Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Γουρούνια και Τράγοι: Ονειρμάρξ


Αναδημοσίευση από τη Λέσχη της ανυπότακτης θεωρίας

* Συμπλήρωση: η ”έλλειψη ηγετών” ως δήθεν πρόβλημα στην Ε.Ε να παρατηρηθεί σε συνάρτηση με τη δομική θέση 1 του διαγράμματος και την ανάγκη των ηγεμονικών μερίδων του κεφαλαίου για περαιτέρω ”ευρωπαική ολοκλήρωση” με ακόμη μεγαλύτερη αναδιάταξη των ταξικών συσχετισμών σε βάρος των εργαζομένων. Το ότι τους ”λείπουν ηγέτες” δεν έχει να κάνει με προθέσεις ή ανικανότητες αλλά με συστημικές αντιφάσεις. Το αίσθημα της έλλειψης ηγετών που θα λύσουν τα καπιταλιστικά δεινά, στο βαθμό που διαχέεται στις ”μάζες”, δείχνει τη δυνατότητα ενός νέου ”τεχνοκρατικού” φασισμού. Το ίδιο ισχύει και για τη προβολή στο προσώπο-Μέρκελ, στο πρόσωπο-Σαρκοζί κλπ όλης της ανημποριάς του καπιταλιστικού συστήματος να επιλύσει τις αντιφάσεις του. Η περαιτέρω παραμονή στην Ε.Ε και στήριξη της ύπαρξής της, μόνο προς εκφασισμό μπορεί να οδηγήσει.

** Διόρθωση: ”Στην Αγγλία του 18ου και 19ου αιώνα, το «μαύρο πρόβατο» συνδέθηκε με το σημάδι του διαβόλου”. Αυτή είναι η παραπομπή 9 και όχι 10. Επίσης, η παραπομπή στον Φουκώ στο υποκεφάλαιο ”μαύρο πρόβατο και εξορκισμός του κακού”, που τελειώνει ”Συνεπάγεται μια γνώση της συνείδησης και μια ικανότητα να τη διευθύνει”, είναι η παραπομπή 8.

Ε.Ε., ζωοπολιτική, αδύναμος κρίκος- ένα ερμηνευτικό σχήμα

 του Ονειρμού
 Europe
Στο παρακάτω κείμενο θα θιγούν ουσιαστικά τα εξής τρία θέματα: ζωοπολιτική μέσα στην Ε.Ε, «βάση» και «εποικοδόμημα», θέση της Ελλάδας και «αδύναμος κρίκος», στο συνδυασμό τους. Γενικός σκοπός είναι να προταθούν, υπό μία μαρξιστική προοπτική, κάποια σχήματα κατανόησής τους, που τελικά θα ανάγονται σε ένα πιο γενικό σχήμα, με στόχο αυτό να είναι πιο χρήσιμο και πιο λειτουργικό από διάφορα άλλα. Ο ειδικός στόχος είναι μια μικρή συμβολή στη σχετική κουβέντα που μαίνεται και η υποστήριξη όσων θεωρούν πως η έξοδος από την Ε.Ε είναι μια αναγκαία κόκκινη γραμμή φυγής των εργαζομένων από την κεφαλαιοκρατία, σήμερα.

Πρόλογος

Κάπως έτσι ξεκινάει ένα ‘’ρεαλιστικό’’ παραμύθι: Μια φορά και έναν καιρό, τα σώματα ήρθαν σε επικοινωνία, συμφώνησαν και συναρμολογήθηκαν σε ένα συνθετότερο σώμα, με σκοπιμότητα ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σαν αποτέλεσμα όχι κάποιου κοινωνικού συμβολαίου Δημοκρατίας και Ελευθερίας μεταξύ κρατικών υποκειμένων, αλλά σαν κάτι που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όποια και να είναι η ιστορία του, τάχα «μας συμφέρει» γιατί μας δίνει μεγαλύτερη δύναμη. Το επιλεγμένο εδώ επιχείρημα της «μεγαλύτερης δύναμης», σε σχέση πάντα με κάποιον εξωτερικό εχθρό ή με γνώμονα την επίτευξη ιδανικών «στόχων», εξ αρχής απέκρυπτε την άνιση κατανομή ισχύος ανάμεσα στους λεγόμενους «εταίρους» και την ταξική ουσία αυτής της στρατηγικής, με όλες τις οδυνηρές της συνέπειες για το λαό. Όσον αφορά την ιδέα των «εταίρων», βλέπουμε ότι αυτό το παραμύθι της Ευρώπης περί «ισότιμων» σχέσεων, επιβιώνει ακόμη σαν ερείπιο μιας άλλης εποχής, όταν ετούτη η μπόχα της «Ευρώπης των λαών» μέσα στη φυλακή της Ε.Ε περνούσε για πολυτελές, κοσμοπολίτικο άρωμα.Οι κομμουνιστές μυρίστηκαν τι είδους «κοινωνικό συμβόλαιο» ήταν αυτό (η πρώτη αίσθηση που στερεί ο αστικός τρόπος ζωής είναι η όσφρηση, αίσθηση που διάφοροι «καλοπροαίρετοι» ευρωαριστεροί είχαν μάλλον απολέσει όταν ψήφιζαν με ελαφριά τη καρδιά το Μάαστριχτ και τώρα κλαίγονται για την «ανθρωπιστική κρίση»). Ο καπιταλισμός πάντοτε μιλάει τόσο την κανονιστική γλώσσα των «οικουμενικών αξιών», της αστικής «δημοκρατίας», της αστικής «ελευθερίας», των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» κτλ κτλ, όσο και τη γλώσσα ενός «ρεαλιστικού» ωμού, κυνικού τεχνικο-«ορθολογικού» συμφέροντος που βάζει ανοιχτά στην άκρη τις υποτιθέμενες «ηθικές-ανθρωπιστικές» αναστολές της κερδοφορίας. Σε περιόδους κρίσεων, αστάθειας και γενικευμένου φόβου, τελικά η ωμότητα και η τρομοκρατία κατασκευάζουν με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο τη συναίνεση και την υποταγή, ενώ τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης υλοποιούνται έμπρακτα μόνο σε χαρτοπαιχτικές, σοσιαλδημοκρατικές λέσχες πολιτικού προβληματισμού.

Ακόμη και αν υιοθετήσουμε τη δεύτερη, υποτιθέμενα ειλικρινέστερη εκδοχή του «συμφέροντος», έναντι των «οικουμενικών αξιών» όπως η «συναδέλφωση των λαών» στην Ε.Ε, σε μια ταξική κοινωνία το «γενικό συμφέρον» δεν είναι παρά η εξασφάλιση των όρων αναπαραγωγής της άρχουσας τάξης και η παρουσίαση του ταξικού της συμφέροντος ως καθολικού. Εκείνα τα σώματα που συντέθηκαν μέσα στην Ε.Ε, τα αστικά έθνη-κράτη, είναι ταξικά διχασμένα σώματα, τόσο που κάποιος «καλοπροαίρετος» (ξανά αυτός) τρομάζει σήμερα διαπιστώνοντας πως αυτές οι ανώτερες, αρμονικές και «ομόψυχες» εθνικές/κρατικές νομικές προσωπικότητες, είναι εσωτερικά και ανταγωνιστικά διχασμένες προσωπικότητες. Πέρα από αυτό, τα σώματα που σχηματίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι παραγωγικά σώματα με σημαντικές ανισότητες στο βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων, πράγμα που σημαίνει πως αναπτύσσονται οικονομικά άνισα, άνισα κατανέμεται μεταξύ τους και η πολιτικοοικονομική ισχύς που παράγεται από όλο το ευρωπαϊκό αλυσίδωμα. Κάποια αστικά έθνη έχουν πλεονάσματα, όπως είχαν τα τελευταία χρόνια κυρίως η Γερμανία και η Γαλλία, και άλλα ελλείμματα, όπως η Ελλάδα και οι λεγόμενες «χώρες του Νότου». Οι μεγάλες διαφορές στην ανταγωνιστικότητα των αστικών αυτών κρατών ενισχύθηκαν λόγω της αναδιάρθρωσης του καταμερισμού της εργασίας στους κόλπους της Ε.Ε και της ευρωζώνης βάσει της κοινής (για τους καπιταλιστές, παρά τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις τους) ευρωπαϊκής πολιτικής (π.χ «κοινή αγροτική πολιτική»), με το κατάλληλο πάντα νομικό πλαίσιο (συνθήκες). Σημαντικότατο ρόλο έπαιξε και η στοχευμένη κατεύθυνση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, η «ενοποίηση» και «ομογενοποίηση» των ευρωπαϊκών αγορών που οδήγησε στη διαμόρφωση μιας ανοιχτής οικονομικής αρένας, όπου εργάτες, εμπορεύματα, υπηρεσίες, κεφάλαια μπορούν να κινούνται ελεύθερα από κρατικούς δασμούς και τους περιορισμούς που θα επέβαλλαν εθνικές νομισματικές πολιτικές (με την ευρωζώνη)-μια ελευθερία επιλεκτική και υποκριτική, όπως όλες εκείνες που συναντούμε στο αστικό ρεπερτόριο. Αυτή η κοινή αρένα επέτεινε τις ανισότητες της έτσι και αλλιώς βάρβαρης-αντιλαϊκής συνδυασμένης και άνισης καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία επιδεινώθηκε από τη λειτουργία της ΟΝΕ. Τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το υψηλό δημόσιο χρέος, η αυξημένη ανεργία και η φτώχεια στην Ελλάδα ήταν αποτέλεσμα αυτής της καπιταλιστικής ανάπτυξης1. Φυσικά σε όλη αυτή τη διαδικασία ενεργοποιήθηκαν και άλλοι φανεροί και αφανείς μηχανισμοί (βλ. υπόθεση Siemens και κρυφά «δωράκια», ευρωπαϊκές επιδοτήσεις σε λαοφιλή κόμματα για να εξαπατούν τους εργαζομένους κ.α). Οι αστικές τάξεις της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας, ωφελήθηκαν στο βαθμό που δέθηκε το πεπρωμένο τους με τις οικονομικές δραστηριότητες και τις διοικητικές-νομοθετικές πρωτοβουλίες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, όπως εκφραζόταν αυτό στα όργανα της Ε.Ε, επιτυγχάνοντας μια «ανάπτυξη» βασικά της χρηματιστικής τους ολιγαρχίας και στο βαθμό που μπόρεσαν να απορροφήσουν τους ταξικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό τους, προβάλλοντας το πολιτικοιδεολογικό και οικονομικό πρόταγμα αυτής της Μεγάλης Ευρωπαϊκής Ιδέας. Έτσι λοιπόν, στην Ελλάδα και στη Γερμανία, στη Πορτογαλία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ολλανδία κ.ο.κ, παρά την άνιση κεφαλαιοκρατική ανάπτυξή τους, παραμένει κοινό πως ωφελήθηκαν και ωφελούνται ακόμα οι καπιταλιστές και τα μονοπώλια σε βάρος των εργαζόμενων λαών, για αυτό άλλωστε και παραμένει κεντρική αστική στρατηγική η παραμονή πάσει θυσία μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από τη στιγμή που ξέσπασε η παγκόσμια Κρίση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου των καπιταλιστικών αντιφάσεων και γρήγορα εξαπλώθηκαν με τη μορφή χρηματοοικονομικής επιδημίας στην Ευρώπη, αφού είναι τέτοια η παγκόσμια δικτύωση της παραγωγής και των συναλλαγών ώστε, σύμφωνα με την ανάγλυφη περιγραφή του Fredric Jameson, πιάνει κρυολόγημα η Αμερική και φτερνίζεται η Ευρώπη. Η κρίση αυτή, αφού ξεσπά, υπόκειται σε διαφορετικές μεταμορφώσεις (χρηματοπιστωτική, δημοσιονομική-βασικά λόγω της διάσωσης των τραπεζών από τα αστικά κράτη, κ.α) μετατοπίζεται κυρίως, ως κρίση αναπαραγωγής, στις ζώνες χαμηλότερου βαθμού κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης, στις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, που στιγματίζονται σαν τα…«γουρούνια» (P.I.G.S), καθώς κρίνεται πως αποκλίνουν από το πρότυπο του (βόρειου) ευρωπαϊκού Έθνους και ευρωπαίου Ανθρώπου. Η διάκριση αυτή ανθρώπου-ζώου στο συμβολικό ενωσιακό πεδίο, αποτελεί μια ένδειξη (που δεν ισοδυναμεί με απόδειξη) ότι το ευρωπαϊκό σύστημα κοινωνικοοικονομικών σχέσεων μπορεί να αναπαρασταθεί με το σχήμα κέντρο-περιφέρεια. Αν στην εξέλιξη των σχέσεων ανταγωνισμού και του ισοζυγίου πληρωμών βλέπουμε τα αστικά ελλείμματα και χρέη του «Νότου» σαν ανεστραμμένο είδωλο των πλεονασμάτων των αστικών κρατών του «Βορρά», στη σχέση ανθρώπου-ζώου βλέπουμε την εκτόπιση εσωτερικών «μελών» της «Ευρωπαϊκής Κοινότητας» στο περιθώριο, σαν οριακές υπάρξεις και οι κατώτερες τιμές στον δείκτη της ευρωπαϊκής «ανθρωπινότητας», σαν ζώα.


Ζωοπολιτική στην Ε.Ε

Γουρούνια» και «εργατομούλαρα»

Τα γουρούνια είναι βρώμικα ζώα. «Δεν υπάρχει απόλυτη βρωμιά, παρά μόνο στα μάτια του παρατηρητή. Η βρωμιά προσβάλλει την αίσθηση της τάξης. Η εξαφάνισή της δεν είναι αρνητική κίνηση, αλλά θετική προσπάθεια οργάνωσης του περιβάλλοντος…Όταν απομακρύνουμε την ακαθαρσία μέσω της τακτοποίησης, της διακόσμησης και της χρήσης ταπετσαρίας, παύει να μας διακατέχει το άγχος της αρρώστιας, αφού αναδιατάσσουμε με θετικό τρόπο το περιβάλλον μας και το προσαρμόζουμε σύμφωνα με κάποιο σχήμα. Δεν υπάρχει κάτι τρομαχτικό ή παράλογο στην αποφυγή της βρωμιάς: είναι μια δημιουργική κίνηση, μια απόπειρα να συσχετίσουμε τη μορφή με τη λειτουργία και να δώσουμε συνοχή στην εμπειρία μας…Εν τέλει, αν η ακαθαρσία είναι ύλη εκτός τόπου, πρέπει να την αντιμετωπίσουμε διαμέσου της τάξης. Η ακαθαρσία ή βρωμιά πρέπει να απομακρυνθεί εάν πρόκειται να διατηρήσουμε κάποιο πρότυπο καθαρότητας»2

Μπορούμε να σκεφτούμε ότι η παραπάνω «σκοπιά» δεν είναι σκοπιά κάποιου μεμονωμένου ανθρώπου, αλλά σκοπιά και υπερβατολογικό κριτήριο επιλογής του ίδιου του συστήματος, μια αξιολογική διάκρισή του, που χωρίζει σε δύο κατηγορίες ή ταχύτητες τα μέλη του, στους «καλούς» και τους «κακούς» παίκτες του παιχνιδιού. Οι πρώτοι «τα παίρνουν τα γράμματα γρήγορα», καταλαβαίνουν και εφαρμόζουν δίχως πολλά πολλά τον κώδικα συμπεριφοράς και πολιτικής της Ε.Ε και δεν καθυστερούν στο να πάρουν τα «αναγκαία μέτρα», να κάνουν τις επιβεβλημένες «διαρθρωτικές αλλαγές». Οι «Νότιοι» είναι «γουρούνια» αφού δείχνουν αδυναμία να προσαρμοστούν σε βαθμό ικανοποιητικό με τις επιταγές και τις συνταγές της Ε.Ε γιατί δεν εναρμονίζονται δίχως ταξικές και λαϊκές αντιστάσεις. Έτσι θεωρούνται φορέας μόλυνσης, αταξίας, μια βρώμικη υπόθεση που πρέπει με συνοπτικές διαδικασίες να διευθετηθεί, σκατά, μούχλα (κάποιες φορές μάλιστα μίλησαν οι αστοί για σοβιετική μούχλα, στην περίπτωση του δημοσίου τομέα του ελληνικού αστικού κράτους). Τα «γουρούνια», μάλιστα, έχουν έναν πρωτόγονο, προ-πολιτισμικό (εδώ όπου πολιτισμός=ανάγκες του κεφαλαίου) τρόπο ύπαρξης που πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Για τον καπιταλισμό της εποχής μας, το να μπει τάξη σε αυτές τις χώρες σημαίνει την «απελευθέρωση» των αγορών, δηλαδή το χάος και την απόλυτη ασυδοσία των εργοδοτών (ας τους πούμε έτσι, αν και αυτοί που δίνουν την εργασία τους είναι οι εργάτες) έναντι των εργαζομένων με μισθούς πείνας για να βγάλουν περισσότερο κέρδος, σημαίνει τη σκλαβιά των «απελευθερωμένων» στα μονοπώλια, σημαίνει το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και την υπερσυσσώρευση της φτώχειας, της ανεργίας, των αυτοκτονιών. Για να γίνεις από «ζώο» Άνθρωπος στον καπιταλισμό του σήμερα, πρέπει να αποκτηνωθείς τελείως. Έχουμε, ελλείψει αποικιών, ένα νέο, ιδιόμορφο ρατσισμό που στοχοποιεί το νέο «Τρίτο Κόσμο», αυτή τη φορά στο εσωτερικό του Πρώτου, που απειλεί τη συνοχή του ευρωπαϊκού (αλλά και του παγκόσμιου) κεφαλαιοκρατικού οικοδομήματος. Ωστόσο, δεν έχουμε τόσο πολύ ετερογενή σύνολα με ορθωμένα μεταξύ τους τείχη (το Κεφάλαιο δεν έχει φραγμούς), όσο διαφορετικές βαθμίδες αξιολόγησης. Κάποιοι μιλούν για «διαφορικό ρατσισμό»3, ένα ρατσισμό δηλαδή που «σέβεται τη διαφορά» και για αυτό ορίζεται με τους βαθμούς απόκλισης ή το βαθμό πιθανότητας της συμμετοχής σε ένα σύνολο, και όχι από τη κάθετη διάζευξη ενός ναι-ή-όχι όσον αφορά τη συμπερίληψη σε ένα κοινοτικό σύνολο. Ο Έλληνας δεν είναι σαν γουρούνι ένας «απολύτως» ξένος, αλλά κάποιος που παίρνει 2 με άριστα το 10 στη κλίμακα της ευρωπαϊκής του αξιολόγησης.

Έτσι, οι ζώνες στις οποίες καταλογίζεται ο μεγαλύτερος βαθμός ανομοιότητας σε σχέση με το ευρωπαϊκό Πρόσωπο, γίνονται «ειδικές ζώνες» μέσα στην επικράτεια του ευρωπαϊκού συστήματος. Πρόκειται για ζώνες μέσα στις οποίες αναστέλλεται προσωρινά ο Κανόνας, αναστέλλεται η ίδια η «ανθρωπινότητα», η ίδια η «προσωπικότητα» του Προσώπου, οικονομικά και πολιτικά. Μέσα σε αυτές τις ζώνες, οι οποίες τελούν υπό διαρκή «κατάσταση εξαίρεσης»4 , χωράει η απόλυτη αυθαιρεσία και η απροκάλυπτη καθυπόταξη, εδώ χωράει η διαχείριση των εργατών, των ανέργων και των καταπιεσμένων σαν «γυμνές ζωές» με παράκαμψη κοινοβουλίων, συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων και άλλων προσχηματικών διαδικασιών, άλλωστε βρισκόμαστε στη φάρμα των ζώων, όπου τα γουρουνάκια μπορείς να τα βάλεις να δουλέψουν ή να τα σφάξεις για να τα φας. Δύο εναλλακτικές αλλά και συμπληρωματικές μεταξύ τους στρατηγικές εφαρμόζονται σε αυτόν τον κανιβαλισμό. Με τους όρους του Levi-Strauss, η μία είναι ανθρωποφαγική: οι ντόπιοι εξαφανίζουν τους ξένους καταβροχθίζοντάς τους, και στη συνέχεια τους μεταμορφώνουν διά του μεταβολισμού σε μια υφή αξεχώριστη από τη δική τους (στρατηγική της αφομοίωσης). Η άλλη στρατηγική είναι ανθρωποεμετική: το σχέδιό της ήταν να ξεράσει τους ξένους, να τους εκτοπίσει πέρα από τα όρια του τακτοποιημένου κόσμου και να αποτρέψει κάθε επικοινωνία τους με τους εντός των ορίων.

Είναι ολοφάνερο πως αυτά τα γουρούνια δεν είναι το είδος των πλασμάτων που περιγράφει ο Φουκώ στο παρακάτω απόσπασμα:

«Τα πιο απίθανα ζώα, βγαλμένα μεσ’από μια τρελή φαντασία, γίνονται τώρα η μυστική φύση του ανθρώπου. Και τη μέρα της Κρίσης, όταν ο αμαρτωλός θα εμφανιστεί γυμνός και ντροπιασμένος, το πρόσωπό του θα έχει γίνει ένα πρόσωπο φριχτό και τερατώδικο, ζώου που σφαδάζει: τέτοια είναι τα’αγριοπούλια με σώμα βατράχου που μπερδεύονται με την γυμνότητα των κολασμένων, στην Κόλαση του Thiery Bouts. Τέτοια είναι τα φτερωτά έντομα με κεφαλή γάτας, οι σφίγγες με έλυτρα μηλολόνθης, τα πουλιά με φτερά νευρικά και τρεμουλιάρικα σαν χέρια, στα έργα του Stefan Lochner. Και πάλι ανάλογο είναι εκείνο το μεγάλο αρπαχτικό ζώο με τα ροζιασμένα δάχτυλα, που βλέπουμε στον Πειρασμό του Grunewald. Το ζωώδικο στοιχείο έχει ξεφύγει από την κατάσταση της καθυπόταξης που του επέβαλαν οι ανθρώπινες αξίες και τα σύμβολα, όταν το χρησιμοποιούσαν σαν αφορμή για ηθικοπλαστικές μυθολογίες. Τώρα πλέον γοητεύει τον άνθρωπο με τη μανία του, την απίθανη τερατογονία του, τις υπερβολές του και το χάος του, μα τούτο συμβαίνει ακριβώς επειδή το ζώο ξεσκεπάζει στον άνθρωπο την τυφλή μανία, την άγονη τρέλα που ελλοχεύει στις ανθρώπινες καρδιές»5

Τα μυθικά ζώα του Φουκώ «έχουν ξεφύγει από την κατάσταση της καθυπόταξης που επέβαλαν οι ανθρώπινες αξίες και τα σύμβολα», σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά χοιρίδια. Τα PIGS είναι ζώα στο περιθώριο, ζουν στο χωράφι έξω από την πόλη αλλά σαν κατοικίδια. Δεν ασκούν καμία έλξη, καμία γοητεία.

Ο βασιλιάς των γουρουνιών είναι η Ελλάδα, «οι Έλληνες» πολλοί από τους οποίους έχουν φτάσει να πιστεύουν ότι ανήκουν πράγματι σε μια ειδική, κατώτερη ράτσα, πως κατασκευασμένοι από χαλκό και σίδερο και όχι από χρυσό ή ασήμι, όπως οι ικανότεροι ξένοι «εταίροι» τους. Ο Ξένος εμπνέει εδώ ένα παράξενο μείγμα μίσους και δουλοπρέπειας, φθόνου και θαυμασμού. Ο Μεγάλος Ξένος είναι ξένος του ξένου, αποξενωμένος από τον αποξενωμένο, άρνηση της άρνησης, ο Θεός, το Απόλυτο. Κατά το πρότυπο του Νίτσε της Γενεαλογίας της Ηθικής, η ευρωπαϊκή κοινότητα είναι ο Θεός και ο πιστωτής στον οποίο όλοι «χρωστούν» την ύπαρξή και την επιβίωσή τους (ή την «καλοπέρασή» τους, για να θυμηθούμε μερικά αστικά ιδεολογήματα), και για αυτό πρέπει να αποπληρώσουν αυτό το χρέος τους. Μέχρι να το κάνουν, έχουν την υποχρέωση και το καθήκον, αλλά και την ένοχη συνείδηση της Οφειλής, για να μην αισθάνονται πως απλά υποτάσσονται στον κυρίαρχο, για να παραβλέπουν συνεχώς τη ξόφθαλμη πια εκμετάλλευση κρύβουν το πρόσωπό τους από ντροπή, φορτώνονται οι ίδιοι με τύψεις, αυτομαστιγώνονται. Σε αυτά το πλαίσιο εγγράφεται και η στρατηγική απόδοσης της συλλογής ευθύνης στους «Έλληνες» ανεξαιρέτως (μαζί τα φάγαμε, οι τεμπέληδες Έλληνες, όλοι μας χρωστάμε-πρέπει να πληρώσουμε με χρήματα και δυστυχία για να ισοφαρίσουμε το πλεόνασμα των προϊόντων και της ευτυχίας που απολαύσαμε) ώστε να μπορεί να επιφορτιστεί το υποκείμενο «Ελλάδα» συλλογικά, με την απώθηση δηλαδή του ταξικού διχασμού, τη μοίρα της αποπληρωμής, δηλαδή την τυφλή αναγκαιότητα του ξεπεράσματος όλων των αντιφάσεων του ευρωπαϊκού και κεφαλαιοκρατικού συστήματος, όπως αυτές συμπυκνώνονται στον «αδύναμο κρίκο».
O κοινωνικός δεσμός «Έλληνες» δεν υπάρχει. Η μάλλον υπάρχει, με τη προϋπόθεση ότι βυθίζεται στην αφάνεια το ταξικό, αγεφύρωτο ρήγμα μέσα στην κοινωνική σχέση. Συμβολικές γέφυρες επικοινωνίας χτίζονται και γκρεμίζονται σαν το γιοφύρι της Άρτας για να καλύψουν τον ενοχλητικό θόρυβο της κλαγγής του ταξικού πολέμου που μαίνεται, τα εξωφρενικά λόγια της ντουντούκας στην κινητοποίηση και την ιαχή της συνέλευσης που αποφασίζει να συνεχίσει την απεργία. Ο ταξικός εμφύλιος είναι ταμπού, απαγόρευση, για να ξορκιστεί το φάντασμα του Εμφύλιου αίματος που η κυρίαρχη ιδεολογία με τα δικά της, ιδεολογικά μέσα δεν μπορεί να εξηγήσει, και για αυτό το βαφτίζει παραλογισμό. «Αδέλφια» πολεμήσανε «αδέλφια», άραγε γιατί μπορεί να συνέβη αυτό; Ένα τσιρότο φράζει βίαια το στόμα πριν το κλείσιμο στο καθεστωτικό τρελάδικο. Η ανεπίλυτη αντίφαση μεταξύ των τάξεων καταχωνιάζεται στο πολιτικό ασυνείδητο της μαμάς πατρίδας και υπόκειται σε ιδεολογικές μεταμορφώσεις που προσπαθούν να την επιλύσουν6. Η ταξική αντίφαση σημαίνει πως η ζωοπολιτική δεν τελειώνει εδώ, στο επίπεδο των εθνών-κρατών, σαν να ήταν αυτά η αρραγής επιφάνεια πάνω στην οποία ασκεί τα αποτελέσματά της η καπιταλιστική Κρίση, σαν να ήταν τα Έθνη οι αμαρτωλοί. Έτσι βέβαια λειτουργεί ο μηχανισμός αυτοπροστασίας του ευρωπαϊκού και εθνικού καπιταλιστικού συστήματος, που συλλογικά εγκαλεί τους «πολίτες» σε μια τελετουργία εξομολόγησης, προκειμένου να αποσπαστεί από αυτά η κατάφαση της συλλογικής ενοχής (οι Έλληνες «φταίμε», οι Έλληνες κάνουμε θυσίες για να ξεπληρώσουμε τις αμαρτίες μας, ο Έλληνας ο άσωτος υιός που δεν έδειξε εγκράτεια, η Ελληνίδα που παρασύρθηκε από τον καταναλωτικό Πειρασμό). Αυτή η κατάφαση της ενοχής, λάφυρο της πρακτικής της εξομολόγησης, καταξιώνεται σαν αλήθεια με την ίδια λογική που κάποτε (αν όχι και σήμερα) η ομολογία θεωρούνταν τεκμήριο αδιάψευστης ενοχής, ακόμη και ύστερα από βασανισμό .

Όλη η ενέργεια μετατροπής ανθρώπων-σε-ζώα μεταβιβάζεται στο εσωτερικό των αστικών εχθρών-κρατών και διοχετεύεται αποκλειστικά και μονόπλευρα στους τόπους δουλειάς, στα εργοστάσια, στους αγρότες, στους μικροϊδιοκτήτες, στους δημοσίους υπαλλήλους. Έτσι συμβαίνει η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία να είναι τα ζώα, και η ‘’μετατροπή-σε-ζώο’’ να είναι το δομικό και ιδεολογικό σφυρί που κατεβάζει η αστική τάξη πάνω στο κεφάλι της εργατικής τάξης, αλλά και πάνω στα μεσαία στρώματα που ‘’προλεταριοποιούνται’’, που πέφτουν δηλαδή στο επίπεδο του εργατικού ζώου. Έτσι η αποξένωση γίνεται ακόμα περισσότερη αποξένωση των εργατών από τους όρους της ύπαρξής τους. Τα βάρη φορτώνονται στις πλάτες τους, στα εργατικά και πειθήνια γαϊδούρια, από τα αφεντικά-κεφαλαιοκράτες στους μισθωτούς δούλους.  Οι άνθρωποι-μουλάρια της εργασίας, οι μαθητές και οι φοιτητές που ανατρέφονται στα κλουβιά τους, οι άστεγοι σαν αδέσποτα ζώα, οι μικρομαγαζάτορες που έγιναν με την υπερψήφιση των «Μέτρων» αρουραίοι των υπονόμων και των σκουπιδιών, οι συνταξιούχοι  σαν άλογα που δεν τα σκότωσαν πριν γεράσουν, ένα τεράστιο αποδημητικό σμήνος ανθρώπων που μεταναστεύουν και ψάχνουν να βρουν αφεντικά στο εξωτερικό. Για αυτό η ταξική βιοπολιτική που ασκείται είναι κυριολεκτικά απάνθρωπη, έτσι και αλλιώς η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο πάντοτε είναι εκμετάλλευση από κάποιον « Άνθρωπο», της ζωής και της εργασίας ενός ανθρώπου-ζώου. Η κυριαρχική σχέση ανθρώπου-Φύσης επανεγγράφεται, στις ταξικές κοινωνίες, στο εσωτερικό των ανθρώπινων παραγωγικών σχέσεων, έτσι που ο ένας άνθρωπος για τον άλλο δεν είναι παρά φύση, άνθρωπος εύφορος και πόρος εκμεταλλεύσιμος, παρά φύσει άνθρωπος . Η ταξική σχέση ως ομόλογη της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση και της κυριαρχίας της έννοιας πάνω στο πράγμα, είναι βασική θέση των Αντόρνο-Χορκχάιμερ στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού και σε άλλα έργα τους, ενώ μια ανάλυσή τους της μετατροπής ανθρώπων-σε ζώα βλέπουμε με αφορμή το μύθο της Κίρκης. «Η Κίρκη παρακινεί τους συντρόφους του Οδυσσέα να αφεθούν στο ένστικτό τους: για αυτόν το λόγο η ζωική μορφή που παίρνουν οι μαγεμένοι άνθρωποι συνδέθηκε με τούτη την επιστροφή στα στοιχειώδη ένστικτα, και η Κίρκη έγινε το πρότυπο της εταίρας χάρη σ’εκείνους τους στίχους του Ομήρου που της δίνουν, φυσιολογικά, την ερωτική πρωτοβουλία: «Σαν έπειτα σου πει να κοιμηθείτε, πια της θεάς εσύ τον έρωτα μην τον αρνιέσαι.» Το σύμβολο της Κίρκης είναι η αμφιβολία: παρουσιάζεται πρώτα σαν καταστροφέας και μετά σαν βοηθός. Ακόμη και στην καταγωγή της υπάρχει κάτι αμφίβολο: είναι η κόρη του Ήλιου και η εγγονή του Ωκεανού. Τα στοιχεία του νερού και της φωτιάς έχουν μείνει συγχωνευμένα μέσα της, δεν έχουν διαχωριστεί […] Η εταίρα υπόσχεται ευτυχία και καταστρέφει την αυτονομία αυτού τον οποίο κάνει ευτυχισμένο-αυτός είναι ο διφορούμενος χαρακτήρας της. Δεν τον καταστρέφει όμως αναγκαστικά: του δίνει μια παλιότερη μορφή ζωής». Βλέπουμε εδώ το διφορούμενο χαρακτήρα για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Οι ευρωπαίοι «εταίροι» υποσχέθηκαν ακριβώς την ευτυχία καταστρέφονται την αυτονομία, με τίμημα την μεταμόρφωση της ζωής των θυμάτων σε μια παλιότερη, προκοινωνική μορφή ζωής. Τώρα ο εταιρικός δεσμός παρουσιάζεται τόσο σαν καταστροφικός όσο και σαν η μόνη χείρα βοηθείας. Όμως «η δύναμη της Κίρκης, που υποτάσσει τους άντρες κάνοντάς τους σκλάβους, μετατρέπεται σε υποταγή της Κίρκης σ’εκείνον που, με την αποποίησή του, αρνήθηκε να υποταχτεί σε αυτήν»7

Η αποποίηση αυτής της «ευεργεσίας» του εταιρικού δεσμού, φαντάζει καθαρή τρέλα. Παραλογισμός. Οι κορώνες των δυνάμεων της ταξικής αντίστασης που ζητούν εδώ και τώρα έξοδο από την Ε.Ε και εργατική δημοκρατία, οδηγούν, μας λένε, στο χάος και την καταστροφή, δεν είναι παρά χρυσές κορώνες «βασιλιάδων» τρελών, βασιλιάδων έκπτωτων, των κομμουνιστών. Συντηρώντας όμως τον «εταιρικό» δεσμό, η κοινωνία ήδη βυθίζεται στο χάος και την καταστροφή, πραγματικά, ορατά, και δεν πρόκειται για άλλη για κινδυνολογία των «αντισυστημικών». Βυθίζεται σε μία μαύρη τρύπα και, θέλοντας να αποφύγει εμμονικά τον «καθαρό παραλογισμό» της εξόδου από την Ε.Ε και το ευρώ, εμφανίζει τα συμπτώματα της πιο καθαρής τρέλας, σχιζοφρενοποιείται, θέλει τα πάντα και δεν θέλει τίποτα, αρνείται και αποδέχεται, μιλά για τους τυράννους της σαν να ήταν αυτοί οι μεγαλύτεροι προδότες και οι μεγαλύτεροί της σωτήρες.


-«Μαύρο Πρόβατο» και ο εξορκισμός του Κακού

Η «ευρωπαϊκή οικογένεια» παρουσιάστηκε τόσα χρόνια σαν ένα ποίμνιο εθνών που καθοδηγούσαν κάθε φορά οι «ηγέτιδες» ευρωπαϊκές δυνάμεις. Σύμφωνα με τον Μ.Φουκώ, βασικά χαρακτηριστικά της ποιμαντικής εξουσίας, μια τεχνολογία της εξουσίας που αναπτύχθηκε με το χριστιανισμό είναι πως α) «τελικός αντικειμενικός σκοπός είναι να εξασφαλίσει τη σωτηρία των ατόμων στον άλλο κόσμο», β) «δεν είναι απλά μια μορφή εξουσίας που διατάζει. Οφείλει επίσης να είναι έτοιμη να θυσιαστεί για τη ζωή και τη σωτηρία του ποιμνίου. Σ’αυτό διακρίνεται λοιπόν από την Υπέρτατη εξουσία που απαιτεί από τους υπηκόους να θυσιαστούν για να σώσουν το θρόνο», γ) «είναι μια μορφή εξουσίας που δεν μεριμνά μόνο για το σύνολο της κοινότητας αλλά και για το κάθε άτομο χωριστά, για όλη τη ζωή» και δ) «δεν μπορεί να ασκείται χωρίς να γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων, χωρίς να εξερευνά τις ψυχές τους, χωρίς να τους εξαναγκάζει να αποκαλύπτουν τα πιο ενδόμυχα μυστικά τους. Συνεπάγεται μια γνώση της συνείδησης και μια ικανότητα να τη διευθύνει». Πρόκειται για μια τεχνική της εξουσίας που είναι «συνεκτατή με τη ζωή» και συνδέεται με τη θετική παραγωγή της Αλήθειας από την εξουσία.

Ας ανασκαλέψουμε λίγο τις στάχτες του ιδεολογήματος της «ευρωπαϊκής οικογένειας». Μέσα σε αυτή την οικογένεια, υποτίθεται ότι θα πραγματωνόταν η ευτυχία των μελών μέσα από τη πραγμάτωση της ευτυχίας όλης της οικογένειας. Μάλιστα, η ευρωπαϊκή οικογένεια-κοινότητα με τις πατρικές της φιγούρες, το Γάλλο, το Γερμανό, ήτανε πάντοτε διατεθειμένη να διαθέσει «ευρωπαϊκά κονδύλια» προς τα ασθενέστερα μέλη της, μεριμνώντας «για το κάθε άτομο ξεχωριστά». Πρόκειται για τη φαντασίωση του «Κράτους Πρόνοιας» (ή της Θείας Πρόνοιας) για όλους, σε μία μεγαλύτερη γεωοπολιτικά κλίμακα. Ο τύπος «εξαναγκασμός+συναίνεση» σαν πιο εκλεπτυσμένη μορφή της κυριαρχίας, επιτυγχάνεται από το δήθεν αγνό και πατρικό ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής οικογένειας και των ηγετικών της δυνάμεων για τα πιο αδύναμα μέλη της (βλ. και παρακάτω, την αναφορά στον Giovanni Arighi). Η οικογένεια νοιάζεται για τα προβλήματά τους, κατανέμει τα βάρη ώστε να πετύχει τις «ισότιμες σχέσεις» μεταξύ των μελών, τους ταΐζει «δώρα» (άδωρα) κονδύλια, σκύβει και εξερευνά τις ψυχές τους, γνωρίζει τα μυστικά τους, φιλοτεχνεί ή σκηνοθετεί τον καλύτερο δυνατό βίο τους. Οι ποιμένες ηνιοχούνε το ποίμνιο και το τελευταίο αισθάνεται πως έτσι εξασφαλίζει, από τους καθοδηγητές, τη σωτηρία του.

Κάθε οικογένεια όμως, έχει και ένα «μαύρο πρόβατο». Διάφορες «θεωρίες των ομάδων» μιλούν για το black-sheep effect, το γεγονός δηλαδή ότι το μέλος της «οικογένειας» ή κοινότητας που επισημαίνεται με αυτό το αρνητικό πρόσημο, υπόκειται σε επιθέσεις σκληρότερες ακόμη και από τις επιθέσεις αυτής της κοινότητας εναντίον των εξωτερικών εχθρών. Το μαύρο χρώμα σε ένα πρόβατο σχετίζεται με ένα γονίδιο που κατά τη γέννηση του προβάτου εκδηλώνεται διαφορετικά και έτσι προκαλείται η διαφορά στο χρώμα. Στην Αγγλία του 18ου και 19ου αιώνα, το «μαύρο πρόβατο» συνδέθηκε με το σημάδι του διαβόλου10. Ο συνδυασμός γονίδιο-μαύρο πρόβατο είναι προφανώς ο λόγος που διάφορες φασιστικές αφίσες επαναλαμβάνουν κατά καιρούς το ίδιο μοτίβο. Το «μαύρο πρόβατο» δεν είναι παρά η εσωτερίκευση του απειλητικού και ανεξέλεγκτου Εξωτερικού μέσα στην ομάδα, και η τιμωρία που πέφτει πάνω στο μαύρο πρόβατο (ή ο εξοστρακισμός του) δεν είναι παρά ο εξορκισμός του Κακού (του «διαβόλου») από την ομάδα αυτή*. Η Ελλάδα εκφασίζεται, η Ε.Ε εκφασίζεται. Το γονιδιακό ψεγάδι το φέρουν τώρα ολόκληροι λαοί, «οι Έλληνες», οι τεμπέληδες, οι διαφθαρμένοι, πόσες φορές άραγε έχουμε ακούσει όλοι μας τη φράση «είναι στο DNA του Έλληνα;»


Αποδιοπομπαίος Τράγος και Αδύναμος Κρίκος

«Η ανισομέρεια κάνει την ευρωζώνη ιδιαίτερα ευάλωτη σε «ασύμμετρες κρίσεις» (που επιδρούν διαφορετικά σε διαφορετικές οικονομίες). Για να απαλυνθεί έστω αυτό το (άλυτο) πρόβλημα, θα έπρεπε οι πιο ισχυρές οικονομίες να στηρίξουν τις πιο αδύναμες. Όμως, όταν κινδυνεύουν οι ίδιες δεν είναι διατεθειμένες να επιδοτήσουν «πτωχούς συγγενείς» και, αντίθετα, τους φορτώνουν στυγνά τα δικά τους βάρη. Για αυτό, αντί η δημοσιονομική κρίση να πλήξει τους βασικούς ενόχους, επιλέχθηκαν τα «γουρούνια»…ως αποδιοπομπαίοι τράγοι. Η Ελλάδα μπήκε παραδειγματικά στο εδώλιο και έτσι το κόστος δανεισμού της πήρε τοκογλυφικές διαστάσεις (προς όφελος ιδιαίτερα των δυτικοευρωπαϊκών τραπεζών). Όταν αυτή η επιπρόσθετη υπερχρέωση έφθασε στα όριά της και τέθηκε σε κίνδυνο η ίδια η ΟΝΕ τότε της επιβλήθηκε το Μνημόνιο Ε.Ε-Δ.Ν.Τ. Δηλαδή δόθηκαν κεφάλαια από το «σκληρό πυρήνα» για την αντιμετώπιση του άμεσου προβλήματος πληρωμής των χρεών (κυρίως προς τον ίδιο) αλλά με τη μετατροπή της Ελλάδας σε οικονομικό προτεκτοράτο…Το ελληνικό κεφάλαιο συναίνεσε σε αυτή την πολιτική «εσωτερικής υποτίμησης» και «ανταγωνιστικού αποπληθωρισμού» μεταφέροντας έτσι τα βάρη στην εργασία»10.

Για τα «γουρούνια» μιλήσαμε, το ενδιαφέρον όμως εδώ είναι ότι, όπως επισημαίνει ο Σταύρος Μαυρουδέας, τα «γουρούνια» αυτά επιλέγονται σαν αποδιοπομπαίοι τράγοι από το «σκληρό πυρήνα» της Ε.Ε, ώστε να φορτωθούν τα βάρη της κρίσης της Ε.Ε και της ευρωζώνης, για την οποία οι ίδιες οι δυνάμεις του «πυρήνα» και τα κεφαλαιοκρατικά-μονοπωλιακά συμφέροντα που πρεσβεύουν ευθύνονται, στο φόντο της παγκόσμιας, δομικής καπιταλιστικής κρίσης που έφερε στην επιφάνεια και όξυνε με καταστροφικό τρόπο τις αντιφάσεις. Αξίζει να αντιληφθούμε πως τα P.I.G.S και τελικά ο αποδιοπομπαίος τράγος του ευρωπαϊκού συστήματος (πρωτίστως η Έλλαδα και ακολούθησαν η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, ενώ υπήρχε βέβαια και το ξέσπασμα της κρίσης στην Ιρλανδία), δεν είναι παρά προσωπεία που παράγονται μέσα από ένα μηχανισμό. Πίσω από τις μεταφορικές εκφράσεις και τις λέξεις, πρέπει να δούμε το «μηχανοστάσιο»11. Μας ενδιαφέρουν δηλαδή οι διαδικασίες που αναδεικνύουν «γουρούνια» «αποδιοπομπαίους τράγους» και το πώς λειτουργούν, η μηχανική τους, η συνδεσμολογία τους, και όχι απλώς μια φιλολογική ενασχόληση με τη γενεαλογία αυτής τούτης της έννοιας του «γουρουνιού» ή του «αποδιοπομπαίου τράγου» (μολονότι θα ήταν και αυτή αρκετά χρήσιμη, ιδιαίτερη στην περίπτωση του δεύτερου).

Η μελέτη των οικονομικών μηχανισμών έχει γίνει με μεγάλη ευθύτητα και αναλυτική ικανότητα από λίγους μεν, εύστοχους δε μαρξιστές οικονομολόγους, που διατηρούν την επαφή με τον μαρξισμό και τον ταξικό προσανατολισμό του, και από άλλες ομάδες ή μεμονωμένα πρόσωπα, που βρίσκονται σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Όμως πολύ συχνά η «οικονομική βάση» παρουσιάζεται αποκομμένη από τις αναδυόμενες «ιδεολογικές μορφές» και πρόχειρα συνδεδεμένη με αυτές. Ενώ δηλαδή η κρατούσα μαρξιστική ανάλυση κατά κανόνα μπορεί να εξηγήσει καλά τους μηχανισμούς που συνδέουν την οικονομία με το «νομικοπολιτικό εποικοδόμημα», υπολείπεται στην εξήγηση της σχέσης των θεμελιακών καπιταλιστικών οικονομικών εξελίξεων με τις ιδεολογικές συνέπειες που αυτές επάγουν. Για την υλιστική, διαλεκτική επαναστατική θεωρία οι συστημικές διαδικασίες που παράγουν λ.χ τις ετικέτες «P.I.GS, «μαύρο πρόβατο», «αποδιοπομπαίος τράγος» εκτυλίσσονται, συμβαίνουν ανεξάρτητα με το αν κάθε φορά οι χαρακτηρισμοί αυτοί αρθρώνονται γλωσσικά ή όχι. Βγάζουμε τα εισαγωγικά από τις λέξεις, μελετάμε τη λειτουργία. Όχι το τί σημαίνει, αλλά το πώς δουλεύει.

Θα προσπαθήσουμε να κινηθούμε στη τροχιά αυτή, διερχόμενοι από ορισμένους σημαντικούς, για το σκοπό αυτό, σταθμούς.


-Σταθμός Α: Βάση-Εποικοδόμημα και ο «καθορισμός σε τελευταία ανάλυση»

1) Μάρξ-Ένγκελς

Ο Μάρξ γράφει: «…Επωφελούμαι από την ευκαιρία για ν’αντικρούσω σύντομα μια αντίρρηση που μου έφεραν από μια γερμανικο-αμερικάνικη εφημερίδα, όταν εκδόθηκε το σύγγραμμά μου: Zur Kritik der Politischen Oekonomie” [«Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας»], 1859. Η αντίρρηση αυτή έλεγε πως η άποψή μου, ότι ο καθορισμένος τρόπος παραγωγής και οι σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν κάθε φορά σε αυτόν, με δυο λόγια: «η οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας είναι η πραγματική βάση, που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης», ότι «ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό προτσές της ζωής γενικά» (K.Μάρξ: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», Πρόλογος)-ότι όλα αυτά είναι βέβαια σωστά για το σημερινό κόσμο όπου κυριαρχούν τα υλικά συμφέροντα, ότι όμως δεν είναι σωστά ούτε για το μεσαίωνα, όπου κυριαρχούσε ο καθολικισμός, ούτε για την Αθήνα και τη Ρώμη, όπου κυριαρχούσε η πολιτική. Πρώτ’απ’όλα ξενίζει το γεγονός ότι αρέσει σε μερικούς να προϋποθέτουν ότι έμειναν άγνωστες σε κάποιον οι πασίγνωστες αυτές φλυαρίες για το μεσαίωνα και τον αρχαίο κόσμο. Ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο, ότι ο μεσαίωνας δεν μπορούσε να ζει από τον καθολικισμό και ο αρχαίος κόσμος από την πολιτική. Απεναντίας ο τρόπος που κέρδιζαν τα μέσα για τη ζωή τους εξηγεί γιατί τον κύριο ρόλο τον έπαιξε στην αρχαιότητα η πολιτική και στο μεσαίωνα ο καθολικισμός»13.

Άραγε να φανταζόταν ο Μάρξ πως αυτή η αντίρρηση την οποία «αντικρούει σύντομα», όπως λέει, σε μια απλή υποσημείωση, προδιέγραφε όλες τις μετέπειτα κριτικές προς τον μαρξισμό με επίκεντρο τη σχέση «βάσης» και «εποικοδομήματος»; Η αντίρρηση δεν ήταν μια ανοησία, όπως ήθελε μάλλον να την παρουσιάσει ο Μάρξ. Γιατί δεν ήταν καθόλου προφανές εξ αρχής ότι θα συμφωνήσει πως τον κύριο ρόλο στην «αρχαιότητα» των έπαιξε η «πολιτική» και στο «μεσαίωνα» ο «καθολικισμός». Επομένως η απορία ήταν εύλογη, το ζήτημα αυτό ο Μάρξ στον περίφημο Πρόλογο δεν το είχε ξεκαθαρίσει. Έτσι συμφωνεί πως, στην εκάστοτε ιστορική περίοδο, τον κύριο ρόλο το παίζει κάποιο στοιχείο της υπερδομής, και το ποιό στοιχείο παίζει κάθε φορά το ρόλο αυτό (εδώ πολιτική, θρησκεία) εξηγείται από τον τρόπο με τον οποίο κερδίζουν τα μέσα της ζωής τους οι άνθρωποι, δηλαδή, από τον τρόπο με τον οποίο λύνουν το πρόβλημα της επιβίωσής τους.

Είκοσι περίπου χρόνια μετά, το 1890, και έχοντας μεσολαβήσει ο θάνατος του Μάρξ, ο Φ.Ένγκελς με γράμμα του στον Μπλοχ προσπαθεί και αυτός να αποσαφηνίσει το ζήτημα. «Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία είναι σε τελευταία ανάλυση η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μάρξ ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δεν λέει τίποτα». Όλα τα στοιχεία του εποικοδομήματος, θρησκευτικές, νομικές, ιδεολογικές κλπ μορφές, «ασκούν και αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους. Είναι μια αλληλεπίδραση όλων αυτών των στοιχείων, μέσα στην οποία επιβάλλεται σε τελευταία ανάλυση, σαν αναγκαιότητα, η οικονομική κίνηση μέσα από το ατέλειωτο πλήθος των συμπτώσεων…διαφορετικά, η εφαρμογή της θεωρίας σε μιαν οποιαδήποτε περίοδο της ιστορίας θα ήταν, μα την αλήθεια, ευκολότερη από τη λύση μιας απλής πρωτοβάθμιας εξίσωσης»14

Ο Ένγκελς διατυπώνει το νόμο του «σε τελευταία ανάλυση» καθορισμού από την οικονομία. Βάσει και του αποσπάσματος του Κάρλ Μάρξ, βλέπουμε το φαινομενικά «παράδοξο»: άλλο το καθοριστικό-σε-τελευταία-ανάλυση στοιχείο (η οικονομία, ή ο «τρόπος με τον οποίο λύνουν το πρόβλημα της επιβίωσής τους» οι άνθρωποι), και άλλο το κύριο (πολιτική, θρησκεία κλπ), και την εξήγηση του δεύτερου πρέπει να την αναζητήσουμε στο πρώτο.
Πώς όμως μπορούμε να το εξηγήσουμε αυτό;

2) Αλτουσέρ

Ο Λουί Αλτουσέρ διακρίνει λοιπόν το «καθοριστικό-σε-τελευταία-ανάλυση» από τη δεσπόζουσα της κοινωνικής δομής. Το πρώτο είναι η οικονομία, το δεύτερο το στοιχείο της υπερδομής που έχει «το κύριο ρόλο». Το ποια είναι η δεσπόζουσα/κυρίαρχη δομή μεταβάλλεται (μετατιθέμενο κέντρο) ανάλογα με τις διαφορικές σχέσεις όλων των στοιχείων της δομής, σε τελευταία ανάλυση όμως αυτή καθορίζεται από την οικονομία.

«Η κυριαρχία μιας δομής, για την οποία μας δίνει εδώ ένα παράδειγμα ο Μάρξ (κυριαρχία μιας μορφής παραγωγής, π.χ της βιομηχανικής παραγωγής επί της απλής εμπορευματικής, κ.λπ*), δεν μπορεί να αναχθεί στην υπεροχή ενός κέντρου, όπως και η σχέση των στοιχείων προς τη δομή δεν μπορεί να αναχθεί στην εκφραστική ενότητα της εσώτερης ουσίας και των φαινομένων της. Η ιεραρχία αυτή δεν αντιπροσωπεύει παρά την ιεραρχία της δραστικότητας ανάμεσα στα διάφορα «επίπεδα» ή βαθμίδες του κοινωνικού όλου. Επειδή καθένα από τα επίπεδα είναι επίσης δομημένο, η ιεραρχία αυτή αντιπροσωπεύει την ιεράρχηση, το βαθμό και το δείκτη της δραστικότητας ανάμεσα στα διάφορα δομημένα επίπεδα που είναι παρόντα στο όλο: είναι η ιεραρχία της δραστικότητας μιας κυρίαρχης δομής στις εξαρτημένες δομές και τα στοιχεία τους…η ‘’κυριαρχία’’ μιας δομής επί των άλλων στην ενότητα μιας συγκυρίας νοείται σε αναφορά προς την αρχή του «σε τελική ανάλυση» καθορισμού των μη οικονομικών δομών από την οικονομική δομή. Αυτός ο «σε τελική ανάλυση καθορισμός» αποτελεί την απόλυτη προϋπόθεση της αναγκαιότητας και της νοησιμότητας των μετατοπίσεων που υφίστανται οι δομές στην ιεράρχηση της δραστικότητας, ή της μετατόπισης της «κυριαρχίας» ανάμεσα στα δομημένα επίπεδα του όλου. Μόνον αυτός ο «σε τελική ανάλυση καθορισμός» μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τον αυθαίρετο σχετικισμό των παρατηρούμενων μετατοπίσεων, δίνοντας σ’αυτές τις μετατοπίσεις την αναγκαιότητα μιας λειτουργίας»15

Το κάθε επίπεδο της κοινωνικής δομής έχει μια «σχετική αυτονομία»:

«Η ιδιαιτερότητα αυτών των χρόνων και ιστοριών είναι συνεπώς διαφορική, εφόσον στηρίζεται στις διαφορικές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων επιπέδων μέσα στο όλο: ο τρόπος και ο βαθμός ανεξαρτησίας κάθε χρόνου και κάθε ιστορίας καθορίζονται λοιπόν αναγκαία από τον τρόπο και τον βαθμό εξάρτησης κάθε επιπέδου στο σύνολο των συναρθρώσεων του όλου. Συνεπώς η κατανόηση της «σχετικής» αυτονομίας μιας ιστορίας και ενός επιπέδου δεν σημαίνει ποτέ ότι περιοριζόμαστε στην κατάφαση της ανεξαρτησίας στο κενό, ούτε και στην απλή άρνηση της εξάρτησης καθ’εαυτήν»16

Ο Αλτουσέρ, έχοντας κατασκευάσει ένα μοντέλο για την κοινωνική δομή, με μετατοπιζόμενη τη δεσπόζουσα και καθορισμό σε τελευταία ανάλυση από την οικονομία, τώρα μπορεί αναλύσει τη θεωρία του Λένιν για τον «αδύναμο κρίκο»:

«Το να βεβαιώνουμε συνεπώς ότι η αντίφαση είναι κινητήρια δύναμη, σημαίνει, από την άποψη της μαρξιστικής θεωρίας, ότι βεβαιώνουμε πως η αντίφαση εγκλείει μια πραγματική πάλη, πραγματικές αντιπαραθέσεις που τοποθετούνται σε συγκεκριμένους τόπους της δομής του σύνθετου όλου. Σημαίνει συνεπώς ότι βεβαιώνουμε πως ο τόπος της αντιπαράθεσης μπορεί να μεταβάλλεται σύμφωνα με την εκάστοτε παρούσα σχέση των αντιφάσεων μέσα στη δομή με δεσπόζουσα. Σημαίνει ότι βεβαιώνουμε πως η συμπύκνωση της πάλης σε ένα στρατηγικό τόπο είναι αδιαχώριστη από τη μετάθεση της δεσπόζουσας μεταξύ των αντιφάσεων. Ότι τα οργανικά αυτά φαινόμενα μετάθεσης και συμπύκνωσης αποτελούν την ίδια την ύπαρξη της «ταυτότητας των αντιθέτων», έως ότου τα φαινόμενα αυτά παραγάγουν τη σφαιρικά ορατή μορφή της μεταβολής ή του ποιοτικού άλματος που επικυρώνει την επαναστατική στιγμή της ανασυγκρότησης του όλου. Ξεκινώντας απ’αυτό το σημείο είναι δυνατό να εξηγήσουμε την κεφαλαιώδη για την πολιτική πρακτική, διάκριση μεταξύ των διαφορετικών στιγμών μιας διαδικασίας: μη-ανταγωνισμός (σ.σ διαφορικότητα), «ανταγωνισμός» και «έκρηξη». Η αντίφαση, λέει ο Λένιν, λειτουργεί πάντα, στην οποιαδήποτε στιγμή. Οι τρεις αυτές στιγμές συνεπώς δεν είναι παρά τρεις μορφές ύπαρξής της. Θα χαρακτήριζα αβίαστα την πρώτη στιγμή σαν τη στιγμή που ο επικαθορισμός της αντίφασης υπάρχει με τη δεσπόζουσα μορφή της μετάθεσης (ή «υπαλλακτική» μορφή αυτού που στην καθιερωμένη έκφραση χαρακτηρίστηκε «ποσοτικές αλλαγές» στην ιστορία ή στην θεωρία).τη δεύτερη σαν τη στιγμή όπου ο επικαθορισμός υπάρχει με τη δεσπόζουσα μορφή της συμπύκνωσης (οξυμένες ταξικές συγκρούσεις στην περίπτωση της κοινωνίας, θεωρητική κρίση στην επιστήμη, κλπ) και την τελευταία, σαν την επαναστατική έκρηξη (στην κοινωνία, στη θεωρία κλπ), σαν τη στιγμή της ασταθούς σφαιρικής συμπύκνωσης που προκαλεί την αποδιάρθρωση και την αναδιάρθρωση του όλου, μια σφαιρική δηλαδή ανασυγκρότηση του όλου πάνω σε βάση ποιοτικά καινούργια»17

«Η συμπύκνωση της πάλης σε ένα στρατηγικό τόπο είναι αδιαχώριστη από τη μετάθεση της δεσπόζουσας μεταξύ των αντιφάσεων». Στη πραγματικότητα, η άλλη όψη της «δεσπόζουσας» στην κοινωνική δομή, είναι ο «στρατηγικός τόπος» που αποτελεί το «κομβικό, στρατηγικό σημείο, μέσα στο οποίο αντανακλάται το σύνθετο όλο» στις αντιφάσεις του (σελ 214-215). Η πολιτική ασκείται πάνω σε αυτό το «κομβικό σημείο», που συμπυκνώνει τις αντιφάσεις της σύνθετα διαρθρωμένης δομής. Το «κομβικό σημείο» ή ο «αδύναμος κρίκος» δεν είναι παρά η αντίστροφη όψη της εκάστοτε «δεσπόζουσας», γιατί και τα δύο αντανακλούν τις διαφορικές σχέσεις της κοινωνικής δομής.
Θα δούμε στη συνέχεια γιατί η λύση αυτή του Λ.Αλτουσέρ είναι ανεπαρκής.

Η Ρωσία στην εποχή του Λένιν, όπως άλλωστε τον τσιτάρει ο Αλτουσέρ, αντιπροσώπευε ακριβώς αυτόν τον πιο «αδύναμο κρίκο» στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, για αυτό και δεν ήταν παρά ο «αδύναμος κρίκος», το κομβικό σημείο άσκησης της πολιτικής όπως προέκυπτε σε τελευταία ανάλυση από τις οικονομικές καπιταλιστικές σχέσεις.

γ) Λένιν

Ας δούμε τι λέει ο ίδιος ο Λένιν για τον «αδύναμο κρίκο».

Στον Λένιν συναντάμε τη θεωρία του ασθενούς κρίκου με δύο σημασίες:

1) Η πρώτη έχει να κάνει με το έθνος-κράτος εκείνο που είναι ο «αδύναμος κρίκος» στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, συμπυκνώνοντας σε μια εκρηκτική ενότητα (επικαθορισμένη από τις ιστορικές συνθήκες) τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Την εικόνα της «αλυσίδας» τη συναντάμε στον «ιμπεριαλισμό», για παράδειγμα στο παρακάτω απόσπασμα:
 «Η Αγγλία πήρε σε αντάλλαγμα εμπορικά προνόμια, εξασφάλισε καλύτερους όρους για την εξαγωγή εμπορευμάτων και κυρίως για την εξαγωγή κεφαλαίου στην Πορτογαλία και τις αποικίες της, τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα λιμάνια και τα νησιά της Πορτογαλίας, τα καλώδιά της κλπ κ.ο.κ. Τέτοιου είδους σχέσεις ανάμεσα σε διάφορα μεγάλα και μικρά κράτη υπήρχαν πάντα, στην εποχή όμως του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού γίνονται γενικό σύστημα, αποτελούν μέρος του συνόλου των σχέσεων του «μοιράσματος του κόσμου», μετατρέπονται σε κρίκους της αλυσίδας των πράξεων του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου»18

2) Η δεύτερη έχει να κάνει με τον αδύναμο κρίκο της πολιτικής συγκυρίας μέσα στον ίδιο κοινωνικοικονομικό σχηματισμό:

«Κάθε «ζήτημα στριφογυρίζει μέσα σε φαύλο κύκλο», γιατί ολόκληρη η πολιτική ζωή είναι μια ατελεύτητη αλυσίδα που αποτελείται από μια ατελεύτητη σειρά κρίκων. Όλη η τέχνη του πολιτικού είναι να βρει και να πιαστεί, όσο μπορεί πιο γερά, από τον κρίκο που είναι λιγότερο πιθανόν να του τον πάρουν από τα χέρια, από τον κρίκο που είναι ο σπουδαιότερος στη δοσμένη στιγμή, από τον κρίκο που εγγυάται περισσότερο από καθετί άλλο στον κάτοχό του την κατοχή ολόκληρης της αλυσίδας. Αν είχαμε μια ομάδα από έμπειρους χτίστες που να δουλεύουν τόσο αρμονικά, ώστε να μπορούν και χωρίς νήμα να βάζουν τις πέτρες εκεί που χρειάζεται (αυτό δεν είναι τελείως αδύνατο, αν μιλήσουμε αφηρημένα), τότε θα μπορούσαμε ίσως να πιαστούμε και από έναν άλλο κρίκο. Το κακό, όμως, είναι ότι δεν έχουμε ακόμα έμπειρους χτίστες που να δουλεύουν αρμονικά, ότι οι πέτρες τοποθετούνται συχνά εκεί που δε χρειάζεται καθόλου, ότι δεν τοποθετούνται σ’ένα κοινό νήμα, αλλά τόσο σκόρπια, που να τις σαρώσει ο εχθρός μ’ένα φύσημα, σαν να μην ήταν πέτρες, αλλά κόκκοι άμμου»20.

Παραπάνω ο Λένιν αναφέρεται στην πολιτική κατάσταση της Ρωσίας της εποχής του. Όμως, όπως προσδιορίζει τη «τέχνη του πολιτικού», μας παραπέμπει ταυτόχρονα και στη πρώτη σημασία του αδύναμου κρίκου. Πράγματι, στο επίπεδο των διεθνικών σχέσεων μεταξύ των καπιταλιστών, και μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, η τέχνη του πολιτικού έγκειται ακριβώς στον εντοπισμό του στρατηγικού, κομβικού σημείου, στον εντοπισμό του ευάλωτου σημείου, του αδύναμου κρίκου της αλυσίδας που, συμπυκνώνοντας όλες τις αντιφάσεις της, είναι εκείνος τον οποίο αν «τραβήξει» το επαναστατικό υποκείμενο, μπορεί να αποδιαρθρώσει το σύστημα. Τόσο το ιμπεριαλιστικό σύστημα όσο και το εθνικό-αστικό σύστημα, έχουν έναν αδύναμο κρίκο. Και στα δύο επίπεδα, στο εθνικό και στο διεθνικό, η πολιτική ζωή είναι μια ατελεύτητη σειρά κρίκων, μια άπειρη διαμεσολάβηση του ενός από τον άλλο, κ.ο.κ. Αυτή η απειρία πρέπει να κυριαρχείται από το επαναστατικό υποκείμενο και όχι να το κυριαρχεί, βυθίζοντάς το σα μια χαώδη περί του όλου αντίληψη.  Σε κάθε ιστορική στιγμή, πρέπει να βλέπουμε μια δεσπόζουσα και έναν αδύναμο κρίκο.

δ) Ο Χέγκελ

Η πολιτική (κυρίως πολιτική) επιλογή του Λουί Αλτουσέρ ήταν να εξαλείψει κάθε είδος εγελιανισμού από το σώμα του μαρξισμού, έναντια στον λεγόμενο ‘’ορθόδοξο’’ μαρξισμό της εποχής αλλά και σε ηγετικά στελέχη του γαλλικού ΚΚ. Και αν μπορούμε να του δώσουμε μια σχετική «άφεση αμαρτιών» για την «εξάλειψη» αυτή στη δική του, ιστορική συγκυρία, ο γράφων έχει κουραστεί πολύ με τις γαλλικής κυρίως προέλευσης καρικατούρες της εγελιανής-διαλεκτικής σκέψης (πλάι στις καρικατούρες του εγχειριδιακού μαρξισμού). Η επαναστατική-ταξική θεωρία για το μαρξισμό, είναι διαλεκτική. Έτσι θα προχωρήσουμε, από εδώ και ύστερα.

Η εικόνα της «αλυσίδας» στον Β.Ι.Λένιν θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση. Από πού προκύπτει, ποια λογική εξυπηρετεί. Και αν θα έπρεπε να αναζητήσουμε ένα διαλεκτικό αντίστοιχο στην «αλυσίδα», ξέροντας πόσο ο Λένιν ασχολήθηκε στα Φιλοσοφικά Τετράδια με την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ, ποιο θα ήταν αυτό;

H εικόνα της αλυσίδας απαντάται, τουλάχιστον μία φορά, και στον Χέγκελ:
 «Τα άτομα είναι, ως πολίτες αυτού του κράτους, ιδιώτες, που έχουν το συμφέρον τους ως σκοπό. Αφού αυτός διαμεσολαβείται διά του γενικού, που τους φαίνεται έτσι ως μέσον, μπορεί να επιτευχθεί από αυτούς, μόνο στο βαθμό που προσδιορίζουν τη βούληση, θέληση και πράξη τους με γενικό τρόπο και καθίστανται κρίκος αυτής της αιτιακής αλυσίδας»21

Στο μυαλό του Αλτουσέρ, η εγελιανή «ολότητα» δουλεύει με το σχήμα πυρήνας-τσόφλι (ουσία-φαινόμενο), και διαφέρει από το μαρξικό «σύνθετο, διαρθωμένο, δομημένο όλο». Η εικόνα της «αλυσίδας» που βλέπουμε στον Χέγκελ μάλλον σε κάτι πιο σύνθετο από το πυρήνας-τσόφλι μας παραπέμπει.

Μάλιστα, και ο Λένιν αναφέρεται στην αλυσίδα ως μια σειρά ατέρμονων αιτιωδών σχέσεων. Το ονομάσαμε αυτό «άπειρη διαμεσολάβηση». Στο απόσπασμα από τη Φιλοσοφία του Δικαίου τα «στοιχεία» της δομής είναι τα άτομα, που δεν είναι παρά κρίκοι μιας αλυσίδας, στο βαθμό που προσδιορίζουν τη βούληση, τη θέληση και τη πράξη τους με γενικό τρόπο. Οι «διαφορικές σχέσεις» της δομής μπορούν να θεωρηθούν μια διαμεσολάβηση των στοιχείων της δομής από την ίδια.
Μπορούμε τώρα να προσπαθήσουμε να ανασυστήσουμε με «εγελιανό» τρόπο τη Δομή, είτε αυτή είναι ένας εθνικός σχηματισμός είτε ένα ιμπεριαλιστικό σύστημα, βασιζόμενοι στον κοινό παρονομαστή των δύο επιπέδων που βλέπουμε στον Λένιν.

Θα πούμε ότι κάθε Δομή (ή Σύστημα), είναι μια διαμεσολάβηση των στοιχείων της. Η «Ουσία» είναι η δομική σχέση αυτών των στοιχείων, η διαμεσολάβηση των στοιχείων της Δομής που δεν είναι παρά αυτοδιαμεσολάβηση (όπως λέει και ο Αλτουσέρ, η Δομή δεν είναι παρά η συνάρθρωση των στοιχείων της, και αντίστροφα, τα στοιχεία της δεν είναι παρά στοιχεία της Δομής). Η διαμεσολάβηση όμως, καθώς είναι πάντα η αρνητική διαμεσολάβηση μιας αμεσότητας-θετικότητας, διχάζεται στα δύο. Για να αρνείται τον εαυτό της, πρέπει να είναι Αρνητικότητα. Αλλά για να είναι Αρνητικότητα ασκούμενη πάνω στον εαυτό της, πρέπει ταυτόχρονα να τίθεται και σαν μια Θετικότητα. Η διαμεσολάβηση-ουσία έτσι είναι μια σχέση ενός πολλαπλού-Είναι (στοιχεία) η οποία αναδιπλώνεται σε μια καθαρή θετικότητα, που αντιπροσωπεύει την καθαρή κατάφαση της Δομής στον εαυτό της, και καθαρή αρνητικότητα, που αντιπροσωπεύει την καθαρή άρνηση της Δομής από τον εαυτό της. Η καθαρή θετικότητα και η καθαρή αρνητικότητα είναι αναγκαία ψεύδη (ή «ζωτικά ψεύδη», για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του Νίτσε). Το ένα σχετίζεται με το άλλο και δεν υπάρχει απόλυτη «καθαρότητα» κανενός, από την άλλη όμως πρέπει να νοηθούν ως «καθαρά» άκρα για να συλλάβουμε τη διαμεσολαβητική σχέση. Πιο απλά, για να νοήσω τη σχέση πρέπει να νοήσω δυο όρους που συνάπτονται συλλογιστικά. Οι όροι αυτοί είναι στοιχεία της δομής σαν όλα τα άλλα, ταυτόχρονα όμως είναι και ιδιαίτερα στοιχεία, αφού αντιπροσωπεύουν το ένα την καθαρή θετικότητα και το άλλο την καθαρή αρνητικότητα. Δεν είναι παρά όψεις του ίδιου, της ίδιας της αναγκαιότητας της δομικής σχέσης να μείνει ταυτή με τον εαυτό της. Σαν αναγκαία και «κατά συνθήκη» ψεύδη ώστε να υπάρξει η Δομή, για να μπορεί υπάρξει η άπειρη διαμεσολάβηση σαν δομική ενότητα (με όρια εσωτερικού-εξωτερικού), οι δύο αυτοί ιδιαίτεροι, δίπλα στους άλλους, όροι, δεν είναι παρά δύο ομοιώματα της ίδιας της διαμεσολαβητικής σχέσης. Το ένα ομοίωμα είναι αυτό που συμβολίζει την καθαρή κατάφαση, το όλον της σχέσης, και το άλλο την καθαρή άρνηση, το μη όλον, την έλλειψη της σχέσης22 .

Για να μιλήσουμε σαφέστερα.

Η δεσπόζουσα μιας δομής είναι εκείνο της το στοιχείο που κυριαρχεί. Και κυριαρχεί γιατί, ενώ δεν είναι παρά ένα από τα στοιχεία της δομής, δηλαδή ένας κρίκος, παρουσιάζεται σαν ο εγγυητής της ολότητας της δομής, παρουσιάζεται/ενσαρκώνει δηλαδή τη καθαρή της κατάφαση, τη πληρότητα/ολότητα παρουσίας της δομικής σχέσης μέσα στη δομή. Πρόκειται για το στοιχείο που ηγεμονεύει. Είναι ο μονάρχης στον Χέγκελ, ή ο δεσπότης στον «ασιατικό τρόπο παραγωγής» του Μάρξ που ενσαρκώνει την «υπερέχουσα ενότητα».Όμως μπορούμε να σκεφτούμε ότι ο ηγεμόνας δεν είναι πρόσωπο, αλλά μία από τις δομές ή υποσυστήματα του συστήματος (δεσπόζουσα).  Από την άλλη μεριά, ο «αδύναμος κρίκος» της δομής είναι εκείνο της το στοιχείο το οποίο, ενώ δεν είναι παρά ένα στοιχείο δίπλα στα άλλα, παρουσιάζεται σαν το κατεξοχήν αρνητικό της δομής μέσα στη δομή, «συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις» ενώ δεν «ανήκουν» σε αυτό ως τέτοιο, οι αντιφάσεις είναι ολόκληρης της δομής. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζεται/ενσαρκώνει την καθαρή αρνητικότητα της Δομής, την απουσία/έλλειψη της δομικής σχέσης μέσα στη δομή.

Από τη μία τα δύο αυτά «ακραία» στοιχεία, ο ηγεμονικός/δεσπόζον και ο ασθενής κρίκος, δεν είναι παρά στοιχεία της αλυσίδας, από την άλλη είναι ιδιαίτερα ανάμεσα στα άλλα, γιατί ενσαρκώνουν την ολότητα και την έλλειψή της αντίστοιχα.

Η λενινιστική Πολιτική Παρέμβαση έγκειται στο να «χτυπήσει» κανείς το στρατηγικό, κομβικό σημείο της αλυσίδας που συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις, όλη την αρνητικότητα, την αστάθεια, την έλλειψη συνοχής της δομής. Στη πραγματικότητα, η δεσπόζουσα, ενώ κυριαρχεί σε όλα τα στοιχεία της δομής, εξαρτάται η ίδια από τον «αδύναμο κρίκο» που συμπυκνώνει τις αντιφάσεις, εξαρτά την ηγεμονία της από την ύπαρξη αυτού του αδύναμου κρίκου. Όπως είπαμε, τα ομοιώματα της καθαρής καταφατικότητας/ολότητας και της καθαρής αρνητικότητας/έλλειψης δεν είναι παρά ανεστραμμένες όψεις του ίδιου. Τί καθορίζει όμως ποιά είναι η δεσπόζουσα κάθε φορά και ποιός ο αδύναμος κρίκος, δηλαδή σε ποιό στοιχείο της δομής κατανέμεται πλεοναστικά η παραγόμενη (από το σύστημα/δομή) ισχύς και σε ποιό ελλειμματικά; Η απάντηση που μέχρι τώρα έχουμε δώσει (σύμφωνα με τον Αλτουσέρ), είναι η «οικονομική βάση», «σε τελευταία ανάλυση». Το πρόβλημα της απάντησης αυτής είναι πως βάζει στο ίδιο επίπεδο, ως έναν ακόμη κρίκο της αλυσίδας, εκείνο το μηχανισμό που καθορίζει ποιός κρίκος θα είναι ο ηγεμονικός και ποιος ο αδύναμος. Δηλαδή το παράδοξο είναι πως, αν η οικονομική δομή καθορίζει ποιά δομή θα είναι η κατεξοχήν κυρίαρχη και ποιά η κατεξοχήν εξαρτημένη, γιατί να μην είναι η ίδια η κυρίαρχη;

Πρέπει ο παράγοντας-μηχανισμός που καθορίζει ποιός είναι ο «δεσπόζων» κρίκος στην αλυσίδα των κρίκων και ποιός ο «ελλειμματικός», να μη βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τους κρίκους, σαν ένας ακόμη κρίκος στην αιτιακή αλυσίδα τους. Μιλάμε για ένα μηχανισμό ο οποίος είναι «βαθύτερος», δηλαδή καθοριστικός «σε τελευταία» και όχι σε «πρώτη, δεύτερη, τρίτη» (επί των κρίκων) ανάλυση.


-Σταθμός Β: Το ενεργειακό πρόβλημα σαν καθορισμός «σε τελευταία ανάλυση»

Θα προτείνουμε για το παραπάνω ζήτημα την εξής λύση: Εκείνο που σε όλα τα κοινωνικά συστήματα καθορίζει ποιός θα είναι ο «ηγεμονικός» και ποιός ο «αδύναμος κρίκος», είναι το ενεργειακό-υλικό πρόβλημα του συστήματος. Το πρόβλημα αυτό δεν είναι παρά εκείνο της σχέσης του (κοινωνικού) συστήματος με το περιβάλλον. Έχει δίκιο ο Μάρξ, όταν λέει πως οι αρχαίοι Αθηναίοι, οι Ρωμαίοι κ.ο.κ, έπρεπε «πρώτα» να φάνε. Η ενέργεια είναι αναγκαίος όρος της ύπαρξης κάθε συστήματος. Όμως κάθε κοινωνία λύνει το πρόβλημα διαφορετικά, γιατί το ίδιο πρόβλημα, το ενεργειακό-υλικό πρόβλημα, επιλύεται επικαθορισμένο από τις ιστορικές συνθήκες, το ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο τίθεται. Το ίδιο βασικό, θεμελιακό πρόβλημα επιδέχεται διαφορετικών θεσμικών-συστημικών λύσεων. Αλλιώς το λύνει η Αθήνα, αλλιώς η Ρώμη, αλλιώς ο Μεσαίωνας. Και ακριβώς επειδή το ίδιο πρόβλημα επιλύεται διαφορετικά, διαφορετική είναι κάθε φορά και η δεσπόζουσα, διαφορετικός είναι και ο αδύναμος κρίκος που συμπυκνώνει-ενσαρκώνει την ίδια την αντιφατικότητα του συστήματος (την αντιφατική σχέση συστήματος-περιβάλλοντος και τη σχέση ταξικά κυρίαρχων-κυριαρχούμενων)

Επομένως, θα πούμε ότι το κοινωνικό «μηχανοστάσιο», κατά την έκφραση του Λουί Αλτουσέρ, χρειάζεται απαραίτητα ενέργεια για να υπάρξει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιλύει το ενεργειακό του πρόβλημα διαφέρει ανά ιστορικές περιόδους. Αυτό σημαίνει πως όλες οι κοινωνίες και οι άνθρωποι, πρέπει, προφανώς, να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Όμως αυτή η υλιστική θέση δεν συνεπάγεται απαραίτητα την ύπαρξη ενός λειτουργικά αυτόνομου, οικονομικού υποσυστήματος. Μπορεί η επίλυση του ενεργειακού προβλήματος να γίνεται από έναν πολιτικοθρησκευτικό θεσμό, γενικότερα ένα θεσμό που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «οικονομία» σαν σχετικά αυτόνομος δίπλα στους άλλους (βλ. Μάρξ Αθήνα-Ρώμη). Στην κεφαλαιοκρατία, η επιστημονικοτεχνική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η ιδιωτική ιδιοκτησία, η εξάπλωση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, η μεγαλύτερη συνθετότητα/πολυπλοκότητα του ενεργειακού προβλήματος κ.α, δημιουργούν ένα λειτουργικά αυτόνομο κοινωνικό υποσύστημα, το οικονομικό σύστημα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, το οποίο επωμίζεται το βάρος της «επίλυσης» του ενεργειακού προβλήματος όλης της κοινωνίας. Για αυτό το λόγο, στην κεφαλαιοκρατία, δεν είναι απλώς το ενεργειακό πρόβλημα που, όπως πάντα, είναι καθοριστικό, αλλά είναι και το οικονομικό υποσύστημα που είναι η δεσπόζουσα, το ηγεμονικό, επιβάλλοντας, κατά την επιτυχημένη έκφραση του Helmut Willke, την αναπτυξιακή του λογική στο όλον (δλδ στην κοινωνία-αυτή είναι και η ουσία της ηγεμονίας μιας κυρίαρχης δομής έναντι των υπολοίπων). Διαφορετικά μπορούμε να πούμε πως η οικονομία είναι ο master code (όρος του Fredric Jameson) της εποχής, ο κώδικας που υπερκωδικώνει, ο κώδικας που διαμεσολαβεί και μεταφράζει στη γλώσσα και τη λειτουργία του όλους τους άλλους. O master code μιας άλλης εποχής μπορεί να ήταν η θρησκεία, κ.ο.κ. Εκείνο που μας ενδιέφερε εδώ είναι το να δείξουμε πως, πέρα από τις επικοινωνιακές σχέσεις εντός του κοινωνικού συστήματος και την ιεραρχία των θεσμών μέσα σε αυτό, εκείνο που είναι «σταθερά» και το θεμελιακό πρόβλημα προς επίλυση, είναι αυτό της ενεργειακής σχέσης του συστήματος (και των ανθρώπων) με το περιβάλλον. Μάλιστα, σύμφωνα με την θεώρηση των Αντόρνο-Χορκχάιμερ που είδαμε παραπάνω, η κυριαρχική σχέση των ανθρώπων και της κοινωνίας πάνω στο (φυσικοιστορικό) περιβάλλον επανεγγράφεται ως σχέση απομύζησης «ανθρώπινων πόρων» από άλλους ανθρώπους (εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο). Άλλωστε, στις ταξικές κοινωνίες η κατώτερη τάξη δεν είναι παρά μια πρώτη ύλη, ένας πόρος, για αυτό και υποβαθμίζεται στο επίπεδο του ζωικού ή του εμπράγματου (ο δούλος είναι ομιλούν εργαλείο, ο μισθωτός εργαζόμενος «συντελεστής της παραγωγής» και «μεταβλητό κεφάλαιο»).

Συγκεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε ότι το κοινωνικό υποσύστημα που επιλύει συμβολικά και λειτουργικά το ενεργειακό πρόβλημα στην κεφαλαιοκρατία, είναι ένα λειτουργικά αυτόνομο οικονομικό υποσύστημα. Μπορούμε απλούστερα να λέμε, το Κεφάλαιο. Το Κεφάλαιο είναι ο σύγχρονος ηγεμόνας που εφαρμόζει τη γκραμσιανή φόρμουλα «εξαναγκασμός+συναίνεση» έναντι των άλλων κοινωνικών δομών, είναι ο απρόσωπος Κυρίαρχος, που επιβάλλει την αναπτυξιακή του λογική στο κοινωνικό όλον, έλκοντας τα πάντα προς τη λογική του, ποτίζοντας όλο τον κοινωνικό ιστό με τις κωδικές αξίες του. Μιλάμε για «οικονομικά και ορθολογικά υποκείμενα» παντού, μιλάμε για σεξουαλική οικονομία, μιλάμε για οικονομία στην εκπαίδευση, στην Εκκλησία, στη τέχνη, μιλάμε πολύ για τα οικονομικά του Κράτους. Με τους όρους του Πιέρ Μπουρντιέ, το οικονομικό υποσύστημα είναι εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη «αναφορική βαρύτητα» στο κοινωνικό πεδίο.
Το ζήτημα του «ηγεμόνα» θα μας απασχολήσει και παρακάτω σε ένα διαφορετικό επίπεδο, στη κλίμακα του διεθνούς έναντι του εθνικού σχηματισμού, και πιο συγκεκριμένα στη σχέση μεταξύ κρατών.


-Σταθμός Γ: Η Ε.Ε σαν κοινωνικό σύστημα

Καταλήξαμε από τα παραπάνω στο ότι, ο «αδύναμος κρίκος» κάθε κοινωνικής δομής-συστήματος-αιτιακής αλυσίδας, ο στρατηγικός τόπος της πολιτικής-ταξικής αντιπαράθεσης, είναι εκείνος που συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις, όλη την αρνητικότητα, όλη την έλλειψη ταυτότητας με τη δομή και συνοχής (έλλειψη δομικής σχέσης). Υπάρχει λ.χ κάποιος αδύναμος κρίκος στην ελληνική αστική κοινωνία, ένας κρίκος που είναι ο τακτικά και στρατηγικά καλύτερος να τον τραβήξει κανείς, και είναι στη πραγματικότητα ο τόπος που σωρεύεται, είτε αυτό συνειδητοποιείται είτε όχι, όλη η ένταση της συστημικής ανισορροπίας και της ταξικής αντίφασης. Υπάρχει επίσης ένας αδύναμος κρίκος στην «ιμπεριαλιστική αλυσίδα». Και υπάρχει ένας αδύναμος κρίκος στο ευρωπαϊκό σύστημα, αν το θεωρήσουμε στη σχετική του αυτονομία, δηλαδή ως σχετικά «κλειστό».

Έτσι θα βρούμε και στο ευρωπαϊκό σύστημα τη «δεσπόζουσα» και τον αδύναμο κρίκο. Αυτό αποκαλύπτει η «ανεστραμμένη» σχέση που λέγεται ότι υπάρχει μεταξύ των πλεονασμάτων του Βορρά και των ελλειμμάτων του Νότου. Αυτό μας λέει η «άνιση ανάπτυξη» και οι «διαφορές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου». Είπαμε ότι η δεσπόζουσα είναι αυτή που εμφανίζεται ως «εγγυητής» της συνοχής του συστήματος, επιλύοντας το ενεργειακό του πρόβλημα. Και είπαμε επίσης ότι στην κεφαλαιοκρατία το οικονομικό υποσύστημα είναι εκείνο το οποίο «επιλύει» το πρόβλημα. Από αυτά έπεται ότι η «δεσπόζουσα» του κεφαλαιοκρατικού ευρωπαικού συστήματος, εμφανίζεται ως θεσμικός εγγυητής της επίλυσης του του ενεργειακού προβλήματος της «ευρωπαϊκής κοινότητας», έχοντας το ισχυρότερο, μεταξύ των άλλων μελών, οικονομικό (υπο)σύστημα. Πράγματι, η γερμανική οικονομία χαρακτηρίζεται πολλές φορές ως «ατμομηχανή της Ευρώπης». Αλλά και η γαλλική, δευτερευόντως. Η δεσπόζουσα, όπως δεν είναι αναγκαία ένα πρόσωπο αλλά μια δομή (η οποία μπορεί να παράγει τα δικά της Πρόσωπα, τους «ηγέτες»), δεν είναι αναγκαία και ένα μοναχά αστικό σύστημα (κάποιο όμως θα είναι στην «κορυφή»). Έχουμε εδώ τον «πυρήνα» της Ε.Ε. Από την άλλη, οι «χώρες του Νότου» αναγκαία εμφανίζονται ως οι ενεργειακά-οικονομικά περιφέρειες,  ως αδύναμοι κρίκοι. Πρέπει να πούμε εδώ πως τόσο η ηγεμονία του ισχυρού κρίκου όσο και η εξάρτηση του ασθενέστερου, είναι και αλήθεια και ψέμα. Γιατί π.χ η «ατμομηχανή»-Γερμανία δεν επιλύει «μόνη» της το ενεργειακό πρόβλημα της Ε.Ε. Αυτό είναι μια αναγκαία φαινομενικότητα. Η Γερμανία σαν αστικό κράτος είναι ηγεμονεύουσα δύναμη και έχει πλεονάσματα που έχουν παραχθεί από το όλο σύστημα των αστικών παραγωγικών σχέσεων. Ως ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία, με μεγαλύτερο βαθμό ανάπτυξης, εντατικά και εκτατικά, των παραγωγικών της δυνάμεων, πράγματι επιτελεί ταχύτερα τους ενεργειακούς παραγωγικούς μετασχηματισμούς, δεν είναι όμως η «αιτία» στην οποία «χρωστούν» όλοι οι «μη-παραγωγικοί» Έλληνες, Ισπανοί, Πορτογάλοι την επιβίωσή τους, αλλά εμφανίζεται ως τέτοια στο συμβολικό-ιδεολογικό επίπεδο. Γιατί χωρίς αυτούς τους «αδύναμους κρίκους», δεν θα ήταν ηγεμονικές δυνάμεις αυτές που είναι, και το ευρωπαϊκό παραγωγικό σύστημα θα ξεχαρβαλωνόταν χωρίς αυτά τα λειτουργικά εξαρτήματά του.  Και το αντίστροφο. Οι αδύναμοι κρίκοι, και μάλιστα ο κρίκος που εμφανίζεται ως ο «κατεξοχήν» αδύναμος κρίκος, το ελληνικό σύστημα που ενσαρκώνει την έλλειψη συνοχής του ευρωπαϊκού συστήματος, συμπυκνώνοντας τις ενδοιμπεριαλιστικές και ταξικές αντιφάσεις , ο ασθενής αυτός κρίκος σωρεύει όλη την πίεση, όλη την αρνητικότητα του συστήματος, και μπορεί να σπάσει. Για αυτό είναι πράγματι το ευάλωτο, στρατηγικό σημείο.

Το ζήτημα χρειάζεται κάποια προσοχή. Μιλάμε για το ευρωπαϊκό κεφαλαιοκρατικό σύστημα θεωρώντας το μάλιστα «σχετικά» κλειστό, πλέγμα εσωτερικών πολιτικοοικονομικών και πολιτισμικών συναφειών-σχέσεων. Το ιμπεριαλιστικό σύστημα όμως είναι ευρύτερο. Και ευρύτερο είναι το παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό πεδίο, η «παγκόσμια αγορά» και ο διεθνής, πέρα από τον ευρωπαϊκό, καταμερισμός εργασίας. Έτσι, η Ελλάδα μπορεί να είναι «περιφέρεια» στην Ε.Ε και «ημιπεριφέρεια» συνολικότερα, συμμετέχοντας στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ και στον οικονομικό-μονοπωλιακό επεκτατισμό λ.χ στη Βουλγαρία. Πάντα έχει σημασία το σύστημα-αναφοράς, το σύστημα οπτικής γωνίας. Η οπτική μας γωνία χαράσσει τα όρια της κεφαλαιοκρατικής εκείνης επικράτειας την οποία εξετάζουμε ως σχετικά αυτόνομη δομή-σύστημα. Το σύστημα αυτό έχει τη δική του άνιση κατανομή πολιτικοοικονομικής ισχύς, την δική του άνιση κατανομή, στα συστημικά μέρη, της πίεσης που δέχεται από το «περιβάλλον» του (η πίεση και οι αντιφάσεις-ανισορροπίες μετατοπίζονται στον αδύναμο κρίκο).

Θεωρώ καθόλα νόμιμο να εξετάσουμε την Ελλάδα συνολικά ως μια «ημιπεριφέρεια» που πιέζεται προς τα κάτω, σύμφωνα με τη διάκριση που κάνει ο Immanuel Wallerstein23 (αν και δεν γνωρίζω τι θα έλεγε ο ίδιος για αυτό).Όμως η απάντηση μεταβάλλεται, αν δεν μιλάμε «συνολικά», αλλά με άξονα το ευρωπαϊκό σύστημα. Το ελληνικό οικονομικό σύστημα μέσα στην Ε.Ε ανήκει στην «περιφέρεια», και μάλιστα ως ο πιο αδύναμος κρίκος.

Η ανεστραμμένη όψη αυτού του κρίκου είναι η κεφαλαι-κρατική οντότητα που αποτελεί, στο ευρωπαικό πεδίο, την ηγέτιδα δύναμη. Μπορούμε νομίζω εδώ να στηριχτούμε στον Giovanni Arrighi. Ο Giovanni Arrighi αναπτύσσει την έννοια της παγκόσμιας ηγεμονίας ως ηγεμονίας ενός κράτος σε ένα σύστημα κρατών, εμπνεόμενος από τις σχετικές επεξεργασίες του Αντόνιο Γκράμσι. Το ηγεμονικό κράτος «μπορεί να ασκήσει λειτουργίες καθοδήγησης και διακυβέρνησης πάνω σε ένα σύστημα κυρίαρχων κρατών»24. Η καθοδήγηση αυτή δεν είναι γυμνή βία αλλά εξαναγκασμός+συναίνεση, σύμφωνα με την κωδικοποίηση του μακιαβελικού «ηγεμόνα» που κάνει ο Γκράμσι. Ο Arrighi γράφει (σελ 28, στο ίδιο) πως σε αντίθεση με τη κυριαρχία που είναι εννοιολογικά δεμένη με τον εξαναγκασμό, «η ηγεμονία θα νοηθεί σαν η επιπρόσθετη δύναμη που συσσωρεύεται σε μια κυρίαρχη ομάδα εξαιτίας της ικανότητάς της να τοποθετεί όλα τα ζητήματα γύρω από τα οποία μαίνονται συγκρούσεις σε ένα «καθολικό» πλάνο». Ο Arrighi μεταφέρει αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο θεωρώντας πως οι ατομικές μονάδες είναι τα κράτη και ηγεμόνας κάποιο κράτος που αναδύεται μεταξύ αυτών ως η κατευθύνουσα δύναμη. Aκολουθείται εδώ η εγελιανή λογική της καθαρής θετικότητας και καθαρής αρνητικότητας που ήδη εκθέσαμε, όταν αναφερόμασταν στο αποτέλεσμα μιας δομικής διαδικασίας να έχει δεσπόζουσα και αδύναμο κρίκο, πλεοναστικότητα και έλλειψη.

Πιστεύω λοιπόν πως όλη η κουβέντα περί εξάρτησης-αλληλεξάρτησης κ.ο.κ, έχει συσκοτίσει το πραγματικό ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι μια δυναμική, ιστορική και εμπειρική έρευνα και θεώρηση, τουλάχιστον στα δύο παραπάνω, διακριτά επίπεδα. Το αν η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική ή όχι, με αναφορά το παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό πεδίο, είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Ωστόσο, είναι κάτι παραπάνω από πρόδηλο πως τουλάχιστον στην Ε.Ε και τη ζώνη του ευρώ, το ελληνικό αστικό σύστημα είναι «αδύναμος κρίκος». Θα επιστρέψουμε στο κρίσιμο αυτό ζήτημα όταν θα κληθούμε να βγάλουμε κάποια συνολικά συμπεράσματα.


-Σταθμός Δ: «Αδικία» και «Χρέος» στον αδύναμο κρίκο

Για την «καθυστερημένη ανάπτυξη» της Γερμανίας της εποχής του, μιας Γερμανίας στην οποία επιβιώνει το «παλαιό καθεστώς» (ancient regime) και για αυτό έχει μοιραστεί «τα βάσανα» και όχι «τις χαρές», την «ευρωπαϊκή παρακμή» και όχι την ευρωπαϊκή χειραφέτηση, ο Μάρξ γράφει «…Η Γερμανία-δηλαδή η ενσάρκωση της ανεπάρκειας της παρούσας πολιτικής πραγματικότητας-δεν θα μπορέσει να γκρεμίσει τα ειδικά γερμανικά φράγματα χωρίς να γκρεμίσει και το γενικό φράγμα της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας»[…] «Μόνο στο όνομα των γενικών δικαιωμάτων της κοινωνίας μια επί μέρους τάξη μπορεί να διεκδικήσει τη γενική κυριαρχία. Για να μπορέσει να καταλάβει με έφοδο τη θέση αυτή του ελευθερωτή, και από κει να καταφέρει να εκμεταλλευτεί πολιτικά όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας προς όφελος της δικής της, η επαναστατική δραστηριότητα και το αίσθημα της διανοητικής της αξίας δεν αρκούν. Για να εναρμονιστούν η επανάσταση ενός λαού και η χειραφέτηση μιας επί μέρους τάξης της κοινωνίας, για να μπορέσει ένα από τα κοινωνικά της σύνολα να περάσει για το σύνολο της κοινωνίας, πρέπει, αντίθετα, όλα τα ελαττώματα της κοινωνίας να συγκεντρώνονται σε μια άλλη τάξη, πρέπει ένα συγκεκριμένο στρώμα να είναι υποκείμενο γενικού σκανδάλου, η ενσάρκωση του γενικού φραγμού, πρέπει μια ιδιαίτερη κοινωνική σφαίρα να προσωποποιεί το διαβόητο έγκλημα ολόκληρης της κοινωνίας, έτσι ώστε να απελευθέρωση από τη σφαίρα αυτή να φαίνεται και σαν αυτοαπελευθέρωση από τις αλυσίδες. Για να μπορέσει μια κοινωνική σφαίρα να γίνει η απελευθερωτική par excellence σφαίρα πρέπει, αντίστροφα, μια άλλη σφαίρα να είναι εκείνη που υποδουλώνει» […] «Όμως, σε κάθε επί μέρους τάξη στη Γερμανία, λείπει όχι μόνο η συνέπεια, η δηκτικότητα, το θάρρος και ο κυνισμός που θα μπορούσαν να τις κάνουν αρνητικούς εκπροσώπους της κοινωνίας. Λείπει…η επαναστατική εκείνη τόλμη που αυθαδιάζει κατάμουτρα στον αντίπαλο: Δεν είμαι τίποτα και θαπρεπε να είμαι το παν»[…] «Ο ρόλος του απελευθερωτή περνά, λοιπόν, μέσα από μια δραματική κίνηση, με τη σειρά στις διάφορες τάξεις του γαλλικού λαού, πριν φτάσει, τέλος, στην τάξη που πραγματώνει την κοινωνική ελευθερία, όχι πια υποθέτοντας σαν υπαρκτές μερικές εξωτερικές στον άνθρωπο (αν και διαμορφωμένες από την ανθρώπινη κοινωνία) προϋποθέσεις, αλλά αντίθετα οργανώνοντας όλους τους όρους της ανθρώπινης ύπαρξης ξεκινώντας από την κοινωνική ελευθερία»25

Βλέπουμε ήδη στις παραπάνω αναφορές του Μάρξ το γενικό περίγραμμα της θεωρίας του «αδύναμου κρίκου». Όχι σε κάποια ιμπεριαλιστική αλυσίδα, αλλά αυτό δεν μας ενδιαφέρει, αφού έχουμε δει πως η «λογική των κρίκων» αφορά και άλλα συστήματα (βλ. τη δεύτερη σημασία που δίνει στην έννοια του αδύναμου κρίκου ο Λένιν). Μάλιστα, οι αναφορές του Μάρξ κινούνται και στα δύο μεγάλα γεωγραφικά επίπεδα, και στις δύο κλίμακες. Η Γερμανία «ενσαρκώνει την πολιτική ανεπάρκεια», δηλαδή την «έλλειψη» ή αλλιώς τις αντιφάσεις της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής, ανήκοντας μεν στο «νέο» κόσμο της αστικής κοινωνίας, δίχως όμως να έχει ανέβει «τα ενδιάμεσα σκαλοπάτια», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Μάρξ. Από τον αδύναμο κρίκο στο «διεθνικό», ας το πούμε έτσι, επίπεδο, όπου οι κρίκοι είναι έθνη-κράτη, ο Μάρξ περνάει στο εσωτερικό του αδύναμου κρίκου-έθνους/Κράτους, στο εσωτερικό της Γερμανίας, και αναζητάει τώρα, θα μπορούσαμε να πούμε, τον αδύναμο κρίκο του αδύναμου κρίκου, δηλαδή αναζητάει το ποιό κοινωνικό στρώμα ενσαρκώνει την έλλειψη, τις αντιφάσεις του γερμανικού κοινωνικού συστήματος. Το προλεταριάτο είναι αυτό που, όπως θα πει λίγο πιο κάτω, δηλώνει αυθαδιάζοντας πως «είναι το τίποτα και θαπρεπε να είναι το παν». Ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, υπάρχει κάποιο που προσωποποιεί-ενσαρκώνει «το διαβόητο έγκλημα», το «γενικό σκάνδαλο». Η αλήθεια είναι πως αυτή την εποχή ο νεαρός Μάρξ δεν έχει ολοκληρώσει τις αναλύσεις του για την εργατική τάξη και την πολιτική οικονομία της εποχής. Μοιάζει να μιλάει αρκετά γενικά, αναζητώντας τους «αρνητικούς εκπροσώπους» του συστήματος, δηλαδή τους εκπροσώπους που θα ενσαρκώσουν τη δύναμη της Αρνητικού, της αποδόμησης, της καταστροφής, ανάμεσα στις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Μια κοινωνική ομάδα, φέροντας στις πλάτες της, σαν άγγελος-τιμωρός, όλη την κοινωνική αδικία και καταπίεση, θα προβάλλει την αξίωση το μερικό της συμφέρον να εκφράσει το κοινωνικό-καθολικό, να περάσει δηλαδή από το Μηδέν στο Είναι.

Για να καταλάβουμε καλύτερα τί εννοεί ο Μάρξ, αξίζει να παραθέσουμε άλλο ένα απόσπασμα της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ, που έρχεται να συμπληρώσει εκείνο της αλυσίδας που είδαμε προηγουμένως:

«Η καταβύθιση μιας μεγάλης μάζας κάτω από το μέτρο ενός ορισμένου ορίου συνάρτησης, που ρυθμίζεται αυτόματα ως η αναγκαία για κάθε μέλος της κοινωνίας, και επομένως, (σ.μ η κατάδυση) στην απώλεια του αισθήματος του δικαίου, της νομιμοφροσύνης και της τιμής της αυτοσυντήρησης μέσω της ιδίας δραστηριότητας και εργασίας, επιφέρει τη δημιουργία όχλου, που συνεπάγεται μεγαλύτερη ευκολία να συγκεντρωθούν δυσανάλογα πλούτη σε λίγα χέρια.

Προσθήκη: Το κατώτατο είδος συντήρησης του όχλου, προκαλείται από μόνο του: Αυτό το ελάχιστο όμως ποικίλει στα διάφορα έθνη. Στην Αγγλία ακόμη και ο πάμπτωχος θεωρεί ότι έχει δικαιώματα.  Αυτό είναι κάτι άλλο από εκείνο, με το οποίο ικανοποιούνται οι φτωχοί στις άλλες χώρες. Η φτώχεια καθ’αυτή δεν οδηγεί κανένα στον όχλο. Αυτός καθορίζεται το πρώτον με το συνδεόμενο προς τη φτώχεια φρόνημα, με την εσωτερική αγανάκτηση κατά των πλουσίων, κατά της κοινωνίας, της κυβέρνησης κ.λπ…Έτσι αναδύεται στον όχλο το κακό ότι δεν έχει την τιμή να εξασφαλίζει τα προς το ζην με την εργασία του και παρ’όλα αυτά θεωρεί δικαίωμά του την εξασφάλιση των προς το ζην αναγκαίων. Απέναντι στη φύση δεν μπορεί ο άνθρωπος να απαιτήσει δικαιώματα, αλλά στην κοινωνική συγκρότηση η έλλειψη λαμβάνει τη μορφή αδικίας, που προξενείται σ’εκείνη ή την άλλη τάξη. Το σημαντικό ερώτημα, πώς θα καταπολεμηθεί η φτώχεια, είναι ένα κατεξοχήν διαταρακτικό και βασανιστικό για τις μοντέρνες κοινωνίες»26.

Η αντίφαση , εμφανιζόμενη ως έλλειψη, μετατρέπεται σε αδικία, εκείνος ο «αδύναμος κρίκος» του αλυσιδώματος φαίνεται να ενσαρκώνει αυτό που ο Μάρξ ονομάζει «γενικό σκάνδαλο» ή «διαβόητο έγκλημα». Η έλλειψη δηλαδή δημιουργεί μια επιθυμία αποκατάστασης, μια επιθυμία «επίλυσης» της αντίφασης. Αυτό είναι και το όραμα του Κομμουνισμού, που ξεκινάει από τη γη και όχι από τον ουρανό, από τη ροπή της εργατικής τάξης να ξεπεράσει την έλλειψή της, ενσαρκώνοντας την κοινωνική έλλειψη, την κοινωνική αντίφαση, την κοινωνική αδικία «αυτή καθεαυτή». Στην πραγματικότητα η έλλειψη αυτή δεν είναι «φυσική», αλλά προϊόν του συστήματος, όπως, αντίστροφα, και το πλεόνασμα είναι προϊόν όλου του παραγωγικού συστήματος, παρ’όλο που νομιμοποιούνται αξιωματικά (τίτλοι ιδιοκτησίας) να το ιδιοποιούνται κάποιοι. Η συνάρτηση για την οποία μιλάει ο Χέγκελ έχει πάνω και κάτω όριο-φραγμό.

Θα κρατήσουμε από όλα αυτά, αφενός την ιδέα ότι ο «αδύναμος κρίκος» είναι μια ιδέα που ενυπάρχει στο μαρξικό αλλά και εγελιανό σκεπτικό με τον τρόπο που είδαμε, αφετέρου την ιδέα της «συνάρτησης» των στοιχείων (αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη κυριολεκτικά, μαθηματική έννοια), που δεν είναι άλλο από την περίφημη «αλυσίδα», και η οποία έχει ένα «ελάχιστο όριο» και, προφανώς, ένα μέγιστο.

Ας δούμε πάλι αυτό τον αδύναμο κρίκο, το ελληνικό σύστημα, από τη σκοπιά του χρέους.

Οποιοδήποτε στοιχείο μετέχει σε ένα Σύστημα έχει νόημα ως λειτουργική μονάδα αυτού του συστήματος. Πάντοτε όμως ένα σύστημα ή μια δομή σφραγίζεται από μια δομική ανεπάρκεια, μια απουσία νοήματος, που δεν είναι άλλο από την «καθαρή αρνητικότητα» που είπαμε προηγουμένως, μέσα στο σύστημα. Πρόκειται απλώς για το ζήτημα των ορίων. Το όριο του συστήματος με το περιβάλλον δεν παύει να πιέζει το σύστημα, και «κατά μήκος του ορίου» έχουμε μια ζώνη που μεσουρανεί ανάμεσα στο νόημα και το μη-νόημα, τη συστημική λειτουργία και τη μη-λειτουργία, κ.ο.κ Ο αδύναμος  κρίκος που ενσαρκώνει την έλλειψη, τις αντιφάσεις, την αρνητικότητα ως τέτοια, παρουσιάζεται λοιπόν σαν ένα στοιχείο που του λείπει συστημικό νόημα, του λείπει συστημική λειτουργία, δηλαδή παρουσιάζεται σαν ένα στοιχείο μη παραγωγικό-μη χρήσιμο. Η «Ελλάδα» είναι περιθωριακή στην Ε.Ε ύπαρξη, οριακή φιγούρα, η «Ελλάδα» δεν έχει «αξία χρήσης»(sic). Όπως είδαμε, οι «Έλληνες» λέγεται πως είναι τεμπέληδες, οι Έλληνες οφείλουν, οι Έλληνες πρέπει να κάνουν θυσίες για να ξεπληρώσουν. Είναι το «λούμπεν» στοιχείο και η αντίστροφη όψη της χρηματιστικής ολιγαρχίας, που επίσης εμφανίζεται να είναι «εκτός» παραγωγής, όμως σε αυτήν κατανέμεται και αποθηκεύεται το πλεόνασμα και σε αυτήν αποδίδεται η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος. Γιατί «πρέπει να διασωθούν οι τράπεζες» για να υπάρχει «ρευστότητα στην αγορά». Με έναν ανάλογο τρόπο, ήδη είπαμε πως η Γερμανία, η Γαλλία και γενικά ο λεγόμενος «πυρήνας» είναι τα κατεξοχήν «παραγωγικά» στοιχεία, τα κατεξοχήν χρήσιμα, αυτά που «έχουν το πηδάλιο» του συστήματος. Κάθε στοιχείο οφείλει σε κάθε άλλο και τελικά στο σύστημα συνολικά το νόημα, τη λειτουργία και την ύπαρξή του. Μεταξύ των εθνών-κρατών υπάρχουν συμφωνίες, ελλείμματα και πλεονάσματα, αξιώσεις και οφειλές. Το κατεξοχήν Χρέος όμως, την κατεξοχήν Οφειλή, την πιστώνεται το μέλος εκείνο της ευρωπαϊκής «κοινότητας» που συμπυκνώνει τις αντιφάσεις, ο «αδύναμος κρίκος», ακόμη και αν ποσοτικά, τουλάχιστον στην αρχή, το χρέος αυτό δεν ήταν πολύ διαφορετικό σε σχέση με εκείνο άλλων χωρών. Το ζήτημα εδώ δεν είναι απλά ποσοτικό, είναι ποιοτικό, δηλαδή πολιτικό.

Μα πώς, αφού οι καλοί μας Ευρωπαίοι μπαρμπέρηδες, τόσα «κουρέματα» του χρέους μας κάνανε! Και μάλιστα κάποιοι ανεκδιήγητοι είδαν σε αυτά τα «κουρέματα» την επιβεβαίωση της δικής τους πρότασης για ευρωομόλογα και «αναδιάρθρωση» ή «μερική διαγραφή» του χρέους του αστικού ελληνικού κράτους.

«Η δικαιοσύνη, που στην αρχή έλεγε: «όλα μπορούν να πληρωθούν κι όλα πρέπει να πληρώνονται», στο τέλος κλείνει τα μάτια της και αφήνει ελεύθερο τον άνθρωπου που δεν μπορεί να πληρώσει. Και, στο τέλος, καταλήγει, σαν όλα τα εξαιρετικά πράγματα αυτού του κόσμου, να αυτοκαταστρέφεται. Αυτή η αυτοκαταστροφή της δικαιοσύνης, ξέρουμε με τι ωραίο όνομα στολίζεται-ονομάζεται χάρη, και είναι, όπως θα φαντάζεται κανείς, προνόμιο των ισχυρότερων, ή, μάλλον, των «πέραν» της δικαιοσύνης»27

Αυτό είναι τα κουρέματα, «χάρις». Απονομή χάριτος από τον κυρίαρχο, εξαίρεση από το δικαιικό δεσμό, αυτοαναίρεση της δικαιοσύνης. Αντί σε αυτό να βλέπουν την ωμή, αυθαίρετη και μεταφυσική υπεροχή του κυρίαρχου χρηματοπιστωτικού και πολιτικού συμπλέγματος μέσα στην Ε.Ε, κάποιοι ευχαριστούν δουλικά για την απλή παράταση του μαρτυρίου.
(Νίτσε)

Για τη σχέση του χρέους και της ενοχής, στις ηθικοπολιτικές και θρησκευτικές της διαστάσεις, ο Νίτσε μεταξύ άλλων γράφει:

«…τότε ακριβώς κυριαρχούσε η πεποίθηση πως το είδος επιβίωσε μόνο χάρη στις θυσίες και στις παροχές των προγόνων-και πως ο άνθρωπος πρέπει να εξοφλήσει το χρέος του απέναντί τους με θυσίες και παροχές: αναγνωρίζεται λοιπόν ένα χρέος που όλο και μεγαλώνει γιατί οι πρόγονοι που επιζούν σαν ισχυρά πνεύματα δεν παύουν να ενδιαφέρονται για τη φυλή και να της χαρίζουν, με τη δύναμή τους, καινούργια πλεονεκτήματα και καινούργιες προκαταβολές. Τζάμπα; Όχι βέβαια. Τίποτα το ‘’τζαμπατζίδικο’’ δεν υπάρχει σ’αυτές τις βάρβαρες και ‘’ψυχικά φτωχές’’ εποχές. Τι μπορούν να τους δώσουν οι άνθρωποι για πληρωμή; Θυσίες…γιορτές, παρεκκλήσια, δείγματα λατρείας, και προπαντός υπακοή-γιατί όλα τα έθιμα είναι έργο των προγόνων και έκφραση των εντολών και των διαταγών τους-μα φτάνουν άραγε αυτά που τους δίνουν; Αυτή η ανησυχία παραμένει πάντα και όλο γίνεται μεγαλύτερη: από καιρό σε καιρό επιβάλλει ένα συνολικό εξαγορασμό, κάποιο τερατώδη αντιδανεισμό που παρέχεται στον «πιστωτή» (η περίφημη θυσία του πρωτότοκου, παραδείγματος χάρη, η θυσία του ανθρώπινου αίματος). Ο φόβος για τον πρόγονο και τη δύναμή του, η συνείδηση του χρέους απέναντί του, μεγαλώνει αναγκαστικά, σύμφωνα μ’αυτή την ειδική λογική), όσο η φυλή γίνεται πιο συνεκτική, πιο ανεξάρτητη, πιο επίφοβη και πιο σεβαστή. Δεν πρέπει να φανταστούμε πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά! Κάθε βήμα προς την παρακμή της φυλής, όλα τα καταστροφικά ατυχήματα, όλες οι ενδείξεις εκφυλισμού, όλα τα σημάδια που αναγγέλλουν την καταστροφή, ελαττώνουν πάντα το φόβο που εμπνέει το πνεύμα που θεμελίωσε τη φυλή και δίνουν μια όλο και λιγότερο υψηλή ιδέα για τη νοημοσύνη, την προνοητικότητα και την εξακολουθητική αποτελεσματικότητα της δύναμής του.»28

«Ο ερχομός του χριστιανικού Θεού, που είναι η ανώτερη έκφραση του θείου που είχε επιτευχθεί ως τα τότε, γέννησε στη γης και το μεγαλύτερο συναίσθημα του χρέους. Αν υποθέσουμε πως αρχίσαμε να μπαίνουμε στην αντίθετη κίνηση, η ακατανόητη πτώση της πίστης στο χριστιανικό Θεό θα μας έκανε να συμπεράνουμε, με κάποια αληθοφάνεια, πως υπάρχει και πτώση της συνείδησης του χρέους στον άνθρωπο, και πως αυτή η πτώση σήμερα γίνεται με πολύ γρήγορο ρυθμό. Και μάλιστα θα μπορούσαμε να προβλέψουμε πως ο τελειωτικός και οριστικός θρίαμβος του αθεϊσμού θα μπορούσε να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από κάθε συναίσθημα χρέους για την καταγωγή της, για την αρχική της αιτία. Ο αθεϊσμός και ένα είδος δεύτερης ανθρωπότητας συμβαδίζουν»29

Ο Νίτσε έσφαλε παταγωδώς ως προς το τελευταίο. Δεν υπολόγισε πως το αίσθημα του χρέους, και η ένοχη συνείδηση αποπληρωμής που το συνοδεύει, θα μπορούσε να μην έχει τη μορφή της οφειλής προς τους προγόνους, αλλά προς ένα συγχρονικό, με εξαφανισμένο το ίχνος του ιστορικού παρελθόντος, Σύστημα. Η νέα «θρησκεία» του δυτικού κόσμου, η πλέον εκκοσμικευμένη που γνώρισε ποτέ αυτός, είναι η θρησκεία του Συστήματος και της καπιταλιστικής του ορθολογικότητας. Όχι απλώς δεν έφθινε η συνείδηση του χρέους, όχι απλώς δεν εφθάρη η μηχανική της, αλλά υπέστη την τελειοποίησή της. Μπορεί να μην αισθάνεται ο «μέσος άνθρωπος» του δυτικού κόσμου ότι οφείλει στους προγόνους της κοινότητας την ύπαρξή του μέσα σε αυτή, όμως αισθάνεται ότι οφείλει σε κάποιον, ή καλύτερα σε κάτι πρωτόγνωρα εμμενές και ταυτόχρονα υπερβατικό προς την κοινωνία: στη Τράπεζα, στις «Αγορές». Ο «αθεϊσμός» του συνεπάγεται το νεοπαγανισμό της λατρείας των αντικειμένων, των «μεταβατικών» και «μικρών αντικειμένων της επιθυμίας» ως τέτοιων. Επιβιώνουν παλιές θρησκείες και προκαταλήψεις, αλλά το κεφαλαιοκρατικό πεπρωμένο των Αγορών και των Κρίσεων, που ξεσπάνε σα φυσικό φαινόμενο, είναι αμείλικτο.

Η συλλογιστική του Νίτσε, κατά τα άλλα, έχει εφαρμογή και σήμερα: Το «Πνεύμα» της εποχής, το φάντασμα του Συστήματος, όπως προσωποποιείται από διάφορους αστούς «τεχνοκράτες» και πολιτικούς, ζητάει ατέλειωτες θυσίες, διψά για εργασιακό αίμα. «Από καιρό σε καιρό επιβάλλει ένα συνολικό εξαγορασμό, κάποιο τερατώδη αντιδανεισμό που παρέχεται στο πιστωτή». Τότε καταστρέφονται απίστευτες παραγωγικές δυνάμεις, θυσιάζονται ολόκληροι πληθυσμοί, ξαναγράφεται ο χάρτης των σφαιρών επιρροής, γίνονται ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι.

Το Δέος και το Χρέος, η Οφειλή προς το (ευρωπαϊκό ή κεφαλαιοκρατικό) Σύστημα, είναι πως αισθάνομαι ότι έξω από αυτό, δεν έχω καμία ελπίδα επιβίωσης. Ούτε Ζωή, ούτε Νόημα. Η Ασφάλεια και ο φόβος της πολεμικής σύγκρουσης, ο φόβος για τις «γραμμές φυγής», βάζει τους λαούς κάτω από τον τροχό της αιώνιας τιμωρίας, του αιώνιου χρέους, που όσες θυσίες και να κάνουν, ποτέ δεν θα αποπληρωθεί, μέχρι να προσφέρουν στον Μολώχ κομμάτια από την ίδια τη σάρκα τους, μέχρι να εμπορευτούν τα παιδιά τους ή τα ζωτικά τους όργανα.

Αυτή η υποταγή των ανθρώπων οφείλεται στο ότι παραγνωρίζουν την αιτία της ύπαρξής τους. Αποδίδουν στους προγόνους, στο Θεό ή σε ένα Σύστημα την επιβίωσή τους, αντί να συνειδητοποιούν ότι η ζωή τους είναι προϊόν της δικής τους ιστορικής δραστηριότητας, όπως το έθεσαν οι Μάρξ και Ένγκελς (στη Γερμανική Ιδεολογία). Αυτό σημαίνει πως τα αίτια της μυστικοποίησης και της υποταγής σε μια θεϊκή, πολιτική ή «συστημική» υπερβατικότητα είναι υλικά, με την έννοια του θεμελιακού ενεργειακού προβλήματος (επιβίωση) που προείπαμε. Έτσι επιστρέψαμε στο ότι η υπερβατική δεσπόζουσα της δομής καθορίζεται από τον ιστορικό καθορισμό του ενεργειακού προβλήματος του ανθρώπων και του κοινωνικού συστήματος (από το πώς το πρόβλημα αυτό ιστορικά τίθεται).

Η φτώχεια, λέει ο Χέγκελ, το πρόβλημα επιβίωσης ως έλλειψη, συνδεδεμένο με αισθήματα αγανάκτησης και οργής ενάντια στους άρχοντες, μετατρέπεται σε αίσθημα αδικίας. Όπως λέει ο Νίτσε «όλες οι ενδείξεις εκφυλισμού, όλα τα σημάδια που αναγγέλλουν την καταστροφή, ελαττώνουν πάντα το φόβο που εμπνέει το πνεύμα που θεμελίωσε τη φυλή και δίνουν μια όλο και λιγότερο υψηλή ιδέα για τη νοημοσύνη, την προνοητικότητα και την εξακολουθητική αποτελεσματικότητα της δύναμής του». Έτσι η έλλειψη, η απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου και η συνειδητοποίηση ότι οι ηγεμονικές δυνάμεις δεν μπορούν να επιλύσουν το πρόβλημα, δημιουργούν μια δυναμική διαλεκτική της έλλειψης και της Δικαιοσύνης που εγκαλεί αυτούς που αισθάνονται την αδικία να προδώσουν την υπερβατική δύναμη, που πια δεν μοιάζει τόσο ισχυρή, τόσο ικανή, τόσο φοβερή, μπροστά στα σημάδια εκφυλισμού και τα προμηνύματα της καταστροφής.

Μας ενδιαφέρει να δούμε αυτή τη διαδικασία επαναστατικοποίησης ή επαναστατικής υποκειμενοποίησης, που ξεκινάει από την έλλειψη του αδύναμου κρίκου, τη σύνδεσή με μια γραμμή Πάθους αλλά και ένα σώμα Επαναστατικών Ιδεών, και τη προσπάθεια πραγμάτωσης μιας άπειρης Δικαιοσύνης, που δεν της «λείπει» καθόλου το προηγούμενο καθεστώς ούτε γενικά της λείπει κάποιο κυριαρχικό-ταξικό καθεστώς, αντίθετα εκφέρει καταφατικά το αταξικό-κομμουνιστικό Νόημα που θέλει να δώσει στην κοινωνική ζωή. Ωστόσο, ο φόβος και ο κίνδυνος αφανισμού με όρους επιβίωσης που αναφαίνεται στην αναπόφευκτη σύγκρουση με το προηγούμενο καθεστώς, δημιουργεί την ανάγκη της οργάνωσης αυτής της «γραμμής φυγής» σε ένα επαναστατικό σώμα-Υποκείμενο, το οποίο δημιουργεί τα δικά του εμβλήματα και τα δικά του θετικά προτάγματα, για να συγκρουστεί ως γνήσια αντισυστημική πολιτική δύναμη με το (εδώ κεφαλαιοκρατικό) καθεστώς. Πρέπει να είναι απολύτως σαφές πως μια Έξοδος στις σημερινές συνθήκες και μία άτακτη γραμμή φυγής από τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις όπως η Ε.Ε δεν μπορεί να επενδυθεί με επιθυμία έτσι γενικά και αόριστα. Έχουμε ήδη διατυπώσει την άποψη ότι το ενεργειακό πρόβλημα είναι το βασικό. Κανείς δεν πρόκειται να προχωρήσει σε μια τέτοια «έξοδο» του Μεσολογγίου επειδή απλώς «πιστεύει» στην Ιδέα χωρίς να πιστεύει πως μέσα από αυτήν περνάει το συμφέρον του. Η ανιδιοτέλεια μερικών επαναστατών δεν μπορεί να γενικευτεί σαν κανόνας πάνω σε έναν ολόκληρο πληθυσμό. Η μαρξιστική θέση είναι ότι οι άνθρωποι επαναστατούν για να πετύχουν το ταξικό συμφέρον τους, και όχι απλώς για να υπηρετήσουν την πιστότητά τους σε μια Ιδέα. Επιπλέον, βάσει όσων είπαμε ήδη για την καθοριστικότητα του ενεργειακού προβλήματος και το οικονομικό κεφαλαιοκρατικό σύστημα ως δεσπόζουσα όλης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας (για αυτό άλλωστε η αστική κοινωνία είναι κεφάλαιο-κρατική, γιατί ηγεμών είναι το Κεφάλαιο), το βασικό επαναστατικό υποκείμενο ήταν, είναι, και θα παραμείνει, όσο υπάρχει η κεφαλαιοκρατία, η εργατική τάξη. Ούτε τα παιδιά των λουλουδιών, ούτε οι φοιτητές όπως ο γράφων, ούτε η «νεολαία» γενικά και αόριστα, ούτε οι γαλλικές λέσχες. Αυτοί που πλήξουν περισσότερο, και αυτοί που μπορούν να πλήξουν το σύστημα περισσότερο με τη μάχη τους, είναι οι μισθωτοί δούλοι του Κεφαλαίου.

Οι τέσσερις σταθμοί που ανοίξαμε ως εδώ, είχαν ως στόχο να συνδέσουν αυτό που λέμε «οικονομική βάση», μέσα στην Ε.Ε και σε σχέση με την Ελλάδα, με τις λεγόμενες «ιδεολογικές μορφές» που αυτή συνεπάγεται, η κατανόηση των οποίων αποτελεί μάλλον αναγκαίο όρο για να σκεφτούμε την πολιτική συγκυρία και να πιάσουμε τον δικό της «αδύναμο κρίκο». Για αυτό λοιπόν ήρθε καιρός να επιστρέψουμε και να εστιάσουμε στον χαρακτηρισμό της Ελλάδας ως «αποδιοπομπαίου τράγου», σαν τη πλέον αποκαλυπτική έκφραση της ευρωπαικής ζωοπολιτικής.


-Σταθμός Ε (τερματικός): Τα Σημεία και τα Τέρατα στην Ε.Ε

-Αποδιοπομπαίος Τράγος

Ο αποδιοπομπαίος τράγος είναι μια δομική θέση, και η διαδικασία κατασκευής του ένας μηχανισμός. Ο μόνος τρόπος να προσεγγίσουμε αυτό τον μηχανισμό είναι να χαρτογραφήσουμε το πεδίο εφαρμογής του. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να αναπαραστήσουμε το ευρωπαϊκό σύστημα. Εδώ θα προτιμήσουμε έναντι τόσο του σχήματος κέντρο-περιφέρεια όσο και της «αλυσίδας», ένα σχήμα που κατά τη γνώμη μας αντικατοπτρίζει την ενότητα των δύο. Δεν θα παραλείψουμε ωστόσο να αναφέρουμε και τους περιορισμούς του σχήματος, που είναι, ωστόσο, περιορισμοί και των παραδοσιακών σχημάτων-αναπαραστάσεων, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό.

Πρόκειται για ένα διάγραμμα που δίνουν οι Ντελέζ-Γκουατάρι (στο εξής, Ντ-Γκ) στο βιβλίο τους Χίλια Επίπεδα30. Είναι το παρακάτω:

Οι Ντελέζ-Γκουατάρι χρησιμοποιούν το σχήμα αυτό ως διάγραμμα των σχέσεων μιας ορισμένης σημαίνουσας κοινωνικής δομής (διακρίνουν σε διάφορους τύπους, εδώ μας ενδιαφέρει αυτός).

Οι δομικές θέσεις/κινήσεις που σημειώνουν είναι οι εξής:
  1. Το Κέντρο του Σημαίνοντος, ο δεσπότης ή Θεός
  2. Ο Ναός ή το Παλάτι, με ιερείς και γραφειοκράτες
  3. Η οργάνωση σε κύκλους και το σημείο που αναφέρεται σε άλλα σημεία στον ίδιο κύκλο ή σε διαφορετικούς κύκλους
  4. Η ερμηνευτική ανάπτυξη του σημαίνοντος σε σημαινόμενο, το οποίο έπειτα επανεισάγει το σημαίνον
  5. Το εξιλαστήριο θύμα-το μπλοκάρισμα της γραμμής φυγής
  6. Ο αποδιοπομπαίος τράγος, ή το αρνητικό σήμα της γραμμής φυγής
Προτείνω να κάνουμε μια προβολή των παραπάνω στο ευρωπαϊκό σύστημα αστικών κρατών. Το σπειροειδές αυτό σχήμα, που θυμίζει «σαλιγκάρι», έχει όπως βλέπουμε ένα κέντρο (πυρήνα), και περιφέρειες, όλα αυτά όμως σε ένα συνεχές που ξεκινάει από την εγγύτερη στη θέση 1 ζώνη, και καταλήγει σε μια «γραμμή φυγής» (θέσεις 5 και 6).

Τα αστικά κράτη εδώ λογίζονται ως νοηματικές και λειτουργικές μονάδες στο ευρωπαικό συμβολικό πεδίο, που έχουν άνισες σχέσεις μεταξύ τους. Στη ζώνη του πυρήνα (ζώνη υπερ-παραγωγής) εντοπίζονται ηγεμονικές δυνάμεις όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, αυτές που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «χώρες του Βορρά». Θεωρούμε πως η ζώνη αυτή είναι η ενότητα του σημείου 1 και 2, η ηγεμονική δύναμη (ή δυνάμεις, με κάποια πάντως να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο) με τον «κύκλο» της, των δικαστηρίων, των νομικών συμβούλων, των τεχνοκρατών, των στρατηγικών επιτελείων-αναλυτών. Ως σημεία πάνω στο συνεχές της σπείρας, έχουμε τα διάφορα αστικά κράτη, ανάλογα με τους βαθμούς εγγύτητας της πολιτικοοικονομικής τους ισχύος. Κάθε «κύκλος» στοιχείων αντιστοιχεί γενικά σε παρεμφερείς τρόπους επικοινωνίας και πρακτικές (εδώ, μεταξύ κρατών). Έτσι βαίνουμε όλο και πιο «περιφερειακά», πράγμα που σημαίνει πως το διάγραμμα μας εξασφαλίζει την επικοινωνία «κέντρου-περιφέρειας» σε ένα συνεχές, σπειροειδές αλυσίδωμα λειτουργικών κρίκων. Πολύ περισσότερο, μέσω αυτού μπορούμε να νοήσουμε σχέσεις όχι μόνο μεταξύ των εγγύτερων σημείων της σπείρας, αλλά και «κάθετα», μεταξύ σημείων διαφορετικών επιπέδων-περιφερειών. Όλο το συμβολικό πεδίο και όλες τις περιφέρειες τα διαπερνά η δραστικότητα του κέντρου, ως μία κίνηση ερμηνευτικής συγκεκριμενοποίησης, μέσα σε καθορισμένες ιστορικές συνθήκες, του κεντρικού-πυρηνικού νοήματος που αγκαλιάζει και καθοδηγεί τα στοιχεία του συστήματος (δομική κίνηση 3). Κατά κάποιο τρόπο, μπορούμε να μιλήσουμε για ένα «βαρυτικό κέντρο» από το οποίο έλκονται νοηματικά και λειτουργικά τα σημεία της σπείρας. Το βαρυτικό αυτό κέντρο είναι η ζώνη της υψηλότερης παραγωγικής έντασης. Το υλιστικό κριτήριο για το ποιές νοηματικές μονάδες «κατοικούν» τη ζώνη αυτή, αναλύθηκε προηγουμένως (βλ. ενεργειακό πρόβλημα). Από την άλλη μεριά, χαρακτηρίζουμε τις εξωτερικές, περιφερειακές ζώνες της σπείρας, χώρες υπο-παραγωγής, πρόκειται ζώνες όλο και χαμηλότερης παραγωγικής έντασης, όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο.
      
Για να κάνουμε το σχήμα πιο πολύπλοκο αλλά αντιπροσωπευτικότερο, μπορούμε να θεωρήσουμε πως «στοιχείο» της σπείρας είναι κάθε νομικό πρόσωπο-στοιχείο που εμπλέκεται στο ενωσιακό νοηματικό πεδίο, ευρισκόμενο σε σχέσεις παραγωγής, διανομής, ανταλλαγής, κατανάλωσης με τα άλλα στοιχεία. Έτσι προστίθενται παράγοντες ή «παίκτες» όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σήμερα το Δ.Ν.Τ με το «μηχανισμό στήριξης», κ.ο.κ. Στο βαρυτικό κέντρο ή «πυρήνα» ανήκουν οι ισχυρότεροι παράγοντες του συστήματος, αυτοί που φαίνεται να το «οδηγούν» προς τη δική τους λογική ανάπτυξης.
     
Σε κάθε περίπτωση, ένα σύστημα είναι σύστημα αναφοράς, πράγμα που σημαίνει ότι εξετάζουμε κάθε φορά τη πραγματικότητα υπό ένα ορισμένο πρίσμα, κάνοντας αφαίρεση παραγόντων, για να μη πνιγούμε σε μια χαώδη περί του όλου αντίληψη. Στη περίπτωση που εισάγουμε μη κρατικούς (οικονομικούς) παράγοντες πλάι στους κρατικούς, υπό την κοινή ιδιότητα του «νομικού προσώπου», στο σχήμα αυτό θα έπρεπε να προστεθεί πολυπλοκότητα, ή θα έπρεπε να βρούμε ένα ικανοποιητικότερο σχήμα, διαφορετικά ενδεχομένως θα ήταν μεγάλο το αναλυτικό τίμημα. Θεωρούμε λοιπόν πως η αλυσίδα αυτή είναι αλυσίδα αστικών κρατών, όπως άλλωστε θεωρεί και ο Λένιν στον Ιμπεριαλισμό, και όπως φαίνεται στο απόσπασμα του Ιμπεριαλισμού που ήδη παραθέσαμε (σημ.19). Με τη προϋπόθεση πάντα πως το κάθε «κράτος» ως το σύμπλεγμα αστικού κρατικού μηχανισμού και μονοπωλίων, κάθε μονάδα ανάλυσης δηλαδή είναι αστική κεφαλαιο-κρατική μονάδα.
    
Το παραπάνω διάγραμμα αντιστοιχεί σε αυτό που οι Ντ-Γκ ονομάζουν παρανοϊκή δεσποτική μηχανή. Πρέπει να σημειώσουμε λοιπόν τον περιορισμό της αναλογίας μας, που είναι όμως περιορισμός του σχήματος κέντρο-περιφέρεια. Ο βαθμός αναλυτικής επιτυχίας του παραπάνω μοντέλου είναι ευθέως ανάλογος του βαθμού της συστημικής «ολοκλήρωσης». Αν λοιπόν το ευρωπαϊκό σύστημα συνεχίζει να «ολοκληρώνεται», όλο και περισσότερο θα τείνει να μοιάζει σε παρανοϊκή δεσποτική μηχανή. Στο βαθμό που δεν ολοκληρώνεται η πορεία αυτή, το ευρωπαϊκό σύστημα κρατών δεν είναι σύστημα stricto sensu, αλλά δίκτυο ή πλέγμα.
    
Στο βαθμό που τα στοιχεία του συστήματος δεν είναι λειτουργικά μέλη του συστήματος αλλά αποκλίνουν από το ρόλο αυτό, ανοίγονται «γραμμές φυγής»  και όλες μαζί συναποτελούν τις χαοτικές δυνάμεις που απειλούν τη συνοχή του συστήματος. Το σύστημα, για να αντιμετωπίσει την εντροπία του ή τη ροπή του προς την αταξία, οφείλει να «επανεδαφικοποιεί» και να «επανακωδικοποιεί» αυτές τις «γραμμές φυγής». Πιο απλά, το σύστημα πρέπει να «επαναφέρει τη τάξη». Γραμμές φυγής όμως είναι αδύνατο να μην υπάρχουν, αφού πάντοτε υπάρχει η αντίφαση μεταξύ της διπλής φύσης του στοιχείου, ως λειτουργικού στοιχείο/εξαρτήματος του συνολικού συστήματος αφενός, ως αυτόνομου συστήματος που είναι εμμενές στον εαυτό του, με δική του αυτοτελή δομή και οργάνωση, αφετέρου. Ο βαθμός υπαγωγής του στοιχείου στο σύστημα είναι ευθέως ανάλογος της ενεργειακής (και πληροφοριακής, βλ. πχ τεχνογνωσία) ανεπάρκειας/έλλειψής του.
   
Όσο περισσότερο αυξάνεται η τάση προς αταξία του συστήματος, όσο περισσότερο διακυβεύεται η εσωτερική του συνοχή (η ισορροπία-ομοιόστασή του), τόσο περισσότερο αυταρχικά θωρακίζεται, μειώνοντας τους επιτρεπτούς βαθμούς απόκλισης (αλλιώς «βαθμούς ελευθερίας») κάθε στοιχείου σε σχέση με το λειτουργικό του ρόλο μέσα στο σύστημα. Έτσι λοιπόν, ακόμα και αν η Ε.Ε δεν έχει φτάσει στο στάδιο ωρίμανσης της πορείας ολοκλήρωσης, υποχρεούται να επιταχύνει της διαδικασίες θωράκισης ενόψει της καπιταλιστικής Κρίσης που κλονίζει συθέμελα την εσωτερική συνοχή του συστήματος. Σαν αποτέλεσμα, η Ε.Ε είναι αναγκασμένη, για να συντηρηθεί, να «σφίξει τα ζωνάρια», πράγμα που σημαίνει πως τείνει να μοιάζει όλο και περισσότερο με «παρανοϊκή μηχανή», όλο και λιγότερο με δίκτυο χαλαρών σχέσεων μεταξύ αστικών κρατών. Και αυτό γιατί υπάρχει η αναγκαιότητα το ευρωπαϊκό σύστημα ως όλον να πάρει κρίσιμες στρατηγικές αποφάσεις, επιλέγοντας ορισμένα ενδεχόμενα και υλοποιώντας ορισμένες δυνατότητες έναντι άλλων, ώστε να πετύχει την απλή αναπαραγωγή του.

Εδώ οφείλω μια παρέκβαση. Οι στρατηγικές αυτές αποφάσεις, όπως φαίνεται από τα παραπάνω, δεν μπορούν, στη βάση των θεμελιακών κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων που γέννησαν την Ε.Ε, να οδηγήσουν την Ε.Ε στο «δημοκρατικότερο», πάρα μόνο στο «παρανοϊκότερο», στον εκφασισμό, στον κεφαλαιοκρατικό ολοκληρωτισμό, στην ακόμα πιο στυγνή και βάρβαρη ταξική εκμετάλλευση (πραγματική υπαγωγή των πάντων στο Κεφάλαιο). Γελάνε και οι πέτρες με τις ανόητες αυτές ελπίδες σήμερα (και ο βράχος από τον οποίο είναι φτιαγμένες, ο βράχος του Πραγματικού, δεν μπορεί να θρυμματιστεί με ρητορικά σπουπίδια).

Είναι εντυπωσιακό πως πολλοί αντικρατιστές που δεν θίγουν το ζήτημα της Ε.Ε αλλά και η λεγόμενη «ευρωκομμουνιστική αριστερά (sic)», παραβλέπουν να μας ενημερώσουν για το απλό γεγονός, ότι και η Ε.Ε ένα Κράτος είναι, αν ορίσουμε το Κράτος με την ευρεία έννοια, όπως κάνουν οι Φουκώ, Ντελέζ, Γκουατάρι και λοιποί που διαβάζουν, ως μία εξουσιαστική υπερβατική τάξη πραγμάτων και καθεστώς Λόγου. Ο εχθρός για αυτούς λοιπόν, δεν θα έπρεπε να είναι μόνο το έθνος-κράτος, αλλά και κάθε εξουσιαστικό σύστημα, όπως η Ε.Ε, και μάλιστα, η Ε.Ε ίσως πολύ περισσότερο, αφού πρόκειται για ένα εξουσιαστικό πλέγμα σε μορφή δικτύου, που αποτελεί την «τελευταία λέξη» της εξουσιαστικής, ευκίνητης, αόρατης, χρηματικής/παραγωγικής βιοπολιτικής τεχνολογίας, εξουσίας και επιτήρησης. Το γιατί και πώς η απόδραση από την εξουσιαστική τάξη σημαίνει μόνο απόδραση από το έθνος-κράτος και όχι από μια ευρύτερη, εξουσιαστική, πολυπλόκαμη τάξη όπως η Ε.Ε, ποτέ δεν μπόρεσα να το καταλάβω. Μήπως πραγματώνει η Ε.Ε το ιδανικό του «διεθνισμού»; Μπορεί κάποιος να φανταστεί τι επιχειρήματα θα μπορούσαν, συμπληρωματικά, να προβάλλουν, για να στηρίξουν το πώς αποδέχονται μια ανώτερη, πιο σύγχρονη, εξελιγμένη μορφή εξουσίας, έναντι μιας πιο «πρωτόγονης». Αλλά δεν είναι ο χώρος εδώ για τη συζήτηση όλων αυτών, αρκεί λοιπόν να διατυπώσουμε απλά το ερώτημα.

Καιρός τώρα να εξετάσουμε σύντομα τις δομικές θέσεις/κινήσεις 5 (εξιλαστήριο θύμα) και 6 (αποδιοπομπαίος τράγος).

Το ηγεμονικό σώμα, η καθαρή θετικότητα, έχει σαν ανεστραμμένο της είδωλο ένα οριακό σώμα («καθαρά» αρνητικό σώμα), το σώμα του βασανισμένου ή αποκλεισμένου. Το σώμα αυτό αποδοκιμάζεται, βασανίζεται και μαρκάρεται πράγμα που κωδικοποιεί την έλλειψη ισχύς και δεν βρίσκεται παρά σε ανεστραμμένη συμμετρία με τη φιγούρα του ηγεμόνα. Αυτός που βασανίζεται «χάνει το πρόσωπό του», μπαίνει σε ένα «γίγνεσθαι ζώο» που οι στάχτες του θα ριχτούν τελετουργικά στον αέρα. Η λειτουργία του βασανισμού, λένε οι Ντ-Γκ, είναι το πρώτο βήμα πριν τον αποκλεισμό. Μιλούν για δύο ζώα ή, για να το αποδώσουμε διαφορετικά, δύο παραπληρωματικές μορφές του γίγνεσθαι-ζώο, το ζώο που θυσιάζεται (εξιλαστήριο θύμα), και το ζώο που διώχνεται μακριά στην άγρια έρημο (αποδιοπομπαίος τράγος).

Μπορούμε να πούμε πως το ελληνικό κοινωνικό σύστημα αναπαρίσταται τα τελευταία χρόνια σαν εκείνο το οποίο, μέσα στο πεδίο της Ε.Ε, βρίσκεται μεταξύ βασανισμού εντός της «κοινότητας», και εξόδου-αποπομπής εκτός αυτής. Κατά τον τρόπο που περιγράψαμε παραπάνω βέβαια, το «βασανισμό» και την «αποπομπή» τα χρεώνεται ο εργαζόμενος λαός στον οποίο μετακυλίεται όλο το βάρος, ως αισθήματα ενοχής, ενοχή του Χρέους και συνολικότερα κάθετη πτώση του βιοτικού επιπέδου.

Το παιχνίδι μεταξύ βασανισμού και αποπομπής, είναι το επικοινωνιακό παιχνίδι που παίζουν χρόνια τώρα οι αστοί κυρίαρχοι. Καλλιεργούν το φόβο της αποπομπής, από την άλλη όμως, διαβεβαιώνουν πως η αποπομπή δεν είναι στα σχέδιά τους, αρνούνται δηλαδή και καταφάσκουν ταυτόχρονα την ιδιότητα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ως μέλους της «ευρωπαϊκής κοινότητας». Έτσι διαιωνίζουν το βασανισμό, δηλαδή την έλλειψη, την ενοχή, το Χρέος, παρατείνοντας άπειρα το διάστημα κατά το οποίο, προς αποπληρωμή του οικονομικού και ηθικοπολιτικού Χρέους, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα πρέπει να υπομένουν το βασανισμό, τη «θυσία» τους ως εξιλαστήρια θύματα, με τις απολύσεις, το πετσόκομμα των μισθών και συντάξεων, το ξεπούλημα των πλουτοπαραγωγικών πηγών, της Υγείας και της Παιδείας. Την εικόνα αυτή μπορούμε να τη μεταφέρουν και στους χώρους εργασίας, όπου οι εργαζόμενοι καλούνται, σε αυτό το μικροεπίπεδο και ανακλώντας το όλον του μηχανισμού, είτε να υπομείνουν το πετσόκομμα του μισθού και των εργασιακών τους δικαιωμάτων πάνω στο ανίσχυρο σώμα τους, για να σωθεί το αφεντικό που τους δίνει ψωμί (ο έργο-δότης), είτε να δουν τη πόρτα της εξόδου, της απόλυσης, να γίνουν αποδιοπομπαίοι τράγοι, πεταγμένοι στην έρημο της ανεργίας, αφημένοι στην α-μίσθωτη γύμνια τους.

Το εξιλαστήριο θύμα31 είναι το υποκατάστατο το οποίο θυσιάζει η κοινότητα, επειδή αυτό απαιτεί ο Θεός της και προς εξευγενισμό του θυμού του. Το υποκατάστατο ως τέτοιο είναι ένα σχετικά αδιάφορο θύμα, που αναιρεί τη διάζευξη αθωότητας-ενοχής. Είναι ένα σφαγιάσιμο/φονεύσιμο θύμα, η θυσία του οποίου προστατεύει τα μέλη της κοινότητας, εξαπατώντας τη βία που είχε συσσωρευτεί. Μέσω αυτού του τελετουργικού της θυσίας το κοινοτικό σύστημα αποκαθιστά την ισορροπία του, εκτονώνοντας τις εντάσεις και τις αντιφάσεις του.

Στο σημαίνον καθεστώς, «ο αποδιοπομπαίος τράγος αναπαριστά μια νέα μορφή αύξησης της εντροπίας του συστήματος των σημείων: χρεώνεται με το κάθετι «κακό» σε μια δοσμένη περίοδο, το ο,τιδήποτε αντιστάθηκε στα σημασιοδοτικά σημεία, ο,τιδήποτε ξέφυγε από την παραπομπή από σημείο σε σημείο στους διαφορετικούς κύκλους […] ενσαρκώνει τη γραμμή φυγής την οποία η σημαίνουσα μηχανή δεν μπορεί να ανεχτεί, με άλλα λόγια, την απόλυτη απεδαφικοποίησή της»32

Η γραμμή φυγής είναι σαν «εφαπτομένη» στους κύκλους του νοήματος και στο κέντρο του σημαίνοντος. «Είναι καταραμένη». «Yπερβαίνει το πλεόνασμα» και μαρκάρεται με ένα αρνητικό σήμα. Έτσι, μόνη επιλογή είναι να διαλέξεις ανάμεσα στο ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου και στην υποταγή στο δεσπότη-ηγεμόνα και τους γραφειοκράτες που τον πλαισιώνουν (ιερείς, μάγοι κ.α).

Η Έξοδος από την Ε.Ε θα σήμαινε τη μετατροπή του αρνητικού σήματος σε θετικό, τη πρόσδεση της επιθυμίας των βαριά πληττόμενων στην έξοδο αυτή που εμφανιζόταν ως το μεγαλύτερο κακό που θα μπορούσε να τους βρει, σαν καθαρός παραλογισμός, όπως είπαμε και νωρίτερα. Σε αυτό το γίγνεσθαι-ζώο τότε, που η αρνητική επισήμανση της εξόδου από το καθεστώς γίνεται θετική δύναμη, τα γουρούνια γίνονται «φτερωτά γουρούνια», για να θυμηθούμε τα λεγόμενα  του Φουκώ.

Από το σημείο αυτό της ανάλυσης και έπειτα, γίνεται ολοκάθαρο πως το ζήτημα δεν βρίσκεται απλώς στο οικονομικοτεχνικό, ούτε απλώς στο συμβολικό επίπεδο, αλλά και στο πολιτικό και οργανωτικό. Μας υποχρεώνει η συλλογιστική πορεία των προαναφερθέντων, στο να αναλογιστούμε τι θα σήμαινε η Έξοδος από την Ε.Ε, και ποιο επαναστατικό Υποκείμενο θα μπορούσε να επωμιστεί τη φυγή αυτή, μετατρέποντάς την από το καθαρά αρνητικό στο καθαρά θετικό, πώς δηλαδή οι καταπιεσμένοι του Μάρξ θα μεταλλάσσονταν από το μηδέν του καθεστώτος στο παν που το καταστρέφει και το αντικαθιστά.


Αντί Επιλόγου

Η συστημική διάκριση, μέσα στην Ε.Ε, κέντρου και περιφέρειας, γίνεται λιγότερο ή περισσότερο ορατή στο συμβολικού επίπεδο του ενωσιακού λόγου και στη «ζωοπολιτική» που εμφανίστηκε σαν ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα του τα τελευταία χρόνια. Η διάκριση αυτή δεν είναι διάκριση δύο απολύτως διαφορετικών κόσμων αλλά διαφορά βαθμού (βαθμού παραγωγικότητας, ισχύος κ.α). Επομένως, το σχήμα της εξάρτησης, όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα μας (το τονίζω αυτό) τον τελευταίο καιρό, αποτυγχάνει να περιγράψει τη σχέση αυτή, αφού στο εννοιολογικό του πλαίσιο η διαφορά βαθμού απολυτοποιείται. Από την άλλη μεριά, το σχήμα της αλληλεξάρτησης (έστω και ανισοβαρούς), όπως συνήθως χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με το πρώτο σχήμα στις ίδιες αντιπαραθέσεις, αποτυγχάνει επίσης να αναπαραστήσει με χρήσιμο τρόπο τις σχέσεις που διαμορφώνονται και τη θέση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, αφού απολυτοποιεί από την ανάποδη, όλες τις διαφορές ως διαφορές βαθμού. Επιπλέον, και τα δύο σχήματα συχνά δεν διακρίνουν ότι η θέση της Ελλάδας μέσα στην Ε.Ε και η θέση της Ελλάδας μέσα στο διεθνές καπιταλιστικό στερέωμα, αλλά και η θέση της σε ευρύτερα γεωγραφικά-γεωπολιτικά διαμερίσματα, είναι δομικές θέσεις σε διαφορετικά επίπεδα, που συνδέονται δυναμικά μεταξύ τους, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονται. Έτσι, η απάντηση στα ερωτήματα «ποιά η θέση της Ελλάδας στην Ε.Ε», «ποιά η θέση της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό κύκλωμα», «ποιά η θέση της Ελλάδας στη Μεσόγειο», κ.ο.κ, δεν μπορεί να παραμένει σε κάθε περίπτωση η ίδια. Τα διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης ή συστήματα αναφοράς πρέπει να διακριθούν μεταξύ τους, για να μπορούν να μελετηθούν.

Για να καταδείξουμε τόσο τα εννοιολογικά όρια της «εξάρτησης» όσο και της «αλληλεξάρτησης», αρκεί να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε μερικά ερωτήματα όπως: ο εργάτης εξαρτάται από τον κεφαλαιοκράτη; Μήπως ο κεφαλαιοκράτης εξαρτάται από τον εργάτη; Ή μήπως ο ένας εξαρτάται από τον άλλο; Μήπως τότε οι δυο τους αλληλεξαρτώνται, και η διαφορά τους είναι ποσοτική διαφορά ισχύος; Όμως μήπως η διαφορά εργάτη-κεφαλαιοκράτη δεν είναι απλή ποσοτική διαφορά ισχύος, αλλά είναι τέτοια, ώστε να είναι ποιοτική η διαφορά μεταξύ τους; Μήπως τότε ο εργάτης είναι στη πραγματικότητα εξαρτημένος από τον κεφαλαιοκράτη; Και ούτω καθεξής!!! Το πράγμα δεν αλλάζει, αν μεταφράσουμε τα ερωτήματα αυτά με όρους μιας σχέσης πολλών μερών. Ο αδύναμος κρίκος είναι εξαρτημένος από τις ηγέτιδες δυνάμεις; Δεν εξαρτώνται όμως και οι ηγέτιδες δυνάμεις από τον αδύναμο κρίκο, ώστε το «σπάσιμο» αυτού του κρίκου θα σήμαινε ανυπολόγιστες, για αυτές, επιπτώσεις; Αν υπάρχει αλληλεξάρτηση, γιατί μπορούμε να μιλάμε ακόμα για αδύναμο κρίκο; Και αν υπάρχει ανισοβαρής αλληλεξάρτηση, τότε από ποιο «ποσό» διαφοράς ισχύος και πάνω, ένα στοιχείο του συστήματος μετατρέπεται σε «αδύναμο κρίκο» και κυρίως, πώς μπορούμε τότε, χαμένοι στις πολλές ποσοτικές άνισες αλληλεξαρτήσεις, να εντοπίσουμε ποιός είναι τελοσπάντων ο αδύναμος κρίκος, και ποιά η «ανισοβαρής σχέση» που ποιοτικά διαφέρει από τις πολλές άλλες «ανισοβαρείς σχέσεις»;

Η περιγραφή του Β.Ι.Λένιν (βλ. υποσημείωση 20), του αδύναμου κρίκου στο Τι να Κάνουμε, είναι αξεπέραστη, και αναλυτικά ανώτερη, τόσο από την εξάρτηση όσο και προς την αλληλεξάρτηση. Το θέμα είναι να συλλάβουμε τόσο την αλληλεξάρτηση των μερών σε ένα όλον άνισων, ποσοτικών διαφορικών σχέσεων (όπως η «δομή» του Αλτουσέρ), όσο και την ποιοτική ιδιαιτερότητα του Ενός αδύναμου κρίκου. Το θέμα δεν είναι είτε εξάρτηση είτε αλληλεξάρτηση, είτε κέντρο/περιφέρεια είτε αλυσίδα κρίκων, αλλά η αλλαγή της ίδιας της τοποθέτησης του προβλήματος ή ερωτήματος. Ο τρόπος με τον οποίο τίθεται ένα πρόβλημα, προδικάζει το εφικτό ή όχι της λύσης του.
Ένα κείμενο όπως αυτό, που δεν πραγματεύεται τις οικονομικές-τεχνικές πλευρές του προβλήματος, ούτε τις ιστορικές-εμπειρικές, ούτε τις πολιτικές, κάνοντας αφαίρεση τόσων και τόσων παραμέτρων, ενδεχομένως δεν προσφέρει τίποτα στη Realpolitik. Αν κρίνουμε όμως από την αντιπαράθεση των ερμηνευτικών σχημάτων που λαμβάνει χώρα μεταξύ πολιτικών φορέων, και αυτή η πλευρά της πολιτικής, από ό,τι φαίνεται, δεν είναι καθόλου αδιάφορη. Στις κατηγορίες που στρέφονται εναντίον της Επιστήμης της Λογικής του Χέγκελ δύο αιώνες τώρα, ο ίδιος θα μπορούσε να τις επιτρέψει πίσω με μια ερώτηση, χωρίς καν να μπει στον κόπο να γράψει κάποιο νέο κείμενο: Ποιος σκέφτεται αφηρημένα;

Όσον αφορά τα P.IG.S, για να τα γνωρίσουμε, δε χρειάζεται να διαβάσουμε τη Φάρμα των Ζώων του πράκτορα Όργουελ, παρά να ακούσουμε (ξανά!) τους Pink Floyd

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------  
1 Βλ. Οικονομική Κρίση και Ελλάδα, Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ), επιμέλεια: Αδριάνα Βλάχου, Νίκος Θεοχαράκης, Δημήτρης Μυλωνάκης, εκδόσεις Gutenberg, το τρίτο μέρος που τιτλοφορείται «ελλείμματα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, διεθνής ανταγωνιστικότητα και κλαδικές επιδόσεις/διαρθρώσεις», σελ. 229 και επ. Η συλλογή περιέχει τέσσερα μέρη. Το πρώτο τιτλοφορείται «Οικονομική Κρίση και Διεθνείς Διαστάσεις της», το δεύτερο «Δημοσιονομική Κρίση της Ελλάδας και Οικονομική Πολιτική», το τρίτο ήδη αναφέρθηκε, και το τέταρτο, «Η Κρίση της Ελληνικής Οικονομίας και η Κρίση του Ευρώ/ΟΝΕ».
   
2 Mary Douglas, Purity and Danger, Harmondsworth: Penguin, 1970, σελ 12,53. Παρατίθεται στο Zigmunt Bauman, «Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της», στη σειρά «επιστήμες του ανθρώπου», εκδόσεις Ψυχογιός, σελ 26-27.
  
3 Pierre-Andre Taguieff, La Force du préjugé. Essai sur le racisme et ses doubles, Paris, La Découverte, “Armillaire”, 1988. Τον όρο χρησιμοποιούν μεταξύ άλλων οι Negri-Hardt στην Αυτοκρατορία (εκδόσεις scripta) και ο Ε.Μπαλιμπάρ.
   
4 Βλ. Giorgio Agamben, Homo Sacer-Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, 2003, μετάφραση Παναγιώτης Τσιαμούρας, επιμέλεια-επίμετρο Γιάννης Σταυρακάκης, εκδόσεις Scripta, και Giorgio         Agamben, Κατάσταση Εξαίρεσης, μετάφραση Μαρία Οικονόμου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2007. Βλ. και την ανάλυση του Δ.Μπελαντή στο κείμενο θέσεις για το σύγχρονο «κράτος έκτακτης ανάγκης». Στη προκειμένη περίπτωση αναφέρομαι σε ολόκληρες επικράτειες στις οποίες αναστέλλεται ο Κανόνας ή καλύτερα η εφαρμογή του Κανόνα συνίσταται στη διαρκή αυτοαναίρεσή του. Όπως περιγράφεται εδώ, η διαδικασία αυτή αφορά την αναστολή σε ζώνες του συστήματος όπου αυξάνονται ο βαθμός έντασης της ταξικής κυριαρχίας (κράτους και κεφαλαίου) λόγω των χαοτικών φυγόκεντρων τάσεων που πρέπει να ελεγχθούν (αύξησης του βαθμού ταξικής αστάθειας). Όπως θα φανεί παρακάτω, συμβαίνει ο βαθμός έντασης της ταξικής κυριαρχίας και της ταξικής πάλης να αυξάνεται στους λεγόμενους «αδύναμους κρίκους».
   
5 Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της Τρέλας, μετάφραση Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, εκδόσεις Ηριδανός, σελ 25.
    
6 Βλ. Fredric Jameson, The Political Unconsious, Routledge Classics, 2002, ειδικά το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «On Interpretation: Literature as a Socially Symbolic Art».
  
7 Τ.Αντόρνο, Μ.Χορκχάιμερ, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, σελ, σελ 88-89 και σελ 92, μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 1986.
  
8 Μισέλ Φουκώ, Η μικροφυσική της εξουσίας, σελ 83, μετάφραση-σχόλια Λίλα Τρουλίνου, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 1991.
   
9 Για αυτές τις πληροφορίες, βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Black_sheep.
    
10 Σταύρος Δ. Μαυρουδέας, Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση: Καπιταλιστική Κρίση και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, στο Οικονομική Κρίση και Ελλάδα, Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ), σελ 407-408, οι υπογραμμίσεις δικές μου. Προς αποφυγή παρανοήσεων λόγω του συγκεκριμένου αποσπάσματος που παρέθεσα, ο συγγραφέας προτείνει την έξοδο και από την Ε.Ε και από το ευρώ ως τη μόνη φιλολαϊκή-φιλοεργατική λύση (στο ίδιο, σελ 409).
   
11 Κατά την έκφραση του Λουί Αλτουσέρ στο Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, επιμέλεια ελληνικής έκδοσης Δημήτρης Δημούλης), στο κείμενό του «Το αντικείμενο του Κεφαλαίου». Τα βασικά πρόσωπα στο θέατρο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής (λ.χ ο κεφαλαιοκράτης, ο εργάτης κ.α) δεν είναι παρά φορείς των κοινωνικών τους σχέσεων. Πίσω από κάθε «μάσκα» υπάρχει ένα ολόκληρο «μηχανοστάσιο» το οποίο «λειτουργεί» και παράγει αυτές τις «προσωποποιήσεις».
    
12 Για τις προϋποθέσεις αυτές ανάδυσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βλ. Κάρλ Μάρξ, Βασικές Γραμμές της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse der Kritik der politischen Ökonomie), Τόμος Δεύτερος, πρόλογος-μετάφραση-σημειώσεις Διονύσης Διβάρης, πρόλογος στη πρώτη έκδοση Ινστιτούτο Μάρξ-Ένγκελς-Λένιν, εκδόσεις Στοχαστής. Τετράδιο IV,51, Μορφές που προηγούνται από την καπιταλιστική παραγωγή. Σχετικά με τη διαδικασία που προηγείται από τον σχηματισμό της κεφαλαιακής σχέσης, ή από την αρχική συσσώρευση, σελ 358 και επόμενα.
     
13 Κάρλ Μάρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, Βιβλίο 1 (Το προτσές παραγωγής του Κεφαλαίου), υποσημείωση 53, σελ 95-96, μετάφραση Παναγιώτη Μαυρομάτη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002. Υπογραμμίσεις δικές μου.
     
14 Φρίντριχ Ένγκελς, Γράμμα στον Μπλοχ, Λονδίνο, 21-22 του Σεπτέμβρη 1890, όπως περιέχεται στο Μάρξ-Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, Τόμος Δεύτερος, σελ 572-573, εκδόσεις….Το γράμμα παρουσιάζει γενικότερα εξαιρετικό ενδιαφέρον.
   
* Ο Αλτουσέρ αναφέρεται στο παρακάτω απόσπασμα από την περίφημη Εισαγωγή του 1857, στις Βασικές Γραμμές της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse-τόμος πρώτος, εκδόσεις Στοχαστής): «Σε όλες τις κοινωνικές μορφές υπάρχει μια καθορισμένη παραγωγή που καθορίζει τη σειρά και την επιρροή όλων των άλλων, και που άρα οι σχέσεις της καθορίζουν τη σειρά και την επιρροή όλων των άλλων σχέσεων. Είναι ένας γενικός φωτισμός όπου βυθίζονται όλα τα άλλα χρώματα και που τα τροποποιεί στην ιδιαιτερότητά τους. Είναι ένας ιδιαίτερος αιθέρας που καθορίζει το ειδικό βάρος κάθε ύπαρξης που προβάλλει μέσα σ’αυτόν».
      
15 Λουί Αλτουσέρ, Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, οπ.π, σελ 314,
     
16 Oπ.ο, σελ 315-316
     
17 Λουί Αλτουσέρ, Για τον Μάρξ, μετάφραση Τάσος Καφετζής, εκδόσεις γράμματα, 1978, σελ 215.
     
18 Οπ.π, σελ
     
19 Β.Ι.Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός-Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, σελ 99-100
    
20 Β.Ι.Λένιν, Τί να Κάνουμε-Τα φλέγοντα ζητήματα του Κινήματός μας, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002, σελ 197.
     
21 Γκέοργκ  Χέγκελ, Φιλοσοφία του Δικαίου, εισαγωγή-μετάφραση-επίμετρο Στ.Γιακουμής, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, παρ. 187, σε 246.
     
22 Για όλα αυτά εκκινώ από το: Γκέοργκ Χέγκελ, Η διδασκαλία περί της Ουσίας. Επιστήμη της Λογικής [«Μεγάλη Λογική»]-Πρώτος Τόμος, Δεύτερο Βιβλίο. Εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Δημήτρη Τζωρτζόπουλου, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1998.  Πολύ κατατοπιστικό πάνω σε αυτά τα θέματα της δομής και των δομικών της αποτελεσμάτων, όχι από τη σκοπιά της διαλεκτικής, το κείμενο του Gilles Deleuze «how do we recognize structuralism», που έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά (πώς αναγνωρίζουμε τον στρουκτουραλισμό) και περιλαμβάνεται στη συλλογή Η Φιλοσοφία, τόμος Β, από τον Κάντ στον Χούσσερλ-ο εικοστός αιώνας, επιμέλεια Φρανσουά Σατελέ, μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Γνώση, σελ 669 .
    
23 Βλ. εδώ και εδώ
    
24 Giovanni Arrighi, The Long Twentieth Century-Money, Power, and the Origin of Our Times, Verso, 1994, σελ 27, το δεύτερο απόσπασμα στη σελ 28. Αξίζει εδώ κανείς να αντιπαραβάλλει αυτή την ειδική «εφαρμογή» της μακιαβελικής-γκραμσιανής ηγεμονίας με την ανάπτυξη του Ernesto Laclau στο Emancipation(s), London: Verso Books (1995), pp. 36-46. Ο ηγεμόνας ιδιοποιείται και ερμηνεύει κατά το δοκούν το κενό σημαίνον-ομοίωμα της καθολικότητας της δομής. Τόσο η «ηγεμονία» του Arrighi όσο και του Laclau, είναι ερμηνεύσιμες βάσει μιας διαλεκτικής σύλληψης της δομικής λογικής, που μπορεί να παίξει το ρόλο του κοινού παρονομαστή βλ. κυρίως υποσημείωση 22, αλλά και συνδυαστικά τις παραπομπές 21, 25 και 26.
     
25 Κάρλ Μάρξ, Κριτική στην Εγελιανή Φιλοσοφία του Δικαίου και του Κράτους-Εισαγωγή, μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης, εκδόσεις Παπαζήση, σελ 27-28-29.
    
26 Γκέοργκ  Χέγκελ, Φιλοσοφία του Δικαίου, οπ.π, παρ. 244, σελ 283.
     
27 Φρίντριχ Νίτσε, Η Γενεαλογία της Ηθικής, μετάφραση Μινάς Ζωγράφου, εκδόσεις Μάρη, Αθήνα, σελ 67.
     
28 Οπ.π,σελ 85.
    
29 Οπ.π, σελ 88.
    
30 Gilles Deleuze-Felix Guattari, A Thousand Plateaus, capitalism and schizophrenia.To βιβλίο είναι δωρεάν προσβάσιμο εδώ. Αντλώ από το κεφάλαιο On Several Regimes of Signs, που σχετίζεται άμεσα με το κεφάλαιο Faciality.
      
31 Για μια ερμηνεία του όρου αυτού, βλ. Rene Girard, Το Εξιλαστήριο θύμα-Η βία και το ιερό, εκδόσεις Εξάντας, 1991. Δεδομένου ότι ο Rene Girard δίνει μια δική του εκδοχή του «εξιλαστήριου θύματος», πολύ ειδικότερη από τις γενικές αναφορές των Ντελέζ-Γκουατάρι στο σχήμα που χρησιμοποιούμε, το «εξιλαστήριο θύμα» όπως το βλέπουμε στο παρατιθέμενο διάγραμμα δεν έχει το πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο που ο Girard του δίνει.
      
32 Gilles Deleuze, Felix Guattari, οπ.π, On Several Regimes of Signs, σελ 116.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget