Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Michael Kohlhaas του Heinrich von Kleist: Η αιώνια επιστροφή του Κ.




του Keunermann


Η ταινία του Arnaud des Pallières που παρουσιάζουμε σήμερα είναι γαλλικής και γερμανικής παραγωγής (εγγλέζικος τίτλος: Age of Uprising: The Legend of Michael Kohlhaas), και ως πρωταγωνιστή έχει τον απολαυστικό Mads Mikkelsen (μεταξύ άλλων παίζουν επίσης ο Bruno Ganz και ο -γνωστός από τις συνεργασίες του με τον Leos Carax- Denis Lavant).

Για αρχή, ένα μεθοδολογικό σχόλιο· ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι ο τίτλος αφορά βιβλίο και όχι πρωτίστως μια ταινία. Ο ακόμη περισσότερο προσεκτικός θα σπεύσει να επισημάνει ότι δεν είναι η πρώτη φορά που υποπίπτουμε στο ολίσθημα αυτό (έχει προηγηθεί η Χριστουγεννιάτικη ιστορία). Αλλά δεν έχει σημασία. Βιβλία, ταινίες, ξυλοδαρμοί μεταναστών, βεβηλώσεις εβραϊκών νεκροταφείων και τραγούδια της Ζωζώς Σαπουντζάκη – όλα μπορούν εξίσου να ειδωθούν, σε ό,τι μας αφορά εδώ, ως κείμενα που παραπέμπουν σε άλλα κείμενα επ' άπειρον. 



«Στις όχθες του ποταμού Χάβελ ζούσε, στα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα, ένας έμπορος αλόγων ονόματι Μίχαελ Κόλχαας, γιος δασκάλου, ένας από τους εντιμότερους και ταυτόχρονα τρομακτικότερους ανθρώπους της εποχής του. - Μέχρι τα τριάντα του χρόνια, αυτός ο ασυνήθιστος άνθρωπος θα μπορούσε να θεωρηθεί υπόδειγμα καλού πολίτη. Σε ένα χωριό που ακόμα και σήμερα φέρει το όνομά του, είχε ένα υποστατικό με ζώα, στο οποίο ζούσε ήσυχα από το επάγγελμά του· τα παιδιά του που του χάριζε η γυναίκα του τα ανάσταινε με φόβο Θεού, με τις αρχές τις φιλοπονίας και της εντιμότητας· δεν υπήρχε ούτε ένας από τους γειτόνους του που να μην είχε χαρεί τη φιλανθρωπία του ή τη δικαιοσύνη του· κοντολογίς, θα έπρεπε να ευλογάνε τα πεθαμένα του, αν δεν το είχε παρακάνει με μία αρετή. Η αίσθηση του δικαίου τον έκανε ληστή και φονιά.»

Έτσι αρχίζει την  εξιστόρησή της η θρυλική, ομότιτλη νουβέλλα του Heinrich von Kleist, και παραθέτουμε αυτούσιο το χωρίο εν είδει σύνοψης της υπόθεσης (εξαιρετική και κομψή η έκδοση από την «Ερατώ», αλλά έκπληξη με τον συγκεκριμένο οίκο θα αποτελούσε μάλλον το αντίθετο). Η αφήγηση αντλεί την έμπνευσή της από την πραγματική ιστορία του Hans Kohlhase.

Η ταινία είναι άνιση, αργή και ατμοσφαιρική, συνιστάται δηλαδή σε όσους αγαπούν τον Μίκελσεν ή τον Κλάιστ (ή εκλαμβάνουν τους άνωθεν χαρακτηρισμούς ως κομπλιμέντα). Το βιβλίο ήταν ένα από τα αγαπημένα έργα του Franz Kafka και ένα από τα ελάχιστα που ανέγνωσκε δημόσια, με βαθιά μάλιστα συγκίνηση. Βασισμένη στην πραγματική ιστορία ενός νομοταγούς, ευυπόληπτου ανθρώπου του 16ου αιώνα, ο οποίος πέφτει θύμα αδικίας από κάποιον τοπικό άρχοντα και στην πορεία, ωθούμενος από ταλαιπωρίες και εμπαιγμούς εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, αποφασίζει να βγει στην παρανομία (εάν η δικαιοσύνη δεν είναι του κόσμου αυτού, οφείλει να εισέλθει βιαίως αλλούθεν, όπου το ζητούμενο «αλλού» είναι εκείνο του ελευσόμενου κόσμου-που-δεν-ανέχεται-την-αδικία), ηγούμενος μιας συμμορίας (και μιας εξέγερσης) απελπισμένων, κακοποιών και αδικημένων (η περιπέτειά του, μάλιστα, περιλαβάνει μια επική συνάντηση με τον Λούθηρο), η νουβέλλα και η ταινία αφηγούνται ακριβώς αυτήν την αντίσταση ενός ατόμου στις κοινωνικές νόρμες, στους νόμους και τις εξουσίες της παράδοσης, όταν αυτές το εμπαίζουν και αρνούνται να αναγνωρίσουν την αξιοπρέπειά του. Υπάρχει, επομένως, παρά το φεουδαρχικό σκηνικό, κάτι το αναφαίρετα νεωτερικό στην όλη υπόθεση, που διατηρεί την επικαιρότητά του, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο παραμένουν σε μια εποχή που είναι ακόμη, διακόσια χρόνια μετά, αναγνωρίσιμη ως η δική μας. Έτσι ώστε να μπορούμε να πούμε μαζί με τον πραγματικό Κολχάζε:

Όχι για την ιδιοκτησία μου, που μου την πήραν

Για το δίκιο που μου στέρησαν, πολέμησα.



«Ο Κλάιστ -που αυτοκτόνησε πένης και εξαθλιωμένος- είναι ο Κάφκα χωρίς την ειρωνική δυσπιστία απέναντι στην παράδοση», διαβάζουμε σε ένα πολύ όμορφο κείμενο για το βιβλίο. Αλλά στην περίπτωση του καφκικού πρωταγωνιστή η σοβαροφάνεια στην αντιμετώπιση των πραγμάτων έχει διαλυτικές συνέπειες για τον ίδιο, μάλλον, παρά για την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Και ακόμη: «Η εκλεκτική συγγένεια της Δίκης με το Μίκαελ Κόλχαας είναι επίσης συγγένεια μεταξύ επιστροφών του γράμματος: ο αναδιπλασιασμός του "K" ανάμεσα σε συγγραφέα και χαρακτήρα στην πρώτη περίπτωση (Κλάιστ, Κόλχαας), επιστρέφει εμβληματικά και ανεξίτηλα στην δεύτερη (Κάφκα, Κ.)». Με το να μην εσωτερικεύσει την ενοχή αλλά να αντιδράσει εξωστρεφώς αναζητώντας καταφύγιο και διέξοδο στις ατραπούς της συλλογικής δράσης· με το να μην αφήσει πίσω του ντροπή αλλά μονάχα υπερηφάνεια για το όνομά του, ο Κόλχαας είναι ο Κ. που νίκησε.  


Κείμενα

-Χάινριχ φον Κλάιστ, Μίχαελ Κόλχαας (μτφ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος), εκδόσεις «Ερατώ», Αθήνα 2010.

-“Michael Kolhaas”, ιστολόγιο Radical Desire, 30/04/2011.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget