Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

Μάριο Βάργκας Λιόσα: H πολιτική στη λογοτεχνία


του Νικόλα Σεβαστάκη


Σε ένα από τα λιγότερο διάσημα μυθιστορήματά του Μάριο Βάργκας Λιόσα, το Παλιοκόριτσο¹, o κεντρικός ήρωας, ένας νέος ονόματι Ρικάρντο, ο οποίος ζούσε από έφηβος με το όνειρο του Παρισιού, βρίσκεται όντως στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στη γαλλική πρωτεύουσα. Εκεί αναπτύσσει σχέσεις με μια παρέα Περουβιανών, που πολλοί είναι υπότροφοι της επαναστατικής κυβέρνησης της Κούβας και, με κάποιους τρόπους, προετοιμάζονται για αντάρτικο στη χώρα τους κατά το πρότυπο της Αβάνας. Η ατμόσφαιρα του καιρού με τους βιότοπους της πολιτιστικής και πολιτικής της ανησυχίας περιλαμβάνει βιβλιοπωλεία², σινεμά και από κοντά ένα ολόκληρο πολιτικό και ιδεολογικό σύμπαν.

Ο Παούλ, κεντρικό πρόσωπο αυτής της παρέας, δουλεύει στην κουζίνα ενός εστιατορίου και όμως, σε ελάχιστο χρόνο, εκτοξεύεται στο πεδίο της δράσης ως ψυχή μιας οργάνωσης της Επαναστατικής Αριστεράς, ταξιδεύοντας στην Κούβα, στο Πεκίνο, στην Ευρώπη. Ο Ρικάρντο, που έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον ίδιο τον Βάργκας Λιόσα, εργάζεται ως μεταφραστής της UNESCO και είναι ερωτευμένος με τη Λίλι, το «παλιοκόριτσο» του τίτλου. Παρά την προσωπική σχέση με τον Παούλ, οι συνολικοί δεσμοί του Ρικάρντο με αυτούς τους ακτιβιστές και τις ιδέες τους χαλαρώνουν.

Το 1965 και επιστέφοντας στη Λίμα, ακούει στις ειδήσεις πως το κίνημα του Παούλ κήρυξε την έναρξη αντάρτικου κατά της κυβέρνησης της χώρας. Ο κύκλος των γνωστών του Ρικάρντο αντιμετωπίζει την είδηση σαν προαναγγελία βέβαιης συντριβής για κάποιους ρομαντικούς που πιστεύουν πως μπορούν να μεταφέρουν την Επανάσταση της Κούβας σε άλλες χώρες. Ένας θείος του Ρικάρντο θα συνοψίσει την άποψη της προοδευτικής φιλελεύθερης αστικής τάξης γι’ αυτό που συνέβαινε:

…Αυτοί οι ηλίθιοι το μόνο που θα καταφέρουν, παίζοντας τους αντάρτες, είναι να σερβίρουν στο πιάτο του στρατιωτικού το πρόσχημα για ένα πραξικόπημα. Και να μας φορέσουν άλλα οχτώ ή δέκα χρόνια στρατιωτικής δικτατορίας. Πώς τους ήρθε να κάνουν επανάσταση ενάντια σε μια δημοκρατική κυβέρνηση πολιτικών, την οποία, επιπλέον, όλη η περουβιανή ολιγαρχία, ξεκινώντας από τη La Prensa και την El Commercio, κατηγορούν ότι είναι κομμουνιστική επειδή θέλει να κάνει αγροτική μεταρρύθμιση. Το Περού είναι χάος, ανιψιέ, καλά έκανες και έφυγες και πήγες να ζήσεις στη χώρα του καρτεσιανού πνεύματος³.

Κατά κάποιον τρόπο, αυτός ο θείος, ο δόκτωρ Αταούλφο Λαμιέλ, φαίνεται να δανείζεται επιχειρήματα από τον μελλοντικό Βάργκας Λιόσα. Η οπτική του έχει ήδη στον πυρήνα της τη βασική ιδέα του για μια Λατινική Αμερική που, κατά τη γνώμη του, δεν αφέθηκε «ήσυχη» από τον ριζοσπαστισμό της αριστεράς και τις αρχαϊκές και αυταρχικές τάσεις στη δεξιά. Αν πλησιάσουμε όμως πιο κοντά στην τροχιά του συγγραφέα-πολιτικού, αισθανόμαστε ότι οι αποστάσεις του από τους αρχικούς του φίλους (από ανθρώπους σαν τον Παούλ) και τις ιδέες τους έγιναν χαώδεις. Δεν έγιναν ίσες αποστάσεις μεταξύ ριζοσπαστισμού και συντηρητισμού όσο αποχρώσεις μέσα σε αυτόν τον τελευταίο. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, ο συγγραφέας είχε προβεί σε εξωραϊσμό θέσεων και προσώπων της αυταρχικής δεξιάς και ακροδεξιάς (όπως ο Μπολσονάρο). Αυτό δεν συνέβη ποτέ μέσα στο μυθιστορηματικό υφαντό του Λιόσα όσο σε ερμηνείες και εξηγήσεις του ίδιου ως δημόσιου διανοουμένου και βέβαια ως ατυχήσαντος πολιτικού άνδρα. Αναμφισβήτητα έχουμε δυο επίπεδα που δεν ταυτίζονται ούτε καν σε βιβλία τα οποία έχουν πολιτικό χαρακτήρα και στα οποία εμφανίζονται ιδεολογικές και ιστορικές κρίσεις στο στόμα των ηρώων.

Υπάρχει, όμως, ένα άλλο κοινό νήμα: ιδέες και μοτίβα τα οποία οδηγούν από την αισθητική φιλοσοφία στην πολιτική του συγγραφέα, από την ιδέα του για το μυθιστόρημα σε έναν συντηρητικό φιλελευθερισμό που βλέπει τη λογοτεχνία ως αντι-στράτευση, κυρίως όμως ως αντι-στράτευση στις ιδέες και στις προτάσεις της αριστεράς.

**

Μαθαίνοντας τον θάνατο του συγγραφέα (για τους Έλληνες θα μείνει πάντα εκκρεμές το δίλημμα Γιόσα ή Λιόσα), έκανα μια αναδρομή στα μυθιστορήματα που είχα διαβάσει και, αναπόδραστα, στη βιωματική τους συγκυρία. Μου ήρθαν στον νου παλιές αθηναϊκές μέρες που είχε πέσει στα χέρια μου η Πόλη και τα σκυλιά, σε μετάφραση του Λέανδρου Πολενάκη. Ήταν μια έκδοση του 1976 στις εκδόσεις Οδυσσέας. Πιστεύω όμως (δεν θυμάμαι όμως ακριβώς) ότι αυτό ήταν το δεύτερο βιβλίο του Λιόσα που διάβασα και πως είχε προηγηθεί η Θεία Χούλια και ο γραφιάς στην έκδοση του 1986 που την είχα αγοράσει κατά πάσα πιθανότητα από την Πρωτοπορία στην οδό Γραβιάς, ένα από τα δυο-τρία περάσματα εκείνης της εποχής.  

Έκτοτε, και για δεκαετίες, ο Λιόσα θα γίνει, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, μια πηγή λογοτεχνικής ευδαιμονίας. Στα βιβλία του βρήκα κόσμους όπου η σκληρότητα, η ομορφιά, η αμφιβολία, η ουτοπία και η τρέλα δένονται με πειστικά περίπλοκους χαρακτήρες σε χρόνους και τόπους που μεταγγίζονται στον αναγνώστη. Όπως οι νεαροί της Στρατιωτικής Ακαδημίας στο πρώτο (και για μένα καλύτερο) βιβλίο του, την Πόλη και τα Σκυλιά. Ή η ανθρώπινη πανίδα που περιστοιχίζει το Πράσινο Σπίτι και η σύνθετη προσωπικότητα του λοχαγού Πανταλέοντος Παντόχα και της παράξενης αποστολής του σε ένα πορνείο[4]. Και μυθιστορήματα όπως η συγκλονιστική Γιορτή του Τράγου –όπου παρουσιάζεται όλη η βαναυσότητα μιας δικτατορίας σαν αυτή του Τρουχίλο στη Δομινικανή Δημοκρατία– έχουν βοηθήσει αναμφίβολα τους αναγνώστες να κατανοήσουν κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες που συχνά είτε δεν φτάνουν ως εδώ είτε καταφθάνουν ως εξωτισμοί και παρωδίες.

Πριν από δύο μήνες, κατά σύμπτωση και αναζητώντας κάτι άλλο, έτυχε να ακούσω μια συνέντευξη που είχε δώσει ο Λιόσα στο ραδιόφωνο της France Culture. Ήταν το 1993 και ο τότε πενηνταεπτάχρονος συγγραφέας απαντά, με άψογα γαλλικά (αφού είχε ζήσει στο Παρίσι της δεκαετίας του ’60) για τη λογοτεχνία, την πολιτική και τις επιρροές του. Το θέμα, βέβαια, επί δεκαετίες, και ξανά με αφορμή την εκδημία του, αφορά την απορία για την πολιτική και τη συγγραφική του ταυτότητα: η όδευση από τον μαρξισμό στον φιλελευθερισμό και μάλιστα σε έναν δεξιόστροφο και νεοφιλελεύθερο φιλελευθερισμό (όχι σε έναν κεντροαριστερό φιλελευθερισμό ή έστω σε μια μετριοπαθή σοσιαλδημοκρατία).

Ακούγοντας τον Λιόσα στη France Culture, ξαναβλέποντας την εκπομπή «Apostrophes» με τον Μπερνάρ Πιβό και έχοντας διαβάσει επί χρόνια τις παρεμβάσεις του για διάφορα θέματα, δεν διακρίνω κάποιο οδοιπορικό-έκπληξη. Νομίζω πως αυτό που εντυπωσιάζει ή μάλλον σοκάρει περισσότερο δεν είναι οι αντιλήψεις του Λιόσα όσο το ότι τις ενστερνίστηκε ένας μεγάλος συγγραφέας του Νότου, ένας συγγραφέας που ερχόταν από τις «ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» και όχι από κάποια χώρα του πρώτου κόσμου. Ήταν, για να το πω αλλιώς, ο δυτικισμός και ο αντιτριτοκοσμικός του τόνος. Ένας δυτικισμός που έπαιρνε τη μορφή υπεράσπισης των ιδιωτικοποιήσεων κ.λπ. Στη Λατινική Αμερική των γενοκτονιών, της αρπαγής εδαφών, των φασιστικών δικτατοριών, στη Λατινική Αμερική της United Fruit και των αμερικανικών συνωμοσιών, ήρθε κάποιος με μια τελείως άλλη αφήγηση και εκδοχή των πραγμάτων. Όχι όμως τόσο μέσα στα μυθιστορήματά του –εκεί τα πράγματα είναι αρκούντως σύνθετα ή και αντίθετα– όσο στη μιντιακή, δοκιμιακή και «δημοσιολογική» τους πλαισίωση.

Ο Λιόσα μεγαλώνει με τις μεγάλες επιρροές της γενιάς του και των κάπως νεότερων, επιδράσεις από τις αρχές του ’50 έως τα μυθικά ’60s: σαρτρικός υπαρξισμός, ένας γενικότερος μαρξιστικός ανθρωπισμός και έπειτα η Κουβανική Επανάσταση και ο επαναστατικός ρομαντισμός που προανήγγειλε την εποχή του ’68. Άνθρωποι από τη Νότια Αμερική που ταξιδεύουν ως εξόριστοι ή για σπουδές στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις της εποχής μεταγγίζουν εικόνες και πρότυπα στους Γάλλους ή στους Βρετανούς που με τη σειρά τους αισθάνονται σε αυτές τις επαφές την αναζωογόνηση του μαρξιστικού ορίζοντα και της ριζοσπαστικής φαντασίας. Από αυτήν τη συναισθηματική και πολιτική φύτρα βγήκε και ο Λιόσα, λέγοντας, εκ των υστέρων, πως άρχισε να παίρνει εγκαίρως αποστάσεις. Αυτό το θεωρώ αμφισβητήσιμο, μια και η μνήμη των ηλικιωμένων ανακατασκευάζει και τροποποιεί εκείνα τα σημεία της παλιάς ζωής που μοιάζουν εκ των υστέρων «ενοχλητικά» ή άβολα. Στη συνέχεια, πάντως, η ιδεολογική διαδρομή είναι κοινότοπη: από τον ριζοσπαστισμό σε μια φιλελεύθερη αριστερά αλά Καμί, στη ρήξη με τον Κάστρο και την ιδεολογία της επανάστασης και από εκεί σε έναν φιλελευθερισμό με συντηρητικές-φιλελεύθερες αποχρώσεις.

Απορία: μήπως είναι άχαρο και άχρηστο να μιλούμε γι’ αυτές τις πολιτικές και ιδεολογικές στάσεις και όχι για τον συγγραφέα; Μήπως παραβιάζουμε έτσι την αυτονομία της λογοτεχνίας από την πρόθεση και τις πολιτικές βλέψεις του συγγραφέα, πηγαίνοντας πίσω και από τις κατακτήσεις του μοντερνισμού; Η απάντηση στη δίκαιη απορία είναι απλή: ο ίδιος ο Λιόσα διεκδίκησε έναν διπλό ρόλο, μια αμφίβια υπόσταση. Δεν είναι μόνο πως κατέβηκε υποψήφιος για την προεδρία του Περού απέναντι στον Αλμπέρτο Φουχιμόρι (ο οποίος και νίκησε) αλλά κυρίως το γεγονός πως η κουλτούρα του επιδιώκει να διευθετήσει την ένταση μεταξύ πολιτικής μαχητικότητας και λογοτεχνικής περιπέτειας. Για να αποδράσει από τον κλοιό της πολιτικής, ο Λιόσα πάει να γίνει ερωτικός συγγραφέας, συγγραφέας της επιθυμίας, όμως σε κάθε άλλη του στιγμή επανέρχεται αναπόφευκτα στο πολιτικό και το ιστορικό υλικό. Η σκληρότητα της ιστορίας δεν τον αφήνει ήσυχο και εκείνος, βγαίνοντας έξω από τη λογοτεχνία, κατηγορεί ως υπαίτιο για τα δεινά εκείνον ή εκείνους που τα καταγγέλλουν.

***

Αμφίβιος: Η μία πλευρά είναι η λογοτεχνία ως απόσταση-διαφυγή από τη στενή πραγματικότητα, η άλλη πλευρά η λογοτεχνία ως δίψα να καταλάβει κανείς τον κόσμο και τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργούν τα ατομικά κίνητρα μέσα στο συλλογικό πλαίσιο, στους καταναγκασμούς της περίστασης. Μπορεί να αποτολμήσει κανείς την υπόθεση ότι ο Λιόσα ήρθε σε ρήξη με την αριστερά γιατί, εκτός των άλλων, θεώρησε ότι οι απαιτητικές αριστερές στρατεύσεις ενοχλούν την υπόθεση της λογοτεχνίας όπως την κατανοούσε. Και την κατανοούσε με τον τρόπο του Φλομπέρ. Ο Ρικάρντο –το προσωπείο του ίδιου του Λιόσα στο Παλιοκόριτσο–, έχοντας αποχωριστεί τον κόσμο των επαναστατών και των σχεδίων τους, ξαναδιαβάζει την Αισθηματική Αγωγή του Φλομπέρ, αφού και το αντικείμενο του έρωτά του πήρε το όνομα της περίφημης φλομπερικής μαντάμ Αρνού.

Κατά τα άλλα, ο προσεταιρισμός συντηρητικών ιδεών μετέχει στη διαμόρφωση του συγγραφέα, στην κατασκευή του ως φιγούρας που προτείνει κάτι άλλο από τον κλασικό τύπο του ριζοσπάστη Λατινοαμερικάνου συγγραφέα. Η αντιπαράθεσή του με τον Γκάμπο (Γκαρσία Μάρκες) ήταν, με κάποιον τρόπο, ένα αντιπροσωπευτικό επεισόδιο ενός πνευματικού και πολιτικού διαχωρισμού που θα έχει τη σημασία του σε βάθος χρόνου.

Τι έκανε ο Λιόσα και απογοήτευσε πολλούς λάτρεις της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και κουλτούρας; Έγραψε σημαντικά μυθιστορήματα που μιλούν για το Περού, τη Χιλή, τη Δομινικανή Δημοκρατία, έχοντας συγχρόνως μπει στο σαρκίο εκπροσώπου των ατλαντικών, καπιταλιστικών και «θατσερικών» αξιών. Έγινε ο συγγραφέας που καταδικάζει τον «μιζεραμπιλισμό», δηλαδή τους αντι-ιμπεριαλιστικούς και αντικαπιταλιστικούς λόγους που είχαν ιδρύσει μια ορισμένη λατινοαμερικανική κοινωνική και πνευματική συνείδηση στον 20ό αιώνα. Εξελίχθηκε, με άλλα λόγια, σε έναν φιλελεύθερο αντι-λαϊκιστή που είχε πολύ περισσότερα κοινά με τον Φρανσουά Φιρέ παρά με τον Γκαλεάνο, τον Καρπεντιέ ή τον Μάρκες.

Επιμένω, όμως, ότι δεν υπάρχει εδώ κάτι παράξενο. Και συναντούμε κι άλλες περιπτώσεις μετατοπίσεων και ιδεολογικής στροφής, για παράδειγμα του Μεξικανού Κάρλος Φουέντες. Απλώς στον Λιόσα θα είναι ρήξη απόλυτη, όχι μετατόπιση ή αναθεώρηση και επαναπροσδιορισμός. Στη συνομιλία στη France Culture βρίσκω λόγια που τα έχω ήδη συναντήσει στις επιστολές του Φλoμπέρ στη συγγραφέα Γεωργία Σάνδη. Ο Λιόσα, όπως και ο Φλoμπέρ –η μεγάλη του, δηλωμένη αγάπη– τονίζει το γεγονός ότι στην «ανθρώπινη φύση» υφέρπει μια ορμή προς τη βία και το κακό. Ο Φλομπέρ λοιδορούσε (με περιπαικτική τρυφερότητα, φυσικά, γιατί υπήρξε επιστήθια φίλη του) τον αριστερό ουμανισμό της Σάνδη και το κοινωνικό της συναίσθημα που κατά τον συγγραφέα της Μαντάμ Μποβαρί οδηγεί στην «τρέλα» (ο ίδιος, όπως και ο Γκοτιέ, είδαν την εξέγερση και το πείραμα της Κομμούνας του Παρισιού ως εγκληματικά και ήταν υπέρ της βίαιης καταστολής). Έναν αιώνα μετά, ο Περουβιανός Λιόσα ακολουθεί ακριβώς τον ίδιο δρόμο: από τον άνθρωπο στραβόξυλο που δεν ισιώνει –το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας το ονόμαζε ένας από τους διανοητές που επηρέασε και τον Λιόσα, ο Βρετανός ιστορικός των ιδεών Αϊζάια Μπερλίν– προσγειώνεται στην απόρριψη κάθε ριζοσπαστικής προσδοκίας για χειραφέτηση. Η κοινή, βασική ιδέα εδώ είναι ότι το μόνο που μας απομένει είναι οι ατελείς φιλελεύθερες δημοκρατίες. Και φυσικά αυτό το εγκώμιο στο ατελές, παρά το ότι έχει πλούσιες ρίζες (και ψυχαναλυτικές), θα συνδεθεί σε κάποιους με τη φυσικοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων και μια πενιχρή άποψη για τη δημοκρατία ως καθεστώς περιορισμού της πιο ακραίας βίας και του κάθετου δεσποτισμού, ως απαλλαγή από τα γκουλάγκ κ.λπ. Τηρουμένων των αναλογιών, γι’ αυτή την αντίληψη, το ότι δεν σφαζόμαστε στον δρόμο και έχουμε μια ορισμένη σταθερότητα, αρκεί για να λέμε πως ζούμε σε δημοκρατία. Έχω την εντύπωση πως ο τρόπος που βλέπει και το μυθιστόρημα ο Λιόσα είναι μετάφραση αυτής της έντονης καχυποψίας για κάθε μεγάλη ηθική, πολιτική και κοινωνική προσδοκία. Το μυθιστόρημα στον Λιόσα –όπως και σε έναν άλλον, πολύ διαφορετικό απογοητευμένο, τον Μίλαν Κούντερα– είναι επίσης ειρωνική αποσυναρμολόγηση της προσδοκίας για το καλό. Η λογοτεχνία ως «σκεπτικισμός» θέλει να είναι η διαχείριση της ανθρώπινης αδυναμίας για μια άλλη κοινωνική οργάνωση. Από αυτή την προκαταβολική δήλωση μικρών αξιώσεων και φόβου για τις συνέπειες της πολιτικής βούλησης μπορεί να γεννηθεί είτε ένας αναστοχασμός μέσα στην αριστερά είτε μια πορεία προς τα δεξιά. Και τα δύο είναι εκδοχές που παίχτηκαν και παίζονται πάντα.

Και εδώ όμως υπάρχει πάλι πολιτική. Εκεί όπου ο συγγραφέας πιστεύει πως ξεμπέρδεψε με τον «ολοκληρωτισμό» της πολιτικής, ο σκεπτικισμός του είναι ήδη μια πολιτική θέση. Όταν η φιλοσοφική αφετηρία είναι ο άνθρωπος εν πτώσει, ένας λειψός και κατά βάση μοχθηρός πυρήνας της ψυχής (ακόμα και ως άθεος, ο συντηρητικός συγγραφέας ξεκινάει πάντα επισημαίνοντας τα κουσούρια, δηλαδή το ότι οι άνθρωποι είναι αδύναμοι, ψεύτες και φαύλοι που θα προδώσουν τον Χριστό με την πρώτη ευκαιρία), το μόνο που μπορείς να ελπίζεις είναι βελτιώσεις των πραγμάτων στη βάση του νόμου, της οικονομίας της αγοράς ή της φιλευσπλαχνίας των πιο εύπορων.

Στη France Culture, ο Λιόσα αναφέρει και τον Γάλλο συγγραφέα Ζoρζ Μπατάιγ και το θαυμάσιο κείμενο Η Λογοτεχνία και το Κακό. Η λογοτεχνία, λέει, δεξιώθηκε το κακό και με αυτόν τον τρόπο είναι ένας τρόπος να διοχετεύουμε τα αρνητικά φορτία. Αυτό σημαίνει ότι στην οπτική του Λιόσα (την οποία προσπάθησα εδώ να περιγράψω) η λογοτεχνία είναι μια ιδιαίτερη μελέτη των παθών που δεν πρέπει να «καπελώνεται» από τις λυτρωτικές ιδέες ή τις πολιτικές δεσμεύσεις μας. Η υποστήριξη, ωστόσο, μιας συγκεκριμένης αφήγησης για την ανθρώπινη φύση και το πολιτικά δέον ενθαρρύνει και νομιμοποιεί μια άλλη στράτευση.

***

Γιατί ο Λιόσα υπήρξε πολύ μεγάλος συγγραφέας; Διότι, παρά το ότι κι αυτός κατανάλωσε πολύ χρόνο διεκτραγωδώντας τις «αυταπάτες της νεότητάς του» (όπως όλοι οι πρώην αριστεροί), η λογοτεχνία του υπήρξε ένα πλούσιο οικοδόμημα στο οποίο φιλοξενεί και τις οπτικές που δεν συμπαθούσε πλέον. Πέρα από τη γοητεία που ασκούν και στον Λιόσα η ίδια η διάψευση των ονείρων, η ανακάλυψη της ματαιότητας και η διαρκής επάνοδος στο λάθος και στο έγκλημα, τα μυθιστορήματά του διατηρούν ένα μερίδιο ελπίδας, ανθρωπισμού και ανόθευτης αγωνίας για τη μοίρα των ατόμων και των λαών μέσα σε συστήματα απάνθρωπης βίας. Αυτό κατάλαβαν και του απένειμαν το Νόμπελ, ένα Νόμπελ απολύτως δικαιωμένο. Μας άφησε ένα δείγμα ευφυούς μοντερνιστικού ρεαλισμού. Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα είναι εδώ για να τον ανακαλύψουν και όσοι/-ες τον αγνοούν ή προσέχουν επιδερμικά μόνο τις ετικέτες. Ακόμα και αν ο σκεπτικισμός στη λογοτεχνία είναι συχνά το όχημα μιας συντηρητικής πολιτικής στράτευσης, σημασία έχει εν τέλει το πώς γράφει κανείς. Το πώς ανασυνθέτει μια εμπειρία, μια γλώσσα, μια οικουμένη, επινοώντας πρόσωπα που φωτίζουν, έμμεσα, και τα σκοτεινά σημεία της Ιστορίας.


------------------

[1] Πρωτότυπος τίτλος: Τravesuras de la niña mala.

[2] Αναφέρεται, ας πούμε, το La joie de lire, που ήταν το βιβλιοπωλείο του Φρανσουά Μασπερό στην οδό Saint-Séverin), όπου σε όλη τη δεκαετία του '60 οι αναγνώστες αναζητούσαν την αντι-αποικιακή και αντικαπιταλιστική γραμματεία της εποχής. Για το βιβλιοπωλείο και τον εκδότη βλ. François Dosse, Les hommes de l’ombre, Portraits d’éditeurs, Perrin, 2014, σ. 249-278.

[3] Μάριο Βάργκας Λιόσα, Το παλιοκόριτσο, μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, Καστανιώτης, 2007

[4] Το πράσινο σπίτι, μτφρ. Κατερίνα Τζωρίδου, Καστανιώτης, 2005 & Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες, μτφρ. Τασία Χατζή, Εξάντας, 1997.


Πηγή LiFO

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Το χρέος του δημιουργού* (συνέντευξη με τον Μάκη Πανώριο στο artcore, 26.01.2015)



Ο Μάκης Πανώριος είναι ένας δημιουργός που, δίχως μεγάλη υπερβολή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο ‘Πατριάρχης του ελληνικού Φανταστικού’, με σημαντικό συγγραφικό και ανθολογικό έργο που εκτείνεται στο πέρασμα δεκαετιών. Για το έργο του έχει τιμηθεί ουκ ολίγες φορές, ενώ επίσης έχει εργαστεί ως ηθοποιός και ζωγράφος (περισσότερα για την πορεία του αναφέρει ο ίδιος εντός της συνέντευξης). Κύρια μυθιστορήματά του η τριλογία «Η διαδρομή/Η Καταδίκη» (2005, επανέκδοση παλαιότερων έργων), «Το Μαυσωλείο» (2006) και «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου» (2010), στα οποία πρωταγωνιστεί ο Αλέξανδρος, γενολογικό/γενόσημο [generic] όνομα του ανθρώπινου όντος.
 

 - Η πρώτη επισήμανση αφορά το ύφος σας: ρευστός λόγος με πλήθος συνώνυμων, παρατακτικών όρων. Υποδηλώνει αυτό κάποια οντολογική δέσμευσή σας, φερειπείν σε έναν κόσμο ροής και γίγνεσθαι, τον οποίο ασθμαίνουσα η γλώσσα αποτυγχάνει εγγενώς να συλλάβει και προτείνεται ως εκ τούτου η εξώθησή της στα όρια, το ‘λύγισμά’ ή ο ‘τανυσμός’ της προκειμένου να τον ακολουθήσει; Ποια η σχέση μορφής και περιεχομένου στα μυθιστορήματά σας και εν γένει στο έργο σας;

Στη γραφή μου το εσωτερικό τοπίο της ιστορίας είναι αυτό που υπαγορεύει την ‘εξωτερική’ μορφή του, τη λογοτεχνική οικοδόμησή του. Πιο συγκεκριμένα: η ειδική μεταχείριση του Λόγου επιδιώκει και προσπαθεί να ‘περιγράψει’ το εσωτερικό ‘σχήμα’ που προτείνει και φιλοδοξεί να ιχνηλατήσει η αφηγούμενη ιστορία, διότι, αυτή κυρίως, είναι η μόνη υπεύθυνη για την δεδομένη σύνθεσή της. Καθόλου απλή διαδικασία, επειδή, ανεξαρτήτως ερεθίσματος από την διαπιστωμένη ρευστότητα της αινιγματικής ‘πραγματικότητας’, η δική μου γραφή επιχειρεί να ρίξει ένα βλέμμα στο ακατανόητο ανθρώπινο τοπίο, αλλά μέσα από το δεδομένο γεγονός που αγωνίζομαι να το διαπραγματευτώ με την συγκεκριμένη ιστορία την οποία και επιλέγω ως πρόσχημα προκειμένου να ‘ακούσω’ τον εσωτερικό ήχο της. Ως εκ τούτου, ο Λόγος τον οποίο και επιλέγω, καθώς επίσης και ο τρόπος που τον μεταχειρίζομαι, κυρίως αυτόν, προσπαθεί εναγωνίως να συλλάβει τον συγκεκριμένο βηματισμό του ανθρώπου στο γήινο τοπίο το οποίο και κατοικεί. Μέσω του εν λόγω βηματισμού, που είναι βέβαια υπαρξιακών προδιαγραφών, ο άνθρωπος καλείται να συνειδητοποιήσει το ‘υπόγειο’ νόημα της αναπόφευκτης πορείας του, απ’ την στιγμή της έλευσής του έως της στιγμής της αναχώρησής του. Κυρίως την τραγωδία της απόλυτης μοναξιάς του, παρ’όλη την ψευδαίσθηση του συνοδοιπόρου. Οι όποιες ‘συναντήσεις’ του επιφυλάσσει αυτή η εφιαλτικά οδυνηρή πορεία, απλώς επιβεβαιώνουν την απόλυτη ερημιά του δρόμου· ο καθένας ‘βαδίζει’ μόνος. Ακόμη κι αν θεωρηθεί αυτή η ‘πορεία’, παρ’ όλη την υποτιθέμενη εξωτερική γοητεία της, που μοιάζει να προσυπογράφει την ψευδαίσθηση του θαύματος της δημιουργίας, ένας τρομαχτικός εφιάλτης, τουλάχιστον για τον σκεπτόμενο υγιώς άνθρωπο, τότε η λογοτεχνική διαπραγμάτευσή της, γίνεται, ή πρέπει-οφείλει να γίνεται με ανάλογες εφιαλτικές συμπαραδηλώσεις, σχήματα, εικόνες, ήχους, θραύσματα ζωής. Ως εκ τούτου ο Λόγος πρέπει να ‘δηλώνει’ αυτόν τον εφιάλτη. Αυτόν τον εφιάλτη προσπαθώ να σχεδιάσω στα κείμενά μου.

 

 - Μπορούμε να αποφύγουμε το ερώτημα περί της αντιγραφής της τέχνης από τη ζωή (και αντιστρόφως) διαπιστώνοντας ότι υπάρχει ένας ισομορφισμός, για να το πούμε έτσι, μεταξύ τους: αμφότερες αποτελούν κατά κάποιον τρόπο εγχειρήματα ανάδυσης καινοφανών μορφών από το χάος, διαχείρισης και αναδιάταξής του (και, υπό την έννοια αυτή, το ζήτημα δεν τίθεται με όρους αντιγραφής ή μιμητικής αναπαραγωγής για καμιά από τις δύο). Αυτό θέτει στο επίκεντρο το πρόβλημα της αιωνιότητας ή της διάρκειας ενός έργου. Η ζωή ‘επιλύει’ το πρόβλημα με την επιβίωση του γενικού ή καθολικού εις βάρος των επιμέρους (όλα τα έμβια όντα, παρελθοντικά, παροντικά ή μελλούμενα θα τελευτήσουν, αλλά όχι η ίδια η Ζωή, που προελαύνει νικηφόρα δι’αυτών και των ‘αποτυχιών’ τους). Ποια θα μπορούσε να είναι η απάντηση της τέχνης, επί παραδείγματι της λογοτεχνίας, ώστε να μη θεωρηθούν τα προϊόντα της απλές φούσκες στην επιφάνεια της λάβας, που σπεύδουν να αποσυρθούν στη λήθη άμα τη εμφανίσει τους;

Η απάντηση της λογοτεχνίας στον παραλογισμό της ζωής, διότι περί ανεξήγητου, αφόρητα αινιγματικού παραλογισμού πρόκειται – η ‘ανθρώπινη’ λογική αδυνατεί να την διερμηνεύσει – είναι μόνο η Σιωπή, που λειτουργεί, τουλάχιστον στις καλύτερες περιπτώσεις της, ως αντανάκλαση της Κοσμικής Σιωπής, απ’ την οποία μάλλον-πιθανώς προέρχεται. Η ζωή, επισημαίνετε, «προελαύνει νικηφόρα». Δεν μπορώ να δω καμιά νίκη στο φαινόμενο ‘Ζωή’. Το μόνο που την χαρακτηρίζει είναι η ακατανόητη αέναη επανάληψή της. Ποιος ο λόγος; Άγνωστος· και κατά πάσα πιθανότητα, έως μάλλον βεβαιότητα, δεν θα τον μάθει ποτέ. Όπως επίσης ουδέποτε θα μάθει και την αρχική… Αρχή της. Και, φυσικά, το νόημά της. Γνωρίζει μόνο «το τέλος του παιχνιδιού», για να θυμηθούμε τον Μπέκετ. Πέραν αυτού ουδέν. Το έχει εξάλλου διαπιστώσει ήδη ο άνθρωπος δια στόματος Σωκράτη: «Ένα ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτε». Η φοβερή αυτή συνειδητοποίηση, έχει σαν αποτέλεσμα την απεγνωσμένη κραυγή του υπαρξιακού ανθρώπου, που αναδύεται από τα έγκατα της μυστικής, άγνωστης, και αδύνατον να εντοπιστεί η ύπαρξή της, κρύπτης του, την οποία και εκτοξεύει επί ματαίω στο αχανές διάστημα. Μια απελπισμένη προσπάθειά του να επικοινωνήσει με το Άγνωστο, να δεχτεί μια κάποια απάντηση προκειμένου να απαλλαγεί απ’ το υπαρξιακό άγχος της ακατανόητης υπόστασής του. Δεν έχει υπάρξει ‘επικοινωνία’, μέχρι στιγμής, και, μάλλον, δεν θα υπάρξει ποτέ, αν δεχτούμε τον διάσημο Βρετανό φυσικό Στίβεν Χόκινγκ: «Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα φθάσουμε ποτέ στο τέλος της αναζήτησης. Η πολυπλοκότητα του σύμπαντος –και του ανθρώπου – θα παραμείνει εσαεί για τον άνθρωπο terra incognita. Τί άλλο, λοιπόν, μπορεί να κάνει ο συνειδησιακός άνθρωπος παρά να προσπαθεί, παρ’ όλη τη γνώση των συνεχών αποτυχημένων προσπάθειών του, απ’ το να αγωνίζεται αενάως ν’ αγγίξει-επικοινωνήσει με τον «Μονόλιθο», δηλαδή το αβυσσαλέο Άγνωστο, όπως το προσδιόρισε ο Άρθουρ Κλαρκ στην «Οδύσσεια του Διαστήματος;» Τίποτ’ άλλο, παρά να ‘βλέπει’ τον Μονόλιθο-Άγνωστο να χάνεται μέσα στ’ αστέρια, να επιστρέφει δηλαδή στον εαυτό του. Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή που θα τον πλησιάσει και θα θέσει τον δάκτυλό του ‘επί τον τύπον των ήλων’, σε μια ύστατη, απεγνωσμένη προσπάθεια, όχι να διαιωνιστεί, αλλά για να δηλώσει τη μάταιη ύπαρξή του, καταγράφει τη πορεία του στο άνυδρο κοσμικό τοπίο, με τις κραυγές του, τις ‘συναντήσεις’ του, τους αποχαιρετισμούς του. Αυτό κάνει η Τέχνη. Και αυτό κάνει στις καλύτερες στιγμές της η λογοτεχνία· γι’ αυτό και περισσότερη τιμή της πρέπει, όπως λέει κι ο Ποιητής. Επειδή τολμά ν’ αντισταθεί στο Μηδέν που προελαύνει ακάθεκτο.  

 

 - Ηρωική και καταδικασμένη να αποτύχει μοιάζει η υπαρξιακή περιήγηση στο γήινο τοπίο, όπως τόσο όμορφα την αποτυπώνετε στην τριλογία σας («Κατάκτηση», «Το Μαυσωλείο», «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου»). Από μνήμης -και γι' αυτό με πάσα επιφύλαξη- αναφέρουμε τρία χωρία που μας έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση από το τελευταίο βιβλίο: εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο πάνω στο δέντρο, τη συζήτηση για το νερό, και το θέατρο όπου αναπαρίσταται όλη η πορεία της ανθρωπότητας, προς το τέλος – πρόκειται, νομίζουμε, για καταπληκτικές πραγματεύσεις. Στο τέλος απομένει μονάχα η περήφανη κατάφαση του παιχνιδιού, μολονότι και αυτή με τη σειρά της δεν έχει καμία σημασία. Ή επίσης: να ζεις τη ζωή για χάρη της ίδιας. Θα συμφωνούσατε με μια τέτοια ανάγνωση της πορείας του Ταξιδιώτη, του Αλέξανδρου, στο βαθμό που είναι θεμιτό ή δυνατό να εξάγει κανείς ένα ‘επιμύθιο’ από αυτήν;

Ακόμη κι αν μπορούσε να μεταμορφωθεί ως δια μαγείας, μέσα σε μια νύχτα, ή προϊόντος του χρόνου ή με τις προϋποθέσεις της επιστήμης και της Τέχνης, η Γη σε επίγειο παράδεισο, η προδιαγεγραμμένη διαδρομή του ανθρώπου σ’ αυτό το φανταστικό γήινο περιβάλλον, δεν επρόκειτο ν’ αλλάξει την τραγωδία του, όντας εκ φύσεως καταδικασμένος να διασχίσει αυτό το τραγικό τοπίο, στο οποίο και βρέθηκε για ακατανόητους λόγους· αυτό πρέπει να τονίζεται συνεχώς μήπως και κάποτε ο άνθρωπος το συνειδητοποιήσει, γεγονός που μπορεί πιθανώς να επαναπροσδιορίσει τη μοίρα του στη Γη και στο Διάστημα. Επιχειρεί, και καλώς πράττει βεβαίως, να εξανθρωπίσει εαυτόν, και να καταστήσει τουλάχιστον βιώσιμο το εν λόγω τοπίο. Η ‘ουσία’, όμως, αυτής της τραγικής στο βάθος διαδικασίας δεν αλλάζει, όσο κι αν προσπαθεί η Επιστήμη και η Τέχνη να την εξωραΐσει. Τί, λοιπόν, μπορεί να κάνει ο συνειδησιακός άνθρωπος μπροστά στο αναπόφευκτο που ανά πάσα στιγμή τον υπερβαίνει; Να θέσει τέρμα στη ζωή του, και, κατ’ επέκταση, στη ‘γοητευτική’ μυθολογία της, σαν τον Ατζεσιβάνα, μαθητή του Βούδα που την αφαίρεσε ‘ηρωικά’ επειδή τη ‘γνώρισε’ «…στη μυστική της πρώτη ουσία…», όπως μας τον συνέστησε ο Σικελιανός στο ομώνυμο ποίημά του; Ή να τυφλωθεί σαν τον τραγικό Οιδίποδα, που βιώνοντας ο ίδιος τη φρίκη της, ‘έσβησε’ την όρασή του με το ίδιο του το χέρι, επειδή του ήταν πλέον αδύνατο να την ‘βλέπει’; Ο γνωστικός άνθρωπος, ο ήδη προαναφερόμενος υπαρξιακός, που έχει δεχτεί το μήνυμα του Σκότους, και της Σιωπής κυρίως, προσπαθεί εναγωνίως να επικοινωνήσει –‘συνομιλήσει’ μαζί τους, μήπως και βιώσει το θαύμα, αν όχι της πολυπόθητης ‘επαφής’, τουλάχιστον της αποκάλυψης ενός κάποιου νοήματος. Η λογοτεχνία, στις οριακές, κορυφαίες στιγμές της, αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει. Κι ίσως γι’ αυτό, συνειδητά ή υποσυνείδητα, προσπαθεί να αφήσει ένα ‘δείγμα’ του βηματισμού της σ’ αυτό το άνυδρο, άχαρο τοπίο που, ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν παραμείνει ‘ακίνητος’ στη μέση της κοσμικής ερήμου, πρέπει να το εξαντλήσει: «Δεν γνωρίζω από πού ήρθα, δεν γνωρίζω γιατί πρέπει να διασχίσω αυτήν την οδό, δεν γνωρίζω που πάω. Γιατί;» Και αυτό ακριβώς το ‘ίχνος’ του μοιραίου βήματός του και τον τραγικό ‘ήχο’ της πορείας του επιχειρεί να αφήσει η λογοτεχνία, μια ίσως απεγνωσμένη, επειδή ο λειτουργός της γνωρίζει κατά βάθος τη ματαιότητα του εγχειρήματος, αλλά οπωσδήποτε υγιής αντίδραση στην έλευση της λάβας, όπως τόσο εύστοχα σημειώνετε. Απ’ αυτήν ακριβώς την αγωνία διακατέχεται ο Αλέξανδρος της τριλογίας μου. Διασχίζει το ανθρώπινο τοπίο, το ζει, το επιβεβαιώνει, εμπλέκεται στα ‘ρεαλιστικά’ του συμβάντα που λειτουργούν ως υπερρεαλιστικός εφιάλτης υπερτονίζοντας έτσι τον αφάνταστο παραλογισμό μιας παράλογης ‘πραγματικότητας’. Στο υποτιθέμενο τέλος της οδυνηρής πορείας του θα σταθεί μπροστά στο Άγνωστο’ και θα του απευθύνει τη μοιραία ερώτηση: «Είναι κανείς εκεί;» Θα δεχτεί φυσικά την απάντηση της Σιωπής, την οποία ήδη γνωρίζει· απλώς την επιβεβαιώνει ως ένας ‘πιστός’ όμως Θωμάς, θέτοντας ενσυνειδήτως πλέον τον δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων. Και είναι αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση που δεν μας επιτρέπει να εξάγουμε κανένα ‘επιμύθιο’. Εκτός κι αν, ούτως ή άλλως, θεωρήσουμε ‘επιμύθιο’ εκείνο το συγκινητικό «Πρέπει να ζήσουμε, θείε Βάνια», που απευθύνει η Σόνια στο θείο της, στο ομότιτλο έργο του Τσέχοφ. Αλήθεια, τί άλλο να κάνει ο άνθρωπος;

 

 - Πείτε μας, εάν θέλετε, ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο που δεν έχετε διαβάσει, και το αντίστοιχο βιβλίο που δεν γράψατε ακόμη. Ποιο είναι δηλαδή εκείνο το έργο για το οποίο υποψιάζεστε, ούτως ειπείν, ότι θα σας συνέπαιρνε, αλλ' εντούτοις για τον οποιοδήποτε λόγο δεν πιάσατε στα χέρια σας, και ποιο αντίστοιχα είναι εκείνο το ‘πρότζεκτ’ που σας τριβέλιζε το μυαλό και ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε, όχι ακόμη τουλάχιστον; 

Αν εξαιρέσω την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», στις οποίες και επανέρχομαι κατά διαστήματα, διαπιστώνοντας κάθε φορά ότι την προηγούμενη τις είχα διαβάσει αλλά χωρίς να τις έχω… διαβάσει, το καλύτερο σύγχρονο βιβλίο, που επίσης δεν είχα διαβάσει, παρ’ όλο που είχα κάνει την γνωριμία του στις αρχές τις δεκαετίας του ’60, είναι η «Δίκη» του Φραντς Κάφκα. Τώρα, πλήρης ετών πλέον, με σχετικώς διαμορφωμένη οπτική πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, το ξαναδιάβασα. Εννοώ ότι κοινώνησα και πάλι την υπαρξιακή του γεύση. Είμαι ακόμα και τώρα, ιδίως τώρα, βαθύτατα ταραγμένος, έχοντας έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την προαναφερθείσα ανθρώπινη μοίρα όπως μας την κληροδότησε ο μεγάλος αυτός συγγραφέας, αντιγράφοντας την τραγική πορεία του Γιόζεφ Κ., του Ανθρώπου δηλαδή, στο παράλογο εφιαλτικό τοπίο της ζωής, για να διαπιστώσει στο τέλος ότι πεθαίνει«Σαν σκυλί!» – και μετά τίποτα. Και μετά «Όλα τα άλλα είναι σιωπή», το έχει ήδη διαπιστώσει ο Σαίξπηρ δια στόματος Άμλετ. Γνωρίζω πως ακούγομαι ρητορικός και πομπώδης, αλλά δεν βρίσκω άλλες λέξεις να περιγράψω τη ‘συνάντηση’ αυτή που σημάδεψε αποκαλυπτικά τη συγγραφική πορεία μου. Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμα και τώρα, πιστεύω πως δεν έχω καταφέρει να τον διαβάσω εις βάθος, επειδή δεν γνωρίζω Γερμανικά ώστε να επικοινωνήσω με το αυθεντικό, πρωτότυπο κείμενο. Ούτως ή άλλως, όμως, η ‘αποκάλυψη’ Κάφκα στη ζωή μου καθόρισε, όπως ήδη προανέφερα, τη γραφή μου, εναγωνίως προσπαθώντας ωστόσο να αυτονομηθώ και να αρθρώσω δικό μου λόγο. Υπό αυτή την έννοια ‘αναζητούσα’ πάντα εκείνο το άγνωστο βιβλίο που, πιθανώς, ενυπάρχει κάπου στο βάθος της μυστικής κρύπτης του συγγραφέα, αναμένοντας την έξοδό του. Προς ώρας, η θύρα εξόδου της παραμένει ερμητικά κλειστή. Αλλά τώρα πλέον, ακόμη κι αν ανοίξει… Πώς το θέτει ο Κάφκα σ’ εκείνο το λογοτεχνικό του κόσμημα «Ενώπιον του Νόμου;» «Αυτή η πόρτα ήταν για σένα. Τώρα θα την κλείσω!» Ο Άνθρωπος δεν επιχείρησε ‘να μπει μέσα στο Νόμο’, κι εγώ δεν επιχείρησα να παραβιάσω την δική μου… 

Φιλοδοξία μου ήταν να σπουδάσω ζωγραφική, αλλά δεν τα κατάφερα, παρ’ όλο που τελείωσα τη Σχολή Ζωγραφικής και Σχεδίου ABC. Στράφηκα στο θέατρο και εργάστηκα σ’ αυτό ως ηθοποιός για τριάντα και πλέον χρόνια, έχοντας τελειώσει τη Δραματική Σχολή Θεάτρου και Σκηνοθεσίας του Πέλου Κατσέλη. Η Γραφή με απασχολούσε από τα παιδικά μου χρόνια. Στο Γυμνάσιο ήμουν ο μαθητής που έγραφε καλές λογοτεχνικές εκθέσεις και μετέφραζε αρχαίους έλληνες ποιητές· έχω μεταφράσει επίσης το«Άσμα Ασμάτων», του Σολομώντα, και διασκευάσει σε θέατρο την προαναφερθείσα «Δίκη», του Κάφκα. Είχα πάντα κατά νου ένα ιδιαιτέρως φιλόδοξο σχέδιο: Να γράψω ένα βιβλίο επισημαίνοντας το υπερβατικό-φανταστικό στοιχείο-σύμβολο στην ελληνική λογοτεχνία από τον Όμηρο μέχρι των ημερών μας, υποστηρίζοντας το ρόλο της φαντασίας στη λογοτεχνική γραφή, πρόλογο του οποίου μπορώ να θεωρήσω την εξάτομη ανθολογία μου «Το Ελληνικό Φανταστικό Διήγημα (Από τα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα, Εκδόσεις Αίολος 1987-2011)». Τώρα, όμως, «Καθώς Ψυχορραγώ», για να θυμηθώ τον Φόκνερ, είναι πλέον αργά. 

 

 - Ποια ή ποιες υπήρξαν οι καθοριστικές συναντήσεις στη ζωή σας, όσον αφορά τον ‘δημιουργό Μάκη Πανώριο’ - είτε αυτές είχαν να κάνουν με ανθρώπους, βιβλία, έργα τέχνης ή περιστατικά, γεγονότα και συμβάντα ενγένει; Ποιος ή τι καθόρισε τη διαδρομή σας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορείτε αναδρομικά να πείτε ότι τίποτε δε θα ήταν ίδιο, ότι τα πράγματα θα είχαν λάβει εντελώς άλλη τροπή, εάν η συνάντηση δεν είχε λάβει χώρα;

Οι ‘συναντήσεις’ μου ήταν κυρίως λογοτεχνικές. Στο σπίτι του Παππού μου, από την πλευρά της Μητέρας μου, υπήρχε πλούσια βιβλιοθήκη, μέσω της οποίας ήρθα για πρώτη φορά σε επικοινωνία με τη λογοτεχνία. Διάβασα Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Καρκαβίτσα, αλλά και Βίκτορ Ουγκό, Φένιμορ Κούπερ, Αλέξανδρο Δουμά, το θαυμαστό αραβικό έπος «Χίλιες και Μία Νύχτες», στην ανεπανάληπτη μετάφραση του σπουδαίου φιλόλογου και ελληνιστή Κώστα Τρικογλίδη, και πλήθος άλλων. Αργότερα, στο Γυμνάσιο συνάντησα δυο σπουδαίους φιλόλογους, τον Α. Φιλιππόπουλο και Κ. Παπαϊωάννου, που μου γνώρισαν τη μαγεία αλλά και τη σημασία της λογοτεχνίας. Την μύησή μου ωστόσο στο εσωτερικό σύμπαν της λογοτεχνίας την οφείλω στον ποιητή Λέοντα Κουκούλα και στον συγγραφέα Άγγελο Φουριώτη που δίδασκαν αντίστοιχα Ιστορία Θεάτρου ο πρώτος και Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας ο δεύτερος. Αρχής γενομένης απ’ τον ΄Ομηρο και τους Τραγικούς, πέρασα, στη συνέχεια, στον ωκεανό της Λογοτεχνίας. Στάθηκα στον Χέρμαν Μέλβιλ, στον Τζέιμς Τζόις, στον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στον Ε. Α. Πόε, στον Σάμιουελ Μπέκετ. Στα χωρικά μας ύδατα 'συνάντησα' τον Νίκο Πολίτη, τον Ρένο Αποστολίδη, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Αλέξανδρο Σχινά, έναν από τους σπουδαιότερους ανανεωτές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η γνωριμία μου με το Νέο Γαλλικό Αντιμυθιστόρημα, επαναστατική τομή στο σώμα την ευρωπαϊκής τουλάχιστον λογοτεχνίας, όπως εκφράστηκε από τη Ναταλί Σαρότ, τον Αλέν Ρομπ Γκριγιέ, τον Κλοντ Σιμόν, τον Μισέλ Μπιτόρ, ήταν καθοριστική. Και φυσικά, στη κορυφή όλων, όπως ήδη έχω προαναφέρει, ο Φραντς Κάφκα. Ήταν το αποκαλυπτικό σύμπαν που όρισε τη δική μου μυθολογία, τη λογοτεχνική της διαπραγμάτευση, και τα σχήματα των ιστοριών που επέλεξα για να ιχνηλατήσω την ανθρώπινη περιπέτεια… 

Πιθανώς ο δρόμος της ζωής μου να με είχε οδηγήσει σε άλλα, εντελώς διαφορετικά τοπία, αν είχα ακολουθήσει το δρόμο που είχε επιλέξει ο Πατέρας μου: Να γίνω μηχανικός. Είμαστε φτωχή οικογένεια, κι ήθελε κάτι σταθερό για το μέλλον του παιδιού του. Όταν όμως ήρθα σε επαφή με το ‘αντικείμενο’ της επιλογής του, διαπίστωσα ότι δεν θα μπορούσα να ‘συνομιλήσω’ μαζί του· θα παραμέναμε ‘ξένοι’ μεταξύ μας σ’ όλη τη ζωή. Τώρα που ‘νυχτώνει’ συνειδητοποιώ ότι καλώς έπραξα που ακολούθησα τον δικό μου δρόμο. 

 

 - Σας ευχαριστούμε προκαταβολικά για τον κόπο σας, και ελπίζουμε να μη σας κούρασε η υποβολή των ερωτήσεων.

Εγώ σας ευχαριστώ για τη χαρά που μου δώσατε να συνομιλήσουμε. Κάθε άλλο παρά κουράστηκα. Ελπίζω να χαρήκατε κι εσείς.

 

-----------------------------------

Αντί επιλόγου: Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με αυτή την τραγική σύλληψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας – και της ανθρώπινης διαδρομής στο σύνολό της. Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος που ελλοχεύει, αυτός μιας ορισμένης μονομέρειας, δηλαδή της διολίσθησης σε μιαν ούτως ειπείν ‘εφηβική’ απαισιοδοξία. Και από την άποψη αυτή, ισχύει ότι ακούγεστε κατά διαστήματα ‘ρητορικός και πομπώδης’. Όμως, το ερώτημα του νοήματος δεν επιδέχεται οριστικής διευθέτησης εντός της επικράτειάς του, είναι καταδικασμένο να μείνει ανοικτό, ενώ η ίδια η απόφανση «δεν έχει νόημα, στ' αλήθεια!» είναι μια τέτοια απόπειρα απόδοσης τελεσίδικης ετυμηγορίας, και μάλιστα κοινότοπης ως προς το περιεχόμενο (τουλάχιστον μετά τους υπαρξισμούς του εικοστού αιώνα). Αυτό το «πρέπει να ζήσουμε» είναι ισχυρότερο από όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Τι ακριβώς είναι αυτό που πρέπει να ζήσει; Γιατί εξακολουθούμε να γράφουμε, και τι είναι τελοσπάντων αυτό που μας επιτρέπει να γράφουμε, που γράφει αξιοποιώντας εμάς; Αυτή είναι η επιταγή στην οποία καλείται να απαντήσει, σπαρασσόμενος και έμπλεος χαράς συνάμα (ο Κάφκα είναι, εκτός των άλλων, ένας εύθυμος συγγραφέας, σε απόσταση από κάθε επιτηδευμένο μελοδραματισμό), ο δημιουργός. Όπως ακριβώς το έθετε εκείνος ο μπεκετικός ήρωας: «Πρέπει να συνεχίσεις, δε μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω».

 

Συνέντευξη: Friedrich Keunermann

Δύο ακόμη συνεντεύξεις που μπορεί να συμβουλευθεί ο αναγνώστης (στο αίθριο του «Πανδοχείου», 01/05/2011, και στον Δημήτρη Αργασταρά για το «Book Press», 11/12/2010), καθώς και μία λίστα του Μάκη Πανώριου από κλασσικά βιβλία της λογοτεχνίας του Φανταστικού για το «Βήμα», 10/07/2013.

 

Πηγή artcore


*  Η συνέντευξη είχε αναδημοσιευτεί προ οχταετίας στο ιστολόγιό μας. Εμφανίζεται εκ νέου -άνευ εικόνων και με επικαιροποιημένο τον σύνδεσμο- με τη δυσάρεστη αφορμή τής εκδημίας τού Μ. Π. Φχαριστούμε για όλα.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ 7: Οι βεβαιότητες του Κ.*



Όταν ρώτησαν κάποτε τον Κ. σχετικά με τις βεβαιότητες που είχε, έλαβε χώρα το ακόλουθο, κάπως κωμικό περιστατικό. Από την αρχή πάντως, κάθε άλλο παρά φαινόταν ότι η ιστορία θα έπαιρνε απρόσμενη τροπή: Ήταν όλοι απασχολημένοι από την αμφίρροπη έκβαση μιας παρτίδας, πλην του Κ., ο οποίος δε σκάμπαζε από χαρτιά και είχε στραμμένη αλλού την προσοχή του.
   
Κάποια στιγμή, ο Χανς βρήκε λίγο χρόνο και κοίταξε τον Κ., ρωτώντας τον τι ήταν εκείνο που μελετούσε με τόση προσήλωση, ενώ θα μπορούσε να συμμετέχει στο παιχνίδι με τους υπόλοιπους. Ο Κ. ολοκλήρωσε γρήγορα την ανάγνωση του άρθρου που τον είχε απορροφήσει.
   
«Διάβαζα το ρεπορτάζ για τη συνάντηση του Λαϊκού Επιτρόπου Σοσιαλιστικής Οικονομίας με τον Σύμβουλο Κεντρικού Σχεδιασμού» αποκρίθηκε.
   
«Λοιπόν, τι βρήκες τόσο ενδιαφέρον σ’ αυτή την υπόθεση;» πρόσθεσε ο Χανς, ενώ ο Ντεξ αναρωτήθηκε φωναχτά για το πόσο σημαντική μπορούσε να ήταν έτσι κι αλλιώς μια συνάντηση, στην οποία δεν είχαν παρευρεθεί γυναίκες. Ο Κ. χαμογέλασε με το σχόλιο κι απευθύνθηκε εκ νέου στον Χανς.
   
«Έκπληξη μού προξενεί που δε σε νοιάζουν αυτής της υφής τα τεκταινόμενα. Εδώ γράφει πως οι δύο αυτοί ανώτεροι αξιωματούχοι του Κόμματος διέψευσαν τις φήμες περί οικονομικής αντιπαραγωγικότητας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αν μη τι άλλο, ακούγεται αρκετά σοβαρό!»
   
«Είναι επειδή ζεις λίγους μήνες εδώ» είπε συγκαταβατικά ο Χανς. «Ο μόνος λόγος, για τον οποίο δε δίνουμε βαρύτητα σε τέτοιες φήμες, είναι ακριβώς ο ανυπόστατος χαρακτήρας τους. Ο Λαϊκός Επίτροπος και ο Σύμβουλος είναι πολύ σοβαροί άνθρωποι, ξέρεις, για να κάτσουν να ασχοληθούν με τέτοιες μπούρδες. Κι αν ακόμη συνέτρεχε κάποιος πραγματικός λόγος ανησυχίας, είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για να αντιμετωπίσουν το όποιο πρόβλημα θα μπορούσε ποτέ να προκύψει».
   
«Ίσως έχεις δίκιο, άλλωστε παρόμοιες φήμες αναφορικά με τα αδιέξοδα της σχεδιοποιημένης οικονομίας κυκλοφορούν από καιρό στο εξωτερικό. Αλλά, πες μου τότε» πρόσθεσε ο Κ. με ανυπόκριτη ειλικρίνεια, «γιατί κατά τη γνώμη σου κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, και κατόπιν το ένα δορυφορικό καθεστώς του σοβιετικού μπλοκ μετά το άλλο;»

«Αν θες να μάθεις, για να μην κάνεις τον ξερόλα» απάντησε ο Χανς ελαφρώς εκνευρισμένος, ενώ η Φρίντα έδειχνε επίσης ενοχλημένη από την ερώτησή του, σε αντίθεση με τους περισσότερους εκ των υπολοίπων, που μάλλον έμοιαζαν να το απολαμβάνουν, «η Σοβιετική Ένωση δεν “κατέρρευσε”, αλλά διαβρώθηκε εκ των έσω. Ο σοσιαλισμός ανατράπηκε γιατί για σαράντα πέντε περίπου χρόνια υπολείμματα της αστικής τάξης κατόρθωσαν να παλινορθωθούν μέσα στο Κόμμα, να διεισδύσουν, πώς το λένε, όπως έγινε και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, και εργαζόμενα μεθοδικά επί μακρόν, σαν τους τυφλοπόντικες, ξήλωσαν τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος μία προς μία».
   
«Έστω ότι έτσι έχουν τα πράγματα» επέμεινε ο Κ., «γιατί λοιπόν σπεύδετε όλοι σας να αποκλείσετε το ενδεχόμενο να συμβεί το ίδιο και εδώ, να έχει αρχίσει μάλιστα να συμβαίνει ήδη;»
   
«Είσαι ξεροκέφαλος!» επενέβη ο Ζαχαρίας, η υπομονή του οποίου ήταν φανερό ότι είχε αρχίσει να εξαντλείται από την επίμονη αυθάδεια του Κ. «Σεβάσου τουλάχιστον το ψωμί που τρως σ’ αυτή τη χώρα και το κεραμίδι που ’χεις πάνω απ’ το κεφάλι σου· πρόκειται για πράγματα που καθόλου δεδομένα δεν είναι στον μισό πλανήτη, στα δύο τρίτα του, μη σου πω. Αφού βλέπεις ότι η κατάσταση εδώ είναι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι λένε τα “παπαγαλάκια” στο εξωτερικό, ότι τάχα μου το καθεστώς είναι “ολοκληρωτικό” και ο λαός υποφέρει κάτω από τη δεσποτική μπότα του “νεοσταλινισμού”. Έξυπνο παιδί είσαι, σοβαρέψου λίγο κι άσε τις προβοκατόρικες μαλακίες».
   
«Άλλωστε, ποιος ασχολείται με τους γκεμπελίσκους;» ρώτησε ο Ντεξ. Ο Ζαχαρίας κατένευσε και παρότρυνε τον Κ. να μπει στην παρτίδα απ’ την επόμενη γύρα.
   
«Είναι δυνατόν να μην είσαι σοσιαλιστής στον εικοστό πρώτο αιώνα;» Ο Χανς είχε πάρει ξανά τη σκυτάλη, απευθύνοντάς του το ερώτημα εύθυμα και συνάμα μελοδραματικά, ίσως σε μια προσπάθεια να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. «Στο κάτω κάτω» συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο, «ο Κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου!»
   
Ο Κ. έμεινε σιωπηλός με ένα ίχνος πικρού μειδιάματος να διαγράφεται στα χείλη του. «Είναι δυνατόν να είναι κανείς σοσιαλιστής στον εικοστό πρώτο αιώνα;» αναρωτήθηκε σιωπηλά. Σα να διάβασε τις σκέψεις του, η Φρίντα πήρε τον λόγο και τον ρώτησε πού ταξίδευε πάλι ο νους του. Παρά την απροθυμία του Κ. ν’ απαντήσει ολοκληρωμένα και διεξοδικά, στην επιμονή της να δοθούν οι σχετικές διευκρινίσεις αρκέστηκε ν’ αντιτάξει την ακόλουθη δήλωση: «Ζηλεύω τη βεβαιότητά σας, τη σιγουριά σας καθώς προβαίνετε σε τέτοιου τύπου διαπιστώσεις, αυτό είν’ όλο».
   
Φαίνεται όμως ότι η συγκεκριμένη απόκριση επέτεινε το κλίμα περιέργειας και καχυποψίας, που είχε ήδη αρχίσει να διαχέεται στην ατμόσφαιρα.
   
«Δηλαδή;» ρώτησε ο Ζαχαρίας.
   
«Ναι» συμφώνησε ο Χανς, «τι θα πει στ’ αλήθεια αυτό;»
   
«Και ποιες είναι λοιπόν οι δικές σου βεβαιότητες;» ρώτησε η Φρίντα με ενδιαφέρον, από το οποίο δεν απουσίαζε μια ορισμένη επιτήδευση.
   
Ήταν η σειρά του Κ. να γελάσει. Φαντάστηκε τη φωνή του Σπιούνου να συμπληρώνει τη διατύπωση του ερωτήματος με την κάτωθι παράκληση: «και μην πεις πάλι ότι σε αγαπά η μητερούλα σου!» «Μα, δε θα ’λεγα αυτό!» θα απαντούσε εκείνος έκπληκτος, «Όχι, γιατί το ’χουμε πλέον εμπεδώσει» θα επέμενε ο Σπιούνος, «δεν πιάνεται ως βεβαιότητα αυτό, όλοι το ξέρουμε, δε λογίζεται, μη μας αραδιάσεις πάλι τα ίδια, άλλα να βρεις αυτή τη φορά να πεις!» «Κι όμως, συγκαταλέγεται» απάντησε ο Κ. νοερά, αλλά δεν επέμεινε, αφού με διαφορετικό τρόπο σκόπευε να προσεγγίσει το ζήτημα.
   
Εν πάση περιπτώσει, εφόσον τού τέθηκε το ερώτημα, μετά από σύντομη περίσκεψη απάντησε ως εξής: «Τα καλά νέα είναι ότι μπορεί κανείς, ως βλάκας, να είναι ευτυχισμένος. Τα άσχημα ότι η εν λόγω διαπίστωση μπορεί να γίνει μόνο από την απέναντι όχθη, άπαξ κι έχει χαθεί, παντοτινά κι ανεπίστρεπτα, η παραδείσια κατάσταση».
   
«Ε;» απόρησε η Φρίντα. «Τι σχέση έχει αυτό;»
   
«Έχει, πώς δεν έχει; Αμ, έχει και παραέχει!» απεφάνθη ο Κ., αλλά τού φάνηκε ότι έμειναν με τη μουδιασμένη αίσθηση του ανικανοποίητου στο στόμα, γεγονός που τού επέφερε βέβαια μια κάποια ευχαρίστηση. Έπειτα από ένα ξερό βήξιμο, συνέχισε: «Ελλείψει εμφανών βεβαιοτήτων, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ορισμένες προτιμήσεις... Λοιπόν, μού αρέσουν οι άνθρωποι με ρωγμές. Εύθραυστοι, χωλοί και τσακισμένοι. Όχι όσοι είναι σαν περιγράμματα βιβλίων, οι ρετουσαρισμένοι, αλλά οι φτιαγμένοι σαν απ’ τις κοφτές πινελιές ενός πρόχειρου εξπρεσιονιστικού πίνακα, τόσο άχαρου και απογοητευτικού που δεν προορίζεται να ιδωθεί απ’ το κοινό. Αφήστε το άκαμπτο περίγραμμα να σταθεί όρθιο, και θα χυθεί στο πάτωμα, εκεί όπου ήδη σέρνεται ο Άνθρωπος για τον οποίο μιλώ, ο θολά περιγεγραμμένος, εκεί όπου χωλαίνει και συνεχίζει ακέραιος τη διαδρομή του. Βήμα το βήμα, όχι ακριβώς αγέρωχα μα ούτε και σκυφτός, βήμα ακολουθούμενο από μικρότερο βήμα, με άνισο και τραγουδιστό βηματισμό χωλού, προχωρά φωτίζοντας τη μεγάλη νύχτα με ηλεκτρικές πυγολαμπίδες, και, για κάθε γωνίτσα που καταφέρνει να φωτίσει, αυξάνονται εκθετικά το σκοτάδι, η άγνοια, η ομίχλη, το μυστήριο, ανυπερθέτως δε η βλακεία και η φυσική του προστυχιά. Τέτοιοι άνθρωποι μού αρέσουν όμως, όχι αφτιασίδωτοι, αλλά με φτιασίδια ορατά απ’ όλους, όχι χωρίς να κουτσαίνουν, αλλά με δεκανίκια και πατερίτσες, δίχως προοπτική ανάβασης ή λύτρωσης άλλη απ’ την αναπηρία που τους έλαχε και θα τους συντροφεύει παντοτινά – και δεν έφταιξαν γι’ αυτή, τουλάχιστον όχι περισσότερο ή λιγότερο απ’ όλους τους υπόλοιπους. Όμορφους και θλιμμένους αγαπώ τους ανθρώπους, κι αυτά πάνε χιαστί, το ένα 'δείχνει' προς το άλλο, όμορφοι καθότι θλιμμένοι και αντιστρόφως, θλιμμένοι κι όμορφοι, αχωρίστως κι αδιαιρέτως... Μού αρέσει ακόμη ο κόφι, αλλά αυτό μάλλον το ξέρατε ήδη, όχι ότι είναι λιγότερο σημαντικό επειδή το ξέρετε, κάθε άλλο, πάντως είναι τα πραγματάκια σαν αυτό, τα μικρά πράγματα, που λένε, στο να πίνει κάποιος τον καφέ του απρόσκοπτα και τα συναφή, εκεί θαρρώ πως βρίσκεται η ευτυχία!» Το βλέμμα του σκοτείνιασε ελαφρώς. «Επίσης» αναφώνησε σα να χάρηκε για την υποψία σιγουριάς, «μάλλον μετά βεβαιότητος μπορώ να ισχυριστώ ότι δεν είμαι Κομμουνιστής, Κοινωνικός Δημοκράτης ή Αναρχικός!»
   
Για πρώτη φορά ακούστηκαν περιπαικτικά γέλια, ίσως όχι όλα εναντίον του.
   
«Επιτρέψτε μου τώρα να σας εξηγήσω σε ντοστογιεφσκικό πνεύμα γιατί δεν είμαι Σοσιαλιστής».
   
«Σε ακούμε όλο προσμονή!» πετάχτηκε με κοροϊδευτικό ύφος ο Νώρι.
   
Έκανε μια παύση για να προετοιμάσει την αντεπίθεσή του. Μια καλή ανάσα, οι περίπου σωστές λέξεις να μπουν στην κατάλληλη σειρά. Τώρα όλοι έμοιαζαν να κρέμονται από τις κουβέντες που θα ξεστόμιζε, κι ας ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ούτε που θα τις άκουγαν. Έριξε ένα σύντομο, κοφτό βηχαλάκι, γιατί, μολονότι δεν ήταν σίγουρος ότι το χρειαζόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να το βρει μπροστά του ενόσω θα εκδίπλωνε το λογύδριό του.
   
«Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό ή την Αναρχία» απεφάνθη με διπλωματική αβρότητα, «μα το καθεστώς που δημιούργησε αυτός, το καθεστώς του Κομμουνισμού δεν παραδέχομαι... Γιατί δεν υπέφεραν οι ανθρακωρύχοι και οι χαλυβουργοί για να χαρίσουν με τα βάσανά τους και τους κόπους τους σε κάποιους άλλους την τελική χειραφέτηση, σε κάποιο επέκεινα της Ιστορίας. Θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια πώς αυτός που το πρωί ήταν σκουπιδιάρης και χειρώνακτας εργάτης θα γράφει κριτική θεάτρου το απόγευμα, και πώς ο ψαράς θα είναι σε θέση να σχολιάζει τον Ιονέσκο και τη γλυπτική του Γιόζεφ Μπόις στον ελεύθερό του χρόνο. Θέλω να τον δω τον θρίαμβο των καταπιεσμένων, αυτόν που τόσο αναγγέλλεται, και σας λέω ότι δε βλέπω τίποτε άλλο, πέρα από αερολογίες, εκ του πονηρού σχεδιασμούς και μεθοδεύσεις, και ασφαλώς άφθονες υποσχέσεις εκδίκησης. Αλλά η εκδίκηση είναι, κατά το κοινώς λεγόμενο, ένα ‘πιάτο που τρώγεται κρύο’, όπως η γλαύκα της Αθηνάς, η οποία, σύμφωνα με τον ‘γέρο’, πετάει το δειλινό και φτάνει πάντοτε πολύ αργά – κατόπιν εορτής, ούτως ειπείν. Και τι να την κάνω την εκδίκησή τους, τι να το κάνω, ποιος δίνει δεκάρα αν οι εκμεταλλευτές και οι καταπιεστές πάνε στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας; Ποιο είναι το νόημα τώρα που σκάφτηκαν οι λάκκοι; Τι μπορεί να διορθώσουν στην περίπτωση αυτή τα στρατόπεδα, όταν το παιδί έχει ήδη βασανιστεί, δουλεύοντας στα κάρβουνα ‘σαν το σκυλί’; Και τι σόι χειραφέτηση θα είναι αυτή, όταν οι εκάστοτε κρινόμενες ως ανεπιθύμητες θα εξακολουθούν να τρώνε το βιτριόλι στη μούρη, τι θα έχει αλλάξει δηλαδή, εφόσον θα υπάρχουνε στρατόπεδα και ψυχιατρεία;...»
   
Οι άλλοι είχαν μείνει να τον κοιτάζουν εμβρόντητοι, το δίχως άλλο αποσβολωμένοι. Παρατηρώντας για πρώτη φορά τα βλέμματά τους, ο Κ. ανησύχησε ελαφρώς κι αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να συνεχίσει. Στρεφόμενος στο ποτήρι που κρατούσε, αντίκρισε μια υποτυπώδη τελευταία γουλιά απ’ το ουίσκι, την οποία απορρόφησε μελαγχολικά, φαντασιωνόμενος ότι θα μαλακώσει με κάποιον τρόπο τον λαιμό του, αποτρέποντας κάποιο βήξιμο και τελετουργικά ξορκίζοντας κάθε περαιτέρω κομπασμό. Εστίασε στον πάτο του ποτηριού και ήταν σα να έβλεπε από εκεί το υπόλοιπο σύμπαν, «δίχως πόρτες και παράθυρα επικοινωνίας / σύνταγμα εσύ προδιατεταγμένης αρμονίας» έλεγε ένα στιχάκι που είχε σκαρώσει προ διετίας και το είχε χαράξει στο σχολικό θρανίο, ενώ βαριόταν κατά τη διάρκεια του μαθήματος της πολιτικής αγωγής. Ήταν αμφίβολο αν έβγαζαν κάποιο νόημα οι κουλαμάρες του –εδώ καλά καλά ο ίδιος δεν καταλάβαινε, πολλώ μάλλον εκείνοι–, το έβλεπε στα απορημένα τους πρόσωπα. Σα να τού φώναζαν κατάμουτρα: «Τι μάς τσαμπουνάς τόση ώρα;» Ή: «μάς έχεις φλομώσει στην παραμύθα!» Ήταν αποκαρδιωτικό. Αδυνατώντας εντούτοις να πράξει διαφορετικά, με βλέμμα αποφασιστικό διαπέρασε τα πρόσωπά τους και εστίασε την προσοχή του σ’ ένα σημείο του τοίχου, λίγο παραδίπλα και πίσω τους, προκειμένου να συνεχίσει.
   
«Εκεί αυτός, απτόητος!» ήταν το μήνυμα που εξέπεμπαν οι αντιδράσεις τους. «Μα, τι μαλάκας!»
   
«Λοιπόν» αναθάρρησε, «σάς λέω πως δεν τη θέλω τη χειραφέτηση, όχι γι’ άλλον λόγο, παρά από αγάπη για την ανθρωπότητα, εργαζόμενη και μη... Σαν πολύ την εκτιμήσανε τη χειραφέτηση, εδώ που τα λέμε, δεν κάνει, δεν είναι για του λόγου μας, τη δοκιμάσαμε, σπάσανε τα δόντια μας απάνω της, ξεμείναμε να περισυλλέγουμε τα κομμάτια τρέχοντας στους οδοντοτεχνίτες· δεν τη σηκώνει το βαλάντιό μας τη χειραφέτηση, παραείναι ακριβή, πρέπει επιτέλους να το παραδεχτούμε, δεν είμαστε για τα γούστα της, δεν μπορούμε να πληρώσουμε τόσα για το εισιτήριό της, δεν ‘της κάνουμε’ και –μαντέψτε!– ούτε εκείνη ‘μας κάνει’. Γι’ αυτό κιόλας βιάζομαι να επιστρέψω το δικό μου εισιτήριο... Ορίστε, πολύ ακριβά μάς ήρθε το ‘μανίκι’ της χειραφέτησης, αυτή είναι όλη κι όλη η καρδιά της υπόθεσης. Είναι τα μικρά πράγματα, που λένε. Τις προάλλες πήραν έναν ανάπηρο σηκωτό που έπινε τον καφέ του δίπλα μου, αλλά ειπώθηκε ότι δεν τον πήραν επειδή ήταν ανάπηρος, αλλά επειδή ήταν δολιοφθορέας στον χώρο εργασίας του. Είναι τα μικροπράγματα, έτσι ακριβώς, ειπώθηκε ότι, αν δεν ήταν δολιοφθορέας, δε θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα, μόνο επειδή δρούσε αποδεδειγμένα ως σαμποτέρ, σεσημασμένος και αμετανόητος, ‘καθ’ έξιν και κατ’ εξακολούθησιν’ στις γραμμές της Παλινόρθωσης, και δεν τού επέτρεψαν να τελειώσει το ρόφημά του. Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό ή την Αναρχία λοιπόν, μονάχα το εισιτήριό τους σπεύδω να επιστρέψω. Στα πραγματάκια είναι το πρόβλημα πάντοτε εκ της φτιαξιάς μας, από τη στόφα που ’μαστε καμωμένοι, δεν ξέρω, ίσως δεν είμαστε για τα μεγάλα, ίσως δε φτουράμε... Με γωνίες και ψεγάδια τούς προτιμώ, και διόλου δε με συγκινεί η υπόθεση μιας διοικητικής κατασκευής, οποιασδήποτε, ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου. Μεταξύ μας, τι είδους ντελίριο ήταν πάλι τούτο; Όποιος προλάβει το προϊόν στις προθήκες των κρατικών πρατηρίων, ο Νέος Άνθρωπος κατά παραγγελία – σπεύσατε! Όμορφους και θλιμμένους τούς αγαπώ, να σηκώνονται και να πέφτουν, να φορτώνουν τα φτιασίδια, να ζώνονται τα δεκανίκια και να τραβούν τον δρόμο τους, φωτίζοντας στη μεγάλη Νύχτα με στραπατσαρισμένη κορμοστασιά. Σηκώνονται, πέφτουν, προχωρούν, ξανακατρακυλάνε, έρπουν, σηκώνονται εκ νέου και πάει λέγοντας. Συνθλίβονται, τσακίζονται, χαλκομανία, ούτε όραμα ακριβό για τα πορτοφόλια τους, ούτε τίποτα. Οπότε, λαμβάνει χώρα η επάνοδός μου στον γκισέ, και μάλιστα δίχως ιδιαίτερα παράπονα – κάθε συνάλλαγμα που αγοράζει ένα φλιτζάνι καφέ γίνεται δεκτό μ’ ευγνωμοσύνη. Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι, μονάχα το εισιτήριο του Κομμουνισμού σάς επιστρέφω, να με συγχωράτε δηλαδή και μ’ όλον τον απαιτούμενο σεβασμό».

-----------------------------
* Πρόκειται για Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που δεν έχει γραφτεί ακόμη. Διευκρινίζεται πάντως ότι δεν αφορά το κείμενο, τη δημοσίευση του οποίου είχαμε υπαινιχθεί σε αντίστοιχη σημείωση στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, προαναγγέλλοντας τρόπον τινά ένα είδος εορταστικού δώρου στον φίλτατο Ο. Είναι όμως ένα παλιό κείμενο, διόλου άσχετο και ίσως όχι στερούμενο ενδιαφέροντος για το κοινό του ιστολογίου, του οποίου η επικαιροποίηση θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ελλείψει καλύτερου όρου, ότι τώρα προέκυψε

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

"Προμηθέας" του Franz Kafka


Δεν ξέρω τίποτα πιο μίζερο
κάτω απ' τον ήλιο από σας, θεοί!
Με ψίχουλα
σεις τη Μεγαλοσύνη σας
από θυσίες θρέφετε
και προσευχές
και θα πεινούσατε, αν δε βρίσκουνταν
ζητιάνοι και παιδιά
κουτοί γεμάτοι ελπίδες.
- Goethe, "Προμηθέας"*



Στον Προμηθέα αναφέρονται τέσσερις μύθοι:

Σύμφωνα με τον πρώτο, επειδή είχε προδώσει στους ανθρώπους τα μυστικά των θεών, αλυσοδέθηκε στον Καύκασο, κι οι θεοί έστειλαν αετούς, που τρέφονταν απ' το διαρκώς αναφυόμενο συκώτι του.

Σύμφωνα με τον δεύτερο, σφαδάζοντας από πόνο μπροστά στα ράμφη που τον ξεσκίζανε, σπρωχνόταν ολοένα και βαθύτερα στον βράχο, ώσπου μαζί του γίνηκ' ένα.

Σύμφωνα με τον τρίτο, η προδοσία του με την πάροδο των χιλιετιών ξεχάστηκε· την ξεχάσαν' οι θεοί, οι αετοί, μέχρι κι ο ίδιος τη λησμόνησε.

Σύμφωνα με τον τέταρτο, κουράστηκαν όλοι από τούτη την παράλογη ιστορία. Κουράστηκαν οι θεοί, κουράστηκαν οι αετοί, ως κι η πληγή κουράστηκε κι επουλώθηκε.

Έμειναν τ' ανεξήγητα βραχώδη όρη. - Ο μύθος προσπαθεί να εξηγήσει το Ανεξήγητο. Αφού κατάγεται από κάτι πραγματικό, πρέπει πάλι στ' Ανεξήγητο να καταλήγει.


----------------------------------------
Αφορμώμενοι από την πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση των φίλων της Λέσχης Νέων Χεγκελιανών, επιχειρήσαμε με τη σειρά μας μια ελεύθερη απόδοση του σύντομου αυτού κειμένου, δίχως ιδιαίτερες αξιώσεις φιλολογικής εγκυρότητας ή λογοτεχνικής ποιότητας. Έχοντας πει αυτό, να σημειώσουμε ως εναλλακτική, πιστότερη απόδοση του "κουράστηκαν...": "κουράστηκαν απ' ό,τι είχε καταστεί/καταλήξει/καταντήσει παράλογο", και πιο ελεύθερα "κουράστηκαν από μια υπόθεση παράλογη", και ως δυνατές αποδόσεις για τον τελευταίο στίχο τις εξής: "αφού στηρίζεται/ερείδεται/εδράζεται/βασίζεται σ' ένα πραγματικό/αληθινό θεμέλιο/έρεισμα/βάση/στήριγμα/αίτιο/έδαφος" κλπ (διαλέγει κανείς και παίρνει). Η πολυσημία του όρου Grund επιτρέπει όλες αυτές τις αποχρώσεις, καθώς και την εμπνευσμένη απ' τη βοτανική/φυτολογία διατύπωση, την οποία είχαμε προτιμήσει αρχικά: "Αφού φυτρώνει [ή εκφύεται/εκβλασταίνει] από ρίζα πραγματική/σε στέρεο έδαφος" (το πρόβλημα είναι ότι το "προέρχεται/κατάγεται" αντιδιαστέλεται εν προκειμένω στο "καταλήγει/τελειώνει/εκβάλλει", απόχρωση που θυσιαζόταν μερικώς). Δε μας φαίνεται τέλος τόσο σημαντικός ο αριθμητικός προσδιορισμός (σε "ένα θεμέλιο αλήθειας"). Το "Wahrheitsgrund" μάλλον έχει εδώ την έννοια του "μεστού νοήματος", αυτού για το οποίο μπορεί να παρασχεθεί λόγος κι εξήγηση, της ούτως ειπείν "έλλογης τελετουργίας". - Κ.

* μτφ. Νίκος Α. Σερεσλής, από: Aνθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως, εκλογή και επιμέλεια: Κλέων Β. Παράσχος, πρόλογος: Νάσος Βαγενάς, Παρουσία, Αθήνα 1999.

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Ο Σπινόζα μυθιστοριογράφος


του Πιερ-Φρανσουά Μορώ


Ο Αλέξανδρος κατακτά την Ασία, αλλά πέφτει στη δεισιδαιμονία και αρχίζει να συμβουλεύεται μάντεις μόλις συναντήσει τις πρώτες αναποδιές στο πεδίο της μάχης· ένας Ισπανός ποιητής, μετά από μια βαριά αρρώστια, παθαίνει αμνησία και δεν αναγνωρίζει πλέον τις τραγωδίες που έχει γράψει· ένας νέος που δεν αντέχει πλέον την πατρική εξουσία φεύγει και κατατάσσεται στο στρατό, όπου θα υποστεί μια εξουσία ακόμη πιο τυραννική· ένας εραστής που τον αγνοεί η αγαπημένη του ξεσπαθώνει κατά των γυναικών και ορκίζεται ότι δεν θα ξαναασχοληθεί μαζί τους –αλλά μόλις η φίλη του του γνέψει και πάλι, τρέχει να ξανασμίξει μαζί της· ένας ενάρετος ηθικολόγος κατακεραυνώνει τα ελαττώματα των ανθρώπων αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να κάνει τη ζωή τους εξίσου ανυπόφορη με τη δική του και το μόνο που καταφέρνει είναι να τον μισήσουν όσοι τον ακούνε. Τόσες και τόσες ιστορίες από τις οποίες ο Σπινόζα μάς αφηγείται την αρχή, ενίοτε μάλιστα και περισσότερα επεισόδια (ο Αλέξανδρος επανεμφανίζεται συχνά στα γραπτά του): οι δύο Πραγματείες (πολιτική και θεολογικο-πολιτική) είναι διάσπαρτες από εμβρυώδεις αφηγήσεις, υπαινιγμούς σε πολύ γνωστές ιστορίες, αλλά και ανέκδοτα με ανώνυμους ήρωες.

H αφηγηματική φλέβα του Σπινόζα συνεχίζεται στην αλληλογραφία του: στις επιστολές του προς τον Μπλέιενμπερχ εμφανίζονται ο Ηρώδης και ο Νέρων, οι οποίοι σκότωσαν και οι δύο τη μητέρα τους, αλλά με διαφορετικά κίνητρα (ο ένας τιμωρεί έτσι τη δολοφονία του πατέρα του, ο άλλος ενεργεί απλώς από φιλοδοξία και βαναυσότητα)· η επιστολή στον Άλμπερτ Μπυρχ αναφέρεται σε έναν προτεστάντη στρατηγό ο οποίος δίνει όστιες να τις φάνε τα άλογά του για να δείξει την περιφρόνησή του προς την καθολική διδασκαλία περί ευχαριστίας· ωστόσο, παρατηρεί ο Σπινόζα στο συνομιλητή του ο οποίος θέλει να τον προσηλυτίσει, αυτό το έκανε ατιμώρητα (δεν τον κεραυνοβόλησε η οργή του θεού). Όσο για τον Αδάμ και το αμάρτημά του, φιλοξενούνται ουσιαστικά σε όλα τα έργα τού Ολλανδού φιλοσόφου, από τη Σύντομη Πραγματεία μέχρι την Ηθική.

Καμιά φορά, μπροστά σε αυτή την αφθονία ιστοριών οι οποίες σχηματίζουν κάτι σαν ένα υπόστρωμα της έκθεσης more geometrico [με γεωμετρικό τρόπο], έχει κανείς την εντύπωση ότι στο Σπινόζα υπάρχει τρόπον τινά ένας απωθημένος μυθιστοριογράφος, και ότι οι αφηγήσεις της συγκεκριμένης ζωής των ανθρώπων, διάσημων ή αφανών, πιέζουν για να αναδυθούν στην επιφάνεια των φιλοσοφικών πραγματεύσεων.

Σε αυτό θα μπορούσαμε να δούμε τη θεμιτή του μέριμνα να δώσει στον αναγνώστη παραδείγματα ώστε να τον βοηθήσει να καταλάβει καλύτερα τη θεωρία: τα αφηγηματικά στοιχεία θα είχαν έτσι απλώς χαρακτήρα εικονογράφησης, χωρίς να εισφέρουν τίποτε ουσιαστικό στο στοχασμό· θα ήταν λοιπόν χρήσιμα μόνο για όσους δεν μπορούν να παρακολουθήσουν έναν υπερβολικά αφηρημένο συλλογισμό και χρειάζονται εικόνες για να δώσουν ζωή στις έννοιες. Αλλά η επιμονή αυτών των αφηγηματικών χωρίων και η διάταξή τους μέσα στο κείμενο δεν μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε αυτή την υπόθεση. Πραγματικά, όσα λέγονται στην αφήγηση συχνά λένε περισσότερα απ’ όσα έχουν αποδειχθεί. Και αυτό το πλεόνασμα εξήγησης πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Έχει σχέση με το καθεστώς της εμπειρίας στο Σπινόζα, καθώς και με τους τρόπους συνάρθρωσής της με το Λόγο.


Μεγάλη ιστορία και αφηγήσεις του καθημερινού

Πολύ συχνά, ο Σπινόζα, για να οχυρώσει τις θέσεις του, χρησιμοποιεί μια διατύπωση που επικαλείται ταυτόχρονα δύο πηγές: «Η εμπειρία και ο Λόγος διδάσκουν ότι …» –ή, για να κλείσει μία συζήτηση που του φαίνεται περιττή: «η εμπειρία και ο Λόγος το έχουν δείξει επαρκώς και υπέρ-επαρκώς». Έτσι, απ’ τη στιγμή που μιλάμε για το συγκεκριμένο σύμπαν των ανθρώπων, δηλαδή για όλα όσα αφορούν τα πάθη, τους κανόνες συμπεριφοράς, την ελευθερία, την κοινωνία, τα πάντα μπορούν να διδαχθούν δύο φορές: ο Λόγος δεν αντιβαίνει ποτέ προς την εμπειρία· εξηγεί τις αιτίες όσων διαπιστώνουμε, ενώ η εμπειρία μάς προσφέρει μία γνώση χωρίς αιτίες, η οποία όμως έχει το τεράστιο πλεονέκτημα να μας κρατά μέσα στον κύκλο των πραγματικοτήτων. Χωρίς την εμπειρία, θα κρίναμε το πραγματικό εν ονόματι των κανονιστικών μας αυταπατών, και θα πέφταμε στην ηθικολογία, τη σάτιρα ή τη μελαγχολία όταν τίθεται ζήτημα να κατανοήσουμε τα άτομα και τις διαθέσεις τους· ή στην ουτοπία όταν τίθεται ζήτημα να σκεφτούμε την κοινότητα των ανθρώπων και το κράτος. Η ιστορία, επομένως, εκείνη που γνωρίζουμε από τον Τάκιτο ή τον Κουίντο Κούρτιο, αλλά και από τα αφηγηματικά βιβλία της Βίβλου, μας προσφέρει αυτή την εμπειρία η οποία μας διδάσκει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επενεργούν οι μεν επί των δε, οικοδομούν κοινωνίες, ζουν σε αυτές καλά ή λιγότερο καλά και, τέλος, τις βλέπουν να καταρρέουν. Βιαιότητες στους ρωμαϊκούς εμφύλιους πολέμους, συνωμοσίες στον οίκο του Δαυίδ, θεοποίηση των βασιλέων στους Πέρσες: καταστάσεις, όλες, που εφιστούν την προσοχή μας στην πολυπλοκότητα αλλά επίσης και στον επαναληπτικό χαρακτήρα των διανθρώπινων σχέσεων. Και δίπλα σε αυτή την «μεγάλη» ιστορία, εκείνη των λαών και των ηγετών τους, υπάρχει η πιο καθημερινή ιστορία, εκείνη των επιθυμιών και των προστριβών μας, της συμπεριφοράς μας και των αποκλίσεών της, εκείνη του μεθυσμένου που μίλησε παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε χάρη στο ποτό και του υπνοβάτη που «κάνει κοιμισμένος πράξεις που δεν θα τολμούσε να κάνει ξύπνιος», εκείνη του φιλάργυρου και εκείνη του μνησίκακου … όλες όσες φτιάχνουν το νήμα της ζωής μας, του καθενός από μας και όλων μαζί. Αυτές εδώ τις ιστορίες δεν μας τις παρέχουν οι ιστορικοί, αλλά το δικό μας βλέμμα και η δική μας μνήμη, αλλά επίσης και οι ποιητές και οι δραματικοί συγγραφείς, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο τις συμπύκνωσαν στα έργα τους και τους οποίους ο Σπινόζα παραθέτει συχνά εντάσσοντάς τους μέσα στην πρόζα του. Κάθε φορά που αναφέρει την αρχέγονη αδυναμία του Λόγου απέναντι στα πάθη επανέρχεται τακτικά η φράση που βάζει ο Οβίδιος στο στόμα της Μήδειας: «Βλέπω το καλύτερο και το επιδοκιμάζω, αλλά πράττω το χειρότερο». Καταλαβαίνουμε γιατί ποιητές και ιστορικοί μετρούν περισσότερο στην κουλτούρα του απ’ ό,τι οι φιλόσοφοι –τους οποίους ελάχιστα παραθέτει, πέρα από κάποιες πολεμικές κατά του Ντεκάρτ: για το φιλοσοφικό στοχασμό, φροντίζει ο ίδιος· αλλά αυτό που ζητά ανατρέχοντας στη λογοτεχνία και την ιστορία, είναι το βάρος των γεγονότων, το όριο της έκτασής τους, και η μορφοποίησή τους σε αφηγήσεις. Κάποτε μάλιστα σκιαγραφεί ο ίδιος ιστορίες, εάν ξέρει ότι ο αναγνώστης του θα αναγνωρίσει σε αυτές διδάγματα της δικής του ζωής. Η αυτοβιογραφία όλου του κόσμου, με δυο λόγια. Διότι το ενδιαφέρον με την εμπειρία είναι ότι μπορείς να τη μοιραστείς.

Το χαρακτηριστικό αυτών των ιστοριών, πράγματι, είναι ότι ουσιαστικά όλος ο κόσμος μπορεί να αναγνωριστεί σε αυτές ή να τις αναγνωρίσει. Όλος ο κόσμος έχει γνωρίσει στιγμές οργής ή ανημπόριας ή φόβου και ελπίδας. Υπό διαφορετικές συνθήκες, ασφαλώς, σε διαφορετικές στιγμές, αλλά ακριβώς η ανωνυμοποίηση της εμπειρίας επιτρέπει τη διαγραφή των συνόρων. Όσο για τα διδάγματα της μεγάλης ιστορίας, στην οποία ο συνήθης αναγνώστης δεν εμπλέκεται προσωπικά, αλλά την οποία ο καθένας γνωρίζει από έμμεση εμπειρία, θα παρατηρήσουμε ότι ο Σπινόζα μεριμνά να παραθέτει μόνο βιβλία τα οποία, στην εποχή του, όλος ο κόσμος γνωρίζει καλά: τους ιστορικούς που διάβαζαν όλοι όταν μάθαιναν λατινικά, και τη Βίβλο που ο καθένας συμβουλευόταν στους προτεσταντικούς κύκλους. Έτσι, και με τις δύο πτυχές της –τις ανώνυμες ιστορίες και εκείνες των διάσημων προσώπων- η αφήγηση προσφέρει μία κοινή, αναμφισβήτητη βάση στο στοχασμό, και του εισφέρει το συμβαντικό της βάρος. Στη συνέχεια, εναπόκειται στο στοχασμό αυτό να ανακαλύψει τους νόμους από τους οποίους απορρέει ο κόσμος των συμβάντων.

Ακόμα περισσότερο: αυτά τα «παραδείγματα», στην ίδια τη δομή του κειμένου, είναι ενίοτε πιο μπροστά από τους συλλογισμούς· λένε περισσότερα απ’ αυτούς, και ο πλούτος των συμφραζομένων υπερβαίνει το περιεχόμενο της απόφανσης που υποτίθεται ότι επιβεβαιώνουν. Δημιουργούν κατά κάποιο τρόπο μία ανισορροπία που «ξεχειλίζει» προς τις επόμενες αποδείξεις. Η σάρκα με την οποία η ιστορία, ο θρύλος ή η καθημερινή χρήση επενδύουν τις θεωρητικές διατυπώσεις δεν είναι της τάξης του ενδεχομενικού ή του άσκεπτου· παραπέμπει σε άλλους νόμους, ή σε άλλα αποτελέσματα του συστήματος των νόμων, πέρα από την απόφανση που καλούνται να συνοδεύσουν. Στη γεωμετρική τάξη, ένα θεώρημα (ή, στη λογοθετική τάξη των Πραγματειών, μία φιλοσοφική ή πολιτική θέση) διατυπώνει τα αφηρημένα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα τη συγκεκριμένη στιγμή της νοητικής διαδικασίας, και μόνο αυτά· η ιστορική μορφή, αντιθέτως, κουβαλάει μαζί της μία πρόσθετη συνοχή, δεδηλωμένη ή εύκολα αντιληπτή με τη φαντασία, η οποία της προσδίδει μια μεγαλύτερη δύναμη πειθούς και μάλιστα, απλούστατα, παρουσίας. Γι’ αυτό και δεν είναι απλώς αναγώγιμη σε μια απλή εικονογράφηση. Γι’ αυτό και ο μυθιστοριογράφος Σπινόζα είναι απαραίτητος στον φιλόσοφο Σπινόζα.


Μετάφραση: Α.Γ.


Ρέμπραντ βαν Ρέιν, «Ο όρκος των Μπατάβων» (Rijksmuseum, Άμστερνταμ). Ο πρώτος χαρακτήρας στην άκρη αριστερά φαίνεται να έχει ζωγραφιστεί με μοντέλο τον Σπινόζα


Ο Pierre-François Moreau είναι καθηγητής φιλοσοφίας στην ENS της Λυόν και διευθύνει το ινστιτούτο ιστορίας της κλασικής σκέψης. Έργα του, μεταξύ άλλων: Spinoza et le spinozisme (στη σειρά Que sais-je ?, Paris, PUF 2007), Les passions à l’âge classique (Léviathan, PUF 2015). Το πρωτότυπο, με τίτλο Spinoza romancier, δημοσιεύτηκε στο Philosophie Magazine, τεύχος εκτός σειράς (2016) αφιερωμένο στο Σπινόζα.


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Η Καφκική συνθήκη "Μπροστά στον Νόμο"


του Στέφανου Ροζάνη


Θα υποστηρίξω ότι η παραβολή του Franz Kafka "Μπροστά στον Νόμο", εκτός του ότι είναι μια αινιγματική ή παραδοξολογική λύση ενός αινίγματος (του αινίγματος του νόμου), είναι κατ' ουσίαν ένα κείμενο για τη γραφή του νόμου ως βασανιστικού και αγωνιώδους αποκλεισμού της ουτοπικής ελευθερίας που προσφέρει η γλώσσα πέραν της γραφής, ή καλύτερα της ουτοπικής ελευθερίας που συγκροτεί την αληθινή αφήγηση του νόμου, μια αφήγηση σε μια γλώσσα της προφορικότητας με άγνωστες λέξεις.

Την Καφκική συνθήκη "Μπροστά στον Νόμο" έχει αρχικά υποδείξει ο Gerhom Scholem. Μιλώντας για τις μυστικιστικές πηγές των έργων του Kafka γράφει: "Ο Ωριγένης αναφέρει, στα σχόλιά του πάνω στους Ψαλμούς, ότι ένας 'Εβραίος' σοφός [...] του είπε ότι οι ιερές Γραφές μοιάζουν με ένα μεγάλο σπίτι με πάρα πολλά δωμάτια∙ μπροστά σε κάθε δωμάτιο υπάρχει ένα κλειδί, αλλά δεν είναι το σωστό κλειδί. Τα κλειδιά όλων των δωματίων έχουν ανακατευτεί και πρέπει (έργο που είναι συγχρόνως σπουδαίο και δύσκολο) να βρεθούν τα σωστά κλειδιά που θα ανοίξουν τα δωμάτια. Αυτή η ομοιότητα, που η Καφκική συνθήκη δανείζεται από την ταλμουδική παράδοση σε πλήρη ανάπτυξη, χωρίς με κανέναν τρόπο να χάσει την αξία της, μάς δείχνει σε ποιον βαθμό ο Καφκικός κόσμος ανήκει βαθιά στη γενεαλογία του εβραϊκού μυστικισμού. Ο σοφός, του οποίου η παραβολή εντυπωσίασε τόσο βαθιά τον Ωριγένη, γνωρίζει ακόμη την αποκάλυψη, αλλά λέει επίσης ότι ο ίδιος, δεν διαθέτει το σωστό κλειδί και βρίσκεται στην αναζήτησή τους"[1].

Θα πρέπει ασφαλώς να συμπεράνουμε ότι η Καφκική συνθήκη, την οποία ο Scholem υποδεικνύει, μετατοπίζει το Καφκικό αίνιγμα μπροστά στον νόμο σε αίνιγμα "Μπροστά στη Γραφή του νόμου", δηλαδή στο αίνιγμα των κλειδιών που διανοίγουν τις πύλες της γραφής του νόμου, τις πύλες του κειμένου που για τον Kafka διατηρεί μιαν αινιγματική ιερότητα, και ο σωρός των ανακατεμένων κλειδιών για την είσοδο στο κείμενο του νόμου, είναι ένα βασανιστικό και αγωνιώδες έργο (έργο συγχρόνως σπουδαίο και δύσκολο), το οποίο εναποτίθεται στους ώμους του αναγνώστη, καθώς ο αναγνώστης προσκρούει διαρκώς στην ανάγκη της εισόδου στο κείμενο, αναζητώντας, μάλλον ψυχαναγκαστικά, το σωστό κλειδί για κάθε εγχείρημα εισόδου.

Στην Καφκική παραβολή, η κάθε πύλη εισόδου φυλάσσεται από φύλακες, οι οποίοι απαγορεύουν την είσοδο, και η απαγόρευση αυτή διόλου δεν προέρχεται από την εξωτερική ύπαρξη του νόμου, αλλά αντίθετα, είναι μια ουσιώδης φραγή μέσα στην ύφανση του κειμένου, μέσα στην εσωτερική του ύπαρξη, ή καλύτερα, μέσα στους τρόπους μέσω των οποίων το κείμενο υπάρχει: δηλαδή μέσα στη γραμμένη γλώσσα που το συγκροτεί, μέσα στις ίδιες τις λέξεις που το κείμενο προαπαιτεί για να υπάρξει και για να είναι πράγματι κείμενο. Εντέλει, οι φύλακες είναι οι λέξεις του νόμου.

Ο Scholem προσθέτει μιαν επιπλέον πηγή, η οποία εμφανίζει μιαν επίσης εντυπωσιακή ομοιότητα με την Καφκική παραβολή: "Μια ευρύτατα αποδεκτή πίστη της ύστερης Kabbalah", γράφει, "διακηρύσσει ότι η Torah [το κείμενο του γραμμένου Νόμου] αποκαλύπτει σε κάθε έναν Εβραίο μιαν ιδιαίτερη πλευρά που ανήκει σε αυτόν και γίνεται κατανοητή μόνον από αυτόν. Έτσι, κάθε Εβραίος, κατανοεί πραγματικά το δικό του πεπρωμένο, συλλαμβάνοντας την πλευρά εκείνη [της Torah] που απευθύνεται ιδιαίτερα σε αυτόν και τη συσσωματώνει στην παράδοση"[2].

Στο τέλος της παραβολής του ο Kafka φανερώνει το αίνιγμα με τη φράση του φύλακα της εισόδου: "Κανένας άλλος δεν μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω"[3]. Ο Karl Erich Grozinger σωστά συμπεραίνει: "όπως και με τον άνθρωπο της υπαίθρου τον Kafka [αυτό το έργο της ιδιαίτερης κατανόησης μιας πλευράς του Νόμου που απευθύνεται μόνο σε αυτόν] είναι το έργο ζωής κάθε ατόμου. Τα Καββαλιστικά κείμενα, που αναφέρει ο Scholem, μας δείχνουν επίσης ότι η θνητή ζωή κάθε ατόμου δεν είναι τελικά τίποτε περισσότερο από μια σταθερή διείσδυση στην ατομική του ερμηνεία, της Torah, η οποία με τη σειρά της δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διά βίου συγκεκριμένη είσοδος και επάνοδος στις και από τις ουράνιες οπές της Torah"[4]. Ωστόσο, ενώ αυτό είναι πράγματι το έργο ζωής του ατόμου, οι φύλακες της παραβολής το εμποδίζουν. Αυτό σημαίνει ότι στην παραβολή το ίδιο το κείμενο του Νόμου εμποδίζει το έργο της εισόδου, επειδή ακριβώς είναι κείμενο και επιπλέον, επειδή οι λέξεις του - φύλακες δεν επιτρέπουν παρά μόνο τη βασανιστική αναζήτηση των κλειδιών που τελικά θα τον διανοίξουν.

Δύο είναι οι θεμελιώδεις αινιγματικότητες που δομούν την παραβολή του Kafka: οι πύλες εισόδου στο κείμενο του Νόμου και ο άνθρωπος της υπαίθρου που περιμένει μπροστά τους. Σύμφωνα με την Καββαλιστική παράδοση, η πύλη είναι το άνοιγμα που οδηγεί από έναν κόσμο σε έναν άλλο κόσμο. Κατά συνέπεια, είναι το κατώφλι μεταξύ δύο κόσμων. Αυτό σημαίνει επίσης ότι η πύλη μοιάζει με μιαν αόριστη μεμβράνη η οποία διαχωρίζει το εκτός από το εντός και τελικά είναι το πέρασμα από τον εγκόσμιο στον ιερό κόσμο, εκεί όπου οι νόμοι είναι παντελώς διαφορετικοί από τους νόμους της εγκοσμιότητας[5].

Στην παραβολή του Kafka, οι πόρτες λειτουργούν με τον Καββαλιστικό προορισμό των πυλών, των ανοιγμάτων που οδηγούν από έναν κόσμο σε έναν άλλο κόσμο, από το εκτός στο εντός, από το εκτός του κειμένου του Νόμου στο εντός του κειμένου. Οι πόρτες είναι το κατώφλι που πρέπει απαραίτητα να διατρεχθεί, προκειμένου το εντός του κειμένου του Νόμου να αποκαλυφθεί ως προς την ατομική του απεύθυνση, δηλαδή ως σημασία ατομική για όποιον στέκεται "Μπροστά στο κείμενο του Νόμου", επιχειρώντας να διεισδύσει στη γραφή του κειμένου.

Ωστόσο, τα κατώφλια στο εσωτερικό του κειμένου του Νόμου είναι τόσα πολλά όσες και οι διαστρωματώσεις του κειμένου και οι σημασίες που αναδύονται από κάθε διαστρωμάτωση, από κάθε υφάδι, της ύφανσης του κειμένου. Μπροστά στη γραφή του Νόμου, ο αναγνώστης οφείλει να περιμένει, αναζητώντας κάθε φορά, μέσα από τον σωρό, το σωστό "κλειδί" για κάθε υφάδι της γραφής. Αλλά οι λέξεις είναι εκείνες που εμποδίζουν. Οι λέξεις είναι, στην παραβολή του Kafka, ο φύλακας που γελά και λέει: "Αν το τραβά η όρεξή σου, δοκίμασε να μπεις, μ' όλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είναι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω απ' όλους τους φύλακες. Από δωμάτιο σε δωμάτιο είναι και άλλοι φύλακες, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο".

Η αλληγορικότητα αυτών των λόγων σε συνδυασμό με την Καββαλιστική προέλευση της μυθοπλασίας μετατοπίζουν το αίνιγμα του Νόμου σε αίνιγμα της γραφής του Νόμου, σε αίνιγμα της γραφής του κειμένου, και τελικά σε αίνιγμα των λέξεων που είναι τα υφάδια στην ύφανση του κειμένου και με τρομακτικό τρόπο απαγορεύουν τη θέαση της ίδιας της ύφανσης, δηλαδή του εντός της ύφανσης. Οι λέξεις είναι τώρα τα κατώφλια που δεν μπορεί να διαβεί ο άνθρωπος, ο οποίος ίσταται μπροστά στον Νόμο, που περιμένει μάταια την είσοδό του και ξοδεύει μάταια όλη του τη σκεύη, όλη του την αγωνία: "ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, τα ξόδεψε όλα ακόμη και ό,τι πολύτιμο είχε, σε δωροδοκίες για τον φύλακα. Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μην νομίσεις πως παρέλειψες τίποτα". Προς το παρόν βρισκόμαστε στο εσωτερικό του αινίγματος.

Για τον άνθρωπο της υπαίθρου που περιμένει "Μπροστά στον Νόμο", ο Philippe Refabert δίνει μια πειστική ερμηνεία. Εξηγεί: "Ορισμένοι σχολιαστές μεταφράζουν τον Mannvorn Lande του Kafka ως 'χωρικό'. Όχι, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι χωρικός, αλλά ένας Άνθρωπος της υπαίθρου. Αυτός ο άνθρωπος είναι συγχρόνως ο Amoretz, που σημαίνει στα Yiddish ο βιωτικός άνθρωπος, ο οποίος δεν μελετά τη Βίβλο, δεν ακολουθεί τις τελετουργίες και ο Am Haaretz, που στα εβραϊκά σημαίνει ο άνθρωπος που διατρέχει την ύπαιθρο και εκχωρεί τα πρωτοτόκια στον Ιακώβ για ένα πιάτο φακές. Από τη μια μεριά τα Yaddish μας προσκαλούν να φαντασθούμε έναν ακαλλιέργητο άνθρωπο σε αντίθεση με έναν σοφό που αφοσιώνεται στη μελέτη του Νόμου, και από την άλλη, τα εβραϊκά μας μεταφέρουν σε μια σκηνή ανεξάντλητης πολυπλοκότητας, όπου ο Ισαύ παραιτείται από τα πρωτοτόκιά του, από τις ευθύνες του και αντιτίθεται στον Ιακώβ, στον οξύνου, δηλαδή στον πανούργο, ευνοούμενο της μητέρας του, ο οποίος ματαιώνει το σχέδιο του πεπρωμένου, κάνει το άλμα και διασχίζει [τον ποταμό] Ιαβόκ για να πολεμήσει με τον άνθρωπο που δεν του δίνει το όνομά του, αλλά του δίνει ένα καινούργιο όνομα, Ισραήλ [...]. Όμως αυτός ο Άνθρωπος της υπαίθρου δικαιολογεί και έναν άλλο τίτλο που του επιτρέπει να παίξει έναν ρόλο στη σκηνή που εκτυλίσσεται 'Μπροστά τον Νόμο'. Στο Ημερολόγιό του, ο Kafka σημειώνει ότι ο Ταλμούδ συνιστά στον Εβραίο σοφό να συνοδεύεται από έναν Amoretz όταν αναζητά σύζυγο, διότι ο σοφός δεν μπορεί ο ίδιος να διακρίνει πράγματα που είναι αναγκαία σε τέτοιες περιπτώσεις. Ένας Άνθρωπος της υπαίθρου, ένας αμαθής, ξέρει ότι η ομιλία, η οποία χωρίς αμφιβολία, είναι η κατ' εξοχήν γλώσσα, δεν μπορεί εντούτοις σε αυτή την περίπτωση να υποκατασταθεί από άλλες γλώσσες [...] Το εδάφιο αυτό δίνει ότι ο Kafka γνώριζε τον τερατώδη πληθωρισμό μιας ομιλίας όταν αυτή προφασίζεται ότι συγκαλύπτει τη στέρηση άλλων γλωσσών, και φαίνεται να λέει ότι ο νόμος που αναγγέλλεται από τον Goethe και επαναλαμβάνεται από τον Freud: 'Εν αρχή ην η πράξις', παραμένει ξένος για τον ήρωά του"[6].

Δύο είναι τα αφετηριακά σημεία του ερμηνευτικού εγχειρήματος του Refubert: Το πρώτο υποδεικνύει ότι ο Άνθρωπος της υπαίθρου του Kafka είναι ο άνθρωπος που αγνοεί την αγωνία της ανάγνωσης του Νόμου (αμαθής), που αποφεύγει τις ευθύνες οι οποίες απορρέουν από την ισχυρή βούληση και τον διαρκή μόχθο που απαιτεί η ανάγνωση - ένας βιβλικός Ησαύ που παραιτείται τόσο εύκολα από την προνομία της ανάγνωσης και διείσδυσης στο εσωτερικό του Νόμου (πρωτοτόκια), εκεί που η περιοχή είναι κλειστή από τους φύλακες και απαγορευμένη.

Αλλά τότε, γιατί ένας αμαθής και ακαλλιέργητος να διαθέτει την διά βίου υπομονή, περιμένοντας την είσοδό του στο εσωτερικό του Νόμου; Για να απαντηθεί αυτή η απορία θα πρέπει, ίσως, να ανατρέξουμε στην Καφκική απόγνωση, ή καλύτερα, στην Καφκική άρνηση μπροστά στους κινδύνους που εγκλείει το "περιλαίμιο του ουρανού", το οποίο στραγγαλίζει την κίνηση από τον ουρανό προς τη γη, την κίνηση προς το εγκόσμιο, προς το έξω που είναι σε κάθε στιγμή εδώ και προκαλεί τον νου και τις αισθήσεις. Ο Kafka γράφει με απελπισία: "Αν θέλει να κατέβει στη γη τον στραγγίζει το περιλαίμιο του ουρανού, αν θέλει ν' ανέβει στον ουρανό, εκείνο της γης"[7]. Και αλλού: "Στον αγώνα ανάμεσα σ' εσένα και στον κόσμο, υποστήριξε τον κόσμο [...] Δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από έναν πνευματικό κόσμο∙ αυτό που ονομάζουμε κακό είναι μόνο μία αναγκαιότητα μιας στιγμής της αιώνιάς μας εξέλιξης"[8]. Μήπως ο Kafka στο πρόσωπο του Mannvom Lande, του Ησαύ, διακρίνει τη δική του αγωνία μεταξύ ουρανού και γης; Ή μήπως διακρίνει ανάμεσα σε εκείνον και στον Ησαύ την ίδια παραίτηση από την ευθύνη του Νόμου για ένα πιάτο φακές, για μια στιγμή αναγκαιότητας του κόσμου, της υλικότητάς του, της τρομακτικής έλξης που ασκεί πάνω του η στιγμή της αναγκαιότητας, του παρ' όλα ταύτα, ανακουφιστικού στραγγαλισμού που το "περιλαίμιο της γης" του επιβάλλει σε κάθε κίνησή του προς τον ουρανό του γραμμένου Νόμου; Αυτή η στιγμή της αναγκαιότητας του Κακού μέσα στο πνευματικό, του υλικού μέσα στο ιερό, του εκτός μέσα στο εντός (η πόλη) είναι η στιγμή που μεταμορφώνει τον Kafka σε Ησαύ, σε Mannvom Lande, περιμένοντας "Μπροστά στον Νόμο". Διότι πράγματι, στα εβραϊκά ο Ησαύ συμβολίζει "αυτούς που εγκαταλείπουν τις ελπίδες τους να δοξασθούν προς χάριν των πραγμάτων που φαίνονται και δεν είναι αιώνια"[9].

Το δεύτερο αφετηριακό σημείο είναι η γνωστή του Mannvom Lande ότι η ομιλία είναι η κατ' εξοχήν γλώσσα και ότι υπάρχει μέσα σε έναν τερατώδη πληθωρισμό οσάκις προφασίζεται ότι συγκαλύπτει τη στέρηση άλλων γλωσσών. Κατά την αντίληψή μου, αυτές οι άλλες γλώσσες των οποίων η ομιλία προφασίζεται ότι καλύπτει τη στέρηση, είναι οι γραμμένες γλώσσες του Νόμου, οι οποίες τοποθετούν στο εσωτερικό του Νόμου τις λέξεις-φύλακες, ενώ, αντίθετα η κατ' εξοχήν γλώσσα της προφορικότητας που είναι ο Νόμος στη θεμελιώδη και ουσιαστική ύπαρξη του [Torah], επιβάλλει πληθωριστικές ερμηνείες, και μάλιστα κατά τρόπο που καθιστούν την πράξη του Νόμου αμφίβολη και ασαφή - ένα αίνιγμα. Το "Εν αρχή ην η πράξις" δεν ταιριάζει στον Mannvom Lande. Γι' αυτόν θα ταίριαζε το "Εν αρχή ην η ομιλία-προφορικότητα" και έτσι είναι πράγματι ακατάλληλες, ως αμαθής και ακαλλιέργητος στη γραμμένη διατύπωση του Νόμου, να αναζητήσει και τελικά να βρει το σωστό κλειδί, τη σωστή λέξη, που διανοίγει την κλειστότητα του Νόμου και φανερώνει την ιδιαίτερη πλευρά του που είναι προορισμένη μόνο γι' αυτόν.

Θα φανεί, ίσως, ότι η επιχειρούμενη ερμηνεία της ερμηνείας του Refabert πάσχει από μια προγραμματική αντίληψη της Καββαλιστικής σχέσης μεταξύ μη γραμμένου και γραμμένου Νόμου (Totah Shebal - peh και Totah Sebikh - tab). Αλλά και σε αυτή την περίπτωση παρανάγνωσης και/ή υπερερμηνείας του Refabert, εντούτοις πιστεύω ότι η παραβολή του Kafka στηρίζεται κατ' ουσίαν σε αυτή την αντίθεση, όταν θέτει τον Mannvom Lande ομοίωμα του Am Haaretz, ο οποίος διατρέχει την ύπαιθρο και αποποιείται τις ευθύνες και τον μόχθο που επιβάλλει ως ανάγνωση του Νόμου και η εξεύρεση του σωστού κλειδιού για την είσοδό του στο εντός, ενώ τα μάτια του είναι καρφωμένα στο εκτός, σε αυτά που φαίνονται και δεν είναι αιώνια, να περιμένει μάταια "Μπροστά στον Νόμο".

Η ερμηνευτική της Καφκικής συνθήκης "Μπροστά στον Νόμο", που έχει επιχειρήσει ο Massimo Cacciari, μπορεί πράγματι να σημάνει τη λύση, ή κάποια λύση, του Καφκικού αινίγματος που ταυτόχρονα τη λύση του αινίγματος της γραφής του κειμένου του Νόμου. Ο Cacciari γράφει συμπερασματικά: "Ο θρύλος τον οποίο υπαινίσσεται ο Ωριγένης συγκροτεί, λοιπόν, το κείμενο του Kafka αυτό που ο Kafka έχει μπροστά του, το δικό του problema, το κείμενο το οποίο πρέπει να επιχειρήσει να αφηγηθεί εκ νέου, να το εκφράσει, να το επαναδημιουργήσει. Όμως, αυτές διόλου δεν είναι οι λέξεις του. Είναι το προϋποτιθέμενο κείμενο, το Προαπαιτούμενο. Το ότι οι λέξεις θα προδώσουν αναγκαστικά - είναι κάτι που θα καταστήσει πολύ περισσότερο αυτό το Προαπαιτούμενο, αντικείμενο μιας ψυχαναγκαστικής προσοχής και μιας ολοκληρωτικής και απόλυτης αφοσίωσης"[10].

--------------------------------------------------------------
1. Gershom G. Scholem, La Kabbale et sa symbolique, μτφρ. Jean Boesse, Payot, Παρίσι 1989, σσ. 23-24.

2. Όπως αναφέρεται από τον Karl Erich Grozinger, στο βιβλίο του Kafka and Kabbalah, Continumm Publishing Company, Νέα Υόρκη 1994, σ. 46.

3. Τα αποσπάσματα από την Καφκική παραβολή, κάποιες φορές ελαφρά τροποποιημένα, είναι από το Φραντς Κάφκα μεταμόρφωση, μτφρ. Τέας Ανεμογιάννη, εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα 1968.

4. ό.π., σ. 47.

5. Βλ. Frank Lalon, Les Lattres Hebraiques, Edition Alternatives, Παρίσι 2005, σσ. 111-119.

6. Phlippe Refarbert, De Frend a Kafka, Calmann - Levy, Παρίσι 2001, σσ. 101, 102.

7. Franz Kafk, Αφορισμοί, μτφρ. Γιώργου Βαμβαλή, Επίκουρος, Αθήνα 1970, σ. 24. Βλέπε σχετικά και την εργασία μου: "Η Λύτρωση μέσω της Απουσίας" εκδ. Παρουσία, Αθήνα 1994.

8. ό.π., σ. 21.

9. Βλ. The New Bible Dictomary, The Inter - Varsity Fellowship, Λονδίνο 1962, σ. 386.

10. Massimo Cacciari, Icones de la loi, μτφρ. Marilen Raiola, Christian Bonrgois Editeur, Παρίσι 1990, σ. 75.


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Entretien avec Makis Panorios: La dette de l' auteur


Ο Μάκης Πανώριος είναι ένας δημιουργός που, δίχως μεγάλη υπερβολή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο ‘Πατριάρχης του ελληνικού Φανταστικού’, με σημαντικό συγγραφικό και ανθολογικό έργο που εκτείνεται στο πέρασμα δεκαετιών. Για το έργο του έχει τιμηθεί ουκ ολίγες φορές, ενώ επίσης έχει εργαστεί ως ηθοποιός και ζωγράφος (περισσότερα για την πορεία του αναφέρει ο ίδιος εντός της συνέντευξης). Κύρια μυθιστορήματά του η τριλογία «Η διαδρομή/Η Καταδίκη» (2005, επανέκδοση παλαιότερων έργων), «Το Μαυσωλείο» (2006) και «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου» (2010), στα οποία πρωταγωνιστεί ο Αλέξανδρος, γενολογικό/γενόσημο [generic] όνομα του ανθρώπινου όντος. 



-Η πρώτη επισήμανση αφορά το ύφος σας: ρευστός λόγος με πλήθος συνώνυμων, παρατακτικών όρων. Υποδηλώνει αυτό κάποια οντολογική δέσμευσή σας, φερειπείν σε έναν κόσμο ροής και γίγνεσθαι, τον οποίο ασθμαίνουσα η γλώσσα αποτυγχάνει εγγενώς να συλλάβει και προτείνεται ως εκ τούτου η εξώθησή της στα όρια, το ‘λύγισμά’ ή ο ‘τανυσμός’ της προκειμένου να τον ακολουθήσει; Ποια η σχέση μορφής και περιεχομένου στα μυθιστορήματά σας και εν γένει στο έργο σας;

Στη γραφή μου το εσωτερικό τοπίο της ιστορίας είναι αυτό που υπαγορεύει την ‘εξωτερική’ μορφή του, τη λογοτεχνική οικοδόμησή του. Πιο συγκεκριμένα: η ειδική μεταχείριση του Λόγου επιδιώκει και προσπαθεί να ‘περιγράψει’ το εσωτερικό ‘σχήμα’ που προτείνει και φιλοδοξεί να ιχνηλατήσει η αφηγούμενη ιστορία, διότι, αυτή κυρίως, είναι η μόνη υπεύθυνη για την δεδομένη σύνθεσή της. Καθόλου απλή διαδικασία, επειδή, ανεξαρτήτως ερεθίσματος από την διαπιστωμένη ρευστότητα της αινιγματικής ‘πραγματικότητας’, η δική μου γραφή επιχειρεί να ρίξει ένα βλέμμα στο ακατανόητο ανθρώπινο τοπίο, αλλά μέσα από το δεδομένο γεγονός που αγωνίζομαι να το διαπραγματευτώ με την συγκεκριμένη ιστορία την οποία και επιλέγω ως πρόσχημα προκειμένου να ‘ακούσω’ τον εσωτερικό ήχο της. Ως εκ τούτου, ο Λόγος τον οποίο και επιλέγω, καθώς επίσης και ο τρόπος που τον μεταχειρίζομαι, κυρίως αυτόν, προσπαθεί εναγωνίως να συλλάβει τον συγκεκριμένο βηματισμό του ανθρώπου στο γήινο τοπίο το οποίο και κατοικεί. Μέσω του εν λόγω βηματισμού, που είναι βέβαια υπαρξιακών προδιαγραφών, ο άνθρωπος καλείται να συνειδητοποιήσει το ‘υπόγειο’ νόημα της αναπόφευκτης πορείας του, απ’ την στιγμή της έλευσής του έως της στιγμής της αναχώρησής του. Κυρίως την τραγωδία της απόλυτης μοναξιάς του, παρ’όλη την ψευδαίσθηση του συνοδοιπόρου. Οι όποιες ‘συναντήσεις’ του επιφυλάσσει αυτή η εφιαλτικά οδυνηρή πορεία, απλώς επιβεβαιώνουν την απόλυτη ερημιά του δρόμου· ο καθένας ‘βαδίζει’ μόνος. Ακόμη κι αν θεωρηθεί αυτή η ‘πορεία’, παρ’ όλη την υποτιθέμενη εξωτερική γοητεία της, που μοιάζει να προσυπογράφει την ψευδαίσθηση του θαύματος της δημιουργίας, ένας τρομαχτικός εφιάλτης, τουλάχιστον για τον σκεπτόμενο υγιώς άνθρωπο, τότε η λογοτεχνική διαπραγμάτευσή της, γίνεται, ή πρέπει-οφείλει να γίνεται με ανάλογες εφιαλτικές συμπαραδηλώσεις, σχήματα, εικόνες, ήχους, θραύσματα ζωής. Ως εκ τούτου ο Λόγος πρέπει να ‘δηλώνει’ αυτόν τον εφιάλτη. Αυτόν τον εφιάλτη προσπαθώ να σχεδιάσω στα κείμενά μου.


-Μπορούμε να αποφύγουμε το ερώτημα περί της αντιγραφής της τέχνης από τη ζωή (και αντιστρόφως) διαπιστώνοντας ότι υπάρχει ένας ισομορφισμός, για να το πούμε έτσι, μεταξύ τους: αμφότερες αποτελούν κατά κάποιον τρόπο εγχειρήματα ανάδυσης καινοφανών μορφών από το χάος, διαχείρισης και αναδιάταξής του (και, υπό την έννοια αυτή, το ζήτημα δεν τίθεται με όρους αντιγραφής ή μιμητικής αναπαραγωγής για καμιά από τις δύο). Αυτό θέτει στο επίκεντρο το πρόβλημα της αιωνιότητας ή της διάρκειας ενός έργου. Η ζωή ‘επιλύει’ το πρόβλημα με την επιβίωση του γενικού ή καθολικού εις βάρος των επιμέρους (όλα τα έμβια όντα, παρελθοντικά, παροντικά ή μελλούμενα θα τελευτήσουν, αλλά όχι η ίδια η Ζωή, που προελαύνει νικηφόρα δι’αυτών και των ‘αποτυχιών’ τους). Ποια θα μπορούσε να είναι η απάντηση της τέχνης, επί παραδείγματι της λογοτεχνίας, ώστε να μη θεωρηθούν τα προϊόντα της απλές φούσκες στην επιφάνεια της λάβας, που σπεύδουν να αποσυρθούν στη λήθη άμα τη εμφανίσει τους;

Η απάντηση της λογοτεχνίας στον παραλογισμό της ζωής, διότι περί ανεξήγητου, αφόρητα αινιγματικού παραλογισμού πρόκειται – η ‘ανθρώπινη’ λογική αδυνατεί να την διερμηνεύσει – είναι μόνο η Σιωπή, που λειτουργεί, τουλάχιστον στις καλύτερες περιπτώσεις της, ως αντανάκλαση της Κοσμικής Σιωπής, απ’ την οποία μάλλον-πιθανώς προέρχεται. Η ζωή, επισημαίνετε, «προελαύνει νικηφόρα». Δεν μπορώ να δω καμιά νίκη στο φαινόμενο ‘Ζωή’. Το μόνο που την χαρακτηρίζει είναι η ακατανόητη αέναη επανάληψή της. Ποιος ο λόγος; Άγνωστος· και κατά πάσα πιθανότητα, έως μάλλον βεβαιότητα, δεν θα τον μάθει ποτέ. Όπως επίσης ουδέποτε θα μάθει και την αρχική… Αρχή της. Και, φυσικά, το νόημά της. Γνωρίζει μόνο «το τέλος του παιχνιδιού», για να θυμηθούμε τον Μπέκετ. Πέραν αυτού ουδέν. Το έχει εξάλλου διαπιστώσει ήδη ο άνθρωπος δια στόματος Σωκράτη: «Ένα ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτε». Η φοβερή αυτή συνειδητοποίηση, έχει σαν αποτέλεσμα την απεγνωσμένη κραυγή του υπαρξιακού ανθρώπου, που αναδύεται από τα έγκατα της μυστικής, άγνωστης, και αδύνατον να εντοπιστεί η ύπαρξή της, κρύπτης του, την οποία και εκτοξεύει επί ματαίω στο αχανές διάστημα. Μια απελπισμένη προσπάθειά του να επικοινωνήσει με το Άγνωστο, να δεχτεί μια κάποια απάντηση προκειμένου να απαλλαγεί απ’ το υπαρξιακό άγχος της ακατανόητης υπόστασής του. Δεν έχει υπάρξει ‘επικοινωνία’, μέχρι στιγμής, και, μάλλον, δεν θα υπάρξει ποτέ, αν δεχτούμε τον διάσημο Βρετανό φυσικό Στίβεν Χόκινγκ: «Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα φθάσουμε ποτέ στο τέλος της αναζήτησης. Η πολυπλοκότητα του σύμπαντος –και του ανθρώπου – θα παραμείνει εσαεί για τον άνθρωπο terra incognita. Τί άλλο, λοιπόν, μπορεί να κάνει ο συνειδησιακός άνθρωπος παρά να προσπαθεί, παρ’ όλη τη γνώση των συνεχών αποτυχημένων προσπάθειών του, απ’ το να αγωνίζεται αενάως ν’ αγγίξει-επικοινωνήσει με τον «Μονόλιθο», δηλαδή το αβυσσαλέο Άγνωστο, όπως το προσδιόρισε ο Άρθουρ Κλαρκ στην «Οδύσσεια του Διαστήματος;» Τίποτ’ άλλο, παρά να ‘βλέπει’ τον Μονόλιθο-Άγνωστο να χάνεται μέσα στ’ αστέρια, να επιστρέφει δηλαδή στον εαυτό του. Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή που θα τον πλησιάσει και θα θέσει τον δάκτυλό του ‘επί τον τύπον των ήλων’, σε μια ύστατη, απεγνωσμένη προσπάθεια, όχι να διαιωνιστεί, αλλά για να δηλώσει τη μάταιη ύπαρξή του, καταγράφει τη πορεία του στο άνυδρο κοσμικό τοπίο, με τις κραυγές του, τις ‘συναντήσεις’ του, τους αποχαιρετισμούς του. Αυτό κάνει η Τέχνη. Και αυτό κάνει στις καλύτερες στιγμές της η λογοτεχνία· γι’ αυτό και περισσότερη τιμή της πρέπει, όπως λέει κι ο Ποιητής. Επειδή τολμά ν’ αντισταθεί στο Μηδέν που προελαύνει ακάθεκτο.  


-Ηρωική και καταδικασμένη να αποτύχει μοιάζει η υπαρξιακή περιήγηση στο γήινο τοπίο, όπως τόσο όμορφα την αποτυπώνετε στην τριλογία σας («Κατάκτηση», «Το Μαυσωλείο», «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου»). Από μνήμης -και γι' αυτό με πάσα επιφύλαξη- αναφέρουμε τρία χωρία που μας έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση από το τελευταίο βιβλίο: εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο πάνω στο δέντρο, τη συζήτηση για το νερό, και το θέατρο όπου αναπαρίσταται όλη η πορεία της ανθρωπότητας, προς το τέλος – πρόκειται, νομίζουμε, για καταπληκτικές πραγματεύσεις. Στο τέλος απομένει μονάχα η περήφανη κατάφαση του παιχνιδιού, μολονότι και αυτή με τη σειρά της δεν έχει καμία σημασία. Ή επίσης: να ζεις τη ζωή για χάρη της ίδιας. Θα συμφωνούσατε με μια τέτοια ανάγνωση της πορείας του Ταξιδιώτη, του Αλέξανδρου, στο βαθμό που είναι θεμιτό ή δυνατό να εξάγει κανείς ένα ‘επιμύθιο’ από αυτήν;

Ακόμη κι αν μπορούσε να μεταμορφωθεί ως δια μαγείας, μέσα σε μια νύχτα, ή προϊόντος του χρόνου ή με τις προϋποθέσεις της επιστήμης και της Τέχνης, η Γη σε επίγειο παράδεισο, η προδιαγεγραμμένη διαδρομή του ανθρώπου σ’ αυτό το φανταστικό γήινο περιβάλλον, δεν επρόκειτο ν’ αλλάξει την τραγωδία του, όντας εκ φύσεως καταδικασμένος να διασχίσει αυτό το τραγικό τοπίο, στο οποίο και βρέθηκε για ακατανόητους λόγους· αυτό πρέπει να τονίζεται συνεχώς μήπως και κάποτε ο άνθρωπος το συνειδητοποιήσει, γεγονός που μπορεί πιθανώς να επαναπροσδιορίσει τη μοίρα του στη Γη και στο Διάστημα. Επιχειρεί, και καλώς πράττει βεβαίως, να εξανθρωπίσει εαυτόν, και να καταστήσει τουλάχιστον βιώσιμο το εν λόγω τοπίο. Η ‘ουσία’, όμως, αυτής της τραγικής στο βάθος διαδικασίας δεν αλλάζει, όσο κι αν προσπαθεί η Επιστήμη και η Τέχνη να την εξωραΐσει. Τί, λοιπόν, μπορεί να κάνει ο συνειδησιακός άνθρωπος μπροστά στο αναπόφευκτο που ανά πάσα στιγμή τον υπερβαίνει; Να θέσει τέρμα στη ζωή του, και, κατ’ επέκταση, στη ‘γοητευτική’ μυθολογία της, σαν τον Ατζεσιβάνα, μαθητή του Βούδα που την αφαίρεσε ‘ηρωικά’ επειδή τη ‘γνώρισε’ «…στη μυστική της πρώτη ουσία…», όπως μας τον συνέστησε ο Σικελιανός στο ομώνυμο ποίημά του; Ή να τυφλωθεί σαν τον τραγικό Οιδίποδα, που βιώνοντας ο ίδιος τη φρίκη της, ‘έσβησε’ την όρασή του με το ίδιο του το χέρι, επειδή του ήταν πλέον αδύνατο να την ‘βλέπει’; Ο γνωστικός άνθρωπος, ο ήδη προαναφερόμενος υπαρξιακός, που έχει δεχτεί το μήνυμα του Σκότους, και της Σιωπής κυρίως, προσπαθεί εναγωνίως να επικοινωνήσει –‘συνομιλήσει’ μαζί τους, μήπως και βιώσει το θαύμα, αν όχι της πολυπόθητης ‘επαφής’, τουλάχιστον της αποκάλυψης ενός κάποιου νοήματος. Η λογοτεχνία, στις οριακές, κορυφαίες στιγμές της, αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει. Κι ίσως γι’ αυτό, συνειδητά ή υποσυνείδητα, προσπαθεί να αφήσει ένα ‘δείγμα’ του βηματισμού της σ’ αυτό το άνυδρο, άχαρο τοπίο που, ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν παραμείνει ‘ακίνητος’ στη μέση της κοσμικής ερήμου, πρέπει να το εξαντλήσει: «Δεν γνωρίζω από πού ήρθα, δεν γνωρίζω γιατί πρέπει να διασχίσω αυτήν την οδό, δεν γνωρίζω που πάω. Γιατί;» Και αυτό ακριβώς το ‘ίχνος’ του μοιραίου βήματός του και τον τραγικό ‘ήχο’ της πορείας του επιχειρεί να αφήσει η λογοτεχνία, μια ίσως απεγνωσμένη, επειδή ο λειτουργός της γνωρίζει κατά βάθος τη ματαιότητα του εγχειρήματος, αλλά οπωσδήποτε υγιής αντίδραση στην έλευση της λάβας, όπως τόσο εύστοχα σημειώνετε. Απ’ αυτήν ακριβώς την αγωνία διακατέχεται ο Αλέξανδρος της τριλογίας μου. Διασχίζει το ανθρώπινο τοπίο, το ζει, το επιβεβαιώνει, εμπλέκεται στα ‘ρεαλιστικά’ του συμβάντα που λειτουργούν ως υπερρεαλιστικός εφιάλτης υπερτονίζοντας έτσι τον αφάνταστο παραλογισμό μιας παράλογης ‘πραγματικότητας’. Στο υποτιθέμενο τέλος της οδυνηρής πορείας του θα σταθεί μπροστά στο Άγνωστο’ και θα του απευθύνει τη μοιραία ερώτηση: «Είναι κανείς εκεί;» Θα δεχτεί φυσικά την απάντηση της Σιωπής, την οποία ήδη γνωρίζει· απλώς την επιβεβαιώνει ως ένας ‘πιστός’ όμως Θωμάς, θέτοντας ενσυνειδήτως πλέον τον δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων. Και είναι αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση που δεν μας επιτρέπει να εξάγουμε κανένα ‘επιμύθιο’. Εκτός κι αν, ούτως ή άλλως, θεωρήσουμε ‘επιμύθιο’ εκείνο το συγκινητικό «Πρέπει να ζήσουμε, θείε Βάνια», που απευθύνει η Σόνια στο θείο της, στο ομότιτλο έργο του Τσέχοφ. Αλήθεια, τί άλλο να κάνει ο άνθρωπος;


-Πείτε μας, εάν θέλετε, ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο που δεν έχετε διαβάσει, και το αντίστοιχο βιβλίο που δεν γράψατε ακόμη. Ποιο είναι δηλαδή εκείνο το έργο για το οποίο υποψιάζεστε, ούτως ειπείν, ότι θα σας συνέπαιρνε, αλλ' εντούτοις για τον οποιοδήποτε λόγο δεν πιάσατε στα χέρια σας, και ποιο αντίστοιχα είναι εκείνο το ‘πρότζεκτ’ που σας τριβέλιζε το μυαλό και ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε, όχι ακόμη τουλάχιστον; 

Αν εξαιρέσω την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», στις οποίες και επανέρχομαι κατά διαστήματα, διαπιστώνοντας κάθε φορά ότι την προηγούμενη τις είχα διαβάσει αλλά χωρίς να τις έχω… διαβάσει, το καλύτερο σύγχρονο βιβλίο, που επίσης δεν είχα διαβάσει, παρ’ όλο που είχα κάνει την γνωριμία του στις αρχές τις δεκαετίας του ’60, είναι η «Δίκη» του Φραντς Κάφκα. Τώρα, πλήρης ετών πλέον, με σχετικώς διαμορφωμένη οπτική πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, το ξαναδιάβασα. Εννοώ ότι κοινώνησα και πάλι την υπαρξιακή του γεύση. Είμαι ακόμα και τώρα, ιδίως τώρα, βαθύτατα ταραγμένος, έχοντας έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την προαναφερθείσα ανθρώπινη μοίρα όπως μας την κληροδότησε ο μεγάλος αυτός συγγραφέας, αντιγράφοντας την τραγική πορεία του Γιόζεφ Κ., του Ανθρώπου δηλαδή, στο παράλογο εφιαλτικό τοπίο της ζωής, για να διαπιστώσει στο τέλος ότι πεθαίνει«Σαν σκυλί!» – και μετά τίποτα. Και μετά «Όλα τα άλλα είναι σιωπή», το έχει ήδη διαπιστώσει ο Σαίξπηρ δια στόματος Άμλετ. Γνωρίζω πως ακούγομαι ρητορικός και πομπώδης, αλλά δεν βρίσκω άλλες λέξεις να περιγράψω τη ‘συνάντηση’ αυτή που σημάδεψε αποκαλυπτικά τη συγγραφική πορεία μου. Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμα και τώρα, πιστεύω πως δεν έχω καταφέρει να τον διαβάσω εις βάθος, επειδή δεν γνωρίζω Γερμανικά ώστε να επικοινωνήσω με το αυθεντικό, πρωτότυπο κείμενο. Ούτως ή άλλως, όμως, η ‘αποκάλυψη’ Κάφκα στη ζωή μου καθόρισε, όπως ήδη προανέφερα, τη γραφή μου, εναγωνίως προσπαθώντας ωστόσο να αυτονομηθώ και να αρθρώσω δικό μου λόγο. Υπό αυτή την έννοια ‘αναζητούσα’ πάντα εκείνο το άγνωστο βιβλίο που, πιθανώς, ενυπάρχει κάπου στο βάθος της μυστικής κρύπτης του συγγραφέα, αναμένοντας την έξοδό του. Προς ώρας, η θύρα εξόδου της παραμένει ερμητικά κλειστή. Αλλά τώρα πλέον, ακόμη κι αν ανοίξει… Πώς το θέτει ο Κάφκα σ’ εκείνο το λογοτεχνικό του κόσμημα «Ενώπιον του Νόμου;» «Αυτή η πόρτα ήταν για σένα. Τώρα θα την κλείσω!» Ο Άνθρωπος δεν επιχείρησε ‘να μπει μέσα στο Νόμο’, κι εγώ δεν επιχείρησα να παραβιάσω την δική μου… 

Φιλοδοξία μου ήταν να σπουδάσω ζωγραφική, αλλά δεν τα κατάφερα, παρ’ όλο που τελείωσα τη Σχολή Ζωγραφικής και Σχεδίου ABC. Στράφηκα στο θέατρο και εργάστηκα σ’ αυτό ως ηθοποιός για τριάντα και πλέον χρόνια, έχοντας τελειώσει τη Δραματική Σχολή Θεάτρου και Σκηνοθεσίας του Πέλου Κατσέλη. Η Γραφή με απασχολούσε από τα παιδικά μου χρόνια. Στο Γυμνάσιο ήμουν ο μαθητής που έγραφε καλές λογοτεχνικές εκθέσεις και μετέφραζε αρχαίους έλληνες ποιητές· έχω μεταφράσει επίσης το«Άσμα Ασμάτων», του Σολομώντα, και διασκευάσει σε θέατρο την προαναφερθείσα «Δίκη», του Κάφκα. Είχα πάντα κατά νου ένα ιδιαιτέρως φιλόδοξο σχέδιο: Να γράψω ένα βιβλίο επισημαίνοντας το υπερβατικό-φανταστικό στοιχείο-σύμβολο στην ελληνική λογοτεχνία από τον Όμηρο μέχρι των ημερών μας, υποστηρίζοντας το ρόλο της φαντασίας στη λογοτεχνική γραφή, πρόλογο του οποίου μπορώ να θεωρήσω την εξάτομη ανθολογία μου «Το Ελληνικό Φανταστικό Διήγημα (Από τα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα, Εκδόσεις Αίολος 1987-2011)». Τώρα, όμως, «Καθώς Ψυχορραγώ», για να θυμηθώ τον Φόκνερ, είναι πλέον αργά. 


-Ποια ή ποιες υπήρξαν οι καθοριστικές συναντήσεις στη ζωή σας, όσον αφορά τον ‘δημιουργό Μάκη Πανώριο’ - είτε αυτές είχαν να κάνουν με ανθρώπους, βιβλία, έργα τέχνης ή περιστατικά, γεγονότα και συμβάντα ενγένει; Ποιος ή τι καθόρισε τη διαδρομή σας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορείτε αναδρομικά να πείτε ότι τίποτε δε θα ήταν ίδιο, ότι τα πράγματα θα είχαν λάβει εντελώς άλλη τροπή, εάν η συνάντηση δεν είχε λάβει χώρα;

Οι ‘συναντήσεις’ μου ήταν κυρίως λογοτεχνικές. Στο σπίτι του Παππού μου, από την πλευρά της Μητέρας μου, υπήρχε πλούσια βιβλιοθήκη, μέσω της οποίας ήρθα για πρώτη φορά σε επικοινωνία με τη λογοτεχνία. Διάβασα Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Καρκαβίτσα, αλλά και Βίκτορ Ουγκό, Φένιμορ Κούπερ, Αλέξανδρο Δουμά, το θαυμαστό αραβικό έπος «Χίλιες και Μία Νύχτες», στην ανεπανάληπτη μετάφραση του σπουδαίου φιλόλογου και ελληνιστή Κώστα Τρικογλίδη, και πλήθος άλλων. Αργότερα, στο Γυμνάσιο συνάντησα δυο σπουδαίους φιλόλογους, τον Α. Φιλιππόπουλο και Κ. Παπαϊωάννου, που μου γνώρισαν τη μαγεία αλλά και τη σημασία της λογοτεχνίας. Την μύησή μου ωστόσο στο εσωτερικό σύμπαν της λογοτεχνίας την οφείλω στον ποιητή Λέοντα Κουκούλα και στον συγγραφέα Άγγελο Φουριώτη που δίδασκαν αντίστοιχα Ιστορία Θεάτρου ο πρώτος και Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας ο δεύτερος. Αρχής γενομένης απ’ τον ΄Ομηρο και τους Τραγικούς, πέρασα, στη συνέχεια, στον ωκεανό της Λογοτεχνίας. Στάθηκα στον Χέρμαν Μέλβιλ, στον Τζέιμς Τζόις, στον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στον Ε. Α. Πόε, στον Σάμιουελ Μπέκετ. Στα χωρικά μας ύδατα 'συνάντησα' τον Νίκο Πολίτη, τον Ρένο Αποστολίδη, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Αλέξανδρο Σχινά, έναν από τους σπουδαιότερους ανανεωτές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η γνωριμία μου με το Νέο Γαλλικό Αντιμυθιστόρημα, επαναστατική τομή στο σώμα την ευρωπαϊκής τουλάχιστον λογοτεχνίας, όπως εκφράστηκε από τη Ναταλί Σαρότ, τον Αλέν Ρομπ Γκριγιέ, τον Κλοντ Σιμόν, τον Μισέλ Μπιτόρ, ήταν καθοριστική. Και φυσικά, στη κορυφή όλων, όπως ήδη έχω προαναφέρει, ο Φραντς Κάφκα. Ήταν το αποκαλυπτικό σύμπαν που όρισε τη δική μου μυθολογία, τη λογοτεχνική της διαπραγμάτευση, και τα σχήματα των ιστοριών που επέλεξα για να ιχνηλατήσω την ανθρώπινη περιπέτεια… 

Πιθανώς ο δρόμος της ζωής μου να με είχε οδηγήσει σε άλλα, εντελώς διαφορετικά τοπία, αν είχα ακολουθήσει το δρόμο που είχε επιλέξει ο Πατέρας μου: Να γίνω μηχανικός. Είμαστε φτωχή οικογένεια, κι ήθελε κάτι σταθερό για το μέλλον του παιδιού του. Όταν όμως ήρθα σε επαφή με το ‘αντικείμενο’ της επιλογής του, διαπίστωσα ότι δεν θα μπορούσα να ‘συνομιλήσω’ μαζί του· θα παραμέναμε ‘ξένοι’ μεταξύ μας σ’ όλη τη ζωή. Τώρα που ‘νυχτώνει’ συνειδητοποιώ ότι καλώς έπραξα που ακολούθησα τον δικό μου δρόμο.


-Σας ευχαριστούμε προκαταβολικά για τον κόπο σας, και ελπίζουμε να μη σας κούρασε η υποβολή των ερωτήσεων.

Εγώ σας ευχαριστώ για τη χαρά που μου δώσατε να συνομιλήσουμε. Κάθε άλλο παρά κουράστηκα. Ελπίζω να χαρήκατε κι εσείς.


Αντί επιλόγου: Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με αυτή την τραγική σύλληψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας – και της ανθρώπινης διαδρομής στο σύνολό της. Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος που ελλοχεύει, αυτός μιας ορισμένης μονομέρειας, δηλαδή της διολίσθησης σε μιαν ούτως ειπείν ‘εφηβική’ απαισιοδοξία. Και από την άποψη αυτή, ισχύει ότι ακούγεστε κατά διαστήματα ‘ρητορικός και πομπώδης’. Όμως, το ερώτημα του νοήματος δεν επιδέχεται οριστικής διευθέτησης εντός της επικράτειάς του*, είναι καταδικασμένο να μείνει ανοικτό, ενώ η ίδια η απόφανση «δεν έχει νόημα, στ' αλήθεια!» είναι μια τέτοια απόπειρα απόδοσης τελεσίδικης ετυμηγορίας, και μάλιστα κοινότοπης ως προς το περιεχόμενο (τουλάχιστον μετά τους υπαρξισμούς του εικοστού αιώνα). Αυτό το «πρέπει να ζήσουμε» είναι ισχυρότερο από όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Τι ακριβώς είναι αυτό που πρέπει να ζήσει; Γιατί εξακολουθούμε να γράφουμε, και τι είναι τελοσπάντων αυτό που μας επιτρέπει να γράφουμε, που γράφει αξιοποιώντας εμάς; Αυτή είναι η επιταγή στην οποία καλείται να απαντήσει, σπαρασσόμενος και έμπλεος χαράς συνάμα**, ο δημιουργός. Όπως ακριβώς το έθετε εκείνος ο μπεκετικός ήρωας: «Πρέπει να συνεχίσεις, δε μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω»


* ως προς αυτό κάποιες συναφείς σκέψεις διατυπώνονται στην καταληκτήρια παράγραφο μιας πρόσφατης κριτικής μας στο «Θεώρημα Μηδέν» του Τέρι Γκίλιαμ. 

** ο Κάφκα είναι, εκτός των άλλων, ένας εύθυμος συγγραφέας, σε απόσταση από κάθε επιτηδευμένο μελοδραματισμό. 


Συνέντευξη: Friedrich Keunermann

Δύο ακόμη συνεντεύξεις που μπορεί να συμβουλευθεί ο αναγνώστης (στο αίθριο του «Πανδοχείου», 01/05/2011, και στον Δημήτρη Αργασταρά για το «Book Press», 11/12/2010), καθώς και μία λίστα του Μάκη Πανώριου από κλασσικά βιβλία της λογοτεχνίας του Φανταστικού για το «Βήμα», 10/07/2013.


Κείμενα
http://pandoxeio.com/2011/05/01/aithrio46panorios/ 
http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/ellines/panorios 
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=521561