Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Δύο κείμενα από το Red NoteBook για τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου


Ανακωχή και καραντίνα, του Ηλία Ιωακείμογλου


Η θέση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι καθόλου εύκολη. Καταρχάς, η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ακύρωσε το πείραμα της προγραμματισμένης και άνωθεν σχεδιασμένης ανασυγκρότησης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας με δημοκρατικούς θεσμούς, έτσι ώστε αυτή να μεταβεί σε ένα καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας που δεν θα έφερε πλέον στους κόλπους του ούτε τα παλιά εργασιακά δικαιώματα, ούτε καν την μνήμη τους. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Υπάρχει κάτι πιο σοβαρό και επικίνδυνο για τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης: Η ήττα τους στις ελληνικές εκλογές μπορεί να γίνει ντόμινο και η μόλυνση από το σάπιο μήλο να απειλήσει τη συνέχιση της λιτότητας στην Ευρώπη. Γιατί όμως να φοβούνται τόσο πολύ την ανατροπή της λιτότητας;


Η στρατηγική σημασία της λιτότητας

Στην παρούσα συγκυρία, η λιτότητα έχει καταστεί κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους για την αντιμετώπιση της κρίσης: Αυτό σχετίζεται με την συσσώρευση κεφαλαίου στα χρόνια της χρηματιστικοποίησης, η οποία οδήγησε τον λόγο κεφαλαίου/προϊόντος σε τόσο υψηλά επίπεδα ώστε είναι δύσκολο πλέον οι απαιτήσεις του κεφαλαίου επί του προϊόντος να ικανοποιηθούν. Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, πιέζει την κερδοφορία προς τα κάτω και ως αντιστάθμισμα απαιτεί ακραία ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Η λιτότητα, η εκρηκτική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και η ανεργία αποτελούν λοιπόν σήμερα τη στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Αυτά εξηγούν την σκληρή, αποφασιστική στάση των ηγετικών δυνάμεων της ευρωζώνης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το στρατηγικό συμφέρον των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων της Ευρώπης να διατηρηθεί το καθεστώς της υψηλής ανεργίας και της λιτότητας είναι αυτό που ενορχηστρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πειθαρχεί τις πρόσκαιρες και σχεδόν ανεπαίσθητες εθνικές παρεκκλίσεις και τις ενοποιεί πολιτικά απέναντι στον κοινό εχθρό, τον επικίνδυνο ιό του ΣΥΡΙΖΑ.

Βεβαίως, μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η λιτότητα οδεύει προς στο τέλος της αφού η ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα επαναφέρει την ανάπτυξη. Αυτό όμως αποτελεί πλάνη. Η ποσοτική χαλάρωση δεν απειλεί την λιτότητα [1]. Αυτό που την απειλεί είναι η ανατροπή της με πολιτικά μέσα, με τον τρόπο του ΣΥΡΙΖΑ, και η μόλυνση της Ευρώπης με το παράδειγμά του. Μια μόλυνση που θα απειλούσε την λιτότητα και την ανεργία, που αποτελούν στη σημερινή οικονομική συγκυρία την ίδια την στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Ό,τι λοιπόν την απειλεί πρέπει να εκμηδενιστεί – ή τουλάχιστον να εξουδετερωθεί.


Ο ιός του ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα

Σε μια διαπραγμάτευση, όπως αυτή που διεξάχθηκε με την ελληνική κυβέρνηση, το σχετικό βάρος που ρίχνουν στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων οι δύο πλευρές εξαρτάται από τις πραγματικές ή υποτιθέμενες αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών που μπορούν να πάρουν καταστροφικό χαρακτήρα για την μια ή για την άλλη πλευρά (όπως για παράδειγμα η απειλή ενός bank run). Στην περίπτωσή μας, η απειλητική πίεση των χρηματοπιστωτικών ροών εκδηλώθηκε ταχύτερα προς την ελληνική πλευρά και εξώθησε την ελληνική κυβέρνηση σε συμφωνία ανακωχής. Η δε ηγεσία της ευρωζώνης αποδέχθηκε την ανακωχή διότι απομάκρυνε το ενδεχόμενο μιας νέας ενδεχόμενης κρίσης της ευρωζώνης.

Η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου άφησε ιδιαίτερα ευχαριστημένους τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, διότι έθεσε σε καραντίνα τον ιό του ΣΥΡΙΖΑ. Η ελληνική κυβέρνηση έχει πλέον εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, ειδικά δε αυτό που αποτελεί τον αριστερό πυρήνα του, δηλαδή την αποκατάσταση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, των συλλογικών συμβάσεων, την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ κλπ, εκείνο δηλαδή το τμήμα του προγράμματος του οποίου η υλοποίηση θα καθιστούσε την Ελλάδα υπόδειγμα ανατροπής της λιτότητας και δυνητική πηγή μόλυνσης της Ευρώπης. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάζεται να περιοριστεί σε καθήκοντα αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού, περιορίζοντας την φοροδιαφυγή, την φοροαπαλλαγή, την γραφειοκρατία, και τις λοιπές παθογένειες του κράτους, που υπό κανονικές συνθήκες ανήκουν στα καθήκοντα των αστικών πολιτικών δυνάμεων και δεν ενοχλούν κανέναν στις ηγετικές δυνάμεις της ευρωζώνης.

Από την άλλη μεριά, όμως, το αντιστάθμισμα σε αυτές τις υποχωρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης είναι η αποκατάσταση των ομαλών ροών χρήματος και κεφαλαίου, η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και η αποτροπή της εφαρμογής νέων μνημονιακών μέτρων που θα συνέχιζαν την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι «αφήσαμε τα μνημόνια πίσω μας», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Τα μνημόνια θα είναι παρόντα για όσο καιρό δεν έχουν αναιρεθεί όλες οι ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από αυτά με σκοπό να οικοδομηθεί η οικονομία και η κοινωνία του «λευκού κινέζου εργάτη». Παραμένει όμως σημαντική νίκη η αποτροπή της εμβάθυνσης της λιτότητας με επιπλέον μνημονιακά μέτρα.

Άθικτη παραμένει λοιπόν η στρατηγική της λιτότητας και της ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα τουλάχιστον για ένα τετράμηνο. Άθικτη όμως παραμένει και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, που έδειξε ότι οι κυρίαρχες τάξεις της ευρωζώνης δεν μπορούν να γκρεμίζουν μιαν ολόκληρη χώρα χωρίς πόλεμο και να την ξαναχτίζουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Η ανακωχή είναι, εξ ορισμού, συμφωνημένη προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα επέφεραν τη ριζική μεταβολή των θέσεων ισχύος μεταξύ δύο πλευρών. Η σύγκρουση επομένως παραμένει εκκρεμής και από την ανακωχή θα βγει ευνοημένος όποιος προετοιμάσει καλύτερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα διεξαχθεί η επόμενη διαπραγμάτευση.
_____________________

[1] Καταρχάς, το μέγεθος του εφεδρικού εργασιακού στρατού μειώνεται μόνον εάν η μεγέθυνση του ΑΕΠ υπερβαίνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3% – και μάλιστα επί μακρά σειρά ετών. Υπάρχει, επομένως, μια πολύ ευρεία ζώνη οικονομικής μεγέθυνσης στην οποία είναι εφικτό να αυξάνεται το ΑΕΠ και η λιτότητα να συνεχίζεται υπό την πίεση της ανεργίας. Δεύτερον, εξαιτίας των διαρθρωτικών αλλαγών στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, το ποσοστό ανεργίας στο οποίο θα εκδηλώνονταν σοβαρές μισθολογικές απαιτήσεις έχει μειωθεί κατά πολύ.


Πηγή Red NoteBook


20/2, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


1. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε στο εσωτερικό της Αριστεράς, και τελικά στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, ήταν στη βάση ενός ισχυρισμού που, για διαφορετικούς λόγους, ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως και τα αστικά κόμματα (ΝΔ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ), απέρριπταν ως μη ρεαλιστικό. Ο ισχυρισμός αυτός έλεγε ότι μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση της Αριστεράς γιατί μπορεί να υπάρξει υπέρβαση της λιτότητας εντός της Ευρωζώνης. Εξειδικεύοντας τον ισχυρισμό αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ εξηγούσε πως, στην Ελλάδα του Μνημονίου, η δυνατότητα αυτή περνά από τον διαχωρισμό της δανειακής σύμβασης (δηλαδή της διαδικασίας και των όρων εκταμίευσης/αποπληρωμής δανείων και τόκων) και του νομικο-πολιτικού πλαισίου που θέσπιζε το Μνημόνιο.

2. Στη συλλογιστική αυτή, που συνόψιζε το «καμιά θυσία για το ευρώ, καμιά αυταπάτη για τη δραχμή», η έξοδος από την Ευρωζώνη δεν ήταν ούτε ταμπού ούτε ανυπέρβλητο φόβητρο1: Το κόστος μιας επαναφοράς σε εθνικό νόμισμα –τόσο το οικονομικό (υποτίμηση του νομίσματος για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε εχθρικό περιβάλλον), όσο και το πολιτικό (ραγδαία άνοδος του εθνικισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη)–, θα ήταν μεγάλο. O λόγος, λοιπόν, που η επιστροφή αυτή δεν προκρινόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ, ήταν κυρίως πολιτικός: οι αριστερές πολιτικές για τον έλεγχο των τραπεζών, τη ρύθμιση των χρηματαγορών, την προστασία του κοινωνικού κράτους, και ακόμα περισσότερο, για τον αναγκαίο ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, το σοσιαλισμό, δεν μπορούν να υλοποιηθούν παρά σε μεγάλες επικράτειες2, πιθανή δε αναδίπλωση, θα δούλευε μάλλον υπέρ της Ακροδεξιάς. Ίσχυε –και ισχύει– και αντίστροφα: αν κανείς δεν προσδιορίσει κάποιο εξίσου ευρύ, ή τουλάχιστον πιο προνομιακό «πεδίο εφαρμογής», οι πολιτικές αυτές είναι απλώς ασκήσεις (προπαγανδιστικού) ύφους επί χάρτου.

3. Μια έγκυρη λοιπόν αποτίμηση της απόφασης της περασμένης Παρασκευής δεν νοείται παρά υπό το πρίσμα αυτής της στρατηγικής: της πεποίθησης, δηλαδή, ότι είναι εφικτή η παραμονή στην Ευρωζώνη, όχι νέτα σκέτα, αλλά υπό τον όρο της ακύρωσης των μνημονίων και της λιτότητας. Αυτό κάνει από τη δική της πλευρά η Καθημερινή όταν καλωσορίζει τον ΣΥΡΙΖΑ στον «ρεαλισμό» (κύριο άρθρο 22/2) – κι αυτό κάνει, με βάση τη δική του στρατηγική, το ΚΚΕ, επαναλαμβάνοντας με έκδηλα αυτοδικαιωτική χροιά πως «δανειακή σύμβαση και μνημόνιο είναι ένα και το αυτό» (Δ. Κουτσούμπας, 20/2).

4. Υπό το πρίσμα του συριζικού πρόγραμματος αναδιαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης, με βάση ένα μίνιμουμ, όχι δηλαδή κάποιο επαναστατικό πλαίσιο (αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, απόρριψη των εξωφρενικών πλεονασμάτων, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους), ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο διαχωρισμός δανειακής σύμβασης-μνημονίων απέφερε περισσότερα από όσα πίστευαν όσοι τον απέρριπταν ως μη ρεαλιστικό. Ότι, με άλλα λόγια, στο Eurogroup των τελευταίων δύο εβδομάδων υπήρξε όντως διαπραγμάτευση, δηλαδή σύγκρουση. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν ότι στο κείμενο της απόφασης α) απουσιάζουν οι προβλέψεις για περαιτέρω μέτρα λιτότητας (βλ. μέιλ Χαρδούβελη)· β) σχετικοποιείται η απαίτηση για πλεονάσματα του 4.5%, παρά τη ρητή αναφορά στην απόφαση του Eurogroup που τα «θεσμοθετούσε» (Νοέμβριος 2012)· γ) συνομολογείται ο στόχος της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, οι αποτυχίες στον οποίο είχαν απομονώσει διεθνώς την προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτά, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση της ρευστότητας των τραπεζών για τέσσερις μήνες, δικαιώνουν κατά τη γνώμη μου την περιγραφή της συμφωνίας με τον όρο «ανακωχή».

5. Η διαπραγμάτευση, και εν τέλει η ανακωχή, μεταξύ μιας αριστερής κυβέρνησης και του Μεγάλου Συνασπισμού (δεκαοχτώ) νεοφιλελεύθερων και σοσιαλφιλελεύθερων κυβερνήσεων, που διοικεί σήμερα την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνιστά εξ ορισμού ανακωχή μεταξύ άνισων. Αυτός είναι ο λόγος που στο κείμενο της συμφωνίας α) δεν υπάρχει ούτε καθ” υπαινιγμόν αναφορά στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης· β) αναγνωρίζεται ως γενικό πλαίσιο η απόφαση του Νοεμβρίου του 2012, ώστε να δηλώνεται το εύθραυστο της «ανακωχής» όσον αφορά τα πλεονάσματα· και γ) απουσιάζει οποιαδήποτε νύξη για κούρεμα ή άλλου τύπου ελάφρυνση του μη βιώσιμου ελληνικού χρέους. Το ακριβώς αντίθετο: το τελευταίο προβλέπεται να καλυφθεί εξολοκλήρου («fully»). Κι ενώ στο κείμενο αναφέρονται με σχολαστικότητα οι δεσμεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης, μάταια θα ψάξει κανείς για δεσμεύσεις των εταίρων, πέρα από τη διασφάλιση της ρευστότητας – και πάλι όμως με συγκεκριμένο στόχο: την πίστωση χρόνου για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, που κι αυτές τελούν υπό έγκριση στα τέλη Απριλίου, μετά δηλαδή την «επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της τρέχουσας διευθέτησης»…

6. Είναι σαφές πως αυτό το νέο σημείο ισορροπίας, τη σταθερότητα του οποίου θα ξέρουμε μετά την αποδοχή ή μη της λίστας με τις μεταρρυθμίσεις που προτείνει η κυβέρνηση, δεν προσφέρεται ούτε για θριαμβολογίες (τα υψηλά επίπεδα αποδοχής της κυβέρνησης αρκούν – ο οπαδισμός ποτέ δεν βοήθησε την Αριστερά), ούτε για καταστροφολογία, ιδίως όταν οι εισηγητές της τελευταίας εννοούν πως η λύση στο πρόβλημα είναι αυτή που ήταν πάντα: η επιστροφή στη δραχμή. Ειδικά σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς τη στιγμή που αποδεικνύεται η επικαιρότητα του «καμιά θυσία/καμιά αυταπάτη», ακριβώς δηλαδή τη στιγμή που το «ελληνικό» πρόβλημα είναι ήδη πρόβλημα των ευρωπαϊκών ελίτ απέναντι στην άνοδο της Αριστεράς στις χώρες τους, θα ήταν σοβαρό λάθος ένα πισωγύρισμα στη συζήτηση «ευρώ ή δραχμή», που δίχασε την Αριστερά από το 2009. Αυτό που επείγει τώρα, είναι το (εύθραυστο) μορατόριουμ με τους «θεσμούς» να μη σημάνει μορατόριουμ και στο εσωτερικό – αλλά αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ να προωθήσει άμεσα την ατζέντα του για τα μείζονα: από την ανθρωπιστική κρίση και τη φορολογία μέχρι τις ελευθερίες και τα δικαιώματα. Αντίστοιχα σοβαρό λάθος, συμμετρικά, θα ήταν να θεωρείται νίκη εις το διηνεκές η αποφυγή των (προβλέψιμων) χειρότερων: το πάση θυσία μέσα στο ευρώ, ακόμα και με μνημόνια – που ήδη ανοίγει την όρεξη κάποιων για συμμαχίες με το ΠΑΣΟΚ ή το Ποτάμι.

7. Χρησιμότερο, λοιπόν, από την ανάλυση (ή την επινόηση) της τάδε νίκης ή της δείνα συντριβής, είναι η κατανόηση των όρων του προβλήματος – κυρίως δε, η διατύπωση όρων για την επίλυσή του, με άξονα τη δημοκρατία. Στον αντίποδα μιας κομματικής λειτουργίας που άφησε εκτός συζήτησης εξαιρετικά κρίσιμα πράγματα (τη συνεργασία με τους ΑΝ.ΕΛ, τη συγκρότηση του υπουργικού συμβουλίου, την επιλογή του ΠτΔ κ.ά), ένα από τα σημαντικά αυτών των ημερών ήταν η δημοσιοποίηση των κειμένων που συζητούνταν στο Eurogroup και η κοινοποίηση, εκ μέρους της κυβέρνησης, του περιεχομένου (ορισμένων) διεθνών επαφών. Eν μέσω βλακωδών «αναλύσεων» για τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των υπουργών της, αυτή η διαφάνεια έδειξε ότι η διαπραγματευτική ικανότητα μιας αριστερής κυβέρνησης περνά πρωτίστως από το να μην πολιτεύεται ως κάστα ειδικών, που στους καιρούς της μεταδημοκρατίας διαπραγματεύονται για μια κοινωνία ερήμην της. Είναι προφανές, από την άλλη, ότι αυτή η συμβολική επιλογή δεν αρκεί. Η επανεκκίνηση λοιπόν του κόμματος-ΣΥΡΙΖΑ, η προωθητική αυτονομία του έναντι της κυβέρνησης, η ανάληψη ενωτικών κινηματικών πρωτοβουλιών που να διευρύνουν το πεδίο δράσης της κυβέρνησης (αντί απλώς να την παρακολουθούν και να την «ελέγχουν»…), είναι ένα μέρος όσων μπορούν να γίνουν. Ένα άλλο, είναι να δούμε τι έχει να αντιτάξει η δική μας πλευρά απέναντι σε ωμούς εκβιασμούς που θα συνεχιστούν. Αυτά τα δύο είναι νομίζω οι όροι, ώστε ο κερδισμένος χρόνος να είναι πράγματι κερδισμένος για μας – όχι για όσους κερδοσκοπούν στο δυσμενή συσχετισμό ή τις διαφορετικές μας απόψεις.

_______________


1 Χρήστος Λάσκος και Ευκλείδης Τσακαλώτος, 22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, ΚΨΜ, Αθήνα 2012, σ. 214-217

2 ό.π.


Πηγή Red NoteBook
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget