Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Ποια εργατική τάξη και ποιο κόμμα; Σχόλια σχετικά με το άρθρο του Δημήτρη Μπελαντή, “Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση”


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η διερεύνηση από θεωρητική και ιστορική άποψη, από τον Δημήτρη Μπελαντή, της σχέσης μεταξύ αριστερών κομμάτων και εργατικής τάξης, αποτελούν μια ευπρόσδεκτη απόπειρα ανάδειξης αναλυτικών εργαλείων που θα μπορούσαν να μας επιτρέψουν την καλύτερη κατανόηση της σημερινής σύνθετης κατάστασης, σε ότι αφορά τις σχέσεις λαϊκών τάξεων και αριστερών κομμάτων και οργανώσεων.

Απέναντι στις πολλές εκδοχές κομμάτων και οργανώσεων που διεκδικούν την εκπροσώπηση του κόσμου της εργασίας, ο Δ. Μπελαντής μας θυμίζει πολύ σωστά πως άλλο πράγμα το κόμμα και άλλο η “τάξη”. Και ότι στην πραγματικότητα η εξέλιξη της δυνατότητας ενός κόμματος να εκφράσει μια κοινωνική τάξη, και η αποδοχή από αυτή την τάξη της ιδεολογίας και της στρατηγικής ενός κόμματος, μπορεί να ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις.


Αλλά και η ίδια η συμπεριφορά της εργατικής τάξης και των ξεχωριστών ομάδων της μπορεί να διαφέρουν, ή να διαφοροποιούνται: το σύνολο αυτής της τάξης μπορεί να εκφράζεται κατά κύριο λόγο εκλογικά σε συνδυασμό με ελάχιστες ή υπολογίσιμες οργανωτικές συγκροτήσεις, οι επιδιώξεις και συμπεριφορές των διαφόρων ομάδων της μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, και μπορεί να ενσωματώνονται, να εξεγείρονται ή να επαναστατούν.

Σε σχέση με αυτές τις διαφορετικές καταστάσεις που έχουν παρατηρηθεί, υπήρχε, μας θυμίζει επίσης ο Δ. Μπελαντής, μια αφήγηση της επανάστασης που πραγματοποιεί η ίδια η εργατική τάξη, μέσα από “την ανάδυση ενός εργαζόμενου που αντιλαμβάνεται καλύτερα και συνολικότερα την κοινωνικοποιημένη παραγωγική διαδικασία και έχει γνώσεις και δεξιότητες για να την αναλάβει μέσα από τα συμβούλια και τον εργατικό έλεγχο – ενός εργαζόμενου που αποσπά με αγώνες μορφές κατανόησης και διεύθυνσης της παραγωγικής διαδικασίας από τον διευθυντικό μηχανισμό του κεφαλαίου ...[με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας τάξης που] οικοδομεί τον δικό της 'συλλογικό εργάτη' και τον δικό της 'συλλογικό διανοούμενο'”.

Η πραγματικότητα των εργατικών κινημάτων του 20ού αιώνα δείχνει οτι μόνο στιγμιαία ή εν μέρει ανταποκρίθηκαν σε αυτή την γοητευτική και ορθόδοξη θα μπορούσε να πει κανείς αφήγηση. Οι νικηφόρες εργατικές επαναστάσεις ήταν περισσότερο επαναστάσεις που οδήγησαν στην κυριαρχία των κομμουνιστικών κομμάτων, σε καθεστώτα που δεν εξέφραζαν την θέληση εργατικών τάξεων (που δεν είχε τρόπο να εκφραστεί), και ήταν για αυτό αυταρχικά, ιεραρχημένα και εσωστρεφή. Ως τη στιγμή που οι κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες τους, επέλεξαν με διάφορους τρόπους να επιβιώσουν μέσω της ένταξής τους στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό.

Δεν αρκεί όμως σήμερα να επισημάνουμε αυτή την πολυπλοκότητα της εμπειρίας του 20ου αιώνα, γιατί πρέπει να αναδείξουμε και το πόσο βαραίνει αυτή η εμπειρία με διάφορους τρόπους σχετικά με τις προσεγγίσεις που κυριαρχούν στο εσωτερικό της σημερινής αριστεράς. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, η κρίση και η εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού έχουν διαλύσει τις οργανωτικές δομές της εργατικής τάξης, και έχουν εξατομικεύσει τις εργασιακές σχέσεις σε πρωτοφανή βαθμό, ενώ έχει καταστραφεί μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού και έχουμε έκρηξη της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας. Βρισκόμαστε δηλαδή σε μία εντελώς νέου τύπου διαχείριση μιας καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά παρόλα αυτά αντιγράφονται στην αριστερά πολιτικές προσεγγίσεις του παρελθόντος, όπως η αναφορά στα εργατικά συμβούλια των καπιταλιστικών εργοστασίων, η νοσταλγία ενός υποτιθέμενου επαναστατικού σταλινισμού, αλλά και η αναδίπλωση στην ενσωμάτωση μέσω της εκλογικής διαδικασίας και επομένως η αναζήτηση ενός κοινωνικού συμβολαίου με την άρχουσα τάξη.

Με συγχυσμένο τρόπο γίνεται και η αναφορά στα “κινήματα” και τη σχέση τους με το εργατικό κίνημα, καθώς οι οργανώσεις που αναφέρονται στην εργατική τάξη, είτε κάνουν γενικές και ανεπαρκείς αναφορές σε ότι αφορά τα περιβαλλοντικά και οικολογικά κινήματα, είτε δεν εντάσσουν τα άλλα κοινωνικά κινήματα σε ολοκληρωμένες προγραμματικές θέσεις και δράσεις, και τα αντιμετωπίζουν κατά κανόνα ως διαδικασίες και συγκροτήσεις στο περιθώριο των κεντρικών κοινωνικών συγκρούσεων.

Όταν όμως αναδεικνύουμε το σύνολο των αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν την ιστορία των σχέσεων κόμματος και τάξης, όπως και τις χωριστές συμπεριφορές των δυο αυτών οντοτήτων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, δεν έχουμε καταλήξει σε μια κατανόηση των σημερινών χαρακτηριστικών της καπιταλιστικής ταξικής κοινωνίας, ούτε έχουμε καταλήξει στις μορφές που πρέπει να πάρει η συγκρότηση – οργανωτική και πολιτική – του κόσμου της εργασίας, ώστε να επιβάλει ένα σχέδιο για μια κοινωνία ισότητας, δικαιοσύνης και δημοκρατίας.

Είναι καταρχάς εντυπωσιακό το πώς ακόμη και δηλωμένες “αντικαπιταλιστικές” τοποθετήσεις στο πλαίσιο της αριστεράς, δεν κατανοούν την κεντρικότητα της διαδικασίας καταστροφής φυσικών πόρων και περιβάλλοντος. Διότι δεν βρισκόμαστε σε μια περίοδο άλλης μιας κυκλικής κρίσης του καπιταλισμού, αλλά βρισκόμαστε σε μια περίοδο ραγδαίας και καταστροφικής για την πλειοψηφία του πληθυσμού των ανθρώπινων κοινωνιών εξέλιξης, η οποία πρέπει επειγόντως να τεθεί υπό έλεγχο. Και είναι προφανές ότι μόνο η κατάργηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων μπορεί να επιτύχει κάτι τέτοιο, όπως δείχνει διεξοδικά στο τελευταίο της βιβλίο η Naomi Klein.

Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός δεν είναι μια εκδοχή της κυκλικής αναπαραγωγής του παλιού καλού καπιταλισμού, αλλά ένα σύστημα δημιουργίας και αναπαραγωγής μιας νέας ολιγαρχίας που συσσωρεύει πλούτο και εξουσία, οδηγώντας σε ένα κύκλο διεύρυνσης των ανισοτήτων και συρρίκνωσης παραγωγικών δυνατοτήτων και κοινωνικών θεσμών. Το σύστημα αυτό έχει ως ορατό αποτέλεσμα τόσο τη στασιμότητα της μεγέθυνσης (της διευρυμένης αναπαραγωγής) σε συνθήκες περιορισμού εργατικών εισοδημάτων και κοινωνικών δικαιωμάτων, όσο και την αναπαραγωγή της υπερχρέωσης. Αυτή η μετεξέλιξη του καπιταλισμού που έχει ενθουσιάσει την οικονομική ελίτ και τα μεσαία στρώματα που είναι προσκολλημένα σε αυτήν, μπορεί να υπάρξει μόνο μέσω της πολύπλευρης επίθεσης στον κόσμο της εργασίας. Και δεν μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί χωρίς την απόσπαση του ελέγχου του χρήματος από την ολιγαρχία και τη ριζική αναδιανομή πλούτου και εισοδήματος.

Το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται οι τάσεις της αριστεράς που κληρονομήσαμε από τον 20ο αιώνα, οφείλεται στο ότι τόσο η “συνδικαλιστική” μεταρρυθμιστική αριστερά, όσο και η σταλινική-κρατιστική, ή και η συμβουλιακή τις περισσότερες φορές, προσεγγίζουν τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας από τη σκοπιά της ανταλλακτικής αξίας της εργασίας (της πάλης του μισθού με την υπεραξία) και αγνοούν το ζήτημα του καθορισμού της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης, αγνοούν δηλαδή τι συμβαίνει πραγματικά με την υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Η διαδικασία αυτή βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, και είναι μια γνωσιακή διαδικασία, που ορίζει τι θα παραχθεί, πώς θα παραχθεί, με ποιές γνώσεις και φυσικά με ποιά ανταλλακτική αξία της εργασίας. Σταθεροποιήθηκε στο μεταπολεμικό μοντέλο με τον τεϋλορικό καταμερισμό εργασίας, τη φορντιστική ρύθμιση, και την οργάνωση της επιστημονικής και τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά η κρίση του μοντέλου αυτού, μια κρίση που οφειλόταν σε τελική ανάλυση στη γνωσιακή ενδυνάμωση της εργατικής τάξης, οδήγησε στην πλήρη αναδιοργάνωση της διαχείρισης του καπιταλισμού, με κεντρικό στόχο την αντιμετώπιση αυτής της ιστορικής αλλαγής.

Από τη στιγμή που είχε εκλείψει το μονοπώλιο της γνώσης και των θεσμών παραγωγής και διαχείρισής της από την αστική τάξη και τις σύμμαχες κοινωνικές ομάδες, η μόνη μέθοδος για τη σταθεροποίηση της ταξικής κυριαρχίας ήταν ο συνδυασμός εξαγοράς, διάσπασης και εξατομίκευσης του κόσμου της εργασίας. Η κερδοφορία (δηλαδή τα υπερκέρδη που κινούν τις καπιταλιστικές οικονομίες) βασίζεται στην ειδική σχέση τραπεζικού κεφαλαίου και καινοτόμων παραγωγικών δυνατοτήτων που προσφέρει ένα ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ειδίκευσης, ή αντίθετα στην υπερεκμετάλλευση μιας αποδιοργανωμένης εργατικής μάζας, ικανής όμως να προσαρμόζεται σε συχνές αλλαγές χάρη στο υψηλό πλέον μορφωτικό της επίπεδο. Έχει φανεί καθαρά οτι αυτή η διαχείριση σήμανε το τέλος του ρυθμισμένου, αναπαραγόμενου και μεγεθυνόμενου καπιταλισμού, που κατέφυγε αντίθετα στην έκρηξη των χρεών και των ανισοτήτων, στο πλαίσιο των εθνικών οικονομιών όπως και στην παγκόσμια οικονομία. Ενός καπιταλισμού που παρέμεινε ενοποιημένος, μετά την μερική ή πλήρη καταστροφή των φορντιστικών θεσμών, μόνο μέσω του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Η έλλειψη κατανόησης από όλες σχεδόν τις αποχρώσεις της αριστεράς αυτής της μετεξέλιξης του καπιταλισμού και του βάθους και χαρακτήρα της κρίσης του, τις έχει εγκλωβίσει σε προσεγγίσεις όπου κυριαρχούν οι γενικόλογες αναφορές στην εργατική τάξη, οι άκριτες επικλήσεις της δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων, και η πλήρης απουσία ενός σχεδίου για την οργανωτική και προγραμματική ανασυγκρότηση του κόσμου της εργασίας, με αφετηρία την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Και δεν γίνεται επίσης κατανοητό ότι οι ριζοσπαστικές αμφισβητήσεις των καπιταλιστικών σχέσεων δεν προκύπτουν μόνο από τη μετεξέλιξη της δράσης συνδικαλιστικών οργανώσεων (που σε πολλές περιπτώσεις επιδιώκουν να ενταχθούν στις κυρίαρχες ταξικές συμμαχίες). Αλλά και από νέες παραγωγικές συγκροτήσεις που έχουν ως προτεραιότητα τον εκτός καπιταλιστικών σχέσεων καθορισμό της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης, με τις δομές της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με την ομότιμη παραγωγή, με την αξιοποίηση εγκαταλειμμένου παραγωγικού δυναμικού και ακόμα και με πρωτοβουλίες με ένταση εθελοντικής εργασίας, ή και ριζοσπαστικές και δημοκρατικές μορφές δράσης εργαζομένων σε δημόσιες επιχειρήσεις. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις μετα-καπιταλιστικών εγχειρημάτων, εγκαταλείπεται η λογική της πάλης για την ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης, και υιοθετούνται λογικές που συνδυάζουν την μακροπρόθεσμη προοπτική κάλυψης αναγκών, την ισότητα των εισοδημάτων (ή την ισότιμη προσφορά χρόνου εργασίας) και τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων και διαχείριση.

Σε τι διαφέρουν αυτές οι νέες πρακτικές σχετικά με την παραδοσιακή προσέγγιση του εργατικού ελέγχου σε μεγάλα εργοστάσια, όπου αναμενόταν στο παρελθόν να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την ανάληψη της ευθύνης για το σχεδιασμό και τη διαχείριση της παραγωγής από τους ίδιους τους εργαζόμενους; Από επιτροπές σε χώρους εργασίας θα προέκυπταν κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με τον Γκράμσι, οι οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης, όλοι αυτοί που πρέπει να είναι ικανοί να σχεδιάσουν και να διαχειριστούν, σε διάλογο προφανώς και συνεργασία με το σχεδιασμό και τη διαχείριση σε ένα ανώτερο επίπεδο της παραγωγικής ιεραρχίας. Δεν πρέπει προφανώς να αποκλείσει κανείς το ρόλο που μπορεί να παίξουν στην μετάβαση σε μια μετα-καπιταλιστική οικονομία και κοινωνία, οι εργαζόμενοι σε μεγάλες επιχειρήσεις ιδιωτικές ή δημόσιες, όπως και οι εργαζόμενοι στη διοίκηση, αλλά χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι αυτή η μετάβαση δεν μπορεί να είναι απλά η μεταβίβαση της εξουσίας στους εργαζόμενους σε υπαρκτές επιχειρήσεις και υπαρκτούς θεσμούς. Ο νεο-φιλελευθερισμός έχει πετάξει εκτός απασχόλησης, και εκτός δικαιωμάτων εργασιακών και κοινωνικών, το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου της εργασίας, έχει στρέψει το σύνολο των μακροοικονομικών πολιτικών προς την εξυπηρέτηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, και έχει εφαρμόσει τομεακές πολιτικές οι οποίες έχουν αρνητικές επιπτώσεις για τον παραγωγικό ιστό, για τις κοινωνικές υπηρεσίες και για τις εργασιακές σχέσεις.

Αυτές οι διαπιστώσεις σημαίνουν ότι οι εργαζόμενοι σε χώρους μεγάλων ιδιωτικών ή δημόσιων συγκεντρώσεων, δεν μπορούν να δουν τη δράση τους ως απλή προέκταση των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων, αλλά πρέπει να περάσουν στην επεξεργασία και υλοποίηση προγραμμάτων δράσης με ευρύτερη οικονομική και κοινωνική σημασία, μέσω των οποίων μπορούν να διαμορφωθούν κοινωνικές συμμαχίες ακόμα και για αιτήματα αμυντικού χαρακτήρα. Και βέβαια σημαίνουν ότι οι πρωτοβουλίες εργαζομένων εκτός της καπιταλιστικής αγοράς, και ειδικότερα εκτός της αγοράς εργασίας, πρέπει να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο σε ότι αφορά τόσο την ανασυγκρότηση παραγωγής και υπηρεσιών, όσο και την απασχόληση του διαθέσιμου δυναμικού εργαζομένων και ανέργων. Πρόκειται για τη ανάγκη γενίκευσης μιας προσέγγισης που αποδίδει πρωτεύοντα ρόλο σε γνωσιακές διαδικασίες προγραμματικής επεξεργασίας και σχεδιασμού, που είναι δυνατό να συγκροτηθούν στις σημερινές συνθήκες επέκτασης των εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι γίνεται κατανοητή αυτή η ανάγκη σε επίπεδο πολιτικών στελεχών, στελεχών συνδικαλιστικών οργανώσεων, κινηματικών διαδικασιών και απασχολουμένων σε θεσμούς παραγωγής γνώσης.

Ο τρόπος σκέψης στην κομμουνιστική αριστερά ιδιαίτερα, έχει πάντοτε στραφεί γύρω από την ανάλυση της εξέλιξης του καπιταλισμού, τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας, την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού από την εργατική τάξη και τη μορφή της εργατικής εξουσίας. Από εκεί και πέρα όλα θα βρουν το δρόμο τους. Όπως χαρακτηριστικά είχε γράψει η Χάνα Άρεντ, τα εργατικά συμβούλια είναι πολιτικά όργανα και όχι διαχειριστικά. Σήμερα όμως, που δεν επιτρέπεται καμία αισιοδοξία σε ότι αφορά την αέναη “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, δεν έχουμε μόνο να μοιράσουμε μια πολύ σχετική αφθονία, αλλά είμαστε αναγκασμένοι να δράσουμε με βάση προβολές στο μέλλον των σημερινών τάσεων και των σημερινών αναγκών. Η περιβαλλοντική στρατηγική από μόνη της βασίζεται πριν απ' όλα σε επιστημονικές προβλέψεις σχετικά το τι θα συμβεί κατά τις επόμενες δεκαετίες (προβλέψεις που δυστυχώς επαληθεύονται) από τις οποίες πρέπει να προκύψει ένας αρκετά αυστηρός σχεδιασμός. Ο κόσμος της εργασίας πρέπει να υιοθετήσει μια περιβαλλοντική και οικολογική στρατηγική με βάση τις σημερινές γνώσεις, όπως πρέπει να σχεδιάσει με μακροχρόνιες βλέψεις ένα παραγωγικό σύστημα όπου η κάλυψη των αναγκών είναι δομικό χαρακτηριστικό και όχι το αποτέλεσμα μιας μελλοντικής “ανάπτυξης”.


Αν δει κανείς την πολιτική δραστηριότητα από αυτή τη σκοπιά, μπορεί να συμβάλει με έναν πιο επίκαιρο τρόπο στη συζήτηση για το χαρακτήρα των πολιτικών οργανώσεων της αριστεράς. Η ταξική συνείδηση σήμερα δεν είναι η ικανότητα καταγγελίας και περιγραφής των επιπτώσεων της νεο-φιλελεύθερης διαχείρισης, τις οποίες όλοι γνωρίζουν, αλλά δεν μπορεί παρά να είναι η γνώση των δυνατοτήτων ενός άλλου προσανατολισμού για τα παραγωγικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Και όταν μιλάμε για γνώση εννοούμε ένα συγκροτημένο πρόγραμμα το οποίο περιγράφει τους στόχους και τα μέσα για την επίτευξη αυτών των δυνατοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι ένα κόμμα πρέπει να είναι ένας μηχανισμός παραγωγής προγραμματικής γνώσης, ο οποίος προσφέρει, συζητάει και αναθεωρεί τα αποτελέσματα αυτής της παραγωγής, σε συνεργασία με τις διάφορες μορφές κοινωνικής δράσης και τους θεσμούς άσκησης πολιτικών. Ένας μηχανισμός που προτείνει λύσεις, συνολικές και μερικές, σχετικά με τους τρόπους αξιοποίησης της ανθρώπινης εργασίας, σε δομές δημοκρατικής οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής.


Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget