Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

O παγκόσμιος καπιταλισμός και η Αριστερά


Αναδημοσίευση από Ενθέματα της "Αυγής" και Red NoteBook

Το δικό μου, σύντομο σχόλιο: μάλλον έπρεπε να είχα πάει στη ΔΗΜΑΡ. Εδώ ο άλλος λέει ότι "βρισκόμαστε ξανά στο 1917" με το οππορτουνιστικό μόρφωμα του ΣΥΡΙΖΑ στο ρόλο των μπολσ... Ούτε να το πω δε μπορώ. Καλή χρονιά να 'χουμε - Weltschmerz K.



 Συνέντευξη του Λίο Πάνιτς
μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Η συνέντευξη, της οποίας δημοσιεύουμε αποσπάσματα δόθηκε με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του Leo Panitch και του Sam Gindin, The Making of Global Capitalism (Verso, 2012) και δημοσιεύθηκε στο new left project (http: //www.newleftproject.org/). Ο Πάνιτς, καθηγητής συγκριτικής πολιτικής οικονομίας στο York University, επί σειρά ετών εκδότης του The Socialist Register, είναι μια από τις κορυφαίες μορφές στον χώρο της αριστερής οικονομικής θεωρίας.

Με ποια έννοια ο καπιταλισμός είναι ένα «παγκόσμιο» σύστημα;

Ο κόσμος μας εξακολουθεί να απαρτίζεται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από έθνη-κράτη με διακριτές οικονομίες, ταξικές και κοινωνικές δομές. Τούτου δοθέντος, πολλές από αυτές τις οικονομίες ενσωματώνονται στα δίκτυα παραγωγής των πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες παράγουν, δρουν οικονομικά αναθέτοντας σε τρίτους ή υπογράφουν συμβάσεις σε πολλές διαφορετικές χώρες. Πολλά κράτη πλέον εξαρτώνται, για πολύ μεγάλο μέρος του ΑΕΠ τους, από τις εξαγωγές και το εμπόριο, δραστηριότητες οι οποίες, με τη σειρά τους, συνδέονται άρρηκτα με το διεθνές τραπεζικό σύστημα (μέσω των εμπορικών πιστώσεων, των παραγώγων της αγοράς συναλλάγματος κ.ο.κ.). Οι επενδύσεις και οι εμπορικές τράπεζες είναι σήμερα εντελώς διεθνοποιημένες. Αυτό που προέβλεπε ο Μαρξ το 1850, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα με τάσεις παγκοσμιοποίησης, σήμερα, κατά το μάλλον ή ήττον, σήμερα πραγματικότητα.

Τι ρόλο παίζουν τα κράτη στην ύπαρξη αυτής της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης;

Το βιβλίο μας ξεκινάει με δύο παραθέματα. Το πρώτο είναι του διεθνολόγου David Held, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έκανε λόγο για μια ολοένα και πιο διεθνική παγκόσμια οικονομία, η οποία θα παρακάμπτει ακόμη και τα ισχυρότερα κράτη. Το δεύτερο είναι του Eric Hobsbawm, από τη θαυμάσια Εποχή των Άκρων, όπου γράφει ότι οι πολυεθνικές θα προτιμούσαν έναν κόσμο «όπου θα υπήρχαν κράτη-νάνοι ή και δεν θα υπήρχαν καθόλου κράτη». Το βιβλίο μας συνιστά μια απόπειρα διόρθωσης αυτών των τεράστιων παρανοήσεων.

Οι πολυεθνικές χρειάζονται τα κράτη. Καθώς αναπτύσσουν τη δράση τους ανά τον κόσμο, λειτουργούν σε ολοένα και περισσότερα κράτη. Κάθε άλλο παρά επιθυμούν τα κράτη αυτά να είναι νάνοι· τους χρειάζονται κράτη ικανά να προστατεύσουν την ιδιοκτησία, να διασφαλίζουν τις συμβάσεις και τις συναλλαγές μέσω κατάλληλων και αποτελεσματικών νομικών συστημάτων, να κατασκευάζουν υποδομές και να τους εξασφαλίζουν ένα σταθερό εργατικό δυναμικό.

Πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε την αλληλεπίδραση διεθνών οικονομικών και εθνικών πολιτικών δυνάμεων; Οι διεθνείς οικονομικές δυνάμεις μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα ως διακρατικές πιέσεις, που παίρνουν οικονομική μορφή; Θα πρέπει να δούμε κυρίως πώς οι διεθνείς οικονομικές πιέσεις αυξάνουν ή υπονομεύουν την εξουσία συγκεκριμένων εγχώριων δυνάμεων;

Πιστεύω ότι η διχοτομία είναι λανθασμένη. Καταρχάς, όταν πολυεθνικές ή διεθνείς τράπεζες δρουν μέσα σε ένα δεδομένο έθνος –γιατί αυτός, τα έθνη-κράτη, είναι ο χώρος που δρουν– αποτελούν ταξικές δυνάμεις στο εσωτερικό αυτών των κοινωνιών. Αυτό αμέσως τροποποιεί το ερώτημα περί της σχέσης «εσωτερικού» και «εξωτερικού». Δεύτερον, όταν κράτη του Τρίτου Κόσμου άρχισαν να εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές τη δεκαετία του 1980 και του 1990, πολλοί το ερμήνευσαν ως μια εξέλιξη που επιβλήθηκε από το ΔΝΤ. Όμως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχουν και εγχώριες αστικές δυνάμεις, στο εσωτερικό κάθε κράτους, οι οποίες πιέζουν για αυτού του είδους τις μεταρρυθμίσεις. Η αναγκαστική προσφυγή στο ΔΝΤ επέτρεψε στις κυβερνήσεις να πουν στην κοινωνία: «Κοιτάξτε, δεν θέλαμε να το κάνουμε αυτό, αλλά μας υποχρέωσε το ΔΝΤ». Ωστόσο, αυτό που έκανε στην πραγματικότητα το ΔΝΤ ήταν να ενισχύσει τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, στο εσωτερικό αυτών των κρατών, που ήδη πίεζαν για την κατάργηση των ελέγχων των κεφαλαίων, επιδίωκαν να δρουν ως υπεργολάβοι των πολυεθνικών κ.ο.κ. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι οι εγχώριες και οι διεθνείς πιέσεις συμπορεύονται.

Αυτό λειτουργεί επίσης στο επίπεδο των διεθνών φόρουμ, όπου συναντιούνται τα κράτη. Στο ΔΝΤ, στους G7, στους G20, οι αρχηγοί των κρατών, οι αξιωματούχοι των υπουργείων Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν συνηθίσει να χρησιμοποιούν μια κοινή γλώσσα, να σκέφτονται με κοινούς όρους, να αναπτύσσουν κοινές πολιτικές, να καλλιεργούν μια αίσθηση φιλίας και υποχρέωσης ο ένας στον άλλο. Αυτό αποτελεί έναν παράγοντα εναρμόνισης της πολιτικής. Και πάλι, όμως, δεν πρέπει να το δούμε σαν μια διαδικασία που αρχίζει στο «εξωτερικό» και στη συνέχεια επιβάλλεται στο «εσωτερικό», αλλά ως προϊόν μιας διαλεκτικής μεταξύ του «εσωτερικού» και του «εξωτερικού»

Ποιες είναι οι επιπτώσεις του ότι δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατικές σοσιαλιστικές αλλαγές σε ένα μόνο κράτος, χωρίς αλλαγές στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, για τη στρατηγική της Αριστεράς;

Καταρχάς, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απαλλαγούμε από την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς την κατάκτηση της εξουσίας. Είναι εντελώς αδύνατο να προχωρήσουμε σε έναν καλύτερο κόσμο, εάν ο συσχετισμός των κοινωνικών δυνάμεων που συγκρούονται σε κάθε κοινωνία δεν εκφραστεί και σε έναν μετασχηματισμό –από την άποψη της οργάνωσης, αλλά και της πολιτικής– του κράτους σε αυτές τις κοινωνίες.

Αντιστοίχως, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προχωρήσουμε πέρα ​​από μια πολιτική της διαμαρτυρίας. Αν και εξαιρετικά αναζωογονητικές και δημιουργικές, οι διαδηλώσεις πρέπει να τροφοδοτήσουν τη δημιουργία μιας πολιτικής οργάνωσης, η οποία να έχει ως στόχο όχι μόνο να στέκεται έξω από το κράτος και να του πετάει ντομάτες ή να συγκρούεται με την αστυνομία, αλλά να οικοδομήσει τους τύπους οργάνωσης που μπορούν να μπουν μέσα στο κράτος και να το αλλάξουν.

Πόσο θα καταφέρουμε να προχωρήσουμε αν δεν έχουμε πολιτικά οχήματα τα οποία μπορούν να μπουν στο κράτος, επιδιώκοντας να εφαρμόσουν το πρόγραμμα αυτό; Γι’ αυτό και πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς να οικοδομήσουμε μια νέα πολιτική οργάνωση. Καταλαβαίνω βέβαια την ανησυχία της νεότερης γενιάς, να μην επαναλάβουμε τα παλιά κομμουνιστικά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτό εξαρτάται από το πόσο θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τη δημιουργικότητα των διαδηλώσεων, χρησιμοποιώντας την για να οικοδομήσουμε οργανώσεις που θα είναι ικανές να υπερβούν αυτά τα –εν πολλοίς αντιδημοκρατικά– μοντέλα.


 Ο ΣΥΡΙΖΑ και η αλλαγή στην Ελλάδα

Οι συγκρούσεις στο εσωτερικό κάθε έθνους-κράτους, και όχι μεταξύ των κρατών, δημιουργούν τα πραγματικά ρήγματα σήμερα. Για να δώσω δύο πρόχειρα παραδείγματα. Πρώτον, πρέπει να δούμε τι σημαίνουν τα διαδοχικά κύματα απεργιών στην Κίνα για τον τρόπο με τον οποίο η χώρα έχει ενσωματωθεί στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Δεύτερον, πρέπει να δούμε, ποιες είναι οι δυνάμεις, μέσα στην Ελλάδα, που έχουν κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ το πιο ελπιδοφόρο αντι-νεοφιλελεύθερο κόμμα στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

Αυτό σημαίνει, για να μείνουμε στο ελληνικό παράδειγμα, ότι ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το ποιες θα είναι οι επιτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ, αυτές θα μπορέσουν να προχωρήσουν μόνο αν έχουμε αντίστοιχες αλλαγές στον συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη, ιδιαίτερα τη Βόρεια Ευρώπη και, κυρίως, τη Γερμανία. Βρισκόμαστε ξανά στο 1917: η αλλαγή συμβαίνει στον πιο αδύναμο κρίκο. Το αν όμως  θα  μπορέσουν, στην Ελλάδα, οι δυνάμεις της ριζικής αλλαγής να φέρουν σε πέρας την αλλαγή αυτή με δημοκρατικό τρόπο και να πετύχουν τους στόχους τους εξαρτάται από τις αλλαγές στο εσωτερικό άλλων εθνών-κρατών, και κυρίως των ισχυρότερων.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ: 1, 2, 3 και 4 (ακατάσχετη φλυαρία περί επιφανειακών θεμάτων)


----------------------------------- I --------------------------------------

«Για το γιόκα μου θλίβομαι, πατερούλη, ένα τρίχρονο ήταν, παρά τρεις μήνες θα ήταν τριών χρονών. Για το γιόκα μου βασανίζομαι, πάτερ, για το γιόκα μου. Ήταν ο τελευταίος που μας είχε μείνει, τέσσερεις είχαμε με τον Νικίτουσκα, αλλά δεν μας μένουν τα παιδιά, δεν μας μένουν, οσιώτατε, δεν μας μένουν. Τους τρεις πρώτους τους έθαψα, δεν θλίφτηκα τόσο, ενώ αυτόν τον τελευταίο τον κήδεψα και δεν μπορώ να τον ξεχάσω. Σαν να στέκεται εδώ μπροστά μου, δεν φεύγει. Μου μάρανε την ψυχή. Κοιτάζω τα ρουχαλάκια του, το πουκαμισάκι ή τα παπουτσάκια του και θρηνώ. Απλώνω ό, τι άφησε πίσω του, κάθε πραγματάκι, το κοιτάζω και θρηνώ».


Όταν δεν έχεις τίποτε να πεις είναι καλύτερα, ίσως, να σωπαίνεις. Για όποιον τουλάχιστον θεωρεί ότι οι απέραντες κενολογίες στερούνται νοήματος. Μια φορά λοιπόν θα μιλήσω -επί προσωπικού, όπως λένε- και θα επιστρέψω στη σιωπή. Του εξαιρετικά συμπαθούς -καίτοι σοσιαλιστή- Ονειρμού του χρωστoύσα ένα κείμενο, για το οποίο κατάλαβα ότι πιθανότατα δε θα ολοκληρωνόταν μέχρι να ζήσουνε (τα 'γγόνια μας) τη λαϊκή εξουσία. Έπειτα από περιπλάνηση σε διάφορους τίτλους, σκόπευα να το ονομάσω "Από τον Στάλιν στον Γκορμπατσώφ: Χωρίς Επιστροφή" - αλλά πήγε στράφι, όπως είπαμε. Παραήμουν κουρασμένος για να το φέρω εις πέρας, να πούμε, πέρα από κάποιες καταγεγραμμένες σκόρπιες σκέψεις. Δεν απαντάς με συνθήματα -που άλλη δουλειά δεν κάνουν απ' το να μακιγιάρουν την άγνοια και να επιδεικνύουν τις όποιες λογοτεχνικές αρετές- σε κάποιον που έχει καταπιεί όλη τη μαρξιστική βιβλιογραφία. Δεν αρμόζει στην περίσταση μια τέτοια απόκριση. Τελικά ο όποιος προβληματισμός ενσωματώθηκε σε αυτό το κείμενο, το οποίο ξεκίνησα να γράφω αρχές Οκτώβρη (η ιστορία βέβαια ξεκίνησε ήδη από τον Ιούλη με το κείμενο της Παρτάλιοφ) με στόχο να δημοσιευθεί ως το τέλος του μήνα, και έπειτα την ημέρα της συμπλήρωσης δύο χρόνων του ιστολογίου (γύρω στα μέσα Νοέμβρη), και τέλος την συμβολικά φορτισμένη μέρα της 6ης Δεκεμβρίου, αλλά όπως τα κατάφερα δηλώνω ικανοποιημένος που ήρθε στην επιφάνεια οριακά εκτός της επόμενης προθεσμίας, αυτής των χριστουγέννων, μιας επίσης πολύ σημαντικής στιγμής για την υπόθεση του σοσιαλισμού, κατά την οποία οι μάγοι έσπασαν τον νόμο της αξίας με τα δώρα τους στο βρέφος.

Είναι αλήθεια πως ο απολογισμός του -με αφορμή τα δυο χρόνια του ιστολογίου του- μου κίνησε το ενδιαφέρον, ίσως λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ δυο αποκλινουσών γραμμών. Συμπληρώθηκαν μόλις δυο χρόνια και από τη λειτουργία αυτού εδώ του μπλογκ. Ας θέσουμε λοιπόν το ερώτημα: Τι διαφοροποιεί μια ζωή από μιαν άλλη; [Όχι προς απάντηση]. Λοιπόν, η διαδρομή μου έχει ως εξής: από τη στιγμή που έπεσα πάνω στον Μαρξ, αισθάνθηκα την έλξη του. Ήμουν παντελώς αδιάφορος για την πολιτική, και άρα αρκετά τυχερός διότι τον αντιμετώπισα ως έναν [αστό] φιλόσοφο μεταξύ άλλων (μαζί με τον Νίτσε συντροφεύουν ως σήμερα την όποια σκέψη μου) - η σημασία ετούτης της ευτυχούς συγκυρίας έγινε κατανοητή σε μένα με τον καιρό, δεδομένου ότι δε συνάντησα κανέναν άλλο που να ασχολήθηκε με τον μαρξισμό εξαιτίας ευρύτερων ενδιαφερόντων: σκοπός όλων είναι να δικαιολογηθεί μια προηγηθείσα πρακτικο-πολιτική στράτευση.

Δεν υπήρξα ποτέ λενινιστής, μολονότι για ένα μικρό διάστημα έβλεπα με κριτική συμπάθεια τους μπολσεβίκους και τους πολιτικούς επιγόνους τους, ειδικά τους τροτσκιστές (για ευνόητους λόγους: δεν άσκησαν εξουσία, ο ηγέτης τους σκοτώθηκε από αμερικανούς πράκτορες). Θεωρούσα τον εαυτό μου τότε αριστερό ευρωκομμουνιστή, εμπίπτοντα στην παράδοση του "δημοκρατικού σοσιαλισμού". Συμπαθούσα τον ΣΥΝ, και όταν πέρασα στη σχολή, έπειτα από κανα τρίμηνο γράφτηκα στη νεολαία. Τη θυμάμαι ακόμη εκείνη τη βραδιά: σε τσιπουροκρασσάδικο, δέκα σύντροφοι να είναι καθισμένοι, κι εγώ να μιλώ λίγο, προβαίνοντας σε σκωπτικές παρατηρήσεις του στυλ: "μα εσείς να πούμε ψηφίσατε το Μάαστριχτ!" ή, "είστε τα δεκανίκια να πούμε του ΠΑΣΟΚ". Εν τέλει ο τότε γραμματέας είχε φρίξει, ρώταγε που τον βρήκαν αυτόν κλπ. Να σημειώσω μόνο πως υπήρξα διπλά τυχερός, διότι η συμμετοχή μου στη συγκεκριμένη οργάνωση παρέμεινε τυπική και υπερβολικά χαλαρή, ακόμη και για τα δεδομένα της. Ικανοποίησα την ανάγκη αίσθησης του ανήκειν σε μια συλλογικότητα αποφεύγοντας το χαμαλίκι (λούφα από αφισοκολλήσεις και λοιπές επαναληπτικές εργασίες). Στην ουσία η συμμετοχή μου περιορίστηκε στα εξής: ορισμένες φορές το χρόνο, εμφανίζομαι στις συγκεντρώσεις (πολιτικές κινήσεις τις λένε, νομίζω), ακούω σιωπηλός τους άλλους να μιλούν ακατάπαυστα (συνήθως τα τρία-τέσσερα ίδια άτομα, αλλά λίγοι είμαστε ούτως ή άλλως) λέγοντας ενδιαφέροντα πράγματα. Εγώ δεν επιθυμώ να παρέμβω, κι όταν ακόμη θέλω να πω κάτι, περιμένω υπομονετικά να μιλήσουν οι υπόλοιποι, και στο μεταξύ βαριέμαι ή κουράζομαι ή κάποιος άλλος με έχει καλύψει. Συχνά με παρακαλούν να τοποθετηθώ, ιδίως για θεωρητικά ζητήματα, οπότε προβαίνω σε αστεία εις βάρος του Κομμουνιστικού Κόμματος ή, εναλλακτικά, εις βάρος του ΣΥΝ (διότι πάνω απ' όλα είμαστε δημοκράτες κι αυτοκριτικοί). Έπειτα εξαφανίζομαι για κανα τρίμηνο, και εμφανίζομαι απροσδόκητα κάποια άλλη στιγμή. Αυτό που μου άρεσε να κάνω είναι να υποστηρίζω την άποψη που κάθε φορά είναι σε δυσμένεια - κάποτε για παράδειγμα, στη διάρκεια του '11, είχα επιχειρηματολογήσει υπέρ της επιλογής εξόδου από το ευρώ υπό αριστερή κυβέρνηση, επειδή κανείς άλλος δεν ήταν διατεθειμένος να το κάνει.

Όταν λοιπόν πέρασα στη σχολή, επειδή δεν υπήρχε σχήμα, σύχναζα στα τραπεζάκια των Κνιτών και των Εαακιτών, και προσπαθούσα να χτίσω γέφυρες διαλόγου μεταξύ τους. Μου φαινόταν παράλογο οι αριστεροί να είναι χωρισμένοι για ζητήματα που μου έμοιαζαν -τότε- τόσο σημαντικά όσο οι αψιμαχίες για το φύλο των αγγέλων. Φυσικά συμπαθούσα περισσότερο τους οππορτούνες των ΕΑΑΚ. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια και κύλησε πολύ νερό στ' αυλάκι. Η θέση μου εξελίχθηκε, αλλά δεν άλλαξε στις βασικές της γραμμές. Εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου σύγχρονο του αριστερού ευρωκομμουνισμού, δηλαδή σύγχρονο της προβληματικής του '68. Ο αντικομμουνισμός μου εντάθηκε, καθώς συνειδητοποίησα εδώ και καιρό ότι ο σοσιαλισμός και η δημοκρατία είναι έννοιες αντίθετες, ή το ένα θα έχεις ή το άλλο. Ο σοσιαλισμός μου έμοιαζε όλο και περισσότερο η "αριστερή" εκδοχή του φασισμού, έτυχε άλλωστε κομμουνιστές φίλοι μου να έχουν παράξενες θέσεις για ταινίες (το Νησί των καταραμένων του Σκορσέζε, ένας Κνίτης φίλος μου το κατηγόρησε για αντισοβιετική προπαγάνδα επειδή... κάνει μια αναφορά σε σοβιετικά γκουλάγκ σε όλη τη διάρκεια της ταινίας!), το παλαιστινιακό ("μακάρι να τους γ..ουν τους κ..εβραίους", "ένα καλό πήγε να κάνει ο Χίτλερ", "κ...λαός") και την ελευθερία σεξουαλικού προσανατολισμού ("τα πουστιλίκια προβάλλονται από την τηλεόραση και το σύστημα, είναι προϊόν της εκφυλισμένης αστικής τάξης") - καθόλου παράξενο δε μου φαίνεται που διάφορα μεταμοντέρνα υβρίδια έχουν ξεπηδήσει διεθνώς με τις πλέον "απίθανες" δοσολογίες Μουσσολίνι/Λένιν/Στράσσερ/Στάλιν (εθνικομπολσεβίκοι, στρασσερικοί κλπ). Κάπως έτσι κατέληξα να δηλώνω άθεος: όταν εννιά στους δέκα που πιστεύουν στην ανάσταση του Χριστού είναι σκοταδιστές, φανατικοί, ομοφοβικοί κι επιθυμούν την εξάλειψη του κράτους του Ισραήλ από το χάρτη, λες "δε γ....ται, καλύτερα, δεν αξίζει ν΄ ασχοληθεί κανείς". Ομοίως, όταν εννιά στους δέκα από τους αυτοαποκαλούμενους μαρξιστές που τυχαίνει να γνωρίσεις είναι σκοταδιστές, φανατικοί, ομοφοβικοί και... επιθυμούν τον αφανισμό του Κράτους του Ισραήλ, πας πάσο. Κάπως έτσι εγκατέλειψα κάθε αναφορά στο σοσιαλισμό και τον "κομμουνισμό". Συμφώνησα με τους μαρξιστές φίλους μου ότι σοσιαλιστής είναι όποιος επιθυμεί την κρατικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής (και είναι ενταγμένος στο Κόμμα, διότι αν δεν είναι, μάλλον δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά). Σοσιαλιστής είναι σε τελική ανάλυση αυτός που είναι στο Κομμουνιστικό Κόμμα, και κανείς άλλος: αυτή είναι η ταυτολογία στην οποία κατέληξα (δε σταμάτησα βέβαια, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν, και πάντοτε χάριν αστεϊσμού, να επικαλούμαι έναν ορισμένο "κομμουνισμό" για λογαριασμό μου).

Προσπαθώντας τώρα να γονιμοποιήσουμε στην εποχή μας και για την εποχή μας την προβληματική του αριστερού ευρωκομμουνισμού, οφείλουμε να έχουμε υπόψιν ότι: α) Αμφότερα τα δυο ιστορικά ρεύματα της αριστεράς τον εικοστό αιώνα, η σοσιαλδημοκρατία και ο Κομμουνισμός, εμφάνισαν τα εξής συμπτώματα: κρατισμός και λογική της ανάθεσης. Ο κρατισμός, δηλαδή η πρόσδεση στους μηχανισμούς της κεντρικής εξουσίας, ήταν ίσως αναγκαστική επιλογή, καθότι το έθνος-κράτος παρείχε τα αποτελεσματικότερα εργαλεία ανάσχεσης των συνεπειών της ελεύθερης αγοράς (κάποιου είδους κεντρικός σχεδιασμός). Η λογική της ανάθεσης αναφέρεται στην ενστικτώδη καχυποψία των αριστερών απέναντι στην είσοδο των μαζών στην πολιτική (των ίδιων εκείνων μαζών εν ονόματι των οποίων μιλούν, και τις οποίες λιβανίζουν όσο μένουν σιωπηλές). Οι σοσιαλδημοκράτες ανέθεταν τη δράση εργολαβικά στη φωτισμένη ηγεσία του κοινοβουλευτικού κόμματος που εκπροσωπούσε τους μισθωτούς ("Ο Αντρέας θα μας σώσει", "Ο Αλέξης μπορεί" κλπ) Στους Κομμουνιστές έχουμε κάτι αντίστοιχο. Αρχικά η διαπίστωση: οι εργάτες στην πλειοψηφία τους δεν επιθυμούν την επανάσταση, προτιμούν μεταρρυθμίσεις που θα τους επιτρέψουν να πάνε να τα φάνε στα κωλάδικα. Έπειτα το συμπέρασμα: ο καπιταλισμός εξαχρειώνει τον εργάτη, άρα αυτό που απαιτείται είναι η εισαγωγή της ταξικής συνείδησης από έναν εξωτερικό προς την εργατική τάξη παράγοντα, που είναι η πολιτική πρωτοπορία των επαγγελματιών επαναστατών, μια συνωμοτική ομάδα που δρα με μυστικοπάθεια, αυστηρή οργάνωση, στρατιωτική πειθαρχία και δογματισμό, εφόσον εμφορείται μεταξύ άλλων από την ακλόνητη πεποίθηση ότι οι νόμοι της ιστορίας είναι με το μέρος της. Αμφότερα τα δυο ιστορικά ρεύματα της αριστεράς, απέτυχαν: η σοσιαλδημοκρατία έδωσε κατά τη γνώμη μου τους περισσότερους καρπούς, ειδικά στη Σουηδία των ετών 1960-1980. Όμως οι κατακτήσεις της αποδείχτηκαν παροδικές, και επιπλέον το έθνος-κράτος δεν είναι πλέον το καθοριστικό πλαίσιο αναφοράς. Από αυτή την αποτυχία ορισμένα συμπεράσματα βγαίνουν: η δράση της σύγχρονης αριστεράς οφείλει να είναι α) διεθνιστική στη σκόπευση της, β) σε όσο μεγαλύτερη απόσταση γίνεται από το κράτος, και γ) συμμετοχική, με ολοένα διευρυνόμενους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς που θα επιτρέπουν την εμπλοκή ευρύτερων στρωμάτων στη διαμόρφωση των αποφάσεων και τον έλεγχο της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Έχοντας πάντοτε κατά νου την -καταστατική για τη συγκρότηση της νέας αριστεράς- κριτική των 68άρηδων, μπορούν να προστεθούν κάποια ακόμη: δ) ριζικός πλουραλισμός απόψεων εντός μιας πολιτικής οργάνωσης της αριστεράς, κατοχύρωση ελεύθερων συζητήσεων, συγκροτημένα ρεύματα ιδεών κλπ, ε) διαρκής αναζήτηση νέων οργανωτικών μορφών, ενίσχυση του πειραματισμού, στ) συμπερίληψη των νέων κινημάτων (οικολογικό, φεμινιστικό, μειονοτήτων κάθε είδους) όχι ως απλών συμπληρωμάτων, δευτερευόντων προς τους ταξικούς αγώνες, αλλά ως αναπόσπαστων για τον ορίζοντα της άλλης κοινωνίας που υποτίθεται ότι οραματίζονται οι σοσιαλιστές, και σύναψη στενών σχέσεων μαζί τους. Και ασφαλώς δυο ακόμη παρατηρήσεις: α) η κριτική στη Σοβιετική Ένωση και οι αποστάσεις από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε αυτήν και τα όμορα κράτη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση κι απόπειρα επανεκκίνησης (επαναθεμελίωσης, λέει ένας φίλος μου στο ΝΑΡ) του "κομμουνιστικού" προτάγματος. Και τέλος, β) το ίδιο το ευρωκομμουνιστικό πείραμα ως προσπάθεια υπέρβασης του διπόλου επανάσταση ή μεταρρύθμιση (δίπολο του 1912 παρεμπιπτόντως, όχι του 2012), Κομμουνισμός ή σοσιαλδημοκρατία, απέτυχε παταγωδώς, τείνοντας στην πράξη προς τον έναν ή τον άλλον πόλο της αντίθεσης, και επωμιζόμενο τις αντιφάσεις του. Το κείμενο με το οποίο συμφωνώ ως προς την αντίληψη του ανανεωτικού εγχειρήματος είναι το "Ανανέωση τέλος;" του Ευκλείδη Τσακαλώτου από τα ενθέματα της Αυγής, όταν αποχώρησε η ανανεωτική πτέρυγα. Η γενική διακήρυξη που με καλύπτει είναι αυτή του Εντγκάρ Μορέν ("Η δική μου Αριστερά"), σύμφωνα με την οποία εντός μιας σύγχρονης αριστεράς είναι αδιαχώριστες η σοσιαλδημοκρατική-σοσιαλιστική, η "κομμουνιστική", η οικολογική και η αναρχική-ελευθεριακή συνιστώσα (την οποία σκόπιμα ως τώρα άφησα απ' έξω, αν και αποτελεί την ψυχή της αριστεράς, της εκφυλισμένης έστω, που είναι και αυτή που με ενδιαφέρει).


------------------------------------ II -------------------------------------
Μικροαστική ή Εργατική Αριστερά;

Ας θυμόμαστε: Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Η στυγνή απόφαση προηγείται της δικαιολόγησης της, την οποία συγκροτεί. Η σφαγή του Κατύν θεμελιώνει τον φασισμό των εκτελεσθέντων, όχι το αντίστροφο.


Το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό δεν είναι μόνον ότι απετέλεσε την εκκοσμικευμένη εκδοχή του χριστιανισμού, αλλά ότι απέτυχε να γονιμοποιήσει ακριβώς ό, τι ήταν θερμό σε αυτόν - εν ολίγοις, κατέληξε αντενεργός. Ιδού σε ποια πρόταση συνοψίζεται ο πρακτικός λενινισμός: το Άγιο Πνεύμα είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αιρετικοί είναι αυτοί που την κρίσιμη ώρα των αποφάσεων, τυχαίνει να βρίσκονται στη λάθος μεριά του τείχους (για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Τύριον Λάννιστερ [Game of Thrones] για τους αγρίους βόρεια των Εφτά Ρηγάτων), δηλαδή στην εκάστοτε μειοψηφούσα τάση.

Ορόσημο στην τωρινή συγκυρία είναι η στάση απέναντι στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, το φάσμα της οποίας για έναν οποιονδήποτε δημοκράτη οφείλει νομίζω να κυμαίνεται από την κριτική συμπάθεια έως την κριτική απόρριψη. Μένω έκπληκτος (όχι κυριολεκτικά) με την καταφανή δυσαρέσκεια των εκπροσώπων της εργατικής τάξης έναντι ενός καταρχήν θετικού συμβάντος, όπως είναι η εκλογική εκτίναξη ενός λιγότερο έστω αυταρχικού-συστημικού πολιτικού σχηματισμού. Όταν ακούω ουρλιαχτά απέναντι στο "νέο ΠΑΣΟΚ" και διαβάζω φιλιππικούς εναντίον της πολιτικής του ανεντιμότητας, δε μπορώ να μην υποψιαστώ ότι κάτι άλλο υπάρχει από πίσω, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των κατηγοριών. Αυτό το σημείο απαιτεί προσοχή: όπως ιδιαίτερες ας πούμε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε λαμπρά αποτελέσματα στην Τέχνη, κατά τη διαδικασία της πρόσληψης-απεικόνισης-κατασκευής μιας πραγματικότητας, έτσι και υπό μια πολιτικά παρανοϊκή οπτική είναι δυνατόν οι αφανείς κινήσεις, οι δομικές τάσεις και οι μορφικές αποκρυσταλλώσεις του πραγματικού να φανούν με ιδιαίτερη σαφήνεια. Αλλά αυτό δε δικαιώνει την πολιτική παράνοια. Το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να έχει δίκιο για τον ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε όποιος έχει μια γενική γνώση της ιστορίας των εργατικών κινημάτων, της αριστεράς και του μαρξισμού (ή απλά οξυμένο πολιτικό ένστικτο) είναι σε θέση να παράσχει αρκετούς λόγους για τους οποίους αυτό το κόμμα θα αποτύχει. Εγώ σίγουρα μοιράζομαι τέτοιους προβληματισμούς, και υποθέτω πολλοί ακόμη εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη κι έτσι, όμως, η φανατική στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, ήδη πολύ πριν την ανάδειξη του σε κυβερνητικό πόλο του πολιτικού συστήματος (στη λογική ενός χρόνιου μετώπου εναντίον του οππορτουνισμού, που αποτελεί τον κεντρικό εχθρό στο πολιτικό πεδίο) είναι ενδεικτική της σταλινικής παράνοιας. Απέναντι στον προβληματισμό για τον ΣΥΡΙΖΑ, εγώ έχω να παρατηρήσω τα εξής: είναι καλό από μεθοδολογικής πλευράς, και σίγουρα έντιμο, να κρίνεις κάποιον επί τη βάσει των δικών του ρητά δηλωμένων σκοπεύσεων και ερμηνευτικών/αξιακών/ιδεολογικών σχημάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, και ούτε φιλοδοξεί να γίνει τέτοιο, κι όμως οι περισσότερες εξ ευωνύμων κριτικές ανάγονται στην υπόρρητη παραδοχή ότι είναι ή θα όφειλε να είναι τέτοιο! Το να κατηγορείς κάποιον επειδή δε συμφωνεί μαζί σου, ως εάν να μοιράζεστε τις ίδιες στρατηγικές βλέψεις και κοσμοθεωρητικές παραδοχές, τη στιγμή που είναι σαφές ότι αυτό δε συμβαίνει (όπως διατυμπανίζουν άλλωστε τόσα άρθρα πολεμικής στον Ριζοσπάστη που επιμένουν -ορθώς- στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι άλλο από το Κομμουνιστικό Κόμμα, με τις μεταξύ τους διαφορές να είναι βαθιές και πολυεπίπεδες) είναι σύμπτωμα ακριβώς αυτού που -ελλείψει καλύτερου όρου και χωρίς καμία διάθεση ψυχολογισμού- αποκαλώ "πολιτική παράνοια" (στην περίπτωση μας, ειδικά σταλινικού τύπου), όπως επίσης η ροπή προς μια ορισμένη συνωμοσιολογία και μανία καταδίωξης. Όπως έγραφα σε ένα σχόλιο στο Lenin Reloaded στις 27 Απριλίου: «Κάνοντας λόγο για "πολιτική παράνοια" εννοώ μια νοοτροπία που εξαπλώνεται σε οιονεί-συνωμοσιολογικές θεωρήσεις και μανίες καταδίωξης του τύπου: α) μια ελίτ αποφασίζει κι ελέγχει μυστικά τις εξελίξεις στον κόσμο, κρατώντας τους υπόλοιπους στην άγνοια, ή β) το σύστημα μας φοβάται τόσο πολύ που δημιουργεί αναχώματα, όλοι εκτός από μας αποτελούν τέτοια, όλοι δρουν εναντίον μας, δυνητικά λοιπόν είναι επικίνδυνοι». Τι περιμένω και τι ελπίζω εγώ από μιαν "αριστερή κυβέρνηση"; Να επιχειρηθεί στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής μια υπεράσπιση των δικαιωμάτων του "κόσμου της εργασίας" (και της τεμπελιάς), όσο αυτό είναι δυνατόν, μια υπεράσπιση και ει δυνατόν διεύρυνση δημοκρατικών θεσμών και ελευθεριών, και μια ανεκτική αν όχι ενθαρρυντική στάση απέναντι σε πρωτοβουλίες εναλλακτικής οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης (στο μικρο-επίπεδο), σε κοινωνικά δίκτυα που διάσπαρτα και κόντρα στη ζοφερότητα των καιρών δημιουργούνται (ό, τι ονομάζεται "κοινωνική-αλληλέγγυα οικονομία", που είναι ανέφικτη στην εποχή της προκεχωρημένης μονοπωλιακής συσσώρευσης). Τίποτε παραπάνω, τίποτε παρακάτω. Τα υπόλοιπα δεν είναι στο χέρι της, και ούτε θα μπορούσαν να είναι. Οι αντικειμενικοί και ιδεολογικοπολιτικοί συσχετιμοί, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, θα καθορίσουν εάν μπορούν να λάβουν χώρα διεθνώς περαιτέρω προωθητικές εξελίξεις που θα φέρουν εγγύτερα ευρύτερους μετασχηματισμούς.

Εντός του μαρξισμού εμφανίζονταν σε διαφορετικές δοσολογίες δύο δυναμικές τάσεις, μια πραγματιστική-επιστημονική και μια ας πούμε ρομαντική-ουτοπική. Στην πρώτη, η έμφαση πέφτει στην ανάγκη απαλλοτρίωσης της ατομικής ιδοκτησίας και την ταξική πάλη. Η κρατική ("κοινωνική") ιδιοκτησία είναι ο σκοπός, η ταξική πάλη ο κινητήριος μοχλός και μέσον προς επίτευξη του. Η οικονομική και τεχνολογική εξέλιξη, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, έφτασαν την εποχή του καπιταλισμού με τη βιομηχανική οργάνωση της παραγωγής σε ένα πρωτοφανές επίπεδο, και αυτό που μένει είναι η οικειοποίηση τους εν ονόματι της εργατικής τάξης. Πρόκειται για διαλεκτική αντιστροφή του καπιταλιστικού συστήματος ελεύθερου ανταγωνισμού (ο οποίος τείνει στα μονοπώλια), βιομηχανικής μαζικής παραγωγής και ατομικής ιδοκτησίας των μέσων, που χάρη στην πανουργία του Λόγου μετασχηματίζεται από την εγγενή κίνηση της Ιστορίας σε (και αντικαθίσταται από) ένα κεντρικά σχεδιασμένο σύστημα (σοσιαλισμός) κρατικών μονοπωλίων. Ένα τέτοιο σύστημα είναι οριακά διακρίσιμο από ένα αντίστοιχα (φιλολαϊκό) γενικευμένο κρατικοκαπιταλιστικό. Από την άλλη πλευρά, την ρομαντική, είναι η ίδια η βιομηχανική οργάνωση μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης, φορτισμένη με καπιταλιστικό πρόσημο, και άρα η απαλλοτρίωση της αλλάζει τον αφέντη, αλλά διατηρεί τη σχέση. Η έμφαση μετατίθεται έτσι στις ιεραρχικές σχέσεις εντός της παραγωγικής διαδικασίας, αντί της ύπαρξης διευθυντών προτάσσεται η συμμετοχή, η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια, και βέβαια η αυτοδιαχείριση, αυτο-οργάνωση και αυτοδιεύθυνση των εργατών. Σε σύγχρονες διατυπώσεις, το ζητούμενο δεν είναι πλέον η χειραφέτηση της εργασίας αλλά από την εργασία, δηλαδή η έξοδος από την ίδια τη σχέση μίσθωσης που προϋποθέτει η κοινωνία της ανταλλακτικής αξίας. Η όξυνση της παραδοσιακής ταξικής πάλης, της υπεράσπισης των μισθών και της διεκδίκησης περισσότερων υλικών απολαβών για τους εργαζόμενους είναι ένα αμυντικό μέσον, όχι αυτοσκοπός, γιατί η ίδια η εργατική τάξη είναι μέρος της σχέσης, αποτελεί ανεξαρτήτως της θέλησης της συγκροτητικό πυλώνα του συστήματος. Βλέπουμε λοιπόν ότι σε κάθε ανάλυση υπάρχει ένα μόνιμο υπόλειμμα λόγω της ανεξάλειπτης πολυπλοκότητας του πραγματικού. Στην κεϋνσιανή ρύθμιση του καπιταλιστικού συστήματος, οι Κομμουνιστές αντιπαραθέτουν τον εμφανώς καπιταλιστικό του χαρακτήρα. Δεν καταργήθηκε η ατομική ιδιοκτησία, παρά την κρατικοποίηση κάποιων επιχειρήσεων και την αναδιανομή του πλούτου μέσω της φορολογίας, η παρέμβαση περιορίσθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη σφαίρα της διανομής (του ήδη παραχθέντος πλούτου), αφήνοντας άθικτη εκείνη της παραγωγής. Ο σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός μοιάζει υπερβολικά πολύ με τον οποιονδήποτε άλλον, οι σοσιαλδημοκράτες έχουν δια παντός συμβιβαστεί. Έπειτα έρχονται άλλοι, στα αριστερά των Κομμουνιστών και λένε ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στις σοβιετικές χώρες δεν άλλαξε τελικά τόσα πολλά, ο γραφειοκρατικός σοσιαλισμός θυμίζει σε υπερβολικά πολλά τον μεταπολεμικό γραφειοκρατικό καπιταλισμό, εάν υποθέσουμε κιόλας πως είναι σοσιαλισμός. (Ας κρατήσουμε κι ένα ερώτημα από αυτή τη διατύπωση: εάν η μετάβαση στις καλές εποχές του κοινωνικού κράτους είναι όντως αδύνατη, γιατί δεν ισχύει το ίδιο και με τα σοβιετικά καθεστώτα; Επειδή, αντίθετα από τη σοσιαλδημοκρατία, αυτά αποτελούν ένα ριζικό εκτός του καπιταλιστικού συστήματος και άρα η α-δυνατότητα τους δεν επηρεάζεται από τους δομικούς μετασχηματισμούς του τελευταίου;)

Το ζήτημα δεν είναι τόσο να λάβουμε υπόψη την ιστορική διαλεκτική μεταξύ των δύο αριστερών (της αριστεράς της εργασιολατρείας και της τεμπελιάς, της οικονομίστικης και της πολιτιστικής/εναλλακτικής, της εργατικής τάξης και της αταξίας) επιχειρώντας να διαλέξουμε ανάμεσα τους, ακόμη κι αν δεν είμαστε πλέον σε θέση να το κάνουμε, όπως έλεγε και μια ανάρτηση στο RD, η οποία χάρη σε μιαν ευχάριστη σύμπτωση έφερε ως τίτλο το όνομα της αγαπημένης μου μπάντας. Σε συνθήκες μεγέθυνσης αναπτύσσεται η δεύτερη σαν καρκίνωμα, ενώ σε κρισιακές, υπάρχει μια τάση πόλωσης και επιστροφής στην πρώτη. Αλλά το ζητούμενο δεν είναι αυτό, να αποκλείσουμε δυνατότητες, αλλά να τις πολλαπλασιάσουμε. Ένας ακόμη λόγος που απορρίπτω τον σοσιαλισμό είναι γιατί απορρίπτει βίαια όλες τις άλλες εναλλακτικές: ενώ εντός αστικής να πούμε δημοκρατίας υπάρχει χώρος για δημοκρατικές διεκδικήσεις και σύσταση "αντισυστημικών" πολιτικών οργανώσεων κάθε είδους (αναρχικές, λενινιστικές, ναζιστικές) στο σοσιαλισμό δεν υπάρχουν φοβούμαι τέτοια περιθώρια. Και αυτό διότι είναι ολοκληρωτικό καθεστώς, κληρονόμος των καλύτερων -αλλά κυρίως όπως ανέφερα των χειρότερων- παραδόσεων της ιουδαιοχριστιανικής εσχατολογίας. Ας δούμε επί παραδείγματι το παρακάτω απόσπασμα: "Οι κομμουνιστές δεν μπορούν ποτέ να "εξαπατήσουν" κάποιον να τους στηρίξει. Πρώτον, επειδή μιλούν ρητά για τους σκοπούς τους και για το τι είναι και τι πρεσβεύουν. Δεύτερον, και για αυτό ακριβώς τον λόγο κάνουν το πρώτο, επειδή ο κομμουνισμός δεν είναι εύκολο πράμα. Απαιτεί θυσίες και δυσκολίες. Και επειδή τις απαιτεί, δεν επιζητά και δεν χρειάζεται ευκαιριακούς υποστηρικτές και συμμάχους. Αναζητά να πείσει τους ανθρώπους ολοκληρωτικά, γιατί έχει ανάγκη από στήριξη που απαιτεί μεγάλες δυσκολίες. Δεν αναζητά απλά μια ψήφο, δεν είναι αυτός ο απώτατος στόχος του". Θα μπορούσε να έχει ειπωθεί από τον Γιάννη τον Χρυσόστομο, αλλά το έχει γράψει ο Αντώνης του LR. Και φυσικά έχει δυο τουλάχιστον αναγνώσεις: από τη μία, οι κομμουνιστές είναι πολύ ιδιαίτερη φάρα ανθρώπων, με αυτοπειθαρχία, εγκράτεια, υπομονή. Από την άλλη, ο στυγνός ολοκληρωτισμός: δε δεχόμαστε να κυβερνήσουμε εάν δεν έρθει πρώτα όχι μονάχα σε ιδέες και τρόπο σκέψης, αλλά και σε τρόπο ζωής, η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας με το μέρος μας! Πόσο δύσκολο, πράγματι, να το λες αυτό, εν αντιθέσει με το ΣΥΡΙΖΑ που σπεύδει να εγκαταλείψει τις όποιες αρχές του για να μετάσχει στη νομή της αστικής εξουσίας! Πόσο θάρρος, ψυχικό σθένος και δημοκρατικό ήθος απαιτεί η δήλωση: δεν ενδιαφέρομαι για εξουσίες, αν πρώτα σχεδόν όλοι δεν ενστερνιστούν ολοκληρωτικά τις απόψεις μου, και εάν δεν μου παραχωρηθεί η κρατική εξουσία άνευ όρων! Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι είναι αδύνατο να εξέλθουμε βολονταριστικά από αυτή την αμφισημία (ηρωϊκή αυτοθυσία, διακονία και αυταρχικός πατερναλισμός είναι εφεξής αδιαχώριστοι), καθώς και ότι προτιμώ μια κοινωνία όπου υπάρχουν φασίστες, νεοφιλελεύθεροι, οικολόγοι, Πειρατές και οππορτουνιστές, παρά μιαν άλλη όπου όλοι ετούτοι θα... "μετανοήσουν" ή δε θα υπάρχουν! Εγώ απ' όλα αυτά συμπεραίνω ότι ο ριζικός πλουραλισμός είναι αδιαπραγμάτευτος, και η επιλογή του διαρκούς πληθωρισμού των νοημάτων εκ των πραγμάτων στρατηγική για την υπόθεση της αριστεράς. Υπάρχει για όσους θέλουν ο κανόνας του Μάο ("ας ανθίσουν εκατό λουλούδια"), που στην περίπτωση μου δεν είναι παρά ο κανόνας του Κάφκα: «Ο σοσιαλισμός θα έλθει από τη στιγμή που ο πλέον άτακτος ατομισμός θα είναι εφικτός μέσα στο Κόμμα – εκεί που δεν θα βρεθεί κανείς για να ακυρώσει αυτήν τη δυνατότητα και κανείς για να ανεχθεί αυτήν την ακύρωση, δηλαδή όταν θα ανοίξουν οι τάφοι... Ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει παρά όταν δεν θα είναι πια αναγκαίος, δεν θα έρθει παρά μία μέρα μετά τον ερχομό του, δεν θα έρθει την τελευταία αλλά την εντελώς τελευταία ημέρα»...

Και φυσικά ως κομβικό ζήτημα ανακύπτει πάντοτε η στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ. Διότι, θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Ονειρμό, εάν θεωρεί κανείς ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση εκεί υπήρξε, μέσα από λάθη και αντιφάσεις, μια σε γενικές γραμμές θετική εξέλιξη για την υπόθεση μας (;), τότε η λύση για τη Γραικία είναι σαφής: ολική διαγραφή του χρέους, άμεση στάση πληρωμών, έξοδος από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, κρατικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, αυστηροί έλεγχοι στις ροές κεφαλαίων, προσπάθειες ανεύρεσης και σύναψης συμμαχιών με όμορα "αντι-ιμπεριαλιστικά" καθεστώτα, ενδεχομένως κήρυξη των περισσότερων κομμάτων εκτός νόμου, αυταρχική διαχείριση των αντιφρονούντων κάθε ιδεολογικής απόχρωσης (που άλλωστε θα χρηματοδοτούνται αποδεδειγμένα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ!), μαζικοί εκτοπισμοί, αυτο-εξορίες, αν το πράγμα στραβώσει ίσως και μερικές εκκαθαρίσεις αντεπαναστατών για παραδειγματισμό. Πιθανώς θα λάβει χώρα διπλωματική ή/και οικονομική απομόνωση της νέας Λαϊκής Δημοκρατίας, αλλά το τίμημα φαντάζει μικρό στα μάτια ενός απελπισμένου, εάν σκεφτούμε ότι ένα κομμάτι ψωμί, ένα μεροκάματο και δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας θα υπάρχουν για όλους (πλην Λακεδαιμονίων, βεβαίως). Αυτό είναι περίπου ένα ρεαλιστικά αισιόδοξο σενάριο, εάν παραβλέψουμε ότι οι δυνάμεις που μπορεί να απελευθερωθούν από ενδεχόμενη αποχώρηση δεν είναι αρκετά πιο ζοφερές (εθνικισμός, "αυγά του φιδιού" αρκετά πλέον για να φτιάξουν ομελέττα). Εάν, από την άλλη, θεωρεί κανείς ότι ο σοσιαλισμός όπως τον γνωρίσαμε, παρά τα όποια επιτεύγματα του, κατέληξε σαφώς σε τραγική αποτυχία, κερδίζοντας επάξια μια θέση στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, [τότε] ο τσελεμεντές του σοσιαλιστή του εικοστού αιώνα έχει αίφνης καταστεί άχρηστος, και προχωρά κανείς με αβεβαιότητα σε κάτι άλλο με όσους έχουν ένα μίνιμουν κοινών σκοπεύσεων και ευαισθησιών με τον ίδιο. Η εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης πρέπει να μελετηθεί ενδελεχώς από τους αριστερούς, ιδίως από όσους είχαν την τύχη να γεννηθούν μετά το σωτήριον έτος 1989 - διότι ναι, ζούμε σε δύσκολους αλλά θαυμαστούς καιρούς σε σχέση με όλες τις διαδοχικές γενιές σοσιαλιστών που προγήθηκαν: αυτή είναι η γνώμη μου. Ό, τι είναι διατηρητέο από τη δομή των σοβιετικών κρατών, ας μείνει. Προπαντός, να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Ας γίνουν άλλα, ευκολότερα στο να διορθωθούν από τον διαρκή συλλογικό πειραματισμό, αλλά έλεος: όχι τα ίδια, όχι άλλες κρατικίστικες, πατερναλιστικές, μυστικοπαθείς, παρανοϊκές σοσιαλιστικές οργανώσεις που φαντασιώνονται ηρωϊκές επελάσεις, στρατιωτικές συγκρούσεις με τον "εχθρό", κατάληψη της κεντρικής εξουσίας στη διάρκεια της Μεγάλης Νύχτας (κατά την οποία υπενθυμίζω ότι όλες οι γελάδες φαίνονται μαύρες, και οι φασίστες δεν ξεχωρίζουν από τους αναρχικούς) - υπάρχουν να πούμε αρκετές από δαύτες. Όπως έγινε αντιληπτό, από τα δύο όρια στα οποία εκτείνεται το φάσμα των δυνατών τοποθετήσεων για το σοσιαλισμό του εικοστού αιώνα, όσον αφορά πάντα κάποιον που ενδιαφέρεται για την υπόθεση της "κοινωνικής απελευθέρωσης", ο Ονειρμός κλίνει προς τη μία μεριά, εγώ προς την αντίθετη. Συμφωνούμε ωστόσο σε ένα πράγμα, κόντρα σε μέρος της "αντισταλινικής" αριστεράς, αυτών των συμπαθητικών ρομαντικών που εύκολα θαρρούν ότι ξεμπερδεύουν με το μουστάκι του Βυζαριόνοβιτς: αυτό που έλαβε χώρα στη Σοβιετική Ένωση ήταν πράγματι σοσιαλισμός, ο Σοσιαλισμός par excellance, ο μόνος που μπορούσε να δώσει η εποχή. Από εκεί και πέρα, ή υπερασπίζεται κανείς αυτό το πρόταγμα με κάποιες έστω βελτιώσεις, ή το εγκαταλείπει εντελώς, προσπαθώντας να διαβεί ένα δρόμο που ακόμη δεν υπάρχει και είναι αμφίβολο αν θα υπάρξει ποτέ, με ορίζοντα μια διαφορετική διευθέτηση των κοινωνικών πραγμάτων, με το βέλτιστο συνδυασμό δημοκρατίας, συμμετοχής, αυτοδιαχείρισης, ελευθερίας, ισότητας, δικαιοσύνης και αλληλεγγύης. Αυτές οι λέξεις (κούφιες, όπως ξέρει κάθε σοσιαλιστής, "ιδεολογικές") είναι πάνω-κάτω ό, τι έχουμε στο στόμα μας, μόνο μ' αυτές μπορούμε να μιλήσουμε από εδώ και στο εξής και να δικαιολογήσουμε τον αθεράπευτα μικροαστικό ρεφορμισμό μας.

Ένα από τα προβλήματα του μαρξισμού είναι η αντίληψη της τάξης και, συγκεκριμένα, η συγκόλληση μιας κοινωνιολογικής θεώρησης, μιας εμπειρικής και μιας αντίληψης κληρονομημένης από μιαν ορισμένη φιλοσοφία της ιστορίας. Ως αναλυτικό εργαλείο μιας κριτικής κοινωνικής θεωρίας, η έννοια της εργατικής τάξης εκφράζει τη μισθωτή εργασία στην καθαρή της μορφή, δηλαδή τον ένα δομικό πόλο εντός [ενός οποιουδήποτε] καπιταλιστικού συστήματος. Υπάρχει ένα δυναμικό μαγνητικό πεδίο, που διαπερνάται ολόκληρο από αντιθέσεις και πολύπλοκες μεταβολές, όπου απέραντες και σύνθετες διαβαθμίσεις οργανώνονται γύρω από δυο δυναμικές τά(κ)σεις. Ως έννοια συναγόμενη επαγωγικά από μια μεγάλη αλληλουχία καθημερινών παραστάσεων, η εργατική τάξη δηλώνει το βιομηχανικό προλεταριάτο της εποχής του Μαρξ, δηλαδή της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Ως έννοια παραδομένη από τη φιλοσοφία της ιστορίας, πάλι, εκπληρώνει μιαν εσχατολογική λειτουργία ευθέως προερχόμενη από τις υποσχέσεις των Ιουδαίων προφητών για ψωμί και δικαιοσύνη. Σε αυτό το κοσμοϊστορικό δράμα η εργατική τάξη θάβει την αστική, όπως εκείνη στις ένδοξες ημέρες της έθαψε τη φεουδαρχία, και λυτρώνει τον εαυτό της λυτρώνοντας συνάμα την ανθρωπότητα, διότι έχει γίνει η ίδια προνομιακός εκφραστής μιας "στιγμής" της ανθρωπότητας, στο τελικό στάδιο κατά το οποίο αυτή μεταβαίνει, από τις ατελείωτες περιπλανήσεις στην Κοιλάδα των δακρύων, στο βασίλειο της ελευθερίας. Στους αγώνες της εργατικής τάξης, με αυτήν την έννοια, δικαιώνονται οι σφαγμένοι όλης της ιστορίας, οι σκλάβοι και οι δουλοπάροικοι και οι επαναστάτες και οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα, γιατί οι ανυπολόγιστες θυσίες αποκτούν νόημα, και οι αδικίες αποκαθίστανται αναδρομικά. Το μέλλον δικαιώνει το παρελθόν.

Στα καλύτερα της, αυτή η τάση εκφράζεται με τον "ουτοπισμό" -τον οποίο ενστερνίζομαι- της κατάργησης του υπάρχοντος καταμερισμού εργασίας, του περάσματος από το βασίλειο της αναγκαιότητας σε εκείνο της ελευθερίας, όπου οι ταξικές διαφοροποιήσεις θα έχουν εκλείψει και θα μπορούμε επιτέλους να απολαμβάνουμε συζητήσεις για τα πραγματικά σοβαρά ζητήματα, για τη λογοτεχνία και το θέατρο, τον κινηματογράφο και τη μουσική, τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική κλπ. Στα χειρότερα της, στην ανάγκη να τελειώνουμε "μια για πάντα" με το παιχνίδι, δηλαδή με την πολιτική, τη φιλοσοφία κλπ. Το νόημα αυτής της φράσης νομίζω πως είναι το εξής: η προλεταριακή δημοκρατία είναι ανώτερη πολιτειακή μορφή από την αστική-κοινοβουλευτική, εφόσον γεννάται και αρμόζει ως υπερδομή σ' ένα ανώτερο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα από το καπιταλιστικό, άρα δε χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τις προγενέστερες μορφές, εφόσον τις έχει εξαρχής εγκολπώσει σε μια νέα, ανώτερη σύνθεση. Μέσω αυτού του εγελιανισμού δευτέρας διαλογής, η "ελευθερία της έκφρασης" γίνεται ορατή και στους τυφλούς ακόμη ως "αστική", τα ατομικά δικαιώματα ως δικαιώματα του αστού κοκ. Παρατηρούμε ότι σήμερα απολαμβάνουν αρκετές ελευθερίες οι αντίπαλοι του καπιταλιστικού συστήματος - αν μη τι άλλο έχουμε νόμιμο Κομμουνιστικό Κόμμα που κατεβαίνει στις εκλογές, έχοντας δική του εφημερίδα -μέχρι πρότινος και τηλεόραση-, καθώς και μια ολόκληρη γκάμα εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων για όποιον θεωρεί ότι δεν καλύπτεται από αυτό. Ας θέσουμε το αφελές ερώτημα: οι "ιδεολογικοί" εχθροί του σοσιαλισμού, θα χαίρουν παρόμοιων ανέσεων; Αυτό μας επαναφέρει στον προβληματισμό της τάξης. Εάν σε τελική ανάλυση ο Αλέξης Τσίπρας είναι καπιταλιστής, ως έμμεσα τουλάχιστον εξαρτώμενος για την υλική αναπαραγωγή του κόμματος στο οποίο προεδρεύει, από την ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία, δε θα πρέπει να τύχει ανάλογης αντιμετώπισης; Δε θα πρέπει να απαγορευτεί το δικαίωμα ψήφου ή δημόσιας τοποθέτησης σε όλα τα στελέχη του ΣΥΝ πχ, ακριβώς επειδή θα προωθούν τα συμφέροντα της ΕΕ ανεξαρτήτως προθέσεων, δεδομένου ότι η ΕΕ χρηματοδοτεί το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς; Οι κρυφοπασόκοι αντικομμουνιστές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Κι αν χρήζουν ανάγκη συνετισμού αυτοί, που έχουν να πούμε μιαν άλφα "μαρξιστική" παιδεία, τότε ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει με τους υπόλοιπους. Δε θα πρέπει να ληφθούν προστατευτικά για το λαό μέτρα, ώστε να αποτρεπεί το ενδεχόμενο παλινδρόμησης υπό την κυριαρχία πχ μιας νοσταλγίας για κατανάλωση; Δε θα πρέπει να πούμε τα πλέον πρωτοπόρα και φωτισμένα τμήματα της εργατιάς, που έχουν συσπειρωθεί στο Κόμμα, να εξηγήσουν στους ανυπόμονους συντρόφους τους την κατάσταση και να τους πείσουν για την ανάγκη της υπομονής, μιας υπομονής με ημερομηνία λήξεως, δεδομένου του σταδιακού μαρασμού του κράτους, η πορεία προς τον οποίο θα έχει ήδη ξεκινήσει να διανύεται; Λοιπόν, είναι με αυτή την αυταρχική, πατερναλιστική νοοτροπία που δε μπορώ να συμβιβαστώ και να με συμπαθάτε για την καχυποψία μου. Δε μπιστεύω ότι η διχτατορία του προλεταριάτου, εάν υποθέσουμε ότι εφαρμοζόταν, θα τελείωνε ποτέ, εξαιρουμένης βέβαια της κατάρρευσης ή της βίαιης ανατροπής της. Στην περίπτωση αυτή, το μέσον είναι το μήνυμα, ο προπομπός του σοσιαλισμού είναι ο Κομμουνισμός ο ίδιος - κι όποιος το κατάλαβε, εγκαταλείπει το καράβι και γίνεται αποστάτης.

Εκφράζω, λοιπόν, την μικροαστική* παρασιτική τάξη των τεμπέληδων που τρέφονται από το ταξικό κράτος, και προσπαθούν να απομακρύνουν τη σκέψη τους από την ευγενική προστασία του, εμφορούμενοι από ένα ορισμένο (αλλά όχι ασίγαστο, ώστε να ρισκάρει τα προνόμια τους!) πάθος για "ισοελευθερία". Εκφράζω τους οκνηρούς, τους παρίες, τους περιθωριακούς, τους δονκιχώτες της σκέψης, που επιλύουν φαντασιακά τις συγκρούσεις, διεκδικώντας το δικαίωμα να μην εξεγερθούν όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, τους εκκολαπτόμενους διανοουμένους που αποδίδουν στο συνάφι τους το ρόλο που η Ιστορία επιφυλάσσει στην εργατική τάξη. Θα έλεγα ότι μιλώ εξ ονόματος του πλήθους, αν η σχέση μου με την τεχνολογία δεν ήταν λίγο χειρότερη εκείνης των πρώιμων φαινομενολόγων, ώστε δε μου επιτρέπει να συμβάλλω στην επανοικειοποίηση των ψηφιακών κοινών. Όχι επειδή δε θέλω, να πούμε, αλλά επειδή δεν μπορώ.

Ας θυμηθούμε πάντως ότι η φεουδαρχία δεν ανατράπηκε από δουλοπάροικους αλλά από αστούς. Αλλά όχι! Το τροπάρι αμετάλλαχτο: Ο καπιταλισμός είναι διαφορετικός, ιδιόμορφος, δε θα αυτομετασχηματιστεί σε κάτι έτερον, μόνον εκ των έξω μπορεί να ανατραπεί: οι εργάτες "πρέπει" να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα. Ο Λένιν μάλλον κατάλαβε ότι οι εργάτες προτιμούν κατά κανόνα καλύτερους μισθούς, μεταρρυθμίσεις και κωλάδικα από τη ρήξη με το σύστημα (κι εγώ 'δω που τα λέμε, εάν ήμουν αναγκασμένος να διαλέξω, στα κωλάδικα θα πήγαινα). Ας έχουμε εμπιστοσύνη στην ιστορία, μπορεί να φέρουν το σοσιαλισμό τα νέα μικροαστικά στρώματα και το κογκνιταριάτο! Ω, ναι, ναι! Ο Μικροαστός είναι για τον Προλετάριο όχι μονάχα η καταδίκη, αλλά κι ο έσχατος προορισμός.

* για περισσότερες διευκρινίσεις στην έννοια του μικροαστού παραπέμπω στο αντι-μικροαστολογικό μανιφέστο στο Τάξ(ε)ις και Ηθική, το οποίο ενσωματώθηκε ως παρέκβαση στο κείμενο για τους Αγανακτισμένους.


-------------------------------- III -------------------------------------
Περί της φιλοσοφίας και της ασυμβατότητας της με τον σοσιαλισμό

«“Μανούλα μην κλαις, καλή μου” της έλεγε εκείνος- “θα ζήσω πολύ ακόμα, θα γλεντήσω πολύ ακόμα μαζί σας, κι η ζωή, η ζωή είναι χαρούμενη, εύθυμη!” - “Αχ, αγαπημένε μου, ποια είναι η χαρά για σένα, αφού τη νύχτα καίγεσαι στον πυρετό και βήχεις, και το στήθος σου πάει να σπάσει”. -“Μαμά” - της απαντάει- “μην κλαις, η ζωή είναι παράδεισος κι είμαστε όλοι μας στον παράδεισο, αλλά δεν θέλουμε να το ξέρουμε αυτό, κι αν θέλαμε να το μάθουμε, όλος ο κόσμος θα γινόταν παράδεισος, αύριο κιόλας” [...] Στους υπηρέτες που έμπαιναν έλεγε συνεχώς; “Καλοί μου, ακριβοί μου, γιατί με υπηρετείτε, το αξίζω άραγε αυτό, να με υπηρετείτε; Αν με ευσπλαγχνιζόταν ο Θεός και μ' άφηνε να ζήσω, θα σας υπηρετούσα εγώ, διότι οι πάντες οφείλουν να υπηρετούν τους πάντες”. Η μητερούλα τον άκουγε και κούναγε το κεφάλι της: “Ακριβέ μου, λόγω της αρρώστιας μιλάς έτσι”. -“Μαμά, χαρά μου”, λέει, “δεν γίνεται να μην υπάρχουν αφέντες και δούλοι, αλλά, ας γίνω κι εγώ υπηρέτης των υπηρετών μου, έτσι ακριβώς όπως κι αυτοί δικοί μου. Και θα σου πω ακόμα, μητερούλα, ότι ο καθένας από μας είναι ένοχος απέναντι σε όλους και για όλα, κι εγώ περισσότερο από όλους” [...] -“Δεν είναι του κόσμου ετούτου ο γιος σας” -είπε ο γιατρός στη μητερούλα, την ώρα που εκείνη τον ξεπροβόδιζε ως την έξοδο- “λόγω της αρρώστιας αρχίζει να τα χάνει”».


Τι είναι φιλοσοφία: Έστω ότι η σκέψη συνάπτει, συμμαζεύει και διακρίνει εντός της χαοτικής ποικιλομορφίας του πραγματικού. Συνδέσεις -> διαρκής ενίσχυση της ικανότητας επιτέλεσης -ή, σε μια λιγότερο υποκειμενιστική διατύπωση, δεξίωσης- συνδέσεων. αύξηση εύρους, έκτασης, βάθους (ποιοτικά χαρακτηριστικά) και αριθμού (ποσοτικά) των δυνητικών συνδέσεων εντός ενός εμμενούς πεδίου, ούτως ώστε το κύκλωμα να διατηρείται "κλειστό", δηλαδή η όσο γίνεται ελεύθερη κυκλοφορία του ρεύματος να συνεχίζεται απρόσκοπτα και το έδαφος για αλληλεπιδράσεις να παραμένει ανοιχτό. Η φιλοσοφία είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης του χάους και ταυτόχρονα επωμισμού του. Λένε πως ο Μαρξ γράφει κάπου πως η πραγμάτωση της φιλοσοφίας θα επέλθει με την αυτοκατάργηση του προλεταριάτου, και αντίστροφα. Ποιάς πανουργίας παιχνίδι είναι, που τείνω στο ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της πορείας της σκέψης μοιάζει ολοένα και περισσότερο να συναρτάται της ενδεχόμενης εξαφάνισης των σοσιαλιστικών ιδεών;

[Στο σημείο αυτό εμφανίζεται, μπροστά στο παράθυρο, το φάντασμα ενός Γερμανοεβραίου γενειοφόρου σταλινικού του 19ου αιώνα. "Τι... Τί θέλετε;" ψελλίζω. Ήρθε για να με βασανίσει; Το φάντασμα έρχεται με αργά, αποφασιστικά βήματα πίσω μου και ακουμπά το χέρι του στον ώμο μου. Η αμηχανία πλανάται στην ατμόσφαιρα σαν σκιά. "Αφήστε με, σας παρακαλώ", διαμαρτύρομαι ευγενικά. Για λίγο, καμιά αντίδραση. Έπειτα, η μορφή μουρμουρίζει κάτι σε ξένη γλώσσα, μου φαίνεται πως ακούω τη λέξη "δικτατορία" και, ίσως, τη λέξη "προτσές". Σφίγγει τα ατσάλινα δάχτυλα του στον ώμο μου. "Άσε με, ρε" φωνάζω επιχειρώντας μιαν απότομη συστροφή. Σιωπή.]


Ιντερλούδιο: Περί της αστικής στρατηγικής του "να πούμε"

«“Αφανάσι”, λέω, “χτες σε χτύπησα δυο φορές στο πρόσωπο, συγχώρα με” - του λέω. Εκείνος αναπήδησε, σαν να φοβήθηκε, με κοιτάζει, και βλέπω ότι αυτό δεν αρκεί, δεν αρκεί, και τότε, έτσι όπως ήμουνα, με τις επωμίδες μου, μπαμ, πέφτω στα πόδια του, με το μέτωπο να ακουμπάει το δάπεδο: “Συγχώρα με!” - λέω».

Θα μπορούσαν ίσως να δημιουργηθούν απορίες στον αναγνώστη από τα πολλά "να πούμε" που χρησιμοποιούμε στο λόγο μας, που είναι ζωντανός σαν ψάρι. Δεν είναι βέβαια σαφές το εύλογο των αποριών αυτών. Θα κάνω ωστόσο μια προσπάθεια να ξηγηθώ. Το "να πούμε" μπορεί δικαιολογηθεί με διάφορους τρόπους:

α) μέσω αυτού κοροϊδεύω τις λαϊκές εκφορές λόγου, αφού εκθέτω στον αναγνώστη πόσο γελοία ακούγεται η γλώσσα των αμόρφωτων εργατών και αγροτών, τουλάχιστον όπως εγώ τους φαντάζομαι να μιλούν. Για παράδειγμα γελούσα εις βάρος ενός εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ (μαοϊκών καταβολών) σε μια εκπομπή μεταξύ των δυο εκλογικών αναμετρήσεων, όταν είχε πει αντί οποιουδήποτε επιχειρήματος ότι "εδώ παίρνουνε του παιδιού το γάλα" (!)

β) αποδίδω φόρο τιμής στο Ρούσση (καμία σχέση μ' επαναστατικό "πόλεμο θέσεων"!) συγγραφέα Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, του οποίου οι ήρωες συχνά δε μπορούν να αρθρώσουν πρόταση αν δεν έχει μέσα δεκαπέντε "να πούμε". Εύκαιρο παράδειγμα ο λαϊκός γλεντζές Μίτια-Μίτενκα (Μήτσος-Μητσάρας) Καραμάζοφ. Έτσι κι εγώ, στο μυθιστόρημα που προσπαθώ να γράψω έχω βάλει αγράμματους χαρακτήρες που επαναλαμβάνουν δυο τρεις φορές αυτό που θέλουν να πουν, μπερδεύουν τα λόγια τους και δυσπιστούν απέναντι στις πολλές φιλοσοφίες - καταλαβαίνουν μόνο τις γνήσιες αλήθειες της πρακτικής σοφίας, δηλαδή αυτές που τους υπαγορεύει η κοινωνική τους καταγωγή.

γ) παράλληλα αυτοσαρκάζομαι, δεδομένου ότι με την εισαγωγή και μόνο αυτών των λαϊκότροπων εκφράσεων -το "να πούμε" αποτελεί ένα ενδεικτικό τμήμα- υπονομεύω την περισσότερο επίσημη πρόζα μου, εισάγοντας μια μη αποφασίσιμη διάσταση: τελικά τι είναι περισσότερο αληθές, ο Weltschmerz K. "χρησιμοποιεί" λαϊκές εκφράσεις για να κοροϊδέψει τις εξαχρειωμένες μάζες, ή τη διοικητική γραφειοκρατία του άψογου φορμαλισμού; Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει. Μου αρέσει να οξύνω τις αντιθέσεις εισάγοντας βίαια τέτοιες "χαμερπείς" εκφράσεις στην κανονική ροή του αστικού καθωσπρεπισμού, όπως για παράδειγμα στο κάτωθι απόσπασμα, όπου ένας χαρακτήρας εξομολογείται: "Καθώς απευθυνόταν σε μας, στεντόρειος ήταν του Κομισάριου η φωνή, επιβλητική, διαπεραστική: όπως εξηγούσε εις ακροατήριον φιλομαθές κι εργατικό τη νομοτέλεια του ιστορικού προτσές, μου ξέφυγε να πούμε ένα κλανίδι".

δ) μάλιστα η στάση αυτή έχει αγγίξει εσχάτως και τον προφορικό μου λόγο, δεδομένου ότι αυτός μοιάζει υπερβολικά με επίσημο έγγραφο. Οι φίλοι μου, χαμηλού επιπέδου στην πλειοψηφία τους από πλευράς γενικής κουλτούρας και γλωσσικής διαπαιδαγώγησης, με κοροϊδεύουν συχνά επειδή ο προφορικός λόγος μου παραείναι να πούμε επίσημος. Οπότε άρχισα να χρησιμοποιώ όλο και λαϊκότερες (και πιο ταιριαστές στους πατεράδες μας) εκφράσεις και λέξεις που μου αρέσουν: "κωλάδικα" (φοβερή λέξη!), "βγάλαμε τη βέμπελη" αντί για "έχει ζέστη", "γινήκανε" αντί για "έγιναν", "οβριός" αντί για "Εβραίος/Ισραηλίτης", "κουμουνιστής" αντί για "κομμουνιστής", "γεια σου, λεβέντη" ή "λεβεντιά μου" αντί για "τι γίνεται, ρε;" ή έστω "που 'σαι αγορίνα μου;" και πλήθος άλλων εκφράσεων. Για να χτυπήσω μάλιστα τον ευρωκεντρισμό μου χρησιμοποιώ πολλές τούρκικες καταλήξεις, ώστε να θυμίσω την ανατολίτικη καταγωγή των γραικών (λέω πχ πουστάκογλου αντί για ομοφυλόφιλος/γκέι) αλλά εις μάτην - και αυτή η στάση προξένησε τα πειράγματα των άξεστων, που θεώρησαν το γνήσιο, ρετρό, λαϊκότροπο ύφος μου επιτηδευμένο. Τελικά ο Βέλτζερ Χ. χρησιμοποιεί αυτού του είδους τις διατυπώσεις για να απομακρυνθεί από το λαό "πλησιάζοντας" τον ή το αντίστροφο; Δεν το ξέρω, αλήθεια δε το γνωρίζω. Να τι δηλώνω σταράτα και παντελονάτα (πεντακαθαρίδης να πούμε, παστρικές δουλειές): ο σοσιαλισμός είναι οβραίικη επινόηση, κάποια στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου θα 'ρθει η ώρα να διαλέξει κι εγώ διάλεξα και διαλέγω κάθε μέρα τη λεύτερη 'κονομία που τη δημιουργήσανε να πούμε οι αρχαίοι έλληνες (το 'πε η Αικατερίνη Μουτσάτσος στο "δεν είμαι γραική, είμαι σεληνίδα" βιντεάκι της κι εγώ τη μπιστεύω γιατί δε μπορώ ν' αρνηθώ τίποτα σε μιαν όμορφη κοπέλα, γι'αυτό δε τη μπέφτω να πούμε σε κνίτισσες, με το πιώμα μπορεί να κρυφτεί η σταλινική ασκήμια τους και να βρεθώ γραμμένος πουθενά - απελθέτω Φάδερ απ' εμού το ποτήρι τούτο).


--------------------------------------- IV ---------------------------------
Οι καμπάνες χτυπούν

«Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό, μα το καθεστώς που δημιούργησε αυτός, το καθεστώς του Κομμουνισμού δεν παραδέχομαι... Γιατί δεν υπέφερα εγώ για να χαρίσω με τα βάσανα μου και τους κόπους μου σε κάποιους άλλους την τελική χειραφέτηση, σε κάποιο επέκεινα της Ιστορίας. Θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια πως αυτός που το πρωί ήταν σκουπιδιάρης και χειρώνακτας εργάτης θα γράφει κριτική θεάτρου το απόγευμα, και πως ο ψαράς θα είναι σε θέση να σχολιάζει τον Ιονέσκο και τη γλυπτική του Γιόζεφ Μπόις στον ελεύθερο του χρόνο. Θέλω να τον δω τον θρίαμβο των καταπιεσμένων, αυτόν που τόσο αναγγέλλεται, και σας λέω ότι δε βλέπω τίποτε, παρά υποσχέσεις εκδίκησης. Αλλά η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, όπως η γλαύκα της Αθηνάς που ίπταται λένε το σούρουπο και φτάνει πάντοτε πολύ αργά. Και τί να την κάνω την εκδίκηση τους, τί να το κάνω, αν οι εκμεταλλευτές πάνε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Ποιό είναι το νόημα τώρα που σκάφτηκαν οι λάκκοι; Τι μπορεί να διορθώσουν στην περίπτωση αυτή τα στρατόπεδα, όταν το παιδί έχει ήδη βασανιστεί; Και τι χειραφέτηση θα 'ναι αυτή, όταν θα υπάρχουνε στρατόπεδα και ψυχιατρεία;... Λοιπόν, σας λέω πως δεν τη θέλω τη χειραφέτηση, όχι γι' άλλο λόγο, παρά από αγάπη για την ανθρωπότητα... Σαν πολύ την εκτιμήσανε τη χειραφέτηση, εδώ που τα λέμε, δεν είναι για την τσέπη μας, δεν μπορούμε να πληρώσουμε τόσα για το εισιτήριο της. Γι' αυτό κιόλας βιάζομαι να επιστρέψω το δικό μου εισιτήριο... Αυτό είναι όλο. Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό, μονάχα το εισιτήριο σας επιστρέφω μ' όλον τον απαιτούμενο σεβασμό».


Τρία από τα πλέον ενδιαφέροντα ιστολόγια που γνώρισα, με τη σειρά που τα συνάντησα, είναι: το Radical Desire, το Left Liberal Synthesis και το Τάξ(ε)ις και Ηθική. Έπεσα πάνω στο πρώτο αρχές Νοεμβρίου του 2010, αν δεν κάνω λάθος, ελάχιστες ημέρες πριν τη δημιουργία του μικροαστικού ιστολογίου που διαβάζετε, και πριν τον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών. Όταν διάβασα κάποια ανάρτηση για πρώτη φορά, ψάχνοντας κάτι για τον "ξεμωραμένο γέρο" Αλαίν Μπαντιού -για τον οποίο ετοιμάζω εδώ και μήνες ένα εισαγωγικό κείμενο-, αισθάνθηκα κάτι αντίστοιχο με την πρώτη φορά που διάβασα Κάφκα, ή άκουσα Joy Division, ανεφώνησα δηλαδή: "Αυτό είναι!", ή: "Αυτό έψαχνα!", και: "Αυτό θα ήθελα να μπορούσα να κάνω κι εγώ!" Το RD είναι ανοιχτό λειτουργώντας ως διαδικτυακό αρχείο, και ως δείκτης παραπομπής στην άτυπη (α)συνέχεια του, το Lenin Reloaded. Πριν περίπου ένα χρόνο, ακολουθώντας έναν θερμό πολιτικά Ιούνη, και έχοντας υποστεί κάποιες ρωγμές στο πέρασμα του χρόνου, υποκαταστάθηκε (στα μάτια ενός μικροαστού, πάντα) από το LR που στοχεύει κυρίως στην Kομμουνιστική διαπαιδαγώγηση εργατών. Το ιστολόγιο του LLS ενίσχυσε την πεποίθηση μου ότι στον πλουραλισμό κρύβεται το "μυστικό", αν και μυστικό δεν υπάρχει. Ακόμη και στις αντιρρήσεις, όπως την αμηχανία μπροστά στην ιδιοποίηση του Χάγεκ, ο LLS μου υπενθύμισε ότι λαμβάνουν χώρα ενδιαφέρουσες διεργασίες, οι οποίες δεν παύουν ποτέ, ακόμη και κατά την πλέον σιωπηρή νύχτα. Βρίσκονται πάντοτε εν εξελίξει, στο περιθώριο, ή στο μεσοδιάστημα, σε κάθε περίπτωση μακριά από τις γραφειοκρατίες. Είναι ένα συντροφικό ιστολόγιο. Τελευταίο γνώρισα το μπλογκ του Ονειρμού, το οποίο δεν υπάρχει πια. Νομίζω πως άρχισα να το διαβάζω λίγο πριν το καλοκαίρι -μολονότι ήξερα τον διαχειριστή ως σχολιαστή στο LR, από τους καλύτερα καταρτισμένους κι ενδιαφέροντες, μαζί πχ με τον Σμιρνόφ-, κι εν πάση περιπτώσει συστηματικά από τον Αύγουστο κι έπειτα, επειδή αυτός ο Ονειρμός μου έγινε να πούμε τσιμπούρι κατά κάποιο τρόπο, δηλαδή έγινε ο μοναδικός που άφηνε σχόλια (!) σε αυτό εδώ το ιστολόγιο το μικροαστικό (ελπίζω να μην ήταν και ο μοναδικός που διάβαζε τα κείμενα). Κάπως έτσι κάθησα και διάβασα αρκετά προγενέστερα κείμενα του, σχεδιάζοντας την -άδοξη- απάντηση μου και αποθηκεύοντας αρκετά εν όψει του χειμώνα - και φχαριστώ τον Χριστό γι' αυτή μου την έμπνευση, να πούμε, γιατί στη διάρκεια των εβδομάδων που δούλευα αυτή την ανάρτηση (!) αποφάσισε να το καταργήσει (ο Ονειρμός, όχι ο Χριστός). Οι καμπάνες χτυπούν, το Τάξ(ε)ις και Ηθική δεν υπάρχει πια.

Από τα τρία αυτά ιστολόγια κράτησα κάτι. Η περίπτωση του RD είναι ασφαλώς ο οδοδείκτης, που είναι αδιαχώριστος από τον ιδεατό προορισμό. Στην περίπτωση του εγχειρήματος της υπερφιλελεύθερης αριστεράς, είναι η ενίσχυση της ελπίδας ότι Χριστός, Μαρξ, Νίτσε, Κάφκα και Νέγκρι δείχνουν το μονοπάτι, ότι ο ελευθεριακός κομμουνισμός μπορεί να μας προκύψει κατά τύχη, και οι νεκροί να δικαιωθούν. Στην τρίτη και τελευταία περίπτωση, δε θα ήθελα να αναφέρω ποιο νομίζω πως είναι το μάθημα που άντλησα. Αναρωτιέμαι μονάχα εάν είχε ο διαχειριστής του ιδέα του πόσο σημαντική (σλουρπ!*) ήταν η δουλειά του για κάποιους, του πόσο σημαντική (σλουρπ!!) θα μπορούσε να γίνει για κάποιους άλλους στο μέλλον. Στο κείμενο για τους Αγανακτισμένους που αναδημοσίευσα -κάτι σαν μακροσκελές ρέκβιεμ του Τάξ(ε)ις και Ηθική, όπου συγκεφαλαιώνεται η εξέλιξη που είχε ήδη διαγραφεί στις τελευταίες παρεμβάσεις του, η εξαιρετικά φιλόδοξη και ταπεινή συνάμα απόπειρα σύνθεσης μαρξισμού, Ντελέζ και θεωρίας συστημάτων-, γίνεται φανερό ότι αυτός που έχουμε μπροστά μας είναι από μεγάλη πάστα (σλουρπ!!! Αυτό που λέμε στοχαστής μεγάλου διαμετρήματος, αντίστοιχου των πυραυλικών συστημάτων του Ισρ... της Βόρειας Κορέας).

Τρία ιστολόγια. Ένα έμεινε ανοιχτό ως αρχείο, ένα διαλύθηκε. Να ανησυχεί άραγε ο LLS;

* σλουρπ = ήχος γλειψίματος.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Η απελευθερωτική δύναμη της ομότιμης παραγωγής


Του Δημήτρη Αργυρού



Ένα ακόμη ενδιαφέρον κείμενο από τον φίλο και σύντροφο Δ. Αργυρό. Και το σχόλιο που του άφησα από κάτω: "Σύντροφε, είναι λυπηρό το ότι δεν έχεις καταλάβει τη νομοτελειακή πορεία του ιστορικού προτσές προς τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, ρίχνοντας νερό στον μύλο του σοσιαλδημοκρατικού μορφώματος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Σου συστήνω ανάγνωση των Θέσεων του Κόμματος για να απαλλαγείς από τις οπορτουνίστικες ροπές, που καταλήγουν στο ότι οι Πειρατές είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα της εποχής μας."
-Weltschmerz K.




Ομότιμος(ισόβαθμος ή ισότιμος , με ίση τιμή) πολίτης είναι ο πολίτης που συνεισφέρει, αγωνίζεται για ένα ομότιμο κίνημα, για μια ενεργή πλυθηντικότητα που δημιουργεί την κοινότητα των κοινών. Για την κοινωνία των ελεύθερων συνεταιρισμένων ομότιμων παραγωγών ,όχι ακόμη στο κόσμο της υλικής παραγωγής, μα στο κόσμο της πληροφορίας. Που βέβαια δεν είναι άμεσα υλική παραγωγή, μα απόρροια υλικών παραγωγικών διαδικασιών, ιδιαίτερα στο πεδίο του κοινωνικού διαδικτύου. Και απ αυτή την οπτική η πληροφορία είναι υλη, όπως υλη είναι και η ενέργεια και όχι απλώς η μάζα.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις βορειοδυτικές εκδόσεις το ομότιμο μανιφέστο από τον οικονομολόγο Βασίλη Κωστάκη. Το μανιφέστο- σύμφωνα και με την ομότιμη φιλοσοφία- μπορούμε να το βρούμε και να το κατεβάσουμε δωρεάν από το διαδίκτυο.( http://issuu.com/voreiodytikes/docs/omotimomanifesto).

Το ομότιμο μανιφέστο έχει ως υπότιτλο: Δημιουργώντας τον κόσμο που θέλουμε, μέσα στον κόσμο που θέλουμε να ξεπεράσουμε. Ένας υπότιτλος που μας οδηγεί στις απαρχές της μαρξικής σκέψης που υποστήριζε πως η νέα κομμουνιστική κοινωνία δημιουργείτε στα σπλάχνα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είτε διαμέσου των νέων παραγωγικών δυνάμεων της βιομηχανίας, είτε το σημαντικότερο διαμέσου της νέας τεχνολογίας των υπολογιστών της ρομποτικής, της νανοτεχνολογίας και τελευταία, τελευταία της τρισδιάστατης εκτύπωσης.( http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B7_%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7), (http://www.tovima.gr/science/article/?aid=355993).

Παραγωγικές εξελίξεις που δίνουν αέρα στις εξέλιξη του σύγχρονου κόσμου, αυξάνοντας τις παραγωγικές ικανότητες, μετατρέποντας την επιστήμη σε άμεση παραγωγική δύναμη και το πεδίο της γενικής διάνοιας σε άμεσο πεδίο επαναστατικών απελευθερωτικών αλλαγών και διαδικασιών.

Στην πραγματικότητα οδηγούμαστε σε ένα κόσμο όπου το υλικό κόστος παραγωγής πολλές φορές τείνει στο μηδέν, με αποτέλεσμα- όπως λέει και το ομότιμο μανιφέστο- «ο σχεδιασμός, ο προγραμματισμός, οι λέξεις, ο κώδικας των αγαθών καθορίζει αποφασιστικά το τελικό κόστος και συνεπώς την αγοραστική τους αξία». Μιλάμε δηλαδή για μια καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία που ο νόμος της αξίας έχει πληγεί ανεπανόρθωτα και η πρόσοδος ή το πατεντάρισμα της πληροφορίας, της ιδέας, του λογισμικού παίζει καθοριστικής σημασίας στην παραγωγή και στην εκμετάλλευση των αξίων χρήσης. Για αυτό το λόγο και ο αγώνας από την πλευρά των κυριάρχων καπιταλιστικών τάξεων να παντετάρουν τα πάντα και να ιδιωτικοποιήσουν την γενική διάνοια.

Στο πεδίο λοιπόν της πληροφορίας και του λογισμικού διεξάγεται ένας σύγχρονος ταξικός αγώνας ενάντια στο πατεντάρισμα και στο έλεγχο της πληροφορίας. Ένας ταξικός αγώνας που αντίθετα από τους αγώνες του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, δεν στοχεύει στην καλύτερη πώληση ή στην καλύτερη διαχείριση της παραγωγικής ευφυΐας του πλήθους, μα στην ομότιμη απελευθέρωση της πληροφορίας, που είναι μια ελεύθερη συλλογική διαδικασία.

Σε αυτόν τον πόλεμο από την μια πλευρά έχουμε τους ιδιοκτήτες πλατφορμών που στηρίζονται σε 2 τύπους ανταλλακτικής εμπορευματικής οικονομίας: την οικονομία της συσσώρευσης και στην οικονομία της εργολαβίας του πλήθους. Στην πρώτη οι δικτυοκράτες-όπως το facebook, you tube- εμπορεύονται την επισκεψιμότητα και την δημοφιλία των μέσων ή πουλάνε ειδικές υπηρεσίες στους χρήστες ή στις επιχειρήσεις. Βέβαια η χρησιμοποίηση της έννοιας οικονομίας της συσσώρευσης από το ομότιμο μανιφέστο, νομίζω- μπορεί να κάνω και λάθος- πως δεν είναι και η πλέον εύστοχη, σε αυτή την περίπτωση. Νομίζω πως δεν συσσωρεύεται κάτι, κέρδος έτσι κι αλλιώς συσσωρεύεται και στις δυο περιπτώσεις. Μια νέου τύπου φεουδαρχική πρόσοδος επί της χρησιμοποίησης του τόπου και του πεδίου γίνεται.

Απεναντίας συσσώρευση υπάρχει στην οικονομία της εργολαβίας του πλήθους όπου οι χρήστες, το πλήθος- παράγει αξία, μια ανταλλακτική αξία- και αγοράζεται από τις επιχειρήσεις, κάτι παρόμοιο δηλαδή με την μισθωτή σχέση. Και αυτό που συσσωρεύεται δεν είναι άλλο από υπεραξία, που μετατρέπεται σε νεκρή εργασία, δηλαδή κεφάλαιο.

Από την άλλη πλευρά του δικτυακού οδοφράγματος έχουμε τις ομότιμες πλατφόρμες. Μιλάμε για τα εκατοντάδες εγχειρήματα ελεύθερου λογισμικού/λογισμικού ανοικτού κώδικα(ΕΛ/ΛΑΚ),την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια Wikipedia, το Mozilla firefox, τις πλατφόρμες διάθεσης πολιτιστικών προϊόντων, τα νομικά εργαλεία κατοχύρωσης και διάθεσης πνευματικών δημιουργημάτων(creative commons) ή τις άδειες γενικής χρήσης( general puplic licens), τις κολεκτίβες που διαμοιράζεται υποτίτλους έργων, τις κολεκτίβες των hackerspace, και τα ιστιολόγια ενημέρωσης. Ενώ ας μην ξεχνάμε τον αγώνα χωρών της Αφρικής για να σπάσει η πατέντα των πανάκριβων φαρμάκων του aids.

Πρόκειται για ένα συνειδητό κόσμο ελεύθερης συλλογικής και ατομικής δημιουργικότητας, με τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες που υπερβαίνουν τα κλειστά συστήματα δικτυοκρατών. Και κυρίως παράγουν ένα κόσμο πλεονάσματος ελευθερίας και απίστευτου πλούτου, πλούτου μη-υλικού, πλούτου συναισθηματικού.

Πρόκειται για μια συμμετοχική διαδικασία αυτοκυβέρνησης και αυτοοργάνωσης, με βάση την δικτυακή δομή από τα κάτω προς τα πάνω, που δημιουργεί προϋποθέσεις ισορροπίας του ατομικού και του συλλογικού. Δίνοντας ένα άλλο νόημα στην ιδέα και στην προοπτική της κοινοκτημοσύνης, δηλαδή στην ιδέα και στην προοπτική του κομμουνισμού, για να μη φοβόμαστε τις λέξεις.

Και ναι αυτή η προοπτική έρχεται να δώσει άλλο νόημα στην δημοκρατία, μια άμεση δημοκρατία και να αντικαταστήσει την ελεύθερη αγορά, σε αντίθεση με ότι λέει στην σελίδα 28 το ομότιμο μανιφέστο, «η ομότιμη διακυβέρνηση δεν ήρθε να αντικαταστήσει την ελεύθερη αγορά ή την δημοκρατία». Άλλωστε όπως λέει στην σελίδα 31 το μανιφέστο: «Ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε την αντικαπιταλιστική ρητορική, χάριν μιας μετακαπιταλιστικής δημιουργικής συνεργίας». Και σε αυτή την συνεργία δεν χωράει η ελεύθερη αγορά, αλλά η ελεύθερη συνεργασία των συνεταιρισμένων παραγωγών.

Φυσικά το ζητούμενο ο κομμουνισμός της ομότιμης παραγωγής στο πεδίο της πληροφορίας να εξαπλωθεί στο πεδίο της συνολικής υλικής παραγωγής. κάτι που φαντάζει ουτοπία, ιδιαίτερα σήμερα. Ή μήπως δεν είναι έτσι και μια τέτοια οικονομική και κοινωνική μεταβολή είναι η απάντηση στα αδιέξοδα της κρίσης.

Και σε αυτό το σημείο το μανιφέστο-παρόλο που κάνει κάποιες αναφορές ούτε μπορεί, ούτε δίνει απαντήσεις. Επηρεασμένο από απόψεις σαν αυτές του Νέγκρι δεν απαντάει στα πολιτικά προκείμενα που ανοίγονται. Βέβαια θα το αδικούσαμε αν το εντάσσαμε σε αυτό το ρεύμα που οι παραδοσιακοί κομμουνιστές το ονομάζουν ουτοπικό σοσιαλισμό. Αντίθετα τα επιστημονικά δεδομένα του μανιφέστου από πολλές πλευρές είναι πιο ισχυρά από τα ιδεολογήματα του σοβιετικού μαρξισμού.

Το ότι αναδεικνύει το φρέσκο αέρα της ουτοπίας- ως αυτού που δεν υπάρχει ακόμη, όπως θα έλεγε και ο Ε. Μπόχ, η όπως το ορίζει ο Ε. Γκαλεάνο, ως μια διαδικασία που ξεμακραίνει, όσο πάμε να την πιάσουμε- είναι στα θετικά του κειμένου.

Αυτό όμως που μπορούμε με σχετική βεβαιότητα- αβεβαιότητα είναι πως: Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, της επιστήμης, της γενικής διάνοιας, η ρομποτική, η τρισδιάστατη εκτύπωση, τα αυτόνομα συστήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε μικρή κλίμακα με ανανεώσιμες πηγές, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο που μπορεί να πατήσει μια τέτοια γενικευμένη απελευθερωτική διαδικασία

Το θέμα είναι αν υπάρξει πολιτική βούληση για μια τέτοια εξέλιξη και ποιες είναι οι δυνάμεις που θα το παλέψουν και θα το κάνουν πράξη. Να πεδίο δόξης λαμπρό για την αριστερά και για τα κοινωνικά κινήματα. Που από τα σήμερα πρέπει με όλα τα μέσα να ενισχύσει αυτή την προοπτική, μιλώντας μέσα από τη ποίηση του μέλλοντος. Απελευθερώνοντας τις ομότιμες δυνάμεις της κοινωνίας των κοινών όταν και όπου κατακτήσουν την εξουσία.

Δημήτρης Αργυρός

http://snuproject.wordpress.com/2011/11/09/p2p-and-utopia-via-p2p-foundation/

http://www.creativecommons.gr/

http://www.kostakis.org/

http://www.creativecommons.gr/?p=971

http://voreiodytikes.blogspot.gr/2012/11/blog-post_3876.html

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Διάλογος Χρήστου Λάσκου - Δημήτρη Μπελαντή: Stille nacht (με χαρά σε προσμένουν οι ευρωχριστιανοί)


Αναδημοσίευση από Red NoteBook

29/11/2012


Ιμπεριαλισμός, κυριαρχία, εξάρτηση, ταξική πάλη

του Δημήτρη Μπελαντή



Κατά το τελευταίο διάστημα, αναπτύσσεται ένας σοβαρός διάλογος και προβληματισμός στα πλαίσια της Αριστεράς –και ιδίως στα πλαίσια των διαδικασιών του ΣΥΡΙΖΑ– σχετικά με το ευρώ, την ευρωζώνη και την αναγκαία στρατηγική στάση μας απέναντι σε αυτά. Διατυπώνεται η άποψη ότι μια κριτική ή και αρνητική στάση απέναντι στην ευρωζώνη μπορεί να δώσει έδαφος για την επαναφορά στην Αριστερά της παλαιάς θεωρίας της «εξάρτησης», όσον αφορά τον ελληνικό καπιταλισμό, και συνακόλουθα να οδηγήσει σε μια «εθνικοανεξαρτησιακή» προσέγγιση αναβιώνοντας στην καλύτερη περίπτωση την θεωρία των σταδίων και στην χειρότερη έναν εθνικιστικό και απομονωτικό προσανατολισμό. Ότι ακόμη θα μπορεί, έτσι, να υποβαθμιστεί ο στόχος της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού και η πρωτεύουσα σημασία της κεφαλαιακής σχέσης. Πιστεύουμε ότι τα πράγματα είναι απείρως πιο σύνθετα και θα διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις σε σχέση με αυτό.

1. Η θεωρία της εξάρτησης και οι κριτικές της

Θυμίζουμε εδώ ότι τόσο στην κομμουνιστική Αριστερά όσο και στο ΠΑΣΟΚ κυριάρχησαν μέχρι και την δεκαετία του ’80 ορισμένες παραλλαγές της θεωρίας της εξάρτησης. Στην μεν κομμουνιστική Αριστερά, κυριάρχησε για δεκαετίες η άποψη της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1934) –επικαιροποιημένη κατά διαστήματα βάσει της θεωρίας του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού– για έναν ελληνικό καπιταλισμό, όπου δεν επικρατούσαν πλήρως, ή πάντως όχι με ώριμο τρόπο, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και εξουσίας, πράγμα που συνδεόταν άρρηκτα με φεουδαλικά κατάλοιπα και με την εξάρτησή του ελληνικού καπιταλισμού από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. H θέση αυτή οδηγούσε σε ένα στάδιο αστικοδημοκρατικής και ανεξαρτησιακής ολοκλήρωσης ή σε ένα διακριτό αντιμονοπωλιακό/αντιιμπεριαλιστικό στάδιο, όπως ίσχυσε μετά τον πόλεμο.

Ακόμη περισσότερο, στο ριζοσπαστικό ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1970 ήταν πολύ ισχυρή η θεωρία «μητρόπολης-περιφέρειας», η οποία ενέτασσε την Ελλάδα στην «περιφέρεια» του διεθνούς καπιταλισμού μαζί με την Ασία, την Αφρική και την τότε Λατινική Αμερική (Σαμίρ Αμίν, Α.Γκ. Φρανκ, Καρντόζο, Κόρντομπα κ.π..α). Οι θέσεις αυτές θεωρούσαν ότι τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ασκούν απόλυτη οικονομική και πολιτική κυριαρχία στην ελληνική αστική τάξη («ξενοκρατία»), η οποία είναι κομπραδόρικη, ότι αποσπούσαν υπερκέρδη μη επανεπενδυόμενα κλπ. Γενικότερο θεωρητικό πρόβλημα αυτών των θέσεων ήταν το γεγονός ότι υποβάθμιζαν τις εσωτερικές ταξικές συγκρούσεις και ανήγαν την βασική διαιρετική τομή στην σύγκρουση του ιμπεριαλισμού με το υπανάπτυκτο έθνος, απολυτοποιώντας τον υπαρκτό παράγοντα των διεθνών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η θέση αυτή, εφαρμοζόμενη στην Ελλάδα, ήταν λαθεμένη. Ο ελληνικός καπιταλισμός, όσον αφορά την ωριμότητα των καπιταλιστικών σχέσεων, ήταν ήδη από τις απαρχές του, ένας δυνάμει αναπτυγμένος καπιταλισμός (βλ. και Σ. Μάξιμου «Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού»), με τάσεις κυριάρχησης στην ευρύτερη περιοχή. Ιδίως, μάλιστα, μετά την αναδίπλωση του παροικιακού κεφαλαίου στο ελληνικό κράτος και την μικρασιατική καταστροφή, όχι μόνο σταθεροποιήθηκαν και παραγωγικά οι καπιταλιστικές σχέσεις, αλλά απέκτησαν και χαρακτηριστικά του μονοπωλιακού σταδίου (συγκέντρωση/συγκεντροποίηση, δημιουργία ομίλων κλπ βλ. αυτά αναλυτικά στην κριτική του Π. Πουλιόπουλου στην 6η Ολομέλεια). Μετά την καταστροφή της δεκαετίας του ’40, και ιδίως από την δεκαετία του ’60 και ως την δεκαετία του ’80, ο ελληνικός καπιταλισμός αναβαθμίστηκε διεθνώς, έκανε έστω και περιορισμένες εξαγωγές κεφαλαίων και ανέπτυξε με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα μια σχέση (ανισότιμης) συνεργασίας και όχι «υποτέλειας». Εσωτερίκευσε πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά όψεις της ύστερης νεοτερικότητας, σε πείσμα όσων μιλούν μόνο για τις πελατειακές σχέσεις και την «καθ ημάς Ανατολή». Διεκδίκησε, μάλιστα, και έναν υποϊμπεριαλιστικό ρόλο στα Βαλκάνια και την Α. Μεσόγειο (θέση που δέχεται πλέον σήμερα και το ΚΚΕ).

Σε όλα τα παραπάνω, η κριτική τομέων του ελληνικού μαρξισμού, και ιδίως της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος-Β’Πανελλαδική και του κύκλου των «Θέσεων», υπήρξε για μεγάλο διάστημα γόνιμη και διδακτική.

2. Για την κυριαρχία εντός του ιμπεριαλισμού: λυγίζοντας το ραβδί

Τα παραπάνω, όμως, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συχνά αιωρούμενο συμπέρασμα ότι ο ιμπεριαλισμός, η διεθνής καπιταλιστική οργάνωση, αποτελείται από ένα παρατακτικό άθροισμα κοινωνικών σχηματισμών, ισότιμων και όλων τους δυνάμει ιμπεριαλιστικών (όπως τα «άτομα» στην καπιταλιστική κοινωνία). Όπως μας έχει διδάξει ο Λένιν, αλλά και όπως αποδεχόταν ουσιαστικά όλο το δεύτερο κύμα των κλασικών του μαρξισμού στη Β’ και Γ’ Διεθνή (από τον Κάουτσκυ και τον Χίλφερντινγκ ως την Ρόζα και τον Μπουχάριν), ο ιμπεριαλισμός αποτελεί μια ανισόμετρα και κυριαρχικά δομημένη «αλυσίδα», ο τρόπος ένταξης στην οποία σχετίζεται κυρίαρχα με τους όρους γένεσης και ύπαρξης κάθε εθνικού καπιταλισμού, με την εσωτερική ταξική πάλη, αλλά δευτερευόντως και με τις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις. Η συμπύκνωση των εσωτερικών και διεθνών αντιφάσεων στον «αδύνατο» κρίκο οδηγεί στην επαναστατική ρήξη. Ακόμη και μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλισμών, δεν είναι όλοι ιμπεριαλιστικοί (καθώς αυτό προϋποθέτει μια ιδιαίτερη συμπύκνωση οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος), ούτε όλοι οι ιμπεριαλιστικοί σχηματισμοί έχουν την ίδια αφετηρία και δυναμισμό∙ για παράδειγμα, δεν είναι σήμερα στην ίδια θέση οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία ή η Γερμανία και η Ολλανδία. Ούτε είναι στατική η «κατάταξη» στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, αφού οι κρίκοι της είναι δυνατόν να αναβαθμίζονται ή να υποβαθμίζονται για λόγους που έχουν σχέση όχι μόνο με τον οικονομικό δυναμισμό, αλλά και με την ταξική πάλη εντός κάθε χώρας.

Η ελληνική αστική τάξη, χωρίς να είναι διόλου «υπανάπτυκτη», ανέπτυξε ιστορικά (ανισότιμες) σχέσεις με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που υπήρξαν πολύτιμες για την εσωτερική κυριαρχία της, ιδίως την πολιτική. Ήταν τα γερμανικά όπλα που στήριξαν τους αστούς πολιτικούς και τις «εθνικές αντιστασιακές οργανώσεις» στην Κατοχή έναντι του ΕΑΜ. Ήταν τα βρετανικά μυδράλια και τα αμερικάνικα βομβαρδιστικά αυτά που έκριναν πολιτικοστρατιωτικά –μαζί βεβαίως και με τα στρατηγικά λάθη του ΕΑΜ και το ΚΚΕ– τη νίκη της ελληνικής αστικής τάξης και την έβγαλαν από του χάρου τα δόντια. Ήταν το σχέδιο Μάρσαλ που της έδωσε αναπτυξιακή ώθηση. Για όποιους αγνοούν τις αντιφάσεις, είναι δύσκολο να κατανοηθεί ότι υπήρξε κεφαλαιοκρατικά αναπτυγμένη αλλά συχνά πολιτικά «υποτελής». Αλλά και από την δεκαετία του ’70 και πέρα, η μεταπολιτευτική αστική τάξη επένδυσε πολιτικά στην ΕΟΚ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο για να μοιράσει με τους ισχυρότερους ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς πεδία κερδοφορίας, αλλά και για να επιβάλει, εκμεταλλευόμενη τη δύναμη της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, πολιτικούς και κοινωνικούς όρους (όλο και πιο νεοφιλελεύθερους, όπως και παντού στην Ε.Ε.) πάνω στην εργατική της τάξη. Η ελληνική αστική τάξη αξιοποίησε την Ε.Ε. ως ένα «στρατηγείο της αντεπανάστασης» και όχι, βεβαίως, ως «το πεδίο της δημοκρατίας και της δημιουργικής συνεργασίας των λαών». Επίσης, την αξιοποίησε για να ενισχύσει τον υποϊμπεριαλιστικό της ρόλο. Δεν είναι τυχαίες οι αποστολές ελληνικού στρατού στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν, και αύριο στις νέες συρράξεις της περιοχής μας.

Βεβαίως, σε κάθε ενδοκαπιταλιστικό παιχνίδι υπάρχουν τελικά κερδισμένοι και χαμένοι (η περίφημη θεωρία των «ψαριών»). Τόσο η ανισόμετρη αρχιτεκτονική της Ε.Ε. –υπέρ των πιο ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών, υπέρ του φιλογερμανικού μπλοκ– , όσο και η φυσιολογικά μεγαλύτερη ένταση της κρίσης στους σχετικά πιο «αδύναμους» καπιταλιστικούς κρίκους, καθόρισαν κατά τα τελευταία χρόνια –πέρα από την ύπαρξη και φάσεων σημαντικής ανάκαμψης– μια τάση έντονης υποβάθμισης του ελληνικού καπιταλισμού διεθνώς, αλλά και εντός της Ε..Ε. Μια φάση που, σε συνδυασμό και με την γενική εξαθλίωση, την όξυνση της κοινωνικής κρίσης και την ανάπτυξη μιας ηγεμονικής πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα, διαμορφώνει μια κατάσταση γενικότερης καταστροφής των όρων αναπαραγωγής του κοινωνικού σχηματισμού και «εθνικής κρίσης» (ο όρος ανήκει στον Λένιν και όχι σε κάποιο θεωρητικό του εθνικισμού). Αλλά και ενισχύει τους όρους κυριαρχίας των ισχυρότερων κρίκων πάνω στην ελληνική αστική τάξη, μειώνει τους ελιγμούς και τον χώρο κίνησης της τελευταίας. Όποιος ακούει μαζί με τους κομπασμούς και τα παράπονα της ελληνικής αστικής τάξης, μπορεί να το καταλάβει.

Τα παραπάνω δεν γράφονται για να δρέψουν θεωρητικές δάφνες. Σχετίζονται με άμεσα επίδικα:

Όπως η σχέση μιας ενδεχόμενης κοινωνικής ανατροπής στην Ελλάδα με το διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο: είναι αυτή δυνατή χωρίς κάποιου είδους σύγκρουση με την ευρωζώνη;

Ή όπως το ζήτημα ακόμη και της αποκατάστασης δομών κοινωνικού κράτους και δημόσιας περιουσίας στη χώρα μας, αλλά και αλλού: μπορεί να υπάρξει τέτοιο αντιμνημονιακό πρόγραμμα ακόμη και αμιγώς ρεφορμιστικό, που να είναι συμβατό με το θεσμικό πλαίσιο της ευρωζώνης, τα Σύμφωνα Σταθερότητας και τον συσχετισμό που αυτά αποτυπώνουν;

Ή όπως το ζήτημα του εργατικού διεθνισμού: αυτός θα οργανωθεί επί τη βάσει της αναμονής της «Μεγάλης Νύχτας Στην Ευρωζώνη» ή της ενίσχυσης της εργατικής τάξης στους πιο αδύναμους κρίκους από την εργατική τάξη στους πιο ισχυρούς;

Θέτουμε τα ερωτήματα, ελπίζουμε στον καλόπιστο διάλογο.


11/12/2012


Αναμένοντας τη Μεγάλη Νύχτα στην Ευρωζώνη

του Χρήστου Λάσκου



Με κάποια καθυστέρηση ίσως από την αφορμή, όμως περισσότερο επικαιρικά, με δεδομένο πως μεσολάβησε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, θα ήθελα να σχολιάσω κάποιες επισημάνσεις του Δημήτρη Μπελαντή, που αφορούν ένα από τα βασικά σημεία διαχωρισμού μεταξύ μας των Συριζαίων. Αναφέρομαι στο ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του μέσα ή του έξω, του ιμπεριαλισμού και του εθνικού πεδίου της ταξικής πάλης.

Αφού σημειώσω αρχικά πως η ανάλυση –οι καταφάσεις– του Μπελαντή είναι περίπου κοινός τόπος για το μεγάλο μέρος της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ –πράγμα που δεν ισχύει για τη μειοψηφία του, που είναι πολύ περισσότερο παραδοσιακά «αντιιμπεριαλιστική -αντιμονοπωλιακή»–, θα μείνω στις ερωτήσεις του, με τις οποίες τελειώνει το κείμενό του. Και θα δηλώσω προκαταβολικά πως αδυνατώ να καταλάβω ποιος είναι ο αποδέκτης των αποριών, που εκθέτει ο αρθρογράφος. Εξηγούμαι αμέσως.

Αναρωτιέται ο Δημήτρης Μπελαντής εάν είναι δυνατή ενδεχόμενη κοινωνική ανατροπή στην Ελλάδα «χωρίς κάποιου είδους σύγκρουση με την Ευρωζώνη». Αναρωτιέμαι, με τη σειρά μου, ρητορικά αν υπάρχει έστω κι ένας σύντροφος ή συντρόφισσα στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, που να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Μια και το ερώτημα τέθηκε, ωστόσο, ας απαντήσω: όχι, λοιπόν, δεν είναι δυνατή η κοινωνική ανατροπή στην Ελλάδα χωρίς (όχι «κάποιου είδους», αλλά) μετωπική σύγκρουση με τις άρχουσες τάξεις και την πολιτική εξουσία της Ευρωζώνης. Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ σε όλους τους τόνους επισημαίνει πως μια ανάληψη της διακυβέρνησης από την Αριστερά θα σημάνει όχι την ομαλή εφαρμογή ενός καλού και ολοκληρωμένου προγράμματος, αλλά μια μεγάλη ρήξη. Εξού και η έμμονη επανάληψη πως, χωρίς την ευρύτατη εμπλοκή των ανθρώπων που θα στρατευθούν σε αυτήν την υπόθεση σε πολύ μεγάλους αριθμούς, χωρίς δηλαδή την συνειδητή απόρριψη της λογικής της ανάθεσης, το εγχείρημα είναι εξ υπαρχής καταδικασμένο. Εξού, ακόμη, η διεθνιστική εμμονή, η οποία συνάδει απολύτως με την κατανόηση πως, χωρίς την έμπρακτη συνδρομή των εργαζομένων της Ευρώπης, χωρίς τον συντονισμό των αγώνων πολύ πέρα από το εθνικοκρατικό επίπεδο, η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη.

Αναρωτιέται, στη συνέχεια, ο Μπελαντής εάν μπορεί να υπάρξει αντιμνημονιακό πρόγραμμα ακόμη και αμιγώς ρεφορμιστικό, «που να είναι συμβατό με το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωζώνης, τα Σύμφωνα Σταθερότητας και το συσχετισμό που αυτά αποτυπώνουν». Και αναρωτιέμαι, εκ νέου, αν υπάρχει έστω κι ένας σύντροφος ή συντρόφισσα στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Απαντώ, λοιπόν, σε αυτό το ερώτημα με ένα κατηγορηματικό όχι, μια και ο ΣΥΡΙΖΑ με σαφήνεια και παρρησία μιλάει για την αδήριτη, εκ των ων ουκ άνευ, ανάγκη για ριζική ανατροπή της αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης, για κατάργηση όλων των Συνθηκών και των Συμφώνων Σταθερότητας, Ανταγωνιστικότητας, Ανάπτυξης κ.λπ., στην κατεύθυνση της ριζικής επαναθεμελίωσης της ενοποιητικής διαδικασίας για μια Ενωμένη Ευρώπη κοινωνική, οικολογική, σοσιαλιστική. Και ακριβώς επειδή όλα αυτά δεν γίνονται χωρίς την ανατροπή του συσχετισμού που αποτυπώνουν, είναι δεδομένο πως απαιτείται μια έκρηξη των ταξικών αγώνων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο που θα τα κάνει μαχητά και εφικτά. Η επικράτηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα θα μπορούσε να είναι ο σπινθήρας για μια τέτοια διαδικασία. Ο τρόπος που θα πολιτευθεί θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις συνολικές εξελίξεις. Η επικράτηση μιας οποιασδήποτε ιδέας εθνικής αναδίπλωσης, όπως κι αν αμπαλαριστεί, είναι η βέβαιη οδός της απωλείας. Όποιος πιστεύει πως το ζήτημα της κοινωνικής ανατροπής στην Ελλάδα, άρα και στην Ευρώπη, θα παιχτεί με κεντρική αναφορά το εθνικό νόμισμα και τις «ωφέλειες», που αυτό φέρνει μαζί του, μάλλον υποτιμά βάναυσα την έννοια της κοινωνικής ανατροπής.

Το τελευταίο ερώτημα που θέτει ο Μπελαντής είναι και το πιο ενδιαφέρον γιατί, εκτός των άλλων έχει και μια πολύ βαρειά προϊστορία στο κομμουνιστικό κίνημα. Ρωτάει αν ο εργατικός διεθνισμός «θα οργανωθεί επί τη βάσει της αναμονής της «Μεγάλης Νύχτας στην Ευρωζώνη» ή της ενίσχυσης της εργατικής τάξης στους πιο αδύναμους κρίκους από την εργατική τάξη στους πιο ισχυρούς». Το ίδιο ερώτημα στο πλαίσιο της συζήτησης εντός του ΣΥΝ τα τελευταία τρία χρόνια τίθεται από το «Aριστερό Ρεύμα», υπονοώντας πως η πλειοψηφία του ΣΥΝ στοχεύει σε μια ταυτόχρονη ανατροπή σε ολόκληρη την Ευρώπη -«την ίδια μέρα (ή νύχτα;), ώρα και λεπτό», όπως σημείωσε κάποτε ένας σύντροφος του Ρεύματος. Και, προφανώς, ως που να γίνει αυτό, απλώς το αναμένει.

Δεν θα απαντήσω σε αυτό το ερώτημα. Δεν μπορώ να αποδεχτώ πως σύντροφοί μας μάς θεωρούν τόσο ανόητους, ώστε να υποστηρίζουμε κάτι τέτοιο. Το τι πράγματι υποστηρίζουμε, άλλωστε, είναι γνωστό: βρίσκεται μέσα σε βιβλία, άρθρα, δημόσιες προφορικές παρεμβάσεις, βρίσκεται, κυρίως, μέσα στις αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα, μάλλον είναι πειστικό. Δεν θα ήταν λογικό, εξάλλου, να υποθέσουμε πως ένα 30% ή 35% του ελληνικού λαού κατάλαβε πως του προτείνουμε μια γλυκιά ρομαντική αναμονή της Μεγάλης Νύχτας και μας επιβράβευσε γι’ αυτό. Δεν στέκει.

Δεν θα επιμείνω, όμως. Θα κλείσω το σχολιασμό με ένα χαρακτηριστικό, νομίζω, παράθεμα: «Ο Στάλιν αποδίδει στον Τρότσκι την ιδέα ότι η επανάσταση στις αναπτυγμένες χώρες πρέπει ν’ αρχίσει «ταυτόχρονα» -μόλο που δεν μπορεί να σημειώσει ούτε μια λέξη του Τρότσκι που να στηρίζει αυτό τον ισχυρισμό» [1]. Και, ακόμη, «[μ]ια κι ο μανιχαϊκός ισχυρισμός ολοκληρώθηκε, έτσι ώστε όχι μόνο να διευκολύνει την επίθεση ενάντια στον Τρότσκι, αλλά επίσης ν’ αποκρύψει και το γεγονός πως η επίθεση αυτή κατευθυνόταν, στην πραγματικότητα, ενάντια στους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, ο Στάλιν συμπεραίνει: «Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι η παγκόσμια θεωρία μιας ταυτόχρονης νίκης της επανάστασης στις κυριότερες χώρες της Ευρώπης, η θεωρία ότι η νίκη του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα είναι ανέφικτη, αποδείχτηκε ότι είναι τεχνητή, όχι βιώσιμη θεωρία». Παγκόσμια θεωρία της ταυτόχρονης νίκης της επανάστασης δεν υπήρξε ποτέ. Και λοιπόν;

Τι θέλω να πώ, επομένως, σχετικά με τις προϋποθέσεις μιας καλόπιστης συζήτησης, στην οποία μας προσκαλεί ο Μπελαντής; Να απαντάμε, να επερωτούμε και να αντικρούουμε αυτό που όντως λέει ο «αντίπαλος. Αυτή είναι η πρώτη και κυριότερη από τις προϋποθέσεις. Ας έχουμε αυτό, κι όλα τα άλλα θα τα βρούμε.

____________

[1] Φερνάντο Κλαουντίν, Ο Στάλιν σαν ρεβιζιονιστής και τα όρια της κριτικής του Τρότσκι, στο: Το Διαρκές 1917, Αφιέρωμα του Red NoteBook στην Οκτωβριανή Επανάσταση, εκδ. ΚΨΜ, 2012, σελ. 106-116.


13/12/2012


Μεγάλες Νύχτες, Δύσκολες Αυγές

του Δημήτρη Μπελαντή



Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τις κριτικές επισημάνσεις του συντρόφου Χρήστου Λάσκου σε σημείωμά μου στο Red Notebook για την σχέση ιμπεριαλισμού, κυριαρχίας και ταξικής πάλης. Κατ’αρχήν, θα ήθελα να εκφράσω την ικανοποίησή μου, που μια τόσο δραματική αλλά και ενδιαφέρουσα στρατηγική συγκυρία επιτρέπει, επιτέλους, να συζητήσουμε ανοιχτά, με στρατηγικά επιχειρήματα, με πλειοψηφίες και μειοψηφίες, με πολιτικές συγκρούσεις για το ζήτημα της κοινωνικής ανατροπής και του σοσιαλισμού/κομμουνισμού. Σπάει ένα ταμπού που για πολλά χρόνια ταλάνισε τον ΣΥΡΙΖΑ, και σύμφωνα με το οποίο η γραμμή δεν ήταν αποτέλεσμα διαβούλευσης, αλλά προϊόν ισορροπιών ανάμεσα σε συνιστώσες, ηγετικές ομάδες και «σημαίνοντες ανένταχτους». Ας προσέξουμε εδώ: όχι μόνο ανάμεσα στις «συνιστώσες της νυν Αριστερής Πλατφόρμας», αλλά ανάμεσα σε όλες ανεξαιρέτως τις συνιστώσες με προεξάρχοντα τον Συνασπισμό.

Όσον αφορά τις θέσεις μου για τον «αναπτυγμένο» ελληνικό καπιταλισμό, τις υποστηρίζω πάγια εδώ και δεκαετίες χωρίς όμως, να τις θεωρώ και προαπαιτούμενο για την επίλυση όλων των πολιτικών προβλημάτων.

Για να έλθω, όμως, στην ουσία. Είναι θετικό το ότι συμφωνούμε στην ανάγκη μετωπικής σύγκρουσης με τους μηχανισμούς και τις δομές της ευρωζώνης -και, ας το προσθέσω, δεν είναι διόλου αυτονόητο. Η αναφορά μου στην «κάποια σύγκρουση» είχε, προφανώς, ρητορικό χαρακτήρα και μόνο.

Ας προχωρήσω, όμως, τον συλλογισμό: Όταν ο Χ.Λ. μιλά για «επαναθεμελίωση» της ενοποιητικής διαδικασίας, εννοεί μια κατάσταση δημοκρατικού μετασχηματισμού της ευρωζώνης και της Ε.Ε., μέσα από την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών εργατικών κινημάτων και την κατάκτηση της κυβέρνησης στις χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε. από την Αριστερά; Ή εννοεί μια διαδικασία «καταστροφής» και ανατροπής των δομών της ευρωζώνης και της Ε.Ε, θέση που εγώ βρίσκω ορθότερη; Θα προσθέσω ότι οι δομές της Ε.Ε., και ιδίως της ευρωζώνης (Σύμφωνα Σταθερότητας, Συνθήκες για ανταγωνισμό και απελευθέρωση αγορών από το Μάαστριχτ ως την Λισσαβόνα, αντεργατικά θεσμικά πλαίσια, αντιδημοκρατική δομή κλπ), δεν καταγράφουν μόνο έναν πολυετή ταξικό συσχετισμό δύναμης αλλά και τον αναπαράγουν κατά τρόπο διευρυμένο και μάλιστα με τρόπο σκληρυμένο, θωρακισμένο. Αυτό σημαίνει ότι εδώ δεν μπορεί να ισχύσει η πουλαντζιανή λογική του κράτους ως σχέση-πεδίο δυνάμεων και ταξικών συσχετισμών (που και αυτή τότε μόνο ευσταθεί, αν το αστικό κράτος κατανοηθεί ως πεδίο δυνάμεων με δομικό όριο, όριο μη σταδιακά μετασχηματίσιμο, βλ. και σε Π. Άντερσον «Οι αντινομιες του Αντόνιο Γκράμσι», Αθήνα 1979). Οι δομές αυτές δεν επιτρέπουν μείζονες μεταρρυθμίσεις, αν δε αυτές γίνουν δυνατές κάτω από την πίεση και την διεθνιστική αλληλεγγύη των λαών, τότε η ευρωζώνη και η Ε.Ε. θα μπουν σε μια πορεία διάλυσης ή απόσυρσης σε έναν σκληρό πυρήνα κρατών. Αυτή, λοιπόν, η ανατροπή της ευρωζώνης και της Ε.Ε. θα προκύψει πολύμορφα –μέσα από τον διαρκή συντονισμό των Ευρωπαίων εργαζομένων και των κοινωνικών κινημάτων, μέσα από την απόσπαση αδύναμων κρίκων κλπ. Το ποιο θα είναι το κυρίαρχο, ας το λύσουν οι μελλοντολόγοι. Το σημαντικό σημείο είναι το γεγονός ότι η Ευρώπη των εργαζομένων, της αυτοδιαχείρισης και του σοσιαλισμού δεν μπορεί να οικοδομηθεί με τα ίδια «θεσμικά εργαλεία» και δομές, όπως εκείνα που συγκροτούν την Ε.Ε. ως αστική-ιμπεριαλιστική συμμαχία και ως στρατηγείο της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης. Αυτή, άλλωστε, η άποψη δεν χαρακτήρισε ιστορικά τους εθνοσκεπτικιστές (οι οποίοι ενδιαφέρονταν μόνο για το ζήτημα της απώλειας κυριαρχίας) αλλά κυρίως κριτικούς μαρξιστές όπως ο Ν. Πουλαντζάς –και αυτό δεν το προβάλλω για να δώσω κύρος στην άποψή μου, αλλά επειδή το επιβάλλει η ιστορική αλήθεια.

Για να έλθω τώρα στο περίφημο ζήτημα του «αδύναμου κρίκου». Αυτό, κατά την γνώμη μου, αφορά το ζήτημα αν μπορεί να κατακτηθεί η πολιτική εξουσία (και όχι μόνο η διακυβέρνηση) σε μια ορισμένη καπιταλιστική χώρα, σε μια χώρα όπου συμπυκνώνονται οι οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις όχι μόνο μέσα στον εθνικό σχηματισμό αλλά και στο διεθνές πεδίο της ταξικής πάλης, όπου η συμπύκνωση αυτή δημιουργεί συνθήκες ενδοκρατικής ρήξης. Δεν αφορά το ζήτημα αν ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός μπορούν να οικοδομηθούν σε μια ορισμένη χώρα –πράγμα που δικαίως αρνούνταν ο Λένιν και ο Τρότσκι. Η διαμάχη Τρότσκι-Στάλιν μετά το 1923 –στην οποία και αναφέρεται ο Χ.Λ.– δεν αφορά το αν δικαίως έγινε η ρώσικη επανάσταση το 1917 χωρίς να περιμένουν οι Μπολσεβίκοι τους γερμανούς, τους γάλλους κομμουνιστές κλπ, αλλά το αν η ρώσικη επανάσταση μπορεί να επιζήσει μεσοπρόθεσμα και να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα χωρίς την επέκταση της επανάστασης και αλλού. Πράγματι, η κριτική του Στάλιν στον Τρότσκι ότι ήθελε την «ταυτόχρονη επανάσταση» ήταν στρεβλωτική της άποψής του. Αλλά ο Τρότσκι δεν αντέλεγε σε αυτό με το επιχείρημα ότι δεν έχει νόημα να σπάσουν χωριστά οι κρίκοι στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Αντίθετα, κατήγγειλε τον Στάλιν ότι είχε μια πολιτική που εμπόδιζε την επιτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια σειρά από χώρες (Γερμανία, Κίνα, Ισπανία, Γαλλία), όπου προέκυπτε επαναστατική κατάσταση, και ότι έτσι καταδίκαζε την Σοβιετική Ένωση στην απομόνωση και στην αποτυχία. Η άποψη ότι οι «Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης» ως στόχος αποκλείουν την επαναστατική ρήξη σε εθνική κλίμακα δεν έχει καμία σχέση με τον τροτσκισμό (ο οποίος έχει άλλα προβλήματα, που δεν έχουν καμία σχέση με το προκείμενο).

Παρεμπιπτόντως, ο μόνος που κατήγγειλε τους Μπολσεβίκους για το ότι μονομερώς προχώρησαν στην επανάσταση σε μια «καθυστερημένη» χώρα από την σκοπιά των παραγωγικών δυνάμεων ήταν ο «ορθόδοξος μαρξιστής» Καρλ Κάουτσκυ και όχι ο Τρότσκι, βεβαίως. Ο Κάουτσκι διεκδικούσε για την Γερμανια τα πρωτεία μιας κάποιας σοσιαλιστικής ρήξης. Πρόκειται για τον διάλογο ανάμεσα στο «Τρομοκρατία και κομμουνισμός» του Κάουτσκυ και το «Η προλεταριακή επανάσταση και ο απόστάτης Κάουτσκυ» του Λένιν. Ο Γκράμσι συνέχισε αυτήν την συζήτηση μιλώντας θαρραλέα για «επανάσταση ενάντια στο «Κεφάλαιο».

Αν τα παραπάνω είναι ισχυρά, τότε υπάρχουν όντως διαφωνίες με τον σ.Λάσκο. Κατ’ αρχήν, όμως, δεν είναι διαφωνίες ανάμεσα στο «εθνικό» και το «διεθνές» μέτωπο. Είναι διαφωνίες που αφορούν α) την δυνατότητα μετασχηματισμού της Ε.Ε. και της ευρωζώνης σε θετική κατεύθυνση και β) το αν υπάρχει όντως εναλλακτική λύση απέναντι στην προοπτική ρήξης με τον καπιταλισμό σε κλίμακα κοινωνικού σχηματισμού, ρήξης θεωρούμενης υπό την ηγεμονία της Αριστεράς και των εργαζομένων και όχι υπό την ηγεμονία της «εθνοαπομονωτικής» αστικής τάξης (η οποία σήμερα δεν φαίνεται να εκπροσωπείται σχεδόν από κανένα, ιδίως μετά την αποδυνάμωση των ΑΝΕΛ). Υπό αυτήν την έννοια, το ζήτημα του εθνικού νομίσματος δεν είναι αυτόνομο αλλά υποτάσσεται στους όρους μιας αντιμνημονιακής και αντικαπιταλιστικής πολιτικής κάτω από συνθήκες διεθνούς πίεσης και σύγκρουσης (με διακοπή χρηματοδότησης, οικονομικό πόλεμο, προβοκάτσιες κλπ). . Δεν είναι, όμως, και έλασσον, όπως φαίνεται να πιστεύουν πολλοί σύντροφοι/ισσες στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά , παραδόξως, και αυτό το ΚΚΕ. Το νόμισμα αντανακλά πολλά πράγματα, διαφορές ανταγωνιστικότητας και κυριαρχίας, δυνατότητες οικονομικής πολιτικής, πολιτικούς συσχετισμούς, πολιτιστικές αναπαραστάσεις).Το ζήτημα του εναλλακτικού σχεδίου εκτός του ευρώ είναι πολύ υπαρκτό όχι γιατί από εμπάθεια ή ταξικό φθόνο ή από αφόρητο εθνικισμό κάποιοι/ες γίναμε ξαφνικά αντιευρωπαίοι αλλά επειδή η εθνική και η διεθνής αστική τάξη σκέφτονται πρωτίστως πολιτικά και δευτερευόντως με βάση το οικονομικό κόστος. Αποφασίζουν ως «κυρίαρχος» και διαλέγουν τον τρόπο αντιμετώπισης του «εχθρού» τους, καθώς διαθέτουν κάθε λογής δικό τους εναλλακτικό σχέδιο. Στην περίπτωση αυτήν , εμείς τι θα κάνουμε ; Θα μείνουμε σταθεροί στις θέσεις μας και στις πρακτικές μας ή θα περιμένουμε τους Κάουτσκυ του καιρού μας (σχόλιο που δηλώνει απλά μια κατάσταση «διεθνιστικής» αμηχανίας και όχι κάποιον ξενόφοβο αντιγερμανισμό, άλλωστε η γερμανική ριζοσπαστική παιδεία μας είναι πάντοτε απολύτως απαραίτητη).

Τέλος, το ευρώ δεν είναι απλώς ένα νόμισμα. Είναι η εθνική αφήγηση του αστισμού μας από το 2001, ενώ η Ενωμένη Καπιταλιστική Ευρώπη είναι η αντίστοιχη εθνική αφήγηση του αστισμού μας από το 1981, η ένταξη στην οικογένεια των «ισχυρών καπιταλισμών», παρά τις εσωτερικές ανισότητες και ανισομέρειες. Αντανακλά ένα ταξικό όριο, ένα «κατώφλι» που εσύ, ο εργάτης, και τα κοινωνικά και εργασιακά σου δικαιώματα απαγορεύεται να το διαβείς. Θυμίζει το παλιό ταξικό όριο της «δημοκρατίας». Αν έβαζες το ζήτημα της ρήξης, της ριζικής κριτικής του καπιταλισμού, γινόσουν «ολοκληρωτικός», «σταλινικός», εκτός δημοκρατικού φάσματος, εκτός συνταγματικού τόξου, στην Αριστερά «εκτός δημοκρατικού δρόμου» κλπ. Μια τέτοια συμβολική αναπαράσταση συμβαίνει και με το ευρώ. Αν δεχτούμε ότι υπάρχει αυστηρά και μόνο το Plan A, στην πράξη αποδεχόμαστε το συμβολικό ταξικό όριο. Αυτό είναι το ζήτημα και κανένα άλλο. Αν συμφωνούσαμε σε αυτό επί της ουσίας, στο ότι δηλαδή δεν υπάρχει κανένα ταξικό όριο ανάμεσα στην στρατηγική μας και την πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να μείνουμε στο «καμία θυσία για το ευρώ» και σε τίποτε άλλο. Δεν είμαι, όμως, βέβαιος ότι συμφωνούμε.


Προσθήκη: Συνέχιση του διαλόγου (!)

24/03/2014

Ευρώπη και αριστερός ευρωπαϊσμός

του Δημήτρη Μπελαντή


Υπάρχει, άραγε, ένας ορίζοντας που ξεπερνά σήμερα το ελληνικό έθνος-κράτος και είναι αντικειμενικά προοδευτικός και ριζοσπαστικός; Ένας ορίζοντας όπου οι αξίες της δημοκρατίας (έστω της αστικής) και του κοινωνικού κράτους βρίσκουν πιο γόνιμο έδαφος από ό,τι στην Ελλάδα και όπου οι ιδέες του Διαφωτισμού έχουν αναλάβει έναν καθοδηγητικό ρόλο;

Ναι, βεβαίως, απαντάνε οι ευρωπαϊστές αριστερής φυσιογνωμίας και κοπής. Ο ορίζοντας αυτός δεν είναι γενικά και αφηρημένα η «κοσμόπολις». Η Ευρώπη και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το αδιαμφισβήτητο ιστορικό καταφύγιο των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αντιλήψεων, αλλά και ένα διεθνές καθοδηγητικό παράδειγμα για τη δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος και τα κοινωνικά δικαιώματα. Ο τελικός στόχος είναι το ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό υπερκράτος. Η τυχόν αποχώρησή μας από αυτήν την ένωση θα σήμαινε μια εθνικιστική και φιλοφασιστική τυχόν εκτροπή, παράλληλα προς τις αρνητικές συνέπειες από την αναγκαστική υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος.

Κοντολογίς, μόνο άσχημα πράγματα θα μας συμβούν αν αποχωρήσουμε από την Ευρωζώνη και ενδεχομένως και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα; Μας λένε οι «ευρωπαϊστές» την αλήθεια; Μετά το Μάαστριχτ και πιο πρόσφατα μετά την Κύπρο το 2013 και την Ουκρανία το 2014, τι έχει απομείνει από τη δημοκρατικότητα ή το φιλοκοινωνικό προσανατολισμό της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης;

Μύθος πρώτος: Η ιδέα της ενωμένης οικονομικά Ευρώπης είναι μια αντιπροσωπευτική ιδέα της Αριστεράς και έχει γνήσιο διεθνιστικό προσανατολισμό και καταγωγή.

Στην πραγματικότητα, η ιδέα της οικονομικής ευρωπαϊκής ένωσης ανάγεται αρχικά στη στρατηγική της γερμανικής άρχουσας τάξης και του γερμανικού ιμπεριαλισμού σε δύο φάσεις, την πρώτη του γερμανικού ιμπεριαλισμού υπό τον Κάιζερ μεταξύ 1900 και 1918 και τη δεύτερη του γερμανικού ιμπεριαλισμού υπό το ναζισμό. Και στις δύο αυτές περιόδους, όπως έχω δείξει και αλλού (βλ. το άρθρο μου «Πεθαίνοντας για την ευρωζώνη» στο www.rednotebook.gr την άνοιξη του 2013) η πολεμική περιπέτεια των παγκοσμίων πολέμων συνδέθηκε με μια στρατηγική ενοποίησης της Ευρώπης (όχι μόνο τελωνειακής, αλλά και νομισματικής και παραγωγικής) υπό τη γερμανική καπιταλιστική ηγεμονία. Ιδίως ο Γερμανός καγκελάριος της έκρηξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου Μπέτμαν-Χόλβεκ είχε διακηρύξει ένα σχέδιο ενσωμάτωσης περιοχών στο Ράιχ, δημιουργίας μιας ζώνης οικονομικά και πολιτικά δορυφόρων κρατών που θα καλούνταν «Μεσευρώπη»

(Mitteleuropa) με βασικούς εταίρους την Αυστρουγγαρία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και ορισμένες βαλκανικές χώρες και τέλος νομισματικής ενοποίησης όλης της συμμαχικής προς τη Γερμανία Ευρώπης με νόμισμα το ευρωμάρκο (βλ. και το περίφημο βιβλίο του ιστορικού Fritz Fischer «The military aims of Germany at the first world war», 1961). Αντίστοιχο σχέδιο είχαν επεξεργασθεί και οι οικονομολόγοι γύρω από τον Γκέρινγκ και τον Σπέερ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά ακόμη και ομάδες της άρχουσας τάξης που αντιτίθεντο στο ναζισμό (όπως η ομάδα γύρω από τον Στάουφενμπεργκ και τον φον Κανάρις που οργάνωσε το πραξικόπημα κατά του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944) και οι οποίες ήθελαν ένα πιο ευέλικτο και πιο ήπιο καθεστώς ηγεμονίας της Γερμανίας σε μια συμμαχική προς αυτήν Ευρώπη. Όπως επισημαίνει ο Βρετανός ιστορικός Νάιαλ Φέργκιουσον, η τυχόν μη παρέμβαση της Βρετανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914 θα οδηγούσε σε μια οικονομική «Ευρωπαϊκή Ένωση» ήδη από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα («The Kaiser’s European Union»). Από την αρχή ήταν προφανές ότι αυτή η οικονομική δομή δεν θα συμβάδιζε με την ύπαρξη μιας μαζικής δημοκρατίας, παρά το ότι οι πολιτικοί σύμβουλοι του Κάιζερ ή του Χίτλερ τόνιζαν με ρατσιστικά επιχειρήματα τη διαφορά της πολιτισμένης Ευρώπης από την απολίτιστη Ρωσία και τη βάρβαρη ανατολική Ευρώπη. Ο κοινοβουλευτικός-απολυταρχικός αυταρχισμός ή ο ναζισμός θα ήταν οι πολιτικές όψεις της οικονομικής συσσωμάτωσης μέσα από την οποία η Γερμανία θα καταπολεμούσε τη Βρετανία και τις ΗΠΑ σε διεθνή κλίμακα.

Προφανώς, το αρχικό σχέδιο για την ΕΟΚ και ειδικά για την Ένωση Άνθρακα και Χάλυβα των Ρομπέρ Σουμάν και Ζαν Μονέ καθώς και του Πολ-Ανρί Σπάακ ήταν ένα σχέδιο -αναπόφευκτα μετά τη συντριβή του ναζισμού-, το οποίο κινούνταν σε μια αστικοδημοκρατική και φιλελεύθερη πολιτικά κατεύθυνση. Όμως, είναι φανερό ότι δεν ήταν τα κίνητρά τους βασικά πολιτικά ή έστω αστικοδημοκρατικά, καθώς κινούνταν γεωπολιτικά στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και οικονομικά στην ενίσχυση των βασικών ευρωπαϊκών κρατών (πλην της Βρετανίας) στο πλαίσιο του διεθνούς καπιταλιστικού ανταγωνισμού και στη διαμόρφωση της Κοινής Αγοράς. Επίσης, ήταν ένα σχέδιο το οποίο επιχειρούσε τη μονιμότερη πολιτικοοικονομική ενσωμάτωση της Δυτικής Γερμανίας στο δυτικοευρωπαϊκό χώρο ώστε και να μην αποτελέσει ξανά κίνδυνο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια αλλά και να συστήσει ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι στην «κομμουνιστική επιθετικότητα». Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το σχέδιο αυτό καθόλου δεν αμφισβήτησε την τελευταία εναγώνια προσπάθεια των αποικιοκρατών (Γαλλία, Ολλανδία, Βρετανία, Βέλγιο, Πορτογαλία) να διατηρήσουν τις αποικίες τους και να ματοκυλήσουν τους λαούς για τα συμφέροντά τους. Επίσης, το σχέδιο αυτό ουδόλως αμφισβήτησε την ήδη ύπαρξη ή και εγκατάσταση δικτατορικών καθεστώτων σε χώρες της δυτικής Ευρώπης όπως στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, παρά το ότι στην περίπτωση της Ελλάδας «πάγωσε» η σχέση σύνδεσης. Tέλος, είναι φανερό ότι αυτός ο «οικονομικός κοσμοπολιτισμός» που αφορά τόσο τα αρχικά γερμανικά σχέδια όσο και το σχέδιο για την ΕΟΚ, καθόλου δεν αμφισβητούσε τη σταδιακή κυριαρχία των βασικών οικονομικών και πολιτικών εθνικισμών στο κοινό στερέωμα, αποκλειστικά του γερμανικού εθνικισμού στα αρχικά γερμανικά σχέδια, του γαλλικού και σταδιακά και του γερμανικού στο «σχέδιο ΕΟΚ».

Μήπως, όμως, μπορεί η Ενωμένη Ευρώπη να αναχθεί στο περίφημο αριστερό σύνθημα για τις «Ενωμένες (Σοσιαλιστικές) Πολιτείες της Ευρώπης»; Μήπως η συγκρότηση ενός κοινού ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους έχει υπάρξει και ιστορικά το κατάλληλο έδαφος για τη δημοκρατική και σοσιαλιστική αναγέννηση στον ευρωπαϊκό χώρο; Ήδη από την εποχή του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου (1915) είχε τεθεί μέσα στο καμίνι της εθνικιστικής αλληλοσφαγής από πτέρυγες της σοσιαλδημοκρατίας των ευρωπαϊκών χωρών το σύνθημα των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» ως άμεσος στόχος που θα ήρε τον πόλεμο, θα ενίσχυε τη δημοκρατία και θα άνοιγε το δρόμο προς το σοσιαλισμό. Αυτή η πρόταση αφορούσε κυρίως όχι ένα σχέδιο οικονομικής ενοποίησης, αλλά ένα σχέδιο πολιτικής ενοποίησης με δευτερεύουσα την οικονομική συνιστώσα. Σε αρκετά σημεία θύμιζε, από μια πάντως πιο προοδευτική σκοπιά, τη θεωρία του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό, δηλαδή τη διεθνή ή έστω περιφερειακή ιμπεριαλιστική ενοποίηση και ολοκλήρωση ως προστάδιο και αναγκαστικό μεταβατικό βήμα προς το σοσιαλισμό και φαίνεται ότι αντανακλούσε ένα σχετικά ισχυρό ρεύμα στη διεθνή Αριστερά. Όμως, ήταν ο Λένιν αυτός που αρνήθηκε την έννοια των «Ε.Π.Ε.». Σε μια σημαντική τοποθέτησή του στο εσωτερικό της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας ( βλ. και σε http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=11916:l...) ο Λένιν υποστήριξε ότι σε συνθήκες όξυνσης των ενδοκαπιταλιστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων η υλοποίηση του συνθήματος θα οδηγούσε είτε σε μια αντιδραστική κατεύθυνση είτε θα ήταν απολύτως αδύνατη. Η αντιδραστική κατεύθυνση θα σήμαινε την απεμπόληση της σοσιαλιστικής επανάστασης σε κάθε μία χώρα, το να τεθεί ως προτεραιότητα ένας στόχος είτε αδύνατος είτε υποκείμενος στον έλεγχο του ταξικού αντιπάλου και να αποδεχτεί το εργατικό κίνημα μια προσωρινή συμφωνία των καπιταλιστών για τον αμοιβαίο έλεγχο των πόρων και των αγορών, δηλαδή μια προσωρινή συμμαχία των καπιταλιστών μεταξύ τους με καθορισμό της σφαίρας επιρροής του καθενός. Ήδη η άρνηση της θεωρίας του «υπερϊμπεριαλισμού» από τον Λένιν φανέρωσε ότι μια συμφωνία τέτοιου τύπου αναγκαστικά θα ήταν προσωρινή και θα ήταν μια παρένθεση έως τον επόμενο οικονομικό ή και πολιτικοστρατιωτικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι η Αριστερά δεν υπήρξε ποτέ ο κύριος ή ο έστω ηγεμονικός παράγων του συνθήματος ή του πλαισίου για την Ενωμένη Ευρώπη και ιδίως για την οικονομικά ενωμένη καπιταλιστική Ευρώπη. Το πλαίσιο αυτό προτάθηκε κατά καιρούς από τα επιτελεία των ιμπεριαλιστικών αρχουσών τάξεων των ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών (ιδίως από την Γερμανία) ή από διανοούμενους και πολιτικούς των αρχουσών τάξεων μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Υπάρχει, όμως, ένα ζήτημα όσον αφορά την πορεία μετασχηματισμού της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1985: η απόφαση του καλοκαιριού 1985 για την πορεία προς μια στενότερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και την τελική νομισματική ενοποίηση ως το 1992 και η τελική υπογραφή της Ε.Ε.Π. το 1986 έφεραν, μεταξύ άλλων, και το στίγμα/παρέμβαση του Ιταλού πολιτικού Αλτιέρο Σπινέλι, ο οποίος υπήρξε από τους πρωταγωνιστές του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού, αλλά και ένας πολιτικός πολύ κοντά στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Εδώ φαίνεται όχι μια πρωταγωνιστική αριστερή τάση στη συγκρότηση της οικονομικής Ενωμένης Ευρώπης αλλά, αντίθετα, μια ισχυρή τάση ηγεμόνευσης ενός τμήματος της Αριστεράς (του προσκείμενου στον Ιστορικό Συμβιβασμό) από το σχέδιο των αρχουσών τάξεων στην Ευρώπη. Όπως και ο Ιστορικός Συμβιβασμός γενικότερα, αυτή η τάση ηγεμόνευσης της Αριστεράς από τον ευρωπαϊσμό κατέτεινε στην ταξική συνεργασία και στην αποδοχή ενός σχεδίου με χαρακτηριστικά όχι μόνο καπιταλιστικά με ταυτόχρονη διατήρηση των όποιων δομών του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους αλλά όλο και περισσότερο και όλο και πιο έντονα νεοφιλελεύθερα. Θυμίζουμε εδώ ότι η περίοδος σύναψης της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης ήταν η περίοδος των μεγάλων συγκρούσεων της βρετανικής άρχουσας τάξης με τους ανθρακωρύχους και της γερμανικής άρχουσας τάξης με τους μεταλλωρύχους (I.G. Metall) ενόψει της νεοφιλελεύθερης απαξίωσης κεφαλαίου και καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων από τις δυνάμεις το κεφαλαίου. Προφανώς, η φυγή προς τα εμπρός των καπιταλιστικών ηγεσιών στην Ευρώπη είχε σχέση και με τα προβλήματα της ταξικής πάλης σε κάθε μια χώρα, όπου οι κοινωνικές αντιστάσεις βιώνονταν ως οικονομικές και κοινωνικές δυσκαμψίες.

Μύθος Δεύτερος: Η ΕΟΚ, και η Ευρωπαϊκή Ένωση ως διάδοχος της ΕΟΚ, αποτέλεσαν και αποτελούν έναν τόπο ανάπτυξης και άνθησης της δημοκρατίας και ισχυρής προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Υποστηρίζεται ευρέως ότι ο ευρωπαϊκός πολιτικός και κοινωνικός χώρος είναι ο προνομιακός για την ανάπτυξη των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Αυτό είναι ένα διακριτό επιχείρημα από το πασίδηλο γεγονός ότι οι αξίες και οι ιδέες του ρεπουμπλικανισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν πρώτα απ’ όλα (αλλά όχι αποκλειστικά) στην Ευρώπη και στις χώρες που επηρεάσθηκαν άμεσα από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό (όπως οι ΗΠΑ). Όμως, αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι η ΕΟΚ και η Ευρωπαϊκή Ένωση από την ίδρυσή τους και μέχρι σήμερα υπήρξαν φιλικές προς τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εδώ, πάντως, υπάρχει και μια αντινομία, η οποία αξίζει να προσεχθεί. Η έννοια της δημοκρατίας δυτικού τύπου περιλαμβάνει δύο διαφορετικά πράγματα:

α) τις πολιτικές κατακτήσεις των εργαζομένων από την αυγή του καπιταλισμού και μέχρι σήμερα (πολιτικά δικαιώματα και ατομικά δικαιώματα με πολιτική χρήση, κοινωνικά δικαιώματα) και β) το καθεστώς ή μορφή κυριαρχίας της αστικής δημοκρατίας ως μορφή κυριαρχίας του κεφαλαίου, η οποία ενσωματώνει αλλά και αποδυναμώνει ταυτόχρονα τις πολιτικές κατακτήσεις των εργαζομένων. Η δεύτερη διάσταση της δημοκρατίας υπήρξε πραγματικά για πολλά χρόνια η αντιπροσωπευτική μορφή αστικής κυριαρχίας στην Δυτική Ευρώπη και από ένα σημείο και πέρα και στην Ανατολική. Όμως, το πόσο έγιναν σεβαστά τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα στην ΕΟΚ και την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι αυτόματη συνέπεια του ότι μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ως έναν βαθμό η αστική δημοκρατία: είναι αποτέλεσμα της έκβασης της ταξικής πάλης στην Ευρώπη, καθώς ιδίως μετά το τέλος της δεκαετίας του 1980 η αστική δημοκρατία είναι τόπος συρρίκνωσης των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας αλλά και καθώς τα τελευταία χρόνια η αστική δημοκρατία διεθνώς στο πλαίσιο της δομικής κρίσης του καπιταλισμού μετατρέπεται σε μια μορφή κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού (ιδίως στην Ελλάδα αλλά και αλλού στην Ε.Ε.).

Η ΕΟΚ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν υπάρξει ιστορικά διακυβερνητικές ενώσεις χωρίς εσωτερική δημοκρατική ζωή. Όλες οι βασικές αποφάσεις των οργάνων τους ήταν αυθαίρετες σε σχέση με την πολιτική νομιμοποίηση του «λαού των εθνών-κρατών» ή του «λαού της Ευρώπης» και στηρίζονταν στη διακυβερνητική ενοποίηση των αστών πολιτικών και των ευρωπαϊκών αρχουσών τάξεων. Πρόκειται για το σεμνά λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» στην Ε.Ε. Τυπικά, η Ε.Ε., πέρα από το ζήτημα της απουσίας της δημοκρατικής νομιμοποίησης της ίδιας της δομής της, προκρίνει και θέτει ως όρο για την ένταξη σε αυτήν το αστικοδημοκρατικό και κοινοβουλευτικό καθεστώς για κάθε μια χώρα-μέλος. Άρα, ένα κράτος με αντιδημοκρατική συμπεριφορά θα έπρεπε είτε να μην μπορεί να εντάσσεται σε αυτήν ή να εκπίπτει από τη συμμετοχή της σε αυτήν και να διώκεται από αυτήν. Το γεγονός ότι η σημερινή φιλοφασιστική Ουκρανία θεωρείται πρόσφορη για να ενταχθεί στην Ε.Ε. -και μάλιστα κατά προτεραιότητα- καταδεικνύει ότι η Ε.Ε. είναι βασικά μια ιμπεριαλιστική διακυβερνητική συμμαχία και ένωση, η οποία δεν τρέφει καμία αληθινή πίστη στις αξίες ακόμη και της αστικής δημοκρατίας παραδοσιακού τύπου. Η γεωπολιτική και οικονομική σκοπιμότητα της Ε.Ε. έχουν πλέον απεκδυθεί από κάθε δημοκρατικό και πολιτικά φιλελεύθερο πέπλο και η αντίθεση με τον «αυταρχισμό του Πούτιν» μπορεί να προσλάβει ως σύμμαχο και ακραία ακροδεξιές και φασιστικές ομάδες.

Επιπλέον, οι αυστηρά νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν στην Ε.Ε. ήδη από τις συνθήκες του Μάαστριχτ (1991) και Άμστερνταμ (1997) με αφετηρία τις τέσσερις βασικές ελευθερίες της Ε.Ε.(ελευθερία κίνησης εμπορευμάτων και υπηρεσιών, ελευθερία κίνησης εργαζομένων, ελευθερία κίνησης κεφαλαίων) σήμαναν και μέσα από ειδικότερα νομοθετήματα και δράσεις-πλαίσια (Λευκή Βίβλος, Πράσινη Βίβλος) τόσο την καταρράκωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και τη συρρίκνωση της δημόσιας περιουσίας και της κοινωνικής ωφελιμότητας όσο και τη συστολή των δικαιωμάτων πολιτικής συμμετοχής, αφού τα εθνικά Κοινοβούλια και αποστερήθηκαν τη λήψη αυτών των βασικών επιλογών αλλά και υποχρεώθηκαν να αντιστοιχηθούν με αυτές τις επιλογές. Την ίδια στιγμή η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων κατά της ένταξης στην Ε.Ε. ή κατά βασικών επιλογών της Ε.Ε. (όπως το Ευρωσύνταγμα) μετά από διαδοχικές αρνήσεις ορισμένων λαών (Γαλλία, Ιρλανδία, Ολλανδία) κατέληξε σε φιάσκο, αφού οι αποφάσεις αυτές απαξιώθηκαν και αγνοήθηκαν από τις αστικές τάξεις και τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Ακόμη πιο πρόσφατα, η εισαγωγή από τα όργανα της Ε.Ε. ρυθμίσεων που επιτείνουν και ενδυναμώνουν τις ρυθμίσεις του Μάαστριχτ για το δημοσιονομικό έλλειμμα και χρέος, τον πληθωρισμό κ.λπ. όπως το Δημοσιονομικό Σύμφωνο ή το Σύμφωνο Σταθερότητας ή οι ρυθμίσεις για τον έλεγχο των εθνικών προϋπολογισμών αποδυναμώνει πλήρως τον έλεγχο των εθνικών κρατών πάνω στην οικονομική και δημοσιονομική πολιτική τους και, άρα, αίρει βασικές όψεις της λαϊκής κυριαρχίας στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Έτσι, οι νεοφιλελεύθερες και ιμπεριαλιστικές ρυθμίσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αντιπαράθεσης και να καταργηθούν από την πάλη των λαών και των εργαζομένων σε κάθε κράτος, ενώ, ακόμη και αν γίνει κατορθωτός ο συντονισμός των εργαζομένων σε ευρωπαϊκή κλίμακα, οι άρχουσες τάξεις θα απαντήσουν με ένα συνεκτικό πλαίσιο καταστροφικών αντιμέτρων για τη μισθωτή εργασία αλλά και θα απειλήσουν με τη διάλυση της Ε.Ε. και την αναδίπλωσή της σε μικρότερη και στενότερη βάση. Η Ε.Ε. δεν μπορεί στο θέμα της δημοκρατίας -όπως και στο θέμα της οικονομίας- να πάψει να είναι αντιδραστική. Τρεις πιθανότητες ανοίγονται ιστορικά: ή η αναδίπλωση της Ε.Ε. σε έναν στενότερο πυρήνα κάτω από την πάλη των λαών ή η συνέχιση και εμβάθυνση/ενοποίησή της προς μια αντιδραστικότερη ακόμη κατεύθυνση ή η σταδιακή ή και ταυτόχρονη διάλυσή της κάτω από την πάλη των λαών και των εργαζομένων και η κατασκευή ενός πραγματικά δημοκρατικού και σοσιαλιστικού κοινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος που δεν θα αίρει, όμως, την τοπικότητα και τις εθνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες. Η τέταρτη εκδοχή, αυτή του δημοκρατικού μετασχηματισμού της Ε.Ε., προϋποθέτει μια πολιτική και θεσμική ευελιξία και πολιτική «ανοιχτότητα» αυτών των δομών, κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί από κανένα επεισόδιο της εξέλιξής τους και ιδίως έχει δραματικά διαψευσθεί μετά την πλήρη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία στην Ε.Ε. (1991).

Μήπως, όμως, η ΕΟΚ και η Ε.Ε. υπήρξαν όντως αποτελεσματικά θεσμικά μετερίζια κατά των αντιδημοκρατικών ή και ανοιχτά αυταρχικών πολιτικών στα κράτη της δυτικής και αργότερα και της ανατολικής Ευρώπης και στηρίγματα της «κοινωνίας των πολιτών»; Ας κάνουμε εδώ ένα μικρό ιστορικό απολογισμό:

Η Γαλλία, όντας μέλος της ΕΟΚ μετά το 1957, πραγματοποίησε έναν αιματοβαμμένο αποικιοκρατικό αγώνα στην Αλγερία μέχρι το 1961. Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα και πέρα από τα λουτρά αίματος και τα βασανιστήρια στην ίδια τη μαρτυρική Αλγερία, οι Γάλλοι αποικιοκράτες δολοφόνησαν το 1961 περίπου εκατό Αλγερινούς διαδηλωτές στο Παρίσι και πέταξαν τα πτώματά τους στον Σηκουάνα (βλ. και σε Ντιντιέ Ντενένξ «Έγκλημα και μνήμη»).

Η Γαλλία, η Βρετανία και η Γερμανία στήριξαν ολόπλευρα τον αγώνα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ (1963-1973).

Η Βρετανία, όντας μέλος της ΕΟΚ από τηνδεκαετία του 1970, άσκησε μια παγκόσμια αποικιοκρατική πολιτική αλλά και ειδικότερα στο βρετανικό και ιρλανδικό έδαφος καταπάτησε ανοιχτά τα ανθρώπινα δικαιώματα, οδήγησε απεργούς πείνας στο θάνατο και επέβαλε μια στρατοκρατική καταπιεστική πολιτική. Επίσης, η θατσερική πολιτική, χωρίς καμία αντίδραση από την ελίτ της ΕΟΚ, κατέστειλε βάρβαρα τις απεργίες με την έφιππη αστυνομία και τα λοκ άουτ κατά των απεργών.

Το Βέλγιο ως μέλος της ΕΟΚ παρενέβη στο Κογκό στις αρχές του ’60 υποκινώντας πραξικοπήματα, αιματηρές επεμβάσεις και δολοφονίες των αριστερών ηγετών της χώρας όπως ο Πατρίς Λουμούμπα.

Η Γαλλία και η Βρετανία μέχρι και σήμερα επεμβαίνουν ανοιχτά στην Αφρική και αλλού (Μάλι, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Νέα Καληδονία, Σιέρα Λεόνε κ.ά.) επιβάλλοντας με το αίμα την κλοπή των πρώτων υλών και πνίγοντας την αναπτυξιακή και κοινωνική πορεία αυτών των χωρών. Βεβαίως, κάθε αντίδραση στις πολιτικές αυτές των ευρωπαϊκών πολυεθνικών διαβάζεται ως «εθνικισμός», «φιλοϊσλαμισμός», φονταμενταλισμός και τα λοιπά γνωστά.

Η Γερμανία, όντας μέλος της ΕΟΚ και αργότερα της Ε.Ε., κυνήγησε αλύπητα τους κομμουνιστές και αριστερούς στο εσωτερικό της ως πράκτορες του «ανατολικού μπλοκ» και στη συνέχεια κατέστειλε άγρια το φοιτητικό κίνημα του γερμανικού Μάη 1968 και αντιμετώπισε το φαινόμενο του αριστερού αντάρτικου πάλης με την υστερική τρομοχειραγώγηση των πολιτών, τη βαθιά περιστολή των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και κρατουμένων έως και τη δολοφονία μερικών από αυτούς στα περίφημα «λευκά κελιά»( 1976,1977). Δεν γνωρίζω να υπήρξε κάποια αντίδραση της ελίτ της ΕΟΚ ή της γραφειοκρατίας της κατά των αντιδραστικών και ανελεύθερων αυτών πολιτικών αλλά ούτε, βεβαίως, και κατά της αντεργατικής και αντιαπεργιακής πολιτικής της Βόννης. Ακόμη δε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο δεν υπάγεται στην ΕΟΚ/Ε.Ε. αλλά στο Συμβούλιο της Ευρώπης, δεν δέχθηκε -σε αντίθεση με άλλες φιλελεύθερες πολιτικά παρεμβάσεις του, όπως κατά της ελληνικής δικτατορίας- ότι οι γερμανικές αρχές στο θέμα της αντιτρομοκρατίας υπερέβησαν διεθνή δικαιώματα και ανθρωπιστικές αρχές.

Οι βασικές χώρες της Ε.Ε. όχι μόνο στήριξαν τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας και το βομβαρδισμό της από τους Αμερικανούς (1999) αλλά και μετείχαν σε αυτόν το βομβαρδισμό (βεβαίως, και η Ελλάδα) πραγματοποιώντας εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Επίσης, οι χώρες αυτές (ιδίως η Γερμανία ως προς την Κροατία) ενίσχυσαν από τη δεκαετία του ’70 ήδη τις αποσχιστικές τάσεις στη Γιουγκοσλαβία και την καταστροφή του ομοσπονδιακού κράτους για να προωθήσουν τα στενά ιμπεριαλιστικά και γεωπολιτικά τους συμφέροντα, τα οποία συνέκλιναν με εκείνα των Αμερικανών.

Στη συνέχεια, ο γαλλο-γερμανικός άξονας τάχθηκε κατά της επέμβασης των ΗΠΑ στο Ιράκ (2003). Όμως, αυτό έγινε καθαρά λόγω ανταγωνιστικών συμφερόντων στην περιοχή και όχι λόγω κάποιων ανθρωπιστικών ή ειρηνιστικών αρχών. Οι χώρες της Ε.Ε. συνέχισαν να χαρακτηρίζουν «τρομοκράτες» τα μέλη της ιρακινής αντίστασης, να προσφέρουν περιοχές τους ως στρατόπεδα συγκέντρωσης και να συμβάλλουν στην εκπαίδευση και εξοπλισμό των κατοχικών δυνάμεων. Επίσης, τα βασικά μέλη της Ε.Ε. μετά τους Δίδυμους Πύργους εισήγαγαν μια νέα γενιά αντιτρομοκρατικών νόμων, οι οποίοι περιέστειλαν τα δικαιώματα των κρατουμένων και ιδίως ενίσχυσαν την ποινικοποίηση των κοινωνικών αντιστάσεων. Επίσης, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που αποτέλεσαν τη Νέα Ευρώπη του Μπους (θυμίζουμε ότι και οι ναζί χαρακτήριζαν το κατοχικό οικοδόμημά τους «Νέα Ευρώπη») και στήριξαν τις απαγωγές και τα βασανιστήρια κατά «τρομοκρατών», ανταμείφθηκαν πλουσιοπάροχα με την ένταξή τους στην Ε.Ε. των «27» το 2004. Δεν θυμάμαι κάτι για καταδίκες του πυρήνα της Ε.Ε. κατά των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης γι’ αυτές τις φιλοπόλεμες και αντιδικαιοκρατικές πρακτικές τους.

Η Ιταλία, μέλος της ΕΟΚ από το 1957, είναι από μόνη της μια «αντιδημοκρατική ήπειρος». Στα τέλη του ’60 και αρχές του ’70 παίχτηκε σοβαρά το ενδεχόμενο ενός ακροδεξιού στρατιωτικού πραξικοπήματος ενάντια στην εργατική τάξη και το ιταλικό «Θερμό φθινόπωρο». Οι ΗΠΑ και το ιταλικό κεφάλαιο καθώς και οι μυστικές υπηρεσίες της Ιταλίας, των ΗΠΑ και της Ελλάδας θα ήταν οι στυλοβάτες του, αν χρειαζόταν. Η προετοιμασία του εκδηλώθηκε με σειρά δεξιών τρομοκρατικών χτυπημάτων. Δεν γνωρίζω καμία πρωτοβουλία της τότε ΕΟΚ για να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο καθώς και καμία πρωτοβουλία της τότε ΕΟΚ για να αποτρέψει τα σχέδια του Ντε Γκολ για στρατιωτικό πραξικόπημα το Μάιο και Ιούνιο του ’68 στη Γαλλία (Π. Σίηλ-Μ. Μακονβίλ «Η γαλλική επανάσταση του Μαΐου 1968», εκδόσεις Θεωρία). Ούτε και πιστεύω ότι, αν είχαν συμβεί αυτές οι μορφές εκτροπής, η Γαλλία ή η Ιταλία θα αποχωρούσαν ή θα εκδιώκονταν από την ΕΟΚ. Επίσης, το 2001 και πάντοτε στους κόλπους της Ε.Ε. οι μεγάλες κινητοποιήσεις στη Γένοβα αποτέλεσαν στόχο μιας μεγάλης κατασταλτικής επίθεσης του ιταλικού αστικού κράτους.

Οι υπηρεσίες και τα όργανα κρατικής ασφάλειας των χωρών της Ε.Ε. σήμερα θεωρούν ως «τρομοκρατικές» πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις με έντονη αντιιμπεριαλιστική και αντιαμερικανική δραστηριότητα όπως η Χεζμπολά στο Λίβανο, η Χαμάς στην Παλαιστίνη, η DHCP στην Τουρκία, κουρδικές μαχητικές οργανώσεις κ.ά. Είναι προφανές ότι το κριτήριο αξιολόγησης των οργανώσεων αυτών σαν «τρομοκρατικών» είναι αποτέλεσμα αυστηρά σκόπιμης πολιτικής αξιολόγησης σε σύμπνοια με τις πολιτικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Οι δυνάμεις ασφαλείας και οι αστυνομίες της Ε.Ε. ή θεσμοί όπως η Frontex αντιμετωπίζουν με τη βία και τον αυταρχισμό τους ανθρώπους των μεγάλων μεταναστευτικών ρευμάτων, φθάνοντας συχνά στην κρατική δολοφονία (όπως στο Φαρμακονήσι). Η Ευρώπη αυτή μοιάζει άλλοτε με στρατόπεδο συγκέντρωσης (όπως αυτά που στήνονται στην Ελλάδα) άλλοτε με φυλακή και άλλοτε με φρούριο.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ένα γονιδιακό και δομικό αντιδημοκρατικό χαρακτηριστικό των ιμπεριαλιστικών και καπιταλιστικών χωρών που συγκροτούν την ΕΟΚ/Ε.Ε. Το στοιχείο αυτό, το οποίο συνδέεται και με την πορεία προς την αυταρχική αστική δημοκρατία στη Δύση ήδη από τη δεκαετία του 1960, αλλά και με την πορεία προς τον ανοιχτό κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό και «εξαίρεση» τα τελευταία χρόνια, έχει ενισχυθεί ιστορικά και πολιτικά μέσα από το μετασχηματισμό της ΕΟΚ σε Ε.Ε. μετά το 1985 και το 1991. Άλλωστε, η ΕΟΚ είχε υπέρ της τις δομές του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους χάρη στην πάλη των εργαζομένων στη Δύση αλλά και στην ύπαρξη του ανταγωνιστικού παραδείγματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (Έρικ Χομπσμπάουμ). Αυτό επερρώνυε και ενίσχυε κάπως το φιλοευρωπαϊκό επιχείρημα των Ιταλών ευρωκομμουνιστών υπέρ της ΕΟΚ. Ακόμη όμως και αν αυτό το επιχείρημα είχε κάποια βάση ως το 1989, στη συνέχεια απλώς χρησιμοποιούνταν μια πραγματικότητα του παρελθόντος ώστε να νομιμοποιήσει το ζοφερό παρόν. Συνεπώς, η θέση ότι οι θεσμοί της Ε.Ε. αποτελούν πεδίο αγώνα με στόχο τον ταξικό μετασχηματισμό τους και μεταβαλλόμενη σχέση δύναμης δεν αποδεικνύεται ούτε ιστορικά αλλά ούτε και με βάση την κριτική πολιτική θεωρία. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται μια θετική έκβαση της ταξικής πάλης να αποτυπωθεί συγκυριακά σε ένα σχετικά θετικότερο πλαίσιο επιλογών όμως αυτή δεν θα είναι η κύρια επιλογή/εκδοχή εντός αυτών των δομών σε στρατηγική κλίμακα. Στην κλίμακα αυτή, η υπάρχουσα εξουσία θα μετατοπισθεί προς μια αυταρχικότερη και αντιδραστικότερη ταξική επιλογή και πιθανόν προς μια άλλη γεωγραφική και πολιτικο-οικονομική ολότητα.

Τρίτος μύθος : H E.E. είναι βασικός πυλώνας και επιτελείο αντίστασης των κοινωνιών στο φασισμό και το ναζισμό.

Παρά τα εγχειρήματα ορισμένων τεχνοκρατών της Ε.Ε. να καταδείξουν τους κινδύνους από την επέκταση του ναζισμού και του φασισμού σε χώρες όπως η Ελλάδα (βλ. Έκθεση του Μούζνιεκς το 2013, η οποία έθετε ενδιαφέροντα ζητήματα ως προς την ασυλία της Χρυσής Αυγής και των ρατσιστικών επιθέσεων στην Ελλάδα), η βασική λογική των κρατών-μελών της Ε.Ε. αλλά και των πολιτικών που προωθούνται στην Ευρώπη από την Ε.Ε. και τα ΔΝΤ ενισχύει καθημερινά την ανάπτυξη του φασισμού και της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Η άνοδος του συντηρητικού ή και ακροδεξιού σκέλους ή συνιστώσας του ευρωσκεπτικισμού είναι το άμεσο αποτέλεσμα της αδυναμίας της ευρωπαϊκής Αριστεράς (και ιδίως του ΚΕΑ) να απαντήσει στον καθεστωτικό ευρωπαϊσμό και στις ακραία νεοφιλελεύθερες, ιμπεριαλιστικές και καπιταλιστικές πολιτικές προτάσεις του. Η αποχώρηση της Αριστεράς από το μαχητικό και αγωνιστικό προσκήνιο και η ωραιοποίηση της Ε.Ε. μέσα από πλαστά κοσμοπολιτικά και δήθεν «διεθνιστικά» ιδεώδη και αξίες, σηκώνει όλο το δυνατό αέρα στα πανιά του δεξιού και ακροδεξιού ευρωσκεπτικισμού, την ίδια στιγμή που η Αριστερά θα έπρεπε να ηγηθεί στο ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα και να το μετασχηματίσει σε αριστερή ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Επιπλέον, η νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ε.Ε. στην ανατολική Ευρώπη πάει χέρι - χέρι με τις πιο αντιδραστικές και συχνά φασιστικές πολιτικές στις χώρες αυτές. Αναβίωση των Ές Ές στα βαλτικά κράτη, ακραίος καθολικισμός στην Πολωνία, επέκταση των δομών του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή και συμπίεση του ρώσικου καπιταλιστικού άξονα, ενίσχυση του φασισμού στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία (στην τελευταία, ανοιχτά φιλοφασιστική «αλλαγή καθεστώτος»). Ποια πολιτικά φιλελεύθερα ή δημοκρατικά ή πολύ περισσότερο κοινωνιοκεντρικά στοιχεία έχει ενισχύσει η Ε.Ε. στην Ανατολική Ευρώπη; Απολύτως κανένα, τα ακριβώς αντίθετα ιδανικά και αξίες είναι τα credo των φιλο-Ε.Ε. και φιλοαμερικανικών ηγετών στην Ανατολική Ευρώπη. Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν και στην Ελλάδα, όπου ακόμη και ανοιχτά πραξικοπήματα όπως αυτό του Ιουνίου 2013 στην ΕΡΤ έτυχαν της επιδοκιμασίας των ηγετών της Ε.Ε. και της ευρωζώνης ως φιλικά προς τον αναγκαίο περιορισμό του δημόσιου τομέα και της δημοσιοϋπαλληλίας...


Πηγή rproject


01/04/2014

Περί Ε.Ε. και «ευρωπαϊσμού»

τoυ Χρήστου Λάσκου


Είναι σταθερά της εσωτερικής κριτικής που γίνεται στην θέση του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση πως ωραιοποιεί την κατάσταση. Επιπλέον, συνεχίζει η κριτική, η θέση του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει την ΕΕ ως τόπο άνθισης της δημοκρατίας, αφειδώλευτης προστασίας των δικαιωμάτων και ως «βασικό πυλώνα και επιτελείο αντίστασης των κοινωνιών στο φασισμό και το ναζισμό» [1]. Με απλά λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ κατατρύχεται, υποτίθεται, από ένα είδος ολοκληρωτικά ανυποψίαστου «ευρωπαϊσμού», που ποντάρει «όλα τα λεφτά» του στη διεκδίκηση του «καλού ευρώ». Δεδομένου ότι το τελευταίο –το «καλό ευρώ»– δεν είναι τώρα πια παρά φαντασιοκοπία, ο πολιτικός μας προσανατολισμός είναι αντικειμενικά καταστροφικός. 

Από την άλλη, η στρατηγική μας συμπυκνώνεται, λέει η κριτική, στη διεκδίκηση μιας ταυτόχρονης ρήξης στο σύνολο της ευρωενωσιακής επικράτειας ή, στην χειρότερη, στην αναμονή της «Μεγάλης Νύχτας στην Ευρωζώνη».

Αλήθεια: σκέφτεται, λέει, διακηρύσσει και προσανατολίζεται ούτως πώς ο ΣΥΡΙΖΑ; 
Αν το έκανε, δεν θα χρειαζόταν κανενός είδους κριτική. Θα ήταν φανερό πως τα μέλη του βρίσκονται σε παράκρουση και το μυαλό τους έχει φυράνει όσο δεν παίρνει. Έλα, όμως, που κάθε άλλο παρά λέει τέτοια πράγματα. Και δεν πρόκειται να αναπτύξω εδώ αυτά που όντως λέει: Μια ματιά στις αποφάσεις του Συνεδρίου φτάνει, για να αποδομήσει τους αποδομητές με τον πιο δραστικό τρόπο: απευθύνοντάς τους τη μομφή πως, προκειμένου να υποστηρίξουν την θέση τους, διατρέφουν ολοκληρωτικά αυτό που «κρίνουν». 

Μολονότι δε τα αντίστοιχα κείμενα του ΚΕΑ βρίσκονται πίσω από αυτά του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε σε εκείνα μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα ατοπήματα που περιγράφονται στην κριτική. 

Τα προηγούμενα, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνουν πως τα ζητήματα της ευρωπαϊκής μας πολιτικής είναι εύκολα, σαφή και ευκρινή. Ούτε πως επιμέρους ή και κεντρικές θέσεις δεν πρέπει να επερωτώνται διαρκώς και να παραμενει ανοιχτός ο ορίζοντας ακόμη και για τη ριζική μεταβολή τους. Όμως η κριτική δεν γίνεται στη βάση αυτή. Και ο βασικός λόγος, νομίζω, είναι αυτό που έχω ήδη επισημάνει: ο στόχος της κριτικής είναι μια καρικατούρα, που δεν υφίσταται σε κανέναν από τους πραγματικούς κόσμους της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Πώς μπορεί να γίνει συζήτηση, να διευκρινιστούν πράγματα, να ριζοσπαστικοποιηθούν περαιτέρω πρακτικές, υπό αυτές τις συνθήκες; Γίνεται; Δεν γίνεται. 

Τι αφορά, λοιπόν, εν τέλει η διαρκής σχετική διαμάχη; Κατά τη γνώμη μου ένα και μόνο πράγμα: την έξοδο από το ευρώ ή και από την ΕΕ. 

Οι κριτικοί θεωρούν πως η «έξοδος» είναι προαπαιτούμενο της εκκίνησης ενός ριζοσπαστικού και προοπτικά αντικαπιταλιστικού αριστερού προγράμματος, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θεωρεί πως η «έξοδος» είναι προαπαιτούμενο της εκκίνησης ενός ριζοσπαστικού και προοπτικά αντικαπιταλιστικού προγράμματος. 

Νομίζω εδώ συγκεφαλαιώνεται το σύνολο της διαμάχης. Και, βέβαια, με τη διεκτραγώδηση της σημερινής ευυρωενωσιακής κατάστασης ή την επισήμανση των δολοφονικών ταξικών στοχεύσεων του κεφαλαίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο καμιά πλευρά δεν κερδίζει κάποιο πλεονέκτημα, στο μέτρο που, εν πολλοίς, αυτά τα μοιράζονται και οι δύο. 

Τι συμβαίνει, λοιπόν; Δεν υποκρύπτεται κάποια πραγματική διαφορά στις δύο τοποθετήσεις; Πρόκειται απλώς για διαφοροποίηση επί της άμεσης πρότασης; Η γνώμη μου είναι πως υποκρύπτεται πραγματική διαφορά. Και μάλιστα μια διαφορά με μεγάλες στρατηγικές συνέπειες. 

Η άποψη του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως ο αντίπαλός μας είναι το κεφάλαιο –και πρώτα απ’ όλα το ελληνικό κεφάλαιο, μικρό και μεγάλο– και ότι στόχος μας πρέπει να είναι «να πληρώσουν οι πλούσιοι την κρίση». 

Η άποψη των κριτικών είναι πως ο αντίπαλός μας είναι το ευρωπαϊκό «συνδικάτο του εγκλήματος», προεξάρχοντος του γερμανικού του τμήματος και, επομένως, στόχος μας πρέπει να είναι η άμεση αποχώρηση. 

Ο στόχος του ΣΥΡΙΖΑ αφορά εξίσου την εργατική τάξη ολόκληρης της ΕΕ: απέναντι στο στόχο αυτό επιχειρεί να την ενώσει και είναι γι’ αυτό που αναδεικνύει ως προνομιακό αυτό το δύσκολο εγχείρημα. 

Ο στόχος των κριτικών είναι η απελευθέρωση του έθνους-κράτους από τα ευρωπαϊκά δεσμά, ώστε να αποτελέσει προνομιακό έδαφος για την υλοποίηση ενός προοδευτικού προγράμματος.  

Σχηματοποιώ, θα μου πει κάποιος. Προφανώς και σχηματοποιώ. Νομίζω, όμως, πως δεν διαστρεβλώνω. 

Δίνω μια φαντασιακή εικόνα της τοποθέτησης του ΣΥΡΙΖΑ, θα πουν άλλοι.  Και έχουν άδικο. Γιατί οι αποφάσεις του κόμματος είναι, χωρίς αμφιβολία, στη γραμμή που περιγράφω. Το γεγονός πως στο δημόσιο λόγο συχνά δεν βγαίνει αυτό το πνεύμα είναι μια πραγματικότητα, συνιστά τεράστιο πρόβλημα και θα πρέπει επιτέλους να ελεγχθεί. Είναι κομματική μας υποχρέωση αυτό. Και δεν αφορά μόνο τα «ευρωπαϊκά» ούτε εντοπίζεται προνομιακά σε κάποια τάση ή υπο-τάση. Είναι συνολικό πρόβλημα. 

Εγώ, ωστόσο, θα συνεχίσω, να θεωρώ θέση του ΣΥΡΙΖΑ αυτή που έχει αποφασιστεί με τις ορθές δημοκρατικές διαδικασίες. Καλό είναι να κάνουμε όλοι το ίδιο. Έτσι θα έχουμε περισσότερες πιθανότητες να αντιλαμβανόμαστε γρήγορα όσα απαιτούν αλλαγή, θα έχουμε, δηλαδή, περισσότερες πιθανότητες να κάνουμε πολιτική. 

Τελειώνοντας αυτό το κείμενο, μεθοδολογικών εν πολλοίς παρατηρήσεων, μια καταληκτική διατύπωση από το άρθρο του σ. Δημήτρη Μπελαντή: 

«Η αποχώρηση της Αριστεράς από το μαχητικό και αγωνιστικό προσκήνιο και η ωραιοποίηση της ΕΕ μέσα από πλαστά κοσμοπολιτικά και δήθεν ‘διεθνιστικά’ ιδεώδη και αξίες, σηκώνει όλο το δυνατό αέρα στα πανιά του δεξιού και ακροδεξιού ευρωσκεπτικισμού, την ίδια στιγμή που η Αριστερά θα έπρεπε να ηγηθεί στο ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα και να το μετασχηματίσει σε αριστερή ριζοσπαστική κατεύθυνση». 

Ισχυρίζομαι πως, πρώτον, δεν προκύπτει από πουθενά πως η ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά, στην πλειοψηφία της, είναι «δήθεν» ο,τιδήποτε, πολύ περισσότερο «δήθεν» διεθνιστική. Δεύτερον, δεν μπορώ να φανταστώ τι σημαίνει μια αριστερή στρατηγική που διαγκωνίζεται με την δεξιά και την ακροδεξιά στα χωράφια του ευρωσκεπτικισμού, αντί να συγκρούεται μετωπικά μαζί τους με σημαία τον αντικαπιταλισμό. 

Εδώ θα έπρεπε να εντοπιστεί η συζήτηση.    

____________

[1] Δημήτρης Μπελαντής, «Ευρώπη και αριστερός ευρωπαϊσμός», Rproject, 24 Μαρτίου 2014
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget