Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Μπροστά στο 2016. Ή, μήπως, το 1937;


του Χρήστου Λάσκου


Οταν αλλάζει ο χρόνος συνηθίζουν οι άνθρωποι να κάνουν απολογισμούς και προβλέψεις. Δεδομένου, όμως, πως ο απολογισμός για το έτος που φεύγει δεν είναι και πολύ ευχάριστος (και όχι μόνο για τους αριστερούς) -στο μέτρο που ξεκίνησε με την ελπίδα να έρχεται, συνέχισε με μειωμένες προσδοκίες και κατέληξε με μηδενικές- ίσως είναι καλύτερα ν’ ασχοληθούμε με προγνώσεις.

Τι μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε πως θα συμβεί τον χρόνο που έρχεται ως προς τα μεγάλα και τα καθοριστικά; Αν κρίνουμε από την κατάσταση την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχουν ίσως δυνατότητες για σχετικά ασφαλείς προγνώσεις.

Με πρώτη κι εύκολη, μάλλον, πως η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ούτε το 2016 –ίσως, μάλιστα, βρεθούμε μπροστά σε μια νέα όξυνση, όπως το 1937 σε σχέση με το 1929.

Στην πραγματικότητα, σε αυτό συγκλίνουν όλοι οι σοβαροί αναλυτές, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προτίμησης –από μεγάλα φαντς μέχρι έγκυρους ακαδημαϊκούς. Ο πιο ασφαλής δείκτης είναι η πορεία των παραγωγικών επενδύσεων, η οποία χαρακτηρίζεται από σχεδόν μηδενικούς ρυθμούς αύξησης, αν όχι από μείωση, 8 ολόκληρα χρόνια έπειτα από το εναρκτήριο κραχ στις ΗΠΑ.

Πράγμα που πείθει, π.χ., τους νεοκεϊνσιανούς τύπου Σάμερς και Κρούγκμαν να προτείνουν ως μόνη λύση, προκειμένου να μην επανέλθει το 2008, την αποενοχοποίηση της φούσκας, «από όπου και αν προέρχεται»: στο μέτρο που οι παραγωγικές επενδύσεις δεν φτουράνε, ας τρομπάρουμε κι άλλο το χρηματοπιστωτικό σκέλος γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε με νέο κραχ.

Είναι φανερό πως πρόκειται για λύση απελπισίας, αν αναλογιστούμε πόσο μελάνι ξόδεψαν οι συγκεκριμένοι για να πείσουν πως στη βάση της κρίσης βρισκόταν η αστάθεια, που συνδέεται με τον υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα και την έλλειψη ρύθμισής του.

Σήμερα, λοιπόν, όχι λόγω ασυνέπειας, αλλά λόγω αδιεξόδου, παρόλο που το παγκόσμιο δημόσιο –κυρίως, όμως, ιδιωτικό- χρέος αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μέσα στην κρίση, γελοιοποιώντας ουσιαστικά τις νεοφιλελεύθερες συνταγές, οι ίδιοι είναι που προτείνουν νομισματικές πολιτικές που ενισχύουν και άλλο τις φούσκες.

Τι άλλο να κάνουν, όμως; Οταν ακόμη και οι αναδυόμενες, με την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία πρώτες, που αποτέλεσαν τις κύριες δυνάμεις ανάσχεσης της ολοκληρωτικής, πιθανά, κατάρρευσης μετά το 2008, φανερά «δεν αισθάνονται καθόλου καλά» πλέον, είναι αναμενόμενο πως όλοι πιάνονται από τα μαλλιά τους.

Ποσοτική χαλάρωση, «τύπωμα χρήματος» με τους πιο ευφάνταστους τρόπους, «χαλάρωση της λιτότητας» με περαιτέρω, όμως, συμπίεση των δικαιωμάτων των εργαζομένων –να οι ιδέες, για να συνεχίσει το πράγμα κουτσά-στραβά μέχρις ότου ο καλός Θεός της καπιταλιστικής ανάπτυξης κάνει το θαύμα του.

Γιατί, υπό τις παρούσες συνθήκες, μόνο σε θαύματα –με όλο το μεταφυσικό βάρος της λέξης– οι, όλων των αποχρώσεων, υποστηρικτές του καπιταλισμού μπορούν να ελπίσουν.

Οι μαρξιστές το λένε καλά, νομίζω, στην ανάλυσή τους. Δεδομένου πως το αποκλειστικό κίνητρο της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι η μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους, στη βάση της κρίσης βρίσκεται η έλλειψη κερδοφόρων παραγωγικών επιλογών για τους κατόχους κεφαλαίου.

Έλλειψη, η οποία, ειρωνικώ τω τρόπω, προκύπτει ακριβώς λόγω του τεράστιου συσσωρευμένου κεφαλαίου που δύσκολα μπορεί να υπεραξιωθεί χωρίς την καταστροφή ενός μεγάλου μέρους του. Ας θυμηθούμε πώς συνέβη αυτό την τελευταία φορά: η Μεγάλη Κρίση του 1929 δεν ξεπεράστηκε παρά με την τρομακτική καταστροφή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Έτσι δουλεύει ο καπιταλισμός. Ολα τα άλλα, με πρώτη και καλύτερη την άγρια επίθεση στον κόσμο της εργασίας, που αυξάνει την άμεση εκμετάλλευση και διαμορφώνει το κοινωνικό τοπίο με όρους 19ου αιώνα και Καρόλου Ντίκενς, ενισχύουν ασύλληπτα και προκλητικά τη θέση των κατόχων κεφαλαίου -και των πλούσιων, γενικότερα. Το πρόβλημα, όμως, που αφορά την επανεκκίνηση της συσσώρευσης –της «ανάπτυξης», δηλαδή– δεν το λύνουν.

Γιατί το πρόβλημα, όπως πάντα στην Ιστορία του καπιταλισμού, είναι η υπερσυσσώρευση. Και αυτή μόνο με καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων λύνεται. Ενώ οι κυρίαρχοι του κόσμου σήμερα ούτε το πλασματικό κεφάλαιο, που αποτελείται από υπερσυσσωρευμένα χρέη, διανοούνται «θεραπευτικά» να διαγράψουν.

Γι’ αυτό έχουν δίκιο όσοι αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό ως ύβρι πλανητικών διαστάσεων –και χωρίς να βάλουμε στο ζύγι την οικολογική διακινδύνευση ή την πλανητική διατροφική απειλή.

Γι’ αυτό έχουν δίκιο οι μαρξιστές. Και επειδή έχουν δίκιο είναι η ανάλυσή τους πολύ περισσότερο ακριβής και συνεκτική από αυτή τόσο των νεοκλασικών όσο και των κεϊνσιανών όλων των ειδών.

Συνιστά, δε, δυστύχημα πως η, παρ’ ολίγον μαρξιστική, ελληνική κυβέρνηση βασίζει όλη της την αφήγηση στην «ανάπτυξη» που θα έρθει μέσα στο 2016! Η «ανάπτυξη» δεν θα έρθει –μιμούμενη, ίσως, την ελπίδα. Μόνο τα βάσανα της πλειοψηφίας θα συνεχιστούν –αποφεύγοντας τη «ρήξη», με μόνη βεβαιότητα τη συνέχιση της κοινωνικής καταστροφής. Όποιος βγάζει νόημα, ας το πει.


Πηγή Εφημερίδα των συνταχτών

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Τι [θα μπορούσε (;) να] είναι το παράλληλο πρόγραμμα;


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η συζήτηση για το παράλληλο πρόγραμμα, ή καλύτερα για ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τι είναι ακριβώς; Η αναζήτηση διορθώσεων του υπαρκτού προγράμματος του “μνημονίου”, ή η υλοποίηση πολιτικών που συνδέονται με ένα διαφορετικό στρατηγικό σχέδιο, το οποίο εξυπακούει μια πλήρη ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση;

Το σχέδιο στο οποίο περιλαμβάνεται η “μνημονιακή” λογική παραμένει η νεοφιλελεύθερη στρατηγική, της οποίας οι κύριοι στόχοι είναι η εξασφάλιση και διατήρηση της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των κοινωνικών υπηρεσιών, ο εκμηδενισμός της συλλογικής οργάνωσης των μισθωτών, και η εξατομίκευση του κόσμου της εργασίας. Έχει σημασία αυτή τη στιγμή να κατανοήσουμε ότι βρισκόμαστε σε μια πολύ προχωρημένη φάση υλοποίησης του νεοφιλελεύθερου προγράμματος, καθώς έχει επιβληθεί μια διαχείριση της οικονομίας η οποία εξασφαλίζει τα εξής:


- σταθεροποίηση της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους και της βιωσιμότητας του τραπεζικού συστήματος στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού,

- πολύ προχωρημένη διαδικασία ιδιωτικοποίησης δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών,

- εξασφάλιση της κερδοφορίας του ιδιωτικού τομέα που έχει απομείνει, με ταυτόχρονη “απεργία” επενδύσεων και δραματικά ποσοστά ανεργία, ιδιαίτερα των νέων,

- αποδυνάμωση έως εξαφάνιση του συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα,

- αποδεδειγμένη και συνεχιζόμενη ανεπάρκεια των περιβαλλοντικών πολιτικών,

- οριακή κατάσταση των κοινωνικών υπηρεσιών και της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.


Η εξέλιξη αυτή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα των μνημονίων της τελευταίας 5ετίας, καθώς η προηγούμενη περίοδος χαρακτηριζόταν από την ενίσχυση του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος, την απώλεια παραγωγικού δυναμικού την ίδια στιγμή που υποστηριζόταν η κερδοφορία της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, την επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και της αδήλωτης εργασίας, και την αμφισβήτηση της χρηματοδότησης των κοινωνικών υπηρεσιών. Η υπερχρέωση της οικονομίας που οδήγησε στην κρίση του 2009, ήταν η κινητήρια δύναμη της μεγέθυνσης κατά την τελευταία περίοδο της δεκαετίας του 2000.

Πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται περισσότερο ως μια συγκυριακή κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας και πολύ λιγότερο ως μια τελική φάση κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι μια ιδιαίτερη ελληνική περίπτωση, αλλά η οξύτερη και προφητική εκδοχή μιας ευρύτερης κρίσης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών. Είναι με άλλα λόγια δύσκολο να σκεφτεί κανείς πόσο μεγαλύτερες διαστάσεις πρέπει να πάρει η κοινωνική, παραγωγική και περιβαλλοντική καταστροφή, για να αντιληφθούμε ότι η συζήτησή μας αφορά πλέον με άμεσο τρόπο τη μετάβαση σε μια μετα-καπιταλιστική εποχή. Σε μια τέτοια εποχή καλούμαστε να ετοιμάσουμε το σχεδιασμό μιας άμεσης εξέλιξης προς μια κοινωνία ισότητας, με αξιοπρεπή εργασία και βιοτικό επίπεδο για τα μέλη της, ικανής να προστατεύει το περιβάλλον και ειδικότερα τους φυσικούς πόρους, ενώ θα αναπαράγεται με βάση αυτές τις στρατηγικές επιλογές.

Ξεκινώντας από το σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα, πρέπει να εγκαταλείψουμε τη λογική της κλασσικής κεϋνσιανής “ανάπτυξης”, καθώς αυτή η λογική  – όπως μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε – κάνει ότι δεν καταλαβαίνει τα ζητήματα περιβαλλοντικής στρατηγικής, και παραπέμπει στο μακρινό μέλλον την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, ειδικότερα δε της ανεργίας. Είμαστε υποχρεωμένοι να υιοθετήσουμε μια λογική σχεδιασμού με στόχους οι οποίοι υπηρετούν άμεσες περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανάγκες, προσαρμόζοντας την εξέλιξη της παραγωγής και τη συνολική εξέλιξη της οικονομίας σε αυτό το σχεδιασμό. Χρειάζεται να τεθούν στόχοι που είναι δυνατόν να επιτευχθούν μέσω της διαμόρφωσης μιας ευρείας συναίνεσης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και ομάδων οι οποίες έχουν κάθε συμφέρον να τους υποστηρίξουν. Όταν μιλάμε για σχεδιασμό αναφερόμαστε στη δημοκρατική εμπλοκή της κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων σε ότι αφορά τις πολιτικές στοχεύσεις και τις μεθόδους υλοποίησής τους, που πρέπει όμως να ξεκινήσει από την παρουσίαση σχετικών προτάσεων από την πλευρά των αρμόδιων εθνικών και περιφερειακών θεσμών.

Η ανάγκη επεξεργασίας ενός τέτοιου σχεδιασμού, τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, πρέπει να αποτελεί την αφετηρία της επεξεργασίας ενός αριστερού προγράμματος, με σαφή οικολογικό και κοινωνικό προσανατολισμό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι ένα σημερινό παράλληλο πρόγραμμα μπορεί να έχει αυτή την πληρότητα. Δεν μπορεί όμως το πρόγραμμα αυτό να συμβολίζει απλώς με μεμονωμένες παρεμβάσεις έναν διαφορετικό προσανατολισμό, αλλά πρέπει να θέτει θεσμικές και κοινωνικές βάσεις ικανές να παράγουν αυτό το νέο σχεδιασμό, να συγκροτούν ταυτοχρόνως κοινωνικές συμμαχίες ικανές να στηρίξουν πολιτικά μια νέα στρατηγική, και να αποδομούν το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.

Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι σήμερα μια δοκιμασμένη τακτική, αλλά μια υπόθεση εργασίας σε ότι αφορά τη δυνατότητα αντιμετώπισης της δραματικής αποδυνάμωσης και αποδιοργάνωσης του κόσμου της εργασίας, και της εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας κεφαλαιούχων, πλουσίων και μεσοαστών που στηρίζει ως τώρα επιτυχώς το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Βρισκόμαστε σε μια ανεξερεύνητη περιοχή στην πραγματικότητα, ενώ γνωρίζουμε ήδη από την εμπειρία της Λατινικής Αμερικής ότι ακόμα και εκτεταμένες πρωτοβουλίες ανασυγκρότησης του κόσμου της εργασίας και του πλήθους των ανέργων και φτωχών, δεν κατορθώνουν εύκολα να επιβάλουν μια αλλαγή οικονομικής στρατηγικής, καθώς ο καπιταλιστικός τομέας της οικονομίας ακολουθεί τη δική του λογική, την οποία δεν τροποποιεί ακόμη και σε στιγμές έντονης οικονομικής και πολιτικής κρίσης (όπως στη Βραζιλία κατά την τρέχουσα περίοδο).

Ανεξάρτητα από την πληρότητα που μπορεί να έχει ένα παράλληλο πρόγραμμα σήμερα, δεν μπορεί να αποφύγει το να εγκαινιάσει τρεις απαραίτητες στρατηγικές κατευθύνσεις: τον σχεδιασμό αλλαγών στον παραγωγικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό τομέα, την εφαρμογή ενός συστήματος διοίκησης αυτού του σχεδιασμού με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων και της κοινωνίας, και την πραγματοποίηση μιας αναδιανομής του εισοδήματος και του πλούτου, η οποία αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την εξεύρεση πρόσθετων πόρων και την ενίσχυση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το σημαντικό είναι βέβαια ο βαθμός στον οποίο προχωράει ένας τέτοιος προσανατολισμός, αλλά ακόμη περισσότερο ο βαθμός στον οποίο οι πολιτικές και οι δράσεις που υλοποιούνται ενισχύουν τις δυνάμεις της εργασίας, τις οργανώνουν, τους επιτρέπουν να αναλαμβάνουν έναν ενεργό ρόλο στο επίπεδο του σχεδιασμού και της υλοποίησης της ανασυγκρότησης.

Σχετικά με τη συγκρότηση του κόσμου της εργασίας, και την οργάνωση του σε σχέση με την παραγωγή και τη λήψη αποφάσεων για την παραγωγή, έχουν μεγάλη σημασία η στήριξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, η υποστήριξη της ανάληψης επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους (περιπτώσεις ΒΙΟΜΕ, “Λαναρά”), αλλά και η προώθηση της συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση δημοσίων επιχειρήσεων ή υπηρεσιών, όπως και μεγάλων ιδιωτικών (πρόκειται για μια κατεύθυνση ανάδειξης  κυβερνητικών ή συνδικαλιστικών πρωτοβουλιών που έχει ως σήμερα παραμεληθεί).

Η προώθηση της λογικής του σχεδιασμού, σε εθνικό, περιφερειακό, ή τοπικό επίπεδο, προϋποθέτει τόσο τη δραστηριοποίηση μελετητικών ομάδων (σε συνεργασία ή όχι με ερευνητικά και πανεπιστημιακά ιδρύματα), όσο και την ενεργοποίηση διαδικασιών διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων με ευρεία κοινωνική συναίνεση, σε ότι αφορά τους στόχους του σχεδιασμού και τις μεθόδους και διαδικασίες υλοποίησής του.

Σημαντικό ρόλο σε σχέση με την επεξεργασία και υλοποίηση ενός παράλληλου προγράμματος, έχει η σύνδεση κοινωνικών στόχων ή και στόχων που συνδέονται με την απασχόληση, με μεθόδους ανακατανομής του εισοδήματος και του πλούτου. Είναι μια προοπτική δίκαιη και υλοποιήσιμη, η οποία δεν μπορεί  μόνο να βρει νέους πόρους, αλλά νομιμοποιεί και την αξιοποίησή τους για κοινωνικούς και παραγωγικούς σκοπούς. Η ανασυγκρότηση της χώρας, με αφετηρία τα σημερινά επίπεδα ανεργίας και φτώχειας, τη σημερινή ανισότητα σε ότι αφορά την κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου, δεν μπορεί να υλοποιηθεί με το σεβασμό και τη διατήρηση του σημερινού βαθμού ανισότητας.


Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

«Ήταν ένας μάγος», Συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ [Αφιέρωμα στον Λουί Αλτουσέρ]


Τον περασμένο Φεβρουάριο, η γαλλική μηνιαία επιθεώρηση Le Magazine Littéraire (τεύχος 551), δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στη μνήμη του γάλλου κομμουνιστή φιλοσόφου Λουί Αλτουσέρ. Τέσσερις γνωστοί παλιοί μαθητές του, τέσσερις διανοητές που γνώρισαν τον Αλτουσέρ και δούλεψαν μαζί του, οι Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ζάκ Ρανσιέρ, Μπερνάρ-Ανρί Λεβί και Ζάν-Κλώντ Μιλνέρ, μίλησαν για το δάσκαλό τους, το φιλόσοφο που αποτέλεσε βασική αναφορά για πολλές γενιές διανοούμενων στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.


Φιλόσοφος μαθητής του Αλτουσέρ από το 1960, Ζακ Ρανσιέρ δημοσίευσε πρόσφατα το έργο «Figures de l' histoire» και το «Le fil perdu: Essai sur la fiction moderne» (ed. La Fabrique).

Μετάφραση: Χρύσα Χαρίση
Επιμέλεια: Αναστασία Ματσούκα


- Σε ποιο πλαίσιο έλαβε χώρα το σεμινάριο του Αλτουσέρ για το «Κεφάλαιο»;

Στην πραγματικότητα το σεμινάριο άρχισε το φθινόπωρο του 1964. Το έργο «Για τον Μαρξ» εμφανίστηκε ένα χρόνο αργότερα, αλλά έχουμε ήδη διαβάσει τα άρθρα που το συνθέτουν. Ο Αλτουσέρ δεν ήταν απλά ένας θεωρητικός που θα θαυμάζαμε τη σκέψη του. Ήταν, επίσης, ένας μάγος που είχε μια εξαιρετική προσωπική λάμψη και ασχολείτο με εκπληκτικούς θεωρητικούς αυτοσχεδιασμούς. Αλλά υπήρχαν ακόμη οι συνθήκες, ο μεγάλος αναβρασμός της δεκαετίας του '60, η επανάσταση στην Κούβα, οι μάχες της αποαποικιοποίησης, ο μαοϊσμός, η ιδέα μιας νέας επαναστατικής εποχής ήταν στο απόγειό της. Σε αυτό το σημείο, ο Αλτουσέρ πρότεινε πολύ απλά να φέρουμε το θεωρητικό όπλο μιας επανεκκίνησης του μαρξισμού. Επρόκειτο, ταυτόχρονα, για μια επιστροφή του μαρξισμού στην πρωτότυπη καθαρότητά του και με σκοπό την ανάδειξή του ως σύγχρονου όλων των μεγάλων θεωρητικών καινοτομιών της εποχής: της στρουκτουραλιστικής ανθρωπολογίας του Λεβί Στρως, της λακανικής ψυχανάλυσης, της αρχαιολογίας της γνώσης του Φουκώ, κοντολογίς όλων όσων περικλείει η λέξη «στρουκτουραλισμός». Αλλά ο Αλτουσέρ δεν ήταν ο καθηγητής που δίδασκε αυτόν τον ανανεωμένο μαρξισμό. Ήταν ο δάσκαλος που τον υπέδειξε σαν καθήκον προς εκτέλεση και μας μετέτρεψε σε παράγοντες αυτής της επανεφεύρεσης.


- Ποια ήταν τα στάδια αυτού του έργου που συνέδεαν φιλοσοφία και πολιτική;

Υπήρχε ήδη το σεμινάριο για τον νεαρό Μαρξ που είχε υπογραμμίσει την απόσταση από τις παραλλαγές των ουμανιστών και υπαρξιστών του μαρξισμού, Έπειτα, το σεμινάριο για τον στρουκτουραλισμό που ήθελε να καθορίσει την καινοτομία αυτού του παραδείγματος και να δείξει την αναλογία του με τη σκέψη του Μαρξ. Υπήρχε αυτό το σεμινάριο για το «Κεφάλαιο» που έπρεπε να ελευθερώσει σε αυτό το κείμενο την αληθινή φιλοσοφία, τη μη αναγνωρισμένη ακόμα από τον Μαρξ. Και το τρελό της υπόθεσης: ήμασταν εμείς, νεαροί φοιτητές, που είχαμε σαν αποστολή να διαβάσουμε εκ νέου το «Κεφάλαιο» και να ξαναξεκινήσουμε τον μαρξισμό στη θεωρία. Σε ό, τι αφορά εμένα, είχα την αρχική εργασία: έπρεπε να εισαγάγω το σεμινάριο δείχνοντας τη διακοπή ανάμεσα στα «ιδεολογικά» κείμενα του νεαρού Μαρξ και την «επιστήμη» του «Κεφαλαίου». Τώρα, αν και ήξερα σε βάθος τα πρώτα, δεν είχα διαβάσει ποτέ το δεύτερο. Το ανακάλυψα ενώ έπρεπε να πω την αλήθεια. Το αποτέλεσμα για εμένα ήταν μια τρελή κούρσα, κάτι παραπάνω από μια ανακάλυψη του «ορθολογικού πυρήνα» της μαρξιστικής διαλεκτικής: μια ανάγνωση του Μαρξ κατά τρόπο στρουκτουραλιστικό που όξυνε την απόσταση ανάμεσα στο αληθινό κίνημα του στρουκτουραλισμού και την αντίληψη των εγκλωβισμένων εργατών στο φαινομενικό κίνημα. Το σεμινάριο είχε στην πραγματικότητα έναν χαρακτήρα αρκετά ακαδημαϊκό: ένα είδος δημόσιων διαλέξεων με μια διαδοχή παρουσιάσεων που πρόσφεραν λιγότερα από αυτά που είχαν υποσχεθεί. Αλλά, κατά κάποιον τρόπο, η πράξη αυτής της πρωτόλειας ιδιοποίησης της θεωρίας ήταν πιο αποτελεσματική. Με το να υπόσχεσαι περισσότερα από αυτά που μπορείς να κάνεις, ανοίγεις έναν χώρο έρευνας, προκαλείς καινούργιες δυναμικές για δράση.


- Η αιχμηρή θεωρία του Αλτουσέρ παρήγαγε μια πολιτική ανανέωση; Αναφέρετε αυτήν την δημιουργική του ικανότητα στο «Μάθημα του Αλτουσέρ»;

Υπάρχουν δύο επίπεδα να εξετάσουμε. Από άποψη δογματικού περιεχομένου, η νέα ερμηνεία που προτείνει ο Αλτουσέρ έκανε μια κριτική σε αυτόν τον εξελικτικό μαρξισμό που περίμενε το σοσιαλιστικό μέλλον της ιστορικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, τονίζοντας τη στρουκτουραλιστική λογική των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και προτείνοντας μια λογική ασυνέχειας της ιστορίας, ξαναέθεσε σε πρώτο πλάνο το τεράστιο χάσμα μεταξύ του καπιταλιστικού παρόντος και του σοσιαλιστικού μέλλοντος. Ενάντια στην ιδέα της «ειρηνικής μετάβασης« που υποστήριζε το σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα, θύμισε την ύπαρξη της επαναστατικής αλλαγής. Η αλήθεια είναι πως αυτή η απόσταση αντισταθμίστηκε, αν δεν ακυρώθηκε, από την ακαμψία της αντίθεσης μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας. Επέστρεψε στη μαρξιστική πρωτοπορία, που τέθηκε ως μόνη κάτοχος της αληθινής γνώσης ανάμεσα στις τυφλωμένες μάζες, αυτή τη γνώση που ο αντι-ιστορικισμός της αφαίρεσε. Στην πραγματικότητα, βέβαια, το δογματικό περιεχόμενο και οι ασάφειές του είχαν μικρότερη σημασία από την πράξη εγκαθίδρυσης ενός πεδίου άμεσης αποτελεσματικότητας της θεωρίας. Η διάσημη θεώρηση της συγχώνευσης της μαρξιστικής θεωρίας και του εργατικού κινήματος που αποτελούσε το δόγμα των κομμουνιστικών κομμάτων σήμαινε στην ουσία ότι η ερμηνεία του μαρξισμού και η μετάφρασή του για συγκεκριμένη δράση ήταν υπόθεση των πολιτικών αρχών αυτών των κομμάτων.


- Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της έννοιας της «θεωρητικής πρακτικής»;

Με τον τρόπο αυτό, ο Αλτουσέρ αυτονόμησε τη θεωρία του Μαρξ και την απέσπασε τους κομμουνιστικούς μηχανισμούς που πίστευαν ότι ήταν οι μόνοι που γνώριζαν πώς έπρεπε να τη χρησιμοποιήσουν. Κρίθηκε, αργότερα, ως υπαίτιος μιας «θεωρητικιστικής» παρέκκλισης που είχε ξεχάσει την πολιτική. Αλλά αυτή είναι μια κριτική εντελώς υποκριτική: ο υποτιθέμενος «θεωρητικισμός» δεν λησμονούσε καθόλου την πολιτική, ήταν μια πολιτική πλήρως προσδιορισμένη που άρπαζε τον μαρξισμό από τους θεσμικούς του κατόχους για να τον μοιραστεί με όλους: με όλους τους αναγνώστες, αλλά, πρώτα απ' όλα, με αυτούς που έψαχναν τότε το όπλο για μια καινούργια επαναστατική δράση. Αυτός ήταν ο λόγος, πέρα από τις προθέσεις του Αλτουσέρ, και εν τέλει ενάντια σε αυτές, για τον οποίο ο ίδιος προώθησε τις ρήξεις με τον ορθόδοξο κομμουνισμό: αυτές των αριστερίστικων κινημάτων στην Ευρώπη ή εκείνες των νέων ριζοσπαστικών επαναστατικών κινημάτων στην Λατινική Αμερική. Αυτό που έχουμε τελικά βιώσει είναι ότι το πολιτικό αποτέλεσμα μιας θεωρίας δεν είναι τόσο το περιεχόμενο των διατυπώσεών της όσο η θέση που υιοθετεί για να προβεί στις όποιες διατυπώσεις.


- Είχατε επεξεργαστεί εκείνη την εποχή την ιδέα σας για την κοινή σε όλους δυνατότητα να θεμελιώσουν τη δύναμη της σκέψης και τη δυναμική της χειραφέτησης;

Η αρχή αυτή δεν ήταν ακόμη εντελώς δική μου την εποχή που εργαζόμουν σε αυτό το σεμινάριο για το «Κεφάλαιο». Εκείνη την περίοδο μοιραζόμουν ακόμη, αφελώς, τη στάση των κατόχων της «επιστήμης» ως προς τα δυστυχή θύματα της «αυθόρμητης» ιδεολογίας. Πίσω από αυτή την συνείδηση, υπήρχε η ευρέως αποδεκτή παραδοχή ότι αιτία της υποταγής είναι η άγνοια και, επομένως, η επιστήμη είναι το όπλο της ελευθερίας. Γι' αυτό ο Αλτουσέρ –κι εμείς σε συνέχειά του– πολεμούσαμε βίαια τα φοιτητικά κινήματα που αμφισβήτησαν τα θεσμικά όργανα της γνώσης.

Το κίνημα του 1968 έκανε μια κριτική αυτής της θέσης από τα γεγονότα. Όχι μόνο αυτά τα «ιδεολογικά» θέματα αποδεικνύονταν ικανά να ενεργοποιήσουν ένα κοινωνικό παγκόσμιο κίνημα με πρωτοφανή δύναμη, αλλά, επίσης, αυτό το κίνημα έθετε στο παρόν, για όλους, τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας κόσμος χωρίς ιεραρχία.


- Τι ήρθε να επισημάνει κατά τη γνώμη σας το κίνημα του Μάη του 1968;

Αυτό που έδειξε, και αυτό που είδα να επιβεβαιώνεται μέσω μιας μακράς εργασίας στην ιστορία της εργατικής χειραφέτησης, είναι ότι η υποταγή ή η άρνηση δεν είναι υπόθεση της άγνοιας ή της επιστήμης. Η γνώση των νόμων του καπιταλιστικού συστήματος δεν προκαλεί από μόνη της την ανατροπή του. Και η λογική των πρωτοπόρων που είναι υπεύθυνοι να οδηγήσουν τον μετασχηματισμό της άνισης γνώσης σε ισότιμη συμμετοχή αναπαράγει επ' αόριστον την ιεραρχία, διαχωρίζοντας αυτούς που «γνωρίζουν» από αυτούς που «αγνοούν».

Αυτό που θεμελιώνει την υποταγή δεν είναι η άγνοια, αλλά η δυσπιστία: το συναίσθημα ότι δεν υπάρχει άλλος πιθανός κόσμος, ότι δεν είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε έναν άλλον ή ότι οι άλλοι δεν είναι ικανοί να τον δημιουργήσουν. Η χειραφέτηση είναι η ρήξη αυτής της λογικής της δυσπιστίας. Είναι η επιβεβαίωση μιας ικανότητας που καθένας διαθέτει ως δυνατότητα: μια ικανότητα που για να την ασκήσει κανείς, προϋποτίθεται ότι υπάρχει σε όλους. Η ύπαρξη της ικανότητας αυτής αποδεικνύεται από την άσκησή της. Είναι πρώτα απ' όλα η χειραφέτηση: η απόδειξη από την ύπαρξη νέων δυνατοτήτων σκέψης και πράξης, νέων τρόπων να μείνουμε ενωμένοι. Πώς μπορούμε να φανταστούμε έναν άλλο κόσμο με ανθρώπους που θεωρούμε κολλημένους σε αυτόν εδώ; Και πώς μπορούμε να παραγάγουμε έργα σκέψης αν θεωρούμε ότι αυτή η σκέψη είναι η ενεργοποίηση μιας ικανότητας που δεν είναι παρά προνόμιο λίγων; Η σκέψη είναι μια εργασία που έχει νόημα μόνο ως εφαρμογή μιας κοινής πνευματικής ικανότητας. Η άσκησή της προϋποθέτει τη ρήξη με τη λογική του καταμερισμού της εργασίας που κάνει μια κοινή δύναμη ορισμένο επάγγελμα.


Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Συνέντευξη με τον Χρήστο Λάσκο - «Να μιλάμε για την καθολική χειραφέτηση»


Ο Χρήστος Λάσκος, οικονομολόγος, εκπαιδευτικός και ένα από τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που αποχώρησαν μετά τη μνημονιακή στροφή, ήταν πρόσφατα ομιλητής στην ΑΣΟΕΕ στην εκδήλωση της Πρωτοβουλίας για την Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στη σελίδα αυτή, μιλάει στον Γιώργο Πίττα για την Πρωτοβουλία αλλά και για τη σημερινή εικόνα της κρίσης και της Αριστεράς.


-Τι είναι η Πρωτοβουλία για τη Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς; Πώς αποφασίσατε να ξεκινήσετε αυτήν την πρωτοβουλία και ποιοι οι στόχοι;

Η Πρωτοβουλία για την Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι μια πρώτη προσπάθεια ανθρώπων που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και από την νεολαία του, μαζί με άλλους που για πολύ διάστημα και με πολύ δραστήριο τρόπο ενεργοποιούνται στα κοινωνικά κινήματα και στις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης να διαμορφωθεί ένας χώρος ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης. Μέσα στο συγκείμενο της διαρκώς επιδεινούμενης καπιταλιστικής κρίσης και της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου, που επιχειρεί την υπέρβασή της προς αποκλειστικό όφελός του –με στόχους, μάλιστα, που υπερβαίνουν κατά πολύ τα «άμεσα» και επιχειρούν να διαμορφώσουν στρατηγικά δεδομένα για πολλές δεκαετίες μπροστά.

Είναι δεδομένο πως ο καπιταλισμός μέσα στην κρίση –η οποία, ίσως αποδειχτεί η μεγαλύτερη στην ιστορία- ψάχνει τη δυνατότητα να «τελειώνει  μια και καλή» με τις κατώτερες τάξεις, τα δικαιώματα και τις προσδοκίες τους. Επιδιώκει, δηλαδή, ένα ξεκαθάρισμα ιστορικών λογαριασμών, ώστε να «αποικιοποιήσει» συνολικά τον πλανήτη και τον ανθρώπινο βιόκοσμο.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό πεδίο του ταξικού πολέμου. Αν η Χιλή ήταν πριν από 40 χρόνια ο χώρος, όπου παίχτηκε η πρώτη πράξη κατίσχυσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, η Ελλάδα, αντίστοιχα αποτελεί το πρώτο πεδίο για την επικράτηση της «τελικής καπιταλιστικής αγριότητας».

Τα γεγονότα εδώ αποκτούν, λοιπόν, μια διεθνή ιστορική σημασία.

Και είναι γι’ αυτό που η πολιτική της κυβέρνησης δεν μπορούσε παρά να βρει αντίθετο ένα μεγάλο τμήμα όσων έφτιαξαν και μεγάλωσαν το ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντάς τον πραγματική ελπίδα σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο για τους φτωχούς και τους καταπιεσμένους. Από τον Ιούλιο, δε, κι έπειτα δεν υπήρχε άλλος δρόμος από τον πλήρη διαχωρισμό και την ανοιχτή αντιπαράθεση.

Αυτά που παίζονται αφορούν κάτι πολύ περισσότερο από μιαν υπαναχώρηση στο πλαίσιο ενός «λελογισμένου ρεαλισμού» ένεκα των συσχετισμών. Πρόκειται αντικειμενικά για προσχώρηση στη λογική του αντιπάλου –και, όπως είναι φυσικό, και στην πρακτική.


-Πώς θα σχολίαζες τις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ότι τουλάχιστον με αυτόν στην κυβέρνηση είναι δυνατόν τα μνημόνια να έχουν «κοινωνικό πρόσημο»; Πιστεύεις ότι είναι εφικτό κάτι τέτοιο σήμερα, είτε αφορά αλλαγές στην οικονομική πολιτική είτε ευρύτερα κοινωνικά-πολιτικά ζητήματα, παιδεία κλπ; 

Θέλω να το πω με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια. Η φιλολογία περί «λείανσης» της βαρβαρότητας και αξιοποίησης των «ρωγμών και διακένων» αποτελεί κλασική περίπτωση αυταπατών, που οδηγούν μετά βεβαιότητας στην εγκαθίδρυση μιας μορφής new speak και του σύστοιχου κυνισμού. Το έχουμε δει να συμβαίνει στην ιστορία και στις «καλύτερες οικογένειες».

Δεν υπάρχει καμία περίπτωση άσκησης στοιχειωδώς φιλολαϊκής πολιτικής σε ένα πλαίσιο μνημονιακού ζουρλομανδύα. Καμία περίπτωση.

Ο άγριος καπιταλισμός της εποχής μας όχι μόνο κατασπαράζει κάθε χώρο που είχε διατηρήσει βαθμούς αυτονομίας από το αγοραίο κύκλωμα, αλλά σιγά σιγά κανιβαλίζει τον ίδιο του τον εαυτό, τις ίδιες τις συστημικές συνθήκες της ύπαρξης και της αναπαραγωγής του.

Επί του συγκεκριμένου, τα μνημόνια δεν είναι μια οικονομικοπολιτική συνθήκη, μεταξύ άλλων, που θα μπορούσαν να μείνουν, σε ένα βαθμό έστω, ανέγγιχτες.

Τα μνημόνια είναι η συγκεφαλαίωση της ταξικής σύγκρουσης στην χώρα μας σήμερα. Είναι μηχανή ολοκληρωτικής κοινωνικής εκθεμελίωσης, ένα κολοσσιαίο πείραμα κοινωνικής μηχανικής, που επιχειρεί –και προσώρας, πολύ πετυχημένα- να καταστρέψει όλες τις βιοτικές σταθερές και «διασφαλίσεις» της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Τα μνημόνια δεν λειαίνονται. Ή καταργούνται ή επιβάλλονται ολοκληρωτικά.

Άλλωστε, ο ΣΥΡΙΖΑ το είχε με πολύ εμβρίθεια και αναλυτική επάρκεια αποδείξει χρόνια πριν γίνει κυβέρνηση. Δεν χρειάζεται, για να πειστούμε πως πολύ κακώς πολιτεύεται η σημερινή κυβέρνηση, παρά μόνο να ανατρέξουμε σε αυτές τις αναλύσεις.


-Ποια είναι συνολικότερα, η κριτική σου στο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα;

Η πρακτική της ελληνικής κυβέρνησης νομιμοποιεί μέσω της αποδοχής των μνημονίων την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική. Γίνεται το πιο βασικό μέρος μιας Μεγάλης Συναίνεσης, σαφώς και επιθετικά εχθρικής απέναντι στα συμφέροντα των κατώτερων τάξεων.

Ό,τι κι αν λέγεται, αυτό είναι που συμβαίνει –και ανεξαρτήτως προθέσεων, τις οποίες για κάποιους ακόμη δεν αμφισβητώ. Μόνο που δεν μπορεί, ως προς το πολιτικό αποτέλεσμα, παρά να μας αφήνουν παγερά αδιάφορους –για να μην επισημάνω τη σχέση μεταξύ καλών προθέσεων και κόλασης.

Θυμίζω τους 4 πυλώνες του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ: κατάργηση των μνημονίων –διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία των τραπεζών, ριζική αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, παραγωγικός μετασχηματισμός με ενίσχυση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Με πρώτο βήμα, όπως με σαφήνεια προσδιόριζε το εκλογικό πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, την επαναφορά της εργατικής νομοθεσίας και του κατώτατου μισθού στα προ μνημονίων επίπεδα.

Το 99% του προγράμματος δεν επιχειρήθηκε καν να εφαρμοστεί.

Σε ό,τι αφορά δε την διαπραγμάτευση, τίποτε από ό,τι συνεδριακά είχε αποφασιστεί δεν υλοποιήθηκε: στάση πληρωμών, έλεγχος κεφαλαίων, επιλογή εναλλακτικής χρηματοδότησης και παράλληλου νομίσματος. Τίποτε απολύτως.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να επιτρέψουμε να περάσει η άποψη πως έγιναν όλα όσα ήταν δυνατόν και «χάσαμε». Τίποτε από όσα ήταν δημοκρατικά προαποφασισμένο πως θα γίνουν δεν επιχειρήθηκε καν. Τόσο που έφτασε να μας «τη λένε» ακόμη και μετριοπαθείς νεοκεϋνσιανοί, όπως ο Κρούγκμαν, ο Στίγκλιτζ ή ο Μινχάου.


-Πώς βλέπεις, συνοπτικά, το ευρύτερο διεθνές οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να εφαρμόσει το τρίτο μνημόνιο με την ελπίδα όπως υποστηρίζει, έτσι να οδηγηθεί στην «ανάκαμψη»;

Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στην ασφαλή πρόγνωση πως όχι μόνο δεν θα έχουμε σύντομα υπέρβαση της παγκόσμιας κρίσης υπερσυσσώρευσης, αλλά μάλλον πάμε για ένα δεύτερο ισχυρό επεισόδιο τύπου 2008. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε πως η επικρατούσα καπιταλιστική στρατηγική είναι η «σταθεροποίηση μέσα από επαναλαμβανόμενες νέες χρηματοπιστωτικές φούσκες». Η καταστροφή κεφαλαίου όχι μόνο δεν επέρχεται, αλλά οι συνθήκες υπερσυσσώρευσης διαρκώς επιδεινώνονται. Το παγκόσμιο χρέος έχει αυξηθεί στα χρόνια της κρίσης κατά 50 τρισεκατομμύρια, ένα ολόκληρο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Όποιος, λοιπόν, επενδύει στην «ανάκαμψη» βαυκαλίζεται. Αν και δεν νομίζω πως ούτε οι ίδιοι της κυβέρνησης το πιστεύουν.

Ξέρουν πως το μνημόνιο δεν βγαίνει –ξέρουν πως τα πράγματα δεν θα βελτιωθούν. Τότε, θα μου πείτε, τι κάνουν; Αμφιβάλλω αν μπορούν και οι ίδιοι να απαντήσουν.


-Υπάρχει τελικά ζωή «μετά το 3ο μνημόνιο»; Υπάρχουν προοπτικές για την αριστερά μέσα στις νέες συνθήκες, τι πρωτοβουλίες μπορεί να πάρει σε κινηματικό, πολιτικό, ιδεολογικό επίπεδο και σε ποια κατεύθυνση;

Τα πράγματα σίγουρα έχουν δυσκολέψει μετά από τα γεγονότα του καλοκαιριού. Η ελπίδα δεν ήρθε, η απελπισία επεκτείνεται. Και μαζί η αντιπολιτική και η απόσυρση.

Θέλει μεγάλη προσπάθεια. Κυρίως πρέπει να επικρατήσει ανάμεσα σε όσες δυνάμεις κατανοούν την ανάγκη για μετωπική σύγκρουση με την πολιτική των μνημονίων η ανοιχτή διάθεση «να χτυπάμε μαζί» έστω κι αν βαδίζουμε χωριστά.

Επιπλέον, τα περιθώρια έχουν στενέψει δραματικά. Η αντικαπιταλιστική διάσταση της παρέμβασης πρέπει να είναι όλο και περισσότερο εμφανής, όλο και περισσότερο αποφασιστική –με όλα τα ταξικά και διεθνιστικά παρεπόμενα.

Αν δεν μιλήσουμε για καπιταλισμό και κομμουνισμό σήμερα πότε θα το κάνουμε;

Να μιλάμε πολύ για καπιταλισμό, να μιλάμε πολύ για τον κομμουνισμό και την καθολική χειραφέτηση. Και αυτό είναι πρώτιστο καθήκον.

Έτσι μπορεί να υπάρξει ζωή ξανά. Αλλιώς…


Πηγή εργατική αλληλεγγύη

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Το έθνος της αριστεράς


του Άκη Γαβριηλίδη


Καθ’ όλο τον εικοστό αιώνα, διεξήχθησαν παθιασμένες συζητήσεις για το λεγόμενο «εθνικό ζήτημα», για το τι είναι «το έθνος» (συνήθως με οριστικό άρθρο στον ενικό), ποια η ουσία του, ποια πρέπει να είναι η στάση της αριστεράς απέναντι σε αυτό, και άλλα μεταφυσικά ερωτήματα.

Στο παρόν σημείωμα, δεν σκοπεύω να ξανανοίξω τα ζητήματα αυτά. Χρησιμοποιώ στον τίτλο τον όρο «έθνος» για να υπονοήσω κάτι διαφορετικό: όχι τη στάση της αριστεράς απέναντι στη φαντασιακή κοινότητα του έθνους, αλλά τη φαντασιακή ιδέα ότι η ίδια η αριστερά αποτελεί μια διακριτή κοινότητα, ένα οιονεί χωριστό έθνος-κράτος (εν κράτει) μέσα στην υπόλοιπη κοινωνία, για το οποίο ισχύουν άλλα μέτρα και σταθμά.

Την ιδέα αυτή δεν την προβάλλει και δεν την διακηρύσσει ρητά κανείς ως δική του, εμπράκτως όμως την ακολουθούν πολλοί, με ποικίλες πολιτικές προτιμήσεις και διαθέσεις, άλλοτε φιλικές και άλλοτε εχθρικές προς την αριστερά ή κάποια εκδοχή της. Ας πούμε, την ακολουθεί από την πρώτη της φράση μια έκκληση συλλογής υπογραφών που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιουνίου 2015 στο διαδίκτυο με τίτλο Οι κόκκινες γραμμές υπάρχουν όταν τηρούνται:

"Αυτή η πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών κατά οποιασδήποτε συμφωνίας με τους δανειστές που θα περιλαμβάνει νέα μέτρα λιτότητας απευθύνεται στον κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων [η υπογράμμιση δική μου], που δεν του αξίζει να παραμένει σε αυτή την παραλυτική αναμονή, ούτε να ανεχτεί –πολύ περισσότερο να αναγκαστεί να υπερασπιστεί– μορφές μνημονιακής διολίσθησης."

Η υπογραφή συμφωνίας της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές, και η λιτότητα, είναι προφανώς ζητήματα που αφορούν ολόκληρη την ελληνική κοινωνία –για να μην πούμε ολόκληρη την Ευρώπη. Κατά δεύτερον, όποιος καταφεύγει σε ένα μέσο τόσο ευρύ και εξωστρεφές όσο η συλλογή υπογραφών (και όχι π.χ. η ίδρυση ενός κόμματος, η οποία προϋποθέτει ιδεολογική ομοφωνία –και αυτό όχι πάντα), λογικά επιδιώκει να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους γύρω από το αίτημά του. Αυτό θα ίσχυε γενικώς, αλλά ισχύει ακόμη περισσότερο σε μια συγκυρία στην οποία σημειώνονται οι μεγαλύτερες ανατροπές και αναστατώσεις πολιτικών εντάξεων και ταυτοτήτων, και οι θεαματικότερες μετακινήσεις ψηφοφόρων, που έχουν υπάρξει στην ελληνική ιστορία. Κι ωστόσο, η έκκληση, πριν καλά-καλά εξηγήσει τι ακριβώς ζητά, φροντίζει να ξεκαθαρίσει από ποιους το ζητά: δεκτές γίνονται μόνο υπογραφές από τον «κόσμο της Αριστεράς [με Α κεφαλαίο] και των κινημάτων»! Δηλαδή οι συντάκτες έχουν την μακάρια βεβαιότητα ότι υπάρχει ένας σαφής και ευδιάκριτος «κόσμος» που αποτελείται μόνο από την αριστερά και τα κινήματα, και απευθύνονται μόνο σε αυτόν. Ο κόσμος αυτός προφανώς έχει δικές του ανάγκες, διαφορετικές από εκείνες των κοινών θνητών. Στους άλλους μπορεί να αξίζει να παραμένουν σε παραλυτική αναμονή και να ανέχονται μορφές μνημονιακής διολίσθησης, στους αριστερούς όμως όχι.

Αλλά και αν υπάρχουν και άλλοι που δεν τις ανέχονται, δεν μας ενδιαφέρει∙ δεν θέλουμε τις υπογραφές τους! Το να αναγνωρίζεται κανείς στην ταυτότητα του αριστερού ή/ και του κινηματία τίθεται ως προαπαιτούμενο: εδώ με το καλημέρα δίνεται στον αναγνώστη το μήνυμα «εάν δεν είσαι ήδη ένας από μας μην μπεις καν στον κόπο να το διαβάσεις, δεν σε αφορά».

Αυτή η έλλειψη φιλοδοξιών είναι αδικαιολόγητη και αυτοκαταστροφική πολιτικά. Πόσοι να είναι τέλος πάντων αυτοί που, αν τους ρωτούσαμε, θα αυτοτοποθετούνταν σε αυτόν τον «κόσμο»; Νομίζω ότι η αριθμητική «οροφή» αυτής της κατηγορίας είναι το 4%: όσοι ήδη ψήφιζαν τον ΣΥΡΙΖΑ από τότε που δημιουργήθηκε.

Το να επιμένεις να αυτοπεριορίζεσαι σε ένα ακροατήριο που δεν υπερβαίνει το 4%, αποτελεί ηττοπάθεια. Τη στιγμή που 30% του εκλογικού σώματος δείχνει ότι ξεπερνά τις αναστολές του απέναντι στην αριστερά, οι αριστεροί δίνουν την εντύπωση ότι αισθάνονται αμηχανία και ενόχληση απ’ αυτό, σαν να προτιμούν να μείνουν λίγοι και καλοί.

Και φυσικά δεν μπορεί κανείς να αναμένει κάποιο άξιο λόγου πολιτικό αποτέλεσμα από μια τέτοια πρωτοβουλία. Διότι το να βγει μία έκκληση υπογεγραμμένη μόνο από τον «κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων», ποια χρησιμότητα μπορεί να έχει; Τη χρησιμότητα μίας ταυτολογίας· δηλαδή καμία απολύτως. Το ότι όσοι ήδη αυτοκατανοούνται ως αριστεροί είναι κατά της λιτότητας, δεν είναι είδηση για κανέναν· το ξέραμε ήδη. Και πράγματι, έτσι έγινε: η δημοσίευση του κειμένου πέρασε τελείως απαρατήρητη, δεν επηρέασε καμία εξέλιξη.

Μια ανάλογη εμμονή και ένας ανάλογος προβληματισμός για το πού πρέπει να τεθούν τα όρια, για το τι είναι αριστερά και τι μη αριστερά, παρατηρείται σε ένα άρθρο του Δημήτρη Μπελαντή στο Rednotebook με τίτλο Για την επόμενη ημέρα… (ενν. από τις τελευταίες εκλογές). Και εδώ, το κείμενο δεν αρχίζει από κάποια αναφορά στην εκλογική και γενικότερη συμπεριφορά του κόσμου, ή τέλος πάντων σε κάποια οποιαδήποτε πολιτική εξέλιξη, στις πιθανές αιτίες, διασυνδέσεις ή συνέπειές της, αλλά με μία διατριβή περί αριστεροσύνης:

"Κατά πρώτον, κλείνει η μακρά «περίοδος ΣΥΡΙΖΑ» [υπογραμμίζω εγώ] υπό την έννοια ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος και εγχειρήματος, έστω ρεφορμιστικού, με έντονες κινηματικές καταβολές τουλάχιστον ως το 2012, το οποίο φιλοδόξησε να εκπροσωπήσει τις λαϊκές τάξεις (…). Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα θεμελιακά άλλο κόμμα, αν θεωρηθεί όντως πολιτικό κόμμα και όχι απλώς ένα δίκτυο εξουσίας και συμφερόντων γύρω από τον Ηγέτη και την κλειστή ομάδα του. Μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ακόμη και ως Αριστερά, αν δεχθούμε ότι η σοσιαλδημοκρατία και η ευρωαριστερά ως σύνολα αντιστοιχούν πλέον στο κοινωνικό φαντασιακό ως Αριστερά …"

κ.λπ. κ.λπ.

Με κάθε σοβαρότητα, λοιπόν, υποστηρίζεται εδώ ότι ένα κόμμα, το οποίο κέρδισε δύο εκλογικές αναμετρήσεις (συν ενδιαμέσως ένα δημοψήφισμα) υπό πρωτόγνωρες συνθήκες πίεσης, έχει … κλείσει τον κύκλο του! Και μάλιστα, ότι αυτό το συμπέρασμα συνάγεται από το «αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του Σεπτέμβρη» –όχι π.χ. από κάποια ενέργεια ή ανακοίνωση του κόμματος αυτού ή κάποιου στελέχους του. Με άλλα λόγια, τώρα που το κόμμα αυτό πήρε 36%, έπαψε να «εκπροσωπεί τις λαϊκές τάξεις», ενώ μέχρι το 2012, όταν έπαιρνε 4%, προφανώς τις εκπροσωπούσε.

Μήπως ο αρθρογράφος ζει σε άλλο πλανήτη;

Όχι! Απλώς φαντάζεται ως άλλο πλανήτη τον μικρόκοσμο στον οποίο ζει. Και δείχνει την ίδια αδιαφορία για όλη αυτή την κίνηση και την έξοδο των μαζών από τις προηγούμενες ταυτότητες, και την ίδια δυσφορία, αγοραφοβία, άγχος από την κατάρρευση των ορίων.

Αν λοιπόν υποστηρίζει μια θέση τόσο προκλητικά τυφλή απέναντι στα στοιχειώδη δεδομένα της εμπειρίας, αυτό συμβαίνει διότι γι’ αυτόν, ακριβώς, κριτήριο δεν αποτελεί η πολιτική πραγματικότητα, αλλά κάποιο αφηρημένο υπερεγωτικό πρότυπο που έχει στο μυαλό του. Όταν λέει ότι «έκλεισε η περίοδος» του ΣΥΡΙΖΑ, δεν εννοεί ότι το κόμμα αυτό ηττήθηκε, απέτυχε, εξαφανίστηκε, ούτε καν ότι η πολιτική του έχει αρνητικά αποτελέσματα· το άρθρο καθόλου δεν εξετάζει τα αποτελέσματα αυτά. Το μόνο που κάνει είναι να μετράει με το αριστερόμετρο.

Χώρια που ούτε και αυτή τη μέτρηση καταλήγει σε κάποιο θετικό συμπέρασμα: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αριστερό κόμμα με την Χ έννοια, μπορεί όμως και να είναι με την Ψ –εκείνη «του κοινωνικού φαντασιακού».

Σε αυτά τα «είπα-ξείπα», ο αρθρογράφος δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει, ή να αναρωτηθεί και ο ίδιος: γιατί –και για ποιον- είναι κρίσιμο αυτό το ερώτημα;

Αν το έκανε, ίσως να διαπίστωνε ότι αυτό που ανήκει στο φαντασιακό δεν είναι η Α ή η Β απάντηση, αλλά το ίδιο το ερώτημα. Δεν έχει να κερδίσει απολύτως τίποτε όποιος δώσει την «ορθή» απάντηση σε αυτό.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα τελευταία χρόνια σχεδόν ένας στους τρεις ψηφοφόρους επέλεξε κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ψήφιζε μέχρι τώρα. Μερικοί μάλιστα άλλαξαν πάνω από μία φορά.

Φυσικά, οι μαζικότερες μετακινήσεις είχαν ως προορισμό τον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι άνθρωποι όμως αυτοί δεν στράφηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ επειδή έφτασε μια στιγμή που πείστηκαν ότι είναι αριστερός. Αυτό το ήξεραν και πριν, αλλά δεν τον ψήφιζαν.

Άλλοι ήταν οι λόγοι.

Και αφού δεν τον προτίμησαν λόγω της υποτιθέμενης πίστης του σε κάποιες αφηρημένες αρχές, δεν θα τον εγκαταλείψουν εάν αποδειχθεί ότι τελικά δεν είναι πιστός στις αρχές αυτές. Αυτό εξάλλου έχει ήδη αποδειχθεί: αν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε με βεβαιότητα από το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών, είναι αυτό.

Από τη διάσπαση του 68, ίσως και ακόμα παλιότερα, η ενασχόληση με το ερώτημα ποιος είναι πραγματικός αριστερός αποτέλεσε βασικό στοιχείο των αγορεύσεων και των διαμαχών μεταξύ των διάφορων εκδοχών της κομμουνιστικής παράδοσης.

Όλο αυτό το διάστημα, όμως, όλες ανεξαιρέτως οι εκδοχές, ορθόδοξες, ανανεωτικές, τροτσκιστικές, μαοϊκές κ.λπ. συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: ότι ο «κόσμος της εργασίας», και η αριστερά ως πρωτοπορία αυτού, συνιστούν το καθολικό, το μέσο για να φτάσουμε στην οικουμενική απελευθέρωση της κοινωνίας, ενώ κάθε άλλη επίδοξη πρακτική αμφισβήτησης ή μετασχηματισμού είναι καταδικασμένη στη μερικότητα, την αποσπασματικότητα· ήταν «πολιτική ταυτοτήτων». Αυτή την επίκριση-απόρριψη είχαμε ακούσει αρκετοί π.χ. στο γύρισμα του αιώνα, την εποχή των Κοινωνικών Φόρουμ, από διαφόρους που τότε ανήκαν στις αντίστοιχες οργανώσεις των προαναφερθεισών εκδοχών, ενώ και σήμερα πολλοί απ’ αυτούς στελεχώνουν τόσο τον τωρινό ΣΥΡΙΖΑ όσο και τους τωρινούς εξ αριστερών αντιπάλους του. Αλλά και από κάποιους του τότε ή/ και του νυν αντιεξουσιαστικού χώρου.

Έτσι πως τα έφερε η ιστορία, είναι νομίζω πιο εύκολο να δούμε τώρα ότι, αν υπάρχει μία πολιτική άξια αυτού του χαρακτηρισμού, αυτή φυσικά είναι πρώτα απ’ όλα η ίδια η πολιτική των (αυτόκλητων) πρωτοποριών.

Αν κοιτάξουμε το λόγο της παλαιομοντερνιστικής αριστεράς, ελληνικής και διεθνούς, θα διαπιστώσουμε ότι αυτός γίνεται όλο και περισσότερο αυτοαναφορικός· όλο και περισσότερο έχει ως αντικείμενο όχι το εκάστοτε πολιτικό διακύβευμα που υποτίθεται ότι πραγματεύεται, όχι την κοινωνία στο σύνολό της, αλλά την αριστερά την ίδια –ή την αριστεροσύνη. Όταν ένας αριστερός καταπιάνεται να μιλήσει ή να γράψει για ένα συμβάν, μία πολιτική εξέλιξη, δεν τον απασχολεί πρωτίστως να αναδείξει ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες, οι διασυνδέσεις, τα αποτελέσματά της, αλλά ποια μπορεί να θεωρηθεί ως μια «γνήσια», «πραγματική» αριστερή στάση απέναντι σε αυτήν· τα δε υπόλοιπα εξετάζονται μόνο ευκαιριακά και μέσα από το πρίσμα αυτού του πρωταρχικού ερωτήματος.

Για την ακρίβεια, για έναν τέτοιο τύπο λόγου, ο χαρακτηρισμός «πολιτική ταυτοτήτων» ίσως ευσταθεί μόνο ως προς τον δεύτερο όρο –τον επιθετικό προσδιορισμό κατά γενική της ιδιότητας- και όχι ως προς το προσδιοριζόμενο. Διότι όταν κανείς έχει ως βασικό μέλημα το gatekeeping, την αστυνόμευση των ορίων, δεν κάνει πολιτική. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να μετασχηματίσεις. Την πραγματικότητα, τους άλλους ανθρώπους, ενδεχομένως και τον εαυτό σου. Όποιος όμως λειτουργεί ως θεματοφύλακας παραδεδομένων αξιών προσπαθεί απλώς να παραμείνει ίδιος με τον εαυτό του, ανέπαφος. Έτσι, δεν επηρεάζεται μεν, αλλά ούτε και επηρεάζει κανέναν.



Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Οι δυναμικές της χειραφέτησης




του Δημήτρη Αργυρού


Το τόλμησα, καλά δεν έκανα και επανάσταση, ένα βιβλίο έβγαλα, ικανοποιώντας μια ανάγκη επικοινωνίας και αναστοχασμού, μέσα και από κείμενα που χουν δημοσιευτεί σε αυτό το σάιτ. Κείμενα που ξαναδουλεύτηκαν, διορθώθηκαν, και τυπώθηκαν στο χαρτί, σε ένα βιβλίο. Σε αυτό το περίεργο πράγμα, που μόνο πράγμα δεν είναι, αλλά είναι μια ζωντανή ύπαρξη, που κοινωνεί και επικοινωνεί, και που πάρα την εξέλιξη της ιστορίας και της τεχνολογίας, ένα βιβλίο είναι ένα βιβλίο, με χαρτί, χρώματα, μυρωδιά, με την αισθητική του ομορφιά, ακόμη και με τις ατέλειές του ή και τα λάθη του.

Το βιβλίο είναι από μόνο μια «μορφή ζωής», ένα υπέροχο οργανωμένο σύστημα «γλωσσικών παιγνίων», μια ενεργής καθολική ουτοπία. Για αυτό το λόγο και μόνο που έβγαλα  ένα βιβλίο , γέννησα ένα παιδί, νιώθω υπέροχα και ευτυχής. Τώρα από εκεί και πέρα το πόσο μακριά θα πάει, το αν θα γοητεύσει ή γρήγορα θα ξεχαστεί, αν θα ζήσει ή θα χαθεί, είναι ένα ζήτημα που με αφορά σε ένα βαθμό- έργο μου είναι και αν είναι καλό ή κακό έργο, έχω την κύρια ευθύνη- αλλά άπτεται και ευρυτέρων ζητημάτων που με ξεπερνούν.

Φυσικά σε τελευταία ανάλυση αποφασίζουν οι αναγνώστες, αν και κατά πόσο άξιζε να εκτεθεί σε δημοσιότητα. Οι αναγνώστες του σήμερα, του αύριο, αλλά και του μέλλοντος. Ένα βιβλίο άλλωστε αξίζει, μόνο αν το δεις από την οπτική της αιωνιότητας, που θα έλεγε και ο Σπινόζα.Το τόλμησα και βρίσκεται στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, στα Γιάννενα βρίσκεται σίγουρα στο πάντα φιλόξενο βιβλιοπωλείο του «Αναγνώστη», αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορείτε να το ζητήσετε από οποιοδήποτε άλλο βιβλιοπωλείο, αντίτυπα θα βρείτε και στους αυτοδιαχειριζόμενους κοινωνικούς χώρους.

Το θέμα του βιβλίου βρίσκεται στο στοχασμό και στον αναστοχασμό των ροών και των δυναμικών της χειραφέτησης. Χειραφέτηση οικονομική, πολιτική, κοινωνική, χειραφέτηση καθολικά ανθρώπινη. Χειραφέτηση από τα δεσμά που θέτει η εξουσία,  η πάσης φύσεως εξουσία, ακόμη και από την εξουσία που βάζουμε εμείς στον εαυτό μας και αυτοπεριοριζόμαστε. Γιατί το κάνουμε;; Μα γιατί φοβόμαστε να ζήσουμε ελεύθεροι, τόσο με την αρνητική έννοια του «από», όσο και από την θετική έννοια του «με».

Ροές και δυναμικές που δεν βρίσκονται στο κεφάλι μας, δεν γεννιούνται από την σκέψη μας, αλλά από την ίδια την πραγματικότητα που υφίστανται  με θετικό και αρνητικό τρόπο. Και που για να απελευθερωθούν είναι αναγκαία και δυνατή μια δράση -σωματική και διανοητική- των υποκειμένων, και στην συγκεκριμένη περίπτωση των ανθρώπινων υποκειμένων. Μιλάω για ανθρώπινα υποκείμενα και όχι για ταξικά, γιατί θεωρώ πως σε τελευταία ανάλυση το ταξικό, εγκλωβίζει δυναμικές, παρόλο που σε μια πρώτη ανάγνωση, μπορεί να τις απελευθερώνει ως δυνάμεις αντίστασης, μα όχι χειραφέτησης.

Στα πλαίσια αυτής της χειραφετικής δυναμικής που γεννιέται συναντάω το ζήτημα των ΑμεΑ ως ένα πολιτικό -με την πιο πλατιά νοηματοδότηση- ζήτημα. Ενώ στο τέλος του βιβλίου ανοίγω την συζήτηση για δυο κοινωνικές μάχες της προηγούμενης περιόδου που έγιναν  στα Γιάννενα και στην Ήπειρο, με πανελλήνια όμως  αναφορά. Την μάχη της ΔΩΔΩΝΗΣ και την μάχη του «ΞΕΝΙΑ», που κλείνει ήδη 10 χρόνια. Μια συζήτηση που ελπίζω να ανοίξει την διάθεση και για άλλες εκδόσεις, συζήτηση, έρευνα και αναστοχασμό.

Καλό διάβασμα, κριτική και γιατί όχι και πολεμική.

Δ. ΑΡΓΥΡΟΣ

Ακολουθεί το δελτίο τύπου των εκδόσεων.

ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΡΦΩΝ
ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΙΟΥ 30, ΕΞΑΡΧΕΙΑ
Τηλ.: 210 3818840
syneditions@gmail.com • http://ekdoseisynadelfwn.wordpress.com

Δημήτρης Αργυρός
Οι δυναμικές της χειραφέτησης
Από το «δικαστήριο της ιστορίας»
στους «ελεύθερους συνεταιρισμένους παραγωγούς»

Σχήμα: 14Χ20,5 • Σελίδες: 272 • Τιμή: 12 ευρώ • ISBN 978-960-9797-43-6

Ο Δημήτρης Αργυρός με αυτή τη συλλογή κειμένων αναζητεί νέους δρόμους στην υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης και απελευθέρωσης με αφετηρία, όχι κάποιο «θεόπνευστο σχέδιο» που έχει εκπονήσει κάποια «φωτισμένη πρωτοπορία», αλλά την προσπάθεια αυτοχειραφέτησης των ανθρώπων μέσω της επιλογής να γίνουν ελεύθεροι συνεταιρσμένοι παραγωγοί.

Η βάση των κειμένων του βιβλίου είναι οι φιλοσοφικές, πολιτικές και κοινωνικές αναζητήσεις μου στον δικτυακό τόπο sufir3d (www.argiros.net). Αναζητήσεις και αναστοχασμοί που έχουν για καμβά τον αγώνα του ανθρώπου, του ελεύθερου ανθρώπου, να άρει τον κόσμο της αλλοτρίωσης, τον κόσμο της σκλαβιάς, τον κόσμο της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Τον αγώνα να διεκδικήσει το όνειρο, το όραμα, το πρόταγμα, το διακύβευμα μιας κοινωνίας, μιας ανθρωπότητας δίχως αποξένωση, σκλαβιά και καταπίεση.

Έναν κόσμο ελευθερίας, καθολικής ελευθερίας, για τον ίδιο και τους συνανθρώπους του, για την ίδια την ανθρωπότητα, τη φύση και την κοσμικότητα. Μια ουτοπία που γεννιέται ως άρνηση μέσα στα σπλάχνα αυτού του κόσμου της λησμονιάς. Ως κατάφαση και απόρροια της ελεύθερης επιλογής των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών, που αρνούνται συνειδητά να συνεχίζουν να παίζουν στο δίπολο αφέντης-εργάτης, που αρνούνται και τους δύο πόλους της αντίφασης/αντίθεσης.

Δ. Α.


Ο Δημήτρης Αργυρός γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στα Γιάννενα. Εργάζεται ως υπάλληλος γραφείου στην ηπειρώτικη γαλακτοβιομηχανία «ΔΩΔΩΝΗ». Μεταπτυχιακός φοιτητής φιλοσοφίας στο ΦΠΨ Ιωαννίνων. Ενεργός πολίτης μέσα από τα κοινωνικά κινήματα, μέλος του ΝΑΡ για την κομμουνιστική απελευθέρωση και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. ΑμεΑ, οργανωτικός γραμματέας του Σωματείου Αναπήρων Ιωαννίνων, πρώην αντιπρόεδρος του Σωματείου Εμποροϋπαλλήλων και Ιδιωτικών Υπαλλήλων του Νομού Ιωαννίνων, νυν εκπρόσωπος στο Εργατικό Κέντρο Ιωαννίνων.


Πηγή Sufir3d


Σημείωση ιστολογίου: καλοτάξιδη να είναι αυτή η απόπειρα σύνθεσης Χέγκελ, Λένιν και Νέγκρι από ένα συγγραφέα, η καρδιά του οποίου δεν έπαψε να φλέγεται από τον πόθο της παγκόσμιας χειραφετητικής υπόθεσης και του πανανθρώπινου δημοκρατικού σοσιαλισμού. -Κ.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε;


του Ηλία Ιωακείμογλου


Η παρούσα ιστορική στιγμή απαιτεί, νομίζω, να απαντήσουμε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε, ακόμη και εάν η ήττα που υποστήκαμε είναι συντριπτική. Το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε.


1. Η κρίση του καπιταλισμού και της αστικής ηγεμονίας συνεχίζεται

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, θα ήθελα να θυμίσω από πού ξεκινήσαμε. Η συγκυρία που απετέλεσε την αφετηρία της ανόδου της Αριστεράς στην Ελλάδα περιελάμβανε πολλά στοιχεία, αλλά το κυριότερο ήταν ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, το σύστημα βρίσκεται σε κρίση πολιτικής ηγεμονίας. Πολιτική ηγεμονία δεν σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός που έχει το πάνω χέρι: πολιτική ηγεμονία σημαίνει ότι κυβερνάει αυτός ο οποίος παρουσιάζει ένα πολιτικό σχέδιο το οποίο εξυπηρετεί μεν το ιδιοτελές συμφέρον μιας κοινωνικής τάξης, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζει το σχέδιο αυτό ως σχέδιο που εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Η πολιτική δύναμη της αστικής τάξης βασίζεται γενικά σε αυτήν την ικανότητα, να εμφανίζει ως γενικό συμφέρον το δικό της, ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον. Εδώ και αρκετά χρόνια όμως, μετά την έναρξη της κρίσης, αυτή είναι μια συνθήκη που η αστική τάξη δεν μπορεί πια να διασφαλίσει.

Πιο αναλυτικά, η κρίση πολιτικής ηγεμονίας εξηγείται ως εξής: η αστική τάξη έχει συσσωρεύσει υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε σχέση με τον προϊόν που πραγματοποιείται με αυτό το κεφάλαιο. Έχει δηλαδή θεμελιώσει μια υπερβολικά μεγάλη απαίτηση επί του προϊόντος, τόσο μεγάλη, ώστε είναι αμφίβολη η δυνατότητα να ικανοποιηθεί. Αυτή η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου θα μπορούσε να λυθεί με δύο τρόπους: ο πρώτος θα ήταν να απαξιωθεί μια μεγάλη μερίδα του κεφαλαίου, και ο δεύτερος θα ήταν να αυξηθεί θεαματικά το πραγματικό προϊόν. Το πραγματικό προϊόν, όμως, αυξάνεται πλέον μόνον οριακά και οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις της Ευρώπης και των άλλων αναπτυγμένων χωρών αρνούνται πεισματικά να απαξιώσουν την υπέρογκη απαίτησή τους επί του προϊόντος. Η προσπάθεια της τάξης και της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών να λύσουν την κρίση συνίσταται βασικά στην αναδιανομή του προϊόντος, δηλαδή ασκούν μια πολιτική που αποσκοπεί να δεσμεύει όσο περισσότερο μπορούν το δικό μας εισόδημα, τη δική μας εργασία, την παρούσα και την μελλοντική, μέσω της λιτότητας, της απαίτησης να πληρωθεί στο ακέραιο το σύνολο των δανείων που χορήγησαν οι τράπεζες στις εργαζόμενες τάξεις, της φορολογίας κλπ, αλλά και την παρελθούσα εργασία μας, με την ιδιοποίηση των περιουσιακών μας στοιχείων. Αυτή όμως η μεγάλη αναδιανομή σε βάρος της εργασίας οδηγεί σε μείωση της ζήτησης και συνακόλουθα του προϊόντος, ενώ ταυτοχρόνως διογκώνει ακόμη περισσότερο το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, και η κρίση συνεχίζεται.

Έχουμε λοιπόν μια διαχείριση της κρίσης που απαλλοτριώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας. Και είναι αδύνατο η εξουσία, δηλαδή οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, να εμφανίσουν στις εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης αυτήν την πολιτική ως πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η διάβρωση της πολιτικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, όπου η διαχείριση της αναδιανομής του εισοδήματος και της απαλλοτρίωσης είναι πιο σκληρή.

Επομένως, η βασική συνθήκη που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ψηλά τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή ότι σε συνθήκες κρίσης η αστική τάξη στην Ελλάδα (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) ασκεί πολιτική αναδιανομής και απαλλοτρίωσης την οποία δεν μπορεί να εμφανίσει ως γενικό συμφέρον, ισχύει και σήμερα, και κατά τα φαινόμενα θα ισχύει για πολύ καιρό ακόμα. Στη δεκαετία του 1930 και στη δεκαετία του 1970, που υπήρχαν και πάλι διαρθρωτικές κρίσεις του καπιταλισμού, πολύ γρήγορα εμφανίστηκαν οι εναλλακτικές λύσεις. Μετά το 1975 εμφανίστηκε η εναλλακτική του νεοφιλελευθερισμού, και με την επικράτηση της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, υποχωρεί η επίθεση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και εγκαθίσταται ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου. Αλλά και στην περίπτωση της δεκαετίας του 1930, με τον Πόλεμο, τον κεϋνσιανισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία, ο καπιταλισμός πέρασε από ένα καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου σε ένα άλλο, λύνοντας έτσι και την ηγεμονική του κρίση. Σήμερα δεν υπάρχει καμία τέτοια εναλλακτική λύση στον ορίζοντα του καπιταλισμού, και επιπλέον, δεν υπάρχει και καμία διάθεση από την πλευρά των κυρίαρχων αστικών τάξεων να ασκήσουν μια πολιτική απαξίωσης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου: η απαίτηση που έχει σήμερα το κεφάλαιο παγκοσμίως πάνω στην παραγωγή, πάνω δηλαδή στη δική μας εργασία, είναι μεγαλύτερη από ό,τι το 2008 ή το 2010.


2. Η κατάσταση των αντιμνημονιακών δυνάμεων

Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο αντικειμενικών συνθηκών, αυτό που μπορούσε να μας κινητοποιήσει το 2008 και μετά είναι ακόμα παρόν. Εν τω μεταξύ επήλθε αυτή η τρομακτική ήττα που άλλαξε τις υποκειμενικές συνθήκες, τις διαθεσιμότητες, τον τρόπο με τον οποίο εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβανόμαστε την ικανότητά μας να ανατρέψουμε την αντιμνημονιακή πολιτική.

Δεν είναι ορθή η άποψη ότι η ελληνική κοινωνία ψήφισε τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ επειδή υποτάχθηκε στην ιδέα ότι τα μνημόνια είναι αήττητα ή επειδή ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις ένα βαθύ αίσθημα αξιοπρέπειας. Στο δημοψήφισμα του Ιουλίου είδαμε να διαμορφώνεται ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ, αποτελούμενο από υποτελείς κοινωνικές τάξεις, και να αντιπαρατίθεται συγκροτημένο στο κοινωνικό μπλοκ που έχει την εξουσία και που εμφανίστηκε με τη μορφή του «Μένουμε Ευρώπη». Η συγκρότηση του μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έγινε μέσα σε δέκα μέρες ή σε δέκα μήνες, αλλά ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης πορείας που ξεκίνησε το 2010 και χρειάστηκε πέντε χρόνια για να αποδώσει τα αποτελέσματά της. Οι ρυθμοί, λοιπόν, με τους οποίους αλλάζουν τα πράγματα στην κοινωνία είναι βραδείς. Ένα μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων σχηματίζεται στην αργόσυρτη διάρκεια και δεν διαλύεται μέσα σε ένα μήνα. Κατά τα άλλα, αυτές οι ερμηνείες που προανέφερα (υποταγή στο μνημόνιο, αλλαγή της συνείδησης των μαζών, ψήφος αξιοπρέπειας κ.λπ) είναι χονδροειδείς και υποτιμητικές για τη νοημοσύνη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, διότι θα έπρεπε αυτές να είχαν παιδική νοημοσύνη για να αλλάξουν αντίληψη και διάθεση μέσα σε μία μέρα σχετικά με τη φύση της και το αναπόφευκτο της μνημονιακής πολιτικής ή για να ακολουθήσουν σαν πρόβατα τον αρχηγό - πατέρα - προστάτη.

Το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων του ΟΧΙ δεν έχει λοιπόν διαλυθεί, απλώς στερείται σήμερα πολιτικής εκπροσώπησης, με δεδομένη και την εκλογική αποτυχία της Λαϊκής Ενότητας.

Πρέπει να συνυπολογίσουμε στις υποκειμενικές συνθήκες ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα εμφανίστηκε ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης είναι και το γεγονός ότι το επίπεδο της Αριστεράς σε εμάς, ιδιαίτερα δε της οργανωμένης Αριστεράς, ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ξεκίνησε η κρίση, το 2008, ο νεοφιλελευθερισμός στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είχε ήδη σαρώσει την πολιτικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, είχε οδηγήσει στην συγκρότηση ενός νεοφιλελεύθερου πλήθους μεμονωμένων ατόμων που επιδιώκουν το καθένα το ιδιωτικό του συμφέρον. Αυτό έγινε επειδή ο νεοφιλελευθερισμός εγκαταστάθηκε νωρίτερα στις άλλες χώρες της Ευρώπης, από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 ενώ σε εμάς το αίσθημα της αποξένωσης από την πολιτική σε μαζικό επίπεδο χρονολογείται πολύ αργότερα, από τη σημιτική περίοδο. Διατηρήθηκε έτσι στην Ελλάδα ένα πολύ πιο αξιόμαχο στελεχικό δυναμικό της Αριστεράς. Εκτιμώ ότι αυτό δεν έχει συντριβεί εξαιτίας της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι επιπλέον, σήμερα, μετά από πέντε χρόνια αντιμνημονιακών αγώνων, το δυναμικό αυτό είναι ακόμη πιο αξιόμαχο σε σχέση με το 2008. Η πρώτη περίοδος της κρίσης τελείωσε, αρχίζουμε το ίδιο παιχνίδι από την αρχή, αλλά δεν είμαστε οι ίδιοι. Έχουμε συσσωρεύσει πολλές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ασχολήθηκαν με την πολιτική και κομματική ζωή στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις εργαζόμενες τάξεις και τους ανέργους, που χωρίς να είναι οργανωμένοι, επίσης συσσώρευσαν γνώσεις και ικανότητες μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τους αγώνες που έδωσαν εναντίον των δύο πρώτων μνημονίων στο διάστημα 2010-2015.

Υπάρχουν επομένως οι αντικειμενικές συνθήκες, υπάρχει ένα εν δυνάμει μπλοκ κοινωνικής εξουσίας το οποίο εκφράστηκε στο δημοψήφισμα και υπάρχει και ένα έμπειρο και αξιόμαχο δυναμικό της Αριστεράς. Υπάρχουν λοιπόν οι όροι για να συνεχίσουμε, παρ’όλη την ήττα που δεχθήκαμε από την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.


3. Οι αυταπάτες με τις οποίες χρειάζεται να λογαριαστούμε

Αν οι λόγοι για να συνεχίσουμε είναι ισχυροί, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο να συνεχίσουμε. Επειδή έπειτα από αυτά που συνέβησαν είμαστε στο επίπεδο μηδέν, ας εκμεταλλευτούμε τουλάχιστον τα καλά της περίστασης. Είναι μια ευκαιρία να λογαριαστούμε με τις αυταπάτες μας, τις οποίες νομίζω ότι θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε σε τρεις ενότητες.

Υπάρχουν καταρχάς οι αυταπάτες που μας έρχονται απευθείας από το πολιτικό και το ιδεολογικό φορτίο του παλιού Συνασπισμού, και αν πηγαίναμε πιο πριν, από τον Λεωνίδα Κύρκο και τους συντρόφους του: Όπως στον Συνασπισμό, έτσι και στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε επίπεδο ηγεσίας, ο ταξικός αντίπαλος δεν προσδιοριζόταν ποτέ με το όνομά του. Δεν μιλούσε κανείς για την αστική τάξη και τους συμμάχους της, για το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, διότι περί αυτών πρόκειται. Υπήρχαν όμως ψευδώνυμα: το μεγάλο κεφάλαιο, η ολιγαρχία, ο κόσμος του πλούτου κ.ο.κ. Αυτό διατήρησε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω από αυτή την ύπαρξη που μας εκμεταλλεύεται, μας καταπιέζει και μας κυβερνάει, γι' αυτό και μεταξύ μας υπάρχουν ζητήματα ή απόψεις που ποτέ δεν έχουν συζητηθεί. Παραδείγματος χάρη, για κάποιους το μπλοκ εξουσίας είναι μια δράκα ολιγαρχών που κρατάει τον πλούτο και όλοι οι υπόλοιποι ανήκουμε στον λαό. Για άλλους πάλι είναι κάτι ευρύτερο, αλλά θα πρέπει να εξαιρέσουμε τις μικρές επιχειρήσεις, το μικρό κεφάλαιο, το οποίο είναι (αντικειμενικά) σύμμαχος των εργαζομένων. Αν ρωτήσετε πάλι άλλους, θα σας έλεγαν ότι ούτε αυτοί είναι σύμμαχοί μας. Αυτή η ποικιλία απόψεων για ένα τόσο κρίσιμο θέμα, να προσδιορίσεις το ταξικό τοπίο και τον κύριο αντίπαλό σου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ποτέ, ούτε ο Συνασπισμός ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανέλυαν την κοινωνική πραγματικότητα με όρους κοινωνικών τάξεων. Ήταν και αυτή η ασάφεια μια προϋπόθεση για την αλλαγή ταξικού στρατοπέδου που πραγματοποίησαν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του στις 13 Ιουλίου 2015. Με αυτά, εμείς πρέπει να λογαριαστούμε.

Πρέπει επίσης να λογαριαστούμε με τον αριστερό ευρωπαϊσμό, που μας ήρθε και αυτός κατευθείαν από τον παλιό Συνασπισμό. Εννοώ με αυτό την άποψη που επικρατούσε στον Συνασπισμό, μεταφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και δοκιμάστηκε στη διαπραγμάτευση, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη είναι ένα μεγάλο βήμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος, που αφήνει πίσω μας το φασισμό, το ρατσισμό, την παραβίαση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων κλπ. Θα πρέπει να σκεφτούμε τη φύση της ευρωζώνης και τη δική μας στάση απέναντί της με όρους κοινωνικών τάξεων. Θα πρέπει δηλαδή να σκεφτούμε ποιων τάξεων τα συμφέροντα εκπροσωπεί η ευρωζώνη, που είναι το εύκολο, και κυρίως με ποιον τρόπο τα εκπροσωπεί: το σχέδιο που προτείνει, τι ταξικό περιεχόμενο έχει, πώς αναπτύσσεται στις λεπτομέρειές του. Πρόκειται για αυτό που δεν έκαναν ποτέ ούτε ο Γιάνης Βαρουφάκης, ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε και οι υπόλοιποι που συμμετείχαν στη διαπραγμάτευση.

Μια δεύτερη ομάδα αυταπατών μάς έρχεται από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία, και στη θεωρία, από τον κεϋνσιανισμό. Ένα παράδειγμα: όταν μιλάει για την ανεργία, η δική μας Αριστερά είθισται να καταφεύγει στην παραδοσιακή πια πρόταση να αυξηθούν οι επενδύσεις, που παρουσιάζονται περίπου σαν το μαγικό ραβδί. Αυτή η πρόταση λέει στη ουσία ότι πρέπει να επιταχύνουμε τη συσσώρευση κεφαλαίου, ώστε με περισσότερο κεφάλαιο να εργάζονται περισσότερα άτομα. Είναι όμως μια λανθασμένη ιδέα, που μας έρχεται από τον Κέυνς. Μπορεί να αποδίδει μεσοπρόθεσμα, σε βάθος δηλαδή πενταετίας, μακροπρόθεσμα όμως δεν λύνει το πρόβλημα διότι ο καπιταλισμός πάντα συσσωρεύει κεφάλαιο, άλλοτε πιο γρήγορα και άλλοτε πιο αργά, και με τόσο πολύ κεφάλαιο που έχει συσσωρεύσει στη διάρκεια των διακοσίων τελευταίων ετών, θα έπρεπε να εργάζονται όσοι αναζητούν εργασία. Σήμερα που η συσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε υψηλότερο επίπεδο από ποτέ, έχουμε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπως μας λέει η μαρξιστική θεωρητική παράδοση (που είχε υποκατασταθεί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ από την θεωρία του ιστορικού συμβιβασμού), είναι ότι η ανεργία υπάρχει επειδή οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής έχουν πολύ υψηλή απαίτηση κερδοφορίας, πολύ μεγάλες απαιτήσεις επί του προϊόντος. Σήμερα η επιδιωκόμενη κερδοφορία είναι σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, πράγμα που ο επιχειρηματίας, τα στελέχη που τον υπηρετούν και οι αστικές πολιτικές δυνάμεις το θεωρούν φυσικό και δίκαιο: γι' αυτούς είναι μία κανονικότητα ακριβώς όπως η δική μας κανονικότητα είναι ότι δεν μπορείς να έχεις μισθό κάτω από 800 ευρώ. Κατά τη δική τους αντίληψη είναι αντικανονικό μια επιχείρηση να κερδίζει λιγότερο απ' όσο κέρδιζε πριν από την κρίση (όταν είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις τον χρηματοπιστωτικό τομέα) και για αυτόν τον λόγο δεν δέχονται να απασχολήσουν τους άνεργους παρά μόνο αν αυτοί περιορίσουν την απαίτησή τους πάνω στο προϊόν τόσο πολύ ώστε αυτό που θα περισσεύει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν δέχεται να απασχολήσει επιπλέον εργαζόμενους με τους όρους και τους μισθούς που ισχύουν σήμερα: θέλει αυτοί να επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο. Πρέπει να λογαριαστούμε, λοιπόν, και με αυτές τις αυταπάτες που μας έρχονται από την σοσιαλδημοκρατία και τον κεϋνσιανισμό.

Ένα ακόμη παράδειγμα: Μια ακόμα ιδέα που έρχεται από τον κεϋνσιανισμό, αφορά την κρίση, η οποία εμφανίζεται σαν φαινόμενο που μπορεί να διαρκεί για όσο καιρό υπάρχει ένα έλλειμμα ζήτησης. Ωστόσο το έλλειμμα ζήτησης είναι ένας παράγοντας συντήρησης της κρίσης ο οποίος έχει μεγάλη ισχύ μέχρις ενός χρονικού σημείου, δρα δηλαδή στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια. Στην μακροχρόνια διάρκεια, αυτό που γίνεται καθοριστικό είναι η εκκαθάριση των ασθενέστερων κεφαλαίων μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικού δαρβινισμού κατά την οποία οι ισχυρότεροι κεφαλαιοκράτες κανιβαλίζουν τους ασθενέστερους. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα: όσες επιχειρήσεις επέζησαν, έχουν κανιβαλίσει τους ανταγωνιστές τους, και η πελατεία των επιχειρήσεων που εξαφανίστηκαν, μεταφέρθηκε στις επιχειρήσεις που επέζησαν. Έτσι, αντιμετωπίζεται σταδιακά το έλλειμμα ζήτησης, η κερδοφορία μπορεί να ανεβαίνει, και έτσι μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος ανάπτυξης μετά από μία κρίση. Στη σημερινή κρίση, όλες οι εκτιμήσεις είναι ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει κατά τα επόμενα έτη μια αναιμική ανάκαμψη της τάξης του 2%, όταν περάσουν και οι δυσμενείς επιπτώσεις του μνημονίου Τσίπρα-Τσακαλώτου. Θα υπάρχει δηλαδή ένας ρυθμός ανάπτυξης που οι οικονομολόγοι θεωρούν στασιμότητα (με εξαίρεση τα δύο-τρία πρώτα χρόνια για τα οποία προβλέπεται υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης επειδή η οικονομία θα ξεκινήσει από πολύ χαμηλό επίπεδο). Με τον ρυθμό αυτό, η ανεργία δεν θα μπορεί να μειωθεί: ίσως αυτό συμβεί τα πρώτα χρόνια, για να ισορροπήσει ωστόσο στη συνέχεια σε ένα πολύ υψηλό σημείο. Αυτό σημαίνει ότι οι μισθοί θα παραμείνουν χαμηλοί, γιατί θα πιέζονται από την ανεργία, σε αντίθεση με τα κέρδη, που θα παραμείνουν ψηλά. Αυτά συγκροτούν ένα νέο «μοντέλο ανάπτυξης», ένα καινούριο καθεστώς συσσώρευσης: ανάπτυξη με ανεργία και πολύ κακές συνθήκες για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Ότι ο ελληνικός καπιταλισμός θα φύγει κάποια στιγμή από την ύφεση πρέπει να μας είναι γνωστό, και θα χρειαστεί να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία που επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ ότι αφού ο καπιταλισμός είναι σε κρίση, τώρα μπορούμε να κάνουμε πολιτική και να ενισχύσουμε τις δυνάμεις μας, ενώ εάν αρχίσει η ανάκαμψη της παραγωγής θα αποδυναμωθούν οι πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές μας βάσεις. Το κριτήριο για εμάς δεν μπορεί να είναι το δίπολο κρίση / ανάπτυξη, αλλά η θέση των εργαζόμενων τάξεων στη διανομή του προϊόντος, στην παραγωγή και στις σχέσεις πολιτικής ισχύος. Θα είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για όσους διατηρούν το κριτήριο κρίση / ανάπτυξη να δουν τον Τσίπρα να θριαμβολογεί ότι έβγαλε την οικονομία από την ύφεση –τη στιγμή που για τους μισθούς, την ανεργία, τις συντάξεις και το κοινωνικό κράτος, η έξοδος αυτή δεν θα σημαίνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα.

Η τρίτη ομάδα αυταπατών με τις οποίες πρέπει να λογαριαστούμε είναι αυτές που μας έρχονται από την Τρίτη Διεθνή, από την κομμουνιστική μας παράδοση. Παραδείγματος χάρη, η ιδέα ότι η αστική τάξη έχει περιοριστεί σε μια χούφτα πάμπλουτων καπιταλιστών - ολιγαρχών μας έρχεται από την Τρίτη Διεθνή μετά το θάνατο του Λένιν. Ειδικότερα σε εμάς, στην Ελλάδα, η ιδέα αυτή έρχεται από την εαμική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο λαός, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο της προόδου, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται μια μειονότητα πλουτοκρατίας, ολιγαρχίας (αργότερα μονοπωλίων ή εταιρικών ομίλων) που συμμαχεί με τον ιμπεριαλισμό και ευθύνεται για την εθνική υποτέλεια και την εξάρτηση. Χρειάζεται να ξαναδούμε, τώρα, ποιος είναι ο κύριος αντίπαλός μας, με ποιους κάνουμε συμμαχίες κ.ο.κ. Η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν είναι μια χούφτα ανθρώπων. Είναι ένα ολόκληρο «Μένουμε Ευρώπη» απέναντι στο κοινωνικό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, στους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους άνεργους, τους πρεκάριους, τους φτωχούς.

Την ίδια προέλευση έχουν και οι αντιλήψεις περί παραγωγικής ανασυγκρότησης, η άποψη ότι πρέπει να αναπτύξουμε την παραγωγή, τις παραγωγικές δυνάμεις, να χρησιμοποιήσουμε την επιστημονικο-τεχνική πρόοδο. Η άποψη αυτή επικράτησε στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα διαπέρασε οριζόντια όλες τις συνιστώσες. Το σημαντικό, όμως, στην παραγωγική ανασυγκρότηση είναι οι παραγωγικές σχέσεις: οι σχέσεις που έχουν μεταξύ τους και με τα εργαλεία της δουλειάς τους οι παραγωγοί όταν εργάζονται, οι σχέσεις που έχουν με το προϊόν τους και με τη διάθεσή του, τη διανομή του μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων κλπ. Αν πάρουμε στα σοβαρά την μαρξιστική μας παράδοση, στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας και όλες τις κοινωνικές ρυθμίσεις που χρειαζόμαστε: το νόμισμα, τον τραπεζικό τομέα, τις εργασιακές σχέσεις, τις μορφές της ιδιοκτησίας κλπ. Ποιος θα διοικεί; Θα αναθέσουμε στους καπιταλιστές που ξέρουν, υποτίθεται, τη δουλειά καλύτερα; Θα αναθέσουμε στο κράτος και σε κάποιους γραφειοκράτες που γνωρίζουν πώς να διοικούν; Θα υπάρχουν μορφές αυτοδιαχείρισης; Ποιος θα διαχειρίζεται το χρήμα; Θα είναι οι τράπεζες κρατικές; Αυτοί είναι μερικοί από τους πολλούς λόγους που το παραγωγικό σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί από ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων οι οποίες θα πρέπει να θεωρούμε στο εξής ότι αποτελούν συστατικά, δομικά στοιχεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Πρέπει να λογαριαστούμε με όλα αυτά, μεταξύ μας, με τον εαυτό μας και το παρελθόν μας. Όχι για να διαχωριστούμε, αλλά για να χτυπάμε μαζί, βαδίζοντας όμως χωριστά.


4. Ένα αντιμνημονιακό μέτωπο της Αριστεράς: να χτυπάμε μαζί και ας βαδίζουμε χωριστά

Φαίνεται αδύνατο να μπορεί να συγκροτηθεί σήμερα πολιτική οργάνωση ή κόμμα του οποίου τα μέλη του θα είχαν ενιαία αντίληψη για όλα αυτά. Η μηχανική συγκόλληση πολιτικών ρευμάτων που δεν έχουν συζητήσει μεταξύ τους τις διαφορές τους ούτε καν στα βασικά στρατηγικά ζητήματα, θα μας οδηγούσε στο αποτυχημένο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, που ενώ ήταν μέτωπο παρίστανε το κόμμα, και με την ασάφεια αυτή διευκόλυνε την αυτονόμηση της ηγετικής του ομάδας. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν τρία, αν όχι τέσσερα κόμματα, με διαφορετική στρατηγική αντίληψη το καθένα, και στο τέλος έκανε ό,τι ήθελε η ηγετική ομάδα.

Υπάρχουν πράγματα που συντίθενται και πράγματα που δεν συντίθενται. Γι' αυτό νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε στην παρούσα συγκυρία είναι η μορφή του μετώπου, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και μορφωμάτων, του καθενός με τη δική του αντίληψη. Σε ένα μέτωπο, σε ένα αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα χρειαστεί να λύσουμε τα μεγάλα ζητήματα της στρατηγικής. Ούτε περιμένει από εμάς ο κόσμος να εξηγήσουμε κυρίως τι είδους αποτελέσματα θα έφερνε μια ενδεχόμενη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα (παρόλο που εμείς πρέπει να εξηγήσουμε). Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, αντίθετα, ως Αριστερά που αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι να απαντήσουμε σε ερωτήματα με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταπιάστηκε καν στο παρελθόν, διότι ακολουθούσε την τακτική της ανάθεσης. Να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, σήμερα στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις με ποιο τρόπο θα υπερασπιστούμε το σπίτι του που κινδυνεύει με κατάσχεση ή πώς θα μπορέσουμε να παρέμβουμε στις δομές αλληλεγγύης και στα κινήματα. Όχι αναθέτοντας στο μέλλον την λύση των προβλημάτων, με την κατάκτηση της εξουσίας από το κόμμα. Αλλά εδώ και τώρα, παράλληλα με ένα μεταβατικό κυβερνητικό πρόγραμμα υπέρβασης του καπιταλισμού.


Κείμενο με βάση την ομιλία στην εκδήλωση της Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς με τίτλο «Η ζωή μετά: το τρίτο Μνημόνιο, τις εκλογές, τον ΣΥΡΙΖΑ», που έγινε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015 στην αίθουσα της ΕΔΟΘ, στη Θεσσαλονίκη.


Σχόλιο aftercrisis:

Το πρώτο μέρος του κειμένου (η διάγνωση περί κρίσης ηγεμονίας) είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, και μάλιστα επειδή πραγματεύεται την ηγεμονία με τον κλασικό γκραμσιανό τρόπο αντί της («μεταμοντέρνας») σμιττιανής ανάγνωσης, η οποία έχει επικρατήσει τελευταία σε τμήματα της ελληνικής αριστεράς. Βλ. επίσης: 



Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η κριτική στο (νεο- ή παλαιο-) κεϋνσιανό επιχείρημα, που κατά βάθος υποστηρίζει ότι οι κρισεις είναι «δυσλειτουργία» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όχι ο εγγενής τρόπος ύπαρξης του (η μαρξική θέση).

Ωστόσο, στη συνέχεια, το επιχείρημα ότι η Ελλάδα εμφανίζεται ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης στο πλαίσιο αυτής της ευρωπαικών (και παγκόσμιων !) διαστάσεων κρίσης ηγεμονίας, φαίνεται μάλλον αστήρικτο, συνακόλουθο υποκειμενικής επιθυμίας μάλλον και όχι ανάλυσης της πραγματικής πραγματικότητας. Άν μη τι άλλο, λόγω μεγεθών, δηλαδή του του τι ενεργό μέγεθος αντιπροσωπεύει ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός στην σχέση κεφαλαίου - εργασίας εντός του ευρωπαικού συνόλου.

Και κάτι αλλο σημαντικό: Ο νεοφιλελευθερισμός - άν και προωθήθηκε παντού με ενεργό ρόλο του κράτους - δεν εμφανίζεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη με ίδια μορφή. Ούτε εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα αργότερα από τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Ήταν και εδώ - όπως και στη λοιπή Ευρώπη (πλην σκανδιναβικών χωρών) - παρών από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980. Μόνο που στην Ελλάδα (όπως λίγο-πολύ σ' όλο του Μεσογειακό Νότο), ο νεοφιλελευθερισμός είχε απο την αρχή ειδικά χαρακτηριστικά του σκληρού πελατειακού κράτους και της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, της εξαρχής διαίρεσης των εργαζομένων σε απροστάτευτους και προστατευμένους και ακραίας (για τα ευρωπαικά μέτρα) «στρέβλωσης» του κράτους πρόνοιας που υφαρπάχτηκε από ομάδες προνομιούχων. 

Είχε όμως το καθολικό χαρακτηριστικό των απανταχού νεοφιλελευθερισμών: Την αυστηρά φιλο-κυκλική διαχείριση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η διαχείριση Παπανδρέου ΙΙ του 1981 δεν ήταν λιγότερο νεοφιλελεύθερη απο του Σημίτη το 2001 ή του Καραμανλή ΙΙ το 2007. 

Επίσης, οι μορφικές διαφορές δεν αναιρούν την ταυτότητα περιεχομένου ως προς τις κοινωνικές συμμαχίες (στήριξη σε μεσοαστικά στρώματα - ελευθεροεπαγγελματικά και «αριστοκρατίες μισθωτών»), ούτε τη διαρκή φιλο-κυκλική πολιτική άτακτης συσσώρευσης και διόγκωσης ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων (οι τυπικές νεοφιλελεύθερες φούσκες), εδώ επιχορηγούμενη με δημόσιο δανεισμό και με τερατώδη υποφορολόγηση των μεγαλομεσαίων - δηλαδή με ληστεία εις βάρος του «μη εξασφαλισμένου» τομέα εργαζομένων του ΙΤ. Τόσο το «αρχικό» ΠΑΣΟΚ 1981-1984 όσο και η «τελική» ΝΔ του 2004-2009, διακρίθηκαν στην αναδιανομή από κάτω προς τα πάνω.


Πηγή Red NoteBook

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Καρλ Πολάνυι – Η αυτορυθμιζόμενη αγορά και τα πλασματικά εμπορεύματα: εργασία, γη και χρήμα


[…] Ποτέ πριν την εποχή μας δεν ξεπέρασαν οι αγορές την καταστατική θέση του εξαρτήματος της οικονομικής ζωής. Κατά κανόνα, το οικονομικό σύστημα ήταν ενσωματωμένο στο κοινωνικό, και η μορφή της αγοράς ήταν συμβατή με οποιαδήποτε αρχή συμπεριφοράς επικρατούσε στην οικονομία. Η αρχή της ανταλλαγής, που βρίσκεται πίσω από τη μορφή της αγοράς, δεν φανέρωνε μια τάση επέκτασης σε βάρος των υπολοίπων. Εκεί που οι αγορές ήταν περισσότερο αναπτυγμένες, όπως στο μερκαντιλιστικό σύστημα, βρίσκονταν υπό τον έλεγχο μιας κεντρικής εξουσίας, που ασκούσε την αυταρχική εξουσία της τόσο στην αγροτική οικονομία όσο και στην εθνική ζωή. Ουσιαστικά, έλεγχος και αγορά αναπτύσσονταν παράλληλα. Η αυτορυθμιζόμενη αγορά ήταν άγνωστη έννοια· πράγματι, η εμφάνιση της ιδέας της αυτορύθμισης έφερε μια πλήρη μεταστροφή του ρεύματος της εξέλιξης. Κάτω από το φως αυτών των εξελίξεων μπορούμε να συλλάβουμε πλήρως τις ασυνήθιστες απόψεις που κρύβονται πίσω από μία οικονομία της αγοράς.

Η οικονομία της αγοράς αποτελεί ένα οικονομικό σύστημα που ελέγχεται, ρυθμίζεται και κατευθύνεται μόνον από τις αγορές. Η τάξη στην παραγωγή και τη διανομή των αγαθών επαφίεται σε αυτόν τον αυτορυθμιζόμενο μηχανισμό. Μία τέτοια οικονομία πηγάζει από την αντίληψη ότι οι άνθρωποι συμπεριφέρονται κατά τρόπο που να τους αποφέρει τα μέγιστα χρηματικά οφέλη. Προϋποθέτει αγορές, στις οποίες η παροχή αγαθών (και υπηρεσιών), που διατίθενται σε μια ορισμένη τιμή, θα ισούται με τη ζήτηση. Προϋποθέτει την παρουσία του χρήματος, που λειτουργεί ως αγοραστική δύναμη στα χέρια των κατόχων του. Συνεπώς, η παραγωγή θα ελέγχεται από τις τιμές, επειδή τα κέρδη αυτών που διευθύνουν την παραγωγή θα εξαρτώνται από αυτές· η διανομή των αγαθών θα εξαρτάται επίσης από τις τιμές, επειδή αυτές δημιουργούν εισοδήματα και ίσα ίσα χάρη στα εισοδήματα αυτά παράγονται και διανέμονται τα αγαθά μεταξύ των μελών της κοινωνίας.  Με αυτές τις αντιλήψεις, η τάξη στην παραγωγή και τη διανομή των αγαθών εξασφαλίζεται αποκλειστικά από τις τιμές.

Η αυτορύθμιση συνεπάγεται ότι ολόκληρη η παραγωγή προσφέρεται προς πώληση στην αγορά και ότι όλα τα εισοδήματα πηγάζουν από τέτοιες πωλήσεις. Συνεπώς, υπάρχουν αγορές για όλα τα στοιχεία της βιομηχανίας, όχι μόνο για τα αγαθά (συμπεριλαμβανομένων πάντα των υπηρεσιών) αλλά και για την εργασία, τη γη και το χρήμα που οι τιμές τους ονομάζονται τιμές εμπορευμάτων, μισθοί, πρόσοδος και τόκος αντίστοιχα. Οι ίδιοι όροι δείχνουν ότι οι τιμές διαμορφώνουν τα εισοδήματα: ο τόκος είναι η τιμή για τη χρήση του χρήματος και αποτελεί το εισόδημα όσων είναι σε θέση να χορηγήσουν χρήμα. Η πρόσοδος είναι η τιμή της χρήσης της γης και αποτελεί το εισόδημα εκείνων που παρέχουν γη· οι μισθοί είναι η τιμή για τη χρήση της εργασιακής δύναμης και αποτελούν το εισόδημα όποιων την πωλούν. Τέλος, οι τιμές των εμπορευμάτων αποτελούν τα εισοδήματα όποιων πουλούν τις επιχειρηματικές τους υπηρεσίες, και το εισόδημα ονομάζεται κέρδος επειδή αποτελεί ουσιαστικά τη διαφορά ανάμεσα σε δύο κατηγορίες τιμών, την τιμή των παραχθέντων αγαθών και το κόστος τους, δηλαδή την τιμή των αγαθών την αναγκαία για την παραγωγή τους. Εφ’ όσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, όλα τα εισοδήματα θα προέρχονται από πωλήσεις στην αγορά και θα επαρκούν για να αγοράζουν όλα τα παραγόμενα αγαθά.

Μια άλλη κατηγορία αντιλήψεων αφορά στο κράτος και την πολιτική του. Τίποτε δεν πρέπει να επιτρέπεται να δημιουργηθεί με τρόπο άλλον εκτός από τις πωλήσεις. Ούτε και πρέπει να υπάρχει οποιαδήποτε παρεμβολή στην προσαρμογή των τιμών στην αλλαγή των συνθηκών της αγοράς – είτε οι τιμές αφορούν σε αγαθά είτε σε εργασία, γη ή χρήμα. Έπεται ότι πρέπει να υπάρχουν αγορές για όλα τα στοιχεία της βιομηχανίας[1] και ότι απαγορεύεται η λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δράση των αγορών αυτών. Ούτε η τιμή ούτε η προσφορά ούτε η ζήτηση πρέπει να είναι σταθερές ή ρυθμιζόμενες. Είναι επιτρεπτές μόνον εκείνες οι πολιτικές που συντελούν στη διασφάλιση της αυτορύθμισης της αγοράς και δημιουργούν συνθήκες που καθιστούν την αγορά μοναδική οργανωτική δύναμη στη σφαίρα της οικονομίας.

Για να αντιληφθούμε πλήρως τι σημαίνει αυτό, θα στραφούμε για λίγο στο μερκαντιλιστικό σύστημα και στις εθνικές αγορές, των οποίων την ανάπτυξη βοήθησε πολύ ουσιαστικά. Στον φεουδαλισμό και στο συντεχνιακό σύστημα, γη και εργασία αποτελούσαν μέρος της καθαυτό κοινωνικής οργάνωσης (το χρήμα δεν είχε ακόμα εξελιχθεί σε κυρίαρχο στοιχείο της βιομηχανίας). Η γη, το θεμελιώδες στοιχείο του φεουδαλισμού, ήταν η βάση για το στρατιωτικό, δικαιοδοτικό, διοικητικό και πολιτικό σύστημα· η καταστατική θέση και η χρήση της καθοριζόταν από νομικούς και εθιμικούς κανόνες. Το κατά πόσον η κατοχή της μεταβιβαζόταν ή όχι και, αν ναι, σε ποιόν και υπό ποιους περιορισμούς, τι συνεπαγόταν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, σε όποια χρήση θα υποβάλλονταν συγκεκριμένες εκτάσεις γης – όλα αυτά τα ζητήματα δεν υπάγονταν στην οργάνωση της αγοραπωλησίας, αλλά σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία θεσμικών ρυθμίσεων.

Τα ίδια ίσχυαν και για την οργάνωση της εργασίας. Στο συντεχνιακό σύστημα, όπως και σε όλα τα προηγούμενα οικονομικά συστήματα στην ανθρώπινη ιστορία, τα κίνητρα και οι περιστάσεις των παραγωγικών δραστηριοτήτων στηρίζονταν στην γενικότερη οργάνωση της κοινωνίας. Οι σχέσεις τεχνίτη, βοηθού, μαθητευόμενου, οι συνθήκες εργασίας της κάθε τέχνης, ο αριθμός των μαθητευόμενων, οι μισθοί των εργατών, ρυθμίζονταν όλα από την παράδοση και τη διοίκηση της κάθε συντεχνίας και πόλης. Το μερκαντιλιστικό σύστημα απλώς ενοποίησε όλες αυτές τις συνθήκες, είτε με διατάγματα, όπως στην Αγγλία, είτε δια μέσου της «εθνικοποίησης» των συντεχνιών, όπως στη Γαλλία. Όσον αφορά στη γη, το φεουδαλικό καθεστώς είχε καταργηθεί μόνον όπου σχετιζόταν με περιφερειακά, τοπικά προνόμια. Για όλα τα υπόλοιπα, η γη παρέμενε extra commercium στην Αγγλία και τη Γαλλία. Μέχρι την Επανάσταση του 1789, η κτηματική περιουσία παρέμενε η πηγή των κοινωνικών προνομίων στη Γαλλία, ενώ στην Αγγλία, ακόμη και μετά από αυτήν την περίοδο, το εθιμικό δίκαιο της γης ήταν ουσιαστικά μεσαιωνικό. Παρ’ όλη την τάση του για εμπορευματοποίηση, ο μερκαντιλισμός ουδέποτε επιτέθηκε στα εχέγγυα που προστάτευαν τα δύο βασικά στοιχεία της παραγωγής –την εργασία και τη γη– από τυχόν απόπειρες εμπορευματοποίησής τους. Στην Αγγλία, η «εθνικοποίηση» της εργατικής νομοθεσίας με τον «Νόμο περί τεχνιτών» (1563) και τον νόμο της «Κοινωνικής πρόνοιας» (1601) έθεσε υπό την προστασία της την εργασία, ενώ η πολιτική των Τυδώρ και των πρώτων Στιούαρτ εναντίον των περιφράξεων αποτελούσε μία σταθερή αντίσταση στην αρχή της κερδοφόρου χρήσης της κτηματικής περιουσίας.

Παρ’ όλη την έμφαση που έδινε στην εμπορευματοποίηση ως εθνική πολιτική, ο μερκαντιλισμός αντιμετώπιζε τις αγορές πολύ διαφορετικά από ό,τι η οικονομία της αγοράς, πράγμα που δείχνει σαφέστατα η υπερβολική επέκταση του κρατικού παρεμβατισμού στη βιομηχανία. Στο σημείο αυτό δεν υπήρχε καμιά διαφορά ανάμεσα στους μερκαντιλιστές και τους νοσταλγούς της φεουδαρχίας, ανάμεσα στον σχεδιασμό του στέμματος και τα κεκτημένα δικαιώματα ή ανάμεσα στους συγκεντρωτικούς γραφειοκράτες και τους συντηρητικούς αυτονομιστές. Διαφωνούσαν μόνον ως προς τις μεθόδους της ρύθμισης: συντεχνίες, πόλεις και επαρχίες επικαλούνταν την παράδοση και το έθιμο, ενώ η νέα κρατική εξουσία έκλινε προς τα νομοθετικά μέτρα· αλλά και οι δύο ήταν αντίθετες στην εμπορευματοποίηση της γης και της εργασίας – προϋπόθεση της οικονομίας της αγοράς. Συντεχνίες και φεουδαλικά δικαιώματα καταργήθηκαν στη Γαλλία μόλις το 1790, ενώ ο ελισαβετιανός «Νόμος περί φτωχών» μόλις το 1834. Και στις δύο χώρες, η εδραίωση της ελεύθερης αγοράς εργασίας ούτε που συζητιόταν πριν από την τελευταία δεκαετία του 18ου αι. Όσο για την ιδέα της αυτορύθμισης της οικονομικής ζωής, βρισκόταν εντελώς πέρα από τον ορίζοντα της εποχής. Ο μερκαντιλισμός ασχολούνταν με την ανάπτυξη των πόρων της χώρας, και της προσφοράς εργασίας, δια μέσου του εμπορίου· θεωρούσε δεδομένη την παραδοσιακή οργάνωση γης και εργασίας. Από την άποψη αυτήν, βρισκόταν τόσο μακριά από τις σύγχρονες αντιλήψεις όσο ήταν και στον χώρο της πολιτικής, στον οποίο καμία νύξη εκδημοκρατισμού δεν ήταν ικανή να μετριάσει την ένθερμη πίστη του στις απολυταρχικές εξουσίες του πεφωτισμένου δεσπότη. Όπως ακριβώς η μετάβαση σε ένα δημοκρατικό, αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα επέφερε την πλήρη ανατροπή της κυρίαρχης αντίληψης της εποχής, η αλλαγή από ρυθμισμένες σε αυτορυθμιζόμενες αγορές, στα τέλη του 18ου αι., αντιπροσώπευε τον πλήρη μετασχηματισμό της κοινωνικής δομής.

Μία αυτορυθμιζόμενη αγορά απαιτεί τον θεσμικό διαχωρισμό της κοινωνίας στην οικονομική και την πολιτική σφαίρα δραστηριοτήτων. Ο διαχωρισμός αυτός αποτελεί στην ουσία απλώς την επαναδιατύπωση, από την πλευρά της κοινωνίας ως συνόλου, της ύπαρξης μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι ο διαχωρισμός των δύο σφαιρών δραστηριοτήτων ενυπάρχει σε όλους τους τύπους κοινωνίας, σε όλες τις εποχές. Αυτό, όμως, θα βασιζόταν σε πλάνη. Είναι γεγονός ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει δίχως ένα σύστημα που να εξασφαλίζει την τάξη στην παραγωγή και τη διανομή των αγαθών. Αλλά αυτό δεν προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη ξέχωρων οικονομικών θεσμών· συνήθως, η οικονομική τάξη αποτελεί απλώς λειτουργία της κοινωνικής, στην οποία εμπεριέχεται. Ξεχωριστό οικονομικό σύστημα στην κοινωνία δεν υπήρχε στην φυλετική ούτε στην φεουδαλική ούτε στην μερκαντιλιστική πραγματικότητα. Η κοινωνία του 19ου αι., στην οποία η οικονομική δραστηριότητα απομονώθηκε και αποδόθηκε σε ένα ιδιαίτερο οικονομικό κίνητρο, αντιπροσώπευε πράγματι μια ριζικά νέα κατεύθυνση.

Ένα τέτοιο θεσμικό πρότυπο μπορούσε να λειτουργήσει μόνο με την σχετική υποταγή της κοινωνίας στις απαιτήσεις του. Μία οικονομία της αγοράς μπορεί να υπάρξει μόνο σε μια κοινωνία της αγοράς. Αναλύοντας την εξέλιξη της μορφής της αγοράς, φτάσαμε σε αυτό το γενικό συμπέρασμα. Μπορούμε τώρα να συγκεκριμενοποιήσουμε τον ισχυρισμό μας. Μία οικονομία της αγοράς πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία της βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένων της γης, της εργασίας και του χρήματος. (Σε μια οικονομία της αγοράς, το τελευταίο αποτελεί επίσης ουσιαστικό στοιχείο της βιομηχανικής ζωής και η συμπερίληψή του στον μηχανισμό της αγοράς έχει, όπως θα δούμε, σημαντικότατες θεσμικές συνέπειες). Αλλά εργασία και γη δεν είναι άλλο από τους ανθρώπους που απαρτίζουν κάθε κοινωνία, καθώς και από το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή υπάρχει. Η συμπερίληψή τους στον μηχανισμό της αγοράς σημαίνει την καθυπόταξη της καθαυτό υπόστασης της κοινωνίας στους νόμους της αγοράς.

Είμαστε τώρα σε θέση να διατυπώσουμε πιο συγκεκριμένα τη θεσμική φύση της οικονομίας της αγοράς και τους κινδύνους που περικλείει για την κοινωνία. Πρώτα πρώτα, θα περιγράψουμε τις μεθόδους με τις οποίες ο μηχανισμός της αγοράς καθίσταται ικανός να ελέγχει και να κατευθύνει τα στοιχεία της βιομηχανικής ζωής. Δεύτερον, θα προσπαθήσουμε να υπολογίσουμε τις επιπτώσεις του μηχανισμού αυτού σε μία κοινωνία που υφίσταται τη δράση του.

Ο μηχανισμός της αγοράς προσαρμόζεται στα διάφορα στοιχεία της βιομηχανικής ζωής με τη βοήθεια της έννοιας του εμπορεύματος. Τα εμπορεύματα εδώ ορίζονται εμπειρικά ως αντικείμενα που έχουν παραχθεί για πώληση στην αγορά, ενώ οι αγορές ορίζονται, πάλι εμπειρικά, ως οι επαφές πωλητών και αγοραστών. Κατά συνέπεια, όλα τα στοιχεία της βιομηχανίας θεωρείται ότι έχουν παραχθεί για πώληση, καθώς τότε και μόνο τότε θα γίνουν αντικείμενο της αλληλεπίδρασης του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης με την τιμή. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχουν αγορές για όλα τα στοιχεία της βιομηχανίας, καθώς και ότι, σε αυτές τις αγορές, καθένα από τα στοιχεία αυτά θα οργανώνεται σε μία ομάδα προσφοράς και ζήτησης· τέλος, ότι κάθε τέτοιο στοιχείο θα έχει μία τιμή, η οποία θα βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με την προσφορά και τη ζήτηση. Αυτές οι –αναρίθμητες– αγορές αλληλοσυνδέονται, για να δημιουργήσουν Μία Μεγάλη Αγορά[2].

Σημαντικό στοιχείο είναι το ακόλουθο: η εργασία, η γη και το χρήμα είναι ουσιαστικά στοιχεία της βιομηχανίας και πρέπει και αυτά να οργανώνονται σε χωριστές αγορές· πράγματι, αυτές οι αγορές αποτελούν πολύ ζωτικό μέρος του οικονομικού συστήματος. Αλλά εργασία, γη και χρήμα δεν αποτελούν προφανώς εμπορεύματα· το αξίωμα πως οτιδήποτε αγοράζεται και πουλιέται πρέπει να έχει παραχθεί για πώληση, είναι καταφανώς αναληθές στην περίπτωσή τους. Με άλλα λόγια, δεν αποτελούν εμπορεύματα, σύμφωνα με τον εμπειρικό ορισμό του εμπορεύματος. Η εργασία είναι απλώς ένα ακόμη όνομα για μια ανθρώπινη δραστηριότητα που ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή, και που δεν παράγεται για πώληση αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους, και δεν μπορεί να διαχωρισθεί από την ανθρώπινη ζωή, να «αποθηκευτεί» ή να μετακινηθεί. Γη, άλλωστε, είναι ένα άλλο όνομα της Φύσης, που δεν παράγεται από τον άνθρωπο. Τέλος, το χρήμα αποτελεί απλώς ένα τεκμήριο αγοραστικής δύναμης που, κατά κανόνα, δεν παράγεται αλλά δημιουργείται με τον μηχανισμό της ιδιωτικής και της δημόσιας Πίστης. Κανένα απ’ αυτά δεν παράγεται για πώληση. Η απόδοση της ιδιότητας του εμπορεύματος στην εργασία, τη γη και το χρήμα είναι ολότελα πλασματική.

Κι όμως, ίσα ίσα με τη βοήθεια αυτής της κατασκευής οργανώνονται οι αγορές εργασίας, γης και χρήματος[3]· αυτά πωλούνται και αγοράζονται στην αγορά και η προσφορά και η ζήτησή τους αποτελούν πραγματικά μεγέθη· κάθε μέτρο ή πολιτική που θα εμπόδιζε τον σχηματισμό τέτοιων αγορών, θα απειλούσε αναπόφευκτα την αυτορύθμιση του συστήματος. Επομένως, η νοητική κατασκευή του εμπορεύματος παρέχει μία ζωτική οργανωτική αρχή για το σύνολο της κοινωνίας και επηρεάζει με τους πιο ποικίλους τρόπους όλους τους θεσμούς της: την αρχή σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται κάθε διακανονισμός ή συμπεριφορά που θα απέτρεπαν την ουσιαστική λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς με βάση την νοητική κατασκευή του εμπορεύματος.

Πάντως, σε σχέση με την εργασία, τη γη και το χρήμα, αυτό το αξίωμα δεν μπορεί να επικυρωθεί. Η καθιέρωση του μηχανισμού της αγοράς ως μοναδικού ρυθμιστή της τύχης των ανθρώπων και του φυσικού τους περιβάλλοντος, ως και του μεγέθους και της χρήσης της αγοραστικής δύναμης, κατέληγε στην κατάλυση της κοινωνίας. Το υποτιθέμενο εμπόρευμα «εργασιακή δύναμη» δεν μπορεί να χρησιμοποιείται αδιακρίτως, ούτε και να αφήνεται αχρησιμοποίητο, δίχως να επηρεάσει τον άνθρωπο, που τυχαίνει να είναι φορέας αυτού του ιδιαίτερου εμπορεύματος. Αχρηστεύοντας την εργασιακή δύναμη του ανθρώπου, το σύστημα αναπόφευκτα θα αχρήστευε τη φυσική, ηθική και ψυχολογική οντότητα που λέγεται «άνθρωπος», η οποία συνδέεται με αυτό το εμπόρευμα. Αν έχαναν την προστατευτική κάλυψη των πολιτισμικών θεσμών, οι άνθρωποι θα εκμηδενίζονταν από τα αποτελέσματα της κατάλυσης της κοινωνίας· τελικά θα πέθαιναν, θύματα μιας οξείας κοινωνικής αποσάθρωσης, μίας έξαρσης του εγκλήματος, της περιθωριοποίησης και της λιμοκτονίας. Θα ακολουθούσε η ισοπέδωση της φύσης, η μόλυνση των τοπίων, των ποταμών και των κατοικημένων χώρων, η διακύβευση της εθνικής ασφάλειας και η πλήρης απώλεια της δυνατότητας παραγωγής τροφίμων και πρώτων υλών. Τέλος, η ρύθμιση της αγοραστικής δύναμης από την αγορά θα κατέστρεφε τις επιχειρήσεις, επειδή η έλλειψη ή η πληθώρα του χρήματος θα απέβαιναν εξ ίσου καταστροφικές για την επιχείρηση, όπως οι πλημμύρες και οι ξηρασίες για την πρωτόγονη κοινωνία. Αναμφίβολα, η εργασία, η γη και το χρήμα είναι ουσιώδη για μία οικονομία της αγοράς. Αλλά καμία κοινωνία δεν θα άντεχε τις συνέπειες από την εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος χονδροειδών νοητικών κατασκευών, έστω και για απειροελάχιστο χρονικό διάστημα, αν δεν προστατεύονταν η ανθρώπινη, η φυσική της υπόσταση, όπως και η επιχειρηματική της οργάνωση, από την καταστροφική επιρροή αυτού του σατανικού μύλου.

Η άκρως τεχνητή φύση της οικονομίας της αγοράς έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι η ίδια η διαδικασία της παραγωγής οργανώνεται με τη μορφή της αγοραπωλησίας[4]. Κανένας άλλος τρόπος οργάνωσης της παραγωγής δεν είναι εφικτός σε μία εμπορική κοινωνία. Κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα, η βιομηχανική παραγωγή για τις εξαγωγές ήταν υπό τον έλεγχο πλούσιων αστών και διεκπεραιωνόταν υπό την άμεση επίβλεψή τους στην πόλη τους. Αργότερα, στην εμπορική κοινωνία, η παραγωγή ήταν υπό τον έλεγχο των εμπόρων και δεν περιοριζόταν πια στις πόλεις· ήταν η εποχή της «οικοτεχνίας», τότε που η βιομηχανία της αγροτικής υπαίθρου προμηθευόταν τις πρώτες ύλες από τον έμπορο καπιταλιστή, ο οποίος διεύθυνε την παραγωγική διαδικασία ως καθαρά εμπορική επιχείρηση. Τότε η βιομηχανική παραγωγή πέρασε σε μεγάλη κλίμακα υπό την καθοδήγηση του εμπόρου. Αυτός είχε γνώση της αγοράς, του όγκου και της ποιότητας της ζήτησης· αυτός εγγυόταν την προμήθεια των πρώτων υλών, όπως το μαλλί και μερικές φορές οι αργαλειοί, για το οικοτεχνικό σύστημα παραγωγής. Αν δεν επαρκούσαν οι προμήθειες, δυσμενέστερες ήταν οι επιπτώσεις πάνω στον τεχνίτη, που έχανε προσωρινά την απασχόλησή του. Δεν απαιτούνταν καμία μεγάλη βιομηχανική εγκατάσταση και ο έμπορος δεν έπαιρνε σημαντικό ρίσκο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της παραγωγής.

Το σύστημα αυτό ισχυροποιόταν και βελτιωνόταν οργανωτικά επί αιώνες, ως την εποχή που, σε μία χώρα, την Αγγλία, η υφαντουργία, υπό τον έλεγχο του υφασματέμπορου, προσέλαβε σχεδόν εθνικές διαστάσεις. Αυτός που αγόραζε και πουλούσε, εξασφάλιζε την παραγωγή – δεν απαιτούνταν ένα ξέχωρο κίνητρο. Η παραγωγή αγαθών δεν λάμβανε υπ’ όψη ούτε τις αμοιβαίες σχέσεις αλληλοϋποστήριξης ούτε την έγνοια του νοικοκύρη για τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειας ούτε την περηφάνια του τεχνίτη για το προϊόν του ούτε την ικανοποίηση και επιδοκιμασία του αγοραστικού κοινού· τίποτα, παρά μόνο το καθαρό κίνητρο του κέρδους, ίδιον του ανθρώπου που το επάγγελμά του είναι να πουλά και να αγοράζει. Μέχρι τα τέλη του 18ου αι., η βιομηχανική παραγωγή στην δυτική Ευρώπη ήταν απλώς συμπληρωματική του εμπορίου.

Όσο η μηχανή αποτελούσε ένα φτηνό και μη εξειδικευμένο εργαλείο, δεν υπήρχε καμία αλλαγή σε αυτήν την κατάσταση. Το γεγονός ότι ο οικοτεχνίτης μπορούσε να παράγει περισσότερα προϊόντα στις ίδιες εργάσιμες ώρες, πιθανόν να τον ωθούσε να χρησιμοποιήσει μηχανές για να μεγιστοποιήσει το εισόδημά του, αλλά δεν επηρέαζε αναγκαστικά την οργάνωση της παραγωγής. Το αν ο τεχνίτης –ή ο εργοδότης– ήταν κάτοχος φθηνών μηχανημάτων, προκαλούσε μια κάποια διαφοροποίηση στην κοινωνική θέση των δύο συμβαλλομένων και, οπωσδήποτε, σήμαινε μια διαφορά στα εισοδήματα του εργάτη, που κέρδιζε περισσότερα όταν ήταν ο ιδιοκτήτης των εργαλείων του. Αυτό, όμως, από μόνο του δεν προέτρεπε τον έμπορο να μεταβληθεί σε βιομήχανο καπιταλιστή ή να περιορίσει τις δραστηριότητές του αποκλειστικά στο να δανείζει σε τέτοιους ανθρώπους. Η πώληση αγαθών σπάνια ήταν πλήρης και η μεγαλύτερη δυσκολία παρέμενε η προμήθεια πρώτων υλών, που μερικές φορές ήταν αδύνατον να διακοπεί. Αλλά ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις, η ζημία του εμπόρου-ιδιοκτήτη των μηχανημάτων δεν ήταν σημαντική. Αυτό που άλλαξε τελείως τη σχέση τού εμπόρου με την παραγωγή δεν ήταν η εμφάνιση της μηχανής καθ’ εαυτή, αλλά η εφεύρεση περίπλοκων μηχανημάτων και άρα εξειδικευμένων μηχανημάτων. Αν και ίσα ίσα ο έμπορος εισήγαγε την νέα οργάνωση της παραγωγής – γεγονός που καθόρισε την όλη πορεία του μετασχηματισμού – η χρήση των πολύπλοκων μηχανημάτων και εγκαταστάσεων απαίτησε τη δημιουργία εργοστασίων και, συνακόλουθα, αλλοίωσε την ισορροπία της σχέσης εμπορίου και βιομηχανίας, καταφανώς προς όφελος της τελευταίας. Η βιομηχανική παραγωγή έπαψε να λειτουργεί ως εξάρτημα του εμπορίου, και περίεκλειε πια μακροπρόθεσμες επενδύσεις και ανάλογα ρίσκα. Όσο δεν διασφαλιζόταν η απρόσκοπτη παραγωγή αγαθών, τέτοια ρίσκα δεν ήταν εφικτά για τον επενδυτή.

Όσο, όμως, γινόταν πολυπλοκότερη η βιομηχανική παραγωγή, τόσο αύξανε ο αριθμός των στοιχείων της βιομηχανίας, που η προμήθειά τους έπρεπε να διασφαλισθεί. Από αυτά, τρία ήταν κεφαλαιώδους σημασίας: η εργασία, η γη και το χρήμα. Σε μία εμπορική κοινωνία, υπήρχε μόνον ένας τρόπος οργάνωσής τους: να καταστούν διαθέσιμα προς πώληση. Επομένως, έπρεπε να οργανωθούν για να πουλιούνται στην αγορά, δηλαδή σαν εμπορεύματα. Η επέκταση του μηχανισμού της αγοράς στην εργασία, τη γη και το χρήμα, υπήρξε αναπόφευκτη συνέπεια της εισαγωγής των εργοστασίων σε μία εμπορική κοινωνία. Όλα τα στοιχεία της βιομηχανίας έπρεπε να προσφέρονται προς πώληση.

Αυτό συνδεόταν με την ανάγκη να υπάρχει ένα σύστημα αγοράς. Γνωρίζουμε πως σε ένα τέτοιο καθεστώς τα κέρδη διασφαλίζονται μόνο αν εξασφαλίζεται η αυτορύθμιση δια μέσου της ύπαρξης αλληλένδετων ανταγωνιστικών αγορών. Καθώς η ανάπτυξη των εργοστασίων αποτελούσε μέρος της διαδικασίας αγοράς και πώλησης, η εργασία, η γη και το χρήμα έπρεπε να μετατραπούν σε εμπορεύματα για να διασφαλισθεί η απρόσκοπτη παραγωγή. Βέβαια, δεν θα μπορούσαν πραγματικά να μετατραπούν σε εμπορεύματα, καθώς δεν παράγονταν για να πουληθούν στην αγορά. Αλλά ο μύθος της εμπορευματοποίησής τους κατέστη η οργανωτική αρχή της κοινωνίας. Από τα τρία διακρίνεται ένα: «εργασία» είναι ο τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται για τους ανθρώπους, εφ’ όσον είναι υπάλληλοι και όχι εργοδότες· συνάγεται ότι, εφ’ εξής, η οργάνωση της εργασίας θα άλλαζε παράλληλα με την οργάνωση του συστήματος της αγοράς. Αλλά καθώς η οργάνωση της εργασίας είναι απλώς μια άλλη περιγραφή του τρόπου ζωής των απλών ανθρώπων, αυτό σημαίνει πως η ανάπτυξη του συστήματος της αγοράς θα συνοδευόταν από μία αλλαγή στην οργάνωση της κοινωνίας. Τελικά, η ανθρώπινη κοινωνία είχε καταστεί εξάρτημα του οικονομικού συστήματος.

Επανερχόμαστε στις παράλληλες ιστορίες των ζημιών που προκάλεσαν οι περιφράξεις στην αγγλική ιστορία, και της κοινωνικής καταστροφής που ακολούθησε την Βιομηχανική Επανάσταση. Έχουμε επισημάνει ότι, κατά κανόνα, βελτιώσεις επιτυγχάνονται με αντίτιμο την κοινωνική αποδιάρθρωση. Αν αυτή προσλάβει μεγάλες διαστάσεις, τότε η κοινότητα υποκύπτει στο μοιραίο. Οι Τυδώρ και οι πρώτοι Στιούαρτ γλίτωσαν την Αγγλία από την τύχη της Ισπανίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα και την επέκταση της αλλαγής ώστε αυτή να καταστεί ανεκτή, και παροχετεύοντας τα αποτελέσματα της σε λιγότερο καταστροφικές απολήξεις. Τίποτε, όμως, δεν έσωσε τον αγγλικό λαό από τον αντίκτυπο της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η τυφλή πίστη στην αυθόρμητη πρόοδο είχε κυριεύσει τον νου των ανθρώπων, και οι πιο φωτισμένοι πίεζαν για απεριόριστη και ανεξέλεγκτη κοινωνική αλλαγή, με θρησκευτικό φανατισμό. Οι συνέπειες στη ζωή των ανθρώπων είναι φρικτές, ξεπερνούν κάθε προσπάθεια περιγραφής. Πράγματι, η ανθρώπινη κοινωνία θα βάδιζε στην εξολόθρευση, αν δεν υπήρχαν προστατευτικές αντιδράσεις, που περιόριζαν τη δράση αυτού του μηχανισμού αυτοκαταστροφής.

Η κοινωνική ιστορία του 19ου αι. υπήρξε, επομένως, το αποτέλεσμα μιας διπλής κίνησης: η επέκταση της οργάνωσης της αγοράς για τα γνήσια εμπορεύματα, συνοδεύθηκε από έναν περιορισμό για τα πλασματικά. Ενώ από τη μία οι αγορές κατέκλυσαν την υφήλιο και η ποσότητα των διατιθέμενων αγαθών προσέλαβε απίστευτες διαστάσεις, από την άλλη ένα δίκτυο μέτρων και πολιτικών ενσωματώθηκε σε ισχυρούς θεσμούς, που είχαν σχεδιαστεί για να ελέγξουν τη δράση της αγοράς σε σχέση με την εργασία, τη γη και το χρήμα. Ενώ η οργάνωση παγκόσμιων αγορών εμπορευμάτων, κεφαλαίων και νομίσματος, υπό την αιγίδα του διεθνούς κανόνα του χρυσού, έδωσε μία πρωτοφανή ώθηση στον μηχανισμό των αγορών, αναδύθηκε ένα βαθιά ριζωμένο κίνημα αντίστασης στις καταστροφικές συνέπειες μιας οικονομίας υπό τον έλεγχο της αγοράς. Η κοινωνία αυτοπροστατεύτηκε από τους κινδύνους που ήταν εγγενείς στο σύστημα της αυτορυθμιζόμενης αγοράς – αυτό αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιστορίας της περιόδου.



* Πρόκειται για το 6ο κεφάλαιο του βιβλίου σταθμός του Καρλ Πολάνυι αναφορικά με τις φιλοσοφικές καταβολές, την πρακτική εφαρμογή, τις κοινωνικές επιπτώσεις, την ιστορία και την εξέλιξη του καπιταλισμού και της οικονομίας της αγοράς. Βλ. Polanyi Karl, «Η αυτορυθμιζόμενη αγορά και τα πλασματικά εμπορεύματα: εργασία, γη και χρήμα» στο Ο μεγάλος μετασχηματισμός: οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας (μτφρ. Γαγανάκης Κώστας), χ.χ. [1944], Θεσσαλονίκη: Νησίδες, σσ. 69-77.

[1]     Henderson, H.D., Supply and Demand, 1922. Η πρακτική της αγοράς είναι διττή: η κατ’ αναλογία κατανομή των παραγόντων στις διαφορετικές χρήσεις και η οργάνωση των δυνάμεων που επηρεάζουν την συνολική προσφορά παραγόντων

[2]     Hawtrey, G.R., The Economic Problem, 1925. Η λειτουργία της Μεγάλης Αγοράς, όπως την ορίζει ο Hawtrey, συνίσταται στο «να καθιστά τις σχετικές αγοραστικές αξίες όλων των εμπορευμάτων αμοιβαία συμβατές/σύμμετρες».

[3]     Η αναφορά του Μαρξ στον φετιχιστικό χαρακτήρα των εμπορευμάτων σχετίζεται με την ανταλλακτική αξία των γνήσιων εμπορευμάτων και δεν έχει καμία σχέση με τα πλασματικά εμπορεύματα για τα οποία μιλούμε εδώ.

[4]     Cunningham, W., «Economic Change», , στο Cambridge Modern History, Vol. I.


Πηγή ResPublica
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget