Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Μετασχηματίζεται ο καπιταλισμός;


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η έκδοση στα ελληνικά των Ρεαλιστικών Ουτοπιών του Erik Olin Wright, προκάλεσε από διάφορες πλευρές το ενδιαφέρον του κοινού της Αριστεράς. Έγινε δεκτό αυτό το έργο από αρκετούς κυβερνητικούς παράγοντες ως μια ανάλυση που νομιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο τις βασικές υποθέσεις της κυβερνητικής πολιτικής, οι οποίες εκ των πραγμάτων υιοθετούν ένα όραμα (και όχι αναγκαστικά μια προοπτική) που μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλ-δημοκρατικό. Αφήνει όμως ανοιχτό και το ενδεχόμενο να υπάρξουν στρατηγικές μετασχηματισμών οι οποίες επιτρέπουν να ξεπεραστούν τα όρια ενός καπιταλιστικού θεσμικού πλαισίου. Πρόκειται για μια προσέγγιση η οποία έχει οπωσδήποτε ένα ιστορικό βάθος, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα επίκαιρη αν θεωρήσουμε ότι η ιδέα ενός μετασχηματισμού με τη σταθεροποίηση ενός μοντέλου νέου καπιταλισμού, αναζωογονημένου χάρη στις κοινωνικές κινητοποιήσεις, χάρη ειδικότερα σε ένα νέο “ταξικό συμβιβασμό”, ανήκει στις “μη ρεαλιστικές ουτοπίες”. Η προοπτική μετασχηματισμών με ανατρεπτική κατάληξη θέτει, μετά από τις πρόσφατες εμπειρίες στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, νέα ερωτήματα που δεν απαντώνται αν αναφερθούν μόνο οι “κατάλληλες στρατηγικές διάμεσων μετασχηματισμών”, ή η υπέρβαση των καπιταλιστικών ορίων με “τη διαδικασία ενδυνάμωσης της κοινωνικής εξουσίας”.

Η ιδέα ότι μια από τις διαθέσιμες εκδοχές μετασχηματισμού είναι ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού μέσω κάποιου νέου ταξικού συμβιβασμού, είναι προφανώς διαδεδομένη, αλλά είναι αδύνατο να υποστηριχθεί αν με κάποια σχολαστικότητα εξετάσει κανείς τις διαστάσεις και το βάθος της κρίσης αυτού του συστήματος. Ο νεοφιλελευθερισμός, που συνδυάζει την εξασφάλιση τραπεζικών “ολιγοπωλίων” με μια πολύπλευρη επίθεση κατά του κόσμου της εργασίας, δεν αφήνει να εμφανιστούν διαθέσεις για ταξικό συμβιβασμό, και ακόμα κι αν υιοθετήσει κανείς την άποψη ότι ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται σε κρίση, πάλι δεν βρίσκει από την πλευρά του κεφαλαίου και των συμμάχων του, ταξικών και πολιτικών, παρά την πρόθεση της εμβάθυνσης των βασικών χαρακτηριστικών του, που αδιαφορεί απέναντι στην αναπόφευκτη επιδείνωση όλων των διαστάσεων της κρίσης.

Ας σημειωθεί όμως και το γεγονός ότι αυτοί που φαίνεται να πιστεύουν στις δυνατότητες μετασχηματισμού του καπιταλισμού, δεν δίνουν έμφαση στην υιοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που αναπτύχθηκαν κατά την ωρίμανση του καπιταλισμού, και μπορεί να αξιοποιηθούν από μεταβατικές διαδικασίες για την ενίσχυση του συλλογικού και δημοκρατικού χαρακτήρα των αναπτυξιακών επιλογών. Πρόκειται για τις διαδικασίες σχεδιασμού οι οποίες στήριξαν όλες τις εκδοχές επιτυχημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης, και οι οποίες είναι σε μάς απαραίτητες για να βγούμε από το αδιέξοδο των αποσπασματικών χρηματοδοτήσεων και δράσεων. Κανείς όμως από την πλευρά του κεφαλαίου (ή ακόμα και των υποστηρικτών σοσιαλ-δημοκρατικών προοπτικών) δεν έχει εκδηλώσει την επιθυμία για την ανάπτυξη τέτοιων θεσμικών λειτουργιών, που στην Ελλάδα έχουν καταπολεμηθεί συστηματικά και για μακρά χρονικά διαστήματα από την οικονομική και πολιτική ελίτ.

Χρειάζεται επιπλέον να αμφισβητήσουμε την ιδέα μιας τροχιάς αργής αλλά αέναης ανάπτυξης. Έχουμε ήδη πάρει μια γεύση των αλλαγών που επιφέρει η κλιματική αλλαγή, και των προσαρμογών που πρέπει να γίνουν τόσο σε ότι αφορά τις παρεμβάσεις δημοσίων φορέων, όσο και στο κόστος που συνεπάγονται οι παρεμβάσεις αυτές για την προστασία των πληθυσμών, την φροντίδα των καλλιεργειών και των άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, ειδικότερα δε την εξασφάλιση της επάρκειας υδάτινων πόρων. Μόνο και μόνο απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, που δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα τεθούν υπό κάποιον έλεγχο σε σύντομο χρονικό διάστημα σε διεθνές επίπεδο, είναι απαραίτητη μια ταχεία αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων, ώστε μετά την κατάρρευση που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία, να είναι διαθέσιμοι οι πόροι που θα κάνουν δυνατές τέτοιες παρεμβάσεις. Ένας διαφορετικός δυναμισμός της ανάπτυξης απαιτεί την αποτελεσματικότερη διαχείριση των αναπτυξιακών πολιτικών, τον συντονισμό τους με τις δημόσιες πολιτικές, και την αναζήτηση και εξεύρεση πρόσθετων πόρων και ρευστότητας.

Χρειάζεται επίσης να πάρουμε στα σοβαρά τις εκτιμήσεις σχετικά με την αστάθεια του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, που είναι συνάρτηση της αναγνώρισης του δικαιώματος των τραπεζών να αντιμετωπίζονται ως ολιγοπώλια των οποίων την επιβίωση και την κερδοφορία εξασφαλίζουν οι κρατικές πολιτικές και οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών. Μόνο που αυτή η προστασία δεν επαρκεί για να παίξουν και κάποιο ρόλο σε ότι αφορά την ανάπτυξη. Οι ελληνικές “συστημικές” τράπεζες που μπόρεσαν να αποφύγουν τον δημόσιο έλεγχο μετά τις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, είναι μόνο μηχανισμοί εξασφάλισης των κερδών των μεγαλομετόχων, αλλά με κανένα τρόπο μηχανισμοί χρηματοδότησης της οικονομίας. Η ανάγκη ταχείας αύξησης των παραγωγικών δυνατοτήτων, όχι μόνο για λόγους που σχετίζονται με το περιβάλλον, αλλά και για λόγους καθαρά κοινωνικούς -απασχόληση, κοινωνικές και δημόσιες υπηρεσίες-, όπως και για την αντιμετώπιση της καθήλωσης της οικονομίας που ενισχύει η στάσιμη παγκοσμιοποίηση (και μπορεί να επιδεινώσει μια νέα κρίση), σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί η μάχη για την κατάκτηση του ελέγχου του δημοσίου επί της δημιουργίας και αξιοποίησης του χρήματος.

Ο Erik Olin Wright διαπιστώνει σωστά οτι υπάρχουν ρωγμές στο καπιταλιστικό σύστημα, οι οποίες επιτρέπουν την ανάδειξη “διάμεσων μετασχηματισμών”, αλλά διατηρεί μια “παραδοσιακή” θα λέγαμε προσέγγιση, αναφερόμενος στην ενίσχυση της κοινωνικής εξουσίας, που είναι αντιμέτωπη με το κράτος και τους θεσμούς του καπιταλισμού. Οι πρόσφατες εμπειρίες σε χώρες όπου τέτοιοι μετασχηματισμοί συνυπήρξαν ή συνυπάρχουν με αριστερές κυβερνήσεις, ή κινηματικές τοπικές αυτοδιοικήσεις, δείχνουν ότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν πραγματικοί μετασχηματισμοί που υπερβαίνουν τα καπιταλιστικά όρια, αν δεν συνδυαστούν τα κινήματα για μετα-καπιταλιστικούς θεσμούς και κοινωνικές σχέσεις, με αντίστοιχες πρακτικές σε επίπεδο κράτους ή τοπικής αυτοδιοίκησης. Το πεδίο των δυνατών μετασχηματισμών δεν βρίσκεται σε θεσμικά κενά, αλλά ενυπάρχει σε θεσμούς άσκησης πολιτικής που μπορούν να αξιοποιηθούν με μια λογική σύγκρουσης με το καπιταλιστικό καθεστώς, μέσω της συσσώρευσης κατακτήσεων μιας κοινωνικής εξουσίας.

Η ανάπτυξη της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, η ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος στον αγροτικό τομέα, ακόμα και η επέκταση του μικρού τομέα των συνεταιριστικών τραπεζών, η δημιουργία και κυριαρχία μιας δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας, η δημιουργία και ενίσχυση θεσμών σχεδιασμού και υλοποίησης τοπικών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών, είναι πεδία τα οποία μπορούν να ενταχθούν σε λογικές μετασχηματισμών, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς θα αποφασίσουν να συνοδεύσουν ένα τέτοιο προσανατολισμό. Οι αδυναμίες που μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν σε ότι αφορά τη δυνατότητα χάραξης και υλοποίησης αυτού του προσανατολισμού, οφείλονται στο γεγονός ότι έχουμε κληρονομήσει ένα θεσμικό πλαίσιο και εργαλεία άσκησης πολιτικής που έχουν φτιαχτεί για να μην είναι δυνατό να γίνουν μετασχηματισμοί, και ακόμα χειρότερα να μην υπάρχουν γενικότερα δυνατότητες αξιολόγησης και διόρθωσης των υπαρκτών θεσμών και λειτουργιών. Το βάρος αυτής της αδράνειας είναι τόσο μεγάλο που δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή μιας ουσιαστικής συζήτησης για αναγκαίους μετασχηματισμούς, ακόμα κι αν είναι προφανές ότι θα εξυπηρετούσαν σε κάποιο βαθμό και τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.


Πηγή Εποχή, 13.01.2019