Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Η ρώσικη επανάσταση


του Χρήστου Λάσκου


Χαίρεσαι για τους ρώσους; Βέβαια δεν θα μπορέσουν να κρατηθούν μέσα σ’ αυτή τη φρικτή κόλαση –όχι εξαιτίας του καθυστερημένου χαρακτήρα της χώρας, όπως μας λέει ο σοφός σου σύζυγος- αλλά γιατί η σοσιαλδημοκρατία της υπεραναπτυγμένης Δύσης αποτελείται από χαμερπή και ψοφοδεή ανθρωπάρια, που ατάραχοι θεατές, θα αφήσουν τους ρώσους να χάσουν όλο το αίμα τους. Αλλά ένας παρόμοιος θάνατος αξίζει πολύ περισσότερο από το να «ζεις για την πατρίδα»
-Γράμμα στη Λουΐζα Κάουτσκι, 24 Νοεμβρίου 1917


Η κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ στη Ρωσική Επανάσταση σταδιοδρόμησε, στο πλαίσιο του εργατικού κινήματος, με παράξενους τρόπους. Στην αρχή, τρία και πάνω χρόνια μετά τη δολοφονία της Ρόζας, το 1922, δημοσιεύθηκαν κάποια αποσπάσματά της με πρωτοβουλία του Πάουλ Λέβι. Το 1928 επανεμφανίσθηκε με τις αναγκαίες διορθώσεις και συμπληρώσεις, στην αρχική μορφή, στην οποία γράφτηκε. Διήγαγε βίο περιθωριακό για δεκαετίες, «φυλασσόμενη» από μικρές αριστερές ομάδες. Και επανήλθε δυναμικά μαζί με τους εξεγερσιακούς ανέμους του ’60, αποτελώντας θεμελιώδη αναφορά της Νέας Αριστεράς στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, στο μέτρο που αυτή προσανατολίζονταν όλο και περισσότερο στους δρόμους του ελευθεριακού κομμουνισμού. Και, βέβαια, καθόρισε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 αυτό που έμελε να καταχωριστεί στην ιστορία της Αριστεράς ως αριστερός ευρωκομμουνισμός: το καταληκτικό κεφάλαιο του βιβλίου του Νίκου Πουλαντζά Κράτος, Εξουσία, Σοσιαλισμός, όπου σκιαγραφείται η στρατηγική τού –όχι ειρηνικού, όχι κοινοβουλευτικού, όχι βαθμιαίου- δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό, συγκροτείται ολόκληρο γύρω από την κριτική της Λούξεμπουργκ.

Από αυτήν την άποψη, μπορούμε να πούμε πως η Ρόζα έπαιρνε την εκδίκησή της, τόσο απέναντι στους σοσιαλδημοκράτες –θανάσιμους, στην κυριολεξία- αντιπάλους της όσο και τους σταλινικούς, που την «εξαφάνισαν από το χάρτη» για πολλές δεκαετίες. Οι πιο σύγχρονες και ριζοσπαστικές εκδοχές της Αριστεράς είχαν την εκ νέου ανακάλυψή της στην ιδρυτική τους συνθήκη.

* * *

Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να βγάλουμε το συμπέρασμα πως η κριτική της έγινε στο σύνολό της αποδεκτή. Όπως και η ίδια θα ήθελε, υπήρξε και πολύ έντονη κριτική της κριτικής. Άλλωστε, ήδη από την εποχή που την συνέτασσε η Λούξεμπουργκ, πολλά από τα σημεία της ήταν προς αναίρεση «υπό το βάρος της άμεσης επαναστατικής εμπειρίας». Δεν πρόλαβε να το κάνει, αφού δεν πρόλαβε να ζήσει. Ως γνωστόν, οι βασικές θεματικές της κριτικής της αφορούν τρία ζητήματα: την διανομή της γης στους αγρότες, τη στάση των μπολσεβίκων αναφορικά με την αυτοδιάθεση των εθνών και, τέλος, τη δημοκρατία.

Σε ό,τι αφορά τα δύο πρώτα, θα πρέπει να ειπωθεί πως πολύ λίγους έχει πείσει.  Παρ’ όλο που, νομίζω, επί της αρχής και στα δύο είχε αρκετό δίκιο. Θέλω να πω, η κοινωνικοποίηση της γης και όχι η διανομή της στους αγρότες ως ατομική τους ιδιοκτησία είναι η σοσιαλιστική επιλογή. Όπως, επίσης, η κατάργηση των συνόρων και όχι η «εθνική ενδυνάμωση» συνιστά το στόχο των κομμουνιστών. Το ενάντιο επιχείρημα, πάντοτε ήταν πως αν δεν συνέβαιναν αυτές οι «παρεκκλίσεις» δεν θα υπήρχε δυνατότητα ούτε καν για τη στοιχειώδη επιβίωση του πρώτου επαναστατικού βήματος. Και η ίδια, περίπου απαντούσε με την πρόγνωση πως αυτές οι αρχικές επιλογές και υπαναχωρήσεις έκαναν σχεδόν εντελώς αδύνατα τα επόμενα βήματα. Η συζήτηση, κατά τη γνώμη μου, παραμένει ανοιχτή.

Εκεί που σίγουρα η Λούξεμπουργκ είχε δίκιο βουνό ήταν όταν υποστήριζε πως οι εξαναγκασμένες πρακτικές της ρωσικής επανάστασης δεν θα έπρεπε, σε καμία περίπτωση, να θεωρούνται οδηγός για όλες τις περιπτώσεις. Όπως με έμφαση το έθετε:  «[Οι Μπολσεβίκοι] προσέφεραν ό,τι πραγματικά μπορούσε να προσφερθεί κάτω από δύσκολες συνθήκες. Ο κίνδυνος αρχίζει από τη στιγμή που μεταβάλλοντας την ανάγκη σε αρετή, αποκρυσταλλώνουν θεωρητικά την αναγκαστική, χάρις στους μοιραίους αυτούς όρους, τακτική τους και θέλουν να την επιβάλλουν στο διεθνές προλεταριάτο σαν αξιομίμητο πρότυπο σοσιαλιστικής τακτικής».

Και, πρώτα απ’ όλα, αυτό αφορά ακριβώς τα ζητήματα της δημοκρατίας. Η εμμονική προσήλωσή της στην ιδέα πως ο σοσιαλισμός είναι η εργατική δημοκρατία ή δεν είναι τίποτε, πως η ελευθερία είναι εξ ορισμού ελευθερία γι’ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά, οδηγούσε στην προφανή θέση πως χωρίς την απεριόριστη ελευθερία του Τύπου, χωρίς το δικαίωμα να συνεταιρίζονται και να συνέρχονται ελεύθερα, είναι εντελώς αδύνατο να εννοηθεί η κυριαρχία των μεγάλων λαϊκών μαζών. Στη σκέψη της, χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει μέσα σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνον ενεργό στοιχείο. Και αυτή η προσήλωση δεν έχει σε τίποτε να κάνει με κάποιο φανατισμό με τη «δικαιοσύνη». Αντίθετα, οι έγνοιες της είναι εντελώς πρακτικές. Με τα λόγια της: «Η πρακτική πραγματοποίηση του σοσιαλισμού ως οικονομικού, κοινωνικού και νομικού συστήματος, μακριά από το να αποτελεί ένα σύνολο από έτοιμες συνταγές, που δεν θα είχε κανείς παρά να τις εφαρμόσει, είναι μια υπόθεση που βρίσκεται ολότελα στην ομίχλη του μέλλοντος [...] Ξέρουμε πάνω κάτω τι πρέπει να καταργήσουμε [...] Τι λογής όμως θα είναι τα χίλια δυο συγκεκριμένα μεγάλα ή μικρά πρακτικά μέτρα που χρειάζονται για να μπουν σοσιαλιστικά θεμέλια στην οικονομία, στο δίκαιο, σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις, αυτό δεν το λέει κανένα κομματικό πρόγραμμα και κανένα σοσιαλιστικό εγχειρίδιο. Αυτό δεν αποτελεί έλλειψη, αλλά πλεονέκτημα του επιστημονικού σοσιαλισμού εν σχέσει με τον ουτοπικό. Το σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι παρά μόνον ιστορικό προϊόν, γεννημένο από τη σχολή της πείρας κατά την ώρα των πραγματοποιήσεων, από την πορεία της ζωντανής ιστορίας, που [...] έχει πάντα την καλή συνήθεια να δημιουργεί μαζί με μια πραγματική ανάγκη και τα μέσα για την ικανοποίησή της [...] Παρθένα χώρα, χίλια προβλήματα! Μόνον η πείρα μπορεί να διορθώνει και να ανοίγει καινούργιους δρόμους. Μόνον η ανεμπόδιστη παλλόμενη ζωή παίρνει χίλιες καινούργιες μορφές και αυτοσχεδιασμούς, αποκτάει δημιουργική δύναμη, διορθώνει μόνη της τα παραπατήματά της [...] Η πρακτική του σοσιαλισμού απαιτεί μια πλήρη πνευματική μεταμόρφωση των ξεπεσμένων από αιώνες αστικής κυριαρχίας μαζών. Πρέπει να μπουν κοινωνικά ένστικτα στη θέση των εγωιστικών, μαζική πρωτοβουλία στη θέση της αδράνειας, ιδεαλισμός που ξεπερνάει όλα τα πάθη [...] Ο μοναδικός δρόμος προς αυτήν είναι το σχολείο της δημόσιας ζωής, η απεριόριστη και όσο είναι το δυνατόν πλατύτερη δημοκρατία, η κοινή γνώμη».

Γι’ αυτό, λοιπόν, και όχι για αφηρημένους λόγους «αρχής» η διάζευξη είναι απόλυτη: ή δημοκρατία ή όχι σοσιαλισμός. Γι’ αυτό, επιπλέον, ειρωνεύεται όσους καθαρίζουν εύκολα με την τυπική δημοκρατία. Και όχι μόνο γιατί χωρίς μια ορισμένη «τυπικότητα» αμφισβητείται και η «ουσιαστικότητα»: «‘Σαν μαρξιστές δεν υπήρξαμε ποτέ ειδωλολάτρες της τυπικής δημοκρατίας’. Ασφαλώς, εμείς ποτέ δεν υπήρξαμε ειδωλολάτρες της τυπικής δημοκρατίας. Αλλά ούτε και του σοσιαλισμού ή του μαρξισμού είμαστε ‘ειδωλολάτρες’».

Η κριτική της Ρόζας στους ρώσους επαναστάτες είναι υπόδειγμα συντροφικής στάσης. Η φυλακισμένη για πέντε χρόνια κομμουνίστρια δεν τοποθετείται εκ του ασφαλούς. Μεγαλύτερη απόδειξη από τη δολοφονία της λίγους μήνες μετά από το γράψιμο αυτών των σημειώσεων δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να υπάρξει. Η Ρόζα είναι, χωρίς καμιά αμφιταλάντευση, με τους ρώσους. Γιατί, στην πραγματικότητα, έχει την πεποίθηση πως μοιράζεται μαζί τους όλα τα ουσιώδη, στα οποία και στην κριτική της επιμένει. Και αυτό αφορά και το ζήτημα της δημοκρατίας. Να μια υπόθεση, για την οποία η ίδια ήταν βέβαιη: «Ασφαλώς έτσι θα έκαναν και οι μπολσεβίκοι αν δεν βρίσκονταν κάτω από την τρομακτική πίεση του παγκοσμίου πολέμου, της γερμανικής κατοχής και όλων των άλλων εξαιρετικών δυσκολιών». Είχε δίκιο και σε αυτό; Όσο νάναι  δείκτης της αλήθειας του, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί το γεγονός πως το σύνολο σχεδόν των επαναστατών του ’17 έπρεπε να εξολοθρευτεί προκειμένου να γίνουν αυτά που έγιναν. 

Μικρό καλάθι, μεγάλη υπόθεση


του Χρήστου Λάσκου


Η αναφορά του Γιάννη Δραγασάκη, σε συνέντευξή του πριν λίγο καιρό, σε «μικρό καλάθι» ενόψει της πολύ ισχυρής πιθανότητας για προοπτική κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα σε σύντομο χρόνο δημιούργησε, γι’ άλλη μια φορά, την αναγκαία χλαπαταγή.

Βέβαια, αυτήν τη φορά, η αντίδραση των καθεστωτικών ήταν σχετικά υποτονική στο μέτρο που η εκδοχή επικοινωνιακής αντιμετώπισης του ΣΥΡΙΖΑ ως σχήματος που τα «μαζεύει» ή τα «στρογγυλεύει» είχε ήδη δοκιμαστεί και αποτύχει. Όσο κι αν επιχειρήθηκε να χαιρετιστούν τα «ταξίδια» του Τσίπρα και οι δηλώσεις σχετικά με την απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να πολιτευτεί, χωρίς να θέτει ο ίδιος κανένα ζήτημα «εξόδου», ως «επιστροφή στη σοβαρότητα», στο τέλος της ημέρας η ρητή επιμονή στην κατάργηση των μνημονιακών ρυθμίσεων και στην ολοκληρωτική απόρριψη της λιτότητας δεν άφηναν ουσιαστικά περιθώρια. Το μόνο, λοιπόν, που έμενε ήταν η επαναφορά στη μέθοδο ανάδειξης της εξαλλοσύνης, της ακρότητας –έως και ισχυρής συνάφειας με την …τρομοκρατία- και της επικινδυνότητας. Το σύνθημα είναι σαφές: «Κόκκινοι και όχι αποδεκτοί». Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, πως στα ποικίλα επεισόδια που θα ακολουθήσουν δεν θα ξαναπαιχτεί το ίδιο σενάριο.

Αν, όμως, οι καθεστωτικοί επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ ελίσσονται κατά περίσταση δεν ισχύει το ίδιο για τους αριστερούς κριτές του –εντός και εκτός. Εδώ η σταθερότητα συνιστά, ως γνωστόν, πάγια αρετή. Άτεγκτοι σε όσα αφορούν την «ψυχή» μας, εγκαλούν διαρκώς για διολισθήσεις, υπαναχωρήσεις και στρογγυλέματα. Πράγμα παράδοξο, βέβαια, αν σκεφτούμε πως όλα όσα υποστηρίζεται πως «μαζεύονται» δεν θεωρήθηκαν –στην ώρα τους- επαρκώς ικανοποιητικά. Θέλω να πω, θεωρούταν εξαρχής «μαζεμένα».

Δεν σκοπεύω να ασχοληθώ σε αυτό το σημείωμα αναλυτικά με την «αριστερή κριτική» στο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η συζήτηση έχει γίνει επί μακρόν και θα συνεχιστεί. Η γνώμη μου είναι πως το μεγαλύτερο μέρος αυτής της κριτικής είναι, δυστυχώς, απολύτως μη παραγωγικό στο μέτρο που εμφορείται από κρατιστικές, εθνοκεντρικές και λαϊκομετωπικές προκείμενες, που το κάνουν εκτός από παρωχημένο και εξαιρετικά συντηρητικό [1]. Και λέω δυστυχώς γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως μια κριτική «εξ αριστερών», που θα εντόπιζε αδυναμίες και ελλείμματα από μια ταξική και διεθνιστική οπτική γωνία, θα ήταν εξαιρετικά πολύτιμη.  Δεν την έχουμε και είμαστε υποχρεωμένοι να την αναλάβουμε οι ίδιοι, ως διαρκή αυτοκριτική.

Ας πάμε, όμως, στο «μικρό καλάθι». Δεν ξέρω αν η διατύπωση είναι η καλύτερη. Είμαι σίγουρος, όμως, ότι αυτό για το οποίο μιλάει είναι σωστό και καίριο. Και εξηγούμαι.  

Το πρόγραμμα το συνόλου της ευρωπαϊκής Αριστεράς, ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής, σήμερα, με τυπικούς όρους, φαίνεται αρκετά μετριοπαθές. Πράγματι, συγκριτικά με τα προγράμματα της γαλλικής ή βρετανικής Αριστεράς της δεκαετίας του ’70, το καλάθι εμφανίζεται, συνολικά, «μικρό». Μόνο που η εικόνα είναι παραπειστική. Και, μάλιστα, για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι πως σήμερα –και ο ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον, το έχει σε πρώτο πλάνο– έχει γίνει εντελώς κατανοητό πως το αριστερό πρόγραμμα είναι υπόθεση όχι των ειδικών εκπονητών του (!), αλλά όλων όσων εμπράκτως θα το αναλάβουν και, από αυτήν την άποψη, η έκτασή του είναι διαρκώς κατακτούμενη. Το ίδιο το πρόγραμμα, δηλαδή είναι επίδικο των κοινωνικών αγώνων, της ταξικής πάλης. 

Από την άλλη πλευρά, το πρόγραμμα, οι ιεραρχήσεις, οι χρονικότητες και οι ρυθμοί του όσο καθορίζονται, άλλο τόσο και περισσότερο καθορίζουν τους συσχετισμούς δυνάμεων. Ας το δούμε από λίγο πιο κοντά.   

Το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ως γνωστόν, οργανώνεται γύρω από τέσσερις άξονες:

· Ριζική αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου υπέρ των κατώτερων τάξεων

· Κατάργηση των μνημονίων, αναδιαπραγμάτευση σχετικά με το δημόσιο χρέος με στόχο διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους. Σταμάτημα της λιτότητας

· Κοινωνικοποίηση –με εργατικό έλεγχο– των τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων

· Παραγωγικός μετασχηματισμός με γνώμονα τις ανάγκες των πολλών  

Η πρόταξη της ριζικής αναδιανομής δείχνει μια ιεράρχηση που αντιστοιχεί, ακριβώς, στον ταξικό χαρακτήρα και ταυτόχρονα στις ταξικές στοχεύσεις της ριζοσπαστικής πολιτικής. Πράγμα που αδυνατούν εντελώς, κατά τη γνώμη μου, να κάνουν οι αριστερές προτάσεις που θεωρούν πρωταρχικό το ζήτημα του νομίσματος, μετατρέποντας αντικειμενικά ένα πιθανό μέσο πολιτικής σε στόχο εκ των ων ουκ άνευ.

Αυτό το μεγάλο πρόγραμμα των τεσσάρων αξόνων είναι ο αναγκαίος οδοδείκτης για μια αριστερή πολιτική. Εκεί, ωστόσο, που θα καθοριστεί η έκβαση της μεγάλης σύγκρουσης που έρχεται είναι η δυνατότητα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, ήδη από την αρχή, να κάνει πράγματα. Που, αν τα κάνει, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα ανοίξουν δρόμους, που ακόμη και τη στιγμή της ανάληψης της διακυβέρνησης δεν είναι διασφαλισμένοι.

Αυτά τα πράγματα θα πρέπει να συνιστούν το δημόσιο λόγο μας, κατεξοχήν. Όπως το έθεσε πρόσφατα ο Αριστείδης Μπαλτάς, μιλάω όχι για «αιτήματα», αλλά για «δεσμεύσεις». Είναι αυτά που θα υλοποιηθούν πάραυτα και για τα οποία δεν χωρούν πολλά πολλά.

Η καθολική και απροϋπόθετη πρόσβαση όλου του πληθυσμού στα δημόσια αγαθά –νερό, ηλεκτρικό, στέγη, τροφή, υγεία, εκπαίδευση-, η εγγύηση πως κανείς άνθρωπος στην επικράτεια δεν θα είναι χωρίς εισόδημα, η αποκατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων και των κατώτατων μισθών, η επαναφορά της ασφάλειας στους απλούς ανθρώπους πως δεν θα τους έρχεται μια νέα κεραμίδα κάθε μέρα είναι τέτοια πράγματα. Και είναι ανόητος, όποιος τα θεωρεί λίγα. Πραγματικά δεν είναι παρά όσα, εν πολλοίς, μέχρι πριν μερικά χρόνια θεωρούταν το ευρωπαϊκό «κοινωνικό κεκτημένο». Μόνο που στην τωρινή στιγμή του καπιταλισμού, η διασφάλισή τους μπορεί να σημάνει επαναστατικούς μετασχηματισμούς, στο μέτρο που κάνει απτό αυτό που έχουν να υπερασπιστούν οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί, δίνοντάς τους έναν πολύ πρακτικό λόγο για να εμπλακούν, να αντισταθούν και να επεκτείνουν.

Αυτό που διακυβεύεται στην Ελλάδα, ας το ξαναπούμε, έχει παγκόσμια και ιστορική σημασία. Όπως σημειώνει ο αμερικανός μαρξιστής Ρικ Γουλφ: «Η Ελλάδα είναι πάντα, μέσα στην κρίση, μια πειραματική περίπτωση για το πόσο μακριά μπορούν να τραβήξουν τη λιτότητα [και τις σύστοιχες «μεταρρυθμίσεις»] οι καπιταλιστές της Ευρώπης ως μέσο για να μετακυλήσουν το κόστος της καπιταλιστικής κρίσης στους ώμους των λαών». Η Ελλάδα του 2010 είναι η Χιλή του 1970: τα όσα μας συμβαίνουν «ανοίγουν δρόμους» για το κεφάλαιο παντού στον κόσμο.

Αν τότε η πτώση μιας αριστερής κυβέρνησης σήμανε δεκαετίες επικράτησης του πιο άγριου καπιταλισμού, σήμερα η άνοδος μιας αριστερής κυβέρνησης μπορεί να σημάνει την πλήρη αναστροφή.

Το πρώτο που χρειάζεται, νομίζω, είναι ένα καλό «μικρό καλάθι» σαν αυτό που περιγράφτηκε παραπάνω. Αν είναι γεμάτο, τότε ό,τι κι αν κάνει το σύστημα απλώς θα μας ενδυναμώνει.  Κι όποιος δεν καταλαβαίνει…

* * *

Συχνά σε εκδηλώσεις ή κομματικές διαδικασίες μου λένε καλόπιστοι συνομιλητές πως καλά όλα αυτά, αλλά συνιστούν μια ερμηνεία της πολιτικής γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ, που, κατά τα άλλα, και για πολλούς λόγους, είναι ακόμη «αόριστη» και «διαμφισβητούμενη». Διαφωνώ εντελώς. Πρώτον, γιατί, νομίζω, ανάμεσα σε άλλες, αυτή είναι η ηγεμονεύουσα ερμηνεία και, δεύτερον, γιατί όντας πάντοτε το επίδικο μιας ανοιχτής πάλης ερμηνειών διαμορφώνει και το έδαφος της επιδίωξής μας. Πολύ περισσότερο που κανείς δεν θα αναρωτιόταν αν, απομακρύνοντας το δημόσιο και δημοσιολογικό «θόρυβο», επέμενε στο γράμμα και στο πνεύμα των ψηφισμένων με ευρύτατες πλειοψηφίες αποφάσεις συνεδρίων και οργάνων.  

[1] Βλ. σχετικά: Χρήστος Λάσκος–Ευκλείδης Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή, ΚΨΜ, 2011, 1ο κεφάλαιο. 

Πηγή: alterthess

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget