Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Jacques Ranciere, 11 Θέσεις για την Πολιτική (και μια κριτική τους από τον Ονειρμάρξ)


Η μετάφραση έγινε από το blog thrymmata.blogspot.com, και κυκλοφορεί ελεύθερα σε pdf στο διαδίκτυο. Αποτελεί μετάφραση της τοποθέτησης του Ranciere στο Συνέδριο για την Ιδέα του Κομμουνισμού στο Birbeck-Λονδίνο (14 Μαρτίου 2009) και είχε τον τίτλο "Κομμουνιστές χωρίς Κομμουνισμό;"



1. Η πολιτική δεν είναι άσκηση εξουσίας. Η πολιτική πρέπει να ορίζεται από μόνη της, ως ένας ιδιαίτερος τρόπος δράσης, που πραγματοποιείται από ένα ιδιαίτερο τύπο υποκειμένου και παράγεται από ένα ιδιαίτερο τύπο ορθολογικότητας. Είναι η πολιτική σχέση, που καθιστά δυνατή τη σύλληψη της έννοιας του πολιτικού υποκειμένου, όχι το αντίστροφο. 

2. Η χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα της πολιτικής είναι η ύπαρξη ενός υποκειμένου, που ορίζεται απ'τη συμμετοχή του σ'αντιθέσεις. Η πολιτική είναι ένας παράδοξος τύπος δράσης. 

3. Η πολιτική αποτελεί μια συγκεκριμένη ρήξη με τη λογική της αρχής. Διότι δεν προϋποθέτει απλώς τη ρήξη με την ''κανονική'' κατανομή των τοποθετήσεων μεταξύ κάποιου, που ασκεί την εξουσία, και κάποιου, που την υφίσταται, αλλά επίσης και τη ρήξη με την ιδέα των διαθέσεων, που καθιστούν τους ανθρώπους ''κατάλληλους'' για αυτές τις τοποθετήσεις.

4. Η δημοκρατία δεν είναι πολιτικό καθεστώς. Στο βαθμό που αποτελεί μια ρήξη με τη λογική της αρχής, δηλαδή, με την οπτική του κανόνα των προδιαθέσεων, το καθεστώς της πολιτικής είναι μια μορφή σχέσης, που ορίζει ένα συγκεκριμένο υποκείμενο.

5. Ο λαός, ως υποκείμενο της δημοκρατίας και, άρα, γενεσιουργό υποκείμενο της πολιτικής, δεν είναι συλλογή μελών κοινότητας ή εργαζόμενη τάξη πληθυσμού. Είναι το συμπληρωματικό τμήμα σε σχέση μ'οποιαδήποτε αρίθμηση των τμημάτων του πληθυσμού εκείνο που καθιστά δυνατή την ταύτιση με το σύνολο της κοινότητας αυτών που δεν μπορούν να αριθμηθούν.

6. Η ουσία της πολιτικής είναι η δράση των συμπληρωματικών υποκειμένων, τα οποία εγγράφονται ως το περίσσευμα σχετικά μ'οποιαδήποτε αρίθμηση των μελών της κοινωνίας.

7. Αν η πολιτική είναι το περίγραμμα της χαμένης διαφοράς μέσα στην κατανομή των κοινωνικών τμημάτων και μερισμάτων, τότε έπεται ότι η ύπαρξή της δεν είναι καθ'οιονδήποτε τρόπο απαραίτητη, αλλά λαμβάνει χώρα σαν ένα πάντα προσωρινό ατύχημα στην ιστορία των μορφών εξουσίας. Απ'αυτό, έπεται επίσης ότι η πολιτική αντιδικία είναι το ουσιαστικό αντικείμενο της ύπαρξης της πολιτικής.

8. Ιδιαίτερα, η πολιτική αντιτίθεται στην ''πολιτική τάξη'' (police). Η πολιτική τάξη είναι ένας διαμερισμός του αντιληπτού, σύμφωνα με την αρχή ότι και το κενό και το συμπλήρωμα είναι απόντα.

9. Το ουσιαστικό έργο της πολιτικής είναι η διαμόρφωση του ίδιου του δικού της χώρου. Είναι η εξαγωγή απ'τον κόσμο των υποκειμένων κι η θεώρηση των λειτουργιών τους. Η ουσία της πολιτικής είναι η φανέρωση της διχογνωμίας, η παρουσίαση δύο κόσμων σ'έναν.

10. Στο βαθμό που ένα χαρακτηριστικό της πολιτικής φιλοσοφίας είναι η εμπέδωση της πολιτικής δράσης πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο τρόπο ύπαρξης, εκείνο που χαρακτηρίζει την πολιτική φιλοσοφία είναι η εξάλειψη της αντιδικίας, πάνω στην οποία δομείται η πολιτική. Είναι μέσα ακριβώς απ'την περιγραφή του κόσμου της πολιτικής, που η φιλοσοφία υλοποιεί αυτήν την εξάλειψη. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητά της διαιωνίζεται μέχρι τις μη φιλοσοφικές ή αντιφιλοσοφικές περιγραφές αυτού του κόσμου.

11. Το ''τέλος της πολιτικής'' κι η ''επιστροφή στην πολιτική'' είναι δύο συμπληρωματικοί τρόποι για την ακύρωση της πολιτικής εντός της σχέσης μεταξύ του κράτους και του κοινωνικού και του κράτους των κρατικών μηχανισμών. Η ομοφωνία είναι το κοινό όνομα αυτής της ακύρωσης.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------

  Οι θέσεις του Ranciere συμπυκνώνουν κάποια συμπεράσματα της σχετικά πρόσφατης πολιτικής θεωρίας ριζοσπαστικής κατεύθυνσης (A.Badiou κ.α). Θα πιάσουμε το νήμα από τη θέση 8, για να δούμε από πιο κοντά τη συλλογιστική του.

   Η Τάξη ως τάξη πραγμάτων ταξινομεί, αριθμεί, σταθμίζει, υπολογίζει πληθυσμούς μετατρέποντάς τους σε πράγματα ώστε να είναι διαχειρίσιμοι, έτσι ώστε η Τάξη αυτή να λειτουργεί. Η Τάξη όμως αποκρύπτει τα δύο ακρότατα όρια κάθε ταξινόμησης, το κενό που είναι εγγεγραμμένο εντός της, και το περίσσευμα που συνεπάγεται το-να-ταξινομείς. Από τη μία πλευρά, η ταξι-νόμηση δεν είναι ποτέ πλήρης, η πραγμοποίηση και ο υπολογισμός ποτέ απολύτως ολοκληρωμένος. Αν μετατρέψουμε την αδυναμία αυτή να συμβολοποιηθεί πλήρως το Πραγματικό του Κόσμου σε σημείο-στοιχείο, έχουμε το κενό ως εγγενές σε κάθε Τάξη. Από την άλλη μεριά, από τη στιγμή που η ταξι-νόμηση είναι μια διαδικασία δόμησης του Πραγματικού, του βιόκοσμου, και από τη στιγμή που το Πραγματικό δεν είναι ήδη-δομημένο και ταξι-νομημένο, αυτό σημαίνει πως ασκείται βία στον Κόσμο με τρόπο που δεν δικαιολογείται με βάση τα επιχειρήματα και τις λειτουργίες της ίδιας της Τάξης, αφού η βία ταξινόμησης υπερβαίνει την Τάξη, αποτελώντας τον όρο δυνατότητάς της (υπερβατολογικό). Πιο απλά, η δομή διαφέρει από τη δόμηση που τη συγκροτεί, η τάξη από την ταξινόμηση. Η παραγωγή δομής και τάξης δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί με βάση το αποτέλεσμά της, είναι το έκνομο και η βία του που πλεονάζουν μέσα στο νόμιμο.

Από τις άλλες θέσεις του Ranciere, μου φαίνεται σημαντική η θέση περί χειραφετητικής διχογνωμίας και συντηρητικής ομοφωνίας, μαζί με την επισήμανση πως η πολιτική (η χειραφετητική πολιτική) χωρίζει το Ένα του Κόσμου στα Δύο. Το ''κενό'' είναι ο τόπος της δυνατότητας μιας πολιτικής παρέμβασης ενάντια στην και έξω από την Πολιτική Τάξη Πραγμάτων, μιας πολιτικής παρέμβασης που ενέχει ρίσκο, περνά μέσα από αμφιταλαντεύσεις, συμπυκνώνει όλο τον κοινωνικό ανταγωνισμό και προσπαθεί να τον επιλύσει. Για τον Ranciere, υποκείμενο αυτής της διαδικασίας είναι ο Λαός και πρόταγμα η αληθινή δημοκρατία που δεν μπορεί να πραγματωθεί σε κανένα κρατικό καθεστώς.

  Το πρόβλημά μου με τη θέση του Ranciere είναι και πρόβλημά μου με όλους όσους ανήκουν ή θυμίζουν το κίνημα της ''radical democracy'', όπου όχημα της χειραφέτησης θεωρείται η πραγματοποίηση της α-δυνατης άμεσης, ριζικής δημοκρατίας. Το πρόβλημά μου λοιπόν είναι ότι η Τάξη πραγμάτων γενικά, ταυτίζεται με την Πολιτική Τάξη, μέσα από μια υπερβολική διαστολή της έννοιας του πολιτικού και του Κράτους. Τί γίνεται όμως με άλλους ''μερισμούς του αισθητού'' (εξαιρετική διατύπωση), όπως πχ η χρηματική ή μη οικονομία; Η τάση της radical democracy στοχοποιεί μονόπλευρα το Κράτος, θεωρώντας κάθε μορφή τάξης πραγμάτων μονόπλευρα πολιτική και κρατική. Το αποτέλεσμα είναι ένας αντι-κρατικιστικός λόγος κατά της ολιγαρχίας και υπέρ της δημοκρατίας, ο οποίος αφήνει μάλλον στο απυρόβλητο την οικονομία.  Θα εξηγήσουμε το γιατί.

Είναι αναγκαίο, για να μελετάμε σοβαρά την κοινωνική Τάξη πραγμάτων, να τη χωρίσουμε σε αισθητά-γνωστικά πεδία, όπως το πολιτικό, το οικονομικό, το εκπαιδευτικό, το νομικό κλπ σύστημα. Θα πει κανείς, ''μα όλα αυτά δεν είναι χωρισμένα, είναι ενωμένα''. Όμως, αν είναι ενωμένα, είναι χωρισμένα. Το θέμα είναι πως στη πραγματική ζωή διακρίνουμε οικονομία από πολιτική, τέχνη από εκπαίδευση κλπ, έστω με μια ''σχετική αυτονομία''. Όταν βρισκόμαστε όμως π.χ σε ένα εργοστάσιο, συνυπάρχουν πολλές οι διαστάσεις στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων (οι νομικές σχέσεις τους, οι διοικητικές, κ.ο.κ), όμως η ''οικονομική'' βαραίνει περισσότερο. Το ίδιο συμβαίνει όταν αναφερόμαστε πχ στο κοινοβούλιο, όπου βαραίνει η διάσταση που αποκαλούμε ''πολιτική''. Η σκέψη παραλύει, αν μιλάμε γενικά για ''Τάξη Πραγμάτων'' και ''Κράτος'', χωρίς να αναλύουμε σε επιμέρους αποχρώσεις-πτυχές. Έτσι ζητάμε ''αντίσταση'' σε αυτή τη ''κρατική'' τάξη, έχοντας καταστήσει το πρόβλημα αποκλειστικά πολιτικό, και, από ''ριζοσπαστική σκοπιά'', πρόβλημα έλλειψης ''άμεσης δημοκρατίας''. Παραβλέπουμε με αυτό το τρόπο ένα σωρό διαστάσεις, ένα σωρό προβλήματα, όπως τα λεγόμενα ''οικονομικά προβλήματα'' και ευρύτερα τα προβλήματα επιβίωσης.

Έχουμε εδώ ένα τυπικό δείγμα της ''νέας αριστεράς'', της ψυχανάλυσης κ.ο.κ που παραβλέπει το βιολογικό και ζωώδες στον άνθρωπο (ό,τι πρέπει να φάει κ.ο.κ) φωτίζοντας μόνο τη γλώσσα του, την επιθυμία του, τις ιδέες του. Ο άνθρωπος είναι ''ζώο πολιτικό'', αλλά αυτό που η ''νέα αριστερά'' κρατά είναι μόνο το ''πολιτικόν'', με ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από το ζώο τη ''γλώσσα'' και την ''πολιτική''. Έτσι ξεχνάμε πως ο άνθρωπος είναι και ζώο. Στην ''προιστορία της ανθρωπότητας'', για τους Μάρξ-Ένγκελς, ο άνθρωπος μένει εγκλωβισμένος κυρίαρχα στη ζωώδη του διάσταση, αφού ακόμα παλεύει για την αυτοσυντήρησή του (αντί η ανθρωπότητα να εξασφαλίσει, αξιοποιώντας τις παραγωγικές δυνάμεις, σε όλους και άνευ όρων τα προς το ζην, χωρίς την ανάγκη να πουλήσει κανείς τον εαυτό του ή/και την εργασιακή του δύναμη).

Ακόμα και η ''δημοκρατία'', όταν χρησιμοποιείται με ριζοσπαστικούς σκοπούς, θα πρέπει να παίρνει διάφορα επίθετα. Έστω ότι κρατάμε αυτή τη πρόταξη της ''άμεσης δημοκρατίας'', τότε και πάλι θα έπρεπε να επισημάνουμε ότι πολιτική δημοκρατία χωρίς οικονομική δημοκρατία δεν υφίσταται. Άρα γιατί να προβάλλουμε περισσότερο τον πολιτικό χαρακτήρα της δημοκρατίας έναντι του οικονομικού; Και γιατί το κάνει όλη αυτή η ''νέα αριστερά'';

Τα ενδεχόμενα είναι τα εξής: είτε έχει ξεπουληθεί ακριβώς με τα οικονομικά μέσα τα οποία υποβαθμίζει, είτε κωλώνει να θίξει το πρόβλημα στη ρίζα του, και για αυτό δεν είναι ριζοσπαστική. Κωλώνει να στοχοποιήσει τον θηριώδη αντίπαλο που λέγεται κεφαλαιοκράτης, πολυεθνική, μονοπώλιο. Προτιμά να κλαψουρίζει για τα ''ανθρώπινα δικαιώματα'' που καταπατώνται και άλλα τέτοια, ενώ οι επιχειρήσεις συνεχίζουν την πλανητική επέλασή τους. 

Στοχαστές σαν τον Ranciere, που ίσως ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που απλά αδιαφορούν για το ''βιολογικό'' και ''ζωώδες'' έχοντας λύσει το προσωπικό τους πρόβλημα επιβίωσης, υποβαθμίζουν το ''πρόβλημα της αυτοσυντήρησης'', ακριβώς γιατί στη ζωή τους δεν έχει και τόση σημασία (βέβαια, αφήνουμε τα δύο ενδεχόμενα που περιγράψαμε ακόμη ανοιχτά). Επιμένουν στη ριζική διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα, μόνο που για τον μαρξισμό, όπως είπαμε, αυτή η ριζική διαφορά είναι δυνητική και πραγματοποιείται τελικά μόνο ως διαφορά προϊστορίας-(πραγματικής) ιστορίας της ανθρωπότητας (κομμουνισμός), μόνο αν ξεπεραστεί ο ζωώδης ανταγωνισμός της ταξικής κοινωνίας. 

Οπότε, απέναντι στον Laclau και τον Ranciere (αδικούμε ίσως τον Ranciere, αλλά τον κρίνουμε με βάση τις εμφάσεις τους), θα ρωτούσαμε τα εξής: τί γίνεται με το πρόβλημα της αυτοσυντήρησης, στην κοινωνική του διάσταση, το πρόβλημα της ''παραγωγής των προς το ζην''; Τί γίνεται με την κυριαρχία του χρήματος και της οικονομίας, έναντι των άλλων τύπων πρακτικής και επικοινωνίας;

Κάποιος θα αμφισβητήσει τον ''οικονομικό'' χαρακτήρα της ''οικονομίας''. Πράγματι, η ετυμολογία της ίδιας της λέξης μας δείχνει τις κοινωνικοπολιτικές και θεολογικές τις ρίζες (οίκος, θεία οικονομία κ.α). Όμως, μας φαίνεται εξαιρετικά... παράξενο που οι ''ολιγάρχες'' της γης ''τυχαίνει'' να θεωρούν ως κύριο μέσο συσσώρευσης ισχύος το χρήμα. Όποιος στους τραπεζίτες βλέπει απλά μια ''ολιγαρχία'' στην οποία πρέπει να αντιπαρατεθεί η ''άμεση δημοκρατία'', αποσιωπά το γιατί βρίσκονται οι τράπεζες, το χρηματικό κεφάλαιο στη θέση αυτή, και όχι πχ οι καλλιτέχνες ή οι πολιτικοί. Και γιατί η τάξη των κεφαλαιοκρατών συνολικά, είναι η τάξη που είναι ισχυρότερη από την τάξη των πολιτικών συνολικά. Όσο η καπιταλιστική παραγωγή αγαθών και η κατανάλωση των πολλών θα εξαρτώνται από την ιδιωτική ιδιοκτησία και τη συσσώρευση πλούτου άλλων, η ''οικονομία'' θα διατηρήσει τη πρωτοκαθεδρία της. Γιατί το πρόβλημα της αυτοσυντήρησης οδηγεί  σε τελική ανάλυση, στην υπακοή σε όσους κατέχουν τους όρους παραγωγής της ζωής.

Φυσικό και επόμενο είναι, όταν θεωρείς αντίπαλη την ''Πολιτική Τάξη Πραγμάτων'' και το (πολιτικό;;;) ''Κράτος'', το πρόταγμά σου να είναι η δημοκρατία με υποκείμενο το Λαό.

Τόσα χρόνια αγώνων και σκέψης, για να επιστρέψουμε στο Λαός-Δημοκρατία Ισότητα, ξανά χωρίς επίγνωση του τρόπου παραγωγής των όρων ζωής και της ίδιας της πολιτικής πρακτικής, επιστρέφοντας σε αιτήματα περιορισμένα στο ''πολιτικό'' πλαίσιο, σαν να μην μεσολάβησε καν η μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας. 

Αυτοί είναι οι διανοούμενοι με τους οποίους ξεμείναμε σήμερα. Έξυπνοι, βαθείς γνώστες και πολιτισμένοι, αλλά καθόλου πολιτικά χρήσιμοι.

Δεν χρειάζεται να είσαι ''διανοούμενος'' για να προτάξεις ως κύριο στόχο τη ''Δημοκρατία'' του ''Λαού''. Αυτό το κάνουν ''στον αυτόματο'' κινήματα της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής εποχής όπως το Occupy Wall Street, οι Αγανακτισμένοι κ.α. Αν έχει κάποια σημασία το status όλων αυτών ως διανοούμενων, είναι, υποτίθεται, για να μας δώσουν καμιά παραπάνω πληροφορία, για το πώς και το αν είναι δυνατή η ανθρώπινη χειραφέτηση. Ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το απλό σθένος μερικών από αυτούς να στηρίζουν τουλάχιστον κατ'όνομα τον κομμουνισμό ή/και τη προοπτική της χειραφέτησης της ανθρωπότητας.

Η αλήθεια είναι πως η διανόηση μετά το 1960 μας έχει δώσει κάποια σημαντικά πράγματα, έχει διευρύνει το πεδίο της προβληματικής της ανθρώπινης χειραφέτησης, όμως όλες αυτές οι συμβολές δεν έχουν καταστεί ακόμη επαναστατικά χρήσιμες. Ο μαρξισμός υπήρξε επαναστατικά χρήσιμος, και για αυτό έγινε κτήμα και ''υλική δύναμη των μαζών''.

Η κομμουνιστική επαναθεμελίωση θα ενώσει αυτά τα ρυάκια κριτικής αμφισβήτησης που στράφηκε στο άτομο, τη ψυχοσύνθεσή του και άλλες κινηματικές στοχεύσεις παραγνωρισμένες (περιβαλλοντική καταστροφή, έμφυλες και σεξουαλικές σχέσεις, σχέσεις εξουσίας σε επιμέρους κοινωνικούς χώρους-πανεπιστήμιο, οικογένεια και αλλού) σε ένα μεγάλο επαναστατικό ρεύματα της σύγχρονης εποχής, που θα παλέψει για μια κοινωνία δίχως τάξεις.

Σε αντίθεση με ό,τι είπαμε προηγούμενως, οι θέσεις του Ranciere και οι θέσεις άλλων στοχαστών ίσως έχουν μια πολιτική χρησιμότητα. Αντανακλούν το ''πνεύμα της εποχής'' του σύγχρονου καπιταλισμού, άρα βοηθούν στη διάγνωσή του και θέτουν τον πήχη που πρέπει να υπερβεί η σύγχρονη επαναστατική θεωρία.

Πράγματι, η άρνηση της πρόταξης της Δημοκρατίας και του Λαού, από κάποιο ''μίσος για τη δημοκρατία'' (Ranciere) που εκκινεί από το μίσος προς κάθε μορφή καταπιεστικής κρατικής οργάνωσης, ακόμα και της δημοκρατικής (αλλά και από το μίσος προς κάθε μορφή αυτονόμησης του πολιτικού από το οικονομικό) δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Η ''δημοκρατία'' και η ''ισότητα'' έχουν τα επιχειρήματά τους, που είναι ισχυρά. Θεωρούμε όμως πως δημοκρατία-ισότητα-λαός, πρέπει να μετατραπούν από σκοποί σε μέσα, και μάλιστα μερικά μέσα πραγμάτωσης αυτού που είναι κοινωνικά ανώτερο από τη ''δημοκρατία'', την ''ισότητα'', το ''λαό''. Αυτά τα τρία ονόματα είναι γενικές, τυπικές αφαιρέσεις, χαρακτηριστικό των οποίων είναι πως λείπει η κίνηση προς την αταξική κοινωνία. Και η δημο-κρατία, θα είναι πάντα πολίτευμα, κατάσταση θέσεων και τυπική λήψη αποφάσεων, σε αντίθεση με όσα λέει ο Ranciere. Όμως αυτός που θα βιαστεί να αρνηθεί τη σημασία αυτών των ονομάτων, θα αρνηθεί και τη Λαο-κρατία, όπως κατ'όνομα έστω εμφανίστηκε, αλλά εμφανίστηκε ιστορικά, και στο ΕΑΜ και αλλού.

Άρα μιλάμε για την αναγκαιότητα της υπέρβασης, αντί της άμεσης επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας, της ''άμεσης δημοκρατίας'' και της αυτονόμησης του κοινωνικοπολιτικού από το οικονομικό. Ο μαρξισμός είναι απαραίτητος όρος για αυτό, γιατί συνδυάζει την αντίληψη πως η ιστορία είναι μια ιστορία ταξικών αγώνων ισχύος με τη θέση πως η αληθινή ανθρωπότητα μπορεί να υπάρξει μόνο πέρα από τον στενό ορίζοντα της αφηρημένης πολιτικής ισότητας και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.


Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Οι προοπτικές του γερμανικού καπιταλισμού


του Χρήστου Λάσκου


Πριν μερικές μέρες ο Adam Posen, πρόεδρος του Peterson Institute of International Studies, στους Financial Times («Λάθος το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας»· μεταφρασμένο στο: http://goo.gl/LNgR73) σημείωνε πως η Γερμανία αποτελεί ένα πλούσιο κράτος, που ακολουθεί μοντέλο αναπτυσσόμενης οικονομίας, και προέβλεπε πως η εξάρτηση του γερμανικού καπιταλισμού από τους χαμηλούς μισθούς θα αποδειχτεί συνταγή καταστροφικής αποτυχίας. Την ίδια εποχή ο πολύς Άσμουσεν, ο γερμανός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, από τη δική του οπτική γωνία, διαπίστωνε ότι «τα επόμενα 5 με 10 χρόνια η Γερμανία θα ξαναγίνει ο ευρωπαίος ασθενής», όπως και στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας

Περίεργες προγνώσεις για όσους –και η ελληνική «κοινή γνώμη» ανήκει κατεξοχήν σε αυτούς– έχουν μια εικόνα της Γερμανίας ως πανίσχυρης, πλούσιας, υγιούς και, κυρίως, εξαιρετικά παραγωγικής οικονομίας. Ας δούμε, λοιπόν, πώς έχουν τα πράγματα.

Οι γερμανικές επιτυχίες. Εκεί που οι επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας εμφανίζονται πραγματικά εντυπωσιακές είναι στους τομείς των εξαγωγών και της απασχόλησης. Πολλές φορές, μάλιστα, οι θετικές εξελίξεις σε αυτούς τους τομείς παρουσιάζονται ως ισχυρά συνδεδεμένες μεταξύ τους: η εξαγωγική επιτυχία των γερμανικών επιχειρήσεων εξηγεί και τα καλά νέα σε ό,τι αφορά την συνολική απασχόληση.

Πράγματι, με το εμπορικό πλεόνασμά της να αντιπροσωπεύει το 6% του ΑΕΠ, η Γερμανία είναι το ακραίο παράδειγμα εξαγωγικής οικονομίας στον κόσμο. Πάντοτε, βέβαια, οι εξαγωγές αποτελούσαν μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της. Έτσι, στην προηγούμενη της ενοποίησης δεκαετία αντιστοιχούσαν στο 23-25% του ΑΕΠ, από το 1990 έως το 1999 συρρικνώθηκαν ελάχιστα, για να εκτιναχθούν τη δεκαετία του ευρώ στο ασύλληπτο ποσοστό του 38%, αφήνοντας πίσω την Κίνα και καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στον κόσμο. Επιπλέον, η μεγάλη αυτή έκρηξη των εξαγωγών φαίνεται να συμβαδίζει με μια εντυπωσιακή μείωση του ποσοστού ανεργίας: από 12% σχεδόν το 2005 κινήθηκε έκτοτε πτωτικά και, παρόλη την παγκόσμια οικονομική κρίση, έπεσε σε επίπεδα κάτω του 6%.

Οι σκοτεινές όψεις… Η ανεργία βρίσκεται σε πτώση, αλλά η Γερμανία διαθέτει το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζόμενων φτωχών στην Ευρώπη. Σε σύνολο ενεργού πληθυσμού 42 εκατομμυρίων, τα 8 εκ. απασχολούνται ελαστικά λιγότερες από 20 ώρες την εβδομάδα σε minijobs και midijobs για 400-800 ευρώ τον μήνα. Αυτά αποτελούν συνέπειες της πολιτικής της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σρέντερ και, κυρίως, των δυσώνυμων «μεταρρυθμίσεων» Hartz στην αγορά εργασίας, που έκανε πραγματικά αγνώριστη την «κοινωνική οικονομία της αγοράς», που αποτελούσε το ρηνανικό μοντέλο καπιταλισμού κόντρα στο υπερφιλελεύθερο αγγλοσαξωνικό. Η μείωση, συνεπώς, του ποσοστού ανεργίας βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, στη μεγάλη συμπίεση των πραγματικών εισοδημάτων από εργασία. Έτσι, η πραγματική αμοιβή βρίσκεται σήμερα κάτω από το επίπεδο του 1990, ενώ το κατά κεφαλήν προϊόν αυξήθηκε στη διάρκεια της περιόδου του ευρώ, από το 2001 κι έπειτα, κατά 30%. Το σύνολο αυτής της διαφοράς το εισέπραξε η γερμανική εργοδοσία.

Οι εξαγωγικές επιδόσεις του γερμανικού καπιταλισμού ορθώς συνδέονται με τα προηγούμενα. Αυτό σημαίνει πως η ανταγωνιστική θέση του εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη συγκράτηση των εργατικών μισθών σε χαμηλά επίπεδα, και έτσι ο μόνος τρόπος για τη διατήρηση του μοντέλου είναι να το αποδέχεται (ή να εξαναγκάζεται να το κάνει) ο κόσμος της εργασίας. Τόσο οι εκβιασμοί για έξοδο του κεφαλαίου, αν δεν διατηρηθούν αυτά τα δεδομένα, όσο και ο φόβος που αντιπροσωπεύει ο «αποτυχημένος» Νότος της Ευρώπης φαίνεται πως είναι, προς το παρόν, αποτελεσματικοί.

…και τα ακόμη χειρότερα. Για να κατανοήσουμε τι έχει συμβεί πρέπει να αξιοποιήσουμε τον δείκτη που κατέχει τον κεντρικό ρόλο στην κίνηση μιας καπιταλιστικής οικονομίας: το ποσοστό κέρδους. Φαίνεται, λοιπόν, βάσει των στοιχείων της AMECO, πως η καθαρή απόδοση του κεφαλαίου σχεδόν διπλασιάστηκε στη Γερμανία σε σχέση με το ιστορικό χαμηλό του 1982. Το μισό, επιπλέον, αυτής της αύξησης πραγματοποιήθηκε μετά τη δημιουργία της Ευρωζώνης, η οποία φαίνεται να ευνόησε τη γερμανική οικονομία, καθώς απορροφούσε πάνω από τα δύο τρίτα των γερμανικών εξαγωγών. Αυτό αναδεικνύεται ανάγλυφα και από τους συγκριτικούς δείκτες: στα χρόνια της Ευρωζώνης και μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το ποσοστό κέρδους μειώθηκε στη Γαλλία κατά 3,8%, στην Ισπανία κατά 4,2% και στην Ιταλία κατά 9,5%, ενώ στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 17,7%.

Το Διάγραμμα[1] καταδεικνύει με μαρξιστικούς όρους την ουσία του νέου «γερμανικού θαύματος». Η πολύ μεγάλη αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης διαχρονικά αποτελούσε τον αποκλειστικό σχεδόν παράγοντα της ανάκαμψης του ποσοστού κέρδους. Από το 1982 η παραγόμενη υπεραξία αυξήθηκε κατά 40%, την ίδια στιγμή που, όπως επισημαίνει ο Roberts, η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μεγεθύνθηκε μόλις κατά 5%. Ενώ, δηλαδή, παρά τον διαδεδομένο μύθο, το σταθερό κεφάλαιο ελάχιστα αυξανόταν ενισχύοντας την καινοτομία και τις επενδύσεις σε νέα τεχνολογία, είχαμε μια εκτόξευση της υπεραξίας βασισμένη, μεταξύ άλλων, και στη χρήση μεγάλου αριθμού αλλοδαπών (κυρίως Τούρκων) εργαζομένων, καθώς και στην εκμετάλλευση της εργασίας σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, με απευθείας εξαγωγή εγκαταστάσεων και κεφαλαίων εκεί.

Η πραγματική δε εκτίναξη του ποσοστού κέρδους επέρχεται την περίοδο του ευρώ, άμεσα συνδεδεμένη με τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στους θεσμούς διαχείρισης της ανεργίας, οι οποίες, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, θεμελίωσαν την πρόσφατη ισχύ του γερμανικού καπιταλισμού. Συνεπώς, η δυνατότητα υπεράντλησης υπεραξίας από την εργατική τάξη και, μαζί, η διατήρηση του κόστους του σταθερού κεφαλαίου αποτελεί ουσιαστικά την πρόσφατη ιστορία του γερμανικού καπιταλισμού.[2]

Παρά τα νομιζόμενα, λοιπόν, ο γερμανικός καπιταλισμός δεν βασίζει την σημερινή ισχύ του σε πραγματικά δυναμικά χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει ο Posen στο άρθρο που προαναφέρθηκε, «ιδανικά, μία πλούσια χώρα διατηρεί την ανταγωνιστικότητά της μέσω έρευνας και ανάπτυξης και κεφαλαιουχικών επενδύσεων. Αντιθέτως, οι συνολικές σταθερές επενδύσεις μειώνονται σταθερά στη Γερμανία, από 24% του ΑΕΠ το 1991, σε λιγότερο από 18%».[3] Οι γερμανικές επενδύσεις είναι σταθερά πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο των χωρών του G7, όπως δείχνει η πρόσφατη Οικονομική Έκθεση για τη Γερμανία του ΟΟΣΑ.

Από την άλλη, η Γερμανία παρουσιάζει μεγάλη υστέρηση και σε ό,τι αφορά την επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο, όντας μία από τις δύο μόλις προηγμένες οικονομίες όπου το ποσοστό των νέων πτυχιούχων 25-34 ετών δεν αυξάνεται συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές (η άλλη είναι οι ΗΠΑ). Έτσι, το ποσοστό νέων εργαζομένων με ανώτατες σπουδές είναι κατά 10 έως 20% χαμηλότερο από ό,τι σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες.

Όλα τα παραπάνω, φυσικά, έχουν δραματικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας, με αποτέλεσμα η ετήσια αύξησή της μεταξύ 2001-2010 να είναι μόλις 0,6%, έναντι 1,4% για τις ανεπτυγμένες χώρες. Την ίδια περίοδο –και πάλι παρά τα θρυλούμενα– η απασχόληση στη μεταποίηση συρρικνώνεται με παρόμοιο τρόπο, όπως και στις άλλες οικονομίες του ΟΟΣΑ, ενώ και οι όροι εμπορίου στη μεταποίηση δεν δείχνουν κάτι ιδιαίτερο.

Συμπερασματικά, τα νέα για τον γερμανικό καπιταλισμό δεν είναι τα καλύτερα — και χωρίς να προσθέσουμε τα πολύ δυσοίωνα από το δημογραφικό πρόβλημα. Ο εξαγωγικός του προσανατολισμός εύκολα θα μετατραπεί σε αχίλλειο πτέρνα, όταν η Κίνα σταματήσει να εισάγει γερμανικές μηχανές, στο μέτρο που δεν μπορεί παρά να μειώσει την επένδυση ως ποσοστό του ΑΕΠ της και, ακόμη περισσότερο, όταν οι χώρες της Ευρώπης, που απορροφούν το 70% των γερμανικών εξαγωγών, θα τις μειώσουν κατά πολύ ακριβώς λόγω των υφεσιακών προγραμμάτων γερμανικής κοπής, που εφαρμόζουν μετά το 2008. Σε συνδυασμό με το μεγάλο ενεργειακό κόστος της γερμανικής παραγωγής (ηλεκτρικό ακριβότερο κατά το 1/3 σε σχέση π.χ. με τη Γαλλία και την Ιταλία, αέριο τέσσερις φορές ακριβότερο σε σχέση με τις ΗΠΑ) καμιά θετική προσδοκία δεν διαμορφώνεται. Ο μόνος δρόμος, λοιπόν, παραμένει η επίταση της εκμετάλλευσης με όρους απόλυτης υπεραξίας. Και αυτό δύσκολα μπορεί να έχει διάρκεια.

* * *

Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη και πιο σημαντική καπιταλιστική οικονομία στην Ευρώπη και, αν τα πράγματα συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο, σύντομα θα αποτελεί την ισχυρότερη ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική δύναμη (ενώ σήμερα μοιράζεται αυτήν την θέση με τη Γαλλία και τη Βρετανία). Οι επιλογές της καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το μέλλον όλων μας. Εάν το μέλλον της Ευρώπης είναι συναρτημένο με το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας, οι προοπτικές είναι εξαιρετικά ζοφερές. Για την ευρωπαϊκή ήπειρο και, ιδίως, για τους ευρωπαίους εργαζομένους, στο μέτρο που η διαρκής επίταση της εκμετάλλευσης θα αποτελεί στο διηνεκές τον δρόμο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.

-----------------
1.  M. Roberts, German capitalism–a success story?  στο thenextrecession.wordpress.com (22/9/13)

[2] Στο ίδιο.

[3] Για σύγκριση, την περίοδο 1995-2008 η αύξηση του παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα άγγιξε το 103%, ενώ στη Γερμανία μόλις το 19%. Βλ. Χρήστος Λάσκος, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή, ΚΨΜ, 2011.


Για τη Γερμανία και πάλι

Με αφορμή το προχθεσινό μου άρθρο στα «Ενθέματα» [1] κάποιοι με έψεξαν πως δίνω μια καταστροφολογική εικόνα της γερμανικής οικονομίας, λυγίζοντας υπερβολικά το ραβδί σε σχέση με το άλλο …άκρο, που ισχυρίζεται πως ο γερμανικός καπιταλισμός είναι ένα ισχυρότατο και αδιαμφισβήτητα ηγεμονικό ιμπεριαλιστικό θηρίο.

Νομίζω πως έχουν άδικο στο μέτρο που, εκτός του ότι το κείμενο παραθέτει αρκετά στοιχεία που στηρίζουν τους ισχυρισμούς του, επιπλέον, δεν διατυπώνει καταστροφολογικούς ισχυρισμούς. Θυμίζω την συμπερασματική του παράγραφο:

«Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη και πιο σημαντική καπιταλιστική οικονομία στην Ευρώπη και, αν τα πράγματα συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο, σύντομα θα αποτελεί την ισχυρότερη ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική δύναμη (ενώ, σήμερα ακόμη, μοιράζεται αυτήν την θέση με τη Γαλλία και τη Βρετανία). Οι επιλογές της καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το μέλλον όλων μας. Και εάν το μέλλον της Ευρώπης είναι συναρτημένο με το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας, τότε οι προοπτικές είναι εξαιρετικά ζοφερές. Για την ευρωπαϊκή ήπειρο και, ιδίως, για τους ευρωπαίους εργαζομένους, στο μέτρο που η διαρκής επίταση της εκμετάλλευσης και τίποτε άλλο θα αποτελεί στο διηνεκές το δρόμο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού».

Το συμπέρασμα, λοιπόν, δεν είναι πως ο γερμανικός καπιταλισμός βαίνει προς κατάρρευση, αλλά ότι το μέλλον του ευρωπαϊκού καπιταλισμού τοποθετείται πέραν των ορίων του ίδιου του νεοφιλελευθερισμού, στην επικράτεια του Καρόλου Ντίκενς ή, ακριβέστερα, της πρωταρχικής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Θέλω να πω, με ένα θανατηφόρο παιχνίδι της πονηριάς της Ιστορίας, η Κίνα γίνεται το μοντέλο για την Ευρώπη εκεί που λογικό θεωρούταν από τους παραδοσιακά καλόπιστους (;) αστούς λάτρεις της ευρωπαϊκής ιδέας να συμβαίνει το ανάποδο. Για να αποδειχτεί, έτσι, για άλλη μια φορά πως η εσωτερική λογική του καπιταλισμού ωθεί στην εξαθλίωση της πλειοψηφίας των ανθρώπων, όπως καλά το είχε δει ο Μαρξ και όχι ο Μπερνστάιν - και ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο τα πράγματα βελτιώθηκαν, ιδιαίτερα στον 20ό αιώνα, ήταν οι εργατικοί αγώνες και τα κοινωνικά κινήματα σε άγρια κόντρα με την καπιταλιστική λογική.

Αυτό που έλεγα, λοιπόν, την Κυριακή είναι πως αν το γερμανικό μοντέλο δώσει τον τόνο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, τότε δεν θα είναι το γερμανικό, αλλά το κινεζικό μοντέλο που θα επικρατήσει.

Δοθείσης της ευκαιρίας, ας προσθέσω μερικά ακόμη στοιχεία για τον γερμανικό καπιταλισμό, που δεν χώρεσαν στο άρθρο της Κυριακής και ενισχύουν, νομίζω, το κεντρικό επιχείρημα.

Εκτός, λοιπόν, όλων των άλλων, η Γερμανία αντιμετωπίζει οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα όντας η χώρα με το μικρότερο δείκτη γεννήσεων –0.9 ανά γυναίκα– στην Ευρώπη. Πρόβλημα που, όχι πολύ αργά, θα αποκτήσει και δημοσιονομική διάσταση και θα δείξει πόσο η περίφημη προτεσταντική νοικοκυροσύνη είναι έπεα πτερόεντα.

Όπως, επίσης, πρόβλημα μεγάλο αντιμετωπίζει και ο τραπεζικός της τομέας και όχι μόνο οι Landensbanken [2]. Ακόμη και τα κολοσσιαία ιδρύματα της Deutsche Bank και της Commerzbank κρύβουν αναρίθμητους σκελετούς, στο μέτρο που είναι εξαιρετικά εκτεθειμένα στα τοξικά, τα οποία, όπως καλά θυμόμαστε, κόντεψαν να ανατινάξουν τον πλανήτη το 2008 – και θα το ξανακάνουν. Η κεφαλαιακή επάρκεια της πρώτης, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες [3], είναι πολύ κάτω από τις απαιτήσεις, τόσο που τα ελληνικά τραπεζικά ζόμπι να αποτελούν, συγκριτικά, πρότυπα υγείας και ευρωστίας.

Αυτός είναι, άλλωστε, ο κύριος λόγος που η γερμανική κυβέρνηση αρνείται, στην πραγματικότητα, την τραπεζική ένωση. Όπως γι’ αυτό κατά βάση ασκεί και τη συγκεκριμένη ευρύτερη πολιτική σε βάρος του ευρωπαϊκού Νότου στο μέτρο που αυτή προκαλεί μεταφορά αναγκαίων καταθέσεων προς τις τράπεζές της, προκειμένου να ενισχύσουν τα πήλινα πόδια τους. Πίσω, λοιπόν από τη γερμανοκατευθυνόμενη ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα αντικρύσουμε τον αυστηρό προτεστάντη, αλλά τον τραπεζικό βρικόλακα.

Κι αυτά επίσης, όπως και όσα αναφέρθηκαν στο προηγούμενο άρθρο, δεν αποτελούν καλά νέα για το γερμανικό καπιταλισμό. Στην πραγματικότητα υπογραμμίζουν, νομίζω, πως η άγρια πολιτική σε βάρος των ευρωπαίων εργαζομένων δεν συνιστά ένδειξη ηγεμονικής παρουσίας, αλλά μιας άτεγκτης κυριαρχίας, η οποία, ως πραγματική δυναμική δεν είναι καθόλου αυτό που κατ’ αρχήν φαίνεται.
__________________

Σημειώσεις

[1] Οι προοπτικές του γερμανικού καπιταλισμού, Ενθέματα της Αυγής, 20.10.2013

[2] Βλ. Χ. Λάσκος –Ευ. Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή, ΚΨΜ, 2η έκδοση, 2012, σελ. 136

[3] Κάποιες κάνουν λόγο για ίδια κεφάλαια 50 δισεκατομμυρίων σε ισολογισμούς της τάξης των 2.5 τρισεκατομμυρίων!


Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget