Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Τι είναι η βιοπολιτική; Μικρή παρέμβαση στην ερμηνεία του Foucault


του Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ)




Η βιοπολιτική είναι ένας όρος που εξαπλώνεται όλο και περισσότερο στις πολιτικές επιστήμες. Θεωρείται ότι η καταγωγή του βρίσκεται στο έργο του Φουκώ, αλλά προσλαμβάνει διαφορετικές εννοιολογικές αποχρώσεις. Στον Αγκάμπεν παίρνει μια διαφορετική σημασία, στους Νέγκρι-Χάρντ επίσης. Τί είναι λοιπόν η βιοπολιτική?
  
Προσπαθώντας να την ορίσουμε, δεν μπορούμε να συλλάβουμε τη βιοπολιτική χωρίς τη βιολογία, σε δύο όψεις της, τη μοριακή και την πληθυσμιακή, τη μικρο-κλίμακα και τη μάκρο-κλιμακα. Σε αυτή την κατεύθυνση μας οδηγεί η ενασχόληση του Φουκώ με τις "επιστήμες της ζωής", τη βιολογία, την ιατρική. Όσοι και όσες αποσυνδέουν τον Φουκώ από τα επιστημονικά μοντέλα από τα οποία θεωρητικά αντλεί, τον καθιστούν όλο και πιο "αντιεπιστημονιστή'', όλο και πιο ερμηνευτικά ερμητικό και δυσνόητο, όσες βιβλιογραφικές αναφορές και αν γίνονται στις διαλέξεις Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας ή στις διαλέξεις για τη Γένεση της Βιοπολιτικής. Στο κείμενό του Ζωή-Εμπειρία και Επιστήμη, που αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή της εισαγωγής του Φουκώ στην αγγλική μετάφραση του Κανονικού και Παθολογικού του Κανγκιλέμ και που δημοσιεύτηκε στη Revue de métaphysique et de morale, ο Φουκώ αποσαφηνίζει την οφειλή των σχετικών εννοιών του στο βιοπληροφοριακό επιστημολογικό παράδειγμα που αναδύθηκε από τη σύγχρονη βιολογία, και το οποίο ανέλυσε με πρωτοπόρο τρόπο, κατά τον Φουκώ, ο Ζακόμπ. Άλλωστε, για τον Φουκώ ήδη η πρωιμότερη ''μικροφυσική της εξουσίας'' αποτελούσε ένα μοντέλο ανάγνωσης των εξουσιαστικών σχέσεων δανεισμένο από τη κβαντική (μικρο)φυσική. Με άλλα λόγια, όπως έχει δείξει και ο περίφημος Γάλλος Επιστημολόγος, Μπασελάρ, το πέρασμα από μια μηχανιστική αντίληψη του Όντος σε μια πιο σχεσιακή, από τη 1η στη 2η βιομηχανική επανάσταση και με το πέρασμα από τη φυσική μηχανική των σωμάτων στην έννοια του πεδίου και της χημικής διαδικασίας, καθορίζει και το έργο του Φουκώ. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, ο Φουκώ τοποθετείται εντός του 2ου βιομηχανικού και επιστημολογικού νεωτερικού κύματος, και στις παρυφές του 3ου. Αρχικά, συλλαμβάνει την εξουσία όχι ως υποστασιοποιημένο σώμα και φυσική μηχανική διάταξη σωμάτων, αλλά ως σχέση και πεδίο δυνάμεων. Έπειτα, συλλαμβάνει την εξουσία πέρα και από τον ορίζοντα του Μπασελάρ, με γνώμονα τη βιοπληροφοριακή επανάσταση. Η εξουσία είναι, έτσι, μια μοριακή και πληθυσμιακή διαδικασία αυτο-οργάνωσης της μορφής κοινωνικής ζωής, και ελέγχου της παθολογικής παρέκκλισης από αυτήν την αυτοοργάνωση. 
  
Έτσι λοιπόν, θα πούμε ότι η βιοπολιτική είναι ο ζωντανός έλεγχος των σωμάτων στις πιο μοριακές διαστάσεις τους (αισθητηριακές αντιλήψεις και πληροφορίες, ορμές, επιθυμίες, απόλαυση, αρνητικά και θετικά συναισθήματα, συμπτώματα) και σε πληθυσμιακό επίπεδο, ελέγχοντας το περιβάλλον ύπαρξής τους και προσαρμοζόμενη έτσι στις αντιστάσεις και τις "παρεκκλίσεις'' τους, επιδρώντας ενεργητικά έτσι στη ζωή των σωμάτων, παράγοντας κατά αυτό το τρόπο το ίδιο το ''αντικείμενο'' του ελέγχου της. Στη βιολογία, η τυπολογική σκέψη βλέπει τον ''Άνθρωπο'', όπως και κάθε Είδος, ως αφαίρεση, στην οποία υπάγονται οι διάφορες υπο-κατηγορίες, ενώ η πληθυσμιακή σκέψη, ως πιο εξελιγμένη, βλέπει την ανθρωπινότητα ως αποτέλεσμα της βιοποικιλομορφίας και της επανάληψης μεταλλάξεων σε έναν ''ανθρώπινο'' πληθυσμό. Κατά ανάλογο τρόπο, η βιοπολιτική, ελέγχοντας το περιβάλλον των σωμάτων, άρα τη ζωή των σωμάτων, παράγει τη νόρμα, τον τύπο, τη διάπλασή τους. Έτσι, ο "ανθρώπινος πληθυσμός'' εμφανίζεται όχι ως αφετηριακό αντικείμενο άσκησης εξουσίας, αλλά ως αποτέλεσμα, ως προιόν μιας διαδικασίας παραγωγής των μοριακών και περιβαλλοντικών όρων ύπαρξης των σωμάτων. 
  
Αυτός είναι ο ορίζοντας της βιοπολιτικής, να παράγει η ίδια το αντικείμενο του ελέγχου της, ελέγχοντάς το πλήρως. Το καπιταλιστικό έθνος-κράτος εξελίσσεται τόσο, ώστε η εξουσία του να πηγάζει από την ίδια τη ζωή των σωμάτων. Εκεί που η ζωή παρέκκλινε από το πολιτικό κράτος, με το πολιτικό κράτος να προσπαθεί να την καταστέλλει ή να την ενσωματώνει, η βιοπολιτική φαντασιώνεται την υπέρβαση της ίδιας της διαφοράς πολιτικής-ζωής, άρα την εξάλειψη της παρέκκλισης και της αντίστασης, με τις όποιες νέες διαφοροποιήσεις να παράγονται ως απλές αυτοδιαφοροποιήσεις του βιοπολιτικού περιβάλλοντος αυτο-ελέγχου. Το βιοπολιτικό κράτος οραματίζεται μια κοινωνία στην οποία η Ανάπτυξη, η Ανταγωνιστικότητα, η Άμυνα/Ασφάλεια, έχουν εσωτερικευτεί σε πληθυσμιακό επίπεδο σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα διαφορετικά σώματα λειτουργούν σαν ένα πολύμορφο καπιταλιστικό σώμα που αναπτύσσεται, ανταγωνίζεται και αμύνεται μέσα σε ένα κοινό περιβάλλον. Από την ''ανθρώπινη φύση'' μέχρι την καπιταλιστική κοινωνία ολόκληρη, η εξουσία να αυτορρυθμίζεται, να αυτοδιορθώνεται, να αυτοεξελίσσεται, να αυτοθεραπεύεται από την αρρώστια των δυσλειτουργιών. To καπιταλιστικό κράτος εξελίσσεται, από την υπερβατικότητα της θεοπατριαρχικής κυριαρχίας στην εμμένεια της διακυβέρνησής του, προσπαθώντας να ξεπεράσει τη διαφορά δημόσιας-ιδιωτικής σφαίρας, νομικοπολιτικής εξουσίας και εξουσίας των όρων ζωής, να ξεπεράσει τη διαφορά του πολιτικού με το προσωπικό. 
  
Υπό αυτή την έννοια, όπως αναφέρει ο Ντεριντά, το αυτοάνοσο του βιοπολιτικού σώματος είναι η τρομοκρατία. Ένας εχθρός που δεν έρχεται από έξω, αλλά από μέσα. Είναι η συμβουλή του Αντώνη Σαμαρά προς τους υπόλοιπους καπιταλιστές, όταν έπεσε η ΕΣΣΔ, ότι ο εχθρός του καπιταλισμού δεν θα έρθει ''απέξω'', σε έναν ''πόλεμο πολιτισμών'', αλλά θα έρθει από μέσα, με τρόπο που δεν θα μπορεί να διακριθεί το από μέσα και απέξω, όπως συνέβη με τον δυτικό και διαφωτιστικό μαρξισμό.