Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Immanuel Wallerstein, Προς τα πού πηγαίνουμε;


Αναδημοσίευση από aristeroblog, Τάξεις και Ηθική

Προς τα πού πηγαίνουμε;
του Immanuel Wallerstein* (1)


Έχω γράψει πολλές φορές για τη διαρθρωτική κρίση στο παγκόσμιο σύστημα, πιο πρόσφατα στο New Left Review το 2010 (2) . Εδώ λοιπόν, θα συνοψίσω τη θέση μου απλά, χωρίς να την υποστηρίξω με κάθε λεπτομέρεια. Θα υποστηρίξω τη θέση μου ως ένα σύνολο υποθέσεων. Δεν συμφωνούν όλοι με αυτές τις υποθέσεις, οι οποίες αποτελούν την δική μου εικόνα για το ‘’πού βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή;’’. Με βάση αυτή την εικόνα, προτείνω να συζητήσουμε για το ερώτημα ‘’πού πηγαίνουμε;’’

Υπόθεση Νο 1: Όλα τα συστήματα, από το αστρονομικό σύμπαν έως τα απλούστερα φυσικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των ιστορικών κοινωνικών συστημάτων, έχουν ζωή. Εμφανίζονται σε κάποια χρονική στιγμή και αυτό πρέπει να εξηγηθεί πως συμβαίνει. Έχουν "κανονική" ζωή, οι κανόνες της οποίας πρέπει επίσης να εξηγούνται. Η λειτουργία της ‘’κανονικής’’ ζωής τους, τείνει, με την πάροδο του χρόνου, να τα οδηγεί μακριά από την ισορροπία και από το σημείο αυτό εισέρχονται σε μια δομική κρίση και στον απαιτούμενο χρόνο, παύουν να υπάρχουν. Η λειτουργία της ‘’κανονικής’’ ζωής τους πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα των κυκλικών διακυμάνσεων τους (cyclical rhythms), καθώς και των πάγιων τάσεων (secular trends) τους. Οι κυκλικές διακυμάνσεις αποτελούν ενότητες συστηματικών διακυμάνσεων (φάσεις ανάπτυξης και ύφεσης), μετά τις οποίες το σύστημα επιστρέφει (κανονικά) σε ισορροπία. Ωστόσο, πρόκειται για μια μεταβαλλόμενη ισορροπία, δεδομένου ότι, στο τέλος μιας ύφεσης, ποτέ το σύστημα δεν επιστρέφει ακριβώς εκεί που ήταν στην αρχή της ανάπτυξης. Αυτό συμβαίνει επειδή οι πάγιες τάσεις (αργές, μακροπρόθεσμες άνοδοι σε ορισμένα συστημικά χαρακτηριστικά), ωθούν αργά την καμπύλη προς τα πάνω, όπως αυτό μπορεί να μετρηθεί με κάποιο ποσοστό του εν λόγω χαρακτηριστικού του συστήματος.

Τελικά, οι πάγιες τάσεις μετακινούν το σύστημα πολύ κοντά στις ασύμπτωτες του, και έτσι αυτό δεν είναι σε θέση να συνεχίσει την φυσιολογική, κανονική, αργή τάση ανόδου. Στη συνέχεια, το σύστημα αρχίζει να διακυμαίνεται έντονα ​​και επαναλαμβανόμενα, γεγονός που οδηγεί σε ένα σταυροδρόμι, που σημαίνει, μια χαοτική κατάσταση στην οποία η σταθερή ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί. Σε μια τέτοια χαοτική κατάσταση, υπάρχουν δύο έντονα αποκλίνουσες πιθανότητες: επαναδημιουργίας τάξης μέσα από το χάος, ή ενός νέου σταθερού συστήματος. Την περίοδο αυτή μπορούμε να ονομάσουμε δομική κρίση του συστήματος και υπάρχει μια συστημικών διαστάσεων μάχη – για τα ιστορικά κοινωνικά συστήματα, μια πολιτική μάχη- πάνω στην οποία μπορεί συλλογικά να ‘’επιλεγούν’’ δύο πιθανές εναλλακτικές διέξοδοι.

Υπόθεση Νο 2: είναι η περιγραφή των πιο σημαντικών χαρακτηριστικών σχετικά με το πώς η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία έχει λειτουργήσει ως ένα ιστορικό κοινωνικό σύστημα. Ο κινητήριος βασικός στόχος των καπιταλιστών σε ένα καπιταλιστικό σύστημα είναι η ατελείωτη συσσώρευση του κεφαλαίου, οπουδήποτε και με οποιοδήποτε τρόπο αυτή η συσσώρευση μπορεί να επιτευχθεί. Δεδομένου ότι η συσσώρευση αυτή απαιτεί απαλλοτρίωση της υπεραξίας, αυτή η κατεύθυνση είναι που επισπεύδει την εξέλιξη της ταξικής πάλης.

Σοβαρή συσσώρευση κεφαλαίου είναι δυνατή μόνο όταν μία επιχείρηση ή μια μικρή ομάδα επιχειρήσεων, έχει μια σχετικά μονοπωλιακή θέση στην παγκόσμια παραγωγή. Η κατάχτηση μιας τέτοιας σχετικά μονοπωλιακής θέσης εξαρτάται από την ενεργό υποστήριξη ενός ή περισσοτέρων κρατών. (Επιχειρήσεις με μονοπωλιακή θέση χαρακτηρίζονται ως ηγετικές βιομηχανίες που ενθαρρύνουν την προώθηση σημαντικών οριζόντιων και κάθετων διασυνδέσεων.) Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, όλες αυτές οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις βρίσκονται υπό την απειλή υποβάθμισης και αυτοδιάλυσης, δεδομένου ότι οι νέοι παραγωγοί (που προσελκύονται από το πολύ υψηλό επίπεδο του κέρδους) είναι σε θέση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να εισέλθουν στην αγορά και να μειώσουν το βαθμό μονοπώλησης της. Ο αυξημένος ανταγωνισμός μειώνει τις τιμές πώλησης, αλλά επίσης μειώνει το επίπεδο του κέρδους και ως εκ τούτου τη δυνατότητα σημαντικής συσσώρευσης κεφαλαίου. Μπορούμε να ονομάσουμε τη σχέση μονοπωλιακών και ανταγωνιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων ως σχέση κέντρου-περιφέρειας.

Η ύπαρξη ενός μονοπωλίου επιτρέπει την επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας με όρους ανάπτυξης και επιτρέπει την διάχυση οφέλους προς τα κάτω για μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού. Η εξάντληση της μονοπωλιακής θέσης οδηγεί σε συστημική στασιμότητα που μειώνει το ενδιαφέρον των καπιταλιστών για συσσώρευση μέσω παραγωγικών δραστηριοτήτων. Βιομηχανίες με πάλαι ποτέ ηγετική θέση στρέφονται σε άλλες περιοχές με χαμηλότερο κόστος παραγωγής, προτιμώντας αυξημένο κόστος συναλλαγών (μεταφορών), με στόχο μειωμένο κόστος παραγωγής (κυρίως κόστος εργασίας). Οι χώρες στις οποίες μετατοπίζονται οι βιομηχανίες θεωρούν ότι αυτή την μετεγκατάσταση συνιστά "ανάπτυξη", αλλά ουσιαστικά είναι αποδέκτες ξεσκαρταρίσματος πάλαι ποτέ κυρίαρχων βασικών λειτουργιών σε χώρες του κέντρου. Εν τω μεταξύ, η ανεργία αυξάνεται στις ζώνες στις οποίες οι βιομηχανίες έχουν μεταφερθεί και η διάχυση πλεονεκτημάτων προς τα κάτω αντιστρέφεται, ή αντιστρέφεται εν μέρει.

Αυτή η κυκλική διαδικασία, συχνά αποδίδεται με τον όρο μακρά κύματα Κοντράτιεφ, τα οποία στο παρελθόν είχαν την τάση να διαρκούν κατά μέσο όρο πενήντα με εξήντα χρόνια για το σύνολο του κύκλου (3) . Τέτοια κύματα έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία πεντακόσια χρόνια. Μια συστημική συνέπεια είναι μια σταθερή επιβράδυνση στις πιο ευνοημένες οικονομικά ζώνες, χωρίς όμως να αλλάζει η αναλογία των ευνοημένων ζωνών

Μια δεύτερη σημαντική κυκλική διακύμανση στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, αφορά την εμπλοκή των διακρατικών σχέσεων. Όλα τα κράτη μέσα στο παγκόσμιο σύστημα είναι θεωρητικά κυρίαρχα, αλλά στην πραγματικότητα, (πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί που θέτουν τα συστήματα διακρατικών σχέσεων.) εξαιρετικά περιορισμένα από τις διαδικασίες του διακρατικού συστήματος. Ορισμένες χώρες, είναι ισχυρότερες από άλλες, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην εσωτερική κατάτμηση και απέναντι στην εξωτερική διείσδυση. Παρ’ όλα αυτά, κανένα κράτος δεν είναι απολύτως κυρίαρχο.

Σε ένα σύστημα πολλών κρατών, υπάρχουν αρκετά μακροί κύκλοι κατά τους οποίους ένα κράτος καταφέρνει να γίνει, για ένα σχετικά σύντομο διάστημα, ηγεμονική δύναμη. Για να είναι ηγεμονική δύναμη, απαιτείται η κατάχτηση μιας μονοπωλιακής γεωπολιτικής θέσης, μέσω της οποίας το εν λόγω κράτος είναι σε θέση να επιβάλει τους κανόνες του στο σύστημα στο σύνολό του, με τρόπο που να ευνοεί τη μεγιστοποίηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός των συνόρων του.

Η κατάχτηση μιας ηγεμονικής θέσης δεν είναι εύκολη και έχει επιτευχθεί πραγματικά μόνον τρεις φορές στο 500 χρόνια της ιστορίας του σύγχρονου κόσμου: με τις Ηνωμένες Επαρχίες (Ολλανδία) στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα, το Ηνωμένο Βασίλειο (Βρετανία) στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα του εικοστού αιώνα.(4)

Η αληθινή ηγεμονία δεν διήρκεσε κατά μέσο όρο περισσότερο από είκοσι πέντε χρόνια. Όπως η μονοπωλιακή θέση των βιομηχανιών, έτσι και η μονοπωλιακή γεωπολιτικής θέση ενός κράτους, είναι διαρκώς σε αμφισβήτηση και υπό την απειλή υποβάθμισης και ανατροπής. Άλλα κράτη βελτιώνουν τη οικονομική και στη συνέχεια την πολιτική και πολιτιστική τους θέση και γίνονται λιγότερο πρόθυμα να δεχτούν την πρωτοκαθεδρία της πρώην ηγεμονικής δύναμης.

Υπόθεση Νο 3: είναι μια ανάγνωση του τι συνέβη στον σύγχρονο κόσμο-σύστημα από το 1945 έως το 2010. Θα χωρίσω αυτό το διάστημα σε δύο περιόδους: από το 1945 έως το 1970 περίπου και από το 1945 έως το 2010. Για άλλη μια φορά, θα συνοψίσω αυτά που έχω υποστηρίξει στο παρελθόν λεπτομερειακά. Η περίοδος 1945-1970 περίπου, ήταν περίοδος μίας μεγάλης οικονομικής επέκτασης στην παγκόσμια οικονομία και μάλιστα με διαφορά η πιο επεκτατική περίοδος κατά το σχήμα Κοντράτιεφ (Kontratieff A -period) στην ιστορία της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Όταν η μονοπωλιακή θέση καταργήθηκε, το κοσμοσύστημα εισήλθε σε μια περίοδο καθόδου κατά το σχήμα Κοντράτιεφ (Kontratieff Β- period), στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι καπιταλιστές, από το 1970 έχουν μετατοπίσει το ενδιαφέρον τους από το χώρο παραγωγής στην χρηματοπιστωτική σφαίρα. Το παγκόσμιο σύστημα εισήλθε έκτοτε στην πιο εκτεταμένη και συνεχόμενη σειρά κερδοσκοπικών φουσκών στην ιστορία του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος, με το μεγαλύτερο επίπεδο πολλαπλής χρέωσης.

Η περίοδος 1945 έως το 1970 περίπου, ήταν επίσης η περίοδος πλήρους ηγεμονίας των ΗΠΑ στον κοσμοσύστημα. Από την στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κάνει μια συμφωνία με το άλλοτε μοναδικό στρατιωτικά ισχυρό κράτος, τη Σοβιετική Ένωση, (μια συμφωνία που ονομάστηκε ‘’συμφωνία της Γιάλτας"), η ηγεμονία των ΗΠΑ ήταν ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο. Αλλά, στη συνέχεια, αυτή η γεωπολιτική ηγεμονία καταργήθηκε και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εισέλθει σε μια περίοδο παρακμής της ηγεμονίας τους, η οποία κλιμακώθηκε από αργή πτώση σε μια διαρκώς επιταχυνόμενη καθίζηση κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζορτζ Μπους (5) Η ηγεμονία των ΗΠΑ ήταν πολύ πιο εκτεταμένη και συνολική από εκείνες των προηγούμενων ηγεμονικών δυνάμεων, για αυτό και η κατάρρευση της αναμένεται να είναι η ταχύτερη και πιο ολοκληρωτική από ποτέ.

Υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να μπει στην εικόνα: η παγκόσμια επανάσταση του 1968, που σημειώθηκε κυρίως μεταξύ 1966 και 1970, και έλαβε χώρα και στις τρεις μεγάλες γεωπολιτικές ζώνες του κοσμοσυστήματος της εποχής: Στον πανευρωπαϊκό κόσμο («Δύση»), στο σοσιαλιστικό μπλοκ ("Ανατολή"), και τον τρίτο κόσμο («Νότος»)(6) .

Υπάρχουν δύο κοινά στοιχεία σε αυτές τις τοπικές πολιτικές εξεγέρσεις. Η πρώτη ήταν η καταδίκη όχι μόνο της αμερικανικής ηγεμονίας, αλλά και της Σοβιετικής "συμπαιγνίας" με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το δεύτερο ήταν η απόρριψη όχι μόνο το κυρίαρχου «κεντρώου φιλελευθερισμού», αλλά και της πραγματικότητας ότι τα παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα ("Παλιά Αριστερά») είχαν ουσιαστικά γίνει αντανακλάσεις του κεντρώου φιλελευθερισμού (όπως είχαν γίνει και τα κυρίαρχα συντηρητικά ρεύματα) (7).

Αν και οι πραγματικές εξεγέρσεις του 1968 δεν διήρκησαν πάρα πολύ, υπήρχαν δύο κύριες συνέπειες στην πολιτική-ιδεολογική σφαίρα. Το πρώτο ήταν ότι ο κεντρώος φιλελευθερισμός έκλεισε τη μακρά βασιλεία του (1848-1968) ως το μόνο νόμιμο ιδεολογική σύστημα και τόσο η ριζοσπαστική αριστερά όσο και η συντηρητική Δεξιά ανέλαβαν τους ρόλους τους ως αυτόνομοι ιδεολογικοί αντίπαλοι στο κοσμοσύστημα.

Η δεύτερη συνέπεια, για την αριστερά, ήταν το τέλος της νομιμοποίησης της απαίτησης της Παλιάς Αριστεράς να είναι ο κύριος εθνικός πολιτικός παράγοντας για λογαριασμό της αριστεράς, στον οποίο όλα τα άλλα κινήματα έπρεπε να υποταχτούν. Οι λεγόμενοι λησμονημένοι λαοί (γυναίκες, εθνοτικές / φυλετικές / θρησκευτικές "μειονότητες", "αυτόχθονα" έθνη, άνθρωποι μη – ετερόφυλου σεξουαλικού προσανατολισμού), καθώς και αυτοί που ασχολούνταν με οικολογικά θέματα ή την ειρήνη, υποστήριξαν το δικαίωμά τους να θεωρούνται βασικοί παράγοντες, στο ίδιο επίπεδο με τα ιστορικά υποκείμενα των παραδοσιακών αντισυστημικών κινημάτων. Απέρριψαν οριστικά την αξίωση των παραδοσιακών κινημάτων να ελέγχουν τις πολιτικές τους δραστηριότητες και ανέδειξαν με επιτυχία το νέο αίτημά τους για αυτονομία. Μετά το 1968, τα παλιά αριστερά κινήματα προσχώρησαν στην πολιτική απαίτηση αυτών των ρευμάτων για άμεση ισότιμη τοποθέτηση αυτών των αιτημάτων, αντί αυτά να αναβάλλονται σε ένα μετα-επαναστατικό μέλλον.


Πολιτικά, αυτό που συνέβη στα είκοσι πέντε χρόνια που ακολούθησαν από το 1968, είναι ότι η αναγεννημένη παγκόσμια δεξιά ύψωσε το ανάστημα της πιο αποτελεσματικά από ό, τι η περισσότερο κατακερματισμένη αριστερά. Η παγκόσμια δεξιά, με επικεφαλής τους Ρεπουμπλικάνους του Ρέιγκαν και τους Συντηρητικούς της Θάτσερ, μετασχημάτισε τον παγκόσμιο διάλογο καθώς και τις πολιτικές προτεραιότητες.

Το τσιτάτο "παγκοσμιοποίηση" αντικατέστησε τον προηγούμενο τσιτάτο "ανάπτυξη". Η λεγόμενη ‘’συναίνεση της Ουάσιγκτον’’ υποστήριξε την ιδιωτικοποίηση των κρατικών παραγωγικών επιχειρήσεων, τη μείωση των κρατικών δαπανών, το άνοιγμα των συνόρων για την ανεξέλεγκτη είσοδο εμπορευμάτων και κεφαλαίων, καθώς και τον προσανατολισμός της παραγωγής στις εξαγωγές. Οι πρωταρχικοί στόχοι ήταν να ανατραπούν όλα τα κέρδη των λαϊκών στρωμάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου ανόδου κατά το σχήμα Κοντράτιεφ (Kontratieff A -period). Η παγκόσμια δεξιά προσπάθησε να μειώσει όλα τα βασικά κόστη της παραγωγής, να καταστρέψει το κράτος πρόνοιας σε όλες τις εκδοχές του και να επιβραδύνει την πτώση της ισχύος των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα.

Η Θάτσερ επινόησε το σύνθημα "Δεν υπάρχει εναλλακτική» ή ΤΙΝΑ (There Is No Alternative). Για να εξασφαλιστεί πραγματικά ότι δεν θα υπήρχε εναλλακτική λύση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που υποστηρίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, έθετε ως προϋπόθεση για κάθε οικονομική βοήθεια σε χώρες με δημοσιονομικές κρίσεις, την απόλυτη συμμόρφωση με τις αυστηρές απαιτήσεις του νεοφιλελευθερισμού.

Οι δρακόντειες αυτές τακτικές, εφαρμόστηκαν για περίπου είκοσι χρόνια, φέρνοντας την κατάρρευση των καθεστώτων της παλιάς Αριστεράς ή τη μετατροπή των κομμάτων της παλιάς Αριστεράς σε υπερασπιστές του δόγματος της υπεροχής της αγοράς. Αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αναδύθηκε σε σημαντικό βαθμό μια λαϊκή αντίσταση κατά της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον, της οποίας τρεις κύριες στιγμές ήταν η εξέγερση των Ζαπατίστας στην Τσιάπας στις 1η Ιανουαρίου του 1994, οι διαδηλώσεις κατά τη σύνοδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Σιάτλ, που διέλυσαν την προσπάθεια θέσπισης παγκόσμιων περιορισμών στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και η ίδρυση του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ στο Πόρτο Αλέγκρε το 2001


Η ασιατική κρίση χρέους του 1997 και η κατάρρευση της φούσκας της αγοράς κατοικίας των ΗΠΑ το 2008 μας έφεραν στην σημερινή δημόσια συζήτηση για τη λεγόμενη χρηματοπιστωτική κρίση στο κοσμοσύστημα, η οποία, στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προ-τελευταία φούσκα στη διαδοχική σειρά κρίσεων χρέους από το 1970.

Υπόθεση Νο 4 είναι η περιγραφή του ότι η δομική κρίση, στην οποία το παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται αυτή τη στιγμή, εξελίσσεται διαρκώς από το 1970 και θα συνεχίσει να υφίσταται, πιθανά μέχρι το 2050 περίπου. Το κύριο χαρακτηριστικό της δομικής κρίσης είναι το χάος. Το χάος δεν είναι μια κατάσταση ολοκληρωτικά τυχαίων γεγονότων. Πρόκειται για μια κατάσταση ταχύτατων και συνεχών διακυμάνσεων σε όλες τις παραμέτρους του ιστορικού συστήματος. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο την παγκόσμια οικονομία, το σύστημα διακρατικών σχέσεων και τα πολιτιστικά-ιδεολογικά ρεύματα, αλλά και τη διαθεσιμότητα των πόρων ζωής, τις κλιματικές συνθήκες και τις πανδημίες.


Οι συνεχείς και σχετικά γρήγορες μετατοπίσεις στις άμεσες συνθήκες, καθιστούν ακόμη και τους βραχυπρόθεσμους υπολογισμούς, εξαιρετικά προβληματικούς, για τα κράτη, τις επιχειρήσεις, τις κοινωνικές ομάδες και τα νοικοκυριά. Η αβεβαιότητα κάνει τους παραγωγούς πολύ επιφυλακτικούς όσον αφορά την παραγωγή, δεδομένου ότι είναι περισσότερο από αβέβαιο το αν θα υπάρχουν πελάτες για τα προϊόντα τους. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, καθώς η μειωμένη παραγωγή σημαίνει μείωση της απασχόλησης, που σημαίνει λιγότεροι πελάτες για τους παραγωγούς. Η αβεβαιότητα αυτή επιδεινώνεται από τις ραγδαίες μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Η κερδοσκοπία της αγοράς είναι η καλύτερη εναλλακτική λύση για όσους διαθέτουν πόρους. Αλλά ακόμη και η κερδοσκοπία απαιτεί ένα επίπεδο βραχυπρόθεσμης διασφάλισης που μειώνει τον κίνδυνο σε ελεγχόμενα επίπεδα. Καθώς ο βαθμός κινδύνου αυξάνει, η κερδοσκοπία γίνεται σχεδόν ένα παιχνίδι καθαρής τύχης, στο οποίο υπάρχουν περιστασιακοί μεγάλοι νικητές και κυρίως μεγάλοι χαμένοι.

Σε επίπεδο νοικοκυριού, ο βαθμός της αβεβαιότητας ωθεί την κοινή γνώμη τόσο στο να υποβάλλονται αιτήματα για προστασία και προστατευτισμό όσο και στο να αναζητούνται εξιλαστήρια θύματα, καθώς και οι πραγματικοί κερδοσκόποι. Η λαϊκή ανησυχία καθορίζει τη συμπεριφορά των πολιτικών φορέων, ωθώντας τους σε λεγόμενες εξτρεμιστικές θέσεις. Η άνοδος του εξτρεμισμού («Το κέντρο δεν μπορεί να κρατήσει") ωθεί τόσο σε εθνικό όσο και παγκόσμιο επίπεδο σε πολιτικές καταστάσεις αδιεξόδου.

Μπορεί να υπάρχουν στιγμές ανάπαυλας για συγκεκριμένα κράτη ή για το παγκόσμιο σύστημα στο σύνολό του, αλλά αυτές οι στιγμές μπορούν επίσης γρήγορα να αναιρεθούν. Ένα από τα στοιχεία που αναιρεί αυτές τις στιγμές ανάπαυλας, είναι οι απότομες αυξήσεις στο κόστος όλων των βασικών εισροών τόσο για την παραγωγή όσο και για την καθημερινή ζωή, δηλαδή οι αυξήσεις στο κόστος για ενέργεια, τρόφιμα, νερό, καθαρό αέρα. Επιπλέον, τα κεφάλαια για την πρόληψη ή τουλάχιστον για τη μείωση των ζημιών της κλιματικής αλλαγής καθώς και για τις πανδημίες, είναι ανεπαρκή.

Τέλος, η σημαντική αύξηση του βιοτικού επιπέδου τμημάτων των πληθυσμών των λεγόμενων χωρών BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και κάποιων άλλων), επιτείνει στην πραγματικότητα τα προβλήματα της συσσώρευσης κεφαλαίου για τους καπιταλιστές, διαχέοντας την υπεραξία και μειώνοντας έτσι τα ποσά που είναι διαθέσιμα για το λεπτό στρώμα των ανώτερων στρωμάτων. Η ανάπτυξη των λεγόμενων αναδυόμενων οικονομιών, στην πραγματικότητα αυξάνει την πίεση στους υπάρχοντες φυσικούς πόρους και ως εκ τούτου περιπλέκει, επίσης, το πρόβλημα της ενεργού ζήτησης για τις χώρες αυτές, απειλώντας την ικανότητά τους να διατηρήσουν την οικονομική τους ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας ή των δύο δεκαετιών.


Νταβός έναντι Πόρτο Αλέγκρε


Σε τελική ανάλυση, (τα παραπάνω), δεν αποτελούν μια όμορφη εικόνα και αναδεικνύουν το πολιτικό ερώτημα: ‘’Τι μπορούμε να κάνουμε σε αυτή την κατάσταση;’’

Αλλά πρώτα, ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές στην πολιτική μάχη;

Σε μια δομική κρίση, η μόνη βεβαιότητα είναι ότι το υπάρχον σύστημα, η καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία, δε μπορεί να επιβιώσει. Αυτό που είναι αδύνατο να γνωρίζουμε είναι το ποιός θα είναι ο διάδοχος αυτού του συστήματος.

Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τη μάχη ως ένα αγώνα ανάμεσα σε δύο ομάδες που έχω ονομάσει ενδεικτικά "το πνεύμα του Νταβός» και «το πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε."

Οι στόχοι των δύο ομάδων είναι εντελώς αντίθετοι.

Οι υπέρμαχοι του "πνεύματος του Νταβός", θέλουν ένα διαφορετικό σύστημα, κάποιο που ενώ θα είναι "μη-καπιταλιστικό", θα εξακολουθεί να διατηρεί τα τρία βασικά χαρακτηριστικά του ισχύοντος συστήματος: ιεραρχία, εκμετάλλευση, και (κοινωνική) πόλωση.

Οι υπέρμαχοι του "πνεύματος του Πόρτο Αλέγκρε", θέλουν ένα είδος συστήματος που ποτέ δεν υπήρξε μέχρι τώρα, κάποιο που να είναι σχετικά δημοκρατικό και εξισωτικό.

Ονομάζω αυτές τις δύο θέσεις "πνεύματα", επειδή δεν υπάρχουν κεντρικές οργανώσεις και στις δύο πλευρές αυτού του αγώνα, και μάλιστα, οι υποστηρικτές στο εσωτερικό κάθε ρεύματος, είναι βαθιά διχασμένοι ως προς τη στρατηγική τους.


Οι υποστηρικτές του ‘’πνεύματος του Νταβός’’, διίστανται μεταξύ εκείνων που προτείνουν σιδερένια γροθιά στην επιδίωξη συντριβής των αντιπάλων σε όλα τα επίπεδα και σε όσους επιθυμούν να προσεταιριστούν υποστηρικτές του μετασχηματισμού, χρησιμοποιώντας πλαστά σημάδια προόδου (όπως "πράσινος καπιταλισμός" ή "μείωση της φτώχειας’’).

Διαίρεση υπάρχει και μεταξύ των υποστηρικτών του ‘’πνεύματος του Πόρτο Αλέγκρε’’. Υπάρχουν εκείνοι που θέλουν μια στρατηγική και ένα αναδημιουργημένο κόσμο με οριζόντια και αποκεντρωμένη οργάνωση και επιμένουν για τα δικαιώματα των ομάδων καθώς και των ατόμων ως μόνιμο χαρακτηριστικό ενός μελλοντικού παγκόσμιου συστήματος. Και υπάρχουν εκείνοι που αναζητούν και πάλι να δημιουργήσουν μια νέα διεθνή, κάθετη στη δομή της, με ομογενοποίηση των μακροπρόθεσμων στόχων της.


Τα παραπάνω αποτελούν μια πολύ μπερδεμένη πολιτική εικόνα, επιτεινόμενη από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των πολιτικών κατεστημένων και των αντανακλάσεων τους στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αυθεντίες και ακαδημαϊκοί, εξακολουθούν να επιμένουν να αναφέρονται σε μια περαστική, στιγμιαία δυσκολία σε ένα ουσιαστικά ισόρροπο καπιταλιστικό σύστημα Αυτό δημιουργεί μια ομίχλη μέσα στην οποία είναι δύσκολο να συζητήσουμε τα πραγματικά προβλήματα. Ωστόσο, πρέπει.

Νομίζω ότι είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ της βραχυπρόθεσμης πολιτικής δράσης (βραχύς ορίζοντας είναι τα επόμενα τρία έως πέντε έτη) και ενός μεσοπρόθεσμου σχεδίου δράσης, με στόχο να καταστήσουμε ικανό το ‘’πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε’’ να επικρατήσει στη μάχη για μια νέα «τάξη εξόδου από το χάος" που συλλογικά θα "επιλεγεί."

Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, ένας συλλογισμός υπερισχύει όλων των άλλων: να ελαχιστοποιήσουμε το πόνο. Οι χαοτικές διακυμάνσεις προκαλούν τεράστιο πόνο σε αδύναμα κράτη, ασθενέστερες ομάδες ή νοικοκυριά, σε όλα τα μέρη του κόσμου. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, όλο και περισσότερο χρεωμένες, όλο και περισσότερο στερούμενες οικονομικών πόρων, κάνουν συνεχώς επιλογές όλων των ειδών. Ο αγώνας για να διασφαλιστεί ότι οι περικοπές στα έσοδα θα πέσουν κατά το δυνατό λιγότερο στην πλάτη των ασθενέστερων και κατά το δυνατόν περισσότερο στους ισχυρότερους, είναι μια συνεχής μάχη. Είναι μια μάχη η οποία, βραχυπρόθεσμα, απαιτεί οι αριστερές δυνάμεις να επιλέγουν πάντοτε το λεγόμενο μικρότερο κακό, όσο και αν αυτό είναι δυσάρεστο. Φυσικά, μπορεί κάποιος πάντα να συζητήσει πιο είναι το μικρότερο κακό σε μια δεδομένη κατάσταση, αλλά δεν υπάρχει ποτέ εναλλακτική στο να επιλέξεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Διαφορετικά, κάποιος μεγιστοποιεί αντί να ελαχιστοποιεί τον πόνο.

Η μεσοπρόθεσμη επιλογή είναι το ακριβώς αντίθετο. Δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στο πνεύμα του Νταβός και το πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε. Δεν υπάρχουν συμβιβασμοί. Είτε θα έχουμε ένα πολύ καλύτερο κοσμοσύστημα (σχετικά δημοκρατικό και εξισωτικό) ή θα έχουμε κάποιο που θα είναι τουλάχιστον εξίσου κακό και, πολύ πιθανόν, πολύ χειρότερο. Η στρατηγική για αυτήν την επιλογή είναι να κινητοποιηθούμε για την υποστήριξη της, παντού, κάθε στιγμή, με κάθε τρόπο.

Βλέπω μια πανσπερμία τακτικών που μπορεί να μας κινήσει προς τη σωστή κατεύθυνση.

Η πρώτη τακτική είναι να δίνουμε μεγάλη έμφαση στην σοβαρή επιστημονική ανάλυση, όχι σε μια συζήτηση που θα διεξάγεται μόνο από τους διανοούμενους, αλλά από το σύνολο των πληθυσμών του κόσμου. Πρέπει να είναι μια συζήτηση που να διαπνέεται από ανοιχτό πνεύμα ανάμεσα σε όλους όσους εμπνέονται από το ‘’πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε’’, όπως και να το ορίζουν. Αυτό φαίνεται ανώδυνο όταν το προτείνεις. Αλλά είναι γεγονός, ότι ποτέ δεν είχαμε κάτι τέτοιο πραγματικά στο παρελθόν και χωρίς αυτό δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα προχωρήσουμε, πολύ λιγότερο να επικρατήσουμε.

Μια δεύτερη τακτική είναι να απορρίψουμε κατηγορηματικά το στόχο της οικονομικής ανάπτυξης και να την αντικαταστήσουμε με το στόχο της μέγιστης απο-εμπορευματοποίησης –αυτό που τα κινήματα των ιθαγενών λαών της Αμερικής καλούν Buen Vivir (δικαίωμα στην καλή ζωή). Αυτό σημαίνει, όχι μόνο να αντιστεκόμαστε στην αυξημένη τάση εμπορευματοποίησης των τελευταίων τριάντα ετών, της εκπαίδευσης, των δομών υγείας, του σώματος, του νερού και του αέρα, αλλά και την απο-εμπορευματοποίηση της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής. Το πώς γίνεται αυτό δεν είναι άμεσα εμφανές, θα γνωρίζουμε τι συνεπάγεται μόνο με τον ευρύτατο πειραματισμό σε αυτή την κατεύθυνση.

Μια τρίτη προσέγγιση είναι μια προσπάθεια για τη δημιουργία τοπικών και περιφερειακών ζωνών αυτο-επάρκειας, ιδιαίτερα στα βασικά στοιχεία της ζωής όπως η τροφή και η στέγη. Η παγκοσμιοποίηση που θέλουμε δεν είναι ένας ενιαίος καθολικός καταμερισμός της εργασίας, αλλά μια ‘’εναλλακτική παγκοσμιοποίηση’’ πολλαπλών αυτονομιών που διασυνδέονται αναζητώντας τους να δημιουργήσουν μια «οικουμενική οικουμενικότητα» (universal universalism), που θα αποτελείται από τις πολλαπλές οικουμενικότητες που υπάρχουν. Πρέπει να υπονομεύσουμε τις απαιτήσεις περιφερειακών οικουμενικοτήτων να επιβληθούν στις υπόλοιπες.(8)


Μία τέταρτη προσέγγιση προέρχεται άμεσα από τη σημασία των αυτονομιών. Πρέπει να αγωνιστούμε αμέσως για τον τερματισμό της ύπαρξης ξένων στρατιωτικών βάσεων, από οποιονδήποτε, οπουδήποτε, για οποιοδήποτε λόγο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη μεγαλύτερη συλλογή στρατιωτικών βάσεων, αλλά δεν είναι το μόνο κράτος που έχει τέτοιες βάσεις. Φυσικά, η μείωση των βάσεων θα μας επιτρέψει επίσης να μειώσουμε το ποσό των πόρων του κόσμου που ξοδεύονται για στρατιωτικά μηχανήματα, εξοπλισμό και προσωπικό και να επιτραπεί έτσι η διάθεση των πόρων αυτών για καλύτερη χρήση.

Μία πέμπτη τακτική που πηγαίνει μαζί με τις τοπικές αυτονομίες, είναι η επιθετική επιδίωξη τερματισμού των θεμελιωδών κοινωνικών ανισοτήτων λόγω φύλου, φυλής, εθνότητας, θρησκείας, σεξουαλικότητας - και υπάρχουν και άλλες. Αυτό είναι τώρα ένας ευσεβής πόθος για την παγκόσμια αριστερά, αλλά αποτελεί μια πραγματική προτεραιότητα για όλους μας; Δεν το νομίζω.


Και, φυσικά, δεν μπορούμε να περιμένουμε έναν καλύτερο κοσμοσύστημα γύρω στο 2050 εάν, εν τω μεταξύ, προκύψει κάποια από τις τρεις εν αναμονή υπερ-καταστροφές: αμετάκλητη κλιματική αλλαγή, μεγάλες πανδημίες και πυρηνικός πόλεμος.


Μήπως έχω δημιουργήσει ένα αφελή κατάλογο μη πραγματοποιήσιμων τακτικών από την παγκόσμια αριστερά και τους υποστηρικτές του ‘’πνεύματος του Πόρτο Αλέγκρε’’, για τα επόμενα 30-50 χρόνια; Δε νομίζω.

Το μόνο ενθαρρυντικό χαρακτηριστικό μιας συστημικής κρίσης είναι ο βαθμός στον οποίο αυξάνει τη βιωσιμότητα του οργανισμού, αυτού που αποκαλούμε "ελεύθερη βούληση". Σε μια κανονική λειτουργία ενός ιστορικού συστήματος, ακόμη και μια μεγάλη κοινωνική προσπάθεια, περιορίζεται ως προς τα αποτελέσματά της, λόγω της αποτελεσματικότητας των πιέσεων για επιστροφή στην κατάσταση ισορροπίας. Αλλά όταν το σύστημα είναι μακριά από την ισορροπία, κάθε μικρή δράση έχει μεγάλη επίδραση, καθώς και το σύνολο των δράσεων μας- που γίνονται σε κάθε νανοδευτερόλεπτο, σε κάθε νανοδιάστημα- δύναται να ( δύναται, δεν είναι βέβαιο ότι θα ) προσθέσει ότι απαιτείται για να γείρει η πλάστιγγα της συλλογικής "επιλογής’’ στο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε.

Notes

↩ This essay is based on a talk given at the conference, “Global Crisis: Rethinking Economy and Society,” University of Chicago, December 3-5, 2010, Session on “Understanding the Crisis Historically.”
↩ Immanuel Wallerstein, “Structural Crises,” New Left Review, no. 62 (March-April 2010): 133-42. An earlier, more extensive discussion of this topic is to be found in Utopistics, or, Historical Choices of the Twenty-first Century (New York: The New Press, 1998), esp. chapter 2.
↩ For a broader explanation of how Kondratieff cycles work, see the Prologue to the new edition of Volume III of The Modern World-System (Berkeley, CA: University of California Press, 2011).
↩ For a broader explication of how the hegemonic cycle works, see the Prologue to the new edition of Volume II of The Modern World-System (Berkeley, CA: University of California Press, 2011).
↩ See my “Precipitate Decline: The Advent of Multipolarity,” Harvard International Review (Spring 2007): 54-59.
↩ See my “1968, Revolution in the World-System: Theses and Queries,” Theory and Society, XVIII (July 4, 1989): 431-49; also with Giovanni Arrighi and Terence K. Hopkins, “1989, the Continuation of 1968,” Review, XV, no. 2 (Spring 1992): 221-42.
↩ On the explanation of the ways in which radicals and conservatives became avatars of centrist liberalism, see “Centrist Liberalism as Ideology,” chapter 1, The Modern World-System, IV: The Triumph of Centrist Liberalism, 1789-1914 (Berkeley, CA: University of California Press, 2011).
↩ I have argued the case for this in European Universalism: The Rhetoric of Power (New York: The New Press, 2006).

(O Immanuel Wallerstein είναι Senior Ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Yale.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget