Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Διάλογος Χρήστου Λάσκου - Δημήτρη Μπελαντή: Stille nacht (με χαρά σε προσμένουν οι ευρωχριστιανοί)


Αναδημοσίευση από Red NoteBook

29/11/2012


Ιμπεριαλισμός, κυριαρχία, εξάρτηση, ταξική πάλη

του Δημήτρη Μπελαντή



Κατά το τελευταίο διάστημα, αναπτύσσεται ένας σοβαρός διάλογος και προβληματισμός στα πλαίσια της Αριστεράς –και ιδίως στα πλαίσια των διαδικασιών του ΣΥΡΙΖΑ– σχετικά με το ευρώ, την ευρωζώνη και την αναγκαία στρατηγική στάση μας απέναντι σε αυτά. Διατυπώνεται η άποψη ότι μια κριτική ή και αρνητική στάση απέναντι στην ευρωζώνη μπορεί να δώσει έδαφος για την επαναφορά στην Αριστερά της παλαιάς θεωρίας της «εξάρτησης», όσον αφορά τον ελληνικό καπιταλισμό, και συνακόλουθα να οδηγήσει σε μια «εθνικοανεξαρτησιακή» προσέγγιση αναβιώνοντας στην καλύτερη περίπτωση την θεωρία των σταδίων και στην χειρότερη έναν εθνικιστικό και απομονωτικό προσανατολισμό. Ότι ακόμη θα μπορεί, έτσι, να υποβαθμιστεί ο στόχος της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού και η πρωτεύουσα σημασία της κεφαλαιακής σχέσης. Πιστεύουμε ότι τα πράγματα είναι απείρως πιο σύνθετα και θα διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις σε σχέση με αυτό.

1. Η θεωρία της εξάρτησης και οι κριτικές της

Θυμίζουμε εδώ ότι τόσο στην κομμουνιστική Αριστερά όσο και στο ΠΑΣΟΚ κυριάρχησαν μέχρι και την δεκαετία του ’80 ορισμένες παραλλαγές της θεωρίας της εξάρτησης. Στην μεν κομμουνιστική Αριστερά, κυριάρχησε για δεκαετίες η άποψη της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1934) –επικαιροποιημένη κατά διαστήματα βάσει της θεωρίας του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού– για έναν ελληνικό καπιταλισμό, όπου δεν επικρατούσαν πλήρως, ή πάντως όχι με ώριμο τρόπο, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και εξουσίας, πράγμα που συνδεόταν άρρηκτα με φεουδαλικά κατάλοιπα και με την εξάρτησή του ελληνικού καπιταλισμού από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. H θέση αυτή οδηγούσε σε ένα στάδιο αστικοδημοκρατικής και ανεξαρτησιακής ολοκλήρωσης ή σε ένα διακριτό αντιμονοπωλιακό/αντιιμπεριαλιστικό στάδιο, όπως ίσχυσε μετά τον πόλεμο.

Ακόμη περισσότερο, στο ριζοσπαστικό ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1970 ήταν πολύ ισχυρή η θεωρία «μητρόπολης-περιφέρειας», η οποία ενέτασσε την Ελλάδα στην «περιφέρεια» του διεθνούς καπιταλισμού μαζί με την Ασία, την Αφρική και την τότε Λατινική Αμερική (Σαμίρ Αμίν, Α.Γκ. Φρανκ, Καρντόζο, Κόρντομπα κ.π..α). Οι θέσεις αυτές θεωρούσαν ότι τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ασκούν απόλυτη οικονομική και πολιτική κυριαρχία στην ελληνική αστική τάξη («ξενοκρατία»), η οποία είναι κομπραδόρικη, ότι αποσπούσαν υπερκέρδη μη επανεπενδυόμενα κλπ. Γενικότερο θεωρητικό πρόβλημα αυτών των θέσεων ήταν το γεγονός ότι υποβάθμιζαν τις εσωτερικές ταξικές συγκρούσεις και ανήγαν την βασική διαιρετική τομή στην σύγκρουση του ιμπεριαλισμού με το υπανάπτυκτο έθνος, απολυτοποιώντας τον υπαρκτό παράγοντα των διεθνών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η θέση αυτή, εφαρμοζόμενη στην Ελλάδα, ήταν λαθεμένη. Ο ελληνικός καπιταλισμός, όσον αφορά την ωριμότητα των καπιταλιστικών σχέσεων, ήταν ήδη από τις απαρχές του, ένας δυνάμει αναπτυγμένος καπιταλισμός (βλ. και Σ. Μάξιμου «Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού»), με τάσεις κυριάρχησης στην ευρύτερη περιοχή. Ιδίως, μάλιστα, μετά την αναδίπλωση του παροικιακού κεφαλαίου στο ελληνικό κράτος και την μικρασιατική καταστροφή, όχι μόνο σταθεροποιήθηκαν και παραγωγικά οι καπιταλιστικές σχέσεις, αλλά απέκτησαν και χαρακτηριστικά του μονοπωλιακού σταδίου (συγκέντρωση/συγκεντροποίηση, δημιουργία ομίλων κλπ βλ. αυτά αναλυτικά στην κριτική του Π. Πουλιόπουλου στην 6η Ολομέλεια). Μετά την καταστροφή της δεκαετίας του ’40, και ιδίως από την δεκαετία του ’60 και ως την δεκαετία του ’80, ο ελληνικός καπιταλισμός αναβαθμίστηκε διεθνώς, έκανε έστω και περιορισμένες εξαγωγές κεφαλαίων και ανέπτυξε με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα μια σχέση (ανισότιμης) συνεργασίας και όχι «υποτέλειας». Εσωτερίκευσε πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά όψεις της ύστερης νεοτερικότητας, σε πείσμα όσων μιλούν μόνο για τις πελατειακές σχέσεις και την «καθ ημάς Ανατολή». Διεκδίκησε, μάλιστα, και έναν υποϊμπεριαλιστικό ρόλο στα Βαλκάνια και την Α. Μεσόγειο (θέση που δέχεται πλέον σήμερα και το ΚΚΕ).

Σε όλα τα παραπάνω, η κριτική τομέων του ελληνικού μαρξισμού, και ιδίως της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος-Β’Πανελλαδική και του κύκλου των «Θέσεων», υπήρξε για μεγάλο διάστημα γόνιμη και διδακτική.

2. Για την κυριαρχία εντός του ιμπεριαλισμού: λυγίζοντας το ραβδί

Τα παραπάνω, όμως, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συχνά αιωρούμενο συμπέρασμα ότι ο ιμπεριαλισμός, η διεθνής καπιταλιστική οργάνωση, αποτελείται από ένα παρατακτικό άθροισμα κοινωνικών σχηματισμών, ισότιμων και όλων τους δυνάμει ιμπεριαλιστικών (όπως τα «άτομα» στην καπιταλιστική κοινωνία). Όπως μας έχει διδάξει ο Λένιν, αλλά και όπως αποδεχόταν ουσιαστικά όλο το δεύτερο κύμα των κλασικών του μαρξισμού στη Β’ και Γ’ Διεθνή (από τον Κάουτσκυ και τον Χίλφερντινγκ ως την Ρόζα και τον Μπουχάριν), ο ιμπεριαλισμός αποτελεί μια ανισόμετρα και κυριαρχικά δομημένη «αλυσίδα», ο τρόπος ένταξης στην οποία σχετίζεται κυρίαρχα με τους όρους γένεσης και ύπαρξης κάθε εθνικού καπιταλισμού, με την εσωτερική ταξική πάλη, αλλά δευτερευόντως και με τις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις. Η συμπύκνωση των εσωτερικών και διεθνών αντιφάσεων στον «αδύνατο» κρίκο οδηγεί στην επαναστατική ρήξη. Ακόμη και μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλισμών, δεν είναι όλοι ιμπεριαλιστικοί (καθώς αυτό προϋποθέτει μια ιδιαίτερη συμπύκνωση οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος), ούτε όλοι οι ιμπεριαλιστικοί σχηματισμοί έχουν την ίδια αφετηρία και δυναμισμό∙ για παράδειγμα, δεν είναι σήμερα στην ίδια θέση οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία ή η Γερμανία και η Ολλανδία. Ούτε είναι στατική η «κατάταξη» στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, αφού οι κρίκοι της είναι δυνατόν να αναβαθμίζονται ή να υποβαθμίζονται για λόγους που έχουν σχέση όχι μόνο με τον οικονομικό δυναμισμό, αλλά και με την ταξική πάλη εντός κάθε χώρας.

Η ελληνική αστική τάξη, χωρίς να είναι διόλου «υπανάπτυκτη», ανέπτυξε ιστορικά (ανισότιμες) σχέσεις με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που υπήρξαν πολύτιμες για την εσωτερική κυριαρχία της, ιδίως την πολιτική. Ήταν τα γερμανικά όπλα που στήριξαν τους αστούς πολιτικούς και τις «εθνικές αντιστασιακές οργανώσεις» στην Κατοχή έναντι του ΕΑΜ. Ήταν τα βρετανικά μυδράλια και τα αμερικάνικα βομβαρδιστικά αυτά που έκριναν πολιτικοστρατιωτικά –μαζί βεβαίως και με τα στρατηγικά λάθη του ΕΑΜ και το ΚΚΕ– τη νίκη της ελληνικής αστικής τάξης και την έβγαλαν από του χάρου τα δόντια. Ήταν το σχέδιο Μάρσαλ που της έδωσε αναπτυξιακή ώθηση. Για όποιους αγνοούν τις αντιφάσεις, είναι δύσκολο να κατανοηθεί ότι υπήρξε κεφαλαιοκρατικά αναπτυγμένη αλλά συχνά πολιτικά «υποτελής». Αλλά και από την δεκαετία του ’70 και πέρα, η μεταπολιτευτική αστική τάξη επένδυσε πολιτικά στην ΕΟΚ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο για να μοιράσει με τους ισχυρότερους ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς πεδία κερδοφορίας, αλλά και για να επιβάλει, εκμεταλλευόμενη τη δύναμη της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, πολιτικούς και κοινωνικούς όρους (όλο και πιο νεοφιλελεύθερους, όπως και παντού στην Ε.Ε.) πάνω στην εργατική της τάξη. Η ελληνική αστική τάξη αξιοποίησε την Ε.Ε. ως ένα «στρατηγείο της αντεπανάστασης» και όχι, βεβαίως, ως «το πεδίο της δημοκρατίας και της δημιουργικής συνεργασίας των λαών». Επίσης, την αξιοποίησε για να ενισχύσει τον υποϊμπεριαλιστικό της ρόλο. Δεν είναι τυχαίες οι αποστολές ελληνικού στρατού στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν, και αύριο στις νέες συρράξεις της περιοχής μας.

Βεβαίως, σε κάθε ενδοκαπιταλιστικό παιχνίδι υπάρχουν τελικά κερδισμένοι και χαμένοι (η περίφημη θεωρία των «ψαριών»). Τόσο η ανισόμετρη αρχιτεκτονική της Ε.Ε. –υπέρ των πιο ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών, υπέρ του φιλογερμανικού μπλοκ– , όσο και η φυσιολογικά μεγαλύτερη ένταση της κρίσης στους σχετικά πιο «αδύναμους» καπιταλιστικούς κρίκους, καθόρισαν κατά τα τελευταία χρόνια –πέρα από την ύπαρξη και φάσεων σημαντικής ανάκαμψης– μια τάση έντονης υποβάθμισης του ελληνικού καπιταλισμού διεθνώς, αλλά και εντός της Ε..Ε. Μια φάση που, σε συνδυασμό και με την γενική εξαθλίωση, την όξυνση της κοινωνικής κρίσης και την ανάπτυξη μιας ηγεμονικής πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα, διαμορφώνει μια κατάσταση γενικότερης καταστροφής των όρων αναπαραγωγής του κοινωνικού σχηματισμού και «εθνικής κρίσης» (ο όρος ανήκει στον Λένιν και όχι σε κάποιο θεωρητικό του εθνικισμού). Αλλά και ενισχύει τους όρους κυριαρχίας των ισχυρότερων κρίκων πάνω στην ελληνική αστική τάξη, μειώνει τους ελιγμούς και τον χώρο κίνησης της τελευταίας. Όποιος ακούει μαζί με τους κομπασμούς και τα παράπονα της ελληνικής αστικής τάξης, μπορεί να το καταλάβει.

Τα παραπάνω δεν γράφονται για να δρέψουν θεωρητικές δάφνες. Σχετίζονται με άμεσα επίδικα:

Όπως η σχέση μιας ενδεχόμενης κοινωνικής ανατροπής στην Ελλάδα με το διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο: είναι αυτή δυνατή χωρίς κάποιου είδους σύγκρουση με την ευρωζώνη;

Ή όπως το ζήτημα ακόμη και της αποκατάστασης δομών κοινωνικού κράτους και δημόσιας περιουσίας στη χώρα μας, αλλά και αλλού: μπορεί να υπάρξει τέτοιο αντιμνημονιακό πρόγραμμα ακόμη και αμιγώς ρεφορμιστικό, που να είναι συμβατό με το θεσμικό πλαίσιο της ευρωζώνης, τα Σύμφωνα Σταθερότητας και τον συσχετισμό που αυτά αποτυπώνουν;

Ή όπως το ζήτημα του εργατικού διεθνισμού: αυτός θα οργανωθεί επί τη βάσει της αναμονής της «Μεγάλης Νύχτας Στην Ευρωζώνη» ή της ενίσχυσης της εργατικής τάξης στους πιο αδύναμους κρίκους από την εργατική τάξη στους πιο ισχυρούς;

Θέτουμε τα ερωτήματα, ελπίζουμε στον καλόπιστο διάλογο.


11/12/2012


Αναμένοντας τη Μεγάλη Νύχτα στην Ευρωζώνη

του Χρήστου Λάσκου



Με κάποια καθυστέρηση ίσως από την αφορμή, όμως περισσότερο επικαιρικά, με δεδομένο πως μεσολάβησε η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, θα ήθελα να σχολιάσω κάποιες επισημάνσεις του Δημήτρη Μπελαντή, που αφορούν ένα από τα βασικά σημεία διαχωρισμού μεταξύ μας των Συριζαίων. Αναφέρομαι στο ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του μέσα ή του έξω, του ιμπεριαλισμού και του εθνικού πεδίου της ταξικής πάλης.

Αφού σημειώσω αρχικά πως η ανάλυση –οι καταφάσεις– του Μπελαντή είναι περίπου κοινός τόπος για το μεγάλο μέρος της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ –πράγμα που δεν ισχύει για τη μειοψηφία του, που είναι πολύ περισσότερο παραδοσιακά «αντιιμπεριαλιστική -αντιμονοπωλιακή»–, θα μείνω στις ερωτήσεις του, με τις οποίες τελειώνει το κείμενό του. Και θα δηλώσω προκαταβολικά πως αδυνατώ να καταλάβω ποιος είναι ο αποδέκτης των αποριών, που εκθέτει ο αρθρογράφος. Εξηγούμαι αμέσως.

Αναρωτιέται ο Δημήτρης Μπελαντής εάν είναι δυνατή ενδεχόμενη κοινωνική ανατροπή στην Ελλάδα «χωρίς κάποιου είδους σύγκρουση με την Ευρωζώνη». Αναρωτιέμαι, με τη σειρά μου, ρητορικά αν υπάρχει έστω κι ένας σύντροφος ή συντρόφισσα στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, που να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Μια και το ερώτημα τέθηκε, ωστόσο, ας απαντήσω: όχι, λοιπόν, δεν είναι δυνατή η κοινωνική ανατροπή στην Ελλάδα χωρίς (όχι «κάποιου είδους», αλλά) μετωπική σύγκρουση με τις άρχουσες τάξεις και την πολιτική εξουσία της Ευρωζώνης. Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ σε όλους τους τόνους επισημαίνει πως μια ανάληψη της διακυβέρνησης από την Αριστερά θα σημάνει όχι την ομαλή εφαρμογή ενός καλού και ολοκληρωμένου προγράμματος, αλλά μια μεγάλη ρήξη. Εξού και η έμμονη επανάληψη πως, χωρίς την ευρύτατη εμπλοκή των ανθρώπων που θα στρατευθούν σε αυτήν την υπόθεση σε πολύ μεγάλους αριθμούς, χωρίς δηλαδή την συνειδητή απόρριψη της λογικής της ανάθεσης, το εγχείρημα είναι εξ υπαρχής καταδικασμένο. Εξού, ακόμη, η διεθνιστική εμμονή, η οποία συνάδει απολύτως με την κατανόηση πως, χωρίς την έμπρακτη συνδρομή των εργαζομένων της Ευρώπης, χωρίς τον συντονισμό των αγώνων πολύ πέρα από το εθνικοκρατικό επίπεδο, η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη.

Αναρωτιέται, στη συνέχεια, ο Μπελαντής εάν μπορεί να υπάρξει αντιμνημονιακό πρόγραμμα ακόμη και αμιγώς ρεφορμιστικό, «που να είναι συμβατό με το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωζώνης, τα Σύμφωνα Σταθερότητας και το συσχετισμό που αυτά αποτυπώνουν». Και αναρωτιέμαι, εκ νέου, αν υπάρχει έστω κι ένας σύντροφος ή συντρόφισσα στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Απαντώ, λοιπόν, σε αυτό το ερώτημα με ένα κατηγορηματικό όχι, μια και ο ΣΥΡΙΖΑ με σαφήνεια και παρρησία μιλάει για την αδήριτη, εκ των ων ουκ άνευ, ανάγκη για ριζική ανατροπή της αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης, για κατάργηση όλων των Συνθηκών και των Συμφώνων Σταθερότητας, Ανταγωνιστικότητας, Ανάπτυξης κ.λπ., στην κατεύθυνση της ριζικής επαναθεμελίωσης της ενοποιητικής διαδικασίας για μια Ενωμένη Ευρώπη κοινωνική, οικολογική, σοσιαλιστική. Και ακριβώς επειδή όλα αυτά δεν γίνονται χωρίς την ανατροπή του συσχετισμού που αποτυπώνουν, είναι δεδομένο πως απαιτείται μια έκρηξη των ταξικών αγώνων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο που θα τα κάνει μαχητά και εφικτά. Η επικράτηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα θα μπορούσε να είναι ο σπινθήρας για μια τέτοια διαδικασία. Ο τρόπος που θα πολιτευθεί θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις συνολικές εξελίξεις. Η επικράτηση μιας οποιασδήποτε ιδέας εθνικής αναδίπλωσης, όπως κι αν αμπαλαριστεί, είναι η βέβαιη οδός της απωλείας. Όποιος πιστεύει πως το ζήτημα της κοινωνικής ανατροπής στην Ελλάδα, άρα και στην Ευρώπη, θα παιχτεί με κεντρική αναφορά το εθνικό νόμισμα και τις «ωφέλειες», που αυτό φέρνει μαζί του, μάλλον υποτιμά βάναυσα την έννοια της κοινωνικής ανατροπής.

Το τελευταίο ερώτημα που θέτει ο Μπελαντής είναι και το πιο ενδιαφέρον γιατί, εκτός των άλλων έχει και μια πολύ βαρειά προϊστορία στο κομμουνιστικό κίνημα. Ρωτάει αν ο εργατικός διεθνισμός «θα οργανωθεί επί τη βάσει της αναμονής της «Μεγάλης Νύχτας στην Ευρωζώνη» ή της ενίσχυσης της εργατικής τάξης στους πιο αδύναμους κρίκους από την εργατική τάξη στους πιο ισχυρούς». Το ίδιο ερώτημα στο πλαίσιο της συζήτησης εντός του ΣΥΝ τα τελευταία τρία χρόνια τίθεται από το «Aριστερό Ρεύμα», υπονοώντας πως η πλειοψηφία του ΣΥΝ στοχεύει σε μια ταυτόχρονη ανατροπή σε ολόκληρη την Ευρώπη -«την ίδια μέρα (ή νύχτα;), ώρα και λεπτό», όπως σημείωσε κάποτε ένας σύντροφος του Ρεύματος. Και, προφανώς, ως που να γίνει αυτό, απλώς το αναμένει.

Δεν θα απαντήσω σε αυτό το ερώτημα. Δεν μπορώ να αποδεχτώ πως σύντροφοί μας μάς θεωρούν τόσο ανόητους, ώστε να υποστηρίζουμε κάτι τέτοιο. Το τι πράγματι υποστηρίζουμε, άλλωστε, είναι γνωστό: βρίσκεται μέσα σε βιβλία, άρθρα, δημόσιες προφορικές παρεμβάσεις, βρίσκεται, κυρίως, μέσα στις αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα, μάλλον είναι πειστικό. Δεν θα ήταν λογικό, εξάλλου, να υποθέσουμε πως ένα 30% ή 35% του ελληνικού λαού κατάλαβε πως του προτείνουμε μια γλυκιά ρομαντική αναμονή της Μεγάλης Νύχτας και μας επιβράβευσε γι’ αυτό. Δεν στέκει.

Δεν θα επιμείνω, όμως. Θα κλείσω το σχολιασμό με ένα χαρακτηριστικό, νομίζω, παράθεμα: «Ο Στάλιν αποδίδει στον Τρότσκι την ιδέα ότι η επανάσταση στις αναπτυγμένες χώρες πρέπει ν’ αρχίσει «ταυτόχρονα» -μόλο που δεν μπορεί να σημειώσει ούτε μια λέξη του Τρότσκι που να στηρίζει αυτό τον ισχυρισμό» [1]. Και, ακόμη, «[μ]ια κι ο μανιχαϊκός ισχυρισμός ολοκληρώθηκε, έτσι ώστε όχι μόνο να διευκολύνει την επίθεση ενάντια στον Τρότσκι, αλλά επίσης ν’ αποκρύψει και το γεγονός πως η επίθεση αυτή κατευθυνόταν, στην πραγματικότητα, ενάντια στους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, ο Στάλιν συμπεραίνει: «Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι η παγκόσμια θεωρία μιας ταυτόχρονης νίκης της επανάστασης στις κυριότερες χώρες της Ευρώπης, η θεωρία ότι η νίκη του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα είναι ανέφικτη, αποδείχτηκε ότι είναι τεχνητή, όχι βιώσιμη θεωρία». Παγκόσμια θεωρία της ταυτόχρονης νίκης της επανάστασης δεν υπήρξε ποτέ. Και λοιπόν;

Τι θέλω να πώ, επομένως, σχετικά με τις προϋποθέσεις μιας καλόπιστης συζήτησης, στην οποία μας προσκαλεί ο Μπελαντής; Να απαντάμε, να επερωτούμε και να αντικρούουμε αυτό που όντως λέει ο «αντίπαλος. Αυτή είναι η πρώτη και κυριότερη από τις προϋποθέσεις. Ας έχουμε αυτό, κι όλα τα άλλα θα τα βρούμε.

____________

[1] Φερνάντο Κλαουντίν, Ο Στάλιν σαν ρεβιζιονιστής και τα όρια της κριτικής του Τρότσκι, στο: Το Διαρκές 1917, Αφιέρωμα του Red NoteBook στην Οκτωβριανή Επανάσταση, εκδ. ΚΨΜ, 2012, σελ. 106-116.


13/12/2012


Μεγάλες Νύχτες, Δύσκολες Αυγές

του Δημήτρη Μπελαντή



Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τις κριτικές επισημάνσεις του συντρόφου Χρήστου Λάσκου σε σημείωμά μου στο Red Notebook για την σχέση ιμπεριαλισμού, κυριαρχίας και ταξικής πάλης. Κατ’αρχήν, θα ήθελα να εκφράσω την ικανοποίησή μου, που μια τόσο δραματική αλλά και ενδιαφέρουσα στρατηγική συγκυρία επιτρέπει, επιτέλους, να συζητήσουμε ανοιχτά, με στρατηγικά επιχειρήματα, με πλειοψηφίες και μειοψηφίες, με πολιτικές συγκρούσεις για το ζήτημα της κοινωνικής ανατροπής και του σοσιαλισμού/κομμουνισμού. Σπάει ένα ταμπού που για πολλά χρόνια ταλάνισε τον ΣΥΡΙΖΑ, και σύμφωνα με το οποίο η γραμμή δεν ήταν αποτέλεσμα διαβούλευσης, αλλά προϊόν ισορροπιών ανάμεσα σε συνιστώσες, ηγετικές ομάδες και «σημαίνοντες ανένταχτους». Ας προσέξουμε εδώ: όχι μόνο ανάμεσα στις «συνιστώσες της νυν Αριστερής Πλατφόρμας», αλλά ανάμεσα σε όλες ανεξαιρέτως τις συνιστώσες με προεξάρχοντα τον Συνασπισμό.

Όσον αφορά τις θέσεις μου για τον «αναπτυγμένο» ελληνικό καπιταλισμό, τις υποστηρίζω πάγια εδώ και δεκαετίες χωρίς όμως, να τις θεωρώ και προαπαιτούμενο για την επίλυση όλων των πολιτικών προβλημάτων.

Για να έλθω, όμως, στην ουσία. Είναι θετικό το ότι συμφωνούμε στην ανάγκη μετωπικής σύγκρουσης με τους μηχανισμούς και τις δομές της ευρωζώνης -και, ας το προσθέσω, δεν είναι διόλου αυτονόητο. Η αναφορά μου στην «κάποια σύγκρουση» είχε, προφανώς, ρητορικό χαρακτήρα και μόνο.

Ας προχωρήσω, όμως, τον συλλογισμό: Όταν ο Χ.Λ. μιλά για «επαναθεμελίωση» της ενοποιητικής διαδικασίας, εννοεί μια κατάσταση δημοκρατικού μετασχηματισμού της ευρωζώνης και της Ε.Ε., μέσα από την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών εργατικών κινημάτων και την κατάκτηση της κυβέρνησης στις χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε. από την Αριστερά; Ή εννοεί μια διαδικασία «καταστροφής» και ανατροπής των δομών της ευρωζώνης και της Ε.Ε, θέση που εγώ βρίσκω ορθότερη; Θα προσθέσω ότι οι δομές της Ε.Ε., και ιδίως της ευρωζώνης (Σύμφωνα Σταθερότητας, Συνθήκες για ανταγωνισμό και απελευθέρωση αγορών από το Μάαστριχτ ως την Λισσαβόνα, αντεργατικά θεσμικά πλαίσια, αντιδημοκρατική δομή κλπ), δεν καταγράφουν μόνο έναν πολυετή ταξικό συσχετισμό δύναμης αλλά και τον αναπαράγουν κατά τρόπο διευρυμένο και μάλιστα με τρόπο σκληρυμένο, θωρακισμένο. Αυτό σημαίνει ότι εδώ δεν μπορεί να ισχύσει η πουλαντζιανή λογική του κράτους ως σχέση-πεδίο δυνάμεων και ταξικών συσχετισμών (που και αυτή τότε μόνο ευσταθεί, αν το αστικό κράτος κατανοηθεί ως πεδίο δυνάμεων με δομικό όριο, όριο μη σταδιακά μετασχηματίσιμο, βλ. και σε Π. Άντερσον «Οι αντινομιες του Αντόνιο Γκράμσι», Αθήνα 1979). Οι δομές αυτές δεν επιτρέπουν μείζονες μεταρρυθμίσεις, αν δε αυτές γίνουν δυνατές κάτω από την πίεση και την διεθνιστική αλληλεγγύη των λαών, τότε η ευρωζώνη και η Ε.Ε. θα μπουν σε μια πορεία διάλυσης ή απόσυρσης σε έναν σκληρό πυρήνα κρατών. Αυτή, λοιπόν, η ανατροπή της ευρωζώνης και της Ε.Ε. θα προκύψει πολύμορφα –μέσα από τον διαρκή συντονισμό των Ευρωπαίων εργαζομένων και των κοινωνικών κινημάτων, μέσα από την απόσπαση αδύναμων κρίκων κλπ. Το ποιο θα είναι το κυρίαρχο, ας το λύσουν οι μελλοντολόγοι. Το σημαντικό σημείο είναι το γεγονός ότι η Ευρώπη των εργαζομένων, της αυτοδιαχείρισης και του σοσιαλισμού δεν μπορεί να οικοδομηθεί με τα ίδια «θεσμικά εργαλεία» και δομές, όπως εκείνα που συγκροτούν την Ε.Ε. ως αστική-ιμπεριαλιστική συμμαχία και ως στρατηγείο της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης. Αυτή, άλλωστε, η άποψη δεν χαρακτήρισε ιστορικά τους εθνοσκεπτικιστές (οι οποίοι ενδιαφέρονταν μόνο για το ζήτημα της απώλειας κυριαρχίας) αλλά κυρίως κριτικούς μαρξιστές όπως ο Ν. Πουλαντζάς –και αυτό δεν το προβάλλω για να δώσω κύρος στην άποψή μου, αλλά επειδή το επιβάλλει η ιστορική αλήθεια.

Για να έλθω τώρα στο περίφημο ζήτημα του «αδύναμου κρίκου». Αυτό, κατά την γνώμη μου, αφορά το ζήτημα αν μπορεί να κατακτηθεί η πολιτική εξουσία (και όχι μόνο η διακυβέρνηση) σε μια ορισμένη καπιταλιστική χώρα, σε μια χώρα όπου συμπυκνώνονται οι οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις όχι μόνο μέσα στον εθνικό σχηματισμό αλλά και στο διεθνές πεδίο της ταξικής πάλης, όπου η συμπύκνωση αυτή δημιουργεί συνθήκες ενδοκρατικής ρήξης. Δεν αφορά το ζήτημα αν ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός μπορούν να οικοδομηθούν σε μια ορισμένη χώρα –πράγμα που δικαίως αρνούνταν ο Λένιν και ο Τρότσκι. Η διαμάχη Τρότσκι-Στάλιν μετά το 1923 –στην οποία και αναφέρεται ο Χ.Λ.– δεν αφορά το αν δικαίως έγινε η ρώσικη επανάσταση το 1917 χωρίς να περιμένουν οι Μπολσεβίκοι τους γερμανούς, τους γάλλους κομμουνιστές κλπ, αλλά το αν η ρώσικη επανάσταση μπορεί να επιζήσει μεσοπρόθεσμα και να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα χωρίς την επέκταση της επανάστασης και αλλού. Πράγματι, η κριτική του Στάλιν στον Τρότσκι ότι ήθελε την «ταυτόχρονη επανάσταση» ήταν στρεβλωτική της άποψής του. Αλλά ο Τρότσκι δεν αντέλεγε σε αυτό με το επιχείρημα ότι δεν έχει νόημα να σπάσουν χωριστά οι κρίκοι στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Αντίθετα, κατήγγειλε τον Στάλιν ότι είχε μια πολιτική που εμπόδιζε την επιτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια σειρά από χώρες (Γερμανία, Κίνα, Ισπανία, Γαλλία), όπου προέκυπτε επαναστατική κατάσταση, και ότι έτσι καταδίκαζε την Σοβιετική Ένωση στην απομόνωση και στην αποτυχία. Η άποψη ότι οι «Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης» ως στόχος αποκλείουν την επαναστατική ρήξη σε εθνική κλίμακα δεν έχει καμία σχέση με τον τροτσκισμό (ο οποίος έχει άλλα προβλήματα, που δεν έχουν καμία σχέση με το προκείμενο).

Παρεμπιπτόντως, ο μόνος που κατήγγειλε τους Μπολσεβίκους για το ότι μονομερώς προχώρησαν στην επανάσταση σε μια «καθυστερημένη» χώρα από την σκοπιά των παραγωγικών δυνάμεων ήταν ο «ορθόδοξος μαρξιστής» Καρλ Κάουτσκυ και όχι ο Τρότσκι, βεβαίως. Ο Κάουτσκι διεκδικούσε για την Γερμανια τα πρωτεία μιας κάποιας σοσιαλιστικής ρήξης. Πρόκειται για τον διάλογο ανάμεσα στο «Τρομοκρατία και κομμουνισμός» του Κάουτσκυ και το «Η προλεταριακή επανάσταση και ο απόστάτης Κάουτσκυ» του Λένιν. Ο Γκράμσι συνέχισε αυτήν την συζήτηση μιλώντας θαρραλέα για «επανάσταση ενάντια στο «Κεφάλαιο».

Αν τα παραπάνω είναι ισχυρά, τότε υπάρχουν όντως διαφωνίες με τον σ.Λάσκο. Κατ’ αρχήν, όμως, δεν είναι διαφωνίες ανάμεσα στο «εθνικό» και το «διεθνές» μέτωπο. Είναι διαφωνίες που αφορούν α) την δυνατότητα μετασχηματισμού της Ε.Ε. και της ευρωζώνης σε θετική κατεύθυνση και β) το αν υπάρχει όντως εναλλακτική λύση απέναντι στην προοπτική ρήξης με τον καπιταλισμό σε κλίμακα κοινωνικού σχηματισμού, ρήξης θεωρούμενης υπό την ηγεμονία της Αριστεράς και των εργαζομένων και όχι υπό την ηγεμονία της «εθνοαπομονωτικής» αστικής τάξης (η οποία σήμερα δεν φαίνεται να εκπροσωπείται σχεδόν από κανένα, ιδίως μετά την αποδυνάμωση των ΑΝΕΛ). Υπό αυτήν την έννοια, το ζήτημα του εθνικού νομίσματος δεν είναι αυτόνομο αλλά υποτάσσεται στους όρους μιας αντιμνημονιακής και αντικαπιταλιστικής πολιτικής κάτω από συνθήκες διεθνούς πίεσης και σύγκρουσης (με διακοπή χρηματοδότησης, οικονομικό πόλεμο, προβοκάτσιες κλπ). . Δεν είναι, όμως, και έλασσον, όπως φαίνεται να πιστεύουν πολλοί σύντροφοι/ισσες στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά , παραδόξως, και αυτό το ΚΚΕ. Το νόμισμα αντανακλά πολλά πράγματα, διαφορές ανταγωνιστικότητας και κυριαρχίας, δυνατότητες οικονομικής πολιτικής, πολιτικούς συσχετισμούς, πολιτιστικές αναπαραστάσεις).Το ζήτημα του εναλλακτικού σχεδίου εκτός του ευρώ είναι πολύ υπαρκτό όχι γιατί από εμπάθεια ή ταξικό φθόνο ή από αφόρητο εθνικισμό κάποιοι/ες γίναμε ξαφνικά αντιευρωπαίοι αλλά επειδή η εθνική και η διεθνής αστική τάξη σκέφτονται πρωτίστως πολιτικά και δευτερευόντως με βάση το οικονομικό κόστος. Αποφασίζουν ως «κυρίαρχος» και διαλέγουν τον τρόπο αντιμετώπισης του «εχθρού» τους, καθώς διαθέτουν κάθε λογής δικό τους εναλλακτικό σχέδιο. Στην περίπτωση αυτήν , εμείς τι θα κάνουμε ; Θα μείνουμε σταθεροί στις θέσεις μας και στις πρακτικές μας ή θα περιμένουμε τους Κάουτσκυ του καιρού μας (σχόλιο που δηλώνει απλά μια κατάσταση «διεθνιστικής» αμηχανίας και όχι κάποιον ξενόφοβο αντιγερμανισμό, άλλωστε η γερμανική ριζοσπαστική παιδεία μας είναι πάντοτε απολύτως απαραίτητη).

Τέλος, το ευρώ δεν είναι απλώς ένα νόμισμα. Είναι η εθνική αφήγηση του αστισμού μας από το 2001, ενώ η Ενωμένη Καπιταλιστική Ευρώπη είναι η αντίστοιχη εθνική αφήγηση του αστισμού μας από το 1981, η ένταξη στην οικογένεια των «ισχυρών καπιταλισμών», παρά τις εσωτερικές ανισότητες και ανισομέρειες. Αντανακλά ένα ταξικό όριο, ένα «κατώφλι» που εσύ, ο εργάτης, και τα κοινωνικά και εργασιακά σου δικαιώματα απαγορεύεται να το διαβείς. Θυμίζει το παλιό ταξικό όριο της «δημοκρατίας». Αν έβαζες το ζήτημα της ρήξης, της ριζικής κριτικής του καπιταλισμού, γινόσουν «ολοκληρωτικός», «σταλινικός», εκτός δημοκρατικού φάσματος, εκτός συνταγματικού τόξου, στην Αριστερά «εκτός δημοκρατικού δρόμου» κλπ. Μια τέτοια συμβολική αναπαράσταση συμβαίνει και με το ευρώ. Αν δεχτούμε ότι υπάρχει αυστηρά και μόνο το Plan A, στην πράξη αποδεχόμαστε το συμβολικό ταξικό όριο. Αυτό είναι το ζήτημα και κανένα άλλο. Αν συμφωνούσαμε σε αυτό επί της ουσίας, στο ότι δηλαδή δεν υπάρχει κανένα ταξικό όριο ανάμεσα στην στρατηγική μας και την πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να μείνουμε στο «καμία θυσία για το ευρώ» και σε τίποτε άλλο. Δεν είμαι, όμως, βέβαιος ότι συμφωνούμε.


Προσθήκη: Συνέχιση του διαλόγου (!)

24/03/2014

Ευρώπη και αριστερός ευρωπαϊσμός

του Δημήτρη Μπελαντή


Υπάρχει, άραγε, ένας ορίζοντας που ξεπερνά σήμερα το ελληνικό έθνος-κράτος και είναι αντικειμενικά προοδευτικός και ριζοσπαστικός; Ένας ορίζοντας όπου οι αξίες της δημοκρατίας (έστω της αστικής) και του κοινωνικού κράτους βρίσκουν πιο γόνιμο έδαφος από ό,τι στην Ελλάδα και όπου οι ιδέες του Διαφωτισμού έχουν αναλάβει έναν καθοδηγητικό ρόλο;

Ναι, βεβαίως, απαντάνε οι ευρωπαϊστές αριστερής φυσιογνωμίας και κοπής. Ο ορίζοντας αυτός δεν είναι γενικά και αφηρημένα η «κοσμόπολις». Η Ευρώπη και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το αδιαμφισβήτητο ιστορικό καταφύγιο των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αντιλήψεων, αλλά και ένα διεθνές καθοδηγητικό παράδειγμα για τη δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος και τα κοινωνικά δικαιώματα. Ο τελικός στόχος είναι το ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό υπερκράτος. Η τυχόν αποχώρησή μας από αυτήν την ένωση θα σήμαινε μια εθνικιστική και φιλοφασιστική τυχόν εκτροπή, παράλληλα προς τις αρνητικές συνέπειες από την αναγκαστική υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος.

Κοντολογίς, μόνο άσχημα πράγματα θα μας συμβούν αν αποχωρήσουμε από την Ευρωζώνη και ενδεχομένως και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα; Μας λένε οι «ευρωπαϊστές» την αλήθεια; Μετά το Μάαστριχτ και πιο πρόσφατα μετά την Κύπρο το 2013 και την Ουκρανία το 2014, τι έχει απομείνει από τη δημοκρατικότητα ή το φιλοκοινωνικό προσανατολισμό της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης;

Μύθος πρώτος: Η ιδέα της ενωμένης οικονομικά Ευρώπης είναι μια αντιπροσωπευτική ιδέα της Αριστεράς και έχει γνήσιο διεθνιστικό προσανατολισμό και καταγωγή.

Στην πραγματικότητα, η ιδέα της οικονομικής ευρωπαϊκής ένωσης ανάγεται αρχικά στη στρατηγική της γερμανικής άρχουσας τάξης και του γερμανικού ιμπεριαλισμού σε δύο φάσεις, την πρώτη του γερμανικού ιμπεριαλισμού υπό τον Κάιζερ μεταξύ 1900 και 1918 και τη δεύτερη του γερμανικού ιμπεριαλισμού υπό το ναζισμό. Και στις δύο αυτές περιόδους, όπως έχω δείξει και αλλού (βλ. το άρθρο μου «Πεθαίνοντας για την ευρωζώνη» στο www.rednotebook.gr την άνοιξη του 2013) η πολεμική περιπέτεια των παγκοσμίων πολέμων συνδέθηκε με μια στρατηγική ενοποίησης της Ευρώπης (όχι μόνο τελωνειακής, αλλά και νομισματικής και παραγωγικής) υπό τη γερμανική καπιταλιστική ηγεμονία. Ιδίως ο Γερμανός καγκελάριος της έκρηξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου Μπέτμαν-Χόλβεκ είχε διακηρύξει ένα σχέδιο ενσωμάτωσης περιοχών στο Ράιχ, δημιουργίας μιας ζώνης οικονομικά και πολιτικά δορυφόρων κρατών που θα καλούνταν «Μεσευρώπη»

(Mitteleuropa) με βασικούς εταίρους την Αυστρουγγαρία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και ορισμένες βαλκανικές χώρες και τέλος νομισματικής ενοποίησης όλης της συμμαχικής προς τη Γερμανία Ευρώπης με νόμισμα το ευρωμάρκο (βλ. και το περίφημο βιβλίο του ιστορικού Fritz Fischer «The military aims of Germany at the first world war», 1961). Αντίστοιχο σχέδιο είχαν επεξεργασθεί και οι οικονομολόγοι γύρω από τον Γκέρινγκ και τον Σπέερ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά ακόμη και ομάδες της άρχουσας τάξης που αντιτίθεντο στο ναζισμό (όπως η ομάδα γύρω από τον Στάουφενμπεργκ και τον φον Κανάρις που οργάνωσε το πραξικόπημα κατά του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944) και οι οποίες ήθελαν ένα πιο ευέλικτο και πιο ήπιο καθεστώς ηγεμονίας της Γερμανίας σε μια συμμαχική προς αυτήν Ευρώπη. Όπως επισημαίνει ο Βρετανός ιστορικός Νάιαλ Φέργκιουσον, η τυχόν μη παρέμβαση της Βρετανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914 θα οδηγούσε σε μια οικονομική «Ευρωπαϊκή Ένωση» ήδη από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα («The Kaiser’s European Union»). Από την αρχή ήταν προφανές ότι αυτή η οικονομική δομή δεν θα συμβάδιζε με την ύπαρξη μιας μαζικής δημοκρατίας, παρά το ότι οι πολιτικοί σύμβουλοι του Κάιζερ ή του Χίτλερ τόνιζαν με ρατσιστικά επιχειρήματα τη διαφορά της πολιτισμένης Ευρώπης από την απολίτιστη Ρωσία και τη βάρβαρη ανατολική Ευρώπη. Ο κοινοβουλευτικός-απολυταρχικός αυταρχισμός ή ο ναζισμός θα ήταν οι πολιτικές όψεις της οικονομικής συσσωμάτωσης μέσα από την οποία η Γερμανία θα καταπολεμούσε τη Βρετανία και τις ΗΠΑ σε διεθνή κλίμακα.

Προφανώς, το αρχικό σχέδιο για την ΕΟΚ και ειδικά για την Ένωση Άνθρακα και Χάλυβα των Ρομπέρ Σουμάν και Ζαν Μονέ καθώς και του Πολ-Ανρί Σπάακ ήταν ένα σχέδιο -αναπόφευκτα μετά τη συντριβή του ναζισμού-, το οποίο κινούνταν σε μια αστικοδημοκρατική και φιλελεύθερη πολιτικά κατεύθυνση. Όμως, είναι φανερό ότι δεν ήταν τα κίνητρά τους βασικά πολιτικά ή έστω αστικοδημοκρατικά, καθώς κινούνταν γεωπολιτικά στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και οικονομικά στην ενίσχυση των βασικών ευρωπαϊκών κρατών (πλην της Βρετανίας) στο πλαίσιο του διεθνούς καπιταλιστικού ανταγωνισμού και στη διαμόρφωση της Κοινής Αγοράς. Επίσης, ήταν ένα σχέδιο το οποίο επιχειρούσε τη μονιμότερη πολιτικοοικονομική ενσωμάτωση της Δυτικής Γερμανίας στο δυτικοευρωπαϊκό χώρο ώστε και να μην αποτελέσει ξανά κίνδυνο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια αλλά και να συστήσει ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι στην «κομμουνιστική επιθετικότητα». Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το σχέδιο αυτό καθόλου δεν αμφισβήτησε την τελευταία εναγώνια προσπάθεια των αποικιοκρατών (Γαλλία, Ολλανδία, Βρετανία, Βέλγιο, Πορτογαλία) να διατηρήσουν τις αποικίες τους και να ματοκυλήσουν τους λαούς για τα συμφέροντά τους. Επίσης, το σχέδιο αυτό ουδόλως αμφισβήτησε την ήδη ύπαρξη ή και εγκατάσταση δικτατορικών καθεστώτων σε χώρες της δυτικής Ευρώπης όπως στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, παρά το ότι στην περίπτωση της Ελλάδας «πάγωσε» η σχέση σύνδεσης. Tέλος, είναι φανερό ότι αυτός ο «οικονομικός κοσμοπολιτισμός» που αφορά τόσο τα αρχικά γερμανικά σχέδια όσο και το σχέδιο για την ΕΟΚ, καθόλου δεν αμφισβητούσε τη σταδιακή κυριαρχία των βασικών οικονομικών και πολιτικών εθνικισμών στο κοινό στερέωμα, αποκλειστικά του γερμανικού εθνικισμού στα αρχικά γερμανικά σχέδια, του γαλλικού και σταδιακά και του γερμανικού στο «σχέδιο ΕΟΚ».

Μήπως, όμως, μπορεί η Ενωμένη Ευρώπη να αναχθεί στο περίφημο αριστερό σύνθημα για τις «Ενωμένες (Σοσιαλιστικές) Πολιτείες της Ευρώπης»; Μήπως η συγκρότηση ενός κοινού ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους έχει υπάρξει και ιστορικά το κατάλληλο έδαφος για τη δημοκρατική και σοσιαλιστική αναγέννηση στον ευρωπαϊκό χώρο; Ήδη από την εποχή του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου (1915) είχε τεθεί μέσα στο καμίνι της εθνικιστικής αλληλοσφαγής από πτέρυγες της σοσιαλδημοκρατίας των ευρωπαϊκών χωρών το σύνθημα των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» ως άμεσος στόχος που θα ήρε τον πόλεμο, θα ενίσχυε τη δημοκρατία και θα άνοιγε το δρόμο προς το σοσιαλισμό. Αυτή η πρόταση αφορούσε κυρίως όχι ένα σχέδιο οικονομικής ενοποίησης, αλλά ένα σχέδιο πολιτικής ενοποίησης με δευτερεύουσα την οικονομική συνιστώσα. Σε αρκετά σημεία θύμιζε, από μια πάντως πιο προοδευτική σκοπιά, τη θεωρία του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό, δηλαδή τη διεθνή ή έστω περιφερειακή ιμπεριαλιστική ενοποίηση και ολοκλήρωση ως προστάδιο και αναγκαστικό μεταβατικό βήμα προς το σοσιαλισμό και φαίνεται ότι αντανακλούσε ένα σχετικά ισχυρό ρεύμα στη διεθνή Αριστερά. Όμως, ήταν ο Λένιν αυτός που αρνήθηκε την έννοια των «Ε.Π.Ε.». Σε μια σημαντική τοποθέτησή του στο εσωτερικό της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας ( βλ. και σε http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=11916:l...) ο Λένιν υποστήριξε ότι σε συνθήκες όξυνσης των ενδοκαπιταλιστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων η υλοποίηση του συνθήματος θα οδηγούσε είτε σε μια αντιδραστική κατεύθυνση είτε θα ήταν απολύτως αδύνατη. Η αντιδραστική κατεύθυνση θα σήμαινε την απεμπόληση της σοσιαλιστικής επανάστασης σε κάθε μία χώρα, το να τεθεί ως προτεραιότητα ένας στόχος είτε αδύνατος είτε υποκείμενος στον έλεγχο του ταξικού αντιπάλου και να αποδεχτεί το εργατικό κίνημα μια προσωρινή συμφωνία των καπιταλιστών για τον αμοιβαίο έλεγχο των πόρων και των αγορών, δηλαδή μια προσωρινή συμμαχία των καπιταλιστών μεταξύ τους με καθορισμό της σφαίρας επιρροής του καθενός. Ήδη η άρνηση της θεωρίας του «υπερϊμπεριαλισμού» από τον Λένιν φανέρωσε ότι μια συμφωνία τέτοιου τύπου αναγκαστικά θα ήταν προσωρινή και θα ήταν μια παρένθεση έως τον επόμενο οικονομικό ή και πολιτικοστρατιωτικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι η Αριστερά δεν υπήρξε ποτέ ο κύριος ή ο έστω ηγεμονικός παράγων του συνθήματος ή του πλαισίου για την Ενωμένη Ευρώπη και ιδίως για την οικονομικά ενωμένη καπιταλιστική Ευρώπη. Το πλαίσιο αυτό προτάθηκε κατά καιρούς από τα επιτελεία των ιμπεριαλιστικών αρχουσών τάξεων των ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών (ιδίως από την Γερμανία) ή από διανοούμενους και πολιτικούς των αρχουσών τάξεων μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Υπάρχει, όμως, ένα ζήτημα όσον αφορά την πορεία μετασχηματισμού της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1985: η απόφαση του καλοκαιριού 1985 για την πορεία προς μια στενότερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και την τελική νομισματική ενοποίηση ως το 1992 και η τελική υπογραφή της Ε.Ε.Π. το 1986 έφεραν, μεταξύ άλλων, και το στίγμα/παρέμβαση του Ιταλού πολιτικού Αλτιέρο Σπινέλι, ο οποίος υπήρξε από τους πρωταγωνιστές του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού, αλλά και ένας πολιτικός πολύ κοντά στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Εδώ φαίνεται όχι μια πρωταγωνιστική αριστερή τάση στη συγκρότηση της οικονομικής Ενωμένης Ευρώπης αλλά, αντίθετα, μια ισχυρή τάση ηγεμόνευσης ενός τμήματος της Αριστεράς (του προσκείμενου στον Ιστορικό Συμβιβασμό) από το σχέδιο των αρχουσών τάξεων στην Ευρώπη. Όπως και ο Ιστορικός Συμβιβασμός γενικότερα, αυτή η τάση ηγεμόνευσης της Αριστεράς από τον ευρωπαϊσμό κατέτεινε στην ταξική συνεργασία και στην αποδοχή ενός σχεδίου με χαρακτηριστικά όχι μόνο καπιταλιστικά με ταυτόχρονη διατήρηση των όποιων δομών του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους αλλά όλο και περισσότερο και όλο και πιο έντονα νεοφιλελεύθερα. Θυμίζουμε εδώ ότι η περίοδος σύναψης της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης ήταν η περίοδος των μεγάλων συγκρούσεων της βρετανικής άρχουσας τάξης με τους ανθρακωρύχους και της γερμανικής άρχουσας τάξης με τους μεταλλωρύχους (I.G. Metall) ενόψει της νεοφιλελεύθερης απαξίωσης κεφαλαίου και καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων από τις δυνάμεις το κεφαλαίου. Προφανώς, η φυγή προς τα εμπρός των καπιταλιστικών ηγεσιών στην Ευρώπη είχε σχέση και με τα προβλήματα της ταξικής πάλης σε κάθε μια χώρα, όπου οι κοινωνικές αντιστάσεις βιώνονταν ως οικονομικές και κοινωνικές δυσκαμψίες.

Μύθος Δεύτερος: Η ΕΟΚ, και η Ευρωπαϊκή Ένωση ως διάδοχος της ΕΟΚ, αποτέλεσαν και αποτελούν έναν τόπο ανάπτυξης και άνθησης της δημοκρατίας και ισχυρής προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Υποστηρίζεται ευρέως ότι ο ευρωπαϊκός πολιτικός και κοινωνικός χώρος είναι ο προνομιακός για την ανάπτυξη των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Αυτό είναι ένα διακριτό επιχείρημα από το πασίδηλο γεγονός ότι οι αξίες και οι ιδέες του ρεπουμπλικανισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν πρώτα απ’ όλα (αλλά όχι αποκλειστικά) στην Ευρώπη και στις χώρες που επηρεάσθηκαν άμεσα από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό (όπως οι ΗΠΑ). Όμως, αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι η ΕΟΚ και η Ευρωπαϊκή Ένωση από την ίδρυσή τους και μέχρι σήμερα υπήρξαν φιλικές προς τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εδώ, πάντως, υπάρχει και μια αντινομία, η οποία αξίζει να προσεχθεί. Η έννοια της δημοκρατίας δυτικού τύπου περιλαμβάνει δύο διαφορετικά πράγματα:

α) τις πολιτικές κατακτήσεις των εργαζομένων από την αυγή του καπιταλισμού και μέχρι σήμερα (πολιτικά δικαιώματα και ατομικά δικαιώματα με πολιτική χρήση, κοινωνικά δικαιώματα) και β) το καθεστώς ή μορφή κυριαρχίας της αστικής δημοκρατίας ως μορφή κυριαρχίας του κεφαλαίου, η οποία ενσωματώνει αλλά και αποδυναμώνει ταυτόχρονα τις πολιτικές κατακτήσεις των εργαζομένων. Η δεύτερη διάσταση της δημοκρατίας υπήρξε πραγματικά για πολλά χρόνια η αντιπροσωπευτική μορφή αστικής κυριαρχίας στην Δυτική Ευρώπη και από ένα σημείο και πέρα και στην Ανατολική. Όμως, το πόσο έγιναν σεβαστά τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα στην ΕΟΚ και την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι αυτόματη συνέπεια του ότι μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ως έναν βαθμό η αστική δημοκρατία: είναι αποτέλεσμα της έκβασης της ταξικής πάλης στην Ευρώπη, καθώς ιδίως μετά το τέλος της δεκαετίας του 1980 η αστική δημοκρατία είναι τόπος συρρίκνωσης των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας αλλά και καθώς τα τελευταία χρόνια η αστική δημοκρατία διεθνώς στο πλαίσιο της δομικής κρίσης του καπιταλισμού μετατρέπεται σε μια μορφή κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού (ιδίως στην Ελλάδα αλλά και αλλού στην Ε.Ε.).

Η ΕΟΚ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν υπάρξει ιστορικά διακυβερνητικές ενώσεις χωρίς εσωτερική δημοκρατική ζωή. Όλες οι βασικές αποφάσεις των οργάνων τους ήταν αυθαίρετες σε σχέση με την πολιτική νομιμοποίηση του «λαού των εθνών-κρατών» ή του «λαού της Ευρώπης» και στηρίζονταν στη διακυβερνητική ενοποίηση των αστών πολιτικών και των ευρωπαϊκών αρχουσών τάξεων. Πρόκειται για το σεμνά λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» στην Ε.Ε. Τυπικά, η Ε.Ε., πέρα από το ζήτημα της απουσίας της δημοκρατικής νομιμοποίησης της ίδιας της δομής της, προκρίνει και θέτει ως όρο για την ένταξη σε αυτήν το αστικοδημοκρατικό και κοινοβουλευτικό καθεστώς για κάθε μια χώρα-μέλος. Άρα, ένα κράτος με αντιδημοκρατική συμπεριφορά θα έπρεπε είτε να μην μπορεί να εντάσσεται σε αυτήν ή να εκπίπτει από τη συμμετοχή της σε αυτήν και να διώκεται από αυτήν. Το γεγονός ότι η σημερινή φιλοφασιστική Ουκρανία θεωρείται πρόσφορη για να ενταχθεί στην Ε.Ε. -και μάλιστα κατά προτεραιότητα- καταδεικνύει ότι η Ε.Ε. είναι βασικά μια ιμπεριαλιστική διακυβερνητική συμμαχία και ένωση, η οποία δεν τρέφει καμία αληθινή πίστη στις αξίες ακόμη και της αστικής δημοκρατίας παραδοσιακού τύπου. Η γεωπολιτική και οικονομική σκοπιμότητα της Ε.Ε. έχουν πλέον απεκδυθεί από κάθε δημοκρατικό και πολιτικά φιλελεύθερο πέπλο και η αντίθεση με τον «αυταρχισμό του Πούτιν» μπορεί να προσλάβει ως σύμμαχο και ακραία ακροδεξιές και φασιστικές ομάδες.

Επιπλέον, οι αυστηρά νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν στην Ε.Ε. ήδη από τις συνθήκες του Μάαστριχτ (1991) και Άμστερνταμ (1997) με αφετηρία τις τέσσερις βασικές ελευθερίες της Ε.Ε.(ελευθερία κίνησης εμπορευμάτων και υπηρεσιών, ελευθερία κίνησης εργαζομένων, ελευθερία κίνησης κεφαλαίων) σήμαναν και μέσα από ειδικότερα νομοθετήματα και δράσεις-πλαίσια (Λευκή Βίβλος, Πράσινη Βίβλος) τόσο την καταρράκωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και τη συρρίκνωση της δημόσιας περιουσίας και της κοινωνικής ωφελιμότητας όσο και τη συστολή των δικαιωμάτων πολιτικής συμμετοχής, αφού τα εθνικά Κοινοβούλια και αποστερήθηκαν τη λήψη αυτών των βασικών επιλογών αλλά και υποχρεώθηκαν να αντιστοιχηθούν με αυτές τις επιλογές. Την ίδια στιγμή η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων κατά της ένταξης στην Ε.Ε. ή κατά βασικών επιλογών της Ε.Ε. (όπως το Ευρωσύνταγμα) μετά από διαδοχικές αρνήσεις ορισμένων λαών (Γαλλία, Ιρλανδία, Ολλανδία) κατέληξε σε φιάσκο, αφού οι αποφάσεις αυτές απαξιώθηκαν και αγνοήθηκαν από τις αστικές τάξεις και τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Ακόμη πιο πρόσφατα, η εισαγωγή από τα όργανα της Ε.Ε. ρυθμίσεων που επιτείνουν και ενδυναμώνουν τις ρυθμίσεις του Μάαστριχτ για το δημοσιονομικό έλλειμμα και χρέος, τον πληθωρισμό κ.λπ. όπως το Δημοσιονομικό Σύμφωνο ή το Σύμφωνο Σταθερότητας ή οι ρυθμίσεις για τον έλεγχο των εθνικών προϋπολογισμών αποδυναμώνει πλήρως τον έλεγχο των εθνικών κρατών πάνω στην οικονομική και δημοσιονομική πολιτική τους και, άρα, αίρει βασικές όψεις της λαϊκής κυριαρχίας στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Έτσι, οι νεοφιλελεύθερες και ιμπεριαλιστικές ρυθμίσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αντιπαράθεσης και να καταργηθούν από την πάλη των λαών και των εργαζομένων σε κάθε κράτος, ενώ, ακόμη και αν γίνει κατορθωτός ο συντονισμός των εργαζομένων σε ευρωπαϊκή κλίμακα, οι άρχουσες τάξεις θα απαντήσουν με ένα συνεκτικό πλαίσιο καταστροφικών αντιμέτρων για τη μισθωτή εργασία αλλά και θα απειλήσουν με τη διάλυση της Ε.Ε. και την αναδίπλωσή της σε μικρότερη και στενότερη βάση. Η Ε.Ε. δεν μπορεί στο θέμα της δημοκρατίας -όπως και στο θέμα της οικονομίας- να πάψει να είναι αντιδραστική. Τρεις πιθανότητες ανοίγονται ιστορικά: ή η αναδίπλωση της Ε.Ε. σε έναν στενότερο πυρήνα κάτω από την πάλη των λαών ή η συνέχιση και εμβάθυνση/ενοποίησή της προς μια αντιδραστικότερη ακόμη κατεύθυνση ή η σταδιακή ή και ταυτόχρονη διάλυσή της κάτω από την πάλη των λαών και των εργαζομένων και η κατασκευή ενός πραγματικά δημοκρατικού και σοσιαλιστικού κοινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος που δεν θα αίρει, όμως, την τοπικότητα και τις εθνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες. Η τέταρτη εκδοχή, αυτή του δημοκρατικού μετασχηματισμού της Ε.Ε., προϋποθέτει μια πολιτική και θεσμική ευελιξία και πολιτική «ανοιχτότητα» αυτών των δομών, κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί από κανένα επεισόδιο της εξέλιξής τους και ιδίως έχει δραματικά διαψευσθεί μετά την πλήρη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία στην Ε.Ε. (1991).

Μήπως, όμως, η ΕΟΚ και η Ε.Ε. υπήρξαν όντως αποτελεσματικά θεσμικά μετερίζια κατά των αντιδημοκρατικών ή και ανοιχτά αυταρχικών πολιτικών στα κράτη της δυτικής και αργότερα και της ανατολικής Ευρώπης και στηρίγματα της «κοινωνίας των πολιτών»; Ας κάνουμε εδώ ένα μικρό ιστορικό απολογισμό:

Η Γαλλία, όντας μέλος της ΕΟΚ μετά το 1957, πραγματοποίησε έναν αιματοβαμμένο αποικιοκρατικό αγώνα στην Αλγερία μέχρι το 1961. Στο πλαίσιο αυτού του αγώνα και πέρα από τα λουτρά αίματος και τα βασανιστήρια στην ίδια τη μαρτυρική Αλγερία, οι Γάλλοι αποικιοκράτες δολοφόνησαν το 1961 περίπου εκατό Αλγερινούς διαδηλωτές στο Παρίσι και πέταξαν τα πτώματά τους στον Σηκουάνα (βλ. και σε Ντιντιέ Ντενένξ «Έγκλημα και μνήμη»).

Η Γαλλία, η Βρετανία και η Γερμανία στήριξαν ολόπλευρα τον αγώνα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ (1963-1973).

Η Βρετανία, όντας μέλος της ΕΟΚ από τηνδεκαετία του 1970, άσκησε μια παγκόσμια αποικιοκρατική πολιτική αλλά και ειδικότερα στο βρετανικό και ιρλανδικό έδαφος καταπάτησε ανοιχτά τα ανθρώπινα δικαιώματα, οδήγησε απεργούς πείνας στο θάνατο και επέβαλε μια στρατοκρατική καταπιεστική πολιτική. Επίσης, η θατσερική πολιτική, χωρίς καμία αντίδραση από την ελίτ της ΕΟΚ, κατέστειλε βάρβαρα τις απεργίες με την έφιππη αστυνομία και τα λοκ άουτ κατά των απεργών.

Το Βέλγιο ως μέλος της ΕΟΚ παρενέβη στο Κογκό στις αρχές του ’60 υποκινώντας πραξικοπήματα, αιματηρές επεμβάσεις και δολοφονίες των αριστερών ηγετών της χώρας όπως ο Πατρίς Λουμούμπα.

Η Γαλλία και η Βρετανία μέχρι και σήμερα επεμβαίνουν ανοιχτά στην Αφρική και αλλού (Μάλι, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Νέα Καληδονία, Σιέρα Λεόνε κ.ά.) επιβάλλοντας με το αίμα την κλοπή των πρώτων υλών και πνίγοντας την αναπτυξιακή και κοινωνική πορεία αυτών των χωρών. Βεβαίως, κάθε αντίδραση στις πολιτικές αυτές των ευρωπαϊκών πολυεθνικών διαβάζεται ως «εθνικισμός», «φιλοϊσλαμισμός», φονταμενταλισμός και τα λοιπά γνωστά.

Η Γερμανία, όντας μέλος της ΕΟΚ και αργότερα της Ε.Ε., κυνήγησε αλύπητα τους κομμουνιστές και αριστερούς στο εσωτερικό της ως πράκτορες του «ανατολικού μπλοκ» και στη συνέχεια κατέστειλε άγρια το φοιτητικό κίνημα του γερμανικού Μάη 1968 και αντιμετώπισε το φαινόμενο του αριστερού αντάρτικου πάλης με την υστερική τρομοχειραγώγηση των πολιτών, τη βαθιά περιστολή των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και κρατουμένων έως και τη δολοφονία μερικών από αυτούς στα περίφημα «λευκά κελιά»( 1976,1977). Δεν γνωρίζω να υπήρξε κάποια αντίδραση της ελίτ της ΕΟΚ ή της γραφειοκρατίας της κατά των αντιδραστικών και ανελεύθερων αυτών πολιτικών αλλά ούτε, βεβαίως, και κατά της αντεργατικής και αντιαπεργιακής πολιτικής της Βόννης. Ακόμη δε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο δεν υπάγεται στην ΕΟΚ/Ε.Ε. αλλά στο Συμβούλιο της Ευρώπης, δεν δέχθηκε -σε αντίθεση με άλλες φιλελεύθερες πολιτικά παρεμβάσεις του, όπως κατά της ελληνικής δικτατορίας- ότι οι γερμανικές αρχές στο θέμα της αντιτρομοκρατίας υπερέβησαν διεθνή δικαιώματα και ανθρωπιστικές αρχές.

Οι βασικές χώρες της Ε.Ε. όχι μόνο στήριξαν τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας και το βομβαρδισμό της από τους Αμερικανούς (1999) αλλά και μετείχαν σε αυτόν το βομβαρδισμό (βεβαίως, και η Ελλάδα) πραγματοποιώντας εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Επίσης, οι χώρες αυτές (ιδίως η Γερμανία ως προς την Κροατία) ενίσχυσαν από τη δεκαετία του ’70 ήδη τις αποσχιστικές τάσεις στη Γιουγκοσλαβία και την καταστροφή του ομοσπονδιακού κράτους για να προωθήσουν τα στενά ιμπεριαλιστικά και γεωπολιτικά τους συμφέροντα, τα οποία συνέκλιναν με εκείνα των Αμερικανών.

Στη συνέχεια, ο γαλλο-γερμανικός άξονας τάχθηκε κατά της επέμβασης των ΗΠΑ στο Ιράκ (2003). Όμως, αυτό έγινε καθαρά λόγω ανταγωνιστικών συμφερόντων στην περιοχή και όχι λόγω κάποιων ανθρωπιστικών ή ειρηνιστικών αρχών. Οι χώρες της Ε.Ε. συνέχισαν να χαρακτηρίζουν «τρομοκράτες» τα μέλη της ιρακινής αντίστασης, να προσφέρουν περιοχές τους ως στρατόπεδα συγκέντρωσης και να συμβάλλουν στην εκπαίδευση και εξοπλισμό των κατοχικών δυνάμεων. Επίσης, τα βασικά μέλη της Ε.Ε. μετά τους Δίδυμους Πύργους εισήγαγαν μια νέα γενιά αντιτρομοκρατικών νόμων, οι οποίοι περιέστειλαν τα δικαιώματα των κρατουμένων και ιδίως ενίσχυσαν την ποινικοποίηση των κοινωνικών αντιστάσεων. Επίσης, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που αποτέλεσαν τη Νέα Ευρώπη του Μπους (θυμίζουμε ότι και οι ναζί χαρακτήριζαν το κατοχικό οικοδόμημά τους «Νέα Ευρώπη») και στήριξαν τις απαγωγές και τα βασανιστήρια κατά «τρομοκρατών», ανταμείφθηκαν πλουσιοπάροχα με την ένταξή τους στην Ε.Ε. των «27» το 2004. Δεν θυμάμαι κάτι για καταδίκες του πυρήνα της Ε.Ε. κατά των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης γι’ αυτές τις φιλοπόλεμες και αντιδικαιοκρατικές πρακτικές τους.

Η Ιταλία, μέλος της ΕΟΚ από το 1957, είναι από μόνη της μια «αντιδημοκρατική ήπειρος». Στα τέλη του ’60 και αρχές του ’70 παίχτηκε σοβαρά το ενδεχόμενο ενός ακροδεξιού στρατιωτικού πραξικοπήματος ενάντια στην εργατική τάξη και το ιταλικό «Θερμό φθινόπωρο». Οι ΗΠΑ και το ιταλικό κεφάλαιο καθώς και οι μυστικές υπηρεσίες της Ιταλίας, των ΗΠΑ και της Ελλάδας θα ήταν οι στυλοβάτες του, αν χρειαζόταν. Η προετοιμασία του εκδηλώθηκε με σειρά δεξιών τρομοκρατικών χτυπημάτων. Δεν γνωρίζω καμία πρωτοβουλία της τότε ΕΟΚ για να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο καθώς και καμία πρωτοβουλία της τότε ΕΟΚ για να αποτρέψει τα σχέδια του Ντε Γκολ για στρατιωτικό πραξικόπημα το Μάιο και Ιούνιο του ’68 στη Γαλλία (Π. Σίηλ-Μ. Μακονβίλ «Η γαλλική επανάσταση του Μαΐου 1968», εκδόσεις Θεωρία). Ούτε και πιστεύω ότι, αν είχαν συμβεί αυτές οι μορφές εκτροπής, η Γαλλία ή η Ιταλία θα αποχωρούσαν ή θα εκδιώκονταν από την ΕΟΚ. Επίσης, το 2001 και πάντοτε στους κόλπους της Ε.Ε. οι μεγάλες κινητοποιήσεις στη Γένοβα αποτέλεσαν στόχο μιας μεγάλης κατασταλτικής επίθεσης του ιταλικού αστικού κράτους.

Οι υπηρεσίες και τα όργανα κρατικής ασφάλειας των χωρών της Ε.Ε. σήμερα θεωρούν ως «τρομοκρατικές» πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις με έντονη αντιιμπεριαλιστική και αντιαμερικανική δραστηριότητα όπως η Χεζμπολά στο Λίβανο, η Χαμάς στην Παλαιστίνη, η DHCP στην Τουρκία, κουρδικές μαχητικές οργανώσεις κ.ά. Είναι προφανές ότι το κριτήριο αξιολόγησης των οργανώσεων αυτών σαν «τρομοκρατικών» είναι αποτέλεσμα αυστηρά σκόπιμης πολιτικής αξιολόγησης σε σύμπνοια με τις πολιτικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Οι δυνάμεις ασφαλείας και οι αστυνομίες της Ε.Ε. ή θεσμοί όπως η Frontex αντιμετωπίζουν με τη βία και τον αυταρχισμό τους ανθρώπους των μεγάλων μεταναστευτικών ρευμάτων, φθάνοντας συχνά στην κρατική δολοφονία (όπως στο Φαρμακονήσι). Η Ευρώπη αυτή μοιάζει άλλοτε με στρατόπεδο συγκέντρωσης (όπως αυτά που στήνονται στην Ελλάδα) άλλοτε με φυλακή και άλλοτε με φρούριο.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ένα γονιδιακό και δομικό αντιδημοκρατικό χαρακτηριστικό των ιμπεριαλιστικών και καπιταλιστικών χωρών που συγκροτούν την ΕΟΚ/Ε.Ε. Το στοιχείο αυτό, το οποίο συνδέεται και με την πορεία προς την αυταρχική αστική δημοκρατία στη Δύση ήδη από τη δεκαετία του 1960, αλλά και με την πορεία προς τον ανοιχτό κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό και «εξαίρεση» τα τελευταία χρόνια, έχει ενισχυθεί ιστορικά και πολιτικά μέσα από το μετασχηματισμό της ΕΟΚ σε Ε.Ε. μετά το 1985 και το 1991. Άλλωστε, η ΕΟΚ είχε υπέρ της τις δομές του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους χάρη στην πάλη των εργαζομένων στη Δύση αλλά και στην ύπαρξη του ανταγωνιστικού παραδείγματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (Έρικ Χομπσμπάουμ). Αυτό επερρώνυε και ενίσχυε κάπως το φιλοευρωπαϊκό επιχείρημα των Ιταλών ευρωκομμουνιστών υπέρ της ΕΟΚ. Ακόμη όμως και αν αυτό το επιχείρημα είχε κάποια βάση ως το 1989, στη συνέχεια απλώς χρησιμοποιούνταν μια πραγματικότητα του παρελθόντος ώστε να νομιμοποιήσει το ζοφερό παρόν. Συνεπώς, η θέση ότι οι θεσμοί της Ε.Ε. αποτελούν πεδίο αγώνα με στόχο τον ταξικό μετασχηματισμό τους και μεταβαλλόμενη σχέση δύναμης δεν αποδεικνύεται ούτε ιστορικά αλλά ούτε και με βάση την κριτική πολιτική θεωρία. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται μια θετική έκβαση της ταξικής πάλης να αποτυπωθεί συγκυριακά σε ένα σχετικά θετικότερο πλαίσιο επιλογών όμως αυτή δεν θα είναι η κύρια επιλογή/εκδοχή εντός αυτών των δομών σε στρατηγική κλίμακα. Στην κλίμακα αυτή, η υπάρχουσα εξουσία θα μετατοπισθεί προς μια αυταρχικότερη και αντιδραστικότερη ταξική επιλογή και πιθανόν προς μια άλλη γεωγραφική και πολιτικο-οικονομική ολότητα.

Τρίτος μύθος : H E.E. είναι βασικός πυλώνας και επιτελείο αντίστασης των κοινωνιών στο φασισμό και το ναζισμό.

Παρά τα εγχειρήματα ορισμένων τεχνοκρατών της Ε.Ε. να καταδείξουν τους κινδύνους από την επέκταση του ναζισμού και του φασισμού σε χώρες όπως η Ελλάδα (βλ. Έκθεση του Μούζνιεκς το 2013, η οποία έθετε ενδιαφέροντα ζητήματα ως προς την ασυλία της Χρυσής Αυγής και των ρατσιστικών επιθέσεων στην Ελλάδα), η βασική λογική των κρατών-μελών της Ε.Ε. αλλά και των πολιτικών που προωθούνται στην Ευρώπη από την Ε.Ε. και τα ΔΝΤ ενισχύει καθημερινά την ανάπτυξη του φασισμού και της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Η άνοδος του συντηρητικού ή και ακροδεξιού σκέλους ή συνιστώσας του ευρωσκεπτικισμού είναι το άμεσο αποτέλεσμα της αδυναμίας της ευρωπαϊκής Αριστεράς (και ιδίως του ΚΕΑ) να απαντήσει στον καθεστωτικό ευρωπαϊσμό και στις ακραία νεοφιλελεύθερες, ιμπεριαλιστικές και καπιταλιστικές πολιτικές προτάσεις του. Η αποχώρηση της Αριστεράς από το μαχητικό και αγωνιστικό προσκήνιο και η ωραιοποίηση της Ε.Ε. μέσα από πλαστά κοσμοπολιτικά και δήθεν «διεθνιστικά» ιδεώδη και αξίες, σηκώνει όλο το δυνατό αέρα στα πανιά του δεξιού και ακροδεξιού ευρωσκεπτικισμού, την ίδια στιγμή που η Αριστερά θα έπρεπε να ηγηθεί στο ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα και να το μετασχηματίσει σε αριστερή ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Επιπλέον, η νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ε.Ε. στην ανατολική Ευρώπη πάει χέρι - χέρι με τις πιο αντιδραστικές και συχνά φασιστικές πολιτικές στις χώρες αυτές. Αναβίωση των Ές Ές στα βαλτικά κράτη, ακραίος καθολικισμός στην Πολωνία, επέκταση των δομών του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή και συμπίεση του ρώσικου καπιταλιστικού άξονα, ενίσχυση του φασισμού στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία (στην τελευταία, ανοιχτά φιλοφασιστική «αλλαγή καθεστώτος»). Ποια πολιτικά φιλελεύθερα ή δημοκρατικά ή πολύ περισσότερο κοινωνιοκεντρικά στοιχεία έχει ενισχύσει η Ε.Ε. στην Ανατολική Ευρώπη; Απολύτως κανένα, τα ακριβώς αντίθετα ιδανικά και αξίες είναι τα credo των φιλο-Ε.Ε. και φιλοαμερικανικών ηγετών στην Ανατολική Ευρώπη. Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν και στην Ελλάδα, όπου ακόμη και ανοιχτά πραξικοπήματα όπως αυτό του Ιουνίου 2013 στην ΕΡΤ έτυχαν της επιδοκιμασίας των ηγετών της Ε.Ε. και της ευρωζώνης ως φιλικά προς τον αναγκαίο περιορισμό του δημόσιου τομέα και της δημοσιοϋπαλληλίας...


Πηγή rproject


01/04/2014

Περί Ε.Ε. και «ευρωπαϊσμού»

τoυ Χρήστου Λάσκου


Είναι σταθερά της εσωτερικής κριτικής που γίνεται στην θέση του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση πως ωραιοποιεί την κατάσταση. Επιπλέον, συνεχίζει η κριτική, η θέση του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει την ΕΕ ως τόπο άνθισης της δημοκρατίας, αφειδώλευτης προστασίας των δικαιωμάτων και ως «βασικό πυλώνα και επιτελείο αντίστασης των κοινωνιών στο φασισμό και το ναζισμό» [1]. Με απλά λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ κατατρύχεται, υποτίθεται, από ένα είδος ολοκληρωτικά ανυποψίαστου «ευρωπαϊσμού», που ποντάρει «όλα τα λεφτά» του στη διεκδίκηση του «καλού ευρώ». Δεδομένου ότι το τελευταίο –το «καλό ευρώ»– δεν είναι τώρα πια παρά φαντασιοκοπία, ο πολιτικός μας προσανατολισμός είναι αντικειμενικά καταστροφικός. 

Από την άλλη, η στρατηγική μας συμπυκνώνεται, λέει η κριτική, στη διεκδίκηση μιας ταυτόχρονης ρήξης στο σύνολο της ευρωενωσιακής επικράτειας ή, στην χειρότερη, στην αναμονή της «Μεγάλης Νύχτας στην Ευρωζώνη».

Αλήθεια: σκέφτεται, λέει, διακηρύσσει και προσανατολίζεται ούτως πώς ο ΣΥΡΙΖΑ; 
Αν το έκανε, δεν θα χρειαζόταν κανενός είδους κριτική. Θα ήταν φανερό πως τα μέλη του βρίσκονται σε παράκρουση και το μυαλό τους έχει φυράνει όσο δεν παίρνει. Έλα, όμως, που κάθε άλλο παρά λέει τέτοια πράγματα. Και δεν πρόκειται να αναπτύξω εδώ αυτά που όντως λέει: Μια ματιά στις αποφάσεις του Συνεδρίου φτάνει, για να αποδομήσει τους αποδομητές με τον πιο δραστικό τρόπο: απευθύνοντάς τους τη μομφή πως, προκειμένου να υποστηρίξουν την θέση τους, διατρέφουν ολοκληρωτικά αυτό που «κρίνουν». 

Μολονότι δε τα αντίστοιχα κείμενα του ΚΕΑ βρίσκονται πίσω από αυτά του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε σε εκείνα μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα ατοπήματα που περιγράφονται στην κριτική. 

Τα προηγούμενα, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνουν πως τα ζητήματα της ευρωπαϊκής μας πολιτικής είναι εύκολα, σαφή και ευκρινή. Ούτε πως επιμέρους ή και κεντρικές θέσεις δεν πρέπει να επερωτώνται διαρκώς και να παραμενει ανοιχτός ο ορίζοντας ακόμη και για τη ριζική μεταβολή τους. Όμως η κριτική δεν γίνεται στη βάση αυτή. Και ο βασικός λόγος, νομίζω, είναι αυτό που έχω ήδη επισημάνει: ο στόχος της κριτικής είναι μια καρικατούρα, που δεν υφίσταται σε κανέναν από τους πραγματικούς κόσμους της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Πώς μπορεί να γίνει συζήτηση, να διευκρινιστούν πράγματα, να ριζοσπαστικοποιηθούν περαιτέρω πρακτικές, υπό αυτές τις συνθήκες; Γίνεται; Δεν γίνεται. 

Τι αφορά, λοιπόν, εν τέλει η διαρκής σχετική διαμάχη; Κατά τη γνώμη μου ένα και μόνο πράγμα: την έξοδο από το ευρώ ή και από την ΕΕ. 

Οι κριτικοί θεωρούν πως η «έξοδος» είναι προαπαιτούμενο της εκκίνησης ενός ριζοσπαστικού και προοπτικά αντικαπιταλιστικού αριστερού προγράμματος, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θεωρεί πως η «έξοδος» είναι προαπαιτούμενο της εκκίνησης ενός ριζοσπαστικού και προοπτικά αντικαπιταλιστικού προγράμματος. 

Νομίζω εδώ συγκεφαλαιώνεται το σύνολο της διαμάχης. Και, βέβαια, με τη διεκτραγώδηση της σημερινής ευυρωενωσιακής κατάστασης ή την επισήμανση των δολοφονικών ταξικών στοχεύσεων του κεφαλαίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο καμιά πλευρά δεν κερδίζει κάποιο πλεονέκτημα, στο μέτρο που, εν πολλοίς, αυτά τα μοιράζονται και οι δύο. 

Τι συμβαίνει, λοιπόν; Δεν υποκρύπτεται κάποια πραγματική διαφορά στις δύο τοποθετήσεις; Πρόκειται απλώς για διαφοροποίηση επί της άμεσης πρότασης; Η γνώμη μου είναι πως υποκρύπτεται πραγματική διαφορά. Και μάλιστα μια διαφορά με μεγάλες στρατηγικές συνέπειες. 

Η άποψη του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως ο αντίπαλός μας είναι το κεφάλαιο –και πρώτα απ’ όλα το ελληνικό κεφάλαιο, μικρό και μεγάλο– και ότι στόχος μας πρέπει να είναι «να πληρώσουν οι πλούσιοι την κρίση». 

Η άποψη των κριτικών είναι πως ο αντίπαλός μας είναι το ευρωπαϊκό «συνδικάτο του εγκλήματος», προεξάρχοντος του γερμανικού του τμήματος και, επομένως, στόχος μας πρέπει να είναι η άμεση αποχώρηση. 

Ο στόχος του ΣΥΡΙΖΑ αφορά εξίσου την εργατική τάξη ολόκληρης της ΕΕ: απέναντι στο στόχο αυτό επιχειρεί να την ενώσει και είναι γι’ αυτό που αναδεικνύει ως προνομιακό αυτό το δύσκολο εγχείρημα. 

Ο στόχος των κριτικών είναι η απελευθέρωση του έθνους-κράτους από τα ευρωπαϊκά δεσμά, ώστε να αποτελέσει προνομιακό έδαφος για την υλοποίηση ενός προοδευτικού προγράμματος.  

Σχηματοποιώ, θα μου πει κάποιος. Προφανώς και σχηματοποιώ. Νομίζω, όμως, πως δεν διαστρεβλώνω. 

Δίνω μια φαντασιακή εικόνα της τοποθέτησης του ΣΥΡΙΖΑ, θα πουν άλλοι.  Και έχουν άδικο. Γιατί οι αποφάσεις του κόμματος είναι, χωρίς αμφιβολία, στη γραμμή που περιγράφω. Το γεγονός πως στο δημόσιο λόγο συχνά δεν βγαίνει αυτό το πνεύμα είναι μια πραγματικότητα, συνιστά τεράστιο πρόβλημα και θα πρέπει επιτέλους να ελεγχθεί. Είναι κομματική μας υποχρέωση αυτό. Και δεν αφορά μόνο τα «ευρωπαϊκά» ούτε εντοπίζεται προνομιακά σε κάποια τάση ή υπο-τάση. Είναι συνολικό πρόβλημα. 

Εγώ, ωστόσο, θα συνεχίσω, να θεωρώ θέση του ΣΥΡΙΖΑ αυτή που έχει αποφασιστεί με τις ορθές δημοκρατικές διαδικασίες. Καλό είναι να κάνουμε όλοι το ίδιο. Έτσι θα έχουμε περισσότερες πιθανότητες να αντιλαμβανόμαστε γρήγορα όσα απαιτούν αλλαγή, θα έχουμε, δηλαδή, περισσότερες πιθανότητες να κάνουμε πολιτική. 

Τελειώνοντας αυτό το κείμενο, μεθοδολογικών εν πολλοίς παρατηρήσεων, μια καταληκτική διατύπωση από το άρθρο του σ. Δημήτρη Μπελαντή: 

«Η αποχώρηση της Αριστεράς από το μαχητικό και αγωνιστικό προσκήνιο και η ωραιοποίηση της ΕΕ μέσα από πλαστά κοσμοπολιτικά και δήθεν ‘διεθνιστικά’ ιδεώδη και αξίες, σηκώνει όλο το δυνατό αέρα στα πανιά του δεξιού και ακροδεξιού ευρωσκεπτικισμού, την ίδια στιγμή που η Αριστερά θα έπρεπε να ηγηθεί στο ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα και να το μετασχηματίσει σε αριστερή ριζοσπαστική κατεύθυνση». 

Ισχυρίζομαι πως, πρώτον, δεν προκύπτει από πουθενά πως η ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά, στην πλειοψηφία της, είναι «δήθεν» ο,τιδήποτε, πολύ περισσότερο «δήθεν» διεθνιστική. Δεύτερον, δεν μπορώ να φανταστώ τι σημαίνει μια αριστερή στρατηγική που διαγκωνίζεται με την δεξιά και την ακροδεξιά στα χωράφια του ευρωσκεπτικισμού, αντί να συγκρούεται μετωπικά μαζί τους με σημαία τον αντικαπιταλισμό. 

Εδώ θα έπρεπε να εντοπιστεί η συζήτηση.    

____________

[1] Δημήτρης Μπελαντής, «Ευρώπη και αριστερός ευρωπαϊσμός», Rproject, 24 Μαρτίου 2014

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και άλλα δαιμόνια


Αναδημοσίευση από Ενθέματα της Αυγής και Red NoteBook
Ημερομηνία δημοσίευσης: 09/12/2012

του Χρήστου Λάσκου και του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Είναι πολλές οι φορές, τα τελευταία χρόνια, που το ΚΚΕ μας άφησε άφωνους με πράξεις και παραλείψεις του. Η στάση του τον Δεκέμβρη του 2008 είναι, από αυτή την άποψη, εμβληματική. Την ώρα που, ως πρελούδιο αυτών που έμελλε να ζήσουμε στην περίοδο της κρίσης, ευρύτατα τμήματα της νεολαίας –και όχι μόνο– έβγαιναν στο δρόμο και απείλησαν τους κυρίαρχους σε έκταση και με ένταση σχεδόν πρωτοφανή ιστορικά, το ΚΚΕ είδε και κατήγγειλε… κουκουλοφόρους. Επιβεβαίωσε, τότε, πόσο απέναντι βρίσκεται πάντοτε στα πραγματικά κινήματα, δηλαδή στα κινήματα τα οποία δεν τα ελέγχει το ίδιο. Και, βέβαια, το σύστημα πολύ χάρηκε τότε με την απομόνωση των… αριστεριστών. Σήμερα, μετά την τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα στη Βουλή για τον προϋπολογισμό, η χαρά και η «εκτίμηση» προσλαμβάνει ασύλληπτες διαστάσεις. Ο Αλέξης Παπαχελάς ένιωσε την υποχρέωση να γράψει πόσο σοβαρή και συγκροτημένη υπήρξε η γ.γ. του ΚΚΕ — σε αντίθεση με τον παλιοΣΥΡΙΖΑ, προφανώς.

Ας προσπαθήσουμε να δούμε τι είπε πραγματικά η Παπαρήγα. Πρώτα απ’ όλα, όπως πρέπει, εντόπισε την πραγματική αντιπαράθεση που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία: «Που εμείς, τη λέμε –θα έχετε βαρεθεί να το ακούτε αυτό– με μια αντίθεση: εργαζόμενος λαός-μονοπώλια. Θέλετε να το πείτε: κεφάλαιο-εργασία; Πείτε το όπως θέλετε, για να μην κάνω μεγάλες αναλύσεις».

Μόνο που η αντίθεση εργαζόμενος λαός-μονοπώλια δεν είναι ίδια με την αντίθεση κεφάλαιο-εργασία. Αν ο αντίπαλος δεν είναι το κεφάλαιο, αλλά τα μονοπώλια, τότε όλοι όλοι πλην μονοπωλίων χωρούν στη «λαϊκή συμμαχία». Και, για να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο ύφος, πείτε το όπως θέλετε, αλλά ο στρατηγικός προσανατολισμός δεν είναι, σε αυτή την περίπτωση, αντικαπιταλιστικός, αλλά «αντιμονοπωλιακός», με αποτέλεσμα στην πορεία προς τον σοσιαλισμό να παρεμβάλλονται ενδιάμεσα στάδια «προωθημένης δημοκρατίας», «νέας δημοκρατίας» κ.λπ.

Από αυτή την άποψη, ο σημερινός παροιμιώδης απομονωτισμός του ΚΚΕ δεν μπορεί παρά να δημιουργεί απορίες σε όποιον επιχειρεί να αντιληφθεί την ορθολογικότητα της πολιτικής συμμαχιών του. Γιατί, π.χ., αν ένα τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης, όπως σημειώνει η Παπαρήγα, ήδη από τη δεκαετία του 1960, αντιδρούσε στην ενσωμάτωση της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, δεδομένης της βαρύτητας που έχει το θέμα της Ευρώπης στην προβληματική του ΚΚΕ, είναι ακατανόητο γιατί δεν θα μπορούσε –τουλάχιστον η μη-μονοπωλιακή της μερίδα– να περιλαμβάνεται σε μια αντιμονοπωλιακή συσπείρωση κόντρα στη «λυκοσυμμαχία». Πολύ περισσότερο, μάλιστα, αν συνυπολογίσουμε την οξύτητα με την οποία το ΚΚΕ θέτει το ζήτημα του πόσο κακό –και όχι από την «άποψη του σοσιαλισμού»– κάνει στην Ελλάδα η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Α. Παπαρήγα, στην ομιλία της, «ξεκαθάρισε» πως το κόμμα της απορρίπτει ακόμη και τη στοιχειώδη συμπόρευση με το ΣΥΡΙΖΑ γιατί είμαστε φιλομονοπωλιακή δύναμη και, μ’ όλες τις όποιες σημερινές διαφορές μας, θα συγκλίνουμε με τη Δεξιά, όχι γιατί είμαστε ανίκανοι ή προδότες, «αλλά γιατί η επιλογή διαχείρισης της κρίσης του συστήματος υπέρ των μονοπωλίων θα σε οδηγήσει σε μία τέτοια σύγκλιση και ταύτιση η οποία, κατά τη γνώμη μας, υπάρχει, αλλά δεν φαίνεται». Η ανάλυση, μάλιστα, μετασχηματίζεται σε «ταξική»: «ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζ[ει] ένα τμήμα επιχειρηματιών στην Ελλάδα, αυτό που λέγεται « λόμπι της δραχμής», αλλά και ένα τμήμα κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης […]. Πραγματικά, με τη δραχμή ο τουρισμός θα λάμψει στην Ελλάδα. Ενδεχομένως, να συμφέρει και τον κλάδο των κατασκευών, τους τσιμεντάδες. Υπάρχουν κλάδοι σήμερα που τους συμφέρει η επιστροφή στη δραχμή». Επομένως, βάσιμα γεννάται το ερώτημα, συνεχίζει: «Ο ελληνικός λαός, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα ταυτιστούν, λοιπόν, με ένα τμήμα του κεφαλαίου –για να το πω καθαρά– εναντίον του άλλου;».

Βεβαίως, είναι σουρεαλιστικό να καταγγέλλεις για εκπρόσωπο του λόμπι της δραχμής τον ΣΥΡΙΖΑ, που μονίμως τον παρουσιάζεις ως σημαιοφόρο του… ευρωμονόδρομου. Ή να θεωρείς πως η δραχμή ευνοεί ένα μόνο τμήμα του κεφαλαίου, αλλά πως η είσοδος στην ευρωζώνη αποδιάρθρωσε συνολικά την «ανταγωνιστικότητα» του ελληνικού καπιταλισμού. Ας είναι. Θα προσπαθήσουμε να διατυπώσουμε μερικές ακόμη σκέψεις, από σεβασμό σε έναν ευρύ κόσμο της Αριστεράς, που αγωνιά και προβληματίζεται.

Πολλές φορές το ΚΚΕ φαίνεται να αρνείται τη δυνατότητα επίτευξης βελτιώσεων αν δεν επιτευχθεί αρχικά η «λαϊκή εξουσία». Στην πραγματικότητα, αρνείται την ίδια την ανάγκη διατύπωσης μεταβατικών αιτημάτων, όπως π.χ. της αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων τάξεων, της δημόσιας ιδιοκτησίας των τραπεζών και άλλων στρατηγικών επιχειρήσεων, του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως η Α. Παπαρήγα, στην περίφημη ομιλία, συντάχθηκε ρητά, ονομάζοντάς τους ευθαρσώς, με «τον κ. Βορίδη και τον κ. Κουβέλη», στην αντίρρηση κατά πόσο μπορεί να επιβληθεί φόρος 45% στο κεφάλαιο χωρίς αυτό να αναχωρήσει γι’ άλλες πολιτείες. Εδώ, πραγματικά, έχουμε την αντιστροφή μιας ολόκληρης και συνεκτικής ταξικής παράδοσης του κομμουνιστικού ρεύματος, για το οποίο η δυνατότητα αλλαγών υπέρ των εργαζομένων είναι διαρκώς παρούσα. Η στρατηγική του ενιαίου μετώπου, βασική αναφορά της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις καλύτερες στιγμές της, δεν είναι παρά η έμπρακτη μετουσίωση αυτής της αντίληψης.

Τα μεταβατικά αιτήματα ενδυναμώνουν τον κόσμο της εργασίας, του δίνουν εμπιστοσύνη ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Επεκτείνουν την ατζέντα, δείχνουν ότι υπάρχουν διαφορετικές λύσεις από εκείνες που υποδεικνύει ο κυρίαρχος λόγος και αλλάζουν τις συνειδήσεις. Απέναντι στην κυριαρχία του ανταγωνισμού και του ατομικισμού, που επιτάσσει η ηγεμονική ιδεολογία, μπορούν να αναδειχτούν νέες αξίες, οι δικές μας αξίες, η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η ισότητα. Κι αν δεν περάσεις μέσα από αυτά ο σοσιαλισμός δεν είναι παρά απλή διακήρυξη: όπως εμφατικά σημείωνε ο Μαρξ, ο κομμουνισμός δεν είναι… τελικός στόχος, αλλά το πραγματικό κίνημα, που καθημερινά ανατρέπει την κρατούσα τάξη.

Πολύ χαρακτηριστική συνέπεια της βαριά στραμπουληγμένης λογικής του ΚΚΕ είναι, επιπλέον, το γεγονός πως, ενώ αντιλαμβάνεται τους διεθνείς περιορισμούς στην άσκηση ακόμα και μετριοπαθώς προοδευτικών πολιτικών, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, θεωρεί πως μια εθνικοκρατική επιλογή αποδέσμευσης ουσιαστικά τους υπερβαίνει. Βέβαια, όπως επισημαίνει η συντρόφισσα, «μόνη της η αποδέσμευση δεν σου αλλάζει τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, ούτε σε φέρνει σε μια διαφορετική θέση από μια χώρα που είναι έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα την Αργεντινή». Την ίδια στιγμή, όμως, «πρέπει να απαγορευθούν οι εισαγωγές», εφόσον «με τη “θάλασσα” των εισαγωγών τελείωσε η ανταγωνιστικότητα». Φανταζόμαστε πως η «ανταγωνιστικότητα» δεν είναι μέλημα της «λαϊκής εξουσίας», αλλά αφορά τον ελληνικό καπιταλισμό και τη δική του «αποδέσμευση». Για μια ριζοσπαστική πολιτική, με ορίζοντα την υπέρβαση του καπιταλισμού, αλλά και για την αντιμετώπιση προβλημάτων πλανητικών διαστάσεων, από το οικολογικό μέχρι τη δράση των πολυεθνικών και του ιμπεριαλιστικού τραπεζικού Mολώχ, λύσεις που δεν έχουν ως κεντρική την υπερεθνική διάσταση είναι προβληματικές, για να το πούμε σεμνά.

Το ΚΚΕ, ως γνωστόν, είναι για τα μεγάλα και όχι για τα μικρά. Και, επομένως, είναι με τα μεγάλα παραγωγικά συμπλέγματα –σχεδιαστικής τεχνολογίας ΕΣΣΔ– και όχι με τις μικρής κλίμακας παρεμβάσεις στην παραγωγή. Με γενικούς όρους, το αναπτυξιακό μοντέλο φαίνεται να είναι αυτό που συμπυκνώνεται στο σύνθημα «big is beautiful» — οι μικρού μεγέθους επιχειρήσεις, οι τοπικοί συνεταιρισμοί, οι μεσαίες αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις δεν μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα σε σχέση τόσο με το παραγωγικό αποτέλεσμα όσο και με την ανεργία και την απασχόληση. Όπως σημείωσε επ’ αυτού η γ.γ. του ΚΚΕ: «Λέει, να κάνουμε πολύ μικρά έργα […]. Η παραγωγική, όμως, ανασυγκρότηση γίνεται με το να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας με τα μικρά έργα, με το να κάνουμε ένα δρομάκι εκεί, ένα δρομάκι αλλού;».

Και αυτό είναι θέμα στρατηγικής σημασίας. Για μας, λοιπόν, η παραγωγή θα πρέπει να λειτουργεί σε κλίμακα τέτοια που, εκτός των άλλων, να μην εμποδίζει τη δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης αυτών που απασχολεί, αλλά να την ενδυναμώνει. Η μικρή και προσαρμοσμένη όχι μόνο στον χώρο, αλλά και στους ανθρώπους, κλίμακα, δίνοντας μεγαλύτερο έδαφος στις αυξημένες γνώσεις και δεξιότητες, που διαθέτουν, εν τέλει μπορεί να είναι και περισσότερο παραγωγική. Αυτά, σε συνδυασμό με την οικολογική διάσταση της μικρής κλίμακας και τη δυνατότητα που παρέχει για δημοκρατική αυτοδιεύθυνση και κοινωνικό έλεγχο, την κάνουν, όχι μόνο κατάλληλη για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών ήδη από σήμερα, αλλά και προνομιακή μορφή στην πορεία προς μια πραγματικά χειραφετημένη κοινωνία.

Είναι πολλές και σοβαρές, πράγματι, οι διαφορές ανάμεσα στον δικό μας κομμουνισμό και τον δικό τους. Αυτό, ωστόσο, δεν εμποδίζει να επιμείνουν στην πρότασή τους για κατάργηση των Μνημονίων, που ήδη κατέθεσαν και, συντεταγμένοι όπως είμαστε κι εμείς στον ίδιο άμεσο στόχο, να επιχειρήσουμε από κοινού να τον πετύχουμε. Δεν είναι καλή ιδέα; Εκτός και αν κατατέθηκε μόνο για να μας ξεμπροστιάσει. Κι ως προς αυτό δεν πέτυχε τον στόχο. Θα επανέλθουμε αναλυτικότερα.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget