής. Και τα ιδανικά της χειραφεσίας τους ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τις τρέχουσες κοινωνικές και πολιτισμικές δυσαρέσκειες.

Παρ’ όλα αυτά οι τωρινές ιστορικές τάσεις υποδηλώνουν την σπουδαιότητα για την εκπόνηση μίας πιο επαρκούς κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού. Αν και αυτές οι τάσεις περιλαμβάνουν μέσα τους τις εξελίξεις που υπογραμμίζουν τον αναχρονιστικό χαρακτήρα της παραδοσιακής Μαρξιστικής θεωρίας - όπως είναι για παράδειγμα ο πολλαπλασιασμός των νέων κοινωνικών κινημάτων με τα μαζικά οικολογικά κινήματα, τα φεμινιστικά και τα κινήματα των γκέι, τα κινήματα χειραφέτησης των μειονοτήτων, καθώς επίσης, και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια που εκφράζεται σε διάφορα «φονταμενταλιστικά» κινήματα - οι πρόσφατες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από την επανεμφάνιση των οικονομικών εξαρθρώσεων που εξαπλώθηκαν σε όλο τον πλανήτη και την εντατικοποίηση των ένδο-καπιταλιστικών αντιπαλοτήτων σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν πως μία επαρκής κριτική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αφενός τις σημαντικές νέες του διαστάσεις και αφετέρου την υποκείμενη συνέχεια του ως καπιταλισμού.

Οι Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse) μπορούν να παρέχουν το σημείο εκκίνησης για μία αναζωογονημένη κριτική ανάλυση βασισμένη σε μία θεμελιακή επανεξέταση της καπιταλιστικής φύσης. Αυτό το χειρόγραφο συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1857-58 και αφού εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939 δεν είχε γίνει ευρέως γνωστό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και έως τις αρχές της δεκαετίας του '70. Καίτοι ο Μαρξ δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί όλες τις πτυχές της ώριμης κριτικής θεωρίας του μέσα στις Βασικές Γραμμές, η γενική κατεύθυνση της για την καπιταλιστική νεωτερικότητα όπως και η φυσιογνωμία και η σημασία των θεμελιακών κατηγοριών αυτής της κριτικής προκύπτουν ξεκάθαρα σε αυτό το χειρόγραφο. Το Κεφάλαιο είναι πιο δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί και υπόκειται εύκολα σε παρανοήσεις καθόσον είναι πολύ αυστηρά δομημένο ως μία έμφυτη κριτική - κριτική που επιχειρήθηκε από μία σκοπιά σύμφυτη με το αντικείμενο της ερευνάς της. Για τον λόγο αυτό οι κατηγορίες του μπορούν να παρεξηγηθούν ως καταφατικές και όχι ως κριτικές. Ως εκ τούτου, πολύ συχνά, το αντικείμενο της κριτικής του Μαρξ θεωρήθηκε σαν να είναι η σκοπιά της κριτικής του - ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα. Αυτή η παρανόηση δεν αποτελεί πρόβλημα για τις Βασικές Γραμμές αφού αυτές δεν είναι τόσο αυστηρά δομημένες. Επειδή ο Μαρξ ακόμα επεξεργαζόταν την κατηγορική (2) ανάλυση του σ’ αυτό το χειρόγραφο, η στρατηγική του πρόθεση είναι πιο προσιτή απ’ ό,τι στο Κεφάλαιο. Ως εκ τούτου οι Βασικές Γραμμές (Grundrisse) μπορούν να διαφωτίσουν την φύση και την κατεύθυνση της συνεκτικής κριτικής του Μαρξ για την πολιτική οικονομία. Η ανάγνωση υπό το πρίσμα του χειρόγραφου του 1857-8 αυτής της κριτικής μπορεί να παρέχει την βάση για μία καταλληλότερη κριτική θεωρία του σύγχρονου κόσμου από αυτή που είναι εφικτή μέσα στο παραδοσιακό Μαρξιστικό πλαίσιο θεωρίας. (3)


Παραδοσιακός Μαρξισμός

Πριν αναπτύξω λεπτομερώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό με τις αντίστοιχες παραπομπές από τις Βασικές Γραμμές (Grundrisse) θα περιγράψω εν συντομία την έννοια του «παραδοσιακού Μαρξισμού» σ’ αυτό το κεφάλαιο. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική τάση του Μαρξισμού, αλλά γενικότερα στην εν γένει ανάλυση του καπιταλισμού η οποία βασίζεται ουσιαστικά σε όρους που αφορούν τις ταξικές σχέσεις, που εκπορεύονται από την ατομική ιδιοκτησία και δέχονται την μεσολάβηση της αγοράς. Οι σχέσεις κυριαρχίας γίνονται κατανοητές κυρίως από την σκοπιά της ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Μέσα σ' αυτήν την γενικευμένη ερμηνευτική δομή ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία διογκούμενη δομική αντίφαση μεταξύ των βασικών κοινωνικών σχέσεων (που ερμηνεύονται ως ατομική ιδιοκτησία και αγορά) και των παραγωγικών δυνάμεων (που ερμηνεύονται ως ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής). Ο σοσιαλισμός κατανοείται πρωταρχικά από την θέση της συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό τους σχεδιασμό/συντονισμό εντός ενός βιομηχανοποιημένου πλαισίου. Δηλαδή συλλαμβάνεται ως ένας ακριβοδίκαιος και ρυθμιζόμενος τρόπος διανομής κατάλληλος για την βιομηχανική παραγωγή (αυτή γίνεται αντιληπτή ως μία διαδικασία ουσιαστικά ανεξάρτητη του καπιταλισμού).

Αυτή η καθολική κατανόηση είναι δεσμευμένη σε μια νομοτελειακή επεξήγηση των βασικών κατηγοριών της κριτικής του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Για παράδειγμα η κατηγορία της αξίας θεωρήθηκε γενικά ως μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως η άμεση ανθρώπινη εργασία συνεχώς και παντού δημιουργεί κοινωνικό πλούτο, που στον καπιταλισμό ο κύριος μεσολαβητής του είναι η αγορά. Η θεωρία του Μαρξ για την υπεραξία σύμφωνα με τις συγκεκριμένες γνώμες περιγράφει την ύπαρξη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης υποδηλώνοντας την εργασία που δημιουργεί μονάχα προϊόντα σε πλεόνασμα τα οποία στην συνέχεια ιδιοποιούνται από τον καπιταλιστή.(4)

Αυτή η συγκεκριμένη ερμηνεία βασίζεται σε μία διιστορική αντίληψη της εργασίας ως δραστηριότητας που διαμεσολαβεί τους ανθρώπους και την ίδια την φύση μετασχηματίζοντας την ύλη με τρόπους ηθικής στοχοπροσήλωσης και τίθεται ως προϋπόθεση της κοινωνικής ζωής. Η αντίληψη για την «δουλειά» την τοποθετεί ως πηγή του πλούτου σε όλες τις κοινωνίες και ως έννοια που συγκροτεί ό,τι είναι απολύτως οικουμενικό και πραγματιστικά κοινωνικό. Ωστόσο στον καπιταλισμό, η ιδιαιτερότητα και ο κατακερματισμός των κοινωνικών σχέσεων παρεμποδίζουν την αντίληψη μας ώστε να αποσαφηνίσει εντελώς ρεαλιστικά την έννοια της «δουλειάς». Γι' αυτό και η χειραφέτηση συνειδητοποιείται μέσα σε μία κοινωνική μορφή όπου η υπεριστορική «εργασία» απελευθερωμένη από τις διαστρεβλώσεις της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας έχει ρητά αναδειχθεί ως η κανονιστική αρχή της κοινωνίας. (Βεβαίως αυτή η ιδέα είναι οριοθετημένη μέσα σ' εκείνη της σοσιαλιστικής επανάστασης που πραγματώνεται ως «αυτό-συνείδηση» του προλεταριάτου). Η «εργασία» εδώ προσφέρει την σκοπιά από την οποία πραγματώνεται η κριτική του καπιταλισμού.

Εντός της βασικής εννοιολογικής δομής του «παραδοσιακού Μαρξισμού» υφίσταται ένα ευρύ φάσμα πολύ διαφορετικών θεωρητικών, μεθοδολογικών και πολιτικών προσεγγίσεων. (5) Έστω κι' αν παράχθηκαν πολύ ισχυρές οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές και πολιτισμικές αναλύσεις μέσα σε αυτό το σχήμα οι περιορισμοί του έχουν προ πολλού γίνει ευδιάκριτοι επάνω στο μέτωπο των ιστορικών εξελίξεων του 20ου αιώνα. Ερχόμενοι αντιμέτωποι με τους όρους που θέτει η αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού σήμερα, θα πρέπει τότε να θέσουμε και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του κεφαλαίου που αποκόπτεται πλήρως από την παραδοσιακή Μαρξιστική δομή.

Έχει καταστεί σαφές, εξετάζοντας εκ των υστέρων, ότι η κοινωνική / πολιτική /οικονομική / πολιτισμική διαμόρφωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου ήταν ιστορικά ποικιλόμορφη – από τον μερκαντιλισμό μέσω του φιλελεύθερου καπιταλισμού του 19ου αι. και του καπιταλισμού του Φορντισμού με επίκεντρο του το κράτος στον 20ο αι. στον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο παγκόσμιο καπιταλισμό. Και αυτό μας υποδεικνύει πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί πλήρως με καμία από τις ιστορικές του διαμορφώσεις με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ζήτημα της φύσης του θεμελιώδους πυρήνα του ως μορφή της κοινωνικής ζωής, δηλαδή αυτό που αφορά την ίδια την φύση του κεφαλαίου.


Grundrisse (Βασικές Γραμμές): ο καπιταλιστικός πυρήνας

Οι Βασικές γραμμές – Grundrisse βοηθούν στην αποσαφήνιση της συνεκτικής αντίληψης του Μαρξ για τον κατεξοχήν πυρήνα του καπιταλισμού και για την ουσία της ιστορικής του υπέρβασης με τρόπους που στοχεύουν πέρα από τα όρια της παραδοσιακής Μαρξιστικής ερμηνείας. Σε μία παράγραφο κρίσιμης σημασίας του χειρογράφου που τιτλοφορείται «Αντίφαση ανάμεσα στη βάση* της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (μέτρο αξίας) και την ίδια την ανάπτυξη της» (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 536)** ο Μαρξ υποδηλώνει πως αντιλαμβάνεται κατά βάση τον πυρήνα του καπιταλισμού και μαζί τη θεμελιώδη αντίφαση του που γεννά το ιστορικό ενδεχόμενο της μετά-καπιταλιστικής μορφής της κοινωνικής ζωής. Ξεκινάει την παράγραφο δηλώνοντας ότι «Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία». (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538) Ο τίτλος και η αρχική πρόταση της εν λόγω παραγράφου υποδεικνύουν ότι για τον Μαρξ η κατηγορία της αξίας εκφράζει τις βασικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής – εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν με τον πιο θεμελιώδη τρόπο τον ίδιο τον καπιταλισμό ως μορφή της κοινωνικής ζωής. Συγχρόνως η κατηγορία της αξίας εκφράζει μία συγκεκριμένη μορφή πλούτου. Η ανάλυση της αξίας λοιπόν, θα πρέπει να διευκρινίζει αμφότερες αυτές τις όψεις. Ως μορφή πλούτου η αξία έχει γενικώς κατανοηθεί σαν η κατηγορία της διαμεσολάβησης της αγοράς επάνω στον πλούτο που δημιουργεί η εργασία. Κι’ όμως όταν ο Μαρξ αναφέρεται στην «ανταλλαγή» κατά την οποία εξετάζει την «αξιακή σχέση», στα αποσπάσματα που παρατίθενται, δεν εννοεί την ανταλλαγή της κυκλοφορίας αλλά εκείνη της παραγωγής – «την ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία». Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ για την αξία ως «βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» υποδηλώνει ότι αυτή δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται απλούστατα ως μία κατηγορία διανομής των εμπορευμάτων δηλαδή ως απόπειρα να θεμελιώσουμε την αποκαλούμενη αυτό-ρυθμιζόμενη αγορά. Αντίθετα, θα πρέπει να νοείται πρωτίστως ως κατηγορία της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Στις Βασικές γραμμές – Grundrisse, λοιπόν, η ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αντίφαση που εμφανίζεται στον καπιταλισμό ανάμεσα στις «σχέσεις της παραγωγής» και στις «δυνάμεις της παραγωγής» διαφέρει από εκείνη των παραδοσιακών Μαρξιστικών θεωριών, οι οποίες εστιάζουν κριτικά στον τρόπο της διανομής (αγορά, ατομική ιδιοκτησία) και αντιλαμβάνονται αυτή την αντίφαση ανάμεσα στις σφαίρες της διανομής και της παραγωγής. Εκείνος κατηγορηματικά, ασκεί κριτική στις θεωρητικές προσεγγίσεις που εννοιοδοτούν τον ιστορικό μετασχηματισμό με όρους που αφορούν τον τρόπο της διανομής χωρίς να αναλογίζονται την δυνατότητα ότι ο τρόπος της παραγωγής δύναται να μεταμορφωθεί, παίρνοντας ως παράδειγμα την δήλωση του Τζον Στιούαρτ Μιλλ πως «οι νόμοι και οι όροι της παραγωγής πλούτου έχουν τον χαρακτήρα αληθειών του φυσικού κόσμου... Αυτό δεν συμβαίνει με την διανομή του πλούτου, Αυτή είναι ζήτημα αποκλειστικά των ανθρώπινων θεσμών». (6) Αυτός ο διαχωρισμός σύμφωνα με τον Μαρξ είναι αβάσιμος: «Οι ‘‘νόμοι και όροι’’ της παραγωγής του πλούτου και οι ‘‘νόμοι της διανομής του πλούτου’’ είναι οι ίδιοι νόμοι με διαφορετική μορφή, μεταβάλλονται και οι δύο, υφίστανται την ίδια ιστορική διαδικασία και γενικά δεν είναι παρά συνθετικά στοιχεία μιας ιστορικής διαδικασίας» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 642).

Αν η διαδικασία της παραγωγής είναι αλληλένδετη με τις θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού, εν τούτοις, η πρώτη δεν μπορεί να εξισωθεί με τις δυνάμεις της παραγωγής που τελικώς έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές σχέσεις της παραγωγής. Άντ’ αυτού, η ίδια η διαδικασία της παραγωγής θα πρέπει να θεωρηθεί εγγενώς συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό. Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν με άλλα λόγια, ότι η αντίληψη του Μαρξ για την θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να νοείται μεταξύ της βιομηχανικής παραγωγής από την μία πλευρά και της αγοράς μαζί με την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία από την άλλη. Αυτή η αντίφαση απαιτεί περαιτέρω εξέταση.

Όταν ο Μαρξ μιλάει για την παραγωγή που βασίζεται στην αξία την περιγράφει ως τρόπο παραγωγής που «προϋπόθεση της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, (δηλαδή) η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538). Εκείνο που χαρακτηρίζει την αξία ως μορφή πλούτου, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι ό,τι συνίσταται από την δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας στην διαδικασία της παραγωγής η οποία προσμετρείται χρονικά. Η αξία είναι μια κοινωνική μορφή που εκφράζει και μαζί βασίζεται επάνω στην δαπάνη του άμεσου εργασιακού χρόνου. Αυτή η μορφή για τον Μαρξ βρίσκεται μέσα στην ίδια την καρδιά του κεφαλαίου. Ως κατηγορία των θεμελιακών κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν τον καπιταλισμό η αξία εκφράζει αυτό που είναι και παραμένει το βασικό θεμέλιο της καπιταλιστικής παραγωγής. Ωστόσο η παραγωγή που βασίζεται στην αξία δημιουργεί μία δυναμική που οδηγεί σε εντεινόμενη όξυνση μεταξύ του θεμέλιου λίθου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αποτελεσμάτων της δικής του ιστορικής εξέλιξης:

"Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή –η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή λόγια της εφαρμογής αυτής της επιστήμης στην παραγωγή... (Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης, ιδιαίτερα της φυσικής επιστήμης, και μαζί της όλων των άλλων, συνδέεται κι αυτή πάλι με την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής.) Αντίθετα, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται –κι αυτό είναι το σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας– στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία ανάμεσα στην εργασία, που έχει αναχθεί σε καθαρή αφαίρεση, και τη δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)**

Η αντίθεση μεταξύ αξίας και “πραγματικού πλούτου” είναι μεταξύ μίας μορφής πλούτου που βασίζεται επάνω στον “χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας” και μίας που δεν εξαρτάται στον άμεσο χρόνο εργασίας. Αυτή η αντίθεση είναι ζωτικής σημασίας ώστε να κατανοήσουμε την θεωρία της αξίας του Μαρξ και την αντίληψη του πάνω στην βασική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημειώνει ολοφάνερα ότι η αξία δεν αναφέρεται ως επί το πλείστον στον κοινωνικό πλούτο, αλλά είναι μία ιστορικά συγκεκριμένη, πιθανώς παροδική κατηγορία που νοηματοδοτεί το θεμέλιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πέραν τούτου, η αξία δεν είναι αμιγώς μία κατηγορία της αγοράς που συλλαμβάνει έναν ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της κοινωνικής διανομής του πλούτου. Μία τέτοια ερμηνεία με επίκεντρο την αγορά –που σχετίζεται με την θέση του Μιλλ πως ο τρόπος της διανομής είναι ιστορικά ευμετάβλητος όχι όμως και ο τρόπος της παραγωγής– συνεπάγεται την ύπαρξη μιας υπεριστορικής μορφής πλούτου που κατανέμεται διαφορετικά σε ξεχωριστές κοινωνίες. Ωστόσο σύμφωνα με τον Μαρξ, η αξία είναι ιστορικά μία ειδική μορφή του κοινωνικού πλούτου και είναι ουσιαστικά εγγενής σ’ ένα ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της παραγωγής. Συνεπώς αυτό μας δείχνει ότι διαφορετικές μορφές της κοινωνίας συσχετίζονται με διαφορετικές μορφές του πλούτου. (Ο προβληματισμός του Μαρξ σ’ αυτό το σημείο δείχνει ότι η μορφή του πλούτου, το είδος της εργασίας και η ακριβής διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων διαφέρουν σε ποικίλους κοινωνικούς σχηματισμούς.)

Αρκετοί ισχυρισμοί που ασπάζονται την ανάλυση του Μαρξ επάνω στην μοναδικότητα της εργασίας ως πηγή της αξίας –τόσο υποστηρικτικοί όσο και επικριτικοί– παραβλέπουν την διάκριση του, μεταξύ ‘‘πραγματικού πλούτου” (ή ‘‘υλικού πλούτου”) και αξίας. Ωστόσο οι Βασικές Γραμμές – Grundrisse υποδεικνύουν ότι η «εργατική θεωρία της αξίας» δεν είναι μία θεωρία για την μοναδικότητα των ιδιοτήτων της εργασίας αορίστως, αλλά μία ανάλυση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αξίας ως μορφής πλούτου και ως εκ τούτου εξυπακούεται και ως ανάλυση της εργασίας που υποθετικά τον συγκροτεί. Επομένως είναι αποπροσανατολιστικό να επιχειρηματολογούμε υπέρ η κατά της θεωρίας του Μαρξ για την αξία σαν να επρόκειτο για την θεωρία της εργασίας του (υπεριστορικού) πλούτου – δηλαδή σαν ο Μαρξ να έχει συγγράψει μία πολιτική οικονομία αντί για την κριτική της πολιτικής οικονομίας. (7) Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως η ερμηνεία του Μαρξ για την κατηγορία της αξίας ως μίας συγκεκριμένης ιστορικά κατηγορίας αποδεικνύει ότι η ανάλυση του για την σύγχρονη κοινωνία είναι άψογη, αλλά προϋποθέτει ότι αυτή η ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη με τους δικούς της ιστορικά καθορισμένους όρους και όχι σαν να ήταν μία διιστορική θεωρία της πολιτικής οικονομίας και μάλιστα του είδους εκείνου που ο Μαρξ επέκρινε εντονότατα.

Αύτές οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αξία μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ είναι μία κριτική κατηγορία που αποκαλύπτει, αφενός την ιστορική ιδιαιτερότητα της μορφής του πλούτου, και αφετέρου της παραγωγής που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Η παράγραφος που παρατίθεται πιο πάνω δείχνει πως σύμφωνα με τον Μαρξ, η μορφή της παραγωγής που βασίζεται στην αξία αναπτύσσεται με τρόπο που φανερώνει την πιθανή ιστορική αυτοαναίρεση αυτής της αξίας. Σε μία ανάλυση που φαίνεται απολύτως σχετική με τις σύγχρονες συνθήκες ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι καθώς η καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή αναπτύσσεται, η αξία καθίσταται ως μέτρο του κοινωνικού πλούτου όλο και λιγότερο κατάλληλη. Και αντιπαραβάλλει την αξία, μία μορφή πλούτου που είναι δέσμια με την δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου, με την γιγάντια πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας: η αξία καθίσταται αναχρονιστική με τους όρους των δυνατοτήτων του συστήματος παραγωγής που αυτή δημιουργεί. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνητικής τάσης θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της αξίας.

Εν τούτοις αυτή η ιστορική δυνατότητα δεν σημαίνει απλά και μόνο πως όλο και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων είναι πλέον εφικτό να παραχθούν επάνω στην βάση του υφιστάμενου τρόπου βιομηχανικής παραγωγής και να κατανεμηθούν πιο δίκαια. Η λογική της αυξανόμενης αντίφασης, μεταξύ του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ και της αξίας, που εμφανίζει την πιθανότητα ο πρώτος να εκτοπίσει την τελευταία ως η (καθ)οριστική μορφή του πλούτου, υποδηλώνει επίσης και την δυνατότητα μίας διαφορετικής παραγωγικής διαδικασίας που θα βασίζεται επάνω σε μια καινούργια και πιο απελευθερωτική κοινωνική οργάνωση της εργασίας:

"Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας... Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα της. Σ΄ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ΄ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ' αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)

Η συγκεκριμένη παράγραφος των Βασικών Γραμμών – Grundrisse καθιστά απολύτως σαφές ότι για τον Μαρξ η υπέρβαση του καπιταλισμού έχει ως συνέπεια την απενεργοποίηση της αξίας ως κοινωνικής μορφής του πλούτου, και εκείνη με τη σειρά της συνεπάγεται και το ξεπέρασμα του προκαθορισμένου τρόπου παραγωγής, που αναπτύχθηκε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ο χρόνος της εργασίας πλέον δεν θα χρησιμεύει ως μέτρο του πλούτου και η παραγωγή του πλούτου αυτού δεν θα πραγματοποιείται στο εξής, κυρίως από την άμεση ανθρώπινη εργασία στην διαδικασία της παραγωγής: «Από την στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί την μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει –αναγκαστικά– ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Με άλλα λόγια ο Μαρξ αναλύει τις βασικές καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, την μορφή του πλούτου τους, την υλική μορφή της παραγωγής του και τον τρόπο που όλες αυτές είναι αλληλένδετες: η παραγωγή που επαφίεται στην αξία, ο τρόπος της παραγωγής που θεμελιώνεται στην μισθωτή εργασία και η βιομηχανική παραγωγή που βασίζεται στην εργασία των προλετάριων συνδέονται ουσιαστικώς στην ανάπτυξη της ανάλυσης του. Όθεν ο αυξανόμενα αναχρονιστικός χαρακτήρας της αξίας δηλοποιεί επίσης τον αυξανόμενα αναχρονιστικό χαρακτήρα της βιομηχανικής παραγωγικής διαδικασίας που εξελίσσεται μέσα στον καπιταλισμό. Η υπέρβαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον Μαρξ, συνεπάγεται τον εκ βάθρων μετασχηματισμό της υλικής μορφής της παραγωγής, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο οι άνθρωποι δουλεύουν.

Παρ’ όλα αυτά η σοσιαλιστική κοινωνία, σύμφωνα με τον Μαρξ, δεν θα αναδυθεί αυτομάτως ως το αποτέλεσμα μίας γραμμικής, επαναστατικής ιστορικά εξέλιξης. Ο ριζικός μετασχηματισμός της παραγωγικής διαδικασίας που σκιαγραφείται ανωτέρω δεν είναι ένα οιονεί αυτόματο επακόλουθο της αστραπιαίας αύξησης της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης ή της εφαρμογής τους. Είναι περισσότερο μια δυνατότητα που παρουσιάζεται από την αυξανόμενη εσωτερική κοινωνική αντίφαση. Μολονότι η διαδρομή της καπιταλιστικής ανάπτυξης προκαλεί την δυνατότητα μιας νέας, απελευθερωτικής κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, η γενική της συνειδητοποίηση είναι αδύνατη εντός του καπιταλισμού.

"Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 539)**

Το ζήτημα του ‘‘αναγκαίου’’ και του ‘‘υπερεργασιακού’’(πλεονασματικού)*** χρόνου εργασίας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εδώ πλήρως. Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, καίτοι ο καπιταλισμός τείνει να αναπτύσσει ισχυρότατες παραγωγικές δυνάμεις οι δυνατότητες των οποίων καθιστούν τάχιστα απαρχαιωμένη την οργάνωση της παραγωγής που είναι βασισμένη στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου, η δομή της οργάνωσης είναι αυτή που δεν επιτρέπει την πλήρη πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Η μόνη μορφή πλούτου που συγκροτεί το κεφάλαιο είναι αυτή που βασίζεται επάνω στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου. Γι’ αυτό τον λόγο ανεξαρτήτως της αυξανόμενης ασυμφωνίας μεταξύ της αξίας ως μέτρου και του υλικού πλούτου, η αξία εν τέλει δεν αντικαθίσταται από μία νέα μορφή πλούτου. (8) Άντ’ αυτού και σύμφωνα με τον Μαρξ, παραμένει η απαραίτητη δομική προϋπόθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας (παρ’ ότι εκείνος υποστηρίζει σε ολόκληρο το Κεφάλαιο, εμφανώς κριτικά πως αυτή δεν είναι ρεαλιστική).

Στην βάση των κατηγοριών του, της αξίας, του εμπορεύματος και του κεφαλαίου, ο Μαρξ δείχνει πως ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία εγγενή αναπτυξιακή δυναμική. Ωστόσο αυτή η δυναμική παραμένει εντός των καπιταλιστικών ορίων: δεν υπερβαίνει την ίδια της την κατάσταση. Οι κατηγορίες καθηλώνουν αμφότερες, τόσο την δυναμική όσο και τα όρια της: εκείνο που καθίσταται ως «υπερεργασία» (σ.τ.μ. πλεονασματική) υπό τους όρους της παραγωγής του υλικού πλούτου παραμένει δομικά ‘‘αναγκαίο’’ για το κεφάλαιο. Ο καπιταλισμός δίνει την αφορμή για το ενδεχόμενο της αναίρεσης του, χωρίς όμως αυτή να σημαίνει αυτόματα ότι αυτός θα εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Ήτοι η δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας ενώ παραμένει κεντρική και απαραίτητη για το κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι η πρώτη καθίσταται αναχρονιστική από τις εξελίξεις που προκαλούνται από το τελευταίο, δημιουργεί μια εσωτερική όξυνση. Όπως έχω αναπτύξει λεπτομερώς στο «Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory» ο Μαρξ αναλύει την φύση της βιομηχανικής παραγωγής και την αναπτυξιακή της τροχιά με αναφορά σε αυτή την όξυνση (Postone 1993: 307-66).

Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse υποδεικνύουν πως η ιδέα του Μαρξ για την δομική αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να ταυτίζεται άμεσα με τον κοινωνικό ανταγωνισμό, όπως είναι η ταξική πάλη. Επίσης αποκαλύπτουν ότι η κατανόηση του Μαρξ για την καπιταλιστική αντίφαση δεν αναφέρεται με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο σε μία αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. (9) Ως εκ τούτου διαφέρει θεμελιακά από εκείνη του παραδοσιακού Μαρξισμού. Στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse ο Μαρξ δεν αναλύει την αντίφαση του καπιταλισμού ως εκείνης που βρίσκεται μεταξύ της διαδικασίας της παραγωγής και της αξίας, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής παραγωγής και των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού. Αντιθέτως ο ίδιος αντιμετωπίζει την πρώτη όπως έχει διαμορφωθεί από την τελευταία: η παραγωγή του καπιταλισμού είναι ‘‘ο τρόπος της παραγωγής που βασίζεται στην αξία’’. Καθ’ αυτήν την έννοια στα τελευταία του γραπτά, ο Μαρξ αναφέρεται κατηγορηματικά στον βιομηχανικό τρόπο της παραγωγής ως «ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής… (τεχνολογικά εξ ίσου)» (Καρλ Μαρξ: Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, Εκδόσεις Α/Συνέχεια: 1990 // Marx, Karl 1994: 428). Αυτά τα χωρία από τις Βασικές Γραμμές – Grundrisse υπονοούν ότι είναι η υλική μορφή της παραγωγής που πρόκειται να μετασχηματιστεί ταυτόχρονα με την υπέρβαση του καπιταλισμού. Επίσης διαψεύδουν την ιδέα πως η κριτική θεωρία του Μαρξ είναι ένα είδος επαναστατικής τεχνολογικής αιτιοκρατίας. (10) Απεναντίας εκείνος πραγματεύεται την τεχνολογία και την διαδικασία της παραγωγής ως εκ της κοινωνίας συγκροτούμενες: είναι αυτές οι δύο που μορφοποιούνται από την αξία. Επομένως δεν θα πρέπει απλά να ταυτίζονται με τις “δυνάμεις της παραγωγής” που έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, παρ’ όλο που η τεχνολογία και η διαδικασία της παραγωγής διαπλάθονται από τις καπιταλιστικές σχέσεις, ενσωματώνουν μαζί τους μία ανακολουθία. Η ανάλυση του Μαρξ κάνει διάκριση μεταξύ της πραγματικότητας από την μορφή που έχει λάβει η παραγωγή που συνίσταται από την αξία και της ροπής της – μιας ροπής που καθηλώνει την πιθανότητα μιας νέας μορφής παραγωγής. Αυτή η διάκριση σε τελευταία ανάλυση προέρχεται από την αντιφατική φύση των καπιταλιστικών σχέσεων, τις οποίες ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, τις θεμελιώνει επάνω στον διπλό χαρακτήρα των κατηγοριών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνικής ζωής.

Είναι σαφές από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν πως όταν ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές περιγράφει την υπέρβαση της αντίφασης του καπιταλισμού και δηλώνει ότι «η εργατική μάζα πρέπει η ίδια να ιδιοποιείται την υπερεργασία της» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 541) δεν υπαινίσσεται μόνο την απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας και την χρήση των προϊόντων που είναι σε πλεόνασμα με ένα πιο ορθολογικό, δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο. Η ιδιοποίηση για την οποία ο Μαρξ κάνει λόγο περιλαμβάνει επίσης την αυτοπαθή εφαρμογή της δυνατότητας, που είναι ενσωματωμένη στην προηγμένη καπιταλιστική παραγωγή, επάνω στην ίδια την διαδικασία της παραγωγής. Το σύστημα της κοινωνικής αναπαραγωγής στο οποίο, ο πλούτος του δημιουργείται διά μέσου του σφετερισμού του άμεσου εργασιακού χρόνου και της δουλειάς των εργαζομένων ως γραναζιών ενός παραγωγικού μηχανισμού, είναι εφικτό να καταργηθεί. Αυτές οι δύο πλευρές του βιομηχανικού καπιταλιστικού τρόπου της παραγωγής είναι συνδεδεμένες, σύμφωνα με τον Μαρξ. Συνεπώς η υπέρβαση του καπιταλισμού όπως παρουσιάζεται στις Βασικές Γραμμές εμμέσως προβλέπει το ξεπέρασμα αμφότερων των τυπικών και ουσιαστικών πτυχών του τρόπου παραγωγής που στηρίζεται στην μισθωτή εργασία. Συνεπάγεται την κατάργηση ενός συστήματος διανομής που είναι βασισμένο επάνω στην ανταλλαγή εργασιακής δύναμης ως εμπορεύματος για έναν μισθό με τον οποίο αποκτώνται τα μέσα κατανάλωσης: και συνεπάγεται επίσης την κατάργηση ενός συστήματος παραγωγής που βασίζεται επάνω στην προλεταριακή εργασία, δηλαδή από την μονόπλευρη και κατακερματισμένη εργασία που είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής. Όσον αφορά την κοινωνική οργάνωση της εργασίας η μαρξική αντίφαση πρέπει να γίνει κατανοητή ως μία διογκούμενη αντίφαση μεταξύ του είδους της εργασίας που οι άνθρωποι εκτελούν υπό καπιταλιστικές συνθήκες και του είδους της εργασίας που θα μπορούσαν να εξασκούν εάν η αξία καταργούταν καθώς και της παραγωγικής τάσης που αναπτύχθηκε εξαρτώμενη του καπιταλισμού και που θα χρησιμοποιούταν αυτομάτως για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την τυραννία της αλλοτριωμένης κοινωνικής οργάνωσης που συντίθεται από την ίδια τους την εργασία. Μακριά από τη συνεπαγωγή της συνειδητοποίησης του προλεταριάτου, η υπέρβαση του καπιταλισμού ενέχει την υλική κατάργηση της προλεταριακής εργασίας. Η χειραφέτηση της εργασίας απαιτεί την χειραφέτηση από την (αλλοτριωμένη) εργασία.

Αυτή η ερμηνεία, παρέχοντας την βάση για μία ιστορική κριτική της συγκεκριμένης μορφής της παραγωγής εντός του καπιταλισμού (καθώς επίσης και της αφηρημένης διαμεσολάβησης και κυριαρχίας που εκφράζονται με τις κατηγορίες της αξίας και του κεφαλαίου) ρίχνει άπλετο φως στον πολύ γνωστό ισχυρισμό του Μαρξ πως ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της προϊστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας (Καρλ Μαρξ: Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας // Marx 1987: 264). Η έννοια της υπέρβασης της προλεταριακής εργασίας υποδηλώνει ότι η «προϊστορία» θα πρέπει να νοηθεί αναφορική με εκείνους τους κοινωνικούς σχηματισμούς στους οποίους η αδιάλειπτη παραγωγή πλεονάσματος είναι υπαρκτή και κυρίως βασίζεται στην άμεση ανθρώπινη εργασία. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι κοινό στις κοινωνίες που το πλεόνασμα δημιουργείται από τους σκλάβους, τους δουλοπάροικους ή τη μισθωτή εργασία. Ωστόσο ο σχηματισμός που βασίζεται επάνω στην μισθωτή εργασία, σύμφωνα με τον Μαρξ, χαρακτηρίζεται μοναδικά από μία δυναμική που μπορεί να προκαλέσει το ιστορικό ενδεχόμενο να καταστεί εφικτή η υπέρβαση του παραγωγικού πλεονασμού προϊόντων ο οποίος στηρίζεται στην ανθρώπινη εργασία ως εσωτερικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας. Ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός θα μπορούσε να είναι δημιουργημένος μέσα στον οποίο «η υπερεργασία των πολλών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η μη-εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Για τον Μαρξ, λοιπόν, το τέλος της προϊστορίας σημαίνει την υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία. Ωστόσο, αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί απλώς και μόνο με την συγχώνευση της υπάρχουσας χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Η πραγμάτευση της παραγωγής από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές υποδεικνύει πως εκτός από τον διχασμό των δύο συγκεκριμένων τρόπων εργασίας, συνεπάγεται επίσης και ο προκαθορισμός των χαρακτηριστικών τους, που βρίσκει την προέλευση του στην υπάρχουσα μορφή της παραγωγής. Ο διχασμός τους θα μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο με την μετατροπή αμφότερων των υφιστάμενων τρόπων της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, δηλαδή με την ιστορική συγκρότηση μιας νέας δομής και συνάμα κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Μία τέτοια καινούργια δομή καθίσταται εφικτή, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ όταν το πλεόνασμα της παραγωγής παύει πλέον να στηρίζεται πρωταρχικά στην άμεση ανθρώπινη εργασία.

Το παράθεμα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse επάνω στην θεμελιακή αντίφαση του καπιταλισμού καθιστά σαφές, λοιπόν, πως η κριτική θεωρία του Μαρξ πρέπει ουσιαστικά να είναι κατανοητή ως η κριτική της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αντί να είναι η κριτική του καπιταλισμού από την σκοπιά της εργασίας (όπως υφίσταται στον παραδοσιακό Μαρξισμό). Αυτό έχει εκτεταμένες επιπτώσεις επάνω στην πρόσληψη του Κεφαλαίου και σκιαγραφεί μία θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην κριτική του Μαρξ επάνω στην πολιτική οικονομία και της διαδεδομένης (παρ)ερμηνείας της ως μίας πολιτικής οικονομίας της κατάκρισης. Βεβαίως δεν είναι εφικτή η λεπτομερής επεξεργασία μιας τέτοιας ανάγνωσης στο Κεφάλαιο, επάνω στην βάση των Βασικών Γραμμών, εντός της δομής του παρόντος κεφαλαίου. Όμως για να είμαστε σε θέση να σκαριφίσουμε περιληπτικά τα κύρια σημεία της είναι σημαντικό να εξετάσουμε εν συντομία μία άλλη κρίσιμη ενότητα των Βασικών Γραμμών με τίτλο «Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 66).

------------------------------------
Υποσημειώσεις:

(1) Ευχαριστίες του συγγραφέα στους: Ρόμπιν Μπέιτς και Τζέικ Σμιθ για τον αμοιβαία ανατροφοδότηση κριτικού αναστοχασμού.

(2) Προς αποφυγή παρεξηγήσεων που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με τον όρο «κατηγορηματικός», χρησιμοποιώ τον όρο «κατηγορικός» για να αναφερθώ στην προσπάθεια του Μαρξ να κατανοήσει τις μορφές του σύγχρονου κοινωνικού βίου με την βοήθεια των κατηγοριών της συνεκτικής κριτικής του.

(3) Μερικοί από τους ισχυρισμούς που παρουσιάζονται εδώ έχουν αναπτυχθεί και στο: «Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx's Critical Theory» (Postone 1993).

(4) Δες για παράδειγμα: G.A. Cohen, History, Labour and Freedom (Cohen 1988: 209-38); Maurice Dobb, Political Economy and Capitalism (Dobb 1940: 70-8); Jon Elster, Making Sense of Marx (Elster 1985: 127); Ronald Meeks, Studies in the Labour Theory of Value (Meeks 1956); John Roemer, Analytical Foundations of Marxian Economic Theory (Roemer 1981: 158-9); Ian Steedman, 'Ricardo, Marx, Sraffa' (Steedman 1981: 11-19); Paul Sweezy, The Theory of Capitalist Development (Sweezy 1968: 52-3).

(5) Αυτό περιλαμβάνει αμφότερα τα κυρίαρχα σκέλη των πιο πρόσφατων κριτικών ερμηνειών του Μαρξ – του Στρουκτουραλισμού και της Κριτικής Θεωρίας. Για παράδειγμα ο Αλτουσέρ διατύπωσε μια επιστημολογικά εξεζητημένη και δριμεία κριτική του «ιδεαλισμού της εργασίας» και της σχετιζόμενης ιδέας περί των ανθρώπων ως υποκειμένων: εισήγαγε την έννοια των κοινωνικών σχέσεων ως δομών που δεν είναι αναγώγιμες στην ανθρωπολογική διυποκειμενικότητα. Παρ' όλα αυτά, η εστίαση του επάνω στο ζήτημα της υπεραξίας από την άποψη της εκμετάλλευσης καθώς επίσης και επάνω στην φυσική, «υλική» διάσταση της παραγωγής είναι συσχετισμένη με αυτό που σε τελευταία ανάλυση είναι μία παραδοσιακή κατανόηση του καπιταλισμού (Althusser and Balibar 1970. 145-54, 165-82). Ο Λούκατς και ορισμένα μέλη της σχολής της Φρανκφούρτης επιχειρώντας να ανταποκριθούν θεωρητικώς στον ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού -που εξελισσόταν από μία μορφή που τοποθετούσε την αγορά στον πυρήνα της σε μία γραφειοκρατική μορφή που την αντικαθιστούσε με την τοποθέτηση του Κράτους στο κέντρο της- σιωπηρά παραδέχτηκαν τις ανεπάρκειες της κριτικής θεωρίας της νεωτερικότητας που προσδιόριζε τον καπιταλισμό αποκλειστικά με όρους του 19ου αιώνα, ήτοι με τους όρους της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ωστόσο κι' εκείνοι παρέμειναν δεσμευμένοι σε ορισμένες από τις προϋποθέσεις της εν λόγω κοντόφθαλμης θεωρίας. (βλ: Πόστοουν 1993: σελ 71-120).

(6) Τζ. Στ. Μιλλ: Αρχές Πολιτικής Οικονομίας (2η έκδοση Λονδίνο 1849 τ.1 σελ. 240) παρατίθεται από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse σελ: 642 Τετράδιο VII, 44.

(7) Ο Τζον Έλστερ μας παρέχει ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ισχυρισμού. Επιχειρηματολογεί εναντίον της θεωρίας του Μαρξ για την αξία και την υπεραξία αρνούμενος «ότι οι εργάτες έχουν μια μυστηριώδη ικανότητα να δημιουργούν εκ του μηδενός» και άντ' αυτού υποστηρίζει πως «η ικανότητα του ανθρώπου να κεφαλαιοποιεί το περιβάλλον καθιστά δυνατό ένα πλεόνασμα πέρα και πάνω από ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης» (Elster 1985: 141). Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της δημιουργίας του πλούτου κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ισχυρισμός του Έλστερ λαμβάνει ανεπιφύλακτα την αξία ως διιστορική κατηγορία, συσκοτίζοντας ως εκ τούτου την διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ «αξίας» και «πραγματικού πλούτου».

(8) Η ιδέα πως η αξία, για τον Μαρξ, δεν είναι μία γενική κατηγορία του πλούτου, αλλά ορίζει την μορφή του πλούτου και τις κοινωνικές σχέσεις που υφίστανται στην ‘καρδιά’ της καπιταλιστικής νεωτερικότητας έχει παρανοηθεί από στοχαστές τόσο ανόμοιους μεταξύ τους όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Ντάνιελ Μπελλ και ο Αντόνιο Νέγκρι. Αμφότεροι ο Χάμπερμας με τον Μπελλ υποστήριξαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είχε εκτοπιστεί ιστορικά και πως η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί μία ‘‘επιστημονική και τεχνολογική θεωρία της αξίας’’. Και οι δυο τους τοιουτοτρόπως συσκότισαν τον διάχωρισμό του Μαρξ ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘πραγματικό πλούτο’’ και ως εκ τούτου την διαλεκτική δυναμική που εκείνος είχε αναπτύξει (Habermas 1973: 222-9); (Bell 1973: xiv). Ο Νέγκρι ισχυρίστηκε ότι η περιγραφή του Μαρξ σε αυτό που έχω εκθέσει ως μία μετα-καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στις Βασικές Γραμμές στην πραγματικότητα περιγράφει τον σύγχρονο καπιταλισμό, ο οποίος δεν βασίζεται πλέον στον Νόμο της Αξίας, αλλά στον ‘‘Νόμο της Προσταγής’’ (Negri 1989: 144ff.). Τέτοιες θέσεις αντικαθιστούν σιωπηρά μια γραμμική θεώρηση της ιστορίας σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αναγκαιότητα και τον πλεονασμό.

(9) Το επιχείρημα πως η πρωταρχική καπιταλιστική αντίφαση για τον Μαρξ είναι δομική και δεν αναφέρεται απλά στον κοινωνικό ανταγωνισμό έχει τεθεί επίσης κι’ από τον Άντονυ Γκίντενς. Όμως εκείνος εντοπίζει αυτή την αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, δηλαδή μεταξύ των αστικών σχέσεων της διανομής και της βιομηχανικής παραγωγής (Giddens 1979: 135-41). 

(10) Για μία τέτοια γνώμη, δες: G. A. Cohen, Forces and Relations Of Production (Cohen 1986: 19-22).

* (σ.τ.μ.) Η σηματοδότηση των λέξεων σε μορφή BOLD - μαύρα γράμματα ή ITALIC - πλάγια γράμματα, γίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα ώστε να δώσει την απαιτούμενη έμφαση στη σημασία των συγκεκριμένων όρων.

** (σ.τ.μ.) Τα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών - Grundrisse που παρατίθενται είναι παρμένα από την μετάφραση της Ελληνικής έκδοσης: Καρλ Μαρξ - Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις: Στοχαστής. Όσα αποσπάσματα έχουν μεταφερθεί από άλλη ελληνική έκδοση, τα στοιχεία της 'εκδοσης αυτής αναφέρονται μετά το πέρας κάθε κομματιού. Τα αποσπάσματα των άλλων συγγραφικών έργων που παρατίθενται στο δοκίμιο του Πόστοουν και έχουν δίπλα τους τα στοιχεία της Αγγλικής έκδοσης, έχουν μεταφραστεί εκ νέου γιατί, αφενός δεν υπήρχε η αντικειμενική δυνατότητα πρόσβασης σε όσα από αυτά είναι ήδη μεταφρασμένα στην Ελληνική εκδοτική σφαίρα. αφετέρου ορισμένα από αυτά προέρχονται από συγγραφικά έργα που δεν έχουν Ελληνική μετάφραση.

*** (σ.τ.μ.) μεταφέρω τον αντίστοιχο όρο από το κείμενο του Μαρξ όπως αυτός είναι μεταφρασμένος στην Ελληνική έκδοση των Βασικών Γραμμών ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να κάνει την ανάλογη αντιστοιχία από το άνωθι εδάφιο. Η πλέον δόκιμη λέξη είναι αυτή του «πλεονασματικού» χρόνου εργασίας που την χρησιμοποιεί και ο Πόστοουν από την αγγλική μετάφραση του πρωτότυπου.


Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget