Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ 7: Οι βεβαιότητες του Κ.*



Όταν ρώτησαν κάποτε τον Κ. σχετικά με τις βεβαιότητες που είχε, έλαβε χώρα το ακόλουθο, κάπως κωμικό περιστατικό. Από την αρχή πάντως, κάθε άλλο παρά φαινόταν ότι η ιστορία θα έπαιρνε απρόσμενη τροπή: Ήταν όλοι απασχολημένοι από την αμφίρροπη έκβαση μιας παρτίδας, πλην του Κ., ο οποίος δε σκάμπαζε από χαρτιά και είχε στραμμένη αλλού την προσοχή του.
   
Κάποια στιγμή, ο Χανς βρήκε λίγο χρόνο και κοίταξε τον Κ., ρωτώντας τον τι ήταν εκείνο που μελετούσε με τόση προσήλωση, ενώ θα μπορούσε να συμμετέχει στο παιχνίδι με τους υπόλοιπους. Ο Κ. ολοκλήρωσε γρήγορα την ανάγνωση του άρθρου που τον είχε απορροφήσει.
   
«Διάβαζα το ρεπορτάζ για τη συνάντηση του Λαϊκού Επιτρόπου Σοσιαλιστικής Οικονομίας με τον Σύμβουλο Κεντρικού Σχεδιασμού» αποκρίθηκε.
   
«Λοιπόν, τι βρήκες τόσο ενδιαφέρον σ’ αυτή την υπόθεση;» πρόσθεσε ο Χανς, ενώ ο Ντεξ αναρωτήθηκε φωναχτά για το πόσο σημαντική μπορούσε να ήταν έτσι κι αλλιώς μια συνάντηση, στην οποία δεν είχαν παρευρεθεί γυναίκες. Ο Κ. χαμογέλασε με το σχόλιο κι απευθύνθηκε εκ νέου στον Χανς.
   
«Έκπληξη μού προξενεί που δε σε νοιάζουν αυτής της υφής τα τεκταινόμενα. Εδώ γράφει πως οι δύο αυτοί ανώτεροι αξιωματούχοι του Κόμματος διέψευσαν τις φήμες περί οικονομικής αντιπαραγωγικότητας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αν μη τι άλλο, ακούγεται αρκετά σοβαρό!»
   
«Είναι επειδή ζεις λίγους μήνες εδώ» είπε συγκαταβατικά ο Χανς. «Ο μόνος λόγος, για τον οποίο δε δίνουμε βαρύτητα σε τέτοιες φήμες, είναι ακριβώς ο ανυπόστατος χαρακτήρας τους. Ο Λαϊκός Επίτροπος και ο Σύμβουλος είναι πολύ σοβαροί άνθρωποι, ξέρεις, για να κάτσουν να ασχοληθούν με τέτοιες μπούρδες. Κι αν ακόμη συνέτρεχε κάποιος πραγματικός λόγος ανησυχίας, είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για να αντιμετωπίσουν το όποιο πρόβλημα θα μπορούσε ποτέ να προκύψει».
   
«Ίσως έχεις δίκιο, άλλωστε παρόμοιες φήμες αναφορικά με τα αδιέξοδα της σχεδιοποιημένης οικονομίας κυκλοφορούν από καιρό στο εξωτερικό. Αλλά, πες μου τότε» πρόσθεσε ο Κ. με ανυπόκριτη ειλικρίνεια, «γιατί κατά τη γνώμη σου κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, και κατόπιν το ένα δορυφορικό καθεστώς του σοβιετικού μπλοκ μετά το άλλο;»

«Αν θες να μάθεις, για να μην κάνεις τον ξερόλα» απάντησε ο Χανς ελαφρώς εκνευρισμένος, ενώ η Φρίντα έδειχνε επίσης ενοχλημένη από την ερώτησή του, σε αντίθεση με τους περισσότερους εκ των υπολοίπων, που μάλλον έμοιαζαν να το απολαμβάνουν, «η Σοβιετική Ένωση δεν “κατέρρευσε”, αλλά διαβρώθηκε εκ των έσω. Ο σοσιαλισμός ανατράπηκε γιατί για σαράντα πέντε περίπου χρόνια υπολείμματα της αστικής τάξης κατόρθωσαν να παλινορθωθούν μέσα στο Κόμμα, να διεισδύσουν, πώς το λένε, όπως έγινε και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, και εργαζόμενα μεθοδικά επί μακρόν, σαν τους τυφλοπόντικες, ξήλωσαν τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος μία προς μία».
   
«Έστω ότι έτσι έχουν τα πράγματα» επέμεινε ο Κ., «γιατί λοιπόν σπεύδετε όλοι σας να αποκλείσετε το ενδεχόμενο να συμβεί το ίδιο και εδώ, να έχει αρχίσει μάλιστα να συμβαίνει ήδη;»
   
«Είσαι ξεροκέφαλος!» επενέβη ο Ζαχαρίας, η υπομονή του οποίου ήταν φανερό ότι είχε αρχίσει να εξαντλείται από την επίμονη αυθάδεια του Κ. «Σεβάσου τουλάχιστον το ψωμί που τρως σ’ αυτή τη χώρα και το κεραμίδι που ’χεις πάνω απ’ το κεφάλι σου· πρόκειται για πράγματα που καθόλου δεδομένα δεν είναι στον μισό πλανήτη, στα δύο τρίτα του, μη σου πω. Αφού βλέπεις ότι η κατάσταση εδώ είναι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι λένε τα “παπαγαλάκια” στο εξωτερικό, ότι τάχα μου το καθεστώς είναι “ολοκληρωτικό” και ο λαός υποφέρει κάτω από τη δεσποτική μπότα του “νεοσταλινισμού”. Έξυπνο παιδί είσαι, σοβαρέψου λίγο κι άσε τις προβοκατόρικες μαλακίες».
   
«Άλλωστε, ποιος ασχολείται με τους γκεμπελίσκους;» ρώτησε ο Ντεξ. Ο Ζαχαρίας κατένευσε και παρότρυνε τον Κ. να μπει στην παρτίδα απ’ την επόμενη γύρα.
   
«Είναι δυνατόν να μην είσαι σοσιαλιστής στον εικοστό πρώτο αιώνα;» Ο Χανς είχε πάρει ξανά τη σκυτάλη, απευθύνοντάς του το ερώτημα εύθυμα και συνάμα μελοδραματικά, ίσως σε μια προσπάθεια να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. «Στο κάτω κάτω» συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο, «ο Κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου!»
   
Ο Κ. έμεινε σιωπηλός με ένα ίχνος πικρού μειδιάματος να διαγράφεται στα χείλη του. «Είναι δυνατόν να είναι κανείς σοσιαλιστής στον εικοστό πρώτο αιώνα;» αναρωτήθηκε σιωπηλά. Σα να διάβασε τις σκέψεις του, η Φρίντα πήρε τον λόγο και τον ρώτησε πού ταξίδευε πάλι ο νους του. Παρά την απροθυμία του Κ. ν’ απαντήσει ολοκληρωμένα και διεξοδικά, στην επιμονή της να δοθούν οι σχετικές διευκρινίσεις αρκέστηκε ν’ αντιτάξει την ακόλουθη δήλωση: «Ζηλεύω τη βεβαιότητά σας, τη σιγουριά σας καθώς προβαίνετε σε τέτοιου τύπου διαπιστώσεις, αυτό είν’ όλο».
   
Φαίνεται όμως ότι η συγκεκριμένη απόκριση επέτεινε το κλίμα περιέργειας και καχυποψίας, που είχε ήδη αρχίσει να διαχέεται στην ατμόσφαιρα.
   
«Δηλαδή;» ρώτησε ο Ζαχαρίας.
   
«Ναι» συμφώνησε ο Χανς, «τι θα πει στ’ αλήθεια αυτό;»
   
«Και ποιες είναι λοιπόν οι δικές σου βεβαιότητες;» ρώτησε η Φρίντα με ενδιαφέρον, από το οποίο δεν απουσίαζε μια ορισμένη επιτήδευση.
   
Ήταν η σειρά του Κ. να γελάσει. Φαντάστηκε τη φωνή του Σπιούνου να συμπληρώνει τη διατύπωση του ερωτήματος με την κάτωθι παράκληση: «και μην πεις πάλι ότι σε αγαπά η μητερούλα σου!» «Μα, δε θα ’λεγα αυτό!» θα απαντούσε εκείνος έκπληκτος, «Όχι, γιατί το ’χουμε πλέον εμπεδώσει» θα επέμενε ο Σπιούνος, «δεν πιάνεται ως βεβαιότητα αυτό, όλοι το ξέρουμε, δε λογίζεται, μη μας αραδιάσεις πάλι τα ίδια, άλλα να βρεις αυτή τη φορά να πεις!» «Κι όμως, συγκαταλέγεται» απάντησε ο Κ. νοερά, αλλά δεν επέμεινε, αφού με διαφορετικό τρόπο σκόπευε να προσεγγίσει το ζήτημα.
   
Εν πάση περιπτώσει, εφόσον τού τέθηκε το ερώτημα, μετά από σύντομη περίσκεψη απάντησε ως εξής: «Τα καλά νέα είναι ότι μπορεί κανείς, ως βλάκας, να είναι ευτυχισμένος. Τα άσχημα ότι η εν λόγω διαπίστωση μπορεί να γίνει μόνο από την απέναντι όχθη, άπαξ κι έχει χαθεί, παντοτινά κι ανεπίστρεπτα, η παραδείσια κατάσταση».
   
«Ε;» απόρησε η Φρίντα. «Τι σχέση έχει αυτό;»
   
«Έχει, πώς δεν έχει; Αμ, έχει και παραέχει!» απεφάνθη ο Κ., αλλά τού φάνηκε ότι έμειναν με τη μουδιασμένη αίσθηση του ανικανοποίητου στο στόμα, γεγονός που τού επέφερε βέβαια μια κάποια ευχαρίστηση. Έπειτα από ένα ξερό βήξιμο, συνέχισε: «Ελλείψει εμφανών βεβαιοτήτων, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ορισμένες προτιμήσεις... Λοιπόν, μού αρέσουν οι άνθρωποι με ρωγμές. Εύθραυστοι, χωλοί και τσακισμένοι. Όχι όσοι είναι σαν περιγράμματα βιβλίων, οι ρετουσαρισμένοι, αλλά οι φτιαγμένοι σαν απ’ τις κοφτές πινελιές ενός πρόχειρου εξπρεσιονιστικού πίνακα, τόσο άχαρου και απογοητευτικού που δεν προορίζεται να ιδωθεί απ’ το κοινό. Αφήστε το άκαμπτο περίγραμμα να σταθεί όρθιο, και θα χυθεί στο πάτωμα, εκεί όπου ήδη σέρνεται ο Άνθρωπος για τον οποίο μιλώ, ο θολά περιγεγραμμένος, εκεί όπου χωλαίνει και συνεχίζει ακέραιος τη διαδρομή του. Βήμα το βήμα, όχι ακριβώς αγέρωχα μα ούτε και σκυφτός, βήμα ακολουθούμενο από μικρότερο βήμα, με άνισο και τραγουδιστό βηματισμό χωλού, προχωρά φωτίζοντας τη μεγάλη νύχτα με ηλεκτρικές πυγολαμπίδες, και, για κάθε γωνίτσα που καταφέρνει να φωτίσει, αυξάνονται εκθετικά το σκοτάδι, η άγνοια, η ομίχλη, το μυστήριο, ανυπερθέτως δε η βλακεία και η φυσική του προστυχιά. Τέτοιοι άνθρωποι μού αρέσουν όμως, όχι αφτιασίδωτοι, αλλά με φτιασίδια ορατά απ’ όλους, όχι χωρίς να κουτσαίνουν, αλλά με δεκανίκια και πατερίτσες, δίχως προοπτική ανάβασης ή λύτρωσης άλλη απ’ την αναπηρία που τους έλαχε και θα τους συντροφεύει παντοτινά – και δεν έφταιξαν γι’ αυτή, τουλάχιστον όχι περισσότερο ή λιγότερο απ’ όλους τους υπόλοιπους. Όμορφους και θλιμμένους αγαπώ τους ανθρώπους, κι αυτά πάνε χιαστί, το ένα 'δείχνει' προς το άλλο, όμορφοι καθότι θλιμμένοι και αντιστρόφως, θλιμμένοι κι όμορφοι, αχωρίστως κι αδιαιρέτως... Μού αρέσει ακόμη ο κόφι, αλλά αυτό μάλλον το ξέρατε ήδη, όχι ότι είναι λιγότερο σημαντικό επειδή το ξέρετε, κάθε άλλο, πάντως είναι τα πραγματάκια σαν αυτό, τα μικρά πράγματα, που λένε, στο να πίνει κάποιος τον καφέ του απρόσκοπτα και τα συναφή, εκεί θαρρώ πως βρίσκεται η ευτυχία!» Το βλέμμα του σκοτείνιασε ελαφρώς. «Επίσης» αναφώνησε σα να χάρηκε για την υποψία σιγουριάς, «μάλλον μετά βεβαιότητος μπορώ να ισχυριστώ ότι δεν είμαι Κομμουνιστής, Κοινωνικός Δημοκράτης ή Αναρχικός!»
   
Για πρώτη φορά ακούστηκαν περιπαικτικά γέλια, ίσως όχι όλα εναντίον του.
   
«Επιτρέψτε μου τώρα να σας εξηγήσω σε ντοστογιεφσκικό πνεύμα γιατί δεν είμαι Σοσιαλιστής».
   
«Σε ακούμε όλο προσμονή!» πετάχτηκε με κοροϊδευτικό ύφος ο Νώρι.
   
Έκανε μια παύση για να προετοιμάσει την αντεπίθεσή του. Μια καλή ανάσα, οι περίπου σωστές λέξεις να μπουν στην κατάλληλη σειρά. Τώρα όλοι έμοιαζαν να κρέμονται από τις κουβέντες που θα ξεστόμιζε, κι ας ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ούτε που θα τις άκουγαν. Έριξε ένα σύντομο, κοφτό βηχαλάκι, γιατί, μολονότι δεν ήταν σίγουρος ότι το χρειαζόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να το βρει μπροστά του ενόσω θα εκδίπλωνε το λογύδριό του.
   
«Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό ή την Αναρχία» απεφάνθη με διπλωματική αβρότητα, «μα το καθεστώς που δημιούργησε αυτός, το καθεστώς του Κομμουνισμού δεν παραδέχομαι... Γιατί δεν υπέφεραν οι ανθρακωρύχοι και οι χαλυβουργοί για να χαρίσουν με τα βάσανά τους και τους κόπους τους σε κάποιους άλλους την τελική χειραφέτηση, σε κάποιο επέκεινα της Ιστορίας. Θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια πώς αυτός που το πρωί ήταν σκουπιδιάρης και χειρώνακτας εργάτης θα γράφει κριτική θεάτρου το απόγευμα, και πώς ο ψαράς θα είναι σε θέση να σχολιάζει τον Ιονέσκο και τη γλυπτική του Γιόζεφ Μπόις στον ελεύθερό του χρόνο. Θέλω να τον δω τον θρίαμβο των καταπιεσμένων, αυτόν που τόσο αναγγέλλεται, και σας λέω ότι δε βλέπω τίποτε άλλο, πέρα από αερολογίες, εκ του πονηρού σχεδιασμούς και μεθοδεύσεις, και ασφαλώς άφθονες υποσχέσεις εκδίκησης. Αλλά η εκδίκηση είναι, κατά το κοινώς λεγόμενο, ένα ‘πιάτο που τρώγεται κρύο’, όπως η γλαύκα της Αθηνάς, η οποία, σύμφωνα με τον ‘γέρο’, πετάει το δειλινό και φτάνει πάντοτε πολύ αργά – κατόπιν εορτής, ούτως ειπείν. Και τι να την κάνω την εκδίκησή τους, τι να το κάνω, ποιος δίνει δεκάρα αν οι εκμεταλλευτές και οι καταπιεστές πάνε στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας; Ποιο είναι το νόημα τώρα που σκάφτηκαν οι λάκκοι; Τι μπορεί να διορθώσουν στην περίπτωση αυτή τα στρατόπεδα, όταν το παιδί έχει ήδη βασανιστεί, δουλεύοντας στα κάρβουνα ‘σαν το σκυλί’; Και τι σόι χειραφέτηση θα είναι αυτή, όταν οι εκάστοτε κρινόμενες ως ανεπιθύμητες θα εξακολουθούν να τρώνε το βιτριόλι στη μούρη, τι θα έχει αλλάξει δηλαδή, εφόσον θα υπάρχουνε στρατόπεδα και ψυχιατρεία;...»
   
Οι άλλοι είχαν μείνει να τον κοιτάζουν εμβρόντητοι, το δίχως άλλο αποσβολωμένοι. Παρατηρώντας για πρώτη φορά τα βλέμματά τους, ο Κ. ανησύχησε ελαφρώς κι αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να συνεχίσει. Στρεφόμενος στο ποτήρι που κρατούσε, αντίκρισε μια υποτυπώδη τελευταία γουλιά απ’ το ουίσκι, την οποία απορρόφησε μελαγχολικά, φαντασιωνόμενος ότι θα μαλακώσει με κάποιον τρόπο τον λαιμό του, αποτρέποντας κάποιο βήξιμο και τελετουργικά ξορκίζοντας κάθε περαιτέρω κομπασμό. Εστίασε στον πάτο του ποτηριού και ήταν σα να έβλεπε από εκεί το υπόλοιπο σύμπαν, «δίχως πόρτες και παράθυρα επικοινωνίας / σύνταγμα εσύ προδιατεταγμένης αρμονίας» έλεγε ένα στιχάκι που είχε σκαρώσει προ διετίας και το είχε χαράξει στο σχολικό θρανίο, ενώ βαριόταν κατά τη διάρκεια του μαθήματος της πολιτικής αγωγής. Ήταν αμφίβολο αν έβγαζαν κάποιο νόημα οι κουλαμάρες του –εδώ καλά καλά ο ίδιος δεν καταλάβαινε, πολλώ μάλλον εκείνοι–, το έβλεπε στα απορημένα τους πρόσωπα. Σα να τού φώναζαν κατάμουτρα: «Τι μάς τσαμπουνάς τόση ώρα;» Ή: «μάς έχεις φλομώσει στην παραμύθα!» Ήταν αποκαρδιωτικό. Αδυνατώντας εντούτοις να πράξει διαφορετικά, με βλέμμα αποφασιστικό διαπέρασε τα πρόσωπά τους και εστίασε την προσοχή του σ’ ένα σημείο του τοίχου, λίγο παραδίπλα και πίσω τους, προκειμένου να συνεχίσει.
   
«Εκεί αυτός, απτόητος!» ήταν το μήνυμα που εξέπεμπαν οι αντιδράσεις τους. «Μα, τι μαλάκας!»
   
«Λοιπόν» αναθάρρησε, «σάς λέω πως δεν τη θέλω τη χειραφέτηση, όχι γι’ άλλον λόγο, παρά από αγάπη για την ανθρωπότητα, εργαζόμενη και μη... Σαν πολύ την εκτιμήσανε τη χειραφέτηση, εδώ που τα λέμε, δεν κάνει, δεν είναι για του λόγου μας, τη δοκιμάσαμε, σπάσανε τα δόντια μας απάνω της, ξεμείναμε να περισυλλέγουμε τα κομμάτια τρέχοντας στους οδοντοτεχνίτες· δεν τη σηκώνει το βαλάντιό μας τη χειραφέτηση, παραείναι ακριβή, πρέπει επιτέλους να το παραδεχτούμε, δεν είμαστε για τα γούστα της, δεν μπορούμε να πληρώσουμε τόσα για το εισιτήριό της, δεν ‘της κάνουμε’ και –μαντέψτε!– ούτε εκείνη ‘μας κάνει’. Γι’ αυτό κιόλας βιάζομαι να επιστρέψω το δικό μου εισιτήριο... Ορίστε, πολύ ακριβά μάς ήρθε το ‘μανίκι’ της χειραφέτησης, αυτή είναι όλη κι όλη η καρδιά της υπόθεσης. Είναι τα μικρά πράγματα, που λένε. Τις προάλλες πήραν έναν ανάπηρο σηκωτό που έπινε τον καφέ του δίπλα μου, αλλά ειπώθηκε ότι δεν τον πήραν επειδή ήταν ανάπηρος, αλλά επειδή ήταν δολιοφθορέας στον χώρο εργασίας του. Είναι τα μικροπράγματα, έτσι ακριβώς, ειπώθηκε ότι, αν δεν ήταν δολιοφθορέας, δε θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα, μόνο επειδή δρούσε αποδεδειγμένα ως σαμποτέρ, σεσημασμένος και αμετανόητος, ‘καθ’ έξιν και κατ’ εξακολούθησιν’ στις γραμμές της Παλινόρθωσης, και δεν τού επέτρεψαν να τελειώσει το ρόφημά του. Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό ή την Αναρχία λοιπόν, μονάχα το εισιτήριό τους σπεύδω να επιστρέψω. Στα πραγματάκια είναι το πρόβλημα πάντοτε εκ της φτιαξιάς μας, από τη στόφα που ’μαστε καμωμένοι, δεν ξέρω, ίσως δεν είμαστε για τα μεγάλα, ίσως δε φτουράμε... Με γωνίες και ψεγάδια τούς προτιμώ, και διόλου δε με συγκινεί η υπόθεση μιας διοικητικής κατασκευής, οποιασδήποτε, ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου. Μεταξύ μας, τι είδους ντελίριο ήταν πάλι τούτο; Όποιος προλάβει το προϊόν στις προθήκες των κρατικών πρατηρίων, ο Νέος Άνθρωπος κατά παραγγελία – σπεύσατε! Όμορφους και θλιμμένους τούς αγαπώ, να σηκώνονται και να πέφτουν, να φορτώνουν τα φτιασίδια, να ζώνονται τα δεκανίκια και να τραβούν τον δρόμο τους, φωτίζοντας στη μεγάλη Νύχτα με στραπατσαρισμένη κορμοστασιά. Σηκώνονται, πέφτουν, προχωρούν, ξανακατρακυλάνε, έρπουν, σηκώνονται εκ νέου και πάει λέγοντας. Συνθλίβονται, τσακίζονται, χαλκομανία, ούτε όραμα ακριβό για τα πορτοφόλια τους, ούτε τίποτα. Οπότε, λαμβάνει χώρα η επάνοδός μου στον γκισέ, και μάλιστα δίχως ιδιαίτερα παράπονα – κάθε συνάλλαγμα που αγοράζει ένα φλιτζάνι καφέ γίνεται δεκτό μ’ ευγνωμοσύνη. Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι, μονάχα το εισιτήριο του Κομμουνισμού σάς επιστρέφω, να με συγχωράτε δηλαδή και μ’ όλον τον απαιτούμενο σεβασμό».

-----------------------------
* Πρόκειται για Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που δεν έχει γραφτεί ακόμη. Διευκρινίζεται πάντως ότι δεν αφορά το κείμενο, τη δημοσίευση του οποίου είχαμε υπαινιχθεί σε αντίστοιχη σημείωση στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, προαναγγέλλοντας τρόπον τινά ένα είδος εορταστικού δώρου στον φίλτατο Ο. Είναι όμως ένα παλιό κείμενο, διόλου άσχετο και ίσως όχι στερούμενο ενδιαφέροντος για το κοινό του ιστολογίου, του οποίου η επικαιροποίηση θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ελλείψει καλύτερου όρου, ότι τώρα προέκυψε