Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Φώτης Τερζάκης: ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΤΩΝ «ΑΚΡΩΝ»


αναδημοσίευση από poetry bar

Ι.
Η έκπληξη που επεφύλασσαν οι πρόσφατες εκλογές στην Ελλάδα, με την καταβαράθρωση όλων των δυνάμεων που συνασπίστηκαν υπό την κυβέρνηση Παπαδήμου για να επιβάλουν τη βούληση του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου στην πολλαπλά τραυματισμένη ελληνική κοινωνία, ανακίνησε τρόμους μεν από την πλευρά εκείνων που είχαν εθιστεί στο αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της ισχύος, τρελές ελπίδες δε από την πλευρά εκείνων που είχαν πειστεί ότι είναι πολύ πιο ανίσχυροι απ’ όσο πραγματικά ήταν· και μέσα στην παραζάλη των έκτακτων συμβάντων δεν δόθηκε η σημασία που έπρεπε στο γεγονός ότι ο πραγματικός θριαμβευτής των εν λόγω εκλογών ήταν η εκλογική αποχή, που σημείωσε τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία της (σχεδόν 37%!)…

Η εκλογική αποχή προκαλεί πάντα αμηχανία και υπάρχει μια σιωπηρή συστράτευση όλων των καθεστωτικών δυνάμεων, των κατευθυνόμενων ΜΜΕ περιλαμβανομένων, στον δημόσιο στιγματισμό της. Καταλαβαίνει κανείς τούς λόγους: δεν είναι μόνον ότι η κοινοβουλευτική παρωδία στις διοικούμενες κοινωνίες μας θεσμοποιεί και κατοχυρώνει ένα διπλό ψεύδος – ότι οι εκλεγμένοι «εκπρόσωποι» όντως εκπροσωπούν την εκλογική τους βάση, και ότι οι κρίσιμες κοινωνικές αποφάσεις όντως παίρνονται μέσα στο κοινοβούλιο· ούτε μόνον ότι η αυταπάτη τής «δημόσιας συμμετοχής» που εκπροσωπούν οι εκλογές είναι μια πολύτιμη βαλβίδα εκτόνωσης της δυσαρέσκειας και εκτροπής της από βίαιες εκρήξεις κοινωνικής ανταρσίας· είναι επίσης και προπαντός ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν καταλήξει να αντιπροσωπεύουν τυποποιημένα συστήματα αντιλήψεων και συμπεριφορών που καθιστούν το λαϊκό σώμα προβλέψιμο και, άρα, χειραγωγήσιμο. Το ποσοστό τού λαϊκού σώματος που αρνείται να ψηφίσει είναι το απειλητικό απροσδιόριστο, η εντροπική ζώνη όλων των γραφειοκρατικών σχεδιασμών, η άβυσσος στην οποία μπορεί να ελλοχεύουν κάθε είδους απρόβλεπτες δυνάμεις. Και όντως ελλοχεύουν. Αν υπάρχει ακόμα ένα ίχνος ελπίδας στη σημαδεμένη εκλογική τράπουλα, αν είναι ακόμα δυνατές εκλογικές ανατροπές όπως αυτή που πρόσφατα είδαμε ––και ακόμη περισσότερο όπως εκείνη που επίκειται στις δεύτερες εκλογές–– είναι χάρη στον ρόλο που έχει αυτός ο εξωγενής και απρόσκλητος ρυθμιστής των εκλογικών αναμετρήσεων, που δεν εκπροσωπείται από κανέναν κοινοβουλευτικό σχηματισμό και δεν καταγράφεται σε κανένα γκάλοπ.

Στις παρούσες συνθήκες ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε το επιλεγμένο όργανο ενός μεγάλου μέρους των «μη εκπροσωπουμένων» για να στείλουν ένα εύγλωττο απειλητικό μήνυμα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Σε μικρότερο βαθμό, το ίδιο έγιναν και ακροδεξιοί σχηματισμοί όπως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» και η «Χρυσή Αυγή». Σε αυτό οφείλεται η αντίστοιχη επιτυχία τους, και όχι βέβαια σε μια καθαρή και αδιατάρακτη σχέση εκπροσώπησης με τους ψηφοφόρους τους, που θα ήταν τραγικό σφάλμα να εκληφθεί ως δεδομένη. Η κίνηση της διογκούμενης μάζας των «μη εκπροσωπουμένων» προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά έχει φυσικά τεράστια σημασία και δεν είναι κάτι που μπορεί να παραβλεφθεί ανέμελα· ακόμη μεγαλύτερη όμως έχει να διαπιστωθεί το σημείο σύγκλισης όλων αυτών των ετερογενών κατά τα άλλα δυνάμεων των «άκρων» ––όπως λέει μια κολλώδης δημοσιογραφική γλώσσα–– οι οποίες, κανείς ας μην έχει αμφιβολία επ’ αυτού, διαθέτουν ένα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα από εκείνο που ήδη έδειξαν μέσα στον όγκο ακριβώς των εκλογικά απεχόντων… Αυτό το σημείο σύγκλισης, λέω, είναι η εναντίωση στη δικτατορία των αγορών, επικεντρωμένη σ’ εκείνη την ειδική της όψη υπό την οποία τη βρίσκει αυτή τη στιγμή απέναντί της η ελληνική κοινωνία: τους συνασπισμούς τού ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και των αυταρχικών του πολιτικών διαμεσολαβητών. Το παραπλανητικό σύνθημα της «εθνικής ανεξαρτησίας» πρέπει να διαβάζεται σαν μια παραπλανημένη εναντίωση στο παγκοσμιοποιούμενο κεφάλαιο και στα θεσμικά όργανά του (ελληνικά επίσης κατά τον βαθμό που τους αντιστοιχεί).

Το βράδι των εκλογών ένας καλός δημοσιογράφος (ο Σταύρος Λυγερός) έλεγε ότι το παρόν διακύβευμα έχει δύο διακριτούς άξονες: τον παραδοσιακό Αριστερά-Δεξιά, και τον πρόσφατο Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Η εκτίμηση αυτή χρειάζεται κάποια τροποποίηση. Το δίλημμα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο δεν είναι αριστερό δίλημμα, και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω πολύ επί τού ότι κάθε «αριστερά» άξια του ονόματος της (διότι υπάρχει κάποιο όριο στο ξεχείλωμα των λέξεων το οποίο δεν υπερβαίνεται ατιμωρητί: μωραίνει Κύριος όν βούλεται απωλέσαι) έχει εξ ορισμού, δηλαδή αυτοδικαίως, αντιμνημονιακό προσανατολισμό. Ο άξονας Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο διχάζει πραγματικά μόνο τη δεξιά, και αυτό είναι που δίνει στην ελληνική αριστερά σήμερα μια μοναδική στον κοινοβουλευτικό της βίο πολιτική ευκαιρία – εκείνη που της υπέκλεψαν μετά τις εκλογές τού 1958 οι καθεστωτικές δυνάμεις που άνοιξαν τον δρόμο στην απριλιανή δικτατορία, και πάλι μεταξύ 1977-81 ο Ανδρέας Παπανδρέου…

Το συμπέρασμα που αβίαστα βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι, αν υπάρχει αντικειμενικά δυνατότητα στην Ελλάδα σήμερα για μια ευρεία και ριζοσπαστική συσπείρωση των κοινωνικά ανίσχυρων και των άγρια αδικημένων και περιφρονημένων στρωμάτων (περιλαμβανομένων των μεταναστών, που είναι οργανικό και αναπόσπαστο πλέον κομμάτι τής ελληνικής κοινωνίας), συσπείρωση η οποία στην προβλεπόμενη διεύρυνσή της θα είχε ελπίδες ν’ απορροφήσει το δεξιό «άκρο» κατευθύνοντάς το προς έναν όλο και πιο ορθολογικά επεξεργασμένο στόχο, θα εξαρτηθεί από την αταλάντευτη εμμονή στην άμεση τακτική επιδίωξη τής απόκρουσης των ευρωπαϊκών εκβιασμών και αναπομπής τού προβλήματος στους γεννήτορές του, τις εγκληματικές «αγορές», με στρατηγικό βάθος ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιοργάνωσης προσανατολισμένο όχι στην «αγορά» αλλά στους ίδιους τους παραγωγούς/καταναλωτές και ελεγχόμενο στο μέγιστο δυνατόν από τους ίδιους· πρόγραμμα του οποίου καθοδηγητική αξία οφείλει να είναι όχι ακριβώς η «ανάπτυξη» (διότι στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάμε για σκοινί!) αλλά η μεθοδευμένη αποανάπτυξη – που σημαίνει, συρρίκνωση στο μέτρο τού δυνατού τής σφαίρας τής κυκλοφορίας των κεφαλαίων και αύξηση του κοινωνικού πλούτου με απεξάρτηση όσο το δυνατόν περισσότερων κοινωνικών δραστηριοτήτων από την εμπορευματική αγορά. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί μαζί μου ότι αυτή είναι η μόνη νόμιμη ερμηνεία τού όρου «κομμουνισμός»· το βέβαιον είναι ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ελπίζει να καταστεί συντονιστικός μεσολαβητής μιας τέτοιας συσπείρωσης, αυτός είναι ο μόνος δρόμος στον οποίον έχει πραγματική εντολή να πορευτεί – ανεξαρτήτως τού πόσο πολλοί ή λίγοι είμαστε έτοιμοι, και αν τελικά θα πειστούμε, να αναστείλουμε την εκ πεποιθήσεως εκλογική μας απεργία για τον στηρίξουμε.

ΙΙ.
Το άρθρο του Ανδρέα Πανταζόπουλου στη Νέα Εστία (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1012) με τίτλο «Ο εθνικολαϊκισμός ως ιδεολογία. Η διεθνής εμπειρία και η ελληνική περίπτωση» είναι η λόγια εκδοχή τής ευτελούς δημοσιογραφικής ρητορείας περί «κινδύνου των άκρων». Παρουσιάζεται σαν μια ψύχραιμη, «επιστημονική» κριτική μιας πολιτικής ιδεολογίας, αλλά δυσκολεύεται να κρύψει τον δικό του ιδεολογικό χαρακτήρα καθώς ολισθαίνει σε μια σειρά θεωρητικών ατοπημάτων που τον εκθέτουν και στο πιο ανυποψίαστο μάτι. «Σκοπός μας είναι», λέει προγραμματικά, «να δείξουμε τη συστατική σχέση τού λαϊκισμού με τον εθνικισμό, ότι δηλαδή είναι αδύνατον να κατανοήσουμε μια λαϊκιστική κινητοποίηση, λαϊκιστικό κίνημα, λαϊκιστικό κόμμα ή και “κοσμοαντίληψη” χωρίς τη συμφυή εθνικιστική της διάσταση» (σελ. 214)· και λίγες γραμμές πιο κάτω: «Ακόμα και […] όταν θεωρείται ότι έχουμε να κάνουμε με “αμιγώς” κοινωνιολαϊκιστικές κινητοποιήσεις ή “ιδεολογίες”, όταν δηλαδή ο υποδεικνυόμενος και καταγγελλόμενος από τους λαϊκιστές εχθρός είναι μόνο οι “αποπάνω” (οι “΄λίγοι”, η “πλουτοκρατία”, η “ελίτ”, οι “ισχυροί”, το “κατεστημένο”) ακόμα και τότε, ο εθνικισμός ή ο εθνοτισμός (οι οποίοι υποδεικνύουν ως εχθρό τον “απέναντι”, τον ξένο, με τον οποίον συνεργάζονται οι ντόπιες “ελίτ”) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως προς τη δόμηση των αιτημάτων των κυριαρχουμένων». Από πού προκύπτει αυτό, αλήθεια; Γιατί κάθε αμιγώς ταξική σύγκρουση θα πρέπει να δεχθεί καταστατικά τη ρετσινιά τού εθνικισμού; Μήπως για να πούμε ότι, εξ αντιστρόφου, η μόνη αθώωση από το εθνικιστικό στίγμα θα ήταν η συναίνεση στον κοινωνικό δαρβινισμό τού φιλελευθερισμού τής αγοράς; Δεν εκπλήσσει λοιπόν ο τρόπος με τον οποίον βιάζει καταφανώς τα δεδομένα του ώστε να στηρίξει την ιδεολογική προπαραδοχή του: μιλώντας για τους ρώσους ναρόντνικους στη σελ. 216, ας πούμε, γράφει «με βάση αυτές τις αξίες θα προτείνουν να οργανωθεί η αντίσταση του ρωσικού λαού, ναρόντ, που είναι το ισοδύναμο του γερμανικού Volk, και που ταυτόχρονα σημαίνει “λαός” και “έθνος”». Μόνο που στα ρωσικά υπάρχει μια άλλη έννοια ειδικώς για το έθνος, νάτσιγια, που σημαίνει ακριβώς το έθνος-κράτος· η επιλογή τού όρου ναρόντ συνδηλώνει την αυτοδιοικούμενη και από παραγωγική άποψη σχετικώς αυτάρκη λαϊκή κοινότητα, υποδεικνύοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τις αντιπαρατιθέμενες διεκδικήσεις τού «εθνικού» ήταν ακριβώς η αντίσταση των λαϊκών κοινοτήτων στην «εκσυγχρονιστική» βία τού κράτους, η οποία σημαίνει πάντα υπαγωγή στην κεφαλαιοκρατική αγορά και τον γραφειοκρατικό/αστυνομικό έλεγχο – άλλωστε όλος ο ρωσικός αναρχισμός πήγασε από το λίκνο τού ναροντνικισμού: μήπως θα πρέπει να εκχωρήσουμε και αυτόν στις «εθνικιστικές ιδεολογίες»; Ομοίως, στη σελ. 220, η παράθεση ενός χωρίου τού Αϊζάια Μπέρλιν που αναφέρεται στον Χέρντερ ––«Η πίστη στην αξία τού ανήκειν σε κάποια ομάδα ή κουλτούρα που, για τον Χέρντερ τουλάχιστον, δεν είναι πολιτική και μάλιστα είναι αντιπολιτική, διαφορετική από τον εθνικισμό και αντιτιθέμενη σε αυτόν»–– ερμηνεύεται από τον συγγραφέα ως επίταση των χαρακτηριστικών εκείνων που ο Χέρντερ ρητά αρνείται! Κοκ.

Το κεντρικό πρόβλημα με το άρθρο τού Πανταζόπουλου είναι ότι ερμηνεύει διασταλτικά την έννοια του «λαϊκισμού» ώστε να συμπεριλάβει ουσιαστικά όλες τις συλλογικές επιδιώξεις που αντιτίθενται στη φιλελεύθερη συναίνεση και στον κοινοβουλευτικό συνταγματισμό. Και κάνοντας αυτό, συγχέει σκόπιμα τεραστίως αποκλίνουσες ως προς την πολιτική τους σημασία τάσεις και κινήματα: τον ρωσικό ναροντνικισμό του δέκατου ένατου αιώνα, τον Περονισμό στην Αργεντινή, την εμπειρία τής αλγερίνικης επανάστασης, το κίνημα του Πουζαντισμού στη Γαλλία τής δεκαετίας τού ’50, μέχρι τα σύγχρονα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι μ’ ένα τέτοιο άνοιγμα η ίδια η έννοια «σπάει» και χάνει την όποια ερμηνευτική της δύναμη. Για να το πω όσο πιο συνοπτικά μπορώ, ο όρος λαϊκισμός κατασκευάστηκε όντως αναφορικά με τον ρωσικό ναροντνικισμό για να περιγράψει ορισμένα στοιχεία τής ρητορικής του, τονίζοντας ειδικά την απόκλιση ανάμεσα στην προπαγανδιστική χρήση λαϊκών στερεοτύπων και την ταξική βάση (μικροαστική, εν προκειμένω) της πολιτικής που τα χρησιμοποιεί. Γι’ αυτό και καθιερώθηκε έκτοτε ως ενδείκτης μιας χειραγωγικής πολιτικής έναντι των λαϊκών μαζών δήθεν στο όνομά τους – και αυτό αποκρυσταλλώνεται ακριβώς στην εννοιολογική διαφορά μεταξύ «λαϊκισμού» και «λαϊκότητας» (όπως, ας πούμε, μεταξύ «ισλαμισμού» και «ισλάμ»…). Με αυτή την έννοια κλασική ενσάρκωση, κατά κάποιον τρόπο ιδεότυπος, της λαϊκιστικής ιδεολογίας και πολιτικής είναι ο Περονισμός (και ό,τι τού μοιάζει: το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα τής δεκαετίας τού ’80 πληροί οπωσδήποτε τα κριτήρια της έννοιας, όπως και πολλές ακροδεξιές ρητορικές στην Ευρώπη σήμερα, ή το ρεύμα τής «Νεορθοδοξίας» και πάλι στην Ελλάδα). Όταν όμως κάποιος επιχειρεί να συμπεριλάβει στην έννοιά του οιαδήποτε έκκληση για συσπείρωση των λαϊκών μαζών έναντι κάποιου υπαρκτού δυνάστη (όπως στην περίπτωση της αλγερίνικης επανάστασης μέσ’ από το συγκινητικό προσκλητήριο του Φραντζ Φανόν, και σε πολλά αντιαποικιακά και αντιιμπεριλιστικά κινήματα μέχρι της ημέρες μας σε ολόκληρο τον κόσμο), διαπράττοντας μάλιστα το ολέθριο ατόπημα να εξισώσει την «εκ των κάτω» ανατρεπτική και λυτρωτική βία με την κατασταλτική βία τής ακροδεξιάς, τότε όχι μόνο έχει διαρρήξει τα όρια ισχύος τής έννοιας, αλλά έχει προπαντός διασχίσει την κρίσιμη ––και πολύ λεπτή–– γραμμή που χωρίζει το κριτικό σκέπτεσθαι από την ιδεολογία.

Ποια ακριβώς ιδεολογία είναι αυτή; Στο τελευταίο κομμάτι τού άρθρου του, όπου ο Ανδρέας Πανταζόπουλος φτάνει στο «δια ταύτα», όπως λέμε, τη σημερινή Ελλάδα και τις αντιμνημονιακές διαμαρτυρίες, ακτινογραφείται άπλετα η πολιτική του δέσμευση. Οικοδομείται εξ ολοκλήρου σε μια θλιβερή επανάληψη της φιλελεύθερης ρητορείας περί «ταυτίσεως των άκρων», που το πρακτικό της νόημα είναι να διασύρει κάθε αριστερή ριζοσπαστική πολιτική ως ταυτόσημη με την ακροδεξιά. Δύσκολα μπορεί να προβάλει σοβαρή ένσταση, μας εξομολογείται, στην ακόλουθη επισήμανση κάποιου ολιγόνοος αρθρογράφου τής Καθημερινής: «Είναι αξιοσημείωτο ότι οι θέσεις τής Χρυσής Αυγής, του βαθέως ΠΑΣΟΚ, της λαϊκιστικής Δεξιάς, της εθνικιστικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο Μνημόνιο ταυτίζονται απολύτως» (σελ. 237). Ε και; Αν η λαϊκιστική δεξιά σφετερίζεται και λεηλατεί για δικούς της λόγους τα λαϊκά αιτήματα, πρέπει η αριστερά να προσυπογράψει ομολογία πίστεως στον γραφειοκρατικό «εκσυγχρονισμό», στη θεολογία των αγορών και στη νομιμότητα των σύγχρονων κεφαλαιοκρατικών θεσμών;

Όσες εκκλήσεις για «θεσμική νομιμότητα», «λαϊκή κυριαρχία», «συνταγματικό πατριωτισμό» ––αναρίθμητα ηχηρά παρόμοια–– κι αν ακούγονται από φιλελεύθερα χείλη, είναι δύσκολο να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι μια κοινωνία τής αγοράς είναι κατ’ ανάγκη μια κοινωνία τής θεσμοποιημένης ανισότητας, ότι όλο το θεσμικό και δικαιικό πλέγμα των σύγχρονων κοινωνιών είναι ένας μηχανισμός σφαγιασμού των αδυνάτων στον στίβο τού ανταγωνισμού ιδιοτελών συμφερόντων, ένας μηχανισμός εξάρθρωσης κάθε υγιώς εννοούμενης ατομικότητας ως αυτοκαθορισμού και αυτενέργειας, και βεβαίως ένας μηχανισμός λεηλασίας τού φυσικού περιβάλλοντος σε βαθμό προγραμματισμένης οικοκτονίας. Αν ζητούμενο όλης αυτής τής συζήτησης είναι σε ποιον θα χρεωθεί ως ανεπιθύμητος συγγενής η ακροδεξιά, η απάντησή μας δεν είναι δύσκολη: στον αστικό φιλελευθερισμό, φυσικα! Ας μου επιτραπεί εδώ να θυμίσω μια ρήση τού Μαξ Χορκχάιμερ (από το δοκίμιό του Οι Εβραίοι και η Ευρώπη, 1938) που έλεγε «Η “επιβίωση του ισχυροτέρου”, πριν γίνει ιαχή για την συντριβή των κατώτερων φυλών, υπήρξε ο θεμέλιος λίθος τής φιλελεύθερης λογικής τής αγοράς»· και, σε τελευταία ανάλυση, «όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, δεν πρέπει επίσης να μιλάει για τον φασισμό». Αντί να διασπείρουν τον συσκοτισμό τού προφανούς και την εσκεμμένη νοητική σύγχυση, τα φερέφωνα του φιλελευθερισμού χρεώνονται την αναίρεσή της.


* Το άρθρο του Φώτη Τερζάκη είναι προδημοσίευση από το περιοδικό σημειωσεις, τ.75, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Ιουνίου.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

«Ευρώ ή δραχμή;» «Ναι». Για μια πολιτική του διχασμένου υποκειμένου



του Άκη Γαβριηλίδη

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου, υπήρξε ένας θρίαμβος της απεδαφικοποίησης και της εξόδου. Σε σχέση με όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, σημειώθηκε ένα πραγματικό μεταναστευτικό ρεύμα ψηφοφόρων από τα δύο τέως μεγάλα κόμματα προς όλες τις κατευθύνσεις.

Αμέσως μετά το πρώτο σοκ, οι δυνάμεις της σταθερότητας και της «ευθύνης» άρχισαν χωρίς καθυστέρηση την προσπάθεια να επανεδαφικοποιήσουν αυτή τη νομαδική τάση, να απλουστεύσουν την πολυπλοκότητά της και να τη μεταφράσουν σε οικεία γι’ αυτές ιδιώματα και διλήμματα.

Κεντρικό τμήμα της προσπάθειας αυτής είναι οι πιέσεις προς τον ΣΥΡΙΖΑ να «ξεκαθαρίσει επιτέλους τι σκοπεύει να κάνει» μεταξύ άλλων και στο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή», όπως και οι επικρίσεις προς την «πολυφωνία των συνιστωσών» εκ των οποίων άλλες είναι υπέρ της μιας και άλλες υπέρ της άλλης επιλογής. Μια άλλη πτυχή επίσης αυτής της επίθεσης είναι τα λεγόμενα «εθνικά θέματα».

Οι πιέσεις μέχρι στιγμής αποβαίνουν επιτυχείς. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εύλογα απροετοίμαστη για μια τέτοια δοκιμασία, φαίνεται νευρική ή, στην καλύτερη περίπτωση, αμήχανη· προσπαθεί με κάθε τρόπο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που της θέτουν οι αντίπαλοί της και να περάσει τις εξετάσεις, «μαζεύοντας» οποιαδήποτε άποψη η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί «ακραία» και να «φοβίσει τους απλούς ψηφοφόρους».

Η άποψή μου είναι ότι, ως προς ορισμένα τουλάχιστον ζητήματα, υπάρχει και άλλος δρόμος, και ο δρόμος αυτός πιθανόν να είναι πιο αποδοτικός ακόμη και με στενά εκλογικά κριτήρια.

Όταν οι ΠΑΣΟΚοι και οι Νεοδημοκράτες με ύφος ανακριτή ρωτάνε τους εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ αν ισχύουν παλαιότερες δηλώσεις τους ότι π.χ. «το ευρώ δεν είναι ταμπού για μας», αντί να το διαψεύσουν και να λένε ότι ποτέ δεν το είπαν, νομίζω ότι είναι από κάθε άποψη προτιμότερο να απαντούν: «ναι, το είπαμε και συνεχίζουμε να το λέμε».

Υπάρχουν μερικές περιπτώσεις στις οποίες μία queer στάση, μία στάση που αναλαμβάνει την ευθύνη του αναποφάσιστου και της αμφιταλάντευσής της, είναι πιο πειστική, πιο οικεία και πιο ελκυστική για τους πολίτες από μία ανδροπρεπή υπόδυση η οποία επιθυμεί να εμπνεύσει τη «σιγουριά» και τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης, εκεί όπου τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατό να υπάρξουν, και είναι ορατό σε όλους ότι δεν υπάρχουν.

Η αμφιταλάντευση γύρω από το θέμα αυτό είναι υπαρκτή ανάμεσα στις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, όπερ και το κυριότερο, είναι υπαρκτή μέσα στην ελληνική κοινωνία και συχνά μέσα στον καθένα από μας. Αυτό το δείχνουν ακόμα και οι δημοσκοπήσεις: ένα μειοψηφικό, αλλά υπαρκτό ποσοστό του κόσμου είναι υπέρ της εξόδου από το ευρώ, ενώ ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό είναι υπέρ της παραμονής σε αυτό αλλά όχι με κάθε θυσία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν νομίζω ότι παθαίνει κάποια τρομερή ζημιά όποιος παραδεχτεί ότι δεν έχει τελειωτικά λυμένο αυτό το ζήτημα, το οποίο από τη φύση του δεν μπορεί να είναι λυμένο και δεν υπάρχει κανείς άλλος στην υφήλιο που να το έχει λυμένο.

Πέραν τούτου, το να αφήνει κάποιος ασάφεια σχετικά με το τι σκοπεύει να κάνει και με το αν «εγγυάται την παραμονή της χώρας στο ευρώ», είναι πολύ προτιμότερο και πολύ αποδοτικότερο, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, από την σαφήνεια του «ναι στο ευρώ με κάθε θυσία». Εσωτερικά, διότι τη βεβαιότητα αυτή την προσέφεραν και την προσφέρουν τα δύο τέως μεγάλα κόμματα, με αποτέλεσμα να καταποντιστούν και να είναι, ακριβώς, τέως μεγάλα. Εξωτερικά, διότι αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι που έχει προκαλέσει πανικό και αλλεπάλληλα σενάρια και συσκέψεις μεταξύ των πολιτικών εκπροσώπων των «αγορών» και της νεοφιλελεύθερης κυβερνοοτροπίας. Όταν οι απέναντι ξέρουν ότι πάνω απ’ όλα δεν θέλουμε με τίποτα να χάσουμε τη θέση στην ευρωζώνη, τότε τους είναι πιο εύκολο να μας εκβιάσουν και να μας εκφοβίσουν· όταν βρίσκεσαι σε μια διαδικασία παζαρέματος, (και είναι δεδομένο ότι εκεί βρισκόμαστε σε αυτή τη συγκυρία), ο έμπορας δεν έχει κανένα λόγο να ρίξει την τιμή όταν έχει καταλάβει ότι έχεις απόλυτη ανάγκη το κιλίμι του ή το υποβρύχιό του. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερο «επιθετικό πλουραλισμό» έχει μία ομάδα, τόσο δυσκολότερο γίνεται το καθήκον για την άμυνα του αντιπάλου. Είναι δε ενδεικτικό ότι αυτή η άμυνα του αντιπάλου «ανοίγει» επίσης, στον ακριβώς αντίστοιχο βαθμό, και αρχίζει να χαρακτηρίζεται από την ίδια αμφιταλάντευση και αντιφατικότητα: τη μια μέρα η Λαγκάρντ γαυγίζει «μην περιμένετε οίκτο», και την επομένη –ή/ και την προηγουμένη- ο Μπαρόζο διαβεβαιώνει ότι «η θέση της Ελλάδας είναι στο ευρώ». Χωρίς βεβαίως να βγει κανείς Χρυσοχοΐδης και κανείς Χατζηδάκης να τους εγκαλέσει με αυστηρό ύφος να «ξεκαθαρίσουν επιτέλους τι σκοπεύουν να κάνουν άμα πάρουν την εξουσία» –αφού ήδη την έχουν εξάλλου.

Νομίζω λοιπόν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει λίγα ακόμα περιθώρια για «ανευθυνότητα» και για «έλλειψη σχεδίου για το μέλλον», και μάλιστα κάτι τέτοιο μπορεί να (τον) ωφελήσει. Ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα στα οποία η όποια μελλοντική δράση θα είναι δράση επί δράσεων και όχι επί πραγμάτων· επί δράσεων οι οποίες δεν είναι ακόμη γνωστές, διότι και αυτές καθορίζονται σχεσιακά και απρόβλεπτα. Οπότε, ακόμη και αν πει κάποιος «στο μέλλον θα κάνω οπωσδήποτε το Α», μέχρι να έρθει αυτό το μέλλον μπορεί να έχουν μεσολαβήσει τόσα και τέτοια πράγματα που αυτό το Α να λειτουργεί ως πλην Α.

Ούτως ή άλλως, καλό είναι να θυμόμαστε, μεταξύ άλλων, ότι το σημείο μετά το οποίο τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ πήραν την ανιούσα, ήταν η δήλωση του Τσίπρα ότι θα δεχτεί τις τυχόν ψήφους του Καμένου σε περίπτωση που πάρει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Πράγμα που δείχνει ότι αυτό που του έδωσε ώθηση ήταν το άνοιγμα και όχι το κλείσιμο, η ανάμιξη και όχι η καθαρότητα.

αναδημοσίευση από nomadic universality
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget