Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Το δημοψήφισμα ως γενική βούληση


του Αλέξανδρου Κιουπκιολή


Κατά την αντίληψη του Rousseau, στη λειτουργία της δημοκρατίας η γενική βούληση αποσκοπεί στο γενικό συμφέρον μιας κοινότητας πολιτών. Το ελληνικό δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου δείχνει πώς αυτό το συμφέρον δεν είναι ούτε κάτι αντικειμενικά δεδομένο που μένει να ανακαλυφθεί με ορισμένες διαδικασίες, ούτε κάτι που συμπίπτει απλώς με τη βούληση της πλειοψηφίας, η οποία μπορεί να λάβει αποφάσεις που αποδεικνύονται συν τω χρόνω επιζήμιες για το συμφέρον της κοινότητας. Το γενικό συμφέρον κατασκευάζεται ενεργά μέσα από δημόσιες εκφράσεις της γενικής βούλησης, οι οποίες έχουν έναν ανεξάλειπτα επιτελεστικό χαρακτήρα. Δημιουργούν, δηλαδή, αυτό που ονομάζουν∙ όπως κατά την Judith Butler η πρόταση-έγκληση «είσαι αγόρι» παράγει μια έμφυλη ταυτότητα για ένα νεαρό υποκείμενο, υπάγοντάς το σε συγκεκριμένους κανόνες του φύλου.

Η εν λόγω επιτέλεση, ωστόσο, δεν πραγματοποιείται με μαγικό και παντοδύναμο τρόπο τη στιγμή μιας πρώτης εκφώνησης, η οποία «γεννά» πράγματα και καταστάσεις ονοματίζοντάς τα. Η αρχική στιγμή της κατονομασίας δηλώνει μάλλον την έναρξη μιας διαδικασίας κοπιώδους δημιουργίας, με διάρκεια στον χρόνο και πιθανότητες αποτυχίας. Στην περίπτωση του δημοψηφίσματος, συγκροτεί ένα γενικό συμφέρον το οποίο απαιτεί από εδώ και στο εξής συστηματική δράση, σχέδιο, προσπάθεια και ευτυχείς συγκυρίες για να καταστεί πράγματι συμφέρον για την κοινωνική πλειοψηφία.

Η γενική βούληση εκδηλώνεται συχνά με μια γενική διακήρυξη («όχι στη συνέχιση της λιτότητας που επιβάλλουν οι δανειστές») η οποία γίνεται εκ των πραγμάτων πεδίο αγώνων εκπροσώπησης και αντικείμενο αντικρουόμενων ερμηνειών, λόγω της γενικότητάς της που θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί σε ειδικές και μεταβλητές συνθήκες. Θα είναι έργο της κοινωνικής κίνησης, λοιπόν, να δείξει στην πράξη, με τις μαζικές πρωτοβουλίες και με την αποφασιστικότητά της, αν η κοινωνική στράτευση και η ενεργός συμμετοχή σε αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, καθώς και το πλειοψηφικό «Όχι», σημαίνουν τη βούληση για αντίσταση στον σύγχρονο καπιταλισμό και τις ολιγαρχίες του, και τη θέληση για μια άλλη, συμμετοχική και κοινωνική δημοκρατία. Θα είναι έργο της κεντρικής κυβέρνησης και της ηγεσίας της να δείξουν αν η άμεση προσφυγή στην ετυμηγορία των πολιτών ήταν απλώς ένας ελιγμός ή μια απόπειρα χειραγώγησης ή μια έκφραση της συνειδητοποίησης ότι ουσιαστική δημοκρατική αλλαγή δεν μπορεί να επέλθει σήμερα χωρίς την πλατιά και ελεύθερη κοινωνική συμμετοχή στη διακυβέρνηση, η οποία θα πρέπει να διευρυνθεί και να θεσμοποιηθεί συστηματικά.

Παρότι η δημοσιοποίηση της γενικής βούλησης μέσα από θεσμούς άμεσης δημοκρατίας αποτελεί μια ύψιστη εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας, η γενική βούληση και η λαϊκή κυριαρχία δεν συνιστούν έναν καθαρό βολονταρισμό. Δεν είναι, δηλαδή, η εμφάνιση εκ του μηδενός μιας πανίσχυρης δύναμης που φτιάχνει τον κόσμο όπως θέλει, σύμφωνα με την υπόθεση μιας ορισμένης θεολογίας του Λαού που αντικατέστησε με αυτόν την ιδέα του παντοδύναμου Θεού. Γιατί, προφανώς, η Vox Populi των πολιτών της Ελλάδας αποτελεί τώρα μία μόνον δύναμη, η οποία πολύ απέχει από το να είναι η ισχυρότερη, σε έναν ευρύτερο συναστερισμό δυνάμεων. Αλλά και γιατί το «Όχι» της απαντοχής σε συνθήκες τρομοκράτησης ήταν προϊόν υποκειμενικών βουλήσεων που είχαν σφυρηλατηθεί από καιρό σε ποικίλα διαφορετικά πλαίσια. Μεταξύ άλλων, στις πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς και των διεκδικήσεών της, στις συνθήκες της οξείας επισφάλειας πολλών που οδήγησαν σε μια πάλη διαρκείας με τον φόβο εν μέσω κρίσης, αλλά και στα πιο πρόσφατα κινήματα της αγανάκτησης και της αναζήτησης μιας άλλης δημοκρατίας, τα οποία είχαν τη μεγαλύτερη απήχηση στη νεολαία και αντικατοπτρίστηκαν στο δικό της μαζικό Όχι. Αυτή είναι μια υπόθεση που αξίζει να θυμόμαστε και να τιμούμε στην πράξη. Τόσο οι αντιστάσεις όσο και οι θετικές δημοκρατικές διεκδικήσεις της κοινωνίας δεν είναι το θαύμα μιας ξαφνικής επιφοίτησης ή της καθοδήγησης από μια χαρισματική (ή τυχερή) ηγεσία. Είναι απότοκος μακρόχρονων και επίμοχθων κοινωνικών κινήσεων μέσα στις καθημερινότητες των πολλών. Στο Όχι της 5ης Ιουλίου αντήχησαν ξανά οι φωνές της κοινωνικής αγανάκτησης και αυτο-οργάνωσης, οι οποίες ξεπερνούν τα οποιαδήποτε σχέδια πολιτικών ηγεσιών, δίνουν τα δικά τους νοήματα στις πολιτικές διαδικασίες και κάθε άλλο παρά έχουν εξαφανιστεί. Αυτό έγινε σε πείσμα όσων διέγραψαν τις πλατείες των Αγανακτισμένων του 2011 ως πολιτικά ασήμαντες, αδύναμες, χαώδεις, επικίνδυνες και φευγαλέες «οριζοντιότητες», οι οποίες δεν μπορούν να επιτύχουν πολιτικά αποτελέσματα χωρίς εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα και χωρίς ιεραρχικές μορφές οργάνωσης και διακυβέρνησης. Για μία ακόμη φορά, φαίνεται ότι ισχυρές εκφορές της δημοκρατικής κυριαρχίας και πράξης προκύπτουν από πολύμορφες και αντιφατικές συζεύξεις μεταξύ κάθετης εκπροσώπησης-διακυβέρνησης και άμεσης κοινωνικής αυτενέργειας, και ότι η κοινωνική κινητοποίηση λειτουργεί με άλλους χρόνους και σε άλλα επίπεδα, αλλά φέρει μια δική της αποτελεσματικότητα που μπορεί να είναι ιδιαίτερα κρίσιμη.

Η γενική βούληση δεν εμφανίζεται ως ενιαία αλλά ως διαιρεμένη, όταν η πληθώρα των διαφορών που εμπερικλείει δεν είναι δυνατόν να συμβιβαστούν και, ιδίως, όταν το γενικό συμφέρον επιδιώκεται, μέσα σε καθεστώτα μεγάλων ανισοτήτων και κυριαρχίας, όπου οι πολλοί καλούνται να αντιμετωπίσουν ισχυρές μερικότητες - τις προνομίες και τις εξουσίες ολίγων. Σε τέτοιες περιστάσεις, η δημοκρατική βούληση απαιτεί πρωτίστως τη συστράτευση των πολλών εναντίον των ολίγων, η οποία είναι η κύρια δύναμη της πλειοψηφίας απέναντι σε κατεστημένες μειοψηφίες με εδραία οικονομική, πολιτική και κοινωνική ισχύ. Και ένα βασικό διακύβευμα εν προκειμένω αφορά το πώς ο πολιτικός ανταγωνισμός για την ανατροπή της κυριαρχίας των ολίγων θα είναι και ριζικός και δυνατός ώστε να αποβεί νικηφόρος, αλλά δεν θα εκτραπεί σε έναν πόλεμο, όπου και οι ολίγοι είναι πιθανόν σήμερα να έχουν συντριπτική υπεροπλία αλλά και μια θεμελιώδης συνθήκη της σύγχρονης ισοελευθερίας θα καταλυθεί - το βασικό πλαίσιο των ίσων συνταγματικών ελευθεριών.

Συνεπώς, για να δοθεί συνέχεια σε αυτή την αρχόμενη στιγμή της λαϊκής κυριαρχίας, για να επιτελεστεί σήμερα η γενική βούληση και το γενικό συμφέρον που εκφώνησε και άρχισε να δημιουργεί, θα απαιτηθούν πολλαπλοί αγώνες, συμμετοχική δημοκρατία, κοινωνική αυτο-οργάνωση, ανθεκτικότητα, δημιουργικότητα, και μια δυσχερής διατήρηση λεπτών ισορροπιών. Μια μαχητική και αποφασισμένη αντιπαράθεση με τις ελίτ καλείται να προασπίσει παράλληλα το δημοκρατικό πλαίσιο και τα συνταγματικά δικαιώματα, όχι μόνο ή κυρίως από παρεκτροπές των πολλών αλλά και από τις επιβουλές των ολίγων προς όφελος των δικαιωμάτων όλων – και των ολίγων. Αν η δημοκρατία είναι γεμάτη παράδοξα, η λαϊκή κυριαρχία γίνεται πράξη στον βαθμό που διαχειρίζεται δημιουργικά και αποφασιστικά αυτά τα παράδοξα χωρίς απλώς να τα προσπερνά ή να επιδιώκει να τα συντρίψει, καταστρέφοντας έτσι τον θεμελιώδη της όρο, τη δημοκρατία.


Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής διδάσκει πολιτικές θεωρίες στο ΑΠΘ.


ΣΥΜΦΩΝΙΑ 10/7/2015: Προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα


του Σπύρου Λαπατσιώρα


Αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά μας είναι ο εγκλωβισμός μίας στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ που πίστεψε ότι μπορεί να κυβερνήσει όπως προ κρίσης (ala Καραμανλή, Σημίτη) χωρίς τους μετασχηματισμούς που απαιτούνται.

Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες μετά την κρίση του 2008, ειδικά στην ελληνική μετά την «πολεμικού τύπου» ύφεση, οι μόνοι δρόμοι είναι είτε να πληρώσουν την έξοδο από την κρίση οι υποτελείς τάξεις (αυτό που συντελείται ήδη και συνομολογεί η κυβέρνηση εν πολλοίς) είτε να πληρώσουν οι ανώτερες τάξεις. Αυτό δεν γίνεται με λόγια αλλά με πραγματικά αποτελέσματα στον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων και αποτυπώνεται σε νόμους, πρωτοβουλίες και όχι σε συμβολικά «μέτρα» για να σωθούν τα προσχήματα.

Η κυβέρνηση παγιδεύτηκε σε ένα σχέδιο «ιστορικού συμβιβασμού» πολύ πριν γίνει κυβέρνηση, ό,τι ονομάστηκε «ωρίμανση» του ΣΥΡΙΖΑ και πίστεψε ότι μπορεί να κάνει το αδύνατο.

Όσο αυτό το ζήτημα δεν αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας δεν αλλάζει τίποτα για τα κατώτερα στρώματα. Ούτε μπορεί να αλλάξει τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων κάποιο νόμισμα. Ευρώ, δραχμή, IOU, δολάριο, λίρα Τουρκίας. Μνημόνια για το λαό θα κληθούν να αποδεχθούν σε κάθε νόμισμα αν δεν τεθεί αυτό το ζήτημα.

Όσο η αριστερά αντί να ξεκινά από το ζήτημα που έχει θέσει με τον πλέον έμπρακτο τρόπο η κρίση, το ζήτημα της αλλαγής κοινωνικών συσχετισμών υπέρ του κόσμου της εργασίας, τότε θα παρουσιάζεται ως μία πρόταση διακυβέρνησης που με το ένα ή το άλλο νόμισμα δεν έχει καμία πρόταση να καταθέσει στην Ιστορία.

Θα παρουσιάζεται ως μία κυβέρνηση η οποία θα κάνει ανθρώπους σαν τον Μπόφινγκερ (μέλος της επιτροπής των πέντε «σοφών» στη Γερμανία) να απορούν: «θα περιμέναμε από μία αριστερή κυβέρνηση να κάνει ό, τι κάναμε εμείς στη Γερμανία το 1952»: να επιβάλλει μία 50% έκτακτη εισφορά στον πλούτο για να γίνουν αναπτυξιακά έργα και να στηριχτεί το κοινωνικό κράτος. Αποτελεί ντροπή για μία επονομαζόμενη αριστερή κυβέρνηση να την κατηγορεί, όχι μία και δύο αλλά πολλές φορές, ο Γιούνκερ ότι αποστρέφεται μέτρα που επιβάλλουν βάρη στον πλούτο και ο φόρος για τους εφοπλιστές ή το κόψιμο των αμυντικών δαπανών να εμφανίζονται ως δική του συμβολή.

Με άλλα λόγια από τις 25 Ιανουαρίου ποιο αξιόπιστο σχέδιο μεταρρυθμίσεων πρότεινε η κυβέρνηση; Κάποιο σχέδιο ρήξης, οργάνωσης αναδιανομής, πλούτου, εισοδημάτων και ισχύος, υπέρ των κατώτερων τάξεων ώστε να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός αναπτυξιακού σχεδίου; Απάντηση: Σε καμιά περίπτωση. Η αυταπάτη, κατανοητή ως αυθόρμητη ιδεολογία, ότι το πρόβλημα ήταν απλά η «παραγωγική ανασυγκρότηση» και όχι το σχέδιο αναδιανομής που της δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο και την οργανώνει, αποτέλεσε το όχημα αυτής της κατάληξης - δε υπάρχει κοινωνική σύγκρουση μόνο ανάπτυξη.

Αυτή η στρατηγική αυταπάτη του ΣΥΡΙΖΑ, ότι μπορεί να κυβερνήσει όπως ο Καραμανλής ή ο Σημίτης πριν το 2008, ότι είναι δυνατό να υπάρξει ταξικός συμβιβασμός στις κοινωνίες μετά την κρίση, έχει ένα αποτέλεσμα: Την ήττα για τις λαϊκές τάξεις της ελληνικής κοινωνίας και για την αριστερά.

Με δεδομένους τους συσχετισμούς στην Ευρώπη και την αντίδραση σε κάθε προσπάθεια αλλαγής της, ειδικά από μία κυβέρνηση που προέρχεται από την αριστερά, ο μόνος δρόμος που μπορούσε να υπάρξει και να έχει μία πιθανότητα επιτυχίας, ένας δρόμος εκτός της ΤΙΝΑ, ήταν με πειστικό τρόπο να φανεί ότι υπάρχει μία κυβέρνηση που θέλει η Ελλάδα να αλλάξει. Που υλοποιεί ό,τι θεωρούνταν ως πρόγραμμά της πριν τις εκλογές στα διεθνή «φόρα» και εν πολλοίς είχε γίνει αποδεκτό ως βάση συζήτησης. Θα πληρώσουν οι πλούσιοι, θα χτυπήσουμε την ολιγαρχία, θα μεταρρυθμίσουμε το κράτος. Σχέδιο το οποίο θα της έδινε ένα πάτημα να αντέξει και όχι να οδηγηθεί στον ολισθηρό δρόμο που άνοιξε με τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, την οργάνωση της «συνέχειας του κράτους».

Μία κυβέρνηση που δεν έκανε τίποτα από αυτά, που δεν κατέθεσε σχέδιο γι’ αυτά ήταν καταδικασμένη να χάσει την αξιοπιστία της και να ηττηθεί.

Να οδηγηθεί στην εκτυφλωτική απορία του Μπόφινγκερ, που και μόνο η διατύπωσή της δείχνει τις ιστορικές ευθύνες της κυβέρνησης τη στιγμή που οδηγήθηκε να ψηφίσει ένα νέο Μνημόνιο, το οποίο ακόμα και μετά την ψήφισή του δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα μπορεί να εφαρμοστεί.

Η ελληνική κοινωνία παγιδεύτηκε από το 2010 στο δίλημμα «Συμφωνία/Μνημόνιο» ή «δραχμή», έργο το οποίο παίζεται μέχρι και σήμερα, επειδή δεν ήθελε κανείς να συζητήσει το ουσιώδες: τους μετασχηματισμούς και τις προϋποθέσεις τους, που υποδηλώνει το σύνθημα «να πληρώσουν οι πλούσιοι», για το οποίο ειπώθηκαν διάφορα «απεταξάμην» καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ όδευε προς την κυβέρνηση.


Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Η ιστορία που επαναλαμβάνεται… Η κομέντια ντελ άρτε και η Αριστερά


της Μαρίας Κακογιάννη


«Ο Χέγκελ λέει κάπου ότι όλα τα γεγονότα και οι προσωπικότητες της ιστορίας επανεμφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα».
-Κ. Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


Κατά τη διάρκεια του 2011, τα κινήματα των πλατειών ήρθαν να ξεσκεπάσουν με βίαιο συμβολικό τρόπο την φαρσοκωμωδία της φιλελεύθερης δημοκρατίας που παίζονταν στις πλάτες των λαών όπου στο όνομα «προγραμμάτων σωτηρίας», οι πιστωτές και οι «θεσμοί» τους υπαγόρευαν στα εθνικά κοινοβούλια τις υποχρεωτικές επιλογές και καταστρατηγούσαν συντάγματα, κοινωνικά κεκτημένα, συλλογικές συμβάσεις και ούτω καθεξής. Τον Νοέμβριο του 2011, λοιπόν, ο Γ. Παπανδρέου προκήρυξε δημοψήφισμα, σε μια κίνηση που επεδίωκε να γίνει αποδεκτό ένα νέο μνημόνιο. Η έκκληση δημοκρατίας εν προκειμένω δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα τέχνασμα στην υπηρεσία του θατσερικού «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Στόχος του δεν ήταν η δημιουργία συνθηκών για μια επιλογή από τους πολίτες, αλλά η εξασφάλιση της εθελοδουλείας απέναντι στην μόνη λύση και τον πολιτικό μονόδρομο. Την συνέχεια την ξέρουμε: δημοψήφισμα δεν έγινε ποτέ. Αντ΄ αυτού, είχαμε μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας με επικεφαλής έναν τραπεζίτη.

Αν εκείνο το πρώτο δημοψήφισμα είναι αναμφισβήτητα η στιγμή της φάρσας, το ζητούμενο είναι κατά πόσο η επανάληψη της ιστορίας σήμερα αντιστοιχεί ή θα αποδειχτεί εκ των υστέρων η στιγμή της τραγωδίας: η τραγική απομυθοποίηση άλλης μιας «νέας Αριστεράς». Κι αν όχι σε ποιο βαθμό, η κωμική δύναμη μπορεί να υποστηρίξει μία γόνιμης ζύμωση ανάμεσα στην αυτονομιστική δυναμική των λαϊκών κινημάτων και το θεσμικό παιχνίδι των εξουσιών, ικανή να εγγραφεί με διάρκεια μέσα στο χρόνο.

* * *

Ο πολιτικός ορίζοντας μέσα στον οποίο πλέουμε από τη δεκαετία του ’80, είναι αυτός του περίφημου «Τέλους της Ιστορίας». Πλέουμε είναι μία άστοχη έκφραση, μάλλον θα έπρεπε να μιλάμε για ναυάγιο, στο βαθμό που η πλοήγηση στο άγνωστο χρειάζεται τουλάχιστο μία ελπίδα για βάρκα. Το σκηνικό που κληρονομήσαμε ήταν η αποσάθρωση της κομμουνιστικής υπόθεσης μετά το πείραμα του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι εφιάλτες του ολοκληρωτισμού, η ιδεολογική χρεοκοπία των πρωτοποριών και ακόμα ριζικότερα κάθε ελπίδας «να αλλάξουμε το κόσμο». Οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις τύπου Μιτεράν ή Παπανδρέου, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, συνέβαλαν τον οβολό τους στην τελική εκποίηση κάθε υπόσχεσης «αλλαγής». Μετά τα ταραγμένα χρόνια του ΄60 και του ΄70, καθώς τα επαναστατικά όνειρα και τα μαζικά κινήματα χειραφέτησης αρχίζουν να μπαίνουν σε μία περίοδο ύφεσης, η Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας συνέβαλε με τον τρόπο της στην ολοκληρωτική αποδόμηση και την πολιτική αϋπνία των καιρών μας. Στο μέτρο αυτό, όπως ήταν εύλογο, η ριζοσπαστική πολιτική σκέψη και πράξη ανέπτυξε αντανακλαστικά ιδιαίτερης καχυποψίας απέναντι στη θεσμική Αριστερά.

Το τέλος της Ιστορίας που εξαγγέλθηκε το 1989 ευτυχώς δεν φάνηκε να κράτησε πολύ. Μετά την κρίση του 2008, ξεσπούν σε όλο τον κόσμο μαζικές διαμαρτυρίες, ταραχές και εξεγέρσεις. Έπειτα από ένα διάλειμμα 40 χρόνων, μία καινούρια περίοδος φαίνεται να ξεκινά για τα μαζικά κινήματα χειραφέτησης. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έρχεται να διαμορφωθεί η υπόθεση μίας « νέας Αριστεράς» στον ευρωπαϊκό χώρο.

Κάπου εδώ όμως αρχίζει το σκάνδαλο. Και κάπου εδώ θα παιχτεί η τραγικότητα ή η κωμική ίσως δυναμική της παρούσας στιγμής. Μία νέα Αριστερά διαμορφώνεται «μετά» τα κινήματα σαν ένα είδος οπισθοφυλακής σε αντιδιαστολή με την παλιά αντίληψη του κόμματος ως οργανωμένη πρωτοπορία. Αποκτά ευρείες διαστάσεις μέσα από τις στάχτες τις εξέγερσης και προσπαθεί να οργανώσει την «επόμενη μέρα», διεκδικώντας την κρατική εξουσία. Σε ποιο βαθμό η ιστορία δεν θα επαναλάβει άλλη μια προδοσία των μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων, άλλoν ένα θρίαμβο της αναπαράστασης; Η υπόθεση μοιάζει όντως σκανδαλώδης κι αυτό γιατί έρχεται σε σύγκρουση με δύο βασικά μοτίβα της ριζοσπαστικής σκέψης στην εποχή μας:

την καχυποψία και την αποστροφή για τις κάθετες δομές (κόμμα, συνδικάτο), τις επιφυλάξεις απέναντι σε κάθε είδους ηγεσία, σε αντιδιαστολή με την κατηγορική προσταγή για οριζόντιες μορφές αποκλειστικού τύπου.

την παραδοχή ότι η εξουσία δεν ανήκει στο Κράτος, έχει πάψει να είναι στα χέρια αυτών που κυβερνούν.

Ο συνδυασμός των δύο μας δίνει τις συντεταγμένες του σκανδάλου: πώς μία Αριστερά πρεσβεύει ότι παραμένει πιστή στα αμεσο-δημοκρατικά κινήματα και τους λαϊκούς αγώνες, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί την κρατική εξουσία για να αλλάξει τα πράγματα; Για να δοκιμάσει έστω μία υποτυπώδη διαπραγμάτευση με αυτούς που δεν φαίνονται αλλά κυβερνούν;

* * *

Το 1972, ο Φουκό διατύπωνε με ιδιαίτερη οξυδέρκεια το πρόβλημα της εξουσίας και το πως αυτό αφήνει ανοικτά ζητήματα όσον αφορά νέες επαρκείς μορφές πάλης:

«Η δυσκολία μας να βρούμε επαρκείς μορφές πάλης δεν ένα αποτέλεσμα του γεγονότος ότι συνεχίζουμε να αγνοούμε τι είναι η εξουσία; Μετά από όλα αυτά οφείλαμε να περιμένουμε μέχρι τον 19ο αιώνα πριν αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τη φύση της εκμετάλλευσης, και μέχρι σήμερα, έχουμε δρόμο ακόμα για να κατανοήσουμε πλήρως τη φύση της εξουσίας. (...) Η αναζήτηση της εξουσίας παραμένει ένα συνολικό αίνιγμα. Ποιος ασκεί την εξουσία; και σε ποια σφαίρα; Τώρα ξέρουμε με λογική βεβαιότητα ποιος μας εκμεταλλεύεται, ποιος λαμβάνει τα κέρδη, ποιοι άνθρωποι συμμετέχουν, και ξέρουμε πώς αυτά τα αποθέματα επανεπενδύονται. Αλλά για την εξουσία... ξέρουμε ότι δεν είναι στα χέρια αυτών που κυβερνούν».[1]

Πριν από την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, ο Γ. Βαρουφάκης με άρθρο του στην εφημερίδα Irish Times δεν δίστασε να βάλει σε λόγια, ως επώνυμος εκπρόσωπος εκλεγμένης κυβέρνησης, κάτι που συχνά ψιθυρίζουν μεταξύ τους οι ανώνυμοι που κατεβαίνουν στο δρόμο: την παρωδία «διαπραγμάτευσης», στο μέτρο που είναι μονόπλευρη, ανάμεσα σε εκλεγμένους αντιπρόσωπους και σε μη εκλεγμένους αξιωματούχους των «θεσμών».

«Ίσως το πιο αποκαλυπτικό σχόλιο από κάθε άλλο υπουργό Οικονομικών έκανε ο Μάικλ Νούναν (υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας). Διαμαρτυρήθηκε γιατί οι υπουργοί δεν είχαν γίνει κοινωνοί των προτάσεων των δανειστών πριν να τους ζητηθεί να συμμετέχουν στη συζήτηση. Στη διαμαρτυρία του να προσθέσω τη δική μου: Δεν μου επετράπη να μοιραστώ με τον κ. Νούναν ή με οποιονδήποτε άλλο υπουργό Οικονομικών τις γραπτές μας προτάσεις. (...) Η ευρωζώνη κινείται μυστηριωδώς. Βαρυσήμαντες αποφάσεις λαμβάνονται από υπουργούς Οικονομικών οι οποίοι παραμένουν στο σκοτάδι όσον αφορά τις λεπτομέρειες, την ώρα που μη εκλεγμένοι αξιωματούχοι ισχυρών θεσμών συνεχίζουν σε μονόπλευρες διαπραγματεύσεις με μια μοναχική κυβέρνηση που βρίσκεται σε ανάγκη».[2]

Τα λόγια του Βαρουφάκη μοιάζουν με έναν αυτοσχεδιασμό ενός άλλου Μπριγκέλα, ενός από τους κλασικούς χαρακτήρες της κομέντια ντελ άρτε. Το όνομά του σημαίνει διαμάχη (briga), μπορεί και παρουσιάζει με λίγα λόγια όλο το θεατρικό στους θεατές. Σε «φυσιολογικές» συνθήκες είναι πράγματα που δεν λέγονται «από τα πάνω».

* * *

Είναι γνωστό πλέον ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δέχτηκε, υπό πίεση, ένα νέο μνημόνιο και ύστερα από αυτό ένα χειρότερο και μετά ένα ακόμα χειρότερο. Η «διαπραγμάτευση» ανατινάχτηκε από τους δανειστές, παρά την υποχωρητικότητα της ελληνικής πλευράς. Κι αυτό γιατί, όπως φαίνεται, αυτό που πάνω απ΄όλα επιθυμούσαν οι δανειστές και τα ακρωνύμιά τους (FMI, ΕΚΤ, κτλ.) ήταν η πολιτική ταπείνωση της «νέας Αριστεράς». Αν ο Γ. Παπανδρέου ήθελε απλά με το δημοψήφισμά του να κάνει αποδεκτό τον πολιτικό μονόδρομο και την έλλειψη εναλλακτικής, ο Τσίπρας θέλησε να διασώσει την δυνατότητα ενός άλλου δρόμου. Χρέος της «νέας Αριστεράς» δεν είναι να πάρει τη σκυτάλη από τα μαζικά λαϊκά κινήματα αξιώνοντας το εαυτό της ως καινούριο οδοστρωτήρα, όσο το να μην ξεπουλήσει την όποια νέα ελπίδα στο βωμό της ναρκισσιστικής της εμμονής να παραμείνει στην εξουσία. Ή, για να το πούμε πιο απλά, ο δρόμος είχε πάντα την δική του ιστορία, η «νέα Αριστερά» μπορεί να συμμετέχει παίζοντας τον ρόλο της, στο βαθμό που ανάμεσα στο δίλημμα ρήξη με τα κινήματα χειραφέτησης ή πτώση από την κυβέρνηση, θα προτιμά πάντα το δεύτερο.

Η μεταφυσική της κρατικής εξουσίας, που κυριαρχούσε στην αντίληψη της παραδοσιακής Αριστεράς, έπαιρνε τη μορφή ενός «ναι μεν αλλά».[3] Ναι μεν υπάρχουν πολλές μορφές εξουσίας αλλά η κρατική εξουσία δεν είναι μια μορφή όπως οι άλλες. Γι΄αυτό και ήταν κύριας σημασίας για την Αριστερά να μπορέσει να βρει τις στρατηγικές εκείνες που θα της επέτρεπαν όχι μόνο να πάρει αλλά και να παραμείνει στην κρατική εξουσία (μέχρι να αλλάξει ή και να καταστρέψει τον κρατικό μηχανισμό). Στο βαθμό που η νέα Αριστερά θα παραμείνει πιστή στη μεταφυσική της κρατικής εξουσίας, υποσχόμενη ότι θα καταφέρει να αλλάξει έτσι τα πράγματα και να μετατρέψει τους λαϊκούς αγώνες σε θεσμικές διαπραγματευτικές νίκες, θα εκτίθεται σε άλλη μια τραγική απομυθοποίηση. Και σύντομα ο κόσμος θα αποσύρει και πάλι την όποια εμπιστοσύνη του και θα γυρίσει μαζικά στην μελαγχολία, τα εκάστοτε ξεσπάσματα οργής και τη μειονοτική πολιτική της προστασίας μικρών εναλλακτικών χώρων. Το δημοψήφισμα δεν ήταν προϊόν διαπραγματευτικού σχεδιασμού: ήταν ένας αυτοσχεδιασμός που επέβαλλαν οι περιστάσεις ώστε να μπορέσει να συνεχιστεί η κομέντια ντελ άρτε με τους θεσμούς και τη «δημοκρατία» τους, εντείνοντας τη μάχη του συμβολικού που άνοιξαν οι πλατείες.

Το ζήτημα σήμερα δεν είναι κρατική εξουσία ή όχι. Το παράθεμα από τον Βαρουφάκη αρκεί για κάνει ορατή την εξουσία μη εκλεγμένων αξιωματούχων ισχυρών θεσμών να κάνουν μονόπλευρες διαπραγματεύσεις. Αυτό δεν σημαίνει, από την άλλη, ότι θα πρέπει να αποσυρθούμε από την κρατική εξουσία και να αυτοπεριοριστούμε στην προστασία μικρών εναλλακτικών χώρων «αντίστασης». Η προηγούμενη μεγάλη περίοδος της πολιτικής της χειραφέτησης έκλεισε τον κύκλο της μέσα από μία ριζική κριτική στις κάθετες οργανωτικές δομές που είχαν φτάσει στο σημείο να πνίγουν, ακόμα και στο αίμα, κάθε φαινόμενο οριζόντιας χειραφετικής αυτο-οργάνωσης. Ίσως η καινούρια περίοδος δεν θα καταφέρει να ανοίξει παρά μόνο αν ξεφύγουμε από την απόλυτη οριζοντιοποίηση, χωρίς την παλινόρθωση της κρατικής μεταφυσικής.

Από τις στάχτες της εξέγερσης, στη χόβολη ψήνεται ο καλός καφές. Κάπου εκεί, ανάμεσα στην «πραγματική» δημοκρατία των πλατειών και την κωμωδία της θεσμικής «δημοκρατίας», η χειραφέτηση ως υποκειμενική διαδικασία μπορεί να εφεύρει μία καινούρια διάρκεια. Η τραγωδία θα ήταν να ελπίζουμε από μία «νέα Αριστερά» να μας σώσει από τους σωτήρες μας. Ο άλλος δρόμος, δεν είναι αγώνας ταχύτητας, αλλά αντοχής.

______________

Σημειώσεις

1 Μισέλ Φουκό, απόσπασμα από την συζήτηση με τον Ζιλ Ντελέζ, «Οι διανοούμενοι και η εξουσία» (1972). Αναδημοσίευση http://tvxs.gr/news/paideia/dianooymenoi-kai-eksoysia-mia-syzitisi-anamesa-ston-misel-foyko-kai-ton-zil-ntelez

2 Το άρθρο στους Irish Times εδώ (αναδημοσίευση στο tvxs)

3 Η λογική της θυμίζει κατά πολύ τις Κατηγορίες του Αριστοτέλη που θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ως εξής: ναι μεν το ον λέγεται πολλαχώς, αλλά η ουσία ή υπόσταση δεν είναι απλά μία κατηγορία σαν τις άλλες.


Πηγή Red NoteBook

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Ποιο είναι το επίδικο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης;


του Ηλία Ιωακείμογλου


Καθώς μια νέα πρόταση συμφωνίας με τους "εταίρους" προσδιορίζεται από την σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό την ηγεμονία του Αλέξη Τσίπρα, τίθεται το ερώτημα ποιος είναι άραγε ο γενικός προσανατολισμός της υπό κατασκευή πρότασης. Για να απαντηθεί δε αυτό το ερώτημα, προηγείται ένα άλλο: Ποιο είναι το επίδικο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης; Είναι μήπως κάποιο επίδικο εθνικολαϊκού ενδιαφέροντος που γίνεται -ή μπορεί να γίνει- αποδεκτό από νικητές και ηττημένους του δημοψηφίσματος;


Προς την ολοκλήρωση της δημιουργικής καταστροφής του κεφαλαίου

Η μνημονιακή πολιτική της πενταετίας 2010-2014 οδήγησε σε φθίνουσα συσσώρευση κεφαλαίου (δηλαδή σε συρρίκνωση του παραγωγικού συστήματος) βύθισε την οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση που εκμηδένισε την διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών, αποδυνάμωσε τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, και κατακρήμνισε τους μισθούς. Αυτή η παρατεταμένη διαδικασία απόκτησε με τον καιρό λειτουργίες οικονομικού δαρβινισμού, επέβαλε την λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών ή λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των μη ανταγωνιστικών εργαζόμενων ώστε η οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόμο αύξησης της παραγωγής και των κερδών μέσω μιας διαδικασίας "δημιουργικής καταστροφής". Πρόκειται για διαδικασία εγγενή στον καπιταλισμό, που προκειμένου να βγει από τις μεγάλες δομικές κρίσεις του, κάθε φορά κανιβαλίζει τις πιο αδύναμες επιχειρήσεις, καταβροχθίζει τους πιο αδύναμους ανθρώπους, απαλλοτριώνει πλούτο και περιουσίες, επιβάλλει στις παραγωγικές εργαζόμενες τάξεις την επισφάλεια ή την ανεργία και στα μεσαία στρώματα τον λιτό βίο ή την προλεταριοποίηση.

Στην περίπτωσή μας, από το δεύτερο τρίμηνο του 2014, ήταν ήδη ορατό στα στατιστικά στοιχεία ότι η εκκαθάριση των πιο αδύναμων κεφαλαίων και η συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού του 2014 επιβραδυνόταν σηματοδοτώντας ότι είχαμε εισέλθει στην φάση ολοκλήρωσης της "δημιουργικής καταστροφής". Οι δυνάμεις της αστικής τάξης βρίσκονταν πλέον αρκετά κοντά στην οριστική μορφοποίηση, θεσμική κατοχύρωση και παγίωση ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου με τα βάρβαρα χαρακτηριστικά που κατοχύρωσε η μνημονιακή πολιτική. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2014, εμφανίστηκαν κάποιες επιπλέον ενδείξεις ότι η πορεία προς την ολοκλήρωση της "δημιουργικής καταστροφής" συνεχιζόταν: το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό μειώθηκε και ο αριθμός των μισθωτών αυξήθηκε στον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας (σε μεγάλο βαθμό με την μορφή της μερικής απασχόλησης).


Η εγκατάσταση ενός μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου

H συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2015, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών, δεν είναι η εικόνα μιας οικονομίας που βυθίζεται στην ύφεση, όπως συνήθως ακούγεται, αλλά η εικόνα μιας οικονομίας σε βραχυπρόθεσμη στασιμότητα. Το πρώτο τρίμηνο του 2015 συγκροτεί, μαζί με το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνα του 2014, μεταβατική περίοδο μεταξύ ύφεσης και ανάκαμψης. Είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής δυναμικής του κεφαλαίου που αναδύεται κάθε φορά από τις δομικές κρίσεις του ανανεωμένο χάρη στις καταστροφές και τις ανθρωποθυσίες που επέβαλε, έχοντας ξαναφτιάξει την οικονομία και την κοινωνία στα μέτρα του, έχοντας εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου που θα μπορούσαμε να αποκαλούμε, έστω προσωρινά έως μπορέσουμε να το ορίσουμε ακριβέστερα, μνημονιακό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου.

Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται λοιπόν σήμερα, χάρη στην "φυσική επιλογή" των ανθεκτικότερων κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της βαθιάς ύφεσης, με μικρότερο μεν παραγωγικό σύστημα αλλά με ισχυρότερες επιχειρήσεις. Η συνολική ζήτηση είναι εξαιρετικά μειωμένη, αλλά όχι τόσο μειωμένη για κάθε μια επιχείρηση ξεχωριστά αφού τώρα οι ισχυρότερες επιχειρήσεις που επέζησαν καταβρόχθισαν την ζήτηση των ανταγωνιστών τους που υπέκυψαν στην κρίση. Οι δυνάμεις της εργασίας έχουν αποδυναμωθεί εξαιτίας της ανεργίας και των νομοθετικών παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας οι οποίες κατάργησαν τους θεσμούς προστασίας της εργασίας. Το μέσο περιθώριο κέρδους είναι πολύ υψηλό σε σύγκριση με την περίοδο πριν το δεύτερο μνημόνιο και η αμοιβή εργασίας είναι πια εξαιρετικά χαμηλή. Οι μνημονιακές αλλαγές έχουν συγκροτήσει ήδη το περίγραμμα ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου και η διαδικασία συγκέντρωσης των συνθηκών για την οριστική μετάβαση σε μια νέα περίοδο συσσώρευσης κεφαλαίου, φαίνεται ότι φτάνει στην ολοκλήρωσή της. Ο ελληνικός καπιταλισμός δείχνει να διαθέτει έναν δυναμισμό που θα του επέτρεπε να αναπτυχθεί με χαμηλούς ρυθμούς κατά το υπόλοιπο 2015 και με επιτάχυνση κατά τα επόμενα έτη εάν δεν υπάρξουν καταστροφικοί εξωγενείς παράγοντες.


Το καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου είναι το επίδικο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης

Η διαπραγμάτευση αφορά σε ένα κρίσιμο ζήτημα: Εάν θα διατηρηθεί το νέο καθεστώς συσσώρευσης που εγκαθίσταται στην Ελλάδα και ήδη βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή του έτοιμο να κάνει το άλμα προς τα εμπρός ή εάν θα ανατραπεί. Εάν θα θιγεί στην καρδιά του, που ορίζεται από την βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας στην παραγωγή (όροι πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης, δεσποτισμός του κεφαλαίου, εργατικός έλεγχος, σχέσεις ιδιοκτησίας), στην πρωτογενή αναδιανομή του εισοδήματος (διαμόρφωση αμοιβών εργασίας στην αγορά εργασίας) και στην δευτερογενή αναδιανομή (κοινωνικό κράτος, συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες), ή εάν θα διατηρηθεί με κάποιες βελτιώσεις που θα έχουν "φιλολαϊκό" πρόσημο. Η επιμονή των δανειστών στις συντάξεις και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας αφορά ακριβώς αυτό το επίδικο αντικείμενο: το μνημονιακό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου.

Φαίνεται, όμως, ότι αυτά συμβαίνουν εν αγνοία της ηγετικής ομάδας του Σύριζα. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι συγκάλεσε σήμερα σε κοινή σύσκεψη τους μνημονιακούς για να συμφωνήσουν από κοινού στην ελληνική πρόταση; Η πρόταση δεν μπορεί να είναι "ελληνική" όσο και εάν για νομικούς όρους θα πρέπει να ενδυθεί τον μανδύα του εθνικού. Θα πρέπει να στοχεύει στην αποδόμηση του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που βρίσκεται ήδη στα τελευταία βήματα της συγκρότησής του. Πώς μπορεί, όμως, να γίνει αυτό σε συμφωνία με τις μνημονιακές δυνάμεις που επιζητούν, εκείνες με ταξική συνέπεια, τη διατήρηση και την εμπέδωση του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου -που είναι επίσης καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας;


Παλιότερη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Εργατική Αριστερά"


Πηγή Red NoteBook
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget