Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

En attendant Godot - LLS




 
 
Ένα χρόνο μετά τις εκλογές , το ΔΝΤ και η Wall Street Journal ανακαλύπτουν ότι έχουμε επιτέλους πολιτική σταθερότητα. Αν η αναδρομή έχει κάποια αξία τότε η πολιτική σταθερότητα ήταν ουσιαστικά  σχεδόν μαθηματικά προδιαγεγραμμένη αμέσως μετά τις εκλογές του Ιουνίου (εδώ) (εδώ) (εδώ). Μάλλον οι προφητείες ήσαν σωστές,ας διακινδυνεύσουμε λοιπόν την οριοθέτηση της επομένης φάσης.


Το αντιμνημόνιο ως εκτραχηλισμένο σημαίνον.

Η προηγούμενη πολιτική σταθερότητα δεν προήλθε ούτε από ραθυμία του νικητή Σύριζα, ούτε από αγωνιστική κόπωση των κινημάτων. Προήλθε από το γεγονός ότι οι αντίπαλοι της τρικομματικής προέβαλαν ένα εναλλακτικό σχέδιο το οποίο είναι δυνατό υπό την προϋπόθεση ότι όλοι οι υπόλοιποι αντίπαλοι παίκτες θα αντιδράσουν ορθολογικά. Άρση του μνημονίου και επαναδιαπραγμάτευση δεν γίνεται σε καθεστώς γενικευμένης Ευρωπαϊκής αποσύνθεσης. Επομένως η άρρητη προϋπόθεση του Συριζαικού σχεδίου είναι ένα σταθερό πλαίσιο με ορατούς διακριτούς αντιπάλους. Ωστόσο η αναγνωρισμένη Ευρωπαϊκή αστάθεια μετέτρεψε τους αντιπάλους της τρικομματικής σε φορείς μιας λανθάνουσας  γενικευμένης επιθυμίας για την Ευρωπαϊκή σταθερότητα, εντός της οποίας θα μπορούσε να γίνει η υποτιθέμενη δανειακή σύμβαση χωρίς μνημόνιο. Η βαθύτερη φύση της Συριζαικής αντίρρησης, οι υπόρρητες συντεταγμένες της,  και όχι η δημόσια βούληση του Σύριζα είναι ο σταθεροποιητικός παράγων. 

Ταυτόχρονα η ψευδοκινηματική έκφραση της Χρυσής Αυγής καθώς  οικειοποιήθηκε τη ρομαντική  θεματολογία για  de facto απόρριψη της αστικής νομιμοποίηση μούδιασε τα ιδεολογικά   εργαλεία παλιάς κοπής με τα οποία αυτοκατανοούνται οι αναρχοαυτόνομοι.

Τέλος, το ΚΚΕ είδε, στην πιό ακατάλληλη στιγμή , να καταρρέει μια τυπική συμβολική απεργία η οποία  ανασυγκροτούσε την αυτοκατανόηση του ως τυπικό "Κομμουνιστικό" κόμμα (εδώ). Φευ, το ΚΚΕ είναι ένα Ακελ που αυτοκατανοείται ως "Κκε" μέσω μιας πολύ ισχυρής εσωτερικής λειτουργίας. Ο όρος λειτουργία ας κατανοηθεί στην χριστιανική του έννοια: φώτιση των εκκλησιαζομένων μέσω μιας αυστηρής λατρευτικής πράξης.

Εντός της σημερινής συνθήκης, το πολιτικό πρόταγμα της κατάργησης του μνημονίου είναι μετωνυμικό. Στην πραγματικότητα υπονοεί κατάργηση της λιτότητας. Η τεχνική πλευρά του προτάγματος είναι θεμιτή άσκηση επί χάρτου. Μάλιστα η μαθηματική αποτύπωση της άσκησης αρχίζει με τη φράση: Δεδομένου ότι κυρίαρχες ελίτ της Ευρώπης θα αντιδράσουν ορθολογικά ποια είναι η καλύτερη τακτική επαναδιαπραγμάτευσης; Την ίδια άσκηση επί χάρτου προσπαθεί να λύσει και η πλευρά Λαπαβίτσα, μόνο που ορίζει ως ορθολογική αντίδραση την συντεταγμένη αυτοδιάλυση της Ευρωζώνης. Και οι  δύο όμως τρομάζουν με το αυθεντικό σενάριο απόλυτου ανορθολογισμού: τι γίνεται αν οι Ευρωπαϊκές Ελίτ συγχρονιστούν ακουσίως σε μια μορφή καταστροφικής  ενδόρρηξης αλά ΕΣΣΔ; Αυτός ο τρόμος   απουσιάζει   από τα τεχνικά σενάρια των αντιμνημονιακών , και αυτό το έλλειμμα παρουσιάζεται ως τραύμα το οποίο υπορρήτως συγκρότησε την πολιτική σταθερότητα.


Ψευδοσύγκρουση εν όψει

Ένα μεγάλο μέρος της τεχνικής πλευράς των μνημονίων περατώθηκε. Η εκφώνηση "κατάργηση του μνημόνιου" δεν έχει τεχνική αξία, έχει όμως τεράστια συμβολική αξία. Στο τεχνικό επίπεδο αναμένεται μια ισχνή ανάπτυξη  η οποία λόγω της ρηχότητας της ελληνικής οικονομίας μπορεί να πάρει απρόσμενες θετικές εκπλήξεις.

Αυτό είναι το προσεχές χρονικό σημείο σύγκρουσης. Ο Σύριζα θα διεκδικήσει την πτώση της κυβέρνησης για να διαχειριστεί μια ανάπτυξη προερχόμενη από το μνημόνιο. Η Συριζαική κυβέρνηση ή θα είναι μεταμνημονιακή ή δεν θα υπάρξει. Ωστόσο η δυνητική διακυβέρνηση  θα αυτοκατανοηθεί ως "κατάργηση" του μνημονίου. Εντός αυτής της προοπτικής η τρέχουσα διαφορά για το Ευρώ εντος Συριζα θα λυθεί ομαλά, ηπιότατα με την υιοθέτηση ενός τυπικά μεταμοντέρνου λεξιλογίου πολλαπλών αφηγήσεων, χωρίς αξιώσεις κατίσχυσης ή σύνθεσης (εδώ) (εδώ)

Με ένα τόσο ισχυρά μετωνυμικό επίδικο σύνθημα (κατάργηση του μνημόνιου)  η σύγκρουση αναμένεται αφόρητα ιδεολογικοποιημένη. Η Σαμαρική δεξιά είχε δείξει την εσωτερική της συνάφεια με την ακροδεξιά, από τον καιρό που δήλωνε αντιμνημονιακή (εδώ). Μάλλον προπονείται μέσω της ομάδας αλήθειας η οποία παραπέμπει σε "αντιπροπαγάνδα" του ψυχρού πολέμου: το επίδικο είναι το " παραπέτασμα".


Left Liberals,   χάσαμε (;)

Η ιδέα μιας συγκροτημένης δίκαιης λιτότητας οποία θα πυροδοτούσε διαδικασίες παραγωγικής εξωστρέφειας με το λιγότερο κοινωνικό κόστος εκ των πραγμάτων έχασε στην πράξη.

Οι δεξιοί φιλελεύθεροι, οι οποίοι θα είχαν λόγο, εντός βουλής, για πιο τεχνική διαπραγμάτευση των ζητημάτων  αυτοδιαλυθηκαν από την αδυναμία συνύπαρξης Δραση - Δησυ.

Η πάλαι ποτέ ανανεωτική αριστερά έδωσε ενδιαφέρουσες μάχες και στις δύο εκδοχές της. Ως  κυβερνώσα ΔΗΜΑΡ μετρίασε μερικά μέτρα. Ως ηγεμονική ομάδα εντός Σύριζα διατήρησε τον ονομαστικό ευρωπαϊσμό και εμπλούτισε τις παραστάσεις του Σύριζα με τον τυπικό Left Liberal  Λούλα και την γονιμότητα του Αμερικανικού υποδείγματος. Ωστόσο η ιδεολογική καθεξία της ΔΗΜΑΡ την μετατρέπει σε ένα κόμμα πεφωτισμένων τεχνοκρατών του κράτους. Αντιστοίχως η Κκε κληρονομιά του Σύριζα, μετέτρεψε την ανανεωτική φυσιογνωμία του σε ένα μερικό αγωνιώδη λόγο εσωτερικής διαφώτισης  ενός κομματικού λαού οποίος θέλγεται  από ένα τύπο ευρωπαϊκού Τσαβισμού.

Οι ομάδες από την περιφέρεια του Πασοκ έχουν μικρό κύρος βεβαρημένοι από την από την συνύπαρξη με τις πιο κλεπτοκρατικές ομάδες της πολιτικομματικής δομής


Τα κινήματα

Είναι συστατικό της Ελληνικής Δημοκρατίας ο συγκρουσιακές τρόπος. Η παραδοσιακή κινηματικότητα είναι τρόπος βασανιστικές συναίνεσης, δεν είναι διαλυτική διαδικασία. Η συντηρητική δεξιά  ταράζεται με τους εργαζόμενους στους δρόμους. Η κινηματική ύφεση ενός χρόνου αποδεικνύει πως οι πολύπλοκες ψυχολογικές ιδεολογικές διαδικασίες συντελούνται σε ένα συλλογικό ψυχισμό υψηλής συναισθηματικής νοημοσύνης. Αργά η γρήγορα ο δημόσιος διάλογος θα εμπλουτιστεί από τις διεκδικήσεις των θυμάτων της κρίσης. Η επερχόμενη κομματική σύγκρουση, έστω και αν γίνει μέσω μετωνυμικών επίδικων, μέσω μιας ιδεολογικής παλινδρόμησης προς τον ψυχρό πόλεμο, μπορεί χρονολογικά να συμπέσει με μια έξαρση των κινημάτων. Και εκεί θα δοκιμαστούν όλοι.


Και λοιπόν;

Η δημοσιονομική προσαρμογή πέτυχε με τη συντριβή της μισθωτής εργασίας. Ταυτόχρονα η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και αυτοαπασχόληση, αυτοενοχοποιημένη για τις φοροδοτικές επιδόσεις μισού αιώνα , ήταν αδύνατο ηθικά και ιδεολογικά  να αντιπροτείνει ένα  πρόγραμμα τυπικού φιλελευθερισμού της μικρής φορολογίας και παρέλυσε. Η εξωστρεφής επιχειρηματική τάξη φαίνεται να μη δυστροπεί στο ενδεχόμενο μιας μεταμνημονιακής αριστερής διακυβέρνησης. Με μια τόσο πολύπλοκη σχέση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων η ψευδοσύγκρουση με χρονικό ορόσημο την ανακοίνωση ενός τριμήνου αναιμικής ανάπτυξης μπορεί να πάρει καινοφανείς μορφές. Ο μεταμνημονιακός  κύκλος μας προσφέρει εκπλήξεις

Εικόνα: Samuel Beckett

Πηγή LLS

Μόνο η έμφαση είναι δική μου - Κ.

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Ληστές, ή η αποκαρδιωτική γκαβομάρα τού Hobsbawm



του Άκη Γαβριηλίδη


Με καθυστέρηση αρκετών χρόνων, έπιασα να διαβάσω ένα βιβλίο που κυκλοφορεί και συζητείται εδώ και αρκετά χρόνια, και μάλιστα επανεκδίδεται αναθεωρημένο: τους Ληστές (Bandits) του Έρικ Χόμπσμπωμ, στη μετάφραση του «Θεμελίου» η οποία βασίζεται στην ξαναδουλεμένη από το συγγραφέα τέταρτη έκδοση του 2000.

Επρόκειτο για μια αντιφατική και από πολλές απόψεις απογοητευτική αναγνωστική εμπειρία.

Για την ακρίβεια, όχι από τόσο πολλές, από μία και μόνη, η οποία όμως ουσιαστικά κάνει για όλες.

Όλοι έχουν να λένε για την αφηγηματική δεινότητα, την ευρυμάθεια, την πολυγλωσσία του συγγραφέα, και την ικανότητά του να ανακαλεί, να ιεραρχεί και να συνδυάζει κάθε φορά τις κρίσιμες και γοητευτικές λεπτομέρειες από έναν μεγάλο όγκο υλικού, γενικώς και ειδικότερα σε αυτό εδώ το βιβλίο. Όλα αυτά ισχύουν. Το ερώτημα όμως είναι σε ποιο ερμηνευτικό σχήμα εντάσσει αυτό το υλικό.

Δεν νομίζω ότι αδικούμε κανέναν εάν ισχυριστούμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο γραμμένο κάτω από τη σαγήνη της ευρωκεντρικής φαντασμαγορίας του κράτους και του κεφαλαίου. Για τον συγγραφέα των Ληστών, το μόνο που έχει σημασία είναι το κράτος, η δε ιστορία χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη: πριν και μετά από την έλευση του καπιταλισμού. Όσα δε βρίσκονται στο «πριν», αποκτούν το νόημά τους μόνο σε σχέση με την επερχόμενη έλευση, και με το αν την διευκολύνουν ή την παρεμποδίζουν. Αλλά και εάν την παρεμποδίζουν, ούτε αυτό έχει κάποια σημασία, διότι αργά ή γρήγορα θα συντριβούν.

Αυτό το τελευταίο ισχύει για τους ληστές.

Με μία απερίφραστη ειλικρίνεια, η οποία φτάνει στα όρια της αφέλειας, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει από την αρχή την μεθοδολογική του επιλογή:

Η ιστορία της ληστείας, χωρίς να εξαιρείται η κοινωνική ληστεία, δεν μπορεί λοιπόν να γίνει κατανοητή ή να μελετηθεί σωστά, παρά μόνο ενταγμένη στην ιστορία της πολιτικής εξουσίας που, στο υψηλότερο επίπεδο, είναι η εξουσία των αυτοκρατοριών και των κρατών (σ. 28).

Η επιλογή αυτή εγκαθιστά ένα τεράστιο κενό, μια καταστατική ανακολουθία στο κέντρο του όλου εγχειρήματος. Ο Χόμπσμπωμ είναι προφανές ότι ελκύεται από το φαινόμενο της ληστείας, βρίσκει κάτι άξιο μελέτης σε αυτό –εφόσον κάθεται να γράψει ολόκληρο βιβλίο και συνεχίζει να το δουλεύει και το ξαναδουλεύει δεκαετίες αργότερα. Ωστόσο, στο ίδιο αυτό βιβλίο δηλώνει ρητά ότι αρνείται οποιαδήποτε αυτοτέλεια και αυτονομία στο φαινόμενο αυτό. Στις σελίδες του, οι ληστές δεν είναι παρά losers, ένα σύνολο από ίσως γενναία και ενίοτε (υπό προϋποθέσεις) συμπαθητικά απομεινάρια αγροτικών, προ-καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών, τα οποία όμως δεν έχουν καμία ελπίδα, ούτε και πρόθεση άλλωστε, να αμφισβητήσουν ή πολύ λιγότερο να νικήσουν το κεφάλαιο, το κράτος ή έστω την κοινωνική αδικία. Είναι καταδικασμένα αργά ή γρήγορα –συνήθως γρήγορα- να ισοπεδωθούν από την τελεολογική του επικράτηση. Εκτός αν … Εκτός αν συναντηθούν με «ευρύτερες κινήσεις της κοινωνίας» και ενταχθούν σε ένοπλα εθνικιστικά ή κομμουνιστικά (ή οποιονδήποτε συνδυασμό των δύο) κινήματα που έχουν συνειδητό σκοπό να καταλάβουν το κράτος, να το αναμορφώσουν και να καταργήσουν οριστικά την εκμετάλλευση. Και τότε όμως η σημασία αυτή δεν είναι αυτοτελής: εξακολουθεί να είναι ετερόφωτη από τη μόνη δυνατή πηγή φωτισμού όλων των εξελίξεων, που εξακολουθεί να είναι το κράτος και το κεντρικό πολιτικό επίπεδο.

Έτσι, μολονότι επίσης από την αρχή ο συγγραφέας προβαίνει απερίφραστα σε μια ομολογουμένως εντυπωσιακή διαπίστωση, ότι δηλαδή η κοινωνική ληστεία είναι «ένα από τα πιο οικουμενικά κοινωνικά φαινόμενα που συναντάμε στην ιστορία» (σ. 37), αμέσως μετά σπεύδει να υπονομεύσει αυτή την «οικουμενικότητα» περιορίζοντάς την σε μία θέση επαρχιωτισμού, πτωχού συγγενούς και παρακολουθήματος της μόνης γνήσιας οικουμενικότητας, που είναι η υπερβατικότητα της σταδιακής μετάβασης στον καπιταλισμό:

[η ληστεία] φαίνεται ότι συμβαίνει σε όλους τους τύπους ανθρώπινης κοινωνίας που βρίσκονται ανάμεσα στην εξελικτική φάση της φυλετικής και συγγενικής οργάνωσης και τη σύγχρονη καπιταλιστική και βιομηχανική κοινωνία.

Δεν νομίζω ότι έχω διαβάσει βιβλίο στο οποίο το εννοιολογικό σχήμα να είναι τόσο αταίριαστο με το προς εξέταση υλικό και ουσιαστικά να το εξουδετερώνει, να το καπελώνει και να το αστυνομεύει διανοητικά. Ούτε λεπτό δεν περνάει από το μυαλό του συγγραφέα να εξετάσει μήπως η ληστεία, ή μάλλον αυτό που κάνει αυτούς τους ανθρώπους να βγαίνουν στα βουνά και να γίνονται ληστές, αλλά και πολλούς άλλους ανθρώπους απλώς να βγαίνουν, να εξέρχονται, είτε με τη γεωγραφική είτε με άλλες έννοιες, μήπως λοιπόν αυτό αντιστοιχεί σε μία αυτόνομη επιθυμία εξόδου, και σε μία επιθυμία της αυτονομίας της μετακίνησης· μια επιθυμία που δεν γεννιέται ως αντίδραση προς το κεφάλαιο και το κράτος του και δεν ορίζεται σε (αρνητική) συνάρτηση με αυτό, αλλά είναι λογικά ή/ και χρονικά προηγούμενη και ευρύτερη.

Αφού λοιπόν έχει ακυρώσει αυτή την αυτοτέλεια και την «οικουμενικότητα» της εξόδου, στο υπόλοιπο έργο, και μάλιστα σε πολλά σκόρπια σημεία του, ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετή έκταση και κόπο για να πληροφορήσει τον αναγνώστη ότι οι ληστές, ακόμη και οι κοινωνικοί, «δεν έχουν πρόγραμμα» (!!! – θα έλεγε κανείς ότι ακούει τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να μιλάει για τον ΣΥΡΙΖΑ, ή αριστερούς διαφωτιστές να μιλάνε για το «Δεν πληρώνω» και τους «Αγανακτισμένους»). Π.χ. στη σελ. 46 μας διαβεβαιώνει ότι «η ληστεία δεν αποτελεί από μόνη της πρόγραμμα για την αγροτική κοινωνία, αλλά μια μορφή ατομικής προσπάθειας για να ξεπεραστούν κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις. Οι ληστές, πέρα από τη θέληση ή την ικανότητα ν’ αρνηθούν την ατομική υποταγή, δεν έχουν διαφορετικές ιδέες από την αγροτιά (ή από εκείνη τη μερίδα της αγροτιάς) στην οποία ανήκουν. Είναι άνθρωποι της δράσης κι όχι ιδεολόγοι ή προφήτες, από τους οποίους μπορείς να περιμένεις καινοτόμα οράματα ή σχέδια κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης». Ανάλογες διαβεβαιώσεις εμφανίζονται και σε άλλα σημεία με τα ίδια ή παραπλήσια λόγια[1].

Τι δηλώνει άραγε αυτό το άγχος να διαψεύσουμε κάτι που κανείς δεν ισχυρίστηκε;

Κατά τη γνώμη μου, η επιμονή αυτή σκοπό έχει να ξορκίσει την ανάδυση της ιδέας της απεδαφικοποίησης και να την αποδιώξει. Την ιδέα αυτή σε ένα τουλάχιστον σημείο ο συγγραφέας φτάνει πολύ κοντά στο να τη διατυπώσει, ουσιαστικά παρέχει στον αναγνώστη όλα τα μέσα για να τη σκεφτεί μόνος του και να τη συνδέσει με το υπό μελέτη φαινόμενο, αλλά μετά, σαν να μη διάβασε ούτε καν ο ίδιος αυτό που έγραψε, το προσπερνάει μακάρια και επανέρχεται στη μονότονη εξύμνηση των «σχεδίων και προγραμμάτων για την κατάληψη του κράτους και την αναμόρφωση της κοινωνίας» και την ανάγνωση της ληστείας ως έλλειψης αυτών των σχεδίων.

Ποιο είναι αυτό το σημείο; Πρόκειται για ένα παράδειγμα παρμένο από τις συγκρούσεις στα Βαλκάνια κατά τη γερμανική κατοχή της δεκαετίας του 40, την ένοπλη αντίσταση σε αυτήν και την ανάμιξη των Άγγλων. Ένα θέμα δηλαδή για το οποίο γίνονται πολλές συζητήσεις και στην Ελλάδα, τα δε τελευταία χρόνια διάφοροι αυτοανακηρύσσονται ως «νέο ρεύμα» στη μελέτη του, άλλοι τους κατηγορούν για «αναθεώρηση της ιστορίας» κ.ο.κ. Το παράδειγμα όμως των «Ληστών» δεν έχει σχέση με την Ελλάδα, αλλά με την Αλβανία. Και αρχίζει ως εξής:

στα τελευταία πεντακόσια χρόνια της ιστορίας της ληστείας, σπάνια η εξουσία ήταν απούσα για τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε οι ηγέτες αυτόνομων ένοπλων σωμάτων να θεωρήσουν τους εαυτούς τους σημαντικούς ανεξάρτητους παίχτες στην πολιτική και κοινωνική σκηνή. Ανεξάρτητα από τις ιδέες ή τους στόχους τους, έπρεπε να είναι πολιτικά ρεαλιστές.

(ΣΗΜ. ΔΙΚΗ ΜΟΥ: ΠΟΙΕΣ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΥΣ;;; ΑΦΟΥ ΜΟΛΙΣ ΠΡΙΝ ΕΙΔΑΜΕ ΟΤΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΙΔΕΕΣ ΟΥΤΕ ΣΤΟΧΟΥΣ).

Συνεχίζει όμως ο Χόμπσμπωμ:

Η καλύτερη περίπτωση ήταν να διατηρήσουν έναν βαθμό αυτονομίας και, χωρίς να δεσμεύονται απόλυτα με καμία πλευρά, να παζαρέψουν την υποστήριξή τους με κείνους που ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν το υψηλότερο αντίτιμο –δηλαδή με κείνους που δε θα μπορούσαν να πετύχουν τους στόχους τους χωρίς αυτήν. Όμως, σε τελική ανάλυση, ήταν υποχρεωμένοι, αν δεν ήθελαν να χαθούν, να συμβιβαστούν με οποιαδήποτε κέντρα ανώτερης εξουσίας είχαν τη διάθεση να τους ανεχτούν.

Αυτό εξηγεί τις διαρκείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε αυτοκρατορία και ανεξάρτητες ένοπλες ομάδες ή κοινότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τους ορεινούς μαχητές που μπορούσαν είτε να αντιστέκονται στο κράτος είτε να γίνονται όργανά του, είτε και τα δύο ταυτόχρονα. Εξηγεί επίσης, κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, την αποτυχία των βρετανών απεσταλμένων να οργανώσουν έναν ξεσηκωμό ενάντια στους γερμανούς και ιταλούς κατακτητές στις ελεύθερες, και εγγυημένα μη κομμουνιστικές, πολεμικές πατριές της ορεινής Αλβανίας. Ο γαμπρός του Ουίνστον Τσόρτσιλ τους εξήγησε ότι, στην αντίθετη περίπτωση, η Αλβανία θα έπεφτε μετά τον πόλεμο στα χέρια του κομμουνιστικού κινήματος αντίστασης –εκείνοι όμως, μολονότι δεν είχαν πρόβλημα να πολεμήσουν με οποιονδήποτε, δεν πείστηκαν (σ. 33-34).

Έτσι ακριβώς: φτάνοντας εδώ στο ακρότατό του σημείο, ο λόγος του συγγραφέα οδηγείται να αναγνωρίσει και να αναδείξει τη λογική της αυτονομίας της  εξόδου, την επιθυμία των ληστών –και όλων των υποκείμενων στην κωδικοποίηση του κράτους και του κεφαλαίου- να διατηρούν μία απόσταση από αυτά, να μην ταυτίζονται με κάποια συγκεκριμένη επιλογή (κράτος, κόμμα, αυτοκρατορία, στράτευμα …) αλλά να παραμένουν μία νομαδική πολεμική μηχανή η οποία βέβαια κατά καιρούς μπορεί να συναλλάσσεται με τις κρατικού τύπου συγκροτήσεις ή και να «αιχμαλωτίζεται» απ’ αυτές, αλλά όχι κατά τρόπο που να τη δεσμεύει τόσο ώστε να καθιστά αδύνατη κάθε μελλοντική λιποταξία. Οι Αλβανοί «πατριάρχες» για τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και για το γαμπρό του, όπως ακριβώς και για τον Χόμπσμπωμ, ήταν απλώς κάτι καθυστερημένοι ξεροκέφαλοι ορεσίβιοι που για ακατανόητους λόγους δεν δέχθηκαν μία προσφορά που ωστόσο ήταν από κάθε άποψη ορθολογική και συμφέρουσα. Εμείς όμως οι Βαλκάνιοι, που μας χωρίζουν μόλις δυο γενιές από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα αρματολίκια της, (όσο κι αν μεσολαβεί η κωδικοποίηση της μνήμης τους από την επίσημη εκπαίδευση του ελληνικού έθνους κράτους), μπορούμε πολύ καλύτερα να καταλάβουμε την απολύτως εύλογη και ευανάγνωστη άρνηση των Αλβανών πολεμάρχων: ήταν μεν πολιτικά αντικομμουνιστές, αλλά πέρα από τις πολιτικές προτιμήσεις μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτούς είχε να κρατάν ανοιχτές περισσότερες από μία γραμμές φυγής. Και μπορούμε πολύ ευγενικά να πούμε στον μικρό μαθητή Έρικ ότι δυστυχώς κόβεται· πρέπει να κάτσει να διαβάσει λίγο το Mille Plateaux και να ξανάρθει το Σεπτέμβριο …

---------------------------------------------------------------------------
[1] Σε βαθμό που, αν πάρουμε κατά γράμμα αυτή τη διαβεβαίωση ότι η ληστεία είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο «ατομικής εξέγερσης», τότε, με βάση την ακραία μοντερνιστική τάση που εκπροσωπεί ο Χόμπσμπωμ, αρχίζει να εμφανίζεται αμφίβολο εάν μπορούμε καν να μιλήσουμε για την «ιστορία» της.

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Η Αριστερά και το Ευαγγέλιο



 του Χρήστου Λάσκου

Φραντσέσκο Μπονέρι, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1610
Φραντσέσκο Μπονέρι, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1610


Να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής πως δεν μιλώ ως ειδικός. «Κόκκινος και όχι ειδικός», είναι ο προσδιορισμός που ταιριάζει καλύτερα, νομίζω, στην περίσταση. Επιπλέον, εξηγούμαι πως δεν πρόκειται να ανακοινώσω τη «γραμμή» του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα θέματα της θρησκείας. Όσα ακολουθoύν είναι η προσωπική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είναι από χρόνια ενταγμένος στη ριζοσπαστική Αριστερά και θεωρεί αυτή την ένταξη κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Όπως ακριβώς οι πιστοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τον εαυτό τους χωρίς την πίστη, έτσι κι εγώ αδυνατώ να υπάρχω χωρίς την κομμουνιστική και ελευθεριακή μου ένταξη. Και αυτό δεν συνιστά μια ιδιωτική μου υπόθεση. Όσο δεν μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς Εκκλησία, άλλο τόσο δεν μπορείς να είσαι κομμουνιστής χωρίς κόμμα.

Να κάνω, ακόμη, μια προκαταρκτική, περισσότερο θεωρητική, διευκρίνιση: ο μαρξισμός είναι θεωρία της Ιστορίας, και όχι φιλοσοφικό σύστημα. Απεχθάνεται μάλιστα σφόδρα τα συστήματα. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν έχει αντιθεολογικές, ειδικά, αξιώσεις.


Ο Μαρξ και η θρησκεία
Ρέμπραντ, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1626
Ρέμπραντ, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1626

«Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Η συγκεκριμένη πρόταση είναι από τις γνωστότερες που αποδίδονται στο Μαρξ. Συγκρίσιμο ως σήμα-κατατεθέν του μαρξικού ανθολογίου είναι, ίσως, μόνο το «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!», άντε και το «Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους» ή το «Οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, πολύ συχνά ο αποδέκτης ή και ο χρήστης του έχει μια στρεβλή ή τουλάχιστον ελλειμματική άποψη σχετικά με το νόημα που του απέδιδε ο αρχικός του δημιουργός. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο τελευταίος δεν το φαντάστηκε ως μότο ή σύνθημα, αλλά το διατύπωσε ως τμήμα ενός ευρύτερου κειμένου με συγκεκριμένα συμφραζόμενα.

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι ακριβώς έγραψε ο Μαρξ στη Συμβολή στην κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Λέει: «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, το πνεύμα μιας χωρίς πνευματικότητα κατάστασης. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού […] Η κριτική της θρησκείας είναι, επομένως, η εμβρυακή κριτική της κοιλάδας των δακρύων, που φωτοστέφανό της είναι η θρησκεία […] Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει απαίτηση της πραγματικής της ευτυχίας. Η απαίτηση της εγκατάλειψης των ψευδαισθήσεων για την κατάστασή του είναι η απαίτηση της εγκατάλειψής του μιας κατάστασης που χρειάζεται τις ψευδαισθήσεις». Κι αυτό βγάζει εντελώς άλλο νόημα.

Φυσικά, ο Μαρξ υποβάλλει σε απηνή κριτική τη θρησκεία. Η κριτική του, ωστόσο, αφορά πρωτίστως τον ρόλο της θεσμικής Εκκλησίας στο εξουσιαστικό πλέγμα των ταξικών κοινωνιών. Την κρίνει ως εξουσία, που ασκήθηκε πολλές φορές σκληρά απέναντι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους, στους οποίους ο λόγος του Χριστού ευαγγελίστηκε πως σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Ως οπαδός της εξισωτικής χειραφέτησης, στο όνομα της υπέρτατης αξίας της ισότητας δεν θα μπορούσε παρά να είναι εχθρός κάθε ιεραρχίας — και της ιερής.


Εκλεκτικές συγγένειες: Εξισωτισμός

Αντίθετα με την κρατούσα άποψη, ο μαρξισμός αισθάνεται διαχρονικά πολύ οικεία με τα σχήματα των ευαγγελίων. Και όχι μόνο.

Στη μακριά σειρά των χειραφετητικών κινημάτων, από τον Κλεομένη και τον Αριστόνικο, τον Σπάρτακο, τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης, τον Τόμας Μύντσερ και τους Αναβαπτιστές, τους βρετανούς Levelers και τους γάλλους εξισωτιστές επαναστάτες μέχρι τις μεγάλες εργατικές επαναστάσεις του 19ου ή του 20ού αιώνα, ο χριστιανισμός κατέχει περίβλεπτη θέση.

Για το σύνολο των μαρξιστών ιστορικών ο χριστιανισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη εξέγερση των ταπεινών της ύστερης δουλοκτητικής αρχαιότητας. Και τα τεκμήρια, ως προς αυτό, δεν είναι μόνο ιστορικοϋλιστικά ή κοινωνιολογικά. Τα Ευαγγέλια, καθαυτά, αλλά και οι κοινοκτημονικές πρακτικές του πρώιμου χριστιανισμού είναι ο σημαντικότερος δείκτης.

Η οικειότητα, μάλιστα, γίνεται βαθιά, όταν ο αριστερός ακούει τα λόγια του Χριστού «Μακάριοι είναι οι φτωχοί…» ή, ακόμη περισσότερο, πως «ευκολότερο είναι να περάσει καραβόσκοινο από το μάτι της βελόνας, παρά να εισέλθει πλούσιος στο Βασίλειο του Θεού». Το ίδιο κι όταν διαβάζει την Ομιλία προς τους πλουτούντας του Μεγάλου Βασιλείου, που δώρισε η Αυγή στους αναγνώστες της, σε μετάφραση Γιώργου Κοροπούλη, τη μέρα των Θεοφανείων. Πραγματικά δεν νομίζω πως οι προηγούμενες διατυπώσεις είναι λιγότερο ριζοσπαστικές από το επαναστατικό απόφθεγμα πως «δεν αρκεί να είσαι με τους φτωχούς, πρέπει να είσαι και εναντίον των πλουσίων». Η βίαιη επίθεση του Ιησού εναντίον των εμπόρων του Ναού, μαζί και η διαχρονική αντιμετώπιση του χρήματος ως μιαρού και του τόκου ως αμαρτίας, τουλάχιστον από τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς, εικονοποιεί με πολύ σαφή τρόπο αυτήν την πρακτική στάση.

Ο Χριστός είναι με τους αναγουήμ αδιάλλακτα, είναι στην πλευρά των ενδεών και των απόκληρων. Τον Χριστό των Ευαγγελίων, όπως γράφει ο Τέρυ Ήγκλετον (Λογική, Πίστη και Επανάσταση, μετ. Πέτρος Γεωργίου Πατάκης, 2011), «θα τον γνωρίσεις αληθινά όταν δεις το πεινασμένο πλάσμα να χορταίνει με όλα τα καλά και τους πλούσιους να αποδιώχνονται, μένοντας με άδεια χρόνια».

Αν, όμως, το κεντρικό μήνυμα των Ευαγγελίων είναι πως «η τραυματική αλήθεια της ανθρώπινης ιστορίας είναι ένα βασανισμένο και παραμορφωμένο σώμα», που είναι προορισμένο να αναστηθεί, τότε οι μαρξιστές δεν μπορεί παρά να δείχνουν το μέγιστο ενδιαφέρον.


Νεοφιλελεύθερος αθεϊσμός

Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια ένας αριθμός, αγγλοσαξόνων κυρίως, διανοητών (Ο Ντώκινς με την Περί Θεού αυταπάτη, ο Χίτσενς με το Ο Θεός δεν είναι μεγάλος, ο Ντάνιελ Ντένετ κ.ά.) έχουν, στο όνομα της πάλης εναντίον του φονταμενταλισμού, επιτεθεί με μεγάλη σφοδρότητα στην θρησκεία. Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου.

Φτιάχνουν, έτσι, μια καρικατούρα αυτού που υπήρξε χωρίς αμφιβολία ίσως η πιο εκτεταμένη και διαχρονική λαϊκή κουλτούρα της ανθρώπινης ιστορίας. Και αφιερώνουν εκατοντάδες σελίδες χωρίς να παραδέχονται το παραμικρό ανθρώπινο όφελος, που να έχει απορρεύσει από την θρησκευτική εμπειρία. Γι’ αυτούς, οι μυριάδες ανθρώπων που θυσίασαν το βόλεμά ή και τη ζωή τους ακόμη για τους άλλους στο όνομα του Χριστού, του Αλλάχ απλά είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Εξαχνώνονται από την ιστορία χωρίς ίχνος.

Στην πραγματικότητα, αυτό που έχουμε εδώ είναι η τεράστια διαστροφή, που ονομάζεται επιστημονισμός και τείνει να περιλάβει ως αντικείμενο αποδόμησης ακόμη και όσα –ή, κυρίως, όσα– δεν μπορεί ούτε στοιχειωδώς να κατανοήσει.

Είναι η άλλη πλευρά της καπιταλιστικής νεοτερικότητας, στην οποία οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο, ήδη από τη δεκαετία του 1940, με τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εντάσσουν τόσο την πενικιλίνη όσο και το Άουσβιτς. Είναι η πλευρά, από την οποία ο κοινός νεοφιλελεύθερος «υλισμός» και η τεχνοκρατία παράγει τέρατα.

Με δεδομένο πως η καπιταλιστική κουλτούρα είναι βουτηγμένη στο αίμα όσο καμιά άλλη στην ανθρώπινη ιστορία ο Ήγκλετον και πάλι σημειώνει πως «το προηγμένο καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς αθεϊστικό. Είναι άθεο τόσο στις απτές υλικές προοπτικές του όσο και στις υπονοούμενες σε αυτές αξίες και πεποιθήσεις, ό,τι κι αν διατείνονται ορισμένοι από τους απολογητές του. Υπό αυτήν την έννοια, το καπιταλιστικό σύστημα είναι αθεϊστικό με όλους τους λάθος τρόπους, ενώ ο Μαρξ και ο Νίτσε είναι αθεϊστές με τους σωστούς κατά κανόνα τρόπους».

* * *

Πρέπει να υπογραμμιστεί το συγκεκριμένο σημείο γιατί συνήθως είναι ο μαρξισμός, που ελέγχεται ως φορέας του μηχανιστικού υλισμού. Ουδέν αναληθέστερον για όποιον έχει στοιχειώδη γνώση του μαρξιστικού φιλοσοφικού προβληματισμού. Ο μαρξισμός δεν ισχυρίζεται πως «η ψυχή έχει μάζα». Αυτό που λέει είναι πως «οι ιδέες είναι πρακτικές» κι όχι όντα πτερόεντα. Αυτή η πρακτική του διάσταση είναι η καρδιά αυτού που αντιλαμβάνεται ως υλισμό και, από αυτήν την άποψη, και πάλι προσεγγίζει έναν ορισμένο χριστιανισμό. Συμφωνεί με τον Πασκάλ, όταν αυτός ισχυρίζεται πως «δεν πιστεύεις κι έτσι γονατίζεις και προσεύχεσαι», αλλά «γονατίζεις, προσεύχεσαι, πιστεύεις».

Ο υλισμός, που συνήθως προσάπτεται από τους ανθρώπους της θρησκείας στον μαρξισμό, είναι αυτό που οι ίδιοι οι μαρξιστές αποκαλούν «χυδαίο υλισμό» και ταιριάζει ακριβώς στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό φαντασιακό. Και, από αυτήν την άποψη, η «αποδόμηση» του μαρξισμού από την θρησκεία μοιάζει με αυτήν που κάνουν οι φιλελεύθεροι αθεϊστές στη χριστιανική διδασκαλία.

Η εχθρότητα, βέβαια, είναι εξηγήσιμη. Προκύπτει από την σφοδρότητα, με την οποία το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα συγκρούστηκε με την εκκλησιαστική εξουσία, η οποία συχνά στην ιστορία του κόσμου υπήρξε από τις βαρύτερες μορφές εξουσίας.

Εξηγείται, όμως, και από τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». Μόνο που η αλήθεια αυτής της εμπειρίας δεν μπορεί να σβήσει την εντελώς διαφορετική, ανοιχτή και μεγαλόκαρδη, πρακτική της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης, για την οποία αν δεν εκλείψει η κοιλάδα των δακρύων κανείς δεν μπορεί να διαγράψει με διατάγματα την θρησκεία.


Λύτρωση και (ή) απελευθέρωση

Αν θα έπρεπε να ονομάσουμε έναν κομμουνιστή, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική συνείδηση του καιρού του και του κινήματος, στο οποίο συμμετείχε, νομίζω πως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα ήταν ο κατεξοχήν υποψήφιος.

Εμμένοντας –στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»– πως η επανάσταση επιβάλλεται όχι ως δώρο προς τις μέλλουσες γενιές, αλλά ως υποχρέωση προς τις παρελθούσες ταπεινωμένες και καταπιεσμένες γενιές των ταξικών κοινωνιών θύμισε πως «ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο ως λυτρωτής, αλλά και ως νικητής του Αντίχριστου».

Και χρησιμοποίησε την χριστιανική-μεσσιανική αντίληψη του χρόνου, για να αρνηθεί τη νομοτελειακή εικόνα τους αναπόφευκτου της ανοδικής προόδου, που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του σοσιαλδημοκρατικού θετικισμού.

Ο Μπένγιαμιν, μαζί με τους φίλους του σπαρτακιστές εξεγερμένους του 1919 –και, κυρίως, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τη μάρτυρα της Γερμανικής Επανάστασης– ήξερε πως «το κάθε δευτερόλεπτο είναι η μικρή πύλη, από την οποία μπορεί να περάσει ο Μεσσίας». Και, έτσι, διάβαζε τη Βασιλεία του Θεού ως εκείνες τις σκόρπιες, συχνά καταδικασμένες σε αποτυχία, μάχες εξ ονόματος των καταπιεσμένων, ιδωμένες, κατά κάποιον τρόπο, από την σκοπιά της αιωνιότητας.

Όπως ακριβώς ο Χριστός ήρθε μια τυχαία στιγμή και μπορεί να επιστρέψει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιακή χρονική αλυσίδα να μπορεί να προβλέψει την ώρα, έτσι και η Επανάσταση είναι συμβάν μη προσδιορίσιμο. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, οι άνθρωποι πρέπει να προετοιμάζονται.

Ο Σάββας Μιχαήλ προβλέπει για την εποχή μας: «Όπως τον καιρό εκείνο, στην αυγή της Ρωσικής και της Γερμανικής Επανάστασης, καθόλου τυχαία ο Μπένγιαμιν και ο Ερνστ Μπλοχ ή ο αναρχικός Λαντάουερ ξαναβλέπουν τη Βίβλο με άλλο μάτι, μέσα σε μια Ευρώπη παραδομένη στις φλόγες, πιστεύω πως και τώρα υπάρχουν βαθύτατα ιστορικά ρεύματα που οδηγούν στην επανεμφάνιση μιας τέτοιου είδους προβληματικής» (στον συλλογικό τόμο Ο θεός της Βίβλου και ο θεός των φιλοσόφων, επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2012).

Δεν ξέρω αν θα επιβεβαιωθεί η πρόβλεψή του, αλλά, σε ό, τι αφορά το σύγχρονο μαρξισμό, δεν είναι τυχαία, νομίζω, η κεντρικότητα της φιλοσοφικής αναφοράς στον Σπινόζα, αυτό τον «Χριστό των φιλοσόφων», για τον οποίο ο Ιησούς υπήρξε ο κορυφαίος των σοφών, χάρη στη διδασκαλία του οποίου ακόμη και οι αδαείς και οι αμαθείς μπορούν πλέον να σωθούν.

* * *

Οι κομμουνιστές αγωνίζονται για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας ισότητας και ελευθερίας. Δεν είναι, όπως προείπαμε, μόνο με τους φτωχούς, αλλά και μαχητικά εναντίον των πλουσίων. Κι αυτό σημαίνει προσανατολισμό σε μεγάλη, ακραία ταξική σύγκρουση.

Γιατί, όπως είπε ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος του 20ού αιώνα Καρλ Μπαρτ, το καπιταλιστικό σύστημα είναι «σχεδόν αναμφίβολα δαιμονικό». Η υπέρβασή του είναι προϋπόθεση για την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπινου προσώπου.

 --------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος, μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ. Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησής του στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, 22-23.1.2013.


Και δυο ωραία σχόλια:
α) Σχόλιο από: Λ.

Θα σταθώ σε ελάχιστα σημεία: 

O συγγραφέας επισημαίνει: "Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου". 

Αν οι φιλελεύθεροι διανοητές που το κάνουν αυτό, είναι σε κάποιο βαθμό ένοχοι, αναρωτιέμαι δεν είναι ένοχοι τα κόμματα και οι πολιτικοί της Αριστεράς, που αν και θεσμικά υπόχρεα, σωπαίνουν απόλυτα μπροστά στα αδύνατα σημεία της κρατικής Εκκλησίας Α.Ε. ας πούμε για παράδειγμα στη φοροδιαφυγή, στον προσηλυτισμό και στη στρατολόγηση ανήλικων σε διάφορες μοναστικές αδελφότητες, στην καλλιέργεια μιας βαρβαρικής δεισιδαιμόνίας (αυτή η εκκωφαντική σιωπή στην υποδοχή του βλάσφημου Αγίου Φωτός με τιμές αρχηγού Κράτους), στην καλλιέργεια του φυλετισμού από την εθνική Εκκλησία, στην καταδίκη των προγαμιαίων ερωτικών σχέσεων, στην δαιμονοποίηση της ομοφυλοφιλίας, στην παρεμπόδιση στοιχειωδών θεσμικών μεταρρυθμίσεων (σύμφωνο συμβίωσης, ευθανασία, καύση νεκρών, μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων-εξαιρείται ο Χριστόδουλος), στην άρνηση της Ιεραρχίας να εκδώσει εγκύκλιο καταδίκης της Χρυσής Αυγής, στους Αγιασμούς που οι ιερείς κατά δεκαδες τελούν στα γραφεία αυτής της σατανιστικής και εγκληματικής οργάνωσης χωρίς να διαφωνεί ούτε ένας επίσκοπος, και σταματώ σε αυτά. 

Με την ευκαιρία να ρωτήσω σε ποιό σημείο ο Χριστός λέει Μακάριοι είναι οι φτωχοί..., γιατί υποψιάζομαι ότι αυτό το λέει μόνο ο συγγραφέας. 

Ο συγγραφέας σωστά επισημαίνει ...τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». 

Αναρωτιέμαι όμως δυο πράγματα. 
1. Πότε και που η Αριστερά του έκανε την αυτοκριτική της γιαυτό. 
2. Να υποθέσω ότι αποτελεί αυτοκριτική το πέρασμα του Μανώλη Γλέζου, από οπαδός της χειρότερης κρατικής τυραννικής κομμουνιστικής αθεϊας (Εμβέρ Χότζα)στη συμπροσευχή στη Βουλή με τη Χρυσή Αυγή (Αγιασμός) και στη συνέχεια η συμμετοχή του στην όχι μόνο μαγική και βλάσφημη, αλλά και ακυρωτική της ιδέας της ανεξιθρησκείας και του χωρισμού Κράτους Εκκλησίας, διαδικασία του όρκου, μπροστά στο φιλοχουντικό Αρχιεπίσκοπο; 

Έχω την αίσθηση ότι καλό θα ήταν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που βαρύνεται με σειρά ολόκληρη από καραγκιοζιλίκια, ασυνέπειες, παλινωδίες, μεταμορφώσεις και κυρίως σιωπές (ακόμη και σε προκλητικά ιερά οικονομικά σκάνδαλα) και συνενοχές στο εκκλησιαστικό, να πάψουν να προκαλούν τη νοημοσύνη μας. 
Λ.

β) Σχόλιο από: aftercrisis

Ακόμη και άν δεν υπήρχε πιά καμμιά κοινωνική ουτοπία, πάντα θα είναι η Βίβλος το εγχειρίδιό της. Ο Χριστιανικός πολιτισμός, στην ουσία του είναι ένας ουτοπικός πολιτισμός. Στο φόντο του Χριστιανισμού ακούγεται πάντοτε o μουρμουριστός ήχος της διαμαρτυρίας. Μ αυτή την όμορφη λέξη 
(στη Γερμανική γλώσσα Murren) περιέγραψε ο Λούθηρος την έκφραση της παθιασμένης λαχτάρας για έναν καλύτερο κόσμο... 

Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία των καταπιεσμένων. Και δεν πρέπει να ξεχνά κανείς, ότι ο ο ίδιος Ιησούς ήταν ο πρώτος Κομμουνάρος, καθώς μας λένε οι Πράξεις των Αποστόλων: Το πλήθος των πιστών ήταν μια καρδιά και μιά ψυχή. Κανένας δεν μιλούσε για τα δικά του αγαθά, αλλά τα πάντα ήταν κοινά μεταξύ τους... 

Ο Έρνστ Μπλόχ, στο βιβλίο του Η αρχή της ελπίδας (Prinzip Hoffnung), έγραψε μια διάσημη φράση: Ο άνθρωπος ζεί ακόμη στην προϊστορία, όλα και το κάθε τί βρίσκονται ακόμη σε χρόνο πρίν την δημιουργία του κόσμου ως δίκαιου κόσμου. Η αληθινή Γένεση δεν βρίσκεται στην αρχή αλλά στο τέλος, και θ αρχίσει για πρώτη φορά τότε, όταν η κοινωνία και η ύπαρξη (Dasein) γίνουν ριζοσπαστικά, δηλαδή όταν καταπιαστούν με τη ρίζα. 
Μόνον το ριζοσπαστικό είναι ρεαλιστικό. 

Η θρησκεία ως κοινωνική ουτοπία: Η εναλλακτική λύση του Ιησού 
(του Γιάκομπ Άουγκστάϊν - © SPIEGEL) 
http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2013/04/blog-post_27.html

Παρέκβαση: ένα άλλο, πρόσφατο άρθρο του ιδίου, συμπληρωματικό ως προς αυτό, από την Εφημερίδα των Συντακτών.



Αριστεροί και χριστιανοί ξανά σε εποχή αγωνίας

Αν είναι, πράγματι, αλήθεια αυτό που θα πω, ότι φύλαξες απ’ τα νιάτα σου την εντολή της αγάπης κι έδωσες στον καθένα όσα και στον εαυτό σου, τότε πώς συγκέντρωσες την περιουσία σου; […] Οποιος αγαπά σαν τον εαυτό του αυτόν που είναι πλάι του δεν κατέχει τίποτε παραπάνω απ’ αυτόν που είναι πλάι του. Κι εσύ δείχνεις να έχεις πολλά. Από πού;

Μέγας Βασίλειος, Ομιλία προς τους πλουτούντας, Μεταγραφή: Γιώργος Κοροπούλης.



Είναι γνωστό πως αριστεροί και χριστιανοί υπήρξαν στη διάρκεια της ιστορίας εξαιρετικά καχύποπτοι, έως εχθρικοί, οι μεν για τους δε. Και υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι γι’ αυτό, χωρίς αμφιβολία. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, το γεγονός, δηλαδή, πως υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι –και, επιπλέον, ποταμοί αίματος- που χωρίζουν τις δυο πλευρές δεν σημαίνει πως αίρεται αυτομάτως το παράδοξο: και οι δύο παραδόσεις είναι τόσο ρητά με τους φτωχούς και τόσο επιθετικά εναντίον των πλουσίων, που η ιστορία των μεταξύ τους αντιπαλοτήτων λιγότερο εξηγεί και περισσότερο είναι προς εξήγηση.

Δεν μπορώ, προφανώς, εδώ να διατυπώσω αναλυτικά μια ερμηνεία. Θα μείνω, λοιπόν, στα δικά μου, αριστερά χωράφια για λίγα σχόλια σχετικά. Η κύρια αιτίαση των αριστερών απέναντι στη χριστιανική επίκληση της αγάπης ως βασικού οδηγού της κοινωνικής ζωής είναι πως, όταν δεν πρόκειται για συνειδητή και δύσκολα κρυπτόμενη υποκρισία, είναι τόσο ξέπνοη πρακτικά, που πολύ λίγα μπορεί να προσφέρει στην κριτική των εκμεταλλευτικών κοινωνιών και πολύ λιγότερα στην αναγκαία ριζική αναμόρφωσή τους.

Νομίζω, λοιπόν, πως η προσέγγιση αυτή είναι σαφώς εσφαλμένη και αυτός είναι ένας από τους λόγους που αδυνατεί να ερμηνεύσει ικανοποιητικά το γεγονός πως ο χριστιανισμός –και η θρησκευτική διδασκαλία και πρακτική γενικότερα- αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, τον πιο ανθεκτικό τύπο λαϊκής κουλτούρας στην ιστορία.

Η εντυπωσιακή αυτή ανθεκτικότητα στα μυαλά και τις ψυχές των λαϊκών ανθρώπων δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους «ψευδούς συνείδησης», είναι πολύ περισσότερο πρακτικοί οι λόγοι. Οι μαρξιστές, άλλωστε, γνωρίζουν πως οι ιδεολογίες αναφέρονται πολύ περισσότερο σε συγκεκριμένες πρακτικές –πράξεις τις λένε οι χριστιανοί- παρά σε ιδέες, με τις οποίες παραγεμίζονται άδεια κεφάλια.

Το πιο ισχυρό σημείο της χριστιανικής διδασκαλίας είναι, χωρίς αμφιβολία, η εκπληκτική φιγούρα του Χριστού. Είναι αυτή η, πρακτική, διάσταση, η ακραία αποστασιοποίηση από το αφηρημένο, τις «ιδέες» και τις «εντολές», που της δίνει τη μεγάλη επιρροή της στις καρδιές των ανθρώπων.

Όπως σημειώνει ο Τέρι Ιγκλετον, ο Χριστός «παρουσιάζεται ως άστεγος, χωρίς υπάρχοντα, ταγμένος εργένης, πλανόδιος οδοιπόρος, κοινωνικά περιθωριακός, περιφρονητής των συγγενικών δεσμών, ανεπάγγελτος, φίλος των απόβλητων και των παριών, […], αμελής όσον αφορά τους κανόνες αγνότητας, επικριτής της παραδοσιακής αυθεντίας, αγκάθι στο πλευρό του κατεστημένου και μάστιγα για τους πλούσιους και τους ισχυρούς […] Σέβεται το εβραϊκό Σάββατο όχι επειδή σημαίνει εκκλησιασμό, αλλά επειδή αντιπροσωπεύει μια προσωρινή απόδραση από το βάρος της εργασίας. Το Σάββατο έχει να κάνει με την ξεκούραση, όχι με την θρησκεία. Ένας από τους καλύτερους λόγους για να είσαι χριστιανός, όπως και σοσιαλιστής, είναι το ότι δεν σου αρέσει να είσαι υποχρεωμένος να δουλεύεις και απορρίπτεις την έμφοβη ειδωλολατρία που κάτι τέτοιο εμπεριέχει» – ειδωλολατρία που είναι σήμα κατατεθέν της καπιταλιστικής θέσμισης της ζωής. Κανονικά, καμιά ανθρώπινη φιγούρα από την ιστορία δεν θα έπρεπε να είναι πιο οικεία στους κομμουνιστές, στους ελευθεριακούς, στους σιτουασιονιστές και σε όλες τις φυλές των επαναστατών, νομίζω.

Σ’ αυτή τη νέα εποχή αγωνίας που ζούμε, στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κρίσης, που όλα δείχνουν πως μάλλον αποκτά οριακό για την ανθρωπότητα χαρακτήρα, η Αριστερά δεν μπορεί παρά να νοιάζεται, μαζί με όλο τον «λαό», και για τον «λαό της εκκλησίας». Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν πολλοί άνθρωποι της εκκλησίας εργάζονται με αυταπάρνηση σε αλληλέγγυες δομές ή όταν κορυφαίοι ιεράρχες με μεγάλη παρρησία συγκρούονται με τους ναζιστές. Μπορούμε να συστρατευθούμε – δεν χρειάζεται να τους υποκαταστήσουμε. Κι έτσι, κι αυτά που μας χωρίζουν έντονα θα μπορέσουμε να τα βάλουμε κάτω και να δούμε.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

Μαρξισμός: χθες, σήμερα, και αύριο - Πάουλ Μάτικ


Ακολουθεί, σε πρόχειρη μετάφραση του Weltschmerz K. το πρώτο μέρος του "Marxism: Yesterday, Today, and Tomorrow" (1978), που περιλαμβάνεται στο δημοσιευμένο μετά θάνατον έργο του Paul Mattick (1904-1981) με τον ενδεικτικό τίτλο: Μαρξισμός: τελευταίο καταφύγιο της μπουρζουαζίας; (1983) Ο μεταφραστής -στον οποίον ανήκουν οι προσθήκες εντός αγκυλών- αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει ότι δε συμμερίζεται τις εν πολλοίς στρεβλές, μονομερείς, κι εν τέλει αντιεπιστημονικές αντιλήψεις του συγγραφέα, ασύμβατες καθώς είναι με τις πανθομολογούμενες κατακτήσεις της πρωτοπόρας, επαναστατικής θεωρίας της εργατικής τάξης. Επίσης, είναι [ο μεταφραστής, όχι ο συγγραφέας] υπέρ της διατήρησης των διπλών συμφώνων σε αποδόσεις ξένων ονομάτων, εκτός κι αν συντρέχουν μείζονες λόγοι αισθητικής: έτσι αρχικά έγραψε το επώνυμο στον τίτλο με δυο "τ", αλλά -λόγω και της γραμματοσειράς του τίτλου- η ομοιότητα με το π ήταν αναπόφευκτη, και κατέληξε να το αλλάξει. - Κ.

* * *

Στη σύλληψη του Μαρξ, οι μεταβολές στις κοινωνικές και υλικές συνθήκες των ανθρώπων θα αλλάξουν τη συνείδηση τους. Αυτό ισχύει επίσης για τον μαρξισμό και την ιστορική του ανάπτυξη. Ο μαρξισμός ξεκίνησε ως μια θεωρία της ταξικής πάλης βασισμένη στις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Αλλά ενώ η ανάλυση του των εγγενών στην καπιταλιστική παραγωγή κοινωνικών αντιφάσεων αναφέρεται στη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η ταξική πάλη είναι μια καθημερινή υπόθεση και προσαρμόζεται σε μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες. Αυτές οι προσαρμογές βρίσκουν την αντανάκλαση τους στην μαρξιανή ιδεολογία. Η ιστορία του καπιταλισμού είναι λοιπόν επίσης η ιστορία του μαρξισμού.

Το εργατικό κίνημα προηγήθηκε της μαρξιανής θεωρίας και παρείχε την υλική βάση για την ανάπτυξη της. Ο μαρξισμός έγινε η δεσπόζουσα θεωρία του σοσιαλιστικού κινήματος επειδή ήταν σε θέση να αποκαλύψει πειστικά την εκμεταλλευτική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας και ταυτόχρονα να ξεσκεπάσει τους ιστορικούς περιορισμούς αυτού του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Το μυστικό της ραγδαίας ανάπτυξης του μαρξισμού -τουτέστιν, η συνεχώς αυξανόμενη εκμετάλλευση εργατικής δύναμης- ήταν επίσης το μυστικό των διαφόρων δυσκολιών που έδειχναν προς τον τελικό του θάνατο. Το Κεφάλαιο του Μαρξ, εφαρμόζοντας τις μεθόδους της επιστημονικής ανάλυσης, ήταν σε θέση να παράσχει μια θεωρία που συνέθετε την ταξική πάλη και τις γενικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής.

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ ήταν αναγκαστικά τόσο αφηρημένη όσο και η πολιτική οικονομία η ίδια. Μπορούσε να ασχοληθεί μόνο με τη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όχι με τις πολυειδείς συγκεκριμένες εκδηλώσεις της σε κάθε επιμέρους στιγμή. Επειδή η συσσώρευση κεφαλαίου είναι ταυτόχρονα η αιτία της [ιστορικής] εκτύλιξης του συστήματος και ο λόγος για την παρακμή του, η καπιταλιστική παραγωγή προοδεύει ως μια κυκλική διαδικασία επέκτασης και συστολής [contraction]. Αυτές οι δυο καταστάσεις συνεπάγονται διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες και επομένως διαφορετικές αντιδράσεις από τη μεριά αμφοτέρων της εργασίας και του κεφαλαίου. Να είμαστε βέβαιοι, η γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης συνεπάγεται την αυξανόμενη δυσκολία αποφυγής μιας περιόδου συστολής μέσα από μια περαιτέρω επέκταση κεφαλαίου, και άρα [συνεπάγεται την αυξανόμενη δυσκολία αποφυγής] μιας τάσης προς την κατάρρευση του συστήματος. Αλλά δεν είναι δυνατό να πούμε σε ποιο συγκεκριμένο σημείο της ανάπτυξης του το κεφάλαιο θα αποσυντεθεί μέσω της αντικειμενικής αδυνατότητας συνέχισης της διαδικασίας συσσώρευσης του.

Η καπιταλιστική παραγωγή, συνεπαγόμενη την απουσία οιουδήποτε είδους συνειδητής κοινωνικής ρύθμισης της παραγωγής, βρίσκει κάποιο είδος τυφλής ρύθμισης στον μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης της αγοράς. Ο τελευταίος [ή: η τελευταία], με τη σειρά του, προσαρμόζεται ο ίδιος στις απαιτήσεις επέκτασης του κεφαλαίου όπως καθορίζονται αφενός από την μεταβαλλόμενη εκμεταλλευσιμότητα εργατικής δύναμης και αφετέρου από τη μεταβολή της δομής του κεφαλαίου λόγω της συσσώρευσης κεφαλαίου. Οι συγκεκριμένες οντότητες που εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία δεν είναι εμπειρικά διακρίσιμες, ώστε είναι αδύνατον να καθορίσουμε εάν μια συγκεκριμένη κρίση καπιταλιστικής παραγωγής θα είναι μεγαλύτερης ή μικρότερης διάρκειας, περισσότερο ή λιγότερο καταστροφική αναφορικά με τις κοινωνικές συνθήκες, ή [εάν θα] αποδειχθεί να είναι η τελική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος προξενώντας μιαν επαναστατική επίλυση μέσω της δράσης μιας εξεγερμένης εργατικής τάξης.

Κατ' αρχήν, κάθε επιμηκυμένη και εις βάθος πηγαίνουσα κρίση δύναται να απελευθερώσει μια επαναστατική κατάσταση που μπορεί να εντατικοποιήσει την ταξική πάλη έως του σημείου ανατροπής του καπιταλισμού – δεδομένου, φυσικά, ότι οι αντικειμενικές συνθήκες γεννούν μιαν υποκειμενική ετοιμότητα να αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Στο πρώιμο μαρξιστικό κίνημα, αυτό θεωρούταν μια ρεαλιστική δυνατότητα, λόγω του γεγονότος [της ύπαρξης] ενός αναπτυσσόμενου σοσιαλιστικού κινήματος και της προέκτασης της ταξικής πάλης εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Η ανάπτυξη της τελευταίας θεωρείτο παράλληλη με την ανάπτυξη μιας προλεταριακής ταξικής συνείδησης, [με] την άνοδο των εργατικών οργανώσεων, και την εξαπλούμενη αναγνώριση ότι υπήρχε μια εναλλακτική στην καπιταλιστική κοινωνία.

Η θεωρία και η πρακτική της ταξικής πάλης θεωρήθηκε ενιαίο φαινόμενο, λόγω της αυτο-επέκτασης και του ακόλουθου αυτο-περιορισμού της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Νομίζετο ότι η αυξανόμενη εκμετάλλευση εργασίας και η προοδευτική πόλωση της κοινωνίας σε μια μικρή μειοψηφία εκμεταλλευτών και μια τεράστια πλειοψηφία εκμεταλλευομένων θα ήγειρε την ταξική συνείδηση των εργατών και άρα την επαναστατική τους ροπή να καταστρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα. Πράγματι, οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής εκείνης δεν επέτρεπαν καμίαν άλλη οπτική, καθώς η [ιστορική] εκτύλιξη του βιομηχανικού καπιταλισμού συνοδευόταν από αυξανόμενη μιζέρια των εργαζόμενων τάξεων και [από] μιαν αξιοπρόσεκτη όξυνση της ταξικής πάλης. Παραταύτα, αυτή ήταν απλώς μια οπτική που παρεχόταν από αυτές τις συνθήκες, οι οποίες [ή: η οποία] δεν απεκάλυπταν ακόμη τη δυνατότητα μιας άλλης έκβασης των γεγονότων. 

Μολονότι διακοπτόμενος από περιόδους κρίσης και ύφεσης, ο καπιταλισμός ήταν σε θέση να διατηρηθεί έως τώρα μέσα από μια συνεχή επέκταση κεφαλαίου και την προέκταση του στο χώρο μέσω της επιτάχυνσης της αύξησης στην παραγωγικότητα της εργασίας. Απεδείχθη δυνατό όχι μόνο να ανακτήσει μια προσωρινώς απωλεσθείσα κερδοφορία, αλλά να την αυξήσει επαρκώς ώστε να συνεχίσει τη διαδικασία συσσώρευσης αλλά και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του μεγάλου μέρους του εργαζόμενου πληθυσμού. Η επιτυχής επέκταση κεφαλαίου και η βελτίωση των συνθηκών των εργατών οδήγησε σε μια εξαπλούμενη αμφιβολία αναφορικά με την εγκυρότητα της αφηρημένης θεωρίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης του Μαρξ. Η εμπειρική πραγματικότητα για την ακρίβεια έδειχνε να αντιφάσκει με τις προσδοκίες του Μαρξ σε αναφορά με το μέλλον του καπιταλισμού. Εκεί ακόμη όπου η θεωρία του διατηρήθηκε, δε συνδεόταν πλέον με μιαν ιδεολογικά στοχεύουσα στην ανατροπή του καπιταλισμού πρακτική. Ο επαναστατικός μαρξισμός έγινε μια εξελικτική θεωρία, εκφράζουσα την ευχή να υπερβεί το καπιταλιστικό σύστημα μέσα από μια συνεχή μεταρρύθμιση των πολιτικών και οικονομικών θεσμών του. Ο μαρξιστικός ρεβιζιονισμός, σε κρυφή και φανερή μορφή, οδήγησε σε ένα είδος σύνθεσης μαρξισμού και αστικής θεωρίας, ως ένα θεωρητικό συμπλήρωμα στην πρακτική ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στην καπιταλιστική κοινωνία.

Δε θα πρέπει να εξαχθούν πολλά από αυτή τη διαπίστωση, ωστόσο, γιατί το οργανωμένο εργατικό κίνημα περιελάμβανε πάντοτε [ούτως ή άλλως] μόνο τη μικρότερη μερίδα της εργατικής τάξης. Η μεγάλη μάζα των εργατών εγκλιματίζεται στην άρχουσα αστική ιδεολογία και -υποκείμενη στις αντικειμενικές συνθήκες του καπιταλισμού- συγκροτεί μια επαναστατική τάξη μόνο δυνητικά. Μπορεί να γίνει επαναστατική μέσα από την ισχύ περιστάσεων που ανατρέπουν τους περιορισμούς της ιδεολογικής της επίγνωσης και άρα προσφέρουν στο ταξικά ενσυνείδητο μέρος της μιαν ευκαιρία να μετατρέψει τη δυνατότητα σε πραγματικότητα μέσω του επαναστατικού του παραδείγματος. Αυτή η λειτουργία του ταξικώς ενσυνειδήτου μέρους της εργατικής τάξης απωλέσθη μέσω της ενσωμάτωσης της στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο μαρξισμός έγινε ένα αυξανόμενα αμφίσημο δόγμα, υπηρετόν σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αρχικώς προβλεπόταν.

Όλα αυτά είναι ιστορία: συγκεκριμένα, η ιστορία της Δευτέρας Διεθνούς, η οποία απεκάλυψε ότι ο φαινομενικώς μαρξιστικός προσανατολισμός της ήταν απλώς η ψευδής ιδεολογία μιας μη επαναστατικής πρακτικής. Αυτό σε τίποτα δεν είχε να κάνει με μια “προδοσία” του μαρξισμού, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της ταχείας υπεροχής και της αυξανόμενης δύναμης του καπιταλισμού, οι οποίες ώθησαν το εργατικό κίνημα να προσαρμοστεί το ίδιο στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Καθώς μια ανατροπή του συστήματος έμοιαζε αδύνατη, οι τροποποιήσεις του καπιταλισμού καθόριζαν εκείνες του εργατικού κινήματος. Ως ένα κίνημα μεταρρύθμισης, το τελευταίο μετείχε των αναμορφώσεων του καπιταλισμού, βασιζόμενο [ή: των βασιζόμενων] στην αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας και στην ανταγωνιστική ιμπεριαλιστική επέκταση των εθνικά οργανωμένων κεφαλαίων. Η ταξική πάλη μετετράπη σε ταξική συνεργασία. 

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget