Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Από τον ύστερο στον όψιμο καπιταλισμό (30 χρόνια χωρίς τον Μαντέλ)


 του Δημήτρη Κατσορίδα*


1. Ο ύστερος καπιταλισμός δεν σημαίνει το τέλος του καπιταλισμού

Στις 27 Ιουλίου 1995 απεβίωσε ο Ερνέστ Μαντέλ (Ernest Mandel), ηγετική φυσιογνωμία της 4ης Διεθνούς και ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές οικονομολόγους και θεωρητικούς σε διεθνές επίπεδο. Ο Μαντέλ άφησε μια από τις πλέον ουσιαστικές παρακαταθήκες για την κατανόηση του καπιταλισμού, τη στρατηγική της μετάβασης και το περιεχόμενο του σοσιαλισμού. Θα εξηγήσει τον καπιταλισμό με τα εξής έργα: α) τη Μαρξιστική πραγματεία της οικονομίας (τέσσερις τόμοι), β) τη Γέννηση και εξέλιξη των οικονομικών θεωριών του Μαρξ, γ) Τα μακρά κύματα της καπιταλιστικής εξέλιξης, και δ) Ο Ύστερος Καπιταλισμός. Στο παρόν κείμενο θα επικεντρωθούμε στο μνημειώδες έργο του για τον ύστερο καπιταλισμό, επιχειρώντας παράλληλα να προδιαγράψουμε τις νέες τάσεις που αναδύονται.

Ο Μαντέλ στο βιβλίο του, Ο Ύστερος Καπιταλισμός, προσφέρει μια μαρξιστική ανάλυση της καπιταλιστικής οικονομίας στον 20o αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έργο του αποτελεί μια σύνθετη προσπάθεια να εμπλουτίσει τη μαρξιστική θεωρία, εξηγώντας πώς και γιατί ο καπιταλισμός κατάφερε να ανακάμψει μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1929 και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και γιατί εξακολουθεί να είναι ένα σύστημα που φέρει εντός του τους σπόρους της αστάθειας και της κρίσης.

Το έργο εκδόθηκε πρώτα στα γερμανικά, το 1972, και ακολούθησε η γαλλική έκδοση, ενσωματώνοντας επιπλέον επεξεργασίες και αναλύσεις. Οι μεταφράσεις στα αγγλικά και τα ελληνικά χρησιμοποιούν τον όρο Ύστερος Καπιταλισμός, ακολουθώντας τον γερμανικό τίτλο. Η ακριβής μετάφραση από τα γερμανικά είναι: Ο Ύστερος Καπιταλισμός. Απόπειρα μιας μαρξιστικής ερμηνείας της λειτουργίας του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος. Ο υπότιτλος δηλώνει τη φιλοδοξία του έργου να προσφέρει ένα μαρξιστικό θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση της λειτουργίας του ύστερου καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα, εστιάζοντας στην ιστορική και λειτουργική του διάσταση. Στην Ελλάδα εκδόθηκε, κατά πάσα πιθανότητα, το 1975, σύμφωνα με τη χρονολογία που αναγράφεται στον πρόλογο του Κ. Χατζηαργύρη. Στο πρώτο εσώφυλλο φέρει τον υπότιτλο, «Ο καπιταλισμός στην τελική του φάση», ενώ στο δεύτερο εσώφυλλο εμφανίζεται ως υπότιτλος η φράση «Ο ιμπεριαλισμός στην τελική του φάση», γεγονός που έχει δημιουργήσει παρερμηνείες σχετικά με τις προθέσεις του Μαντέλ. Όμως, για τον Μαντέλ, ο ύστερος καπιταλισμός δεν υποδηλώνει το τέλος του καπιταλισμού, αλλά την πιο εξελιγμένη μορφή του.

Η λέξη «ύστερος», στην ελληνική γλώσσα, δηλώνει αυτό που έρχεται. Χρησιμοποιείται για να υποδείξει χρονική ακολουθία, δηλαδή ότι κάτι ακολουθεί μετά από κάτι άλλο, είτε στον χρόνο είτε στη σειρά των γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ύστερος καπιταλισμός αναφέρεται στη μεταγενέστερη φάση του καπιταλιστικού συστήματος σε σχέση με τον πρώιμο ή κλασικό καπιταλισμό. Όχι ως τελική κατάληξη, αλλά ως ιστορικά επόμενη μορφή του.

Με βάση αυτή τη διάκριση, ο Μαντέλ, στο εν λόγω βιβλίο του, δεν υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός βρίσκονται στην «τελική» τους φάση, με την έννοια, αλλά και την προσδοκία ότι είναι καταδικασμένοι σε άμεση κατάρρευση. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μια νέα φάση ιστορικής εξέλιξης, πιο αναπτυγμένη, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, την τρίτη φάση. Επομένως, ο Ύστερος Καπιταλισμός για τον Μαντέλ δεν σημαίνει το τέλος του καπιταλισμού. Δεν είναι μια προφητεία περί τέλους, αλλά μια ανάλυση της δομικής αλλαγής του συστήματος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, περίπου από το 1945 και έπειτα. Αυτή η φάση χαρακτηρίζεται από τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την τεχνολογική επανάσταση, τον κρατικό παρεμβατισμό, τη μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών και την ανάπτυξη των πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Ο Μαντέλ θεωρεί ότι όλα αυτά δεν καταργούν τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, αλλά απλώς τις μετασχηματίζουν. Υπογραμμίζει ότι οι εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματος επιμένουν να υπάρχουν (π.χ. πτώση του ποσοστού κέρδους, ταξική πάλη, κρίσεις υπερσυσσώρευσης, κ.λπ.) και ενδέχεται να οδηγήσουν στο τέλος του καπιταλισμού μόνο υπό όρους επαναστατικής δράσης από την εργατική τάξη και υπέρβασής του μέσω της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.


2. Τι είναι ο Ύστερος Καπιταλισμός

Ας δούμε τώρα τα βασικά σημεία και έννοιες που αναλύει ο Μαντέλ σε επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου του.

- Φάσεις του καπιταλισμού: Διακρίνει τρεις ιστορικές φάσεις: τον εμπορικό καπιταλισμό (μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα), τον κλασικό ή ανταγωνιστικό καπιταλισμό (19ος αιώνας) και τον ύστερο καπιταλισμό (ιδίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο). Ειδικά για τον τελευταίο θεωρεί ότι πρόκειται για μια φάση στην οποία η καπιταλιστική συσσώρευση χαρακτηρίζεται από τεχνολογική καινοτομία μεγάλης κλίμακας (π.χ. αυτοματοποίηση, χημική και ηλεκτρονική επανάσταση), εντεινόμενη κρατική παρέμβαση και ρύθμιση της οικονομίας (κεϋνσιανισμός), διεθνοποίηση της παραγωγής και του εμπορίου, εμφάνιση μονοπωλιακών δομών στην αγορά.

- Μακρά κύματα: Βασιζόμενος στον Νικολάι Κοντράτιεφ, αναλύει την ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού μέσω μακρών κυμάτων οικονομικής ανάπτυξης και ύφεσης, προτείνοντας, επηρεασμένος από τον Τρότσκι, μια μαρξιστική εκδοχή τους. Θεωρεί ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη εμφανίζει μακρές περιόδους άνθησης και ύφεσης, που διαρκούν 50–60 χρόνια, ανάλογα με τον συνδυασμό τεχνολογικών και κοινωνικών-πολιτικών παραγόντων. Κεντρικός μηχανισμός είναι η τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους και η ταξική πάλη, που καθορίζει πότε μπορεί να ξεκινήσει ένα νέο κύμα ανάπτυξης. Δεν αποδίδει μηχανιστικό χαρακτήρα στους κύκλους. Τονίζει παράλληλα, τον ιστορικά συγκεκριμένο ρόλο του κράτους, της τεχνολογίας, των πολιτικών γεγονότων, αλλά και της αντίστασης της εργατικής τάξης.

- Τρίτη τεχνολογική επανάσταση: Ο ύστερος καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια νέα φάση εκτεταμένης τεχνολογικής αναδιάρθρωσης. Θεμελιώνεται στην οργανωμένη και προγραμματισμένη έρευνα και στην συστηματική εισαγωγή της επιστήμης στην άμεση παραγωγική διαδικασία, κυρίως μέσω της αυτοματοποίησης, της χημείας, των νέων υλικών, κ.λπ., με σκοπό, σε αυτή τη νέα φάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους και τη διεύρυνση της υπεραξίας μέσω εντατικής εκμηχάνισης. Ο Μαντέλ τονίζει ότι η επιστημονική πρόοδος δεν προκύπτει αυτόνομα, αλλά εντάσσεται οργανικά στις στρατηγικές του κεφαλαίου. Έτσι, η τεχνολογία γίνεται εργαλείο ταξικής κυριαρχίας, εντείνοντας την αλλοτρίωση και επανακαθορίζοντας τους όρους της ταξικής πάλης. Στις απόψεις που ισχυρίζονται ότι οδεύουμε σε πλήρη αυτοματοποίηση της παραγωγής, ανταπαντούσε πως αυτό δεν μπορεί να συμβεί για δύο λόγους: πρώτον, διότι θα μειωθεί η συνολική μάζα της υπεραξίας εφόσον ανεβαίνει απότομα η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, και δεύτερον, επειδή θα μειωθεί μέχρι εξαφανίσεως ο συνολικός αριθμός των εργατών αφού θα διωχθεί από την διαδικασία παραγωγής και έτσι θα εξουδετερωθεί η πλειοψηφία του πληθυσμού αφού δεν θα έχει τους πόρους να καταναλώσει. Θα φτάναμε έτσι σε μια ιστορική κρίση στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Γι’ αυτό «ο καπιταλισμός δε συμβιβάζεται με την ολοκλήρωση της αυτομάτισης στη βιομηχανία και τη γεωργία, γιατί τότε σταματά κάθε παραγωγή υπεραξίας και επομένως κι αξιοποίηση του κεφαλαίου». Τόνιζε δε το διττό χαρακτήρα της αυτοματοποίησης, στον οποίο «καθρεφτίζεται συγκεντρωτικά η όλη εσωτερική αντινομία του καπιταλισμού. Αφενός η αυτομάτιση συνεπάγεται την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των δυνάμεων της υλικής παραγωγής, που μπορούν ν’ απελευθερώσουν την ανθρωπότητα από τον καταναγκασμό της μηχανικής, επαναληπτικής, άψυχης αλλοτριωτικής εργασίας. Αφετέρου η αυτομάτιση οδηγεί ξανά σ’ αυξανόμενη απειλή για την απασχόληση και το εισόδημα, αυξανόμενο φόβο και αβεβαιότητα, περιοδικό αποκλεισμό από την κατανάλωση κι από κάθε εισόδημα, δηλαδή στην πνευματική και ψυχική εξαθλίωση».

- «Μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών»: Είναι ένας θεμελιώδης όρος που χρησιμοποιεί ο Μαντέλ στο βιβλίο του, για να εξηγήσει έναν βασικό μηχανισμό σταθεροποίησης του καπιταλιστικού συστήματος στην ύστερη φάση του μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο όρος περιγράφει την συστηματική, μακροπρόθεσμη και εντεινόμενη επένδυση σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς από το κράτος, κυρίως στις ΗΠΑ και στη Δύση γενικά, μετά το 1945. Αυτή η επένδυση δεν είναι προσωρινή (π.χ. μόνο σε καιρό πολέμου), αλλά διαρκής και στρατηγικά οργανωμένη. Ο Μαντέλ εξηγεί ότι η μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών είναι μια τεχνητή ζήτηση που δημιουργεί το κράτος για να στηρίξει τη συσσώρευση κεφαλαίου και να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές τάσεις ύφεσης και κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος. Η σύνδεση έχει πολλές πτυχές: α) Την απορρόφηση πλεοναζόντων κεφαλαίων, που χωρίς νέα πεδία επένδυσης ή ζήτησης, οδηγεί σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης. Οι εξοπλισμοί λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης, απορροφώντας πλεονάζουσα παραγωγή χωρίς να παράγουν εμπορεύματα που επιστρέφουν στον κύκλο της αγοράς. β) Διατήρηση της πλήρους ή σχεδόν πλήρους απασχόλησης, επειδή μεγάλο μέρος της εργατικής δύναμης απορροφάται σε πολεμικές βιομηχανίες, σε στρατιωτικές υποδομές, σε ένοπλες δυνάμεις κ.ά., μειώνοντας την ανεργία χωρίς να απαιτείται άμεση αύξηση της συνολικής παραγωγή. γ) Επιτάχυνση τεχνολογικής καινοτομίας, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο στρατιωτικός τομέας προωθεί την τεχνολογική πρόοδο (π.χ. υπολογιστές, δορυφόροι, πυραυλική τεχνολογία, κ.λπ.), η οποία μετά μεταφέρεται και στην ιδιωτική οικονομία, κάτι χαρακτηριστικό στον ύστερο καπιταλισμό. δ) Ιδεολογική και γεωπολιτική λειτουργία. Η διαρκής εξοπλιστική οικονομία στηρίζει την ψυχροπολεμική αφήγηση, τη στρατιωτική παρουσία του ιμπεριαλισμού και ενισχύει τον εθνικισμό και την «ασφάλεια», που λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στην ταξική πόλωση. Ο Μαντέλ αναγνωρίζει ότι η μόνιμη εξοπλιστική οικονομία προσωρινά καθυστερεί την εκδήλωση βαθιών κρίσεων του καπιταλισμού. Όμως, δεν αναιρεί τις εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματος, επιβαρύνει την κοινωνική αναπαραγωγή (τεράστιοι πόροι σπαταλώνται χωρίς κοινωνικό όφελος) και δημιουργεί μια μορφή τεχνητής ευημερίας, που τελικά δεν είναι βιώσιμη. Εν κατακλείδι, η μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών είναι για τον Μαντέλ κεντρικός μηχανισμός σταθεροποίησης του ύστερου καπιταλισμού, αλλά ταυτόχρονα δείγμα της παρασιτικής του μετάλλαξης. Δεν αποτελεί σημάδι υγείας ή μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας, αλλά ενός συστήματος που επιβιώνει τεχνητά, με όλο και πιο δαπανηρά και επικίνδυνα μέσα. Η εξοπλιστική οικονομία δεν αναιρεί την κρίση, αλλά απλώς την μεταφέρει χρονικά

- Ρόλος του κράτους: Ο Μαντέλ ασκεί κριτική στη σοβιετική θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, η οποία θεωρεί ότι τα μονοπώλια συγχωνεύονται με το κράτος. Η σοβιετική θεωρία υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός είχε περάσει σε μια νέα φάση όπου το κράτος συνεργάζεται με τα μονοπώλια, δημιουργώντας έναν υβριδικό μηχανισμό που επέτρεπε στον καπιταλισμό να ξεπερνά τις κρίσεις του. Ο Μαντέλ απέρριπτε αυτή τη θέση. Ισχυρίζονταν ότι η θεωρία αυτή υπερεκτιμά τον ρόλο του κράτους ως ρυθμιστή του καπιταλισμού, παραγνωρίζει τη διαρκή ισχύ των καπιταλιστικών αντιφάσεων, δεν ερμηνεύει μαρξιστικά την κρίση, αλλά την εξορκίζει, παρουσιάζει τον καπιταλισμό ως διαρκώς ικανό να αυτορυθμίζεται μέσω του κράτους, υποβαθμίζει τη δυναμική της ταξικής πάλης, υποκαθιστά την επαναστατική στρατηγική με έναν παραλυτικό οικονομίστικο ντετερμινισμό και συγκαλύπτει την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης μέσω της ταξικής πάλης. Για τον Μαντέλ, η αντίληψη αυτή οδηγεί τελικά σε πολιτική υποταγή, αφού εμφανίζει τον καπιταλισμό σαν ένα πανίσχυρο, ομοιογενές και αμετάβλητο σύστημα, ενώ στην πραγματικότητα είναι βαθύτατα αντιφατικό και ιστορικά πεπερασμένο. Ο Μαντέλ ισχυρίζεται ότι ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός δεν είναι νέο σύστημα, ούτε νέο στάδιο, αλλά μορφή κρατικού παρεμβατισμού εντός του ίδιου καπιταλιστικού πλαισίου. Το κράτος παραμένει όργανο της αστικής τάξης, ακόμη και όταν επεμβαίνει ενεργά στην οικονομία.

- Η αντίφαση μεταξύ κοινωνικοποίησης της παραγωγής και ιδιωτικής ιδιοποίησης: Παρά την εμφάνιση μιας περιόδου σχετικής σταθερότητας και ανάπτυξης (ειδικά τις δεκαετίες του 1950-60), ο Μαντέλ επιμένει ότι οι εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού παραμένουν και οδηγούν αναπόφευκτα σε κρίσεις. Αναδεικνύει πως η παραγωγή γίνεται όλο και πιο κοινωνική (οργανώνεται σε μαζική, συλλογική βάση), ενώ η ιδιοποίηση των κερδών παραμένει ιδιωτική. Αυτή η αντίφαση εντείνεται στον ύστερο καπιταλισμό.


3. Από τον ύστερο στον όψιμο και πολυπολικό καπιταλισμό

Το βιβλίο του Μαντέλ, Ο Ύστερος Καπιταλισμός, παραμένει ένα από τα πιο διορατικά έργα μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης. Αν και συγγράφηκε με σκοπό να ερμηνεύσει τη μεταπολεμική φάση του καπιταλισμού (1945-1970), πολλά από τα φαινόμενα που περιγράφει έχουν έκτοτε ενταθεί ή και μεταβληθεί ουσιωδώς. Θα εξετάσουμε, στη συνέχεια, ορισμένες από αυτές τις θεωρητικές επισημάνσεις και τις σύγχρονες εκδοχές τους:

- Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου εξακολουθεί να ισχύει και ενισχύθηκε ακόμη περαιτέρω. Απελευθερώθηκε τελείως η κίνηση κεφαλαίων, έλαβαν μεγάλες διαστάσεις τα διεθνοποιημένα επιχειρηματικά σχήματα, πολλαπλασιάστηκε η ποντοπόρος ναυτιλία, οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες είναι πλέον συστατικό στοιχείο της οικονομίας, ενώ οι επενδύσεις, τα χρηματοπιστωτικά κεφάλαια και η παραγωγή μπορούν να οργανώνονται και διακρατικά. Ωστόσο, υπάρχει ένα νέο στοιχείο, το οποίο είναι η τάση προς περιφερειακές ενώσεις-ζώνες συνεργασίας και η ανάδειξη νέων παγκόσμιων δυνάμεων από χώρες της λεγόμενης περιφέρειας (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία), οι οποίες διεκδικούν δυναμικά ένα νέο ρόλο και άρα μεγαλύτερο μερίδιο στη διαχείριση του πλανήτη. Αναπτύσσεται δηλαδή ένας πολυπολικός καπιταλισμός.

- Έχουμε νέα τεχνολογική επανάσταση. Ο Μαντέλ μιλούσε για την τρίτη τεχνολογική επανάσταση (αυτοματοποίηση, ηλεκτρονική, πληροφορική). Όμως, ήδη προχωράμε στην τέταρτη, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη (AI), η ρομποτική, η βιοτεχνολογία, κ.λπ., αναπαράγουν και εντείνουν τις βασικές του προβλέψεις. Για παράδειγμα, οι νέες τεχνολογίες αυξάνουν την παραγωγικότητα αλλά όχι απαραίτητα την απασχόληση, δημιουργούν νέες ανισότητες και περιθωριοποιούν εργατικό δυναμικό, ενώ επιτείνουν τη συγκέντρωση κεφαλαίου σε ολιγοπώλια τεχνολογίας.

- Ο κρατικός παρεμβατισμός εξακολουθεί να υφίσταται και στη φάση του νεοφιλελευθερισμού. Ο Μαντέλ θεωρούσε τον κρατικό παρεμβατισμό ως κεντρικό μηχανισμό σταθεροποίησης του καπιταλισμού. Παρά την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, που προβάλλει το «λιγότερο κράτος και περισσότερη αγορά», το κράτος συνεχίζει να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης (π.χ. κατά την πανδημία COVID-19 ή στην λεγόμενη πράσινη μετάβαση). Παραμένει ο βασικός μηχανισμός εξουσίας του κεφαλαίου, είναι αυτό που υποβαθμίζει ή εκχωρεί σε ιδιώτες τις δημόσιες υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, ενώ οι αγορές εξακολουθούν να επιβιώνουν χάρη στη δημοσιονομική τους στήριξη. Τελική κατάληξη η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των ζημιών.

- Εξακολουθεί η μόνιμη οικονομία των εξοπλισμών. Ο Μαντέλ έβλεπε τις στρατιωτικές δαπάνες ως μηχανισμό τεχνητής ζήτησης. Αυτό που παρατηρούμε είναι οι στρατιωτικές δαπάνες να εξακολουθούν να αυξάνονται και μάλιστα με ραγδαίους ρυθμούς (τοπικοί πόλεμοι, γεωπολιτική ένταση, ΝΑΤΟ, πυρηνικός εκσυγχρονισμός), η οικονομία να τείνει να στρατιωτικοποιηθεί (ΕΕ, ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα) και η σύνδεση κράτους, κεφαλαίου και πολέμου να διαπλέκονται περισσότερο.

- Πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ο Μαντέλ έβλεπε τις πολυεθνικές ως ενσάρκωση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Οι πολυεθνικές είναι πλέον πιο ισχυρές από ποτέ, με κέρδη που ξεπερνούν τα ΑΕΠ κρατών, με αποτέλεσμα ο πλούτος τους να αποκτά πρωτοφανείς διστάσεις. Επιπρόσθετα, οι μεγαλύτερες και πιο ισχυρές εταιρείες στον χώρο της Μεγάλης Τεχνολογίας-Big Tech (Apple, Amazon, Google, Microsoft, κ.λπ.) λειτουργούν ως παγκόσμιοι ρυθμιστές της πληροφορίας και της κατανάλωσης, επηρεάζοντας την καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων μέσω των προϊόντων τους (τηλέφωνα, λογισμικό, κοινωνικά δίκτυα, μηχανές αναζήτησης, διαφήμιση, τεχνητή νοημοσύνη κ.λπ.).

- Η πάλη των τάξεων υφίσταται, αλλά με νέες μορφές. Ο Μαντέλ της απέδιδε κεντρική σημασία. Ωστόσο, όσα χαρακτήριζαν τον ύστερο καπιταλισμό, όπως η σταθερή και πλήρης απασχόληση, δεν υπάρχουν πλέον. Η βιομηχανική εργατική τάξη έχει συρρικνωθεί σημαντικά, έχουμε μετάβαση στη μεταφορντική κοινωνία των υπηρεσιών, αύξηση της επισφαλούς εργασίας, απαξίωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αποδυνάμωση των συνδικάτων και διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, η ταξική πάλη τείνει να προσλαμβάνει πιο διάχυτες και διεθνοποιημένες μορφές (π.χ. εργατικοί αγώνες στην Amazon, στα Starbucks κ.ά.). Το αν αυτές οι μορφές θα αποκτήσουν μεγαλύτερη έκταση μένει να φανεί. Ωστόσο, αυτό εξαρτάται και από τη βούληση της εργατικής τάξης στις πολυεθνικές επιχειρήσεις, και όχι μόνο, να προσδώσει σε αυτούς τους αγώνες διεθνικό προσανατολισμό και χαρακτήρα. Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν ότι παύουν οι συγκρούσεις. Ανά πάσα στιγμή μπορούν να αναζωπυρώνονται. Ο ρόλος των συνδικάτων και της Αριστεράς, παρότι φθίνει σε πολλές χώρες εξαιτίας των νέων τεχνολογιών, των αλλαγών στα εργασιακά μοντέλα και της διεθνοποίησης των οικονομιών, εντούτοις παραμένει κρίσιμος, καθώς εξακολουθούν να διαθέτουν τη δυνατότητα να αναδιαμορφωθούν και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Μέσω της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε ευέλικτα ψηφιακά συστήματα εργασίας και διεθνοποιημένα περιβάλλοντα, της προώθησης της κοινωνικής δικαιοσύνης, της υποστήριξης της ψυχικής υγείας, αλλά και της προστασίας του περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των επιπτώσεων της τεχνολογίας στις συνθήκες εργασίας, μπορούν να έχουν έναν κρίσιμο ρόλο στην υποστήριξη των εργαζομένων και να προσελκύσουν νέους και νέες στις τάξεις τους. Ως βασικός τους στόχος θα μπορούσε να είναι η δραστική μείωση του χρόνου εργασίας και η δημιουργία ενός δημοκρατικού και συνεργατικού μοντέλου οικονομίας, όπου οι εργαζόμενοι θα έχουν τον έλεγχο στις αποφάσεις.

Ο Μαντέλ, στο εν λόγω έργο του, διατηρούσε μια μάλλον υπέρμετρα αισιόδοξη στάση ως προς τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να ανατρέψει τον καπιταλισμό. Δεν καταπιάστηκε εκτενώς με τη σχετική αυτονομία των πολιτικών και ιδεολογικών επιπέδων και τη δυνατότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει και να μετασχηματίζει τις κοινωνικές αντιφάσεις, μέσω μηχανισμών όπως το κράτος, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι καταναλωτικές κουλτούρες κ.λπ. Θεωρούσε ότι η οικονομική βάση καθορίζει κυρίως τις πολιτικές και ιδεολογικές δομές της κοινωνίας. Ωστόσο, ήταν εκείνος που διέβλεψε τις βασικές τάσεις του ύστερου καπιταλισμού και τις κρίσεις του, οι οποίες όχι μόνο δεν εκλείπουν, αλλά βαθαίνουν ολοένα και περισσότερο. Επηρέασε σημαντικούς διανοούμενους, όχι μόνο στην πολιτική και την οικονομία, αλλά και στον πολιτισμό. Ο Fredric Jameson ήταν ένας από τους διανοούμενους, ο οποίος αξιοποίησε την έννοια του ύστερου καπιταλισμού, όπως την εισήγαγε και ανέλυσε ο Μαντέλ, προκειμένου να θεμελιώσει τη δική του θεωρία για τον μεταμοντερνισμό ως πολιτιστική έκφραση του ύστερου καπιταλισμού στον τομέα της αισθητικής. Αυτή η σύνδεση αναπτύσσεται κυρίως στο βιβλίο του, με τίτλο: Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού. Σε γενικές γραμμές υποστηρίζει ότι ο μεταμοντερνισμός δεν είναι απλώς ένα αισθητικό ή καλλιτεχνικό ρεύμα, αλλά αντανακλά τη νέα φάση του καπιταλισμού, δηλαδή τον ύστερο καπιταλισμό, όπου κυριαρχούν οι πολυεθνικές εταιρείες, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, η πολιτιστική εμπορευματοποίηση και η παγκόσμια αγορά.

Ο μεταμοντερνισμός, ενώ εισήγαγε νέες οπτικές και αμφισβήτησε τις «μεγάλες αφηγήσεις», όπως την ιδέα της προόδου, της ιστορικής νομοτέλειας, της αυθεντίας, της επιστήμης ως απόλυτης αλήθειας, και έδειξε σκεπτικισμό απέναντι στις υποσχέσεις της τεχνολογίας, εντούτοις οδήγησε στον σχετικισμό και αποδυνάμωσε τα κριτήρια αξιολόγησης του τι είναι σημαντικό ή ποιοτικό. Παράλληλα, λειτούργησε απορριπτικά προς κάθε συλλογικό κοινωνικοπολιτικό όραμα, οδηγώντας στην αποπολιτικοποίηση, στον ελιτισμό και στην αμφισβήτηση της δυνατότητας αλλαγής του συστήματος. Εν κατακλείδι, τα χαρακτηριστικά του μεταμοντέρνου «πολιτισμού», ως προϊόν που αντανακλά τις μεταβολές του ύστερου καπιταλισμού, είναι η επιφανειακότητα, η αποκοπή από την ιστορία και την ιστορική συνέχεια (π.χ. η θεωρία περί «τέλους της ιδεολογίας» και μαζί «τέλους της ιστορίας»), η απώλεια υποκειμένου με την άρνηση κάθε διάκρισης μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, η μαζοποίηση, η κυριαρχία της εικόνας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και η αποξένωση. Τελικά, ο μεταμοντερνισμός ενσωμάτωσε την αντίληψη της αγοράς και του νεοφιλελευθερισμού, αντί να τα αμφισβητεί.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι το έργο του Μαντέλ για τον ύστερο καπιταλισμό, εξακολουθεί να λειτουργεί ως πολύτιμο ιστορικό εργαλείο για την ερμηνεία της σχέσης ανάμεσα στην τεχνολογία, το κεφάλαιο και την ταξική πάλη, αποτελώντας σημαντικό αντίβαρο στις αφηγήσεις περί «μετακαπιταλισμού». Παράλληλα, προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο θεωρητικό υπόβαθρο για την κατανόηση της τρέχουσας φάσης, την οποία θα αποκαλούσα «όψιμο καπιταλισμό», με την έννοια ότι το σύστημα, έχοντας ήδη διανύσει την περίοδο της ωρίμανσής του (ύστερος καπιταλισμός), εκδηλώνει πλέον, με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, στοιχεία παρακμής, αποσύνθεσης και εσωτερικής σήψης. Υπό αυτό το πρίσμα, το σύστημα, παρά την τάση του για επέκταση και τη συγκρότηση ζωνών συνεργασίας με στόχο τη διαμόρφωση ενός πολυπολικού καπιταλισμού, φαίνεται να έχει φτάσει σε κατάσταση εξάντλησης. Παρατηρείται δε μια επιταχυνόμενη διαδικασία παρακμής (κοινωνικής, ηθικής, ψυχικής), η οποία τροφοδοτεί τον ατομισμό, την ιδιοτέλεια και τη φυγή, ενώ ταυτόχρονα διαγράφεται μια πορεία επιτάχυνσης προς την καταστροφή (οικολογική, εργασιακή, πολιτισμική). Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, το ερώτημα, «οικοσοσιαλισμός ή πτώση στη βαρβαρότητα;», τίθεται σήμερα με όλο του το βάρος, όχι μόνο ως θεωρητικό δίλημμα, αλλά και σε κυριολεκτικό επίπεδο.


----------------

* επιστημονικός συνεργάτης ΙΝΕ-ΓΣΕΕ


Πηγή Εφημερίδα των Συντακτών

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Θόδωρος Παρασκευόπουλος - Για την έννοια του κεφαλαίου

 

Πριν από λίγες μέρες, πήρα το εξής ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Θόδωρο Παρασκευόπουλο: «Σου στέλνω για τις Ιδέες ένα πονηματίδιον για ένα ζήτημα οικονομικής θεωρίας, που εγώ το θεωρώ επίκαιρο, αν και λίγο “βαρύ”». Όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα του συντρόφου μας –που είναι πάντοτε «βαριά», δηλαδή σοβαρά και τεκμηριωμένα– δεν υπήρξε ο οποιοσδήποτε δισταγμός για την άμεση δημοσίευσή του. Ο Παρασκευόπουλος είναι ένας από τους πιο αξιόλογους έλληνες οικονομολόγους, που γνωρίζει τη μαρξιστική θεωρία πολύ καλύτερα από διάφορους μαρξιστές ή «ριζοσπάστες αριστερούς» πανεπιστημιακούς, κάτι που ίσως δεν είναι γνωστό στους πολλούς λόγω της αριστερής σεμνότητάς του. Το σημερινό του κείμενο, πέρα από επιστημολογικό, παρουσιάζει και ιδεολογικό/πολιτικό ενδιαφέρον, το οποίο θα κατανοήσουν όσες και όσοι το διαβάσουν προσεκτικά. Για παράδειγμα, έχει μεγάλη σημασία, ειδικά στους καιρούς μας, η επισήμανσή του ότι «…πολλοί οικονομολόγοι χρησιμοποιούν, άκριτα –αν και μερικές φορές επί σκοπώ – έννοιες όπως “ανθρώπινο κεφάλαιο”, “φυσικό κεφάλαιο”, κ.ά.». Ακόμα κρισιμότερη είναι η παρατήρησή του ότι ορισμένες «ετερόδοξες» οικονομικές σχολές …εν μέρει ακολουθούν το νεοκλασικό πρότυπο, προκειμένου να αποφύγουν την ταύτιση με τον πυρήνα της μαρξικής σκέψης, δηλαδή τη θεωρία της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης». Να το διαβάσουμε το άρθρο, ιδιαίτερα –αλλά όχι μόνο– οι οικονομολόγοι. Δεν θα απολαύσουμε μόνο τη λιτή, αλλά και αιχμηρή, γραφή του Παρασκευόπουλου. Θα μάθουμε, επίσης, πολλά, και θα σκεφτούμε περισσότερα.

Χ. Γο.

 

Εδώ και καιρό έχει εισέλθει στην οικονομική θεωρία και τη συζήτησή της μια έννοια του κεφαλαίου, η οποία κατά μεγάλο μέρος οφείλεται στον Γάλλο κοινωνιολόγο Πιερ Μπουρντιέ. Στο κείμενο που ακολουθεί, θέλω να δείξω ότι η έννοια όπως τη χρησιμοποιεί ο Μπουρντέ, αλλά προπάντων η αποδοχή της από τους οικονομολόγους, είναι άγονη και παραπλανητική.

Στην πολιτική οικονομία και τις άλλες εκφάνσεις της οικονομικής επιστήμης, από τη γένεσή τους, η έννοια του κεφαλαίου σχετίζεται άμεσα με την παραγωγή εμπορευμάτων, είναι δηλαδή διαφορετική από την έννοια του κεφαλαίου στο τέλος του Μεσαίωνα και στην Αναγέννησης, μιας εποχής της κυριαρχίας του πρώιμου κεφαλαίου, όπου η βενετσιάνικη παραφθορά cavedal, ή ο γερμανικός όρος Hauptgut, σήμαιναν το εμπορικό ή τοκογλυφικό κεφάλαιο. Είτε πρόκειται για την έννοια του κεφαλαίου στην κλασική πολιτική οικονομία (κυρίως στο Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών του Άνταμ Σμιθ και στο Οι Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και της Φορολογίας του Ντέιβιντ Ρικάρντο), είτε για την έννοια του κεφαλαίου που αναπτύσσει ο Καρλ Μαρξ στο έργο του, Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, είτε για τη έννοια του κεφαλαίου του Γιόζεφ Σουμπέτερ στη Θεωρία της Οικονομικής Εξέλιξης, ακόμα και για την, κατά τη γνώμη μου, άγονη –επειδή επιδιώκει να μεταφέρει στη γενική οικονομική θεωρία έννοιες της λογιστικής έννοιας του κεφαλαίου στη νεοκλασική οικονομική θεωρία, η οποία ποτέ δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά στο φαρμακερό ερώτημα της Τζόαν Ρόμπινσον1: «How do you measure capital?» (Πώς μετράτε το κεφάλαιο;), το κεφάλαιο στην οικονομική επιστήμη συνδέεται αδιαχώριστα με την παραγωγή εμπορευμάτων.

Η σύνδεση του κεφαλαίου με την παραγωγή εμπορευμάτων –συγκεκριμένα, καπιταλιστικών εμπορευμάτων– συμβαίνει επειδή αυτό είναι το αντικείμενο των οικονομολόγων, κι ας συλλαμβάνουν οι ίδιοι το κεφάλαιο ως μια ανιστορική και προαιώνια έννοια: κατά τον Χικς, έναν από τους ιερούς πατέρες της σύγχρονης νεοκλασικής οικονομικής σχολής, το κεφάλαιο είναι «απόθεμα που δημιουργεί ροές οφέλους ή εισοδήματος» –ας πούμε, το πέτρινο όπλο του προϊστορικού κυνηγού εξίσου με τα ρομπότ της αυτοκινητοβιομηχανίας και τη βερικοκιά στο περιβόλι.

 

Μία ασήμαντη και διάφορες άγονες έννοιες

Η παραπάνω αντίληψη του Χικς για την έννοια του κεφαλαίου είναι τελείως ασήμαντη για την οικονομική επιστήμη, δεν παράγει τίποτα ενδιαφέρον και κανείς δεν ασχολείται με αυτήν –ούτε οι ίδιοι οι οικονομολόγοι της νεοκλασικής σχολής· άλλωστε, η έλλειψη επιστημονικής έννοιας του κεφαλαίου είναι μία από τις αντιφάσεις της νεοκλασικής μακροοικονομικής θεωρίας που αναδείχτηκαν στην περίφημη διένεξη των «δύο Κέιμπριτζ», των νεορικαρντιανών-μετακεϋνσιανών του πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ της Βρετανίας και των νεοκλασικών του Ινστιτούτου Τεχνολογίας του Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ. Επειδή, λοιπόν, οι οικονομολόγοι, ακόμα και οι νεοκλασικοί, χρειάζονται μια έννοια του κεφαλαίου για τη δουλειά τους, ορίζουν το κεφάλαιο διαφορετικά, ανάλογα με τον κλάδο: στην οικονομική θεωρία το κεφάλαιο είναι, μαζί με την εργασία και το έδαφος, ένας από τους τρεις διαβόητους «συντελεστές παραγωγής» –ορισμός εξίσου ανιστορικός και επιστημονικά άγονος, αλλά ιδεολογικά χρήσιμος: με αυτόν τον «τριαδικό τύπο» (Μαρξ) μπορούν να δικαιολογήσουν το καπιταλιστικό κέρδος ως εισόδημα που παράγεται, λέει, από το «κεφάλαιο» (μηχανές, κτίρια, χρηματικά αποθέματα, πρώτες ύλες κλπ.) και την γαιοπρόσοδο, δηλαδή το νοίκι, ως εισόδημα που παράγεται, λέει, από το έδαφος (γήπεδα, υπέδαφος, γεωργία, ύδατα). Στον κλάδο της Διοίκησης Επιχειρήσεων, που ασχολείται λιγότερο με «μαθηματικές πουσάψεις», όπως χαρακτήρισε ο Γιώργος Σταμάτης τις ασχολίες των νεοκλασικών οικονομολόγων, και περισσότερο με το «πώς θα βγάλουμε λεφτά»2, χρησιμοποιούν μια ρεαλιστικότερη και διαφοροποιημένη έννοια που προέρχεται από τη λογιστική.

Ο Πιερ Μπουρντιέ εκκινώντας από την κριτική της οικονομικής έννοιας του κεφαλαίου, την οποία χαρακτηρίζει μονομερή, καθώς «περιορίζει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων ανταλλαγής στην ανταλλαγή εμπορευμάτων και μόνο, η οποία αντικειμενικά και υποκειμενικά αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση του κέρδους και κατευθύνεται από την (οικονομική) ιδιοτέλεια» (Οικονομικό κεφάλαιο, πολιτιστικό κεφάλαιο, κοινωνικό κεφάλαιο, Αμβούργο 1992) διευρύνει και πολλαπλασιάζει την έννοια του κεφαλαίου. Κατά τη γνώμη μου η κριτική, αν και εμφανώς απευθύνεται στην κυρίαρχη, νεοκλασική έννοια του κεφαλαίου, είναι άστοχη. Κατά τον Μπουρντιέ, η οικονομική έννοια του κεφαλαίου «δηλώνει άρρητα ότι όλες οι άλλες μορφές κοινωνικής ανταλλαγής είναι μη-οικονομικές, ανιδιοτελείς σχέσεις». Αυτό δεν απορρέει λογικά από οποιαδήποτε οικονομική έννοια του κεφαλαίου, ούτε από οποιαδήποτε οικονομική θεωρία, ακόμα και αν αυτή, όπως η νεοκλασική, «έχει γίνει επιστήμη των σχέσεων της αγοράς, η οποία… παρακάμπτει τις βάσεις του ίδιου της του πεδίου –την ιδιωτική ιδιοκτησία, το κέρδος, τη μισθωτή εργασία». Άλλωστε, το κρίσιμο ερώτημα μιας κριτικής επιστήμης της αστικής κοινωνίας είναι: Για ποιον λόγο οι σχέσεις των ανθρώπων σε αυτήν την κοινωνία είναι γενικά ιδιοτελείς σχέσεις;

Κατά τη γνώμη μου, ο πολλαπλασιασμός των εννοιών του κεφαλαίου που κάνει ο Μπουρντιέ και άλλοι, ουδένα επιστημονικό σκοπό εξυπηρετεί· αντίθετα, συσκοτίζει το πεδίο που θέλει να διερευνήσει ο Γάλλος κοινωνιολόγος, δηλαδή εκείνο των μη άμεσα οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών στην αστική κοινωνία ή, με τα δικά του λόγια, παρεμποδίζει την «ανάδυση μιας γενικής επιστήμης της οικονομίας της πράξης, η οποία πραγματεύεται την ανταλλαγή εμπορευμάτων απλώς ως ειδική περίπτωση μεταξύ πολλών δυνατών μορφών κοινωνικής ανταλλαγής».

Η αλήθεια είναι διαφορετική και αντίστροφη. Η νεοκλασική οικονομική θεωρία έχει εισχωρήσει στους άλλους κλάδους της επιστήμης της κοινωνίας που πραγματεύονται «πολλές μορφές κοινωνικής ανταλλαγής» με έννοιες της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας: με το κατασκεύασμα «ορθολογικός καταναλωτής» προσπαθεί να εξηγήσει πολιτικές, πολιτισμικές, ακόμα και ερωτικές σχέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λεγόμενη «Νέα Πολιτική Οικονομία» ή «Θεωρία της δημόσιας επιλογής» (Public Choice Theory) που, με ρίζες στον 18ο και 19ο αιώνα, μεσουράνησε στις δεκαετίες του 1960 και 1970 και επηρεάζει ακόμα και σήμερα τον δημόσιο λόγο.

 

Πολλά κεφάλαια;

Το τελευταίο διάσημα, με την επήρεια των εννοιών του κεφαλαίου που αναπτύχθηκαν στην κοινωνιολογία, κυρίως από τον Μπουρντιέ, αλλά και από άλλους, πολλοί οικονομολόγοι χρησιμοποιούν, άκριτα κατά τη γνώμη μου –αν και μερικές φορές επί σκοπώ– έννοιες όπως «ανθρώπινο κεφάλαιο», «φυσικό κεφάλαιο» κ.ά., έννοιες που δεν τις εισήγαγε βέβαια ο Μπουρντιέ. Είναι κάτι σαν αντιδάνειο: η μπουρντιανή κοινωνιολογία πήρε την οικονομική έννοια και της άλλαξε το νόημα και στη συνέχεια ο κλάδος της οικονομικής επιστήμης πήρε τη μπουρντιανή έννοια του κεφαλαίου, της ξανάλλαξε το νόημα και αντικατέστησε με αυτήν (ή πολλαπλασίασε) την έννοια «κεφάλαιο» της Πολιτικής Οικονομίας.

Δεν νομίζω ότι μπορούμε να αρνηθούμε τη δυνατότητα, την αναγκαιότητα κιόλας, να δανείζεται ο κλάδος της οικονομίας έννοιες από άλλους κλάδους της επιστήμης της κοινωνίας, να τις τροποποιεί κατά το δοκούν, να αναπτύσσει κατ’ αυτόν τον τρόπο νέες δικές του έννοιες και αντίστροφα. Άλλωστε, ένα από τα, κατά τη γνώμη μου, σημαντικότερα σημεία κριτικής της λεγόμενης «ορθόδοξης», δηλαδή της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας, είναι ότι αποκόπτει την οικονομία από την κοινωνία και τον κλάδο της οικονομικής από την κοινωνική επιστήμη: ήδη μία από τις αφετηριακές έννοιες των νεοκλασικών οικονομολόγων, ο «ορθολογικός καταναλωτής» έχει αναπτυχθεί και χρησιμοποιείται παραβλέποντας μελέτες, έρευνες και συμπεράσματα της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, της ιστορίας.

Το ερώτημα πάντοτε είναι αν η οποιαδήποτε επιστημονική έννοια είναι γόνιμη, αν προάγει την επιστημονική γνώση και βοηθάει την επιστημονική έρευνα. Αυτή είναι η διάκριση μεταξύ επιστημονικών και προεπιστημονικών εννοιών.

Ο Μπουρντιέ, όπως και ο Κόλμαν (Coleman)3 ή ο Πάτναμ (Putman)4, εννοεί ως «κεφάλαιο» ένα σύνολο «πόρων» (resources). Υποκύπτουν έτσι στον φετιχισμό του κεφαλαίου ως πηγής «οφέλους ή εισοδήματος» εκτός ιστορίας. Δεν προτίθεμαι να συζητήσω αν η έννοια, μάλλον οι έννοιες του κεφαλαίου που έχουν αναπτύξει ο Μπουρντιέ και άλλοι είναι γόνιμες για την κοινωνιολογία: το κάνουν ήδη αρμοδιότεροι και αρμοδιότερες. Το ερώτημα εδώ είναι αν η διεύρυνση της έννοιας του κεφαλαίου στον οικονομικό κλάδο κατά το πρότυπο των κοινωνιολογικών όρων του Μπουρντιέ και άλλων διευρύνει τη δυνατότητα γνώσης ή προκαλεί σύγχυση.

 

Η μαρξική επιστημονική έννοια του κεφαλαίου

Η μαρξική έννοια του κεφαλαίου είναι, κατά τη γνώμη μου, η περισσότερο αναπτυγμένη και σαφέστερη, η μόνη επιστημονική έννοια του κεφαλαίου που διαθέτουμε, αν και περίπλοκη: δεν χωράει, όπως οι περισσότερες έννοιες του Μαρξ, σε έναν «ορισμό» –αυτό θα αντέβαινε στη μέθοδο του Μαρξ, ο οποίος δεν «ορίζει», αναπτύσσει τις έννοιές του με όλους τους προσδιορισμούς τους∙ πρόκειται δηλαδή για θεωρία του κεφαλαίου. Επιπλέον, η έννοια του κεφαλαίου στον Μαρξ δεν είναι «καθαρά» οικονομική έννοια, παρότι στο Κεφάλαιο εισάγεται και αναπτύσσεται με οικονομικούς όρους, αλλά, στην πλήρη ανάπτυξή της, είναι κοινωνική έννοια, με το νόημα ότι εισέρχεται σε όλους του κλάδους της επιστήμης της αστικής κοινωνίας. Κεφάλαιο, λοιπόν, στον Μαρξ είναι το μέσον που επιτρέπει στους κατόχους του, τους καπιταλιστές και τις καπιταλίστριες, να αγοράζουν εργασιακή ικανότητα, να ανακτούν τους πόρους που δαπάνησαν, να αποσπούν υπεραξία, και να έχουν κέρδος –στην αρχή και στο τέλος του κύκλου του το κεφάλαιο είναι χρήμα. Επίσης, και από την άλλη πλευρά, κεφάλαιο είναι τα μέσα των καπιταλιστών που επιτρέπουν στους μισθωτούς και τις μισθωτές να πωλούν την εργασιακή τους ικανότητα και να παίρνουν μισθό, ώστε να αναπαράγουν αυτήν την ικανότητα. Αυτές οι δύο πλευρές αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα. Το κεφάλαιο, δηλαδή, δεν νοείται έξω από την κεφαλαιακή σχέση και έξω από την αέναη κίνησή του.

Η μαρξική έννοια του κεφαλαίου είναι επομένως ιστορική έννοια, επειδή το κεφάλαιο, η εμφάνιση, η ανάπτυξη, η κυριαρχία του προϋποθέτουν ιστορικές εξελίξεις (την ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας, την ανάγκη του συνδυασμού των εργασιών, την τεχνολογία, την ανάπτυξη του αστικού κράτους με το νομικό και πολιτικό του πλέγμα), που είναι αντικείμενα ιστορικής έρευνας· είναι κοινωνιολογική έννοια, επειδή η εμφάνιση και η ύπαρξή του επιφέρει και αναπαράγει μια συγκεκριμένη διχοτόμηση (και κατάτμηση) της κοινωνίας, διαφορετική από άλλες διχοτομήσεις και κατατμήσεις, που τις ερευνά η κοινωνιολογία· είναι πολιτική έννοια, επειδή η κεφαλαιακή σχέση είναι σχέση εξουσίας εντός και εκτός της σφαίρας της παραγωγής: η κυριαρχία του στην παραγωγή και την κατανομή του πλούτου επικαθορίζουν την ασκούμενη πολιτική και επηρεάζουν την πολιτική δομή, αντικείμενα έρευνας της πολιτικής επιστήμης. Τέλος, είναι οικονομική έννοια, επειδή η κίνηση του κεφαλαίου στην αέναη επιδίωξη του κέρδους είναι και η κινητήρια δύναμη της οικονομίας, αλλά είναι επίσης επικυρίαρχη και άλλων μη καπιταλιστικών οικονομικών τομέων στους σύγχρονους κοινωνικούς σχηματισμούς. Κοντολογίς, η μαρξική έννοια του κεφαλαίου είναι επιστημονική έννοια, ενώ οι ανιστορικές έννοιες άλλων σχολών είναι προεπιστημονικές.

 

Ο πολλαπλασιασμός της έννοιας του κεφαλαίου στην οικονομία ως φετιχισμός

Δεν είναι εδώ ο χώρος να συγκριθεί λεπτομερώς η μαρξική έννοια του κεφαλαίου με την έννοια «κεφάλαιο» άλλων «ετερόδοξων» οικονομικών σχολών, οι οποίες εν μέρει ακολουθούν το νεοκλασικό πρότυπο, προκειμένου να αποφύγουν την ταύτιση με τον πυρήνα της μαρξικής σκέψης, δηλαδή τη θεωρία της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, πέφτουν στην παγίδα της ανιστορικότητας και δεν μπορούν να εννοήσουν τον κλάδο της οικονομίας ως μέρος της επιστήμης της αστικής κοινωνίας, η οποία δίχως αντίληψη της ιστορικότητας των κοινωνικών δομών και φαινομένων είναι προεπιστημονική και ανούσια.

Πολλές και πολλοί οικονομολόγοι με απολύτως κριτική στάση απέναντι στη νεοκλασική ορθοδοξία χρησιμοποιούν ευρύτερες έννοιες του κεφαλαίου –όπως «φυσικό κεφάλαιο»– προκειμένου να συμπεριλάβουν στην οικονομική θεώρηση και άλλες πτυχές της κοινωνικής ζωής, εκτός από τις λεγόμενες «καθαρά οικονομικές» που περιορίζονται στους εθνικούς λογαριασμούς και στον υπολογισμό του ΑΕΠ. Αυτός ο περιορισμός έχει ως αποτέλεσμα επιπτώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής, όπως ζημιές στο φυσικό περιβάλλον, την υγεία, τον πολιτισμό, τη μόρφωση να παρακάμπτονται (βλ. σχετικά Η ελληνική οικονομία μέσα από την παρουσίαση εναλλακτικών δεικτών αποτίμησης της κοινωνικο-οικονομικής ευημερίας. Μια προσέγγιση πέρα από το ΑΕΠ, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς 2023). Η έννοια, τώρα, «φυσικό κεφάλαιο» συνδέεται, στην καλύτερη περίπτωση, πιθανώς εν αγνοία των εμπνευστών της, με την κριτική του Μαρξ στην άποψη ότι ο πλούτος προέρχεται από την εργασία. Η άποψη αυτή είναι λάθος, λέει ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, επειδή συγχέει τον πλούτο με τις «αξίες ανταλλαγής», δηλαδή τα εμπορεύματα που όντως παράγονται από την εργασία, ενώ πλούτος είναι οι «αξίες χρήσης» κι αυτές πηγάζουν από την εργασία και τη φύση, δηλαδή από μια αδιάσπαστη ενότητα κοινωνίας και φύσης –την οποία συσκοτίζει ο καπιταλισμός, επειδή θεωρεί (και μεταχειρίζεται) τη φύση ως ιδιοκτησία, όπως ακριβώς γίνεται και με την έννοια «φυσικό κεφάλαιο»· γι’ αυτόν τον λόγο η, πιθανότατα ασύνειδη, σύνδεση με την κριτική του Μαρξ που προαναφέρθηκε είναι εσφαλμένη.

Εάν η έννοια «κεφάλαιο» αποσυνδεθεί από την παραγωγή καπιταλιστικών εμπορευμάτων και την καπιταλιστική εκμετάλλευση και μετατραπεί σε πηγή του πλούτου των κοινωνιών εν γένει, τότε μεταφερόμαστε στην προεπιστημονική εποχή του οικονομικού κλάδου και ο φετιχισμός θριαμβεύει. Στην αρχή του Κεφαλαίου ο Μαρξ επιλέγει μια έκφραση που κάνει σαφές αυτό ακριβώς: «Ο πλούτος των κοινωνιών, στις οποίες επικρατεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται σαν τεράστια συγκέντρωση εμπορευμάτων…». Δηλαδή δεν είναι, εμφανίζεται σαν να ήταν.

Η έννοια «ανθρώπινο κεφάλαιο» με τη σειρά της σημαίνει είτε τη συνολική εργασιακή ικανότητα ως «ανθρώπινο κεφάλαιο» μιας κοινωνίας είτε ως «προσωπική ιδιοκτησία» ενός ανθρώπου, από την οποία προέρχεται το εισόδημά του. Όμως, το εισόδημα του εργαζόμενου ανθρώπου προέρχεται είτε από την εργασία του και την πώληση των προϊόντων της, εάν πρόκειται για αυτοαπασχολούμενο, ο οποίος διαθέτει δικά του μέσα παραγωγής (ακόμα και στα «ελευθέρια επαγγέλματα», π.χ. των δικηγόρων, των γιατρών ή των λογιστών, χρειάζονται μέσα παραγωγής) είτε, εάν πρόκειται για μισθωτό ακτήμονα, από το κεφάλαιο του καπιταλιστή, ο οποίος με αυτό αγοράζει την εργασιακή ικανότητα και τη δαπανά –χωρίς αυτήν τη σύνδεση η εργασιακή ικανότητα του ακτήμονα αδρανεί. Ενδελεχή κριτική αυτής της έννοιας του «ανθρώπινου κεφαλαίου» ασκεί ο Κύρκος Δοξιάδης στο Νεοφιλελευθερισμός και νεοτερική εξουσία. Καπιταλισμός, Βιοπολιτική, Ακροδεξιά (Νήσος, 2021, σ. 129 κ.ε.). Στη Διοίκηση Επιχειρήσεων η έννοια «ανθρώπινο κεφάλαιο της επιχείρησης» χρησιμοποιείται συχνά ως μετρήσιμο μέγεθος με μέτρο το χρήμα, σαν οι μισθωτοί μιας επιχείρησης να είναι ιδιοκτησία της (οπότε η σύλληψη της μισθωτής εργασίας ως «μισθωτής σκλαβιάς» βρίσκει το δίκιο της και από την αστική επιστήμη).

Η επιδίωξη μιας συμπεριληπτικής θεώρησης της οικονομίας πέρα από τον στενό ορίζοντα της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας και η ένταξη του επιστημονικού κλάδου της οικονομίας στην επιστήμη της κοινωνίας περιλαμβάνει την αποκάλυψη του φετιχιστικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών κατηγοριών –του κεφαλαίου, του μισθού, της τιμής του εμπορεύματος, του κέρδους. Οι διαφορετικές πλευρές των κοινωνικών σχέσεων (που βέβαια δεν περιορίζονται στην κεφαλαιακή σχέση και στις σχέσεις ανταλλαγής στην καπιταλιστική αγορά) είναι αντικείμενα άλλων κλάδων της επιστήμης της κοινωνίας· δίχως τα αποτελέσματα της έρευνας αυτών των άλλων κλάδων, τα συμπεράσματα του οικονομικού κλάδου δεν μπορούν να εξηγήσουν απολύτως τίποτα –όπως και αντίστροφα.

 

Επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

----------------------------------

Σημειώσεις:

1. ΣτΕ: Η Τζόαν Ρόμπινσον (1903-1983) υπήρξε μια εμβληματική βρετανίδα οικονομολόγος του 20ου αιώνα, με πρωταγωνιστικό ρόλο στην μετακεϋνσιανή οικονομική θεωρία.

2. ΣτΕ: Η φράση σε εισαγωγικά είναι του Θόδωρου Παρασκευόπουλου.

3. ΣτΕ: Ο Τζέιμς Σάμιουελ Κόλμαν (1926 –1995) ήταν Αμερικανός κοινωνιολόγος, ένας από τους πρώτους θεωρητικούς που χρησιμοποίησε την έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου».

4. ΣτΕ: Ο Ρόμπερτ Ντέιβιντ Πάτμαν (1941-…) είναι Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας ο οποίος, στη μελέτη του για την αμερικανική κοινωνία από τη δεκαετία του 1960 ως και τη δεκαετία του 1990, χρησιμοποίησε επίσης την έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου».

 

Πηγή Εποχή

 

Κυριακή 8 Αυγούστου 2021

Είναι οι ανισότητες η αιτία της κρίσης;


του Κώστα Καλλωνιάτη*


Οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες θεωρούνται σήμερα από πολλούς αριστερούς κεϋνσιανούς οικονομολόγους (Κρούγκμαν, Πικετί, Στίγκλιτς, Γκαλμπρέιθ, Ρουμπινί κ.ά.) το βασικό αίτιο της υποκατανάλωσης, της υπερχρέωσης, του χαμηλού ρυθμού μεγέθυνσης των ανεπτυγμένων οικονομιών και του αποκλεισμού των εργαζομένων από τα όποια οφέλη της.

Όχι τυχαία, η μείωση των ανισοτήτων θεωρείται ο πιο αποτελεσματικός τρόπος εκπροσώπησης των συμφερόντων των υποτελών τάξεων και βρίσκεται στον πυρήνα του πολιτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ. ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, έχοντας αναγορευτεί στη βασική διαχωριστική γραμμή απέναντι στη Ν.Δ. και τη Δεξιά.

Στο Σχέδιο Προγραμματικών Θέσεων ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ. (Εισαγωγή) ρητά δηλώνεται πως «...οι ανισότητες μετατρέπονται στην πρωταρχική αιτία αποκλεισμού από την ίδια την οικονομική ανάπτυξη... Οι ανισότητες που παράγει ο νεοφιλελευθερισμός και οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν εγκλωβίζουν πλέον τις οικονομίες σε συνεχείς κύκλους κρίσης και ύφεσης, αναδεικνύουν τις ανισότητες ως κεντρικό πολιτικό διακύβευμα, επιβάλλουν τη ρήξη με τις πολιτικές αυτές και την αλλαγή του παραδείγματος της οικονομικής πολιτικής».

Αναμφίβολα τα τελευταία 40 χρόνια οι ανισότητες στο εισόδημα και τον πλούτο παροξύνθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό σαν αποτέλεσμα των ταξικών πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού (ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων, ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές κοινωνικών δαπανών, χρηματιστικοποίηση) και της υποχώρησης του εργατικού κινήματος (παγκοσμιοποίηση, αποβιομηχάνιση, σοσιαλδημοκρατική συναίνεση). Όμως, το γεγονός αυτό καταδεικνύει μια συσχέτιση και όχι απαραίτητα αιτιώδη σχέση μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και ανισοτήτων. Στην πραγματικότητα, η όξυνση των ανισοτήτων αποτελεί ένα σύμπτωμα της κρίσης και όχι το αίτιό της για τους εξής λόγους:

Οι ανισότητες καθαυτές είναι εγγενείς στον καπιταλισμό, όπως και σε κάθε οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που βασίζεται στην ταξική διαίρεση. Ο οικονομικός κύκλος με τις φάσεις ανόδου και ύφεσης στον καπιταλισμό υπήρξε και σε περιόδους κάμψης των ανισοτήτων (βλ. Πικετί για περίοδο 2010-2070). Αυτό σημαίνει πως περισσότερη ισότητα δεν αποσοβεί τις κρίσεις. Όμως, η τρέχουσα πρωτοφανής διόγκωση των ανισοτήτων συνδέεται με την κρίση κεφαλαιακής συσσώρευσης, στην οποία οι ανισότητες συμβάλλουν δευτερογενώς. Σήμερα το πλουσιότερο 1% κατέχει το 50% του συνολικού πλούτου παγκοσμίως, γεγονός που αποτελεί κοινωνική τροχοπέδη στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Μάλιστα, η τελευταία μακροχρόνια φάση κρίσης συσσώρευσης -η οποία εκδηλώνεται με τους σταθερά φθίνοντες ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης- ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70, μία δεκαετία και κάτι δηλαδή πριν υιοθετηθούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας που παρόξυναν τις ανισότητες. Δεν ήταν δηλαδή οι ανισότητες που προκάλεσαν την κρίση της δεκαετίας του ’70, αλλά συνέβη το αντίστροφο.

Η μεγάλη αύξηση των ανισοτήτων στην Κίνα τα τελευταία 30-40 έτη δεν εμπόδισε την ισχυρή οικονομική επέκταση, καθώς τα εισοδήματα του φτωχότερου 50% του πληθυσμού αυξήθηκαν επίσης θεαματικά. Το ίδιο παρατηρείται και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες όπου η ανάπτυξη συμβάδισε με υψηλά επίπεδα ανισοτήτων. Ο κανόνας ωστόσο είναι η αύξηση των ανισοτήτων να συμπλέει με μια ανάπτυξη για τους λίγους, η οποία μάλιστα επιτείνει την περιβαλλοντική καταστροφή.

Η ανισότητα στον πλούτο -η οποία είναι υπερδιπλάσια της ανισότητας στο εισόδημα- χαρακτηρίζει ακόμη και τις πιο ισότιμες «σοσιαλδημοκρατικές» σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες μπορεί να έχουν χαμηλότερη από τη μέση ανισότητα εισοδήματος αλλά έχουν υψηλότερη από τη μέση ανισότητα πλούτου: στις δέκα χειρότερες σε ανισότητα πλούτου χώρες περιλαμβάνονται οι ΗΠΑ και η Σουηδία, δηλαδή μια «νεοφιλελεύθερη» προηγμένη οικονομία όσο και μια «σοσιαλδημοκρατική».

Σύμφωνα με μελέτη οικονομολόγων της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS, 2012), οι ανισότητες δεν είναι η αιτία των κρίσεων.(https://www.nber.org/system/files/working_papers/w17896/w17896.pdf)

Η θεώρηση των ανισοτήτων ως βασικού αιτίου της κρίσης βασίζεται στην άποψη ότι η θεμελιώδης αδυναμία του καπιταλισμού βρίσκεται στην πλευρά της ζήτησης κι ότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις που στερούνται εισοδημάτων υποχρεώνονται να δανειστούν για να διατηρήσουν το προηγούμενο βιοτικό τους επίπεδο με συνέπεια τη χρηματοπιστωτική κρίση. Όμως, εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα προκύπτουν αν η "αχίλλειος πτέρνα" του καπιταλισμού βρίσκεται στην πλευρά της προσφοράς και ειδικότερα στην τάση του φθίνοντος ποσοστού κέρδους το οποίο προκαλεί η υπερσυσσώρευση κεφαλαίων.

Σε συνθήκες υπερσυσσώρευσης, η ανάγκη στήριξης της πλεονάζουσας προσφοράς μέσω αυξημένων πωλήσεων εξωθεί τις τράπεζες στην παροχή υπέρμετρου δανεισμού και τη δημιουργία χρηματοπιστωτικής φούσκας. Η ανισότητα του πλούτου αυξάνεται κυρίως ως αποτέλεσμα των σχέσεων ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της συνακόλουθης συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων στον καπιταλιστικό τομέα. Το μεγάλο κεφάλαιο (χρηματιστικό και παραγωγικό) ελέγχει τις επενδύσεις, την απασχόληση και τις χρηματοοικονομικές αποφάσεις του κόσμου: 150 εταιρείες με τις θυγατρικές τους ελέγχουν το 40% του παγκόσμιου πλούτου και 740 εταιρείες ελέγχουν το 80%. Αυτή η συγκεντρωμένη δύναμη του κεφαλαίου είναι και η πιο μεγάλη ανισότητα, από την οποία απορρέουν όλες οι άλλες.

Από τα παραπάνω συνάγεται πως οι πολιτικές που αποσκοπούν στη μείωση της ανισότητας του εισοδήματος μέσω της φορολογίας και της ρύθμισης ή ακόμη και με την αύξηση των μισθών των εργαζομένων δεν θα έχουν σημαντικό αποτέλεσμα όσο υπάρχει τόσο υψηλό επίπεδο ανισότητας του πλούτου. Και αυτή η ανισότητα του πλούτου πηγάζει από τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και χρηματοδότησης στα χέρια ελαχίστων. Όσο αυτή η δομή ιδιοκτησίας παραμένει ανέγγιχτη, οι φόροι επί του πλούτου και οι πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος επίσης δεν θα επαρκούν.

Οι ανισότητες ασφαλώς χρειάζεται να μειωθούν, όπως έγινε μερικώς και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Αν όμως δεν θέλουμε να επανέλθουν δριμύτερες όπως σήμερα, χρειαζόμαστε πολιτικές όχι απλής αναδιανομής αλλά μεταλλαγής των σχέσεων παραγωγής. Η κατοχή του πλούτου είναι τα εννέα δέκατα αυτού που αποτελεί την οικονομική και πολιτική εξουσία. Η τεράστια πλειοψηφία πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να κατέχει κοινωνικά αυτά που παράγει συλλογικά, έτσι ώστε να μπορεί να σχεδιάζει δημοκρατικά τον τρόπο διανομής αγαθών και υπηρεσιών βάσει των αναγκών, ενόσω θα ζει σε αρμονία με το περιβάλλον. Αυτό θα σήμαινε το τέλος της εμπορευματοποίησης του πλούτου που παράγουμε και αυτού που βρίσκεται στη φύση, όπως και το τέλος της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών σχέσεων.

-----------------

* Ο Κώστας Καλλωνιάτης είναι οικονομολόγος


Πηγή Αυγή 30.05.2021

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Μετασχηματίζεται ο καπιταλισμός;


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η έκδοση στα ελληνικά των Ρεαλιστικών Ουτοπιών του Erik Olin Wright, προκάλεσε από διάφορες πλευρές το ενδιαφέρον του κοινού της Αριστεράς. Έγινε δεκτό αυτό το έργο από αρκετούς κυβερνητικούς παράγοντες ως μια ανάλυση που νομιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο τις βασικές υποθέσεις της κυβερνητικής πολιτικής, οι οποίες εκ των πραγμάτων υιοθετούν ένα όραμα (και όχι αναγκαστικά μια προοπτική) που μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλ-δημοκρατικό. Αφήνει όμως ανοιχτό και το ενδεχόμενο να υπάρξουν στρατηγικές μετασχηματισμών οι οποίες επιτρέπουν να ξεπεραστούν τα όρια ενός καπιταλιστικού θεσμικού πλαισίου. Πρόκειται για μια προσέγγιση η οποία έχει οπωσδήποτε ένα ιστορικό βάθος, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα επίκαιρη αν θεωρήσουμε ότι η ιδέα ενός μετασχηματισμού με τη σταθεροποίηση ενός μοντέλου νέου καπιταλισμού, αναζωογονημένου χάρη στις κοινωνικές κινητοποιήσεις, χάρη ειδικότερα σε ένα νέο “ταξικό συμβιβασμό”, ανήκει στις “μη ρεαλιστικές ουτοπίες”. Η προοπτική μετασχηματισμών με ανατρεπτική κατάληξη θέτει, μετά από τις πρόσφατες εμπειρίες στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, νέα ερωτήματα που δεν απαντώνται αν αναφερθούν μόνο οι “κατάλληλες στρατηγικές διάμεσων μετασχηματισμών”, ή η υπέρβαση των καπιταλιστικών ορίων με “τη διαδικασία ενδυνάμωσης της κοινωνικής εξουσίας”.

Η ιδέα ότι μια από τις διαθέσιμες εκδοχές μετασχηματισμού είναι ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού μέσω κάποιου νέου ταξικού συμβιβασμού, είναι προφανώς διαδεδομένη, αλλά είναι αδύνατο να υποστηριχθεί αν με κάποια σχολαστικότητα εξετάσει κανείς τις διαστάσεις και το βάθος της κρίσης αυτού του συστήματος. Ο νεοφιλελευθερισμός, που συνδυάζει την εξασφάλιση τραπεζικών “ολιγοπωλίων” με μια πολύπλευρη επίθεση κατά του κόσμου της εργασίας, δεν αφήνει να εμφανιστούν διαθέσεις για ταξικό συμβιβασμό, και ακόμα κι αν υιοθετήσει κανείς την άποψη ότι ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται σε κρίση, πάλι δεν βρίσκει από την πλευρά του κεφαλαίου και των συμμάχων του, ταξικών και πολιτικών, παρά την πρόθεση της εμβάθυνσης των βασικών χαρακτηριστικών του, που αδιαφορεί απέναντι στην αναπόφευκτη επιδείνωση όλων των διαστάσεων της κρίσης.

Ας σημειωθεί όμως και το γεγονός ότι αυτοί που φαίνεται να πιστεύουν στις δυνατότητες μετασχηματισμού του καπιταλισμού, δεν δίνουν έμφαση στην υιοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που αναπτύχθηκαν κατά την ωρίμανση του καπιταλισμού, και μπορεί να αξιοποιηθούν από μεταβατικές διαδικασίες για την ενίσχυση του συλλογικού και δημοκρατικού χαρακτήρα των αναπτυξιακών επιλογών. Πρόκειται για τις διαδικασίες σχεδιασμού οι οποίες στήριξαν όλες τις εκδοχές επιτυχημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης, και οι οποίες είναι σε μάς απαραίτητες για να βγούμε από το αδιέξοδο των αποσπασματικών χρηματοδοτήσεων και δράσεων. Κανείς όμως από την πλευρά του κεφαλαίου (ή ακόμα και των υποστηρικτών σοσιαλ-δημοκρατικών προοπτικών) δεν έχει εκδηλώσει την επιθυμία για την ανάπτυξη τέτοιων θεσμικών λειτουργιών, που στην Ελλάδα έχουν καταπολεμηθεί συστηματικά και για μακρά χρονικά διαστήματα από την οικονομική και πολιτική ελίτ.

Χρειάζεται επιπλέον να αμφισβητήσουμε την ιδέα μιας τροχιάς αργής αλλά αέναης ανάπτυξης. Έχουμε ήδη πάρει μια γεύση των αλλαγών που επιφέρει η κλιματική αλλαγή, και των προσαρμογών που πρέπει να γίνουν τόσο σε ότι αφορά τις παρεμβάσεις δημοσίων φορέων, όσο και στο κόστος που συνεπάγονται οι παρεμβάσεις αυτές για την προστασία των πληθυσμών, την φροντίδα των καλλιεργειών και των άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, ειδικότερα δε την εξασφάλιση της επάρκειας υδάτινων πόρων. Μόνο και μόνο απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, που δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα τεθούν υπό κάποιον έλεγχο σε σύντομο χρονικό διάστημα σε διεθνές επίπεδο, είναι απαραίτητη μια ταχεία αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων, ώστε μετά την κατάρρευση που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία, να είναι διαθέσιμοι οι πόροι που θα κάνουν δυνατές τέτοιες παρεμβάσεις. Ένας διαφορετικός δυναμισμός της ανάπτυξης απαιτεί την αποτελεσματικότερη διαχείριση των αναπτυξιακών πολιτικών, τον συντονισμό τους με τις δημόσιες πολιτικές, και την αναζήτηση και εξεύρεση πρόσθετων πόρων και ρευστότητας.

Χρειάζεται επίσης να πάρουμε στα σοβαρά τις εκτιμήσεις σχετικά με την αστάθεια του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, που είναι συνάρτηση της αναγνώρισης του δικαιώματος των τραπεζών να αντιμετωπίζονται ως ολιγοπώλια των οποίων την επιβίωση και την κερδοφορία εξασφαλίζουν οι κρατικές πολιτικές και οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών. Μόνο που αυτή η προστασία δεν επαρκεί για να παίξουν και κάποιο ρόλο σε ότι αφορά την ανάπτυξη. Οι ελληνικές “συστημικές” τράπεζες που μπόρεσαν να αποφύγουν τον δημόσιο έλεγχο μετά τις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, είναι μόνο μηχανισμοί εξασφάλισης των κερδών των μεγαλομετόχων, αλλά με κανένα τρόπο μηχανισμοί χρηματοδότησης της οικονομίας. Η ανάγκη ταχείας αύξησης των παραγωγικών δυνατοτήτων, όχι μόνο για λόγους που σχετίζονται με το περιβάλλον, αλλά και για λόγους καθαρά κοινωνικούς -απασχόληση, κοινωνικές και δημόσιες υπηρεσίες-, όπως και για την αντιμετώπιση της καθήλωσης της οικονομίας που ενισχύει η στάσιμη παγκοσμιοποίηση (και μπορεί να επιδεινώσει μια νέα κρίση), σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί η μάχη για την κατάκτηση του ελέγχου του δημοσίου επί της δημιουργίας και αξιοποίησης του χρήματος.

Ο Erik Olin Wright διαπιστώνει σωστά οτι υπάρχουν ρωγμές στο καπιταλιστικό σύστημα, οι οποίες επιτρέπουν την ανάδειξη “διάμεσων μετασχηματισμών”, αλλά διατηρεί μια “παραδοσιακή” θα λέγαμε προσέγγιση, αναφερόμενος στην ενίσχυση της κοινωνικής εξουσίας, που είναι αντιμέτωπη με το κράτος και τους θεσμούς του καπιταλισμού. Οι πρόσφατες εμπειρίες σε χώρες όπου τέτοιοι μετασχηματισμοί συνυπήρξαν ή συνυπάρχουν με αριστερές κυβερνήσεις, ή κινηματικές τοπικές αυτοδιοικήσεις, δείχνουν ότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν πραγματικοί μετασχηματισμοί που υπερβαίνουν τα καπιταλιστικά όρια, αν δεν συνδυαστούν τα κινήματα για μετα-καπιταλιστικούς θεσμούς και κοινωνικές σχέσεις, με αντίστοιχες πρακτικές σε επίπεδο κράτους ή τοπικής αυτοδιοίκησης. Το πεδίο των δυνατών μετασχηματισμών δεν βρίσκεται σε θεσμικά κενά, αλλά ενυπάρχει σε θεσμούς άσκησης πολιτικής που μπορούν να αξιοποιηθούν με μια λογική σύγκρουσης με το καπιταλιστικό καθεστώς, μέσω της συσσώρευσης κατακτήσεων μιας κοινωνικής εξουσίας.

Η ανάπτυξη της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, η ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος στον αγροτικό τομέα, ακόμα και η επέκταση του μικρού τομέα των συνεταιριστικών τραπεζών, η δημιουργία και κυριαρχία μιας δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας, η δημιουργία και ενίσχυση θεσμών σχεδιασμού και υλοποίησης τοπικών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών, είναι πεδία τα οποία μπορούν να ενταχθούν σε λογικές μετασχηματισμών, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς θα αποφασίσουν να συνοδεύσουν ένα τέτοιο προσανατολισμό. Οι αδυναμίες που μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν σε ότι αφορά τη δυνατότητα χάραξης και υλοποίησης αυτού του προσανατολισμού, οφείλονται στο γεγονός ότι έχουμε κληρονομήσει ένα θεσμικό πλαίσιο και εργαλεία άσκησης πολιτικής που έχουν φτιαχτεί για να μην είναι δυνατό να γίνουν μετασχηματισμοί, και ακόμα χειρότερα να μην υπάρχουν γενικότερα δυνατότητες αξιολόγησης και διόρθωσης των υπαρκτών θεσμών και λειτουργιών. Το βάρος αυτής της αδράνειας είναι τόσο μεγάλο που δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή μιας ουσιαστικής συζήτησης για αναγκαίους μετασχηματισμούς, ακόμα κι αν είναι προφανές ότι θα εξυπηρετούσαν σε κάποιο βαθμό και τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.


Πηγή Εποχή, 13.01.2019

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018

Τι είναι, τι θέλει και πού πηγαίνει ο νεοφιλελευθερισμός*


του Χρήστου Λάσκου 


Η μετάφραση στα ελληνικά της Κρίσης του νεοφιλελευθερισμού συνιστά ένα σπουδαίο εκδοτικό γεγονός. Το βιβλίο των Ντυμενίλ και Λεβί αποτελεί έργο αναφοράς στη διεθνή συζήτηση για την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση στους ριζοσπαστικούς κύκλους –έως και στους κεϋνσιανούς. Ακόμη και όσοι δεν συμφωνούν με βασικά πορίσματα της ανάλυσης ή με τα πολιτικά συμπεράσματα των συγγραφέων αναγνωρίζουν πως πρόκειται για μια συνεκτική προσέγγιση, με αρχή, μέση και τέλος –κάτι όχι αυτονόητο συχνά. Ακόμη περισσότερο, πως το εμπειρικό μέρος της εργασίας τους είναι τόσο αξιόπιστο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, χωρίς δεύτερη σκέψη, ως τεκμηριωτικό υπόβαθρο της συζήτησης, για μια ευρύτερη γκάμα θεματικών σχετικών με την κρίση, την οικονομική πολιτική, την ιστορία του καπιταλισμού, αλλά και τη διευκρίνιση εννοιολογικών ζητημάτων –π.χ. η ανάλυση των εξελίξεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στην οικονομική του λειτουργία και στις θεσμικές καινοτομίες του, είναι από τις καλύτερες που μπορεί κάποιος να εντοπίσει στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Αντίστοιχα, η υπολογιστική εργασία πάνω στην εξέλιξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι πραγματικά εντυπωσιακή, σχεδόν μοναδική.

Είναι, όμως, και η συνθήκη της σχετικής συζήτησης στη χώρα μας, που κάνει την εμφάνιση της Κρίσης του νεοφιλελευθερισμού στα ελληνικά σπουδαίο εκδοτικό γεγονός. Γιατί, μ’ όλο που εδώ έχουμε περισσότερους, από οπουδήποτε, λόγους για μια σε βάθος συζήτηση, το υλικό στη γλώσσα μας είναι πολύ περιορισμένο. Η αντιπαράθεση συχνότατα –κι όσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερο- γίνεται με στενά εμπειρικούς όρους. Από την πλευρά των ποικίλων κυβερνώντων, μάλιστα, από το 2010 κι έπειτα, με όχημα έναν διαχειριστικό εμπειρισμό, η «επιτυχία» του οποίου είναι τόσο προφανής, που δεν απαιτεί την παραμικρή αποδόμηση. Η ίδια η ζωή –που θα έλεγε ο σωστός εμπειριστής- τον έχει αποδομήσει σε βαθμό γελοιοποίησης. Πράγμα επιστημολογικώς αναμενόμενο, βέβαια, αν σκεφτούμε πως χωρίς επαρκή και περιεκτική θεωρία γι’ αυτά που μας συμβαίνουν είναι αδύνατη οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση.  Οι διαμορφωτές της πολιτικής στη χώρα μας, οι προηγούμενοι και οι σημερινοί, φανερά ξέρουν την τύφλα τους –γεγονός που αποτυπώνεται ανάγλυφα και στα αποτελέσματα των παρεμβάσεών τους. Ειδικά για τη σημερινή κυβέρνηση έχει ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί η οικειοθελής τύφλωση προκειμένου να είναι δυνατή η άσκηση, από μέρους της, της θρησκευτικά ακολουθούμενης ακραίας νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Επ’ αυτού είναι αρκετή η προσφυγή σε όσα συνέγραφε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το 2011 (Χρήστος Λάσκος –Ευκλείδης Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή –από τον Κέυνς στην Θάτσερ, εκδόσεις ΚΨΜ) με βασική αναφορά και το έργο των Ντυμενίλ και Λεβί.
   
Στην Ελλάδα, λοιπόν, δεν έχουμε μεταφρασμένο παρά μικρό μέρος της σχετικής παγκόσμιας συζήτησης. Λίγο Κρις Χάρμαν, ακόμη λιγότερο Άντριου Κλίμαν, αρκετό Ντέιβιντ Χάρβεϊ –και, από κεϋνσιανούς επίσης αρκετό Πολ Κρούγκμαν. Οι κεντρικοί συνομιλητές από τον χώρο του μαρξισμού –Ρόμπερτ Μπρένερ, Γκουλιέλμο Καρκέντι, Ντέιβιντ ΜακΝάλυ, Μάικλ Ρόμπερτς, Ανουάρ Σέικ, Μισέλ Ισόν, Φρανσουά Σενέ, Μίνκι Λι, για να αναφέρω μερικούς μόνο από μια πλειάδα- είναι ζήτημα αν έχουν μεταφραστεί, έστω και ως παραθέματα αρθρογραφίας[1]. Επίσης, μικρός είναι ο αριθμός των ελληνικών εργασιών, που διατυπώνουν απαντήσεις για τα σχετικά θέματα. Eκτός από το ήδη αναφερθέν, φιλοδοξίες ευρύτερης –και θεωρητικά- ερμηνείας της κρίσης στις παγκόσμιες διαστάσεις της έχουμε στον Μινώταυρο του Γιάνη Βαρουφάκη, την Επιστροφή στο μέλλον του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, καθώς και την αρθρογραφία του Σταύρου Μαυρουδέα, του Θανάση Μανιάτη  και ελάχιστων άλλων.

Με δεδομένα αυτά, η Κρίση του νεοφιλελευθερισμού είναι πραγματικά πολύτιμη. Το βιβλίο των Ντυμενίλ και Λεβί περιγράφει, με εξαιρετική τεκμηρίωση, όπως προείπα, την τελευταία καπιταλιστική κρίση, που ξεκίνησε με την κατάρρευση της αγοράς των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, μετεξελίχθηκε σε τραπεζική κρίση τεράστιας έκτασης και, μέσω της πιστωτικής ασφυξίας, οδήγησε σε παγκόσμια Ύφεση. Αυτή η κρίση κάθε άλλο παρά βαίνει προς επίλυση –για τους Ντυμενίλ και Λεβί αυτό δεν είναι δυνατό αν δεν μεσολαβήσουν ριζικές παρεμβάσεις στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, που, με πρώτη πράξη τη χιλιανή χούντα του Πινοτσέτ, είχε εγκαθιδρυθεί μετά το αμερικανικό πραξικόπημα Βόλκερ του 1979 και την θατσερική-ρηγκανική αντεπανάσταση, που ακολούθησε. Το καθεστώς που επιβλήθηκε έκτοτε, ο νεοφιλελευθερισμός όχι ως οικονομική πολιτική, αλλά ως φάση της μακράς εξέλιξης του καπιταλισμού, περιγράφεται εξαιρετικά από τους συγγραφείς. Ακόμη, εντάσσεται στη συνολική ιστορία του συστήματος, από τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα.

Βάσει της περιοδολόγησης που γίνεται, ερμηνεύονται και οι τέσσερις μείζονες («δομικές») κρίσεις –του 1890, του 1930, του 1970 και του 2010. Οι Ντυμενίλ και Λεβί υποστηρίζουν πως η πρώτη και η τρίτη μπορούν να αποδοθούν σε πτώση της κεφαλαιακής κερδοφορίας, όχι, όμως, και οι άλλες δύο, μεταξύ των οποίων και η σημερινή, όπου ως αιτία εμφανίζεται ο δραστικός κλονισμός της χρηματιστικής ηγεμονίας.  Πράγμα που σημαίνει πως δεν έχουμε μια κρίση που μπορεί να υπερβαθεί με οριακές μεταβολές της οικονομικής πολιτικής,  αλλά απαιτείται αλλαγή του συνολικού «καθεστώτος». Έχουμε, λοιπόν, μια καθολική κρίση του νεοφιλελευθερισμού, που είναι απίθανο –ό,τι κι αν φαίνεται, προσώρας- να επιβιώσει. Οι συγγραφείς είναι εξαιρετικά πειστικοί, σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη πρόγνωση. Τη βασίζουν δε σε μια σύνθετη ανάλυση των τάσεων της συσσώρευσης, των οργανωτικών δομών της νεοφιλελεύθερης περιόδου, της σχέσης μεταξύ χρηματοπιστωτικών και μη-χρηματοπιστωτικών (παραγωγικών) επιχειρήσεων, της λειτουργίας και των στόχων του μάνατζμεντ, του διεθνούς συστήματος ηγεμονίας των ΗΠΑ. Αποδεικνύουν πως όλα αυτά δημιούργησαν ένα σύστημα «πανίσχυρο, αλλά μη βιώσιμο» μακροπρόθεσμα.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν, αν δεν επιλυθούν τα προβλήματα της χρηματοοικονομικής ρύθμισης και των ακραίων μακροοικονομικών ανισορροπιών, που συνδέονται κατεξοχήν και καταστατικά με την χρηματιστικοποίηση και την οικονομία του χρέους, των τόκων και των μερισμάτων, σε βάρος των παραγωγικών επενδύσεων, που επιβλήθηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια, η πιο πιθανή εξέλιξη είναι μια χαοτική συνθήκη με άδηλο τέλος.

Ενδεικτικά, με τα λόγια τους, «οι πιθανότητες του νεοφιλελευθερισμού είναι, μάλλον, περιορισμένες, ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό θα καθοριστεί σε ένα χρονικό ορίζοντα η διάρκεια του οποίου είναι δύσκολο να προβλεφτεί. Οι στόχοι του νεοφιλελευθερισμού είναι ασύμβατοι με τη διατήρηση της ηγεμονίας των ΗΠΑ, ή, ακριβέστερα, είναι ασύμβατοι με την κατεύθυνση της επιβράδυνσης της παρακμής της. Ακόμα, βρίσκονται στον αντίποδα της επανόρθωσης της τροχιάς της μακροοικονομίας των ΗΠΑ. Και τα δύο σύνολα ζητημάτων συνδέονται μεταξύ τους» (σ. 396). Η υπέρβαση, λοιπόν, του νεοφιλελευθερισμού είναι συστημικά αναγκαία. Οι αντιφάσεις των ποικίλων επιδιώξεων στο πλαίσιό του γίνονται εκρηκτικές.

Βάσει των παραπάνω, η πρόσφατη κλίση των ΗΠΑ προς τον «προστατευτισμό» δεν είναι η παράκρουση κάποιου διαταραγμένου Τραμπ, αλλά αποτέλεσμα επιτακτικών απαιτήσεων από τον αμερικάνικο καπιταλισμό. Να πώς το θέτουν οι συγγραφείς: «πρέπει να γίνει μια σαφής διάκριση μεταξύ των αρνητικών βραχυπρόθεσμων συνεπειών των προστατευτισμών και μιας πιθανής μακροπρόθεσμης θετικής επίπτωσης […] Στη σύγχρονη κρίση, η συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου έχει σοβαρές συνέπειες σε χώρες […] με μια αναπτυξιακή στρατηγική προσανατολισμένη στις εξαγωγές –είτε αυτές ήταν εξαγωγές πρώτων υλών και ενέργειας, αγαθών υψηλής έντασης εργασίας, είτε ήταν, περισσότερο σταδιακά, εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας. Το ίδιο ισχύει για τις χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, οι οικονομίες των οποίων εξαρτώνται έντονα από τις εξαγωγές. Οι μεγάλες εταιρείες [corporations] των ΗΠΑ και οι μέτοχοί τους θα επηρεάζονταν επίσης από έναν αυξημένο προστατευτισμό […] Εντούτοις, σε μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, η κρίση ίσως ωθούσε όλες τις χώρες να υιοθετήσουν στρατηγικές περισσότερο αυτόνομης ανάπτυξης (μια επανεδαφικοποίηση της παραγωγής, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ή της ζήτησης, για την Κίνα) με θετικά αποτελέσματα – μια τόσο πολύ αναγκαία εναλλακτική προοπτική απέναντι στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση» (σ. 374).

Οι προοπτικές αυτές συνδέονται, για τους Ντυμενίλ και Λεβί, και με καθοριστικές μετατοπίσεις στις ταξικές σχέσεις. Αξιοποιώντας μια, εν πολλοίς, βεμπεριανή προβληματική, αναλύουν τις φάσεις του καπιταλισμού βάσει αναδιατάξεων στο ταξικό τρίγωνο: καπιταλιστική τάξη, διευθυντική τάξη, εργατική τάξη. Και προβλέπουν πως το μέλλον, μάλλον, θα καθοριστεί από μια συμμαχία των πρώτων δύο σε βάρος της εργατικής –υπό την ηγεμονία, όμως, αντίθετα από το νεοφιλελευθερισμό, της διευθυντικής τάξης[2].

Το βιβλίο είναι εξαιρετικό –και το σημειώνει κάποιος, που διαφωνεί σε βασικά σημεία τόσο ως προς την μεθοδολογία όσο και προς τα συμπεράσματα. Η μετάφραση του Χρήστου Βαλλιάνου είναι αντίστοιχη του υψηλότατου επιπέδου του μεταφραστή.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις εκδόσεις Angelus Novus, γέννημα της κρίσης, οι οποίες στα δύο χρόνια της λειτουργίας τους μας έχουν δώσει κάποια από τα καλύτερα διεθνώς έργα της ριζοσπαστικής οικονομικής και κοινωνικής θεωρίας. Με σπουδαία επιμέλεια και αισθητική παίρνουν τη θέση τους ανάμεσα στους εκδοτικούς οίκους με ιδιαίτερη συμβολή στην ανάπτυξη του αναγκαίου προβληματισμού προκειμένου να προκύψουν λύσεις στα μεγάλα προβλήματα που βιώνει η κοινωνική πλειοψηφία.       

--------------------------------
[1] Για μια συνοπτική παρουσίαση της σχετικής συζήτησης στην αρχή της κρίσης βλ. Χρήστος Λάσκος, Η μαρξιστική συζήτηση για την παρούσα κρίση, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2010.

[2] Η ταξική θεωρία τους αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο στο τελευταίο τους βιβλίο: Gérard Duménil - Dominique Lévy, Managerial Capitalism: Ownership, Management and the Coming New Mode of Production, University of Chicago Press, 2018


* Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού

Μετάφραση: Χρήστος Βαλλιάνος, 

εκδ. Angelus Novus, 

σελ. 452.





Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Δύο κείμενα του Κώστα Καλλίτση για το ενδεχόμενο επερχόμενης διεθνούς οικονομικής κρίσης


Στην ευφορία, επωάζεται η νέα παγκόσμια κρίση


Οταν ο κ. Ζου Ξια­ο­τσουάν, ο 69χρο­νος διοι­κη­τής της κε­ντρι­κής τρά­πε­ζας της Κίνας, μι­λώ­ντας στο πλαί­σιο του 19ου Συνε­δρί­ου του Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος, προει­δο­ποί­η­σε για τον κίν­δυ­νο να εκδηλω­θεί «Στιγ­μή Μίν­σκι» (Minsky Moment) αν δεν συ­γκρα­τη­θεί η υπερ­χρέ­ω­ση των πε­ρι­φε­ρειών, επι­χει­ρή­σε­ων και νοι­κο­κυ­ριών της Κίνας, κτύ­πη­σε συ­να­γερ­μός σε όλη την υδρό­γειο. «Στιγ­μή Μίνσκι» εί­ναι το ξέ­σπα­σμα της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης. Ως πρώ­τη έχει κα­τα­γρα­φεί, το 1998, η κρί­ση της Ρωσί­ας (τότε ο Πολ ΜακΚάλεϊ κα­θιέ­ρω­σε τον όρο, τι­μώ­ντας τον ρι­ζο­σπά­στη Αμε­ρι­κα­νό οικονομο­λό­γο Χίμαν Μίν­σκι). Η δεύ­τε­ρη, το 2007, όταν ξέ­σπα­σε η πρώ­τη σφο­δρή κρί­ση του πράγμα­τι πα­γκό­σμιου κα­πι­τα­λι­σμού.

Ο Μίν­σκι τεκ­μη­ρί­ω­σε τη θε­ω­ρία ότι η στα­θε­ρό­τη­τα εκτρέ­φει νο­μο­τε­λεια­κά την απο­στα­θε­ρο­ποί­η­ση και την κρί­ση, με μο­χλό το χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο. Διέ­κρι­νε τρεις κα­τη­γο­ρί­ες δα­νει­σμού των επι­χει­ρή­σε­ων: Τον ασφα­λή, που απο­πλη­ρώ­νουν τό­κους και κε­φά­λαιο με τα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη τους. Τον κερ­δο­σκο­πι­κό, που στη­ρί­ζο­νται στα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη για να πλη­ρώ­νουν μόνο τό­κους. Και τη δα­νειο­δό­τη­ση τύ­που Πόν­τζι (από το όνο­μα του διά­ση­μου απα­τε­ώ­να, εφευ­ρέ­τη των «πυ­ρα­μί­δων»…), που δα­νεί­ζο­νται γνω­ρί­ζο­ντας ότι δεν θα μπο­ρέ­σουν να πλη­ρώ­σουν ούτε τό­κους ούτε κε­φά­λαιο από τα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη, αλλά στοι­χη­μα­τί­ζουν μόνο στην ανα­τί­μη­ση (φού­σκω­μα…) των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων τους για να κα­λύ­ψουν τις υπο­χρε­ώ­σεις τους.

Αρχι­κά ο δα­νει­σμός εί­ναι ασφα­λής. Oσο η οι­κο­νο­μία πάει καλά και φου­ντώ­νουν οι προσ­δο­κί­ες γίνεται πιο τολ­μη­ρός. Οσο η φάση της ανό­δου πα­ρα­τεί­νε­ται, τόσο τα κρι­τή­ρια χα­λα­ρώ­νουν. Εφό­σον οι τρά­πε­ζες δα­νεί­ζουν εύ­κο­λα και άπλε­τα όλοι σπεύ­δουν να πά­ρουν δά­νεια – όσο η ορ­χή­στρα παί­ζει, κα­νείς δεν θέ­λει να μεί­νει έξω από τον χορό. Η φού­σκα με­γα­λώ­νει και στο τέ­λος σπά­ει. Η ευ­φο­ρία τε­λειώ­νει με δά­κρυα. Η αφορ­μή μπο­ρεί να εί­ναι άσχε­τη, απρό­βλε­πτη. Μπο­ρεί να εί­ναι γε­ω­πο­λι­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Μπο­ρεί να εί­ναι η αιφ­νί­δια άνο­δος ή ο φό­βος για μια αιφ­νί­δια άνο­δο επι­το­κί­ων – εξ ου το άγ­χος της κ. Γέλεν, το διε­θνές εν­δια­φέ­ρον τι θα πρά­ξει ο αντι­κα­τα­στά­της της στη FED, η αγω­νία του κ. Ντρά­γκι. Μπο­ρεί να εί­ναι μια αιφ­νί­δια διόρ­θω­ση στην Κίνα – εξ ου η διε­θνής ανη­συ­χία από την προει­δο­ποί­η­ση του Zου Ξια­ο­τσουάν, στις 18 Οκτω­βρί­ου.

Παράλ­λη­λα με την τρέ­χου­σα πα­γκό­σμια ανά­καμ­ψη, ενι­σχύ­ο­νται οι φό­βοι ότι οδεύ­ου­με στην επόμενη κρί­ση. Οχι αδι­καιο­λό­γη­τα. Κύρια αι­τία, η υπερ­χρέ­ω­ση. Οτι, για πρώ­τη φορά έπει­τα από μια σο­βα­ρή κρί­ση, εκεί­νην του 2007-2008, η φού­σκα του χρέ­ους όχι μόνο δεν μειώ­νε­ται αλλά διογκώνεται. Τα στοι­χεία εί­ναι τρο­μα­κτι­κά. Το πα­γκό­σμιο χρέ­ος, πε­ρί­που 174% του πα­γκο­σμί­ου ΑΕΠ το 2008, αυ­ξή­θη­κε στο 212% το 2014 (The 16th Geneva Report on the World Economy) και φέτος εκτι­μά­ται στο 324% του πα­γκό­σμιου Α­Ε­Π (Institute of International Finance, Global Debt Monitor, 24.10.2017).

Σύμ­φω­να με το IIF, το πα­γκό­σμιο χρέ­ος (επι­χει­ρή­σε­ων, κρα­τών, νοι­κο­κυ­ριών, τρα­πε­ζών) ήταν 226 τρισ. δολ., τον Ιού­νιο. Από αυτά, 58,95 τρισ. δολ. εί­ναι χρέ­ος νοι­κο­κυ­ριών, 93,49 τρισ. επι­χει­ρή­σε­ων, 88,89 τρισ. κρα­τών και 83,71 τρισ. δολ. εί­ναι το κα­θα­ρό χρέ­ος του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού το­μέα. Μια τε­ρά­στια ρευ­στό­τη­τα πλημ­μυ­ρί­ζει τις αγο­ρές αλλά, αντί να διο­χε­τεύ­ε­ται σε νέες πα­ρα­γω­γι­κές επενδύ­σεις (ιδιω­τι­κές, δη­μό­σιες υπο­δο­μές…), φου­σκώ­νει τις υπάρ­χου­σες αξί­ες, φου­σκώ­νει τις αγορές με­το­χών και ομο­λό­γων – ενι­σχύ­ει τα κέρ­δη του πλού­του και διευ­ρύ­νει τις ανι­σό­τη­τες μέσα και με­τα­ξύ των χω­ρών. Και η Βασι­λεία Ι­Ι­Ι­, για τις τρά­πε­ζες, αντί να ενι­σχύ­ε­ται χα­λα­ρώ­νει σιγά σιγά και αθό­ρυ­βα.

Ηδη, παρά τα χα­μη­λά επι­τό­κια, πολ­λά κρά­τη δυ­σκο­λεύ­ο­νται να εξυ­πη­ρε­τή­σουν το χρέ­ος. Ταυτόχρονα, το πο­σο­στό επι­χει­ρή­σε­ων που δυ­σκο­λεύ­ο­νται να εξυ­πη­ρε­τή­σουν τα δά­νειά τους εί­ναι πιο με­γά­λο από το 2010. Παράλ­λη­λα, ως πο­σο­στό συρ­ρι­κνώ­νο­νται οι απο­δό­σεις και ενι­σχύ­ε­ται η ροπή προς όλο και πιο επι­κίν­δυ­νες το­πο­θε­τή­σεις. Προ­χθές, η Τρά­πε­ζα Διε­θνών Δια­κα­νο­νι­σμών (BIS) ανάρ­τη­σε έκ­θε­ση για τις αγο­ρές πα­ρα­γώ­γων – τα, κατά Γ. Μπά­φετ, «όπλα μα­ζι­κής εξόντωσης». Στις 31.12.2016 η ονο­μα­στι­κή αξία τους ήταν 482 τρισ. δο­λά­ρια. Σε έξι μή­νες, στις 31.6.2017, είχε αυ­ξη­θεί στα 542 τρισ. δο­λά­ρια. Επω­ά­ζε­ται η επό­με­νη κρί­ση. Μπρο­στά της, ίσως ωχριά η κρί­ση που ξέ­σπα­σε πριν από 10 χρό­νια.



Το φάντασμα του 2008 πλανάται


Προς το πα­ρόν η ευ­ρω­παϊ­κή οι­κο­νο­μία βρί­σκε­ται σε φάση έντο­νης ανά­καμ­ψης. Αλλες χώ­ρες τα πη­γαί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο καλά (όπως η Γερ­μα­νία, η Ισπα­νία, η Γαλ­λία, η Ιρλαν­δία), άλ­λες αγω­νί­ζο­νται να ακο­λου­θή­σουν και η Ελλά­δα πα­σχί­ζει ακό­μα να βγει από την κρί­ση. Συνο­λι­κά, όμως, η ευ­ρω­παϊ­κή οι­κο­νο­μία κι­νεί­ται σε τρο­χιά με­γέ­θυν­σης, το ακα­θά­ρι­στο εθνι­κό ει­σό­δη­μά της σε στα­θε­ρές τι­μές υπο­λο­γί­ζε­ται ότι θα αυ­ξη­θεί σχε­δόν 2% φέ­τος, η ανερ­γία κι­νεί­ται σε χα­μη­λά επί­πε­δα (βε­βαί­ως, με πολύ χα­μη­λή αμοι­βή της ερ­γα­σί­ας), η πα­ρα­γω­γή της με­τα­ποί­η­σης αυ­ξά­νε­ται, ενώ ο πλη­θω­ρι­σμός και τα επι­τό­κια πα­ρα­μέ­νουν σε κα­θο­δι­κή τρο­χιά. Το ερώ­τη­μα εί­ναι αν αυτή η ανά­καμ­ψη εί­ναι στα­θε­ρή ή εύ­θραυ­στη, με βρα­χύ ορί­ζο­ντα.

Τις τε­λευ­ταί­ες 10 ημέ­ρες υπήρ­ξαν τρεις ισχυ­ρές προει­δο­ποι­ή­σεις για τους κιν­δύ­νους που ελ­λο­χεύ­ουν και που θα επη­ρέ­α­ζαν όλους, και την Ευρω­ζώ­νη, με άμε­σο τρό­πο.

• Η­ Τρά­πε­ζα Διε­θνών Δια­κα­νο­νι­σμών, η λε­γό­με­νη κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα των κε­ντρι­κών τρα­πε­ζών του κό­σμου, θε­ώ­ρη­σε ανα­γκαίο να απευ­θύ­νει προει­δο­ποί­η­ση για τους κιν­δύ­νους που ελ­λο­χεύ­ουν στη με­γά­λη άνο­δο που ση­μειώ­νουν τα χρη­μα­τι­στή­ρια του ανε­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού.

• Η­ Ευρω­παϊ­κή Κεντρι­κή Τρά­πε­ζα προ­έ­βη σε μια ασυ­νή­θι­στη ενέρ­γεια. Εχει αναρ­τή­σει ως κε­ντρι­κό θέμα στην ιστο­σε­λί­δα της, μια συ­νέ­ντευ­ξη του αντι­προ­έ­δρου της, κ. Βίτορ Κον­στάν­τσιο, με θέμα τις συ­νέ­πειες που θα είχε μια διόρ­θω­ση των χρη­μα­τι­στη­ρί­ων, στη στα­θε­ρό­τη­τα του διε­θνούς και ευ­ρω­παϊ­κού χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συ­στή­μα­τος.

• Και το Διε­θνές Νομι­σμα­τι­κό Ταμείο προει­δο­ποί­η­σε ότι η κα­τά­στα­ση του τρα­πε­ζι­κού κλά­δου της Κίνας προ­σο­μοιά­ζει στην κα­τά­στα­ση που εί­χαν βρε­θεί οι τρά­πε­ζες των Η­ΠΑ λίγο πριν ξε­σπά­σει η πα­γκό­σμια κρί­ση του 2008.

Παράλ­λη­λα με την τρέ­χου­σα πα­γκό­σμια ανά­καμ­ψη, ενι­σχύ­ο­νται οι φό­βοι για μια επερ­χό­με­νη νέα πα­γκό­σμια κρί­ση. Αιτία εί­ναι ότι για πρώ­τη φορά μετά από μια κρί­ση του 2008 η φού­σκα του χρέ­ους διο­γκώ­νε­ται.

Ο κ. Ζου Ξια­ο­τσουάν, διοι­κη­τής της κε­ντρι­κής τρά­πε­ζας της Κίνας, μι­λώ­ντας στο πλαί­σιο του 19ου Συνε­δρί­ου του Κ­Κ Κίνας, τον Οκτώ­βριο, είχε προει­δο­ποι­ή­σει για επερ­χό­με­νη κρί­ση αν δεν συ­γκρα­τη­θεί η υπερ­χρέ­ω­ση πε­ρι­φε­ρειών, επι­χει­ρή­σε­ων και νοι­κο­κυ­ριών της χώ­ρας. Ο ρυθ­μός με τον οποίο αυ­ξά­νο­νται τα χρέη στην Κίνα τρέ­χει τα­χύ­τε­ρα από εκεί­νον που είχε ση­μειω­θεί στις Η­ΠΑ πριν από την κρί­ση του 2008 ή στην Ιαπω­νία πριν από την τρα­πε­ζι­κή κρί­ση που ση­μά­δε­ψε την πο­ρεία της, το 1991. Και, ως γνω­στόν, αν «πέ­σει» η Κίνα, κα­μία πε­ριο­χή του κό­σμου δεν εί­ναι οχυ­ρω­μέ­νη για το τσου­νά­μι που θα ση­κω­θεί.

Αλλά, οι απει­λές δεν προ­έρ­χο­νται μόνο από μια κρί­ση της Κίνας. Ολος ο κό­σμος εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο υπερ­δα­νει­σμέ­νος από όσο ήταν πριν από 10 χρό­νια. Θυμί­ζω ότι το πα­γκό­σμιο χρέ­ος, που ήταν ίσο με το 174% του πα­γκο­σμί­ου Α­Ε­Π το 2008, αυ­ξή­θη­κε στο 212% το 2014 και έφτα­σε στο εκ­πλη­κτι­κό πο­σο­στό 324% του πα­γκό­σμιου Α­Ε­Π τον Ιού­λιο, φέ­τος (Institute of International Finance, iif.com). Ετσι, το πα­γκό­σμιο χρέ­ος έχει εκτο­ξευ­τεί στα 226 τρισ. δο­λά­ρια.

Βασι­κά, δύο πα­ρά­γο­ντες στή­ρι­ξαν την πα­γκό­σμια (και ευ­ρω­παϊ­κή) ανά­καμ­ψη:

Πρώ­τος, η άφθο­νη, φθη­νή ρευ­στό­τη­τα που πα­ρέ­χουν οι με­γά­λες κε­ντρι­κές τρά­πε­ζες. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι το συν­δυα­σμέ­νο ενερ­γη­τι­κό των κε­ντρι­κών τρα­πε­ζών Η­ΠΑ­, Ευρω­ζώ­νης, της Αγγλί­ας και Ιαπω­νί­ας, το 2008 ήταν 3 τρισ. δο­λά­ρια. Τώρα εί­ναι 14 τρισ. δο­λά­ρια. Από αυτά, μόνο το 25% πήγε στην «πραγ­μα­τι­κή» οι­κο­νο­μία. Το 75% φου­σκώ­νει τις αγο­ρές κε­φα­λαί­ου και ομο­λό­γων – πλου­τί­ζει τους πλού­σιους και τρο­φο­δο­τεί ακραίο τυ­χο­διω­κτι­σμό.

Δεύ­τε­ρος, η τα­χεία ανά­πτυ­ξη της Κίνας, με ονο­μα­στι­κούς ρυθ­μούς περί το 10% μετά το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης του 2008. Η κι­νε­ζι­κή ηγε­σία ανέ­στει­λε τη στρο­φή που είχε απο­φα­σί­σει με επι­δί­ω­ξη να συ­γκρα­τή­σει τον ρυθ­μό επεν­δύ­σε­ων και να ενι­σχύ­σει την εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση, και απο­φά­σι­σε να ρί­ξει το βά­ρος στη στή­ρι­ξη της πα­γκό­σμιας οι­κο­νο­μί­ας. Οι πα­ρε­νέρ­γειες της κα­θυ­στέ­ρη­σης στην αντι­με­τώ­πι­ση των δο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών, εκ­δη­λώ­νο­νται σή­με­ρα.

Η επί­δρα­ση αυ­τών των δύο πα­ρα­γό­ντων, αν δεν ανα­στρέ­φε­ται, εξα­ντλεί­ται. Και το νέο πα­γκό­σμιο το­πίο προ­σο­μοιά­ζει στο 2008.


Πηγή Η Καθημερινή της Κυριακής, 05.11.2017 και 10.12.2017

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Ο νεοφιλελευθερισμός και η στρατοπεδική μετάλλαξη του κοινωνικού δεσμού: Λακάν, Φουκώ, Αγκάμπεν (κι ένα τηλεγραφικό και ανεκδοτολογικό σχόλιο)


του Δημήτρη Βεργέτη


Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού αληthεια, που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. Πατάκη) περιέχει ένα διπλό αφιέρωμα στη λακανική θεώρηση της πολιτικής και του κοινωνικού δεσμού καθώς και στην προσφυγική κρίση. Δημοσιεύουμε εδώ μια εισαγωγή στη διπλή προβληματική αυτού του τεύχους. 


Ένα ακαταμάχητο ιδεολόγημα δεσπόζει στις συνειδήσεις του Δυτικού κόσμου: παρά την ιλιγγιώδης ανάπτυξη των οικονομικών ανισοτήτων, η κατίσχυση των νεοφιλελεύθερων ιδεωδών δημιούργησε πιο ανεκτικές και ανοιχτές κοινωνίες.

Η αλήθεια δεν συμπίπτει ωστόσο με αυτό το ιδεολόγημα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί η ανεκτικότητα δεν αποτελεί διόλου ανιδιοτελή δωρεά του νεοφιλελευθερισμού αλλά κατάκτηση πολύμορφων αγώνων. Εμβαθύνοντας την μικροφυσική της εξουσίας που επεξεργάστηκε ο Φουκώ, ο Ντελέζ αντιπαρέθετε στις κλασικές πειθαρχικές κοινωνίες τις σύγχρονες κοινωνίες ελέγχου.

Οι πειθαρχικές κοινωνίες συγκροτούνταν σαν ένα δίκτυο αυτόνομων αλλά αλληλέγγυων κατασταλτικών θεσμών, κατόχων ειδικών εξουσιών, που διατηρούσαν σχέσεις εξωτερικότητας με το κοινωνικό σώμα, σχέσεις ετερότοπης γειτνίασης. Αντίθετα στις κοινωνίες ελέγχου –καθότι κοινωνίες επιτρεπτικότητας, επικοινωνίας, δικτύωσης, φρενήρους κυκλοφορίας πληροφορίας και αντικειμένων– οι μηχανισμοί εξουσίας είναι εμμενείς στο κοινωνικό σώμα.

Η μικροφυσική της εξουσίας διαχέεται παντού και διεισδύει στους πιο λεπτούς πόρους της καθημερινότητας, χωρίς να συμπυκνώνεται αποκλειστικά στην περιχαρακωμένη τοπική πειθαρχικών θεσμών. Η εξατομικευμένη χημική ομαλοποίηση αντικατέστησε το άσυλο, για να δώσουμε ένα μικροσκοπικό παράδειγμα, ενώ είναι γνωστό τοις πάσι πόσο αβίαστα, χωρίς την παραμικρή παραβατική έξαψη, πλήθος νόμιμων και ενάρετων ψυχοτρόπων ουσιών μετατρέπονται σε υποκατάστατη μαστούρα.

Οι τρόποι απόλαυσης του «μεταμοντέρνου» υποκειμένου συμ-φράζονται πλέον αρμονικά με το λόγο του καπιταλιστή, την υπερεγωτική προστακτική «απόλαυσε» και τις τεχνολογίες της εξουσίας. Η κυνική αξιοποίηση πάσης φύσεως κοιτασμάτων απόλαυσης, η εμπορευματοποίηση των ηδονών, μίζερων ή φαντασμαγορικών, αγοραίων ή εκλεπτυσμένων, ανεσταλμένων ή αχαλίνωτων, κακόφημων ή ευυπόληπτων μετέχουν σε περίοπτη θέση στον επενδυτικό προγραμματισμό του κεφαλαίου- αποτελούν χρυσές επενδυτικές ευκαιρίες στο κερδοσκοπικό Ελντοράντο των ενιαίων αγορών.

Οι πάσης φύσεως, παραβατικές και μη, ηδονές συστεγάζονται στην προσοδοφόρο ανεκτικότητα της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και διατίθενται ως εγγυημένα προϊόντα. Ταυτόχρονα, ομόρροπα πορεύεται και το υποκείμενο που συνυποθέτει και ντρεσάρει ένας υπερσύγχρονος καπιταλισμός, διαζευγμένος από τα ήθη της παρωχημένης προτεσταντικής εγκράτειας. Υποκειμενικό και κοινωνικό συναρθρώνονται με όρους αδιάπτωτης συμβατότητας και ομόρροπων έξεων, καθώς το «μεταμοντέρνο» υποκείμενο συμ-φράζεται ιδεωδώς με το λόγο του καπιταλιστή, που αγνοεί όρια, αρχές ετερονομίας και υπερβατικές αρχές.

Εφεξής, στον αναθεωρημένο νομικό κώδικα του Υπερεγώ δεν υπάρχουν πλέον ένοχες απολαύσεις, ειδικά κατά την οικόσιτη ιδιοποίησή τους − πλην αριθμητικά αμελητέων εξαιρέσεων. Ενοχοποιήσιμες πλέον είναι οι αναστολές. Το μεταμοντέρνο υποκείμενο που απαιτεί η λειτουργία της αγοράς καλείται να κινείται χωρίς καταναλωτικούς ενδοιασμούς. Ο πάλαι ποτέ μηνυτήριος ζήλος του Υπερεγώ απέναντι στις παραβατικές έξεις έχει αποβάλει τη βικτωριανή τήβεννό του και έχει μεταλλαχτεί σε ένθερμη αβανταδόρικη συνηγορία. Συνεπικουρούσα, η διαφήμιση δεν ορρωδεί πλέον μπροστά σε κανένα φραγμό.

Από τις κοινωνίες στις οποίες ορισμένα εποπτευόμενα όρια σηματοδοτούνταν ως απαράβατα, περάσαμε σε κοινωνίες  «απαραβατικών» οριοθετήσεων, στις οποίες ναι μεν υπάρχουν διαφοροποιημένοι τομείς και διαχωριστικές γραμμές, αλλά στις οποίες η διαπερατότητα αποτελεί τον κυρίαρχο κανόνα συγκρότησής τους. Η διαπερατότητα αντιβαίνει στη λογική της παραβατικότητας. Κανένας πειθαρχικός κέρβερος δεν φυλάσσει τη διαδικτυακή πύλη, κανένα βικτωριανό πέπλο δεν συγκαλύπτει τις εκτιθέμενες ωμότητες. Κανείς δεν διανοείται να χαρακτηρίσει παραβατική υπέρβαση ένα κλικ πρόσβασης στους πορνογραφικούς ιστότοπους. Θα ηχούσε σαν φαιδρή ανοησία. 

Παρόλα αυτά –και εδώ συναντάμε την προφητική οξύνοια του Λακάν– μέσα στις ανοιχτές κοινωνίες της επιτρεπτικότητας και της ανοχής αναδύονται συμπαγείς οριοθετήσεις, ανελέητες, εφιαλτικές, ανθρωποβόρες. Αυτή είναι η εκτροχιασμένη πραγματικότητα του σήμερα, της οποίας το πολύμορφο πρόσωπό της αποτελεί τον ζοφερό καθρέφτη της κοινοτοπίας των δεινών που μαστίζουν τον μειοδοτικά δημοπρατούμενο πολιτισμό, βορά των αγορών. 

Η ριζοσπαστική πολιτική ευφυΐα αυτού του πολιτικά συντηρητικού ανθρώπου, σύμφωνα με τα συμβατικά κριτήρια, εντόπιζε από τη δεκαετία του '60 την παράδοξη συνύπαρξη αυτών των αντιφατικών φαινομένων. Ανίχνευσε και διατύπωσε με απαράμιλλη διαύγεια την κυοφορούμενη και επερχόμενη θριαμβευτική άνοδο των διακρίσεων (ségrégations), που θα αναλάμβαναν να υφάνουν εκ νέου ένα ζοφερό ιστό διάσπαρτων αποκλεισμών μέσα στο πορώδες σύμπαν της γενικευμένης επιτρεπτικότητας.

Δεκαετίες πριν από τις «πρωτοποριακές», ρηξικέλευθες θέσεις του Αγκάμπεν, ο Λακάν είχε εξαγγείλει μετ' επιτάσεως, απευθυνόμενος σε δύσπιστα ώτα, ότι οι νεότευκτες κοινωνίες των απελευθερωμένων καταναλωτικών ηθών, του τέλους της τυραννικής αναλγησίας των υπερεγωτικών απαγορεύσεων και της πανταχόθεν προσβάσιμης απόλαυσης θα ήσαν δομημένες σύμφωνα με το υπόδειγμα του « στρατοπέδου συγκέντρωσης»!

Ήδη από το 1949, στην παρέμβασή του για το Στάδιο του καθρέφτη, ο Λακάν υπογράμμιζε τη «στρατοπεδική μορφή του κοινωνικού δεσμού» στις κοινωνίες οι οποίες «δεν αναγνωρίζουν άλλη λειτουργία εκτός από την ωφελιμιστική». Ήδη από το 1963, στο σεμινάριό του L'angoisse, εγκαλούσε την εποχή του, γιατί «το πρόβλημα του στρατοπέδου συγκέντρωσης και της λειτουργίας του, αυτή την περίοδο της ιστορίας, πραγματικά παρακάμφθηκε καθ' ολοκληρίαν, συσκοτίσθηκε πλήρως από [...] την παράλογη ιδέα ότι επρόκειτο να ξεμπερδέψουμε με αυτό στα γρήγορα».

Ήδη από το 1967, σε μια ομιλία του στο ψυχιατρείο Saint-Anne, τόνιζε την αλλαγή του υποδείγματος της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό, συναρτώντας την ευθέως με τη στρατοπεδική ανάπλαση του κοινωνικού δεσμού, υπό το κράτος της θριαμβευτικής επέλασης των διακρίσεων και των συμφραζόμενων πολιτικών γκετοποίησης: «Οι πρόοδοι του παγκόσμιου πολιτισμού θα μεταφραστούν όχι μόνο με μια ορισμένη δυσφορία αλλά και με μια πρακτική που θα τη δείτε να επεκτείνεται όλο και περισσότερο και η οποία δεν θα δείξει αμέσως το αληθινό πρόσωπό της, αλλά η οποία έχει ένα όνομα: διακρίσεις».

Πρόκειται για τις διακρίσεις που προάγουν και νομιμοποιούν στιγματισμούς, στρατοπεδικές περιχαρακώσεις και γκετοποίηση επιλεκτικά οριοθετημένων υποσυνόλων πληθυσμού, τα οποία αποκόπτονται από το κοινωνικό σώμα και εκτοπίζονται, αλλά εντός του, σε θέση εσωτερικού αποκλεισμού. Η στρατοπεδική τροπή του κοινωνικού δεσμού δεν συνιστά μια παροδική μορφοποίηση ανταγωνιστικών σχέσεων, δεν αποτελεί μια ειδεχθή επιδερμική εξέλκωση της ιστορικής συγκυρίας, αντίθετα αδήριτη αναγκαιότητα της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης των κοινωνιών. 

Ήδη από το μακρινό πια 1967, ο Λακάν αποφαινόταν με διαγνωστική οξύνοια ότι «το μέλλον που μας επιφυλάσσουν οι ενιαίες αγορές θα βρει το ισοζύγιό του μέσα από την όλο και πιο σκληρή επέκταση των διαδικασιών διάκρισης (ségrégations).

Παγκοσμιοποιημένες αγορές –πέραν της στενής ευρωπαϊκής «κοινής αγοράς»–, ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων και εμπορευματοποιημένων ανθρώπων, φρενήρης κυκλοφορία αντικειμένων υπεραπόλαυσης, καταναλωτικός ευδαιμονισμός, άρση αναστολών και απαγορεύσεων, πολύμορφες απολαύσεις πανταχόθεν προσβάσιμες, ελευθερία λόγου ως την κλίμακα του κρετινισμού και της χυδαιότητας, ναρκισσευόμενος κυνισμός της επί πτωμάτων αναρριχόμενης επαγγελματικής επιτυχίας κ.τ.λ., όλα αυτά κατανέμονται παραδόξως σε έναν κοινωνικό χώρο που αντλεί τη συνεκτικότητά του όχι από κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο, όχι από το ιδεώδες της δημοκρατικής διαβούλευσης, όχι από τις αρετές του «κράτους δικαίου» αλλά από το υπόδειγμα του στρατοπέδου, που δεσπόζει πλέον χάρη στον δυσοίωνο πολλαπλασιασμό των διακρίσεων. 

Ο Λακάν συνέλαβε επίσης έγκαιρα το στρατηγικό βάρος της βιο-πολιτικής συνιστώσας, που έμελλε να αποτελέσει τον κεντρικό άξονα των επεξεργασιών του Φουκώ. Σε μία διάλεξη του 1971, την τοποθετούσε με ακρίβεια: «Όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον θα μας κατακλύσουν προβλήματα διακρίσεων, που θα στιγματίσουμε με τον όρο ρατσισμός. Όλα αυτά τα προβλήματα προέρχονται από τον έλεγχο όσων διαδραματίζονται στο επίπεδο της αναπαραγωγής της ζωής...» . 

Αυτές οι προφητικές τοποθετήσεις του Λακάν απαντώνται όχι μόνο στα γραπτά του, πρωτογενή ή απομαγνητοφωνημένα, αλλά και στον εσώτερο πυρήνα των μεταγενεστέρων επεξεργασιών του Αγκάμπεν. Σύμφωνα με τον Αγκάμπεν, το βιοπολιτικό υπόδειγμα δεν σηματοδοτεί μια ρήξη στο δικαιϊκό υπόβαθρο της πολιτικής ιστορίας της Δύσης, αλλά συνιστά την καταγωγική μήτρα της, όπως αφήνει να διαφανεί η αρχαιολογία της «γυμνής ζωής».

Πέρα από εξελικτικές μεταμορφώσεις, που σημάδεψαν τις τεχνικές της βιο-εξουσίας ως την μικροφυσική βελτιστοποίησή της, η βιο-εξουσία ως τέτοια συγκροτεί την ενδότερη, εμμενή αρχή του πολιτισμού στη Δύση. Η πολιτική δεν θα ήταν παρά το μετωνυμικό συνεχές της βιοπολιτικής. Αυτή η υπόρρητη μετωνυμική συναίρεση της βιοπολιτικής και του πολιτικού αποκάλυψε το αποτρόπαιο αυθεντικό της πρόσωπο υπό την οριακή μορφή του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου κανονικότητα και εξαίρεση, γεγονός και δίκαιο συμπίπτουν, καθώς η εξαίρεση επέχει θέση κανονικότητας και το γεγονός εκδηλώνεται με ισχύ νόμου.

Η συμπερασματική αιχμή της αρχαιολογίας του βιοπολιτικού υποδείγματος αποτυπώνεται σε μια διάγνωση που κεντροθετεί τους σύγχρονους μηχανισμούς πολιτικής κυριαρχίας στο στρατόπεδο ως τόπου συναίρεσης της βιοπολιτικής και της κατάστασης εξαίρεσης. Η βιοπολιτική διάχυση της κατάστασης εξαίρεσης σε πλανητική κλίμακα διαμορφώνει τον ιστορικό ορίζοντα των σύγχρονων κοινωνιών.

Το στρατόπεδο δεν αποτελεί πλέον μια παρένθετη ανωμαλία μέσα στην κανονιστική τάξη, αντίθετα «είναι το υπόδειγμα του πολιτικού χώρου τη στιγμή που η πολιτική γίνεται βιοπολιτική». Συνιστά το βιοπολιτικό θεμέλιο του κοινωνικού δεσμού και διασφαλίζει το πλαίσιο όπου ανοριοθέτητη η κατάσταση εξαίρεσης επιβάλλεται ως κανονιστική μορφή διακυβέρνησης.

Η δραματικά επίκαιρη προσφυγική κρίση προσδίδει επονείδιστη ορατότητα στη λειτουργία του στρατοπέδου ως πολιτικής μήτρας διαχείρισης της «γυμνής» ή μινιμαλιστικά ενδεδυμένης −από νομική άποψη− ζωής.

Περίκλειστοι χώροι για ανεπιθύμητους μετακινούμενους πληθυσμούς, κέντρα κράτησης, αστυνομευόμενοι αυτοσχέδιοι καταυλισμοί, ολόκληρα νησιά όπως τα Nauru και τα Christmas, τα οποία οι αυστραλιανές κυβερνήσεις έχουν μετατρέψει σε πλωτά στρατόπεδα εγκλεισμού προσφύγων –σύγχρονη, βιοπολιτική παραλλαγή του «πλοίου των τρελών» (stultifera navis), που απαθανάτισε η πένα του Φουκώ–, παραγκουπόλεις, αποκομμένα μπανλιέ αλλά και περιφραγμένες μικροπόλεις πλουσίων, εκουσίως εγκλωβισμένων υπό την προστασία ιδιωτικών στρατών.

Θα ήταν ένοχη παράλειψη να μην υπενθυμίσουμε εδώ τις πρωτοποριακές επεξεργασίες του Μπαντιού πάνω στα φαινόμενα «ζωνοποίησης», κατάτμησης σε ζώνες ολόκληρων περιοχών, καθότι χαρτογραφούν νέες μορφές του στρατοπεδικού υποδείγματος σε διευρυμένη κλίμακα. Βλέπουμε να συγκροτούνται «ξένες κηδεμονίες, εδαφικοί διαμελισμοί [...] θύλακες υπό τη δικαιοδοσία ιδιωτικού στρατού ή ένοπλων συμμοριών» σε πλήρη αποσύνδεση από κάθε συντεταγμένη κεντρική εξουσία.

Θα ήταν, άραγε, αυθαίρετος υπερθεματισμός να προσθέσουμε εδώ τη διολίσθηση ολόκληρων κοινωνιών στο υπόδειγμα του στρατοπέδου, με την υπαγωγή τους σε καθεστώς μνημονιακής κατοχής, όπου, υπό το πρόσχημα της έκτακτης οικονομικής κατάστασης, αναστέλλονται οι εθνικές νομοθεσίες και αποκτά ισχύ νόμου η ληστρική απαιτητικότητα των κερδοσκόπων δανειστών;

Θα μπορούσαμε νομίμως να ταυτοποιήσουμε τον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο καπιταλισμό με μια μήτρα τερατογένεσης πρωτόγνωρων, εφιαλτικών μορφών στρατοπέδου. 


Y.Γ  Η Ηριάννα παραμένει έγκλειστη για να εκτίσει ποινή 13 ετών με ανυπόστατες κατηγορίες. Η  περίπτωσή της αποδεικνύει με τρόπο δραματικό πόσο ακραίες πρακτικές διακρίσεων και εγκλεισμού μπορούν να ενεργοποιηθούν υπό την επίφαση μιας νομιμότητας κομμένης και ραμμένης στα μέτρα εμμονικών πειθαρχικών κοινωνιών.


*Ψυχαναλυτής, διευθυντής του περιοδικού αληthεια




* Τηλεγραφικό σχόλιο: Προσυπογράφουμε την κριτική του Ονειρμάρξ στη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών ως προς τις (κατα)χρήσεις του όρου "νεοφιλελευθερισμός" από τον συγγραφέα, όπως και από το μεγαλύτερο μέρος των φίλων, στελεχών και διανοουμένων της Αριστεράς και της Αναρχίας (κύρια δε από τους εντασσόμενους στις νεοσοσιαλδημοκρατικές εκδοχές της). Ωστόσο, μεταξύ της πολιτικά αφελούς "αντινεοφιλελεύθερης" οπτικής και της ροπής προς τη νεοκομμουνιστική τελετουργία, η οποία οδηγεί σε οιονεί-κενολογικές, αν και όχι στερούμενες νοήματος διαπιστώσεις ("φταίει ο καπιταλισμός που μπήκε μέσα η Εριάννα" κλπ, ["φταίει η ΕΕ που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος**", μου είχε πει κάποτε μια κοπέλα από το Κομμουνιστικό Κόμμα, για να δώσω ένα ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα]), αρνούμαστε καταρχήν να επιλέξουμε. Οι διατυπώσεις αυτές είναι αντίστοιχες με το "φταίει ο σοσιαλισμός που εκτελέστηκε ο (χ, ψ) Κίροφ", που θα προσυπέγραφε για παράδειγμα ένας αντικομμουνιστής: Όλο και κάτι λένε, αλλά όχι αρκετά κατά τη γνώμη μας -εκτός των συνηθισμένων πολεμικών συμφραζομένων-, ώστε να είναι αναλυτικά ή πολιτικά χρήσιμες.

** Έχουν ακουστεί και χειρότερα. Έτερο μέλος (άρρεν) της νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν προφανώς ευκολότερο -και όντας εν βρασμώ- να ταυτιστεί λιμπιντικά με την επιθυμία επιβολής ή φιλήσυχης διασφάλισης της τάξης του σκληρά εργαζόμενου αστυνομικού υπαλλήλου απέναντι στην έλλειψη σεβασμού και την καθύβριση. "Καλά του έκανε!", λοιπόν. Προς τιμήν του, έστω και δύο ημέρες αργότερα αναθεώρησε. Το αγαπημένο όλων εκστόμισε φυσικά ο απολαυστικός κ. Σώρρας, με τη συνωμοσιολογία περί σκηνοθεσίας του όλου θεάματος, αφού "και το Χόλυγουντ των Εβραίων είναι, δεν το ξέρατε; Δικό μας είναι, μωρέ; Δεν είναι δικό μας! Δεν είναι δικό μας! Των Εβραίων είναι"!