Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξυδάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξυδάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Οι ζωντανοί συναντούν τις ψυχές των απόντων


του Νίκου Ξυδάκη


Η Ida του Πάβελ Παβλικόφσκι είναι η ταινία της χρονιάς, από τώρα· σφραγίζει την ευρωπαϊκή ευαισθησία όπως την σφράγισε πέρυσι η Grande Belezza του Πάολο Σορρεντίνο. Πρόκειται για ταινίες-σπουδές, που μιλούν για την ψυχή των λαών και των ανθρώπων, για την αξεδιάλυτη συνύφανση του ατομικού με το συλλογικό, για το βάρος της μνήμης και της ιστορίας, για την Ευρώπη των νεκρών και των φαντασμάτων.

Στην πολωνική ταινία πρωταγωνιστούν δύο γυναίκες, δύο γενιές, δύο κόσμοι. Η νεαρή δόκιμη μοναχή Αννα, και η ώριμη δικαστίνα Βάντα. Η Αννα είναι η Εβραία Ιντα, ορφανό πολέμου που μεγάλωσε σε μοναστήρι Καθολικών. Η θεία της, αδελφή της μητέρας της, είναι η κομμουνίστρια Κόκκινη Βάντα, πρώην εισαγγελέας, αλκοολική. Η μία πιστεύει, η άλλη όχι. Οι διαφορές σταματούν εδώ. Οι ομοιότητες είναι βαθύτερες: δεν έχουν ρίζες, δεν έχουν οικογένεια, οι ζωές τους ξετυλίγονται πάνω στην έλλειψη, την απουσία, τα θαμμένα μυστικά, τη λήθη. Την παραμονή της κουράς της μοναχής, οι δύο γυναίκες θα ανταμώσουν για πρώτη φορά και θα ξεκινήσουν το μοναδικό κοινό τους ταξίδι, σε αναζήτηση του κοινού τους παρελθόντος. Αναζητούν τους νεκρούς τους, γονείς και παιδιά, τα οστά των δολοφονημένων και χαμένων του Ολοκαυτώματος.

Όλη η ταινία είναι η κάθοδος στον Άδη με τη μορφή ενός road movie στην άχρονη πολωνική ύπαιθρο· σε έναν κάμπο που συμπυκνώνει κάτω από την ακινησία του τον καθολικισμό, τον εβραϊσμό, τη γενοκτονία, τον πόλεμο, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, και πάνω απ’ όλα τον ανελέητο, διαρκή αγώνα των ανθρώπων για επιβίωση. Η περιπλάνηση των δύο γυναικών μοιάζει εξωτερικά με τις υπαρξιακές περιπλανήσεις ταινιών του Βέντερς ή του Αντονιόνι, αλλά εδώ το δράμα δεν περιέχει καμία διαφυγή από τη μοίρα, ούτε καν σύγκρουση, το δράμα αντηχεί περισσότερο τις ηθικές και μεταφυσικές δονήσεις του Μπέργκμαν και του Ταρκόφσκι, του Κισλόφσκι και του Ζανούσι. Στο τέλος του δρόμου υπάρχει πάλι κενό, συν την πικρή επίνοια του ταξιδιού.

Ο Παβλικόφσκι μιλώντας για το υπαρξιακό κενό στη Μεσευρώπη του ’60, κατορθώνει να μιλήσει βαθιά και σπαρακτικά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα· μάλλον για τη βαριά κληρονομιά του Ευρωπαίου ανθρώπου της νεωτερικότητας, κληρονομιά φρίκης και αναμέτρησης με τα όρια. Η Ευρώπη της Ida είναι στοιχειωμένη από κρυμμένα οστά, ανεύρετους τάφους, πεισματική αμνησία, ηθική απογύμνωση. Ο αγρότης-φονιάς κουλουριάζεται μες στον φρεσκοσκαμμένο λάκκο, ο θύτης είναι το ίδιο τελειωμένος όσο και τα θύματα. Εχει χαθεί η ιερότητα της ζωής, η ζωή σαν θαύμα.

Η Ιντα ρωτάει τον κούκλο σαξοφωνίστα τι μπορούν να κάνουν μαζί, αφού παίξουν Kολτρέιν σε συναυλίες, αφού παντρευτούν και κάνουν παιδιά. Απλώς, θα ζήσουμε, λέει ο Λις. Η Ιντα, αφιερωμένη του Χριστού, έμπειρη πλέον του θανάτου και της φρίκης, σηκώνεται από το κρεβάτι του παρθενικού έρωτα, φοράει το ράσο της δόκιμης και ακολουθεί την σκολιά οδό. Η κάμερα για πρώτη φορά κινείται σωματικά, και για πρώτη φορά η μουσική που ακούει ο θεατής δεν είναι η μουσική που ακούν οι ήρωες.

Ο Παβλικόφσκι κατορθώνει μια κινηματογραφική αφήγηση λάμπουσα, άρτια, προσωπική, συγκινούσα, χωρίς φορμαλιστική εκζήτηση, αλλά και χωρίς παραχωρήσεις στο τηλεοπτικό γούστο. Τα κάδρα του είναι γεωμετρημένα έτσι ώστε να υπηρετούν ψυχικά πυκνώματα και κενά, να αναδεικνύουν τα πρόσωπα ενώπιον της μοίρας τους· το ασπρόμαυρο είναι στιλπνό και πλούσιο, καταγραφικό και αφαιρετικό μαζί· η φόρμα, παρότι τολμηρή, υπηρετεί και αναδεικνύει, δεν επιδεικνύεται. Ο Παβλικόφσκι πετυχαίνει μια ευτυχή κράση φόρμας και περιεχομένου, επειδή έχει κάτι να πει· για τη ζωή, τις ζωές των ανθρώπων, για τον πυρήνα της ύπαρξης, εκεί που συμφύρονται η ελπίδα, η αφέλεια, η απάθεια, η ερήμωση. Αν πρέπει να περιγράψουμε με μια λέξη την τέχνη του, θα ήταν: οικονομία. Τίποτε δεν λείπει, τίποτε δεν περισσεύει.

Η Ida -όπως και η Grande Belezza, αλλιώς- είναι αφήγηση για το μεταίχμιο της Ευρώπης, και είναι συναναστροφή με τους νεκρούς. Είναι αποδοχή της πολυπλοκότητας και του χάους, χωρίς κρίσεις και διδάγματα. Οι ζωντανοί συναντούν τις ψυχές των απόντων, αγγίζονται, κι ύστερα αποτραβιούνται. Η Βάντα, άδεια, πικρή, επιλέγει το κενό· η Ιντα δακρύζει, λοξοδρομεί, ωριμάζει σε 82 φιλμικά λεπτά, επιλέγει τον όρκο της αναχώρησης.


Πηγή βλέμμα

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Οι δρόμοι μιλούν, τα κτίρια λένε


του Νίκου Ξυδάκη


Σήμερα Κυριακή οργανώνεται για δεύτερη φορά ένας περίπατος στην Αθήνα της Κατοχής, με αφορμή τα εβδομήντα χρόνια από την απελευθέρωση της πρωτεύουσας. Πέρυσι σε παρόμοιο ιστορικό περίπατο προσήλθαν πάνω από χίλια άτομα. Η ιδέα είναι απλή: ένας οδηγός μεταφέρει τους περιπατητές σε τοπόσημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης. Και τους θυμίζει τι συνέβη σε αυτή η γωνία, τι υποδεχόταν αυτό το κτίριο, τι συνέβη σε αυτό το πεζοδρόμιο.

Μερικά τα γνωρίζουμε. Στην οδό Μασσαλίας, εκεί που γνωρίσαμε τα υπαίθρια μικροβιβλιοπωλεία, βρισκόταν επί Κατοχής το νεκροτομείο· εμείς γνωρίσαμε το νεκροτομείο στα κτίρια της Ιατρικής στο Γουδί. Καλούμαστε να ανασυνθέσουμε μια σκληρή εικόνα: τα κάρα που μετέφεραν στη Μασσαλίας τις σορούς των νεκρών του κατοχικού λιμού.

Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος ένα μισοκρυμμένο μνημείο θυμίζει ότι εδώ η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της φιλοναζιστικής ΕΣΠΟ, που στρατολογούσε Ελληνες για τη Βέρμαχτ. Το γνωρίζω. Γνωρίζω ότι στα υπόγεια της Κοραή ήταν τα κολαστήρια της Κομαντατούρ, όπου μαρτύρησαν χιλιάδες πατριώτες – τα έχω επισκεφθεί. Δεν γνώριζα όμως ότι Πανεπιστημίου 64 και Σανταρόζα βρισκόταν το καζίνο του Μαυροκέφαλου, όπου μαυραγορίτες και δωσίλογοι έπαιζαν τις λίρες της προδοσίας.

Η πόλη είναι η μνήμη της, μάλλον οι μνήμες των ανθρώπων της, αυτών που έζησαν κι αυτών που τη ζουν τώρα, συνυφασμένες αξεδιάλυτα σ’ ένα συνεχές χωροχρόνου άλλοτε ορατό κι άλλοτε κρυμμένο, πάντα εκεί, πάντα εδώ, περιμένει να το δούμε, να μας μιλήσει, να μας παρωθήσει σε αυτογνωσία.

Η Αθήνα είναι τέτοιο θέατρο μνήμης, που περιμένει το βλέμμα του κατοίκου, του περιπλανητή, για να ανασύρει δράματα ατομικά και συλλογικά, τραγωδίες και ειρωνικές λεπτομέρειες. Εδώ μια κλινική που φιλοξένησε τραυματίες, στην Οικονόμου το σπίτι του Λαπαθιώτη, στην Ασκληπιού του Παλαμά, στη Ζωοδόχου Πηγής του Κουν, στην Ιπποκράτους έξω από την πανεπιστημιακή Λέσχη μαζεύονταν οι νέοι γύρω από τον Σικελιανό, στη γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου έπεσε ο Τέλλος Αγρας χτυπημένος από αδέσποτη σφαίρα τις μέρες της απελευθέρωσης, τα σημάδια στους τοίχους είναι από σφαίρες. Στη Βασιλίσσης Σοφίας δολοφονήθηκε την εποχή του Διχασμού ο Ιων Δραγούμης. Γύρω απ’ το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, μέχρι την Ομόνοια και τα Προπύλαια, εξόρμησαν οι παράτολμοι απεργοί του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943, εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης για τα γερμανικά εργοστάσια, σε αυτούς τους δρόμους πέφτουν οι δεκάδες νεκροί διαδηλωτές την 22α Ιουλίου 1943 ξεσηκωμένοι για την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Σε αυτούς τους δρόμους, τριάντα χρόνια αργότερα, πέφτουν οι νεαροί διαδηλωτές του Πολυτεχνείου χτυπημένοι από ελεύθερους σκοπευτές.

Το μεταίχμιο που ζούμε οδηγεί το βλέμμα μας σε ό,τι ήταν αθέατο έως πρόσφατα· το στρέφει από τo mall της ματαιοδοξίας στα ίχνη ενός ζωτικού παρελθόντος, σε ίχνη αγώνων και αγωνίας. Επανασυνδεόμενοι με το παρελθόν, ελπίζουμε ότι θα κατανοήσουμε βαθύτερα το δύσκολο παρόν, την εσωτερική λογική των συμβάντων και των ενδεχομένων μες στην ιστορική ροή, ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να αντέξουμε τη δυσχέρεια, να αντέξουμε την ιστορία ως δρώντα υποκείμενα, ως συνδιαμορφωτές, και όχι ως άβουλοι θεατές.

Πλάι στον Κεραμεικό, την Αγορά, την Πνύκα, την Ακαδημία Πλάτωνος, υπό τη σκιά της Ακροπόλεως και του αβάσταχτου κλέους των χρυσών χρόνων, πλάι στους διάσπαρτους μεσαιωνικούς ή μεταβυζαντινούς ναΐσκους, διαλείμματα ησυχίας, βρίσκονται τα πρώτα οικήματα του κράτους, άλλα ταπεινά, σαν τις λαϊκές αυλές θαυμάτων του Παπαδιαμάντη, του Μητσάκη, του Ροΐδη, άλλα ευκλεή και μνημειώδη, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά, καυτατζόγλεια και άλλα. Από τον Μεσοπόλεμο και, κυρίως, μετά τον Δεύτερο Πόλεμο, η λαϊκή και νεοκλασική Αθήνα γίνεται μοντέρνα, χαώδης, μεγάλη, χωνευτήρι, γίνεται μητρόπολη.

Σε αυτή τη μητροπολιτική κορυφή, σκοτεινιασμένη απ’ την κρίση, στεκόμαστε τώρα, αμήχανοι, σαστισμένοι, με κρυμμένη τη γραμμή του ορίζοντος. Ετσι γυρνάμε το βλέμμα στο παρελθόν. Νομίζω γόνιμα. Σίγουρα με αίσθηση σοβαρότητας, ίσως και αίσθηση επείγοντος, για να καλύψουμε κενά, για να κερδίσουμε τον άδειο χρόνο της προηγούμενης αμεριμνησίας, της αμνησίας. Περπατάμε, λοιπόν, για να ανακτήσουμε το ιστορικό κέντρο, την πόλη, τον ζωτικό χώρο της δημοκρατίας, για να ξανανιώσουμε πολίτες και ιστορικά όντα, με παρελθόν, με συνέχειες, με ρήξεις. Το άστυ είναι πολύ βαθύτερο και πλουσιότερο από real estate και gentrification.

Πηγή βλέμμα

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Ο Ευρωπαίος Ασθενής


του Νίκου Ξυδάκη


Η D-Day, η ημέρα της απόβασης στη Νορμανδία, η 6η Ιουνίου 1944, σημαδεύει την αρχή του τέλους του πιο αιματηρού πολέμου, του Β΄ Παγκοσμίου. Για πολλούς ιστορικούς, ο πόλεμος είχε αρχίσει το 1914, με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, ουσιαστικά ενός μείζονος ευρωπαϊκού εμφυλίου, ο οποίος αργότερα ονομάστηκε Α΄ Παγκόσμιος, και τερματίστηκε το 1945, με την πτώση του Βερολίνου και τις ρίψεις ατομικών βομβών στην Ιαπωνία. Η Ευρώπη ήταν ο γενέθλιος τόπος και των δύο πολεμικών επεισοδίων – η Σκοτεινή Ηπειρος, όπως την ονόμασε ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ. Και στην Ευρώπη οι αλλαγές ήταν σαρωτικές, από κάθε άποψη: στον Πρώτο πόλεμο συνετρίβησαν τέσσερις αυτοκρατορίες, γεννήθηκε μία παγκόσμια υπερδύναμη, ξέσπασε μία επανάσταση, επαναχαράχθηκαν σύνορα, η φρίκη της μαζικής εξόντωσης σφράγισε ανεξίτηλα τον ψυχισμό του Ευρωπαίου ανθρώπου και άλλαξε τον πολιτισμό.

Στη διάρκεια του ταραγμένου ιντερμέδιου, πάνω σε βαθιά ταπεινωμένους ηττημένους ανθρώπους, εβλάστησαν τα θηριώδη νεωτερικά φαινόμενα της σκοτεινής ηπείρου, οι ολοκληρωτισμοί, πνίγοντας τα αδύναμα άνθη της δημοκρατίας. Και ο πόλεμος συνεχίστηκε ακόμη πιο άγριος, έως την ολοκληρωτική φρίκη, την έκλειψη της ανθρωπινότητας και τη δοκιμή του πυρηνικού αφανισμού.

Η Κοινωνία των Εθνών, πρόδρομος του ΟΗΕ, προοικονομήθηκε μέσα στον Πρώτο πόλεμο από τον Αμερικανό πρόεδρο Ουίλσον, στα Δεκατέσσερα Σημεία του. Η Ευρωπαϊκή Ενωση συνελήφθη σαν ιδέα μέσα στη φρίκη του Δεύτερου πολέμου, από τους εξόριστους του φασισμού Αλτιέρο Σπινέλι και Ερνέστο Ρόσσι. Και ακριβώς αυτό το οραματικό μανιφέστο των εξόριστων είναι η ακριβή κληρονομιά από τον μακρύ ευρωπαϊκό πόλεμο του 20ού αιώνα· ένα πρωτόγνωρο ιστορικό εγχείρημα, που χάρισε την πρωτοφανή Χρυσή Τριακονταετία στους Ευρωπαίους, το 1945-1970, και μια πρωτοφανή άνθηση των πολιτών, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και του κράτους πρόνοιας, των επιστημών και των τεχνών. Ολα τούτα κατέστησαν εφικτά εν πολλοίς εξαιτίας της αφοσίωσης των ευρωπαϊκών εθνών στο κοινό σχέδιο για αποτροπή του πολέμου, για ρύθμιση των ανταγωνισμών και δημιουργική συνύπαρξη.

Εβδομήντα χρόνια από την D-Day και το τέλος των πολέμων, μετά τόσα ιστορικά επιτεύγματα, η Ευρώπη δεν βρίσκεται στην καλύτερη κατά­σταση· μάλλον, βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, στις απαρχές μιας παρακμής με απρόβλεπτη κατάληξη. Υπό μία έννοια, το ιστορικό συνεχές του μεταπολέμου απειλείται με βαθύ ρήγμα. Οι σεβαστές από όλους κοινές παραδοχές, οι δυνάμεις σύγκλισης και συνοχής, υποχωρούν, και τη θέση τους παίρνουν δυνάμεις φυγόκεντρες, απόκλισης και κερματισμού. Η ιστορική ασυνέχεια του 1989 φαίνεται ότι καταλείπει στην ήπειρο ένα ρήγμα που ολοένα διευρύνεται. Ο πόλεμος του 1990-95 δεν διέλυσε μόνο τη Γιουγκοσλαβία, αλλά και την πεποίθηση ότι τα σύνορα δεν μεταβάλλονται: το Γιουγκοσλαβικό έδειξε ότι μεγάλα κράτη διαλύονται και ιδρύονται κράτη-φαντάσματα, και μάλιστα εκεί όπου ξέσπασε ο Πρώτος πόλεμος, με τη φιλόδοξη ευρωπαϊκή ομοσπονδία να παρακολουθεί άπραγη ή και συνένοχη.

Το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008 και η επακολουθήσασα κρίση χρέους στην περιφέρεια της Ευρωζώνης κατέδειξε επίσης άλλες ασυμμετρίες: την κατίσχυση των αγορών επί των κρατών, πρώτον και κύριον· την ανυπαρξία ισχυρής βούλησης για ρύθμιση απέναντι σε μια ιστορική πρόκληση· τη διαταραχή της ισορροπίας δυνάμεων στην κορυφή της της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Χωρίς τη διπλωματική και πολιτική ισχύ της εξασθενημένης Γαλλίας, με τη Βρετανία δύστροπη και ευρωσκεπτικιστική όσο ποτέ, με ισχυρότατες ακροδεξιές αντιευρωπαϊκές δυνάμες και στις δύο, με την Ιταλία ασταθή και υπερχρεωμένη, η οικονομικά ισχυρή Γερμανία βρίσκεται να ηγεμονεύει μόνη της στην πολυδιαιρεμένη Ε.Ε., απρόθυμα και άγαρμπα, με ατελή εργαλεία τον παραδοσιακό μονεταρισμό και τον ordoliberalism που εφάρμοσε στο εσωτερικό της. Τα εργαλεία του Βερολίνου όμως δεν αρκούν για να σταθεροποιήσουν μια πολυσύνθετη, ασύμμετρη και ασταθή Ευρώπη, εκτεθειμένη στους ανέμους της οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης. Ούτε φυσικά βοηθά η φονταμενταλιστική αγκύλωση των Βρυξελλών στη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, την οποία δεν ακολουθούν τόσο πιστά ούτε οι ΗΠΑ.

Η πολιτική και διανοητική ακαμψία που επεδείχθη κατά την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης και ογκούμενης κρίσης μετά το 2008, κορυφώθηκε με ωμές παρεμβάσεις στο εσωτερικό των χρεωμένων κρατών, μικρών και μεγάλων, που έφθασαν σε οπερετικές καθαιρέσεις πρωθυπουργών. Το κύμα ακροδεξιού και μη ευρωσκεπτικισμού οφείλεται και σε τέτοια φαινόμενα, όπως αυτά που εκδηλώθηκαν στη σύνοδο των Καννών το φθινόπωρο του 2011. Δεν είναι άσχετη μάλιστα με τέτοια φαινόμενα, η πολλαπλώς εκδηλούμενη ανησυχία των ΗΠΑ για την ατελέσφορη αντιμετώπιση της κρίσης από τον Ευρωπαίο Ασθενή.

Η ευρωπαϊκή αστάθεια επιδεινώνεται περαιτέρω από την αιφνίδια γεωπολιτική μόχλευση που υφίσταται στην Ουκρανία, στην ευαίσθητη ανατολική μεθόριο. Δύο δεκαετίες μετά τη συμφωνία του Ντέιτον για το Γιουγκοσλαβικό, η Ουκρανία καταδεικνύει τις αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης με διαφορετικό, ίσως πιο επικίνδυνο τρόπο. Διότι τώρα η Ε.Ε. έρχεται αντιμέτωπη με τον μεγάλο ευρασιατικό γείτονα, τη Ρωσία, με την οποία τη συνδέουν ισχυροί αμοιβαίοι δεσμοί. Η παρώθηση της Ρωσίας προς την Ασία δεν θα ωφελήσει την Ευρώπη· και πράγματι η κυβέρνηση Πούτιν ενισχύει γοργά τις οικονομικές σχέσεις της με την Κίνα και την Ινδία.

Οι αναλογίες με το παρελθόν είναι παρακινδυνευμένες, αλλά ας δούμε το ευρωπαϊκό μωσαϊκό εκατό χρόνια από το ξέσπασμα του Πρώτου πολέμου. Οι τρεις μεγάλες δυνάμεις, Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, βρίσκονται δυνητικά σε τροχιά ανταγωνισμού, ή τουλάχιστον απόκλισης· η νομισματική ένωση έφερε απόκλιση παρά σύγκλιση· το γεωπολιτικό περιβάλλον είναι εξόχως ασταθές σε όλο το μεσογειακό τόξο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα· η Ρωσία κινείται ταυτοχρόνως αμυντικά και επιθετικά· οι ΗΠΑ μοχλεύουν τη ρωσογερμανική προσέγγιση· η Βρετανία αντιδρά εθνικιστικά και απειλεί με απόσχιση από την Ε.Ε.· η Γαλλία ασθενεί και αντιδρά εθνικιστικά· ο Νότος μαστίζεται από ύφεση και ανεργία· όλη η Ευρώπη κινδυνεύει να βυθιστεί στον αποπληθωρισμό και στην ύφεση· η άκρα δεξιά και ο ρατσισμός επελαύνουν. Ποτέ στη μεταπολεμική 70ετία η Ευρώπη δεν ήταν τόσο αδύναμη και συγχυσμένη.


Σχόλιο από Elikas:  Και να προσθέσουμε ότι υπάρχει κι η Τουρκία, που αντιμετωπίζει πολιτική κρίση ενώ το οικονομικό της θαύμα καταρρέει με πάταγο. Και στη Βόρεια Αφρική, από αστάθεια άλλο τίποτα. Για τη Μέση Ανατολή δεν το συζητάμε καν… Παίζει και θρησκεία, με μπόλικο μουσουλμανικό πληθυσμό διασκορπισμένο εντός ευρωπαϊκών συνόρων σε μια εποχή συντηρητικής έως ξεκάθαρα φασιστικής στροφής πολλών ευρωπαϊκών κοινωνιών. Μιλάμε για τη χαρά της μισαλλοδοξίας. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε την περιβαλλοντική ανισορροπία και τις καταστροφές που έχει ήδη αρχίσει να επιφέρει δεξιά-αριστερά.

Όταν σκάσουν κάνα-δυο οικονομικές φούσκες ανεπτυγμένων κρατών, το χρηματοπιστωτικό οικοδόμημα της Ευρώπης θα χρειαστεί ένα σχέδιο Μάρσαλ για να ορθοποδήσει μετά το κακό που θα ξεσπάσει, και αμφιβάλω ότι ακόμα και η Κίνα μπορεί να πληρώσει το λογαριασμό. Οι ΗΠΑ σίγουρα όχι πάντως, όσο και να το πιστεύουν ότι μπορούν. Παραέχουν πολλά ανοιγμένα μέτωπα, και η ανισότητα στο εσωτερικό τους έχει χτυπήσει κόκκινο εδώ και καιρό.

Διόλου τυχαία, η Ιστορία (history) είναι συνονόματη της ιστορίας (story). Ιδεολογικά και οικονομικά μοντέλα ανταγωνίζονται το ένα το άλλο ποιο θα ξετυλίξει την καλύτερη Μεγάλη Αφήγηση, αυτή που θα παρασύρει τα πλήθη να αιματοκυλιστούν ή να μεγαλουργήσουν. Όταν κάποιο σύστημα επικρατεί καθολικά (όπως ο καπιταλισμός μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων), αναπόφευκτα εκφυλίζεται και αποσυντίθεται μέχρι να αντικατασταθεί από ένα καινούργιο. Που συνήθως προκύπτει μετά από μία βίαιη αλλαγή.

Ο νικητής θα είναι αυτός που θα μας πει μια καλύτερη ιστορία από αυτή που μας υπόσχεται ο ασθμαίνων νεοφιλελευθερισμός, η ξαναζεσταμένη αριστερά και οι κάθε λογής παραληρηματικοί εθνικισμοί. Προς το παρόν, δεν έχει συγκεκριμένη μορφή, εθνικότητα ή ονομασία, και σίγουρα όχι εκπρόσωπο. Καλά θα κάνει να εμφανιστεί σύντομα στο προσκήνιο πάντως, γιατί όλα δείχνουν ότι το στοίχημα να αποφευχθεί μια εκτεταμένη σύγκρουση κοντεύει να χαθεί. Αν δεν έχει χαθεί ήδη δηλαδή…

Πηγή βλέμμα

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Η πολιτική τρέχει να φτάσει την κοινωνία


του Νίκου Ξυδάκη


Το πολιτικό στερέωμα μετασχηματίζεται με εντυπωσιακά ταχύ ρυθμό, σε σχέση με το παρελθόν. Τα πολιτικά γεγονότα είναι πολλά και πυκνά, δείχνουν ώσμωση μεταξύ χώρων, κινητικότητα προσώπων, κερματισμό και ανασύνθεση. Ολα έχουν τη σημασία τους: η πανηγυρική ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα από την Ευρωπαϊκή Αριστερά σε υποψήφιο πρόεδρο της Κομισιόν, η κίνηση των 58 για αναδιάταξη της κεντροαριστεράς, η μεγάλη πλειοψηφία που έλαβε ο Φώτης Κουβέλης επανεκλεγόμενος πρόεδρος μια διχασμένης ΔΗΜΑΡ.

Η σταδιακή αποσάθρωση του ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας του μνημονίου, άφησε κενό χώρο, δηλαδή αδέσποτους εκλογείς και ορφανά κοινωνικά στρώματα. Αυτό τον πληγωμένο και σαστισμένο μικρομεσαίο κόσμο, την πλειονότητα του εκλογικού σώματος, διεκδικούν ο ΣΥΡΙΖΑ, με όρους μιας νέας ηγεμονίας, αλλά και η ΔΗΜΑΡ, η οποία επανέφερε τον «δημοκρατικό σοσιαλισμό» στη ρητορική της για να διαφοριστεί από την υπό διαμόρφωση Ελιά· και πιο πρόσφατα η Ελιά των 58, με περισσότερα πασοκογενή στοιχεία αυτή, πιο μεταπολιτική και ασαφής ως προς τα κοινωνικά της μηνύματα.

Παρότι όμως οι πολιτικές διεργασίες επιταχύνονται, υστερούν ως προς τις κοινωνικές διεργασίες. Οι πολιτικοί σχηματισμοί κινούνται με εντυπωσιακή βραδύτητα, σε σύγκριση με τις τεκτονικές μετατοπίσεις μέσα στο κοινωνικό σώμα. Δεν καταφέρνουν να στοιχηθούν ευκρινώς με τα νεοπαγή κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα που ανέδειξε η κρίση, κυρίως με την οδυνηρά μετασχηματιζόμενη μεσαία τάξη. Ακόμη και ο παλαιότερος και συμπαγέστερος των προειρηθέντων σχηματισμών, ο ΣΥΡΙΖΑ, αναζητεί ακόμη τον προγραμματικό λόγο που θα καταφέρει να συσπειρώσει την εκλογική κρίσιμη μάζα.

Πέρα από τα εκλογικά ποσοστά: το σημαντικότερο σε αυτή την ιστορική μετάβαση είναι πώς θα εκφραστούν πολιτικά οι ανάγκες και οι προσδοκίες των πληγέντων από την κρίση. Πώς θα συγκροτηθεί μια συνολική επίγνωση: αφενός μια συνείδηση για τα εγχώρια και διεθνή αίτια, αφετέρου, το κρισιμότερο, μια συνείδηση των αναγκαίων δράσεων για να αναταχθεί η χώρα με όρους συνοχής και δικαιοσύνης.

Υπό αυτή την έννοια, οι αλλαγές ρητορικής, ιδεών, συμμαχιών, οι μετατοπίσεις και οι ανασυνθέσεις, προοικονομούν μια βαθύτερη αναδιάταξη της πολιτικής σκηνής, πολύ βαθύτερη από όσο καταγράφηκε στις εκλογές του 2012 και από όσο φαίνεται στις δημοσκοπήσεις. Στο σημείο ζέσεως η πολιτική καλείται να ακολουθήσει την κοινωνία, λαχανιασμένα, σχεδόν πανικόβλητα. Η κοινωνία, με τη σειρά της, είναι πολυδιαιρεμένη, υλικά και βουλητικά· οι γονατισμένοι δεν ελπίζουν τίποτε, είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν το πολιτικό, ακόμη και τις υποσχέσεις στήριξης από την Αριστερά, ακόμη και την αντισυστημική βαναυσότητα της Χρυσής Αυγής. Αλλοι, όχι τόσο απελπισμένοι, θέλουν να εκφραστούν, αλλά ταλαντεύονται άθυμα ανάμεσα σε ριζοσπαστικές, μετριοπαθείς και τυχοδιωκτικές φωνές· κι εδώ όμως ζυγίζει βαριά η δυσπιστία προς την πολιτική, παρότι δεν εγκαταλείπεται το πολιτικό. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, πάνω σε κοινωνικά ερείπια, η πολιτική δεν μπορεί να επιβληθεί εκ των άνω, με παραδοσιακούς τρόπους επιρροής ή χειραγώγησης.

Πηγή βλέμμα

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ερείπια του παλαιού, αναδύσεις του νέου


του Νίκου Ξυδάκη


Από την αρχή της ελληνικής κρίσης, το 2009, και πολύ περισσότερο από την αναγγελία εισόδου στο πρώτο μνημόνιο, ήταν σαφές ότι η πολιτική γεωγραφία, όπως λίγο πολύ παρέμενε σταθερή από τη δεκαετία ‘80, θα άλλαζε βαθιά και διαρκώς. Σε κανένα κράτος υπό τη δοκιμασία της χρεοκοπίας και των προγραμμάτων του ΔΝΤ το πολιτικό σύστημα δεν παρέμεινε αλώβητο· αντιθέτως, πρόσωπα και δυνάμεις που οδηγούν μια χώρα στην οδυνηρή επιτήρηση είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν από το προσκήνιο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Αυτή η τεκτονική μετατόπιση συμβαίνει ήδη και στην Ελλάδα, παρότι δεν έχει ολοκληρωθεί. Το πολιτικό σκηνικό του φθινοπώρου 2009, μετά τις τελευταίες προμνημονιακές εκλογές, παρουσιάζει ελάχιστα κοινά τυπικά χαρακτηριστικά με το σημερινό. Εν τω μεταξύ, στη διαρρεύσασα τετραετία, έχουν συμβεί πρωτογενή γεγονότα: ο εκλεγμένος πρωθυπουργός του πρώτου μνημονίου απεπέμφθη και ο υπουργός του επί των Οικονομικών σύρεται κατηγορούμενος για κακούργημα. Ένας τραπεζίτης αναγορεύθηκε πρωθυπουργός και υπέγραψε το δεύτερο μνημόνιο. Το κεντροαριστερό κόμμα που σφράγισε τη μεταπολίτευση και έβαλε τη χώρα σε καθεστώς επιτήρησης κατέρρευσε. Ένα ακροδεξιό κόμμα συνήργησε στο μνημόνιο και εξαερώθηκε. Ενα άλλο ακροδεξιό μόρφωμα, με νεοναζιστικούς χαρακτήρες και αντισυστημική ρητορική, εκτοξεύθηκε από το πουθενά και διεκδικεί την τρίτη θέση. Ο ηγέτης της μείζονος αντιπολίτευσης, που αντιτάχθηκε στο πρώτο μνημόνιο, υπέγραψε το δεύτερο και το τρίτο και εφάρμοσε πολιτική εκ διαμέτρου αντίθετη προς τις διακηρύξεις του, όταν έγινε πρωθυπουργός. Τέλος, ένα μικρό αριστερό κόμμα, κινούμενο ιστορικά μεταξύ 3%-5,5%, απογειώθηκε στη στρατόσφαιρα του 27% και του ουσιαστικού ρυθμιστή των εξελίξεων εφεξής.

Οι αλλαγές δεν σταματούν εδώ. Στο ρευστό παρόν, πέραν της υπό διαμόρφωσιν πολιτικής γεωγραφίας, διακρίνουμε ήδη μείζονες μετασχηματισμούς στο κοινωνικό ανάγλυφο, δηλαδή στην ταξική διάρθρωση, και στις συλλογικές αναπαραστάσεις, στις συμπεριφορές και στις ιδέες. Το υλικό, κοινωνικό και διανοητικό σοκ της χρεοκοπίας και της φτώχειας διαμορφώνει νέες συσσωματώσεις, νέα συλλογικά και ατομικά υποκείμενα, με τέτοια σφοδρότητα και ταχύτητα που δεν είχαμε υποψιαστεί στην Ελλάδα τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο που, στο πολιτικό επίπεδο, μπορούμε να μιλάμε για νέα δεξιά και νέα αριστερά, σε αντιπαραβολή με την έως πρόσφατα παλαιά δεξιά και αριστερά.

Θα αποτολμήσουμε να περιγράψουμε αδρά μερικά χαρακτηριστικά του αναδυόμενου τοπίου, σε σύγκριση με τους χαρακτήρες του παλαιού.

Η παλαιά δεξιά, επηρεασμένη βαθιά από τον καραμανλισμό της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου («σοσιαλμανία» και ευρείες κρατικοποιήσεις), σταδιακά προσέγγισε και τον κεντρώο χώρο, όπως και τον φιλελεύθερο-νεοφιλελεύθερο. Η νεοφιλελεύθερη στροφή, υπό τον αστερισμό του θατσερισμού, επιχειρήθηκε από τον Κων. Μητσοτάκη στο κυβερνητικό διάλειμμα του ‘90. Η κεντρώα στροφή της λαϊκής δεξιάς ολοκληρώθηκε υπό την ηγεσία τον Κώστα Καραμανλή. Ηδη όμως από τη δεκαετία ‘90, η νοοτροπία των στελεχών της δεξιάς επηρεάζεται από τον κυβερνητισμό και τη συμπαγή κομματική οργάνωση του αντιπάλου του, του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Μετά το 2004, και ιδίως μετά το 2007, η τυπική δεξιά παρουσιάζεται κουρασμένη, χωρίς νέα πρόσωπα και νέες ιδέες, στηριζόμενη στην περιστασιακή, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ακτινοβολία του ηγέτη της παράταξης.

Η κρίση μεταμορφώνει δραστικά τη δεξιά. Η χρεοκοπία, τα μνημόνια και η συνακόλουθη εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων και των μικρομεσαίων, απομακρύνουν μεγάλα μέρη της εκλογικής πελατείας. Ταυτόχρονα, οι νεοφιλελεύθερες δοξασίες, εφαρμοζόμενες από την ξένη επιτροπεία, καθίστανται απεχθείς για τις μάζες. Τα πληγέντα στρώματα, που ακολουθούσαν τη δεξιά, είτε ως πελάτες είτε από οικογενειακή παράδοση, αποκολλώνται ψυχικά και σκορπίζουν. Παρά τη στροφή της πληγείσας ΝΔ προς τον σκληρό λόγο και την απορρόφηση ακροδεξιών από τον ΛΑΟΣ, ένα σημαντικό μέρος ψηφοφόρων καταφεύγει στον οιονεί αντισυστημικό, υπερεθνικιστικό, λαϊκιστικό και βάναυσο λόγο της Χρυσής Αυγής. Υπό αυτή την έννοια, η παλαιά ΝΔ και η νέα ΧΑ είναι όμορες και ανταγωνιστικές εντός του ευρύτερου δεξιού πλαισίου.

Αξιοσημείωτο: η νυν ΝΔ διατηρείται ενιαία μόνον λόγω της συγκολλώσας κυβερνητικής εξουσίας. Κατά τα άλλα, εφόσον η κατάσταση οξύνεται, θα αποκαλύπτονται οι τώρα λανθάνουσες φυγόκεντρες τάσεις: οι σαμαρικοί της σκληρής λαϊκής δεξιάς, οι καραμανλικοί κεντροδεξιοί, οι νεοφιλελεύθεροι, οι ακροδεξιοί.

Στα μήντια, συμβατικά και δικτυακά, η δεξιά εκφράζεται με ισχυρή φωνή κυρίως μέσω των νεοδεξιών, οι οποίοι προέρχονται από μη τυπικούς δεξιούς χώρους· κυρίως από την πρώην εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, το ερειπιώδες ΠΑΣΟΚ του Β. Βενιζέλου, φιλελεύθερους και νεοφιλελεύθερους των μικροσκοπικών μορφωμάτων, αλλά και αρκετούς πρώην αριστερούς. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της φωνής είναι η επιθετική ρητορική της καθολικής ευθύνης ή της συνευθύνης, και ένα κράμα ηθικολογίας και οικονομισμού.

Η αριστερά έχει υποστεί κι αυτή βαθιές μεταμορφώσεις. Η παλαιά ήταν κατά βάσιν ηττοπαθής, περιχαρακωμένη, αναχρονιστική, εκφραζόμενη ως τέτοια από το ΚΚΕ έως και σήμερα. Η σοσιαλδημοκρατία, στην επικρατήσασα ελληνική εκδοχή της, ήταν μαζική, νικήτρια, συμπαγής, λαϊκιστική, πελατειακή και συντεχνιακή, εντέλει διεφθαρμένη. Τώρα πλέον δεν υπάρχει.

Ο τελευταίος, μικρότερος παίκτης της ευρύτερης παλαιάς αριστεράς, ο πρώην Συνασπισμός, είναι αυτός που άλλαξε πιο θεαματικά από οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό. Ο μικρός ΣΥΝ καρδιοχτυπούσε να μπει στη Βουλή, ήταν μια περίπου λέσχη μοιρασμένη ανάμεσα στον δικαιωματισμό και έναν αντιπαγκοσμιοποιητικό κινηματισμό, ταλαντευόμενος επίσης ανάμεσα στον φετιχιστικό ευρωπαϊσμό και τον εγγενή συντηρητισμό της πρωην ΕΑΡ, αφενός, και τις παλαιοαριστερές καθηλώσεις των κουκουεδογενών, αφετέρου. Κοινωνικά και ανθρωπολογικά, η παλαιά αριστερά ήταν συμμαζεμένη και υστερόβουλη, λεηλατημένη πολιτικά αλλά και βολεμένη εντός του κοινωνικού συμβολαίου του ΠΑΣΟΚ. Η περιλάλητη πνευματική ηγεμονία της είναι μάλλον για γέλια.

Η νεά αριστερά όπως την ανέδειξε η τεκτονική κρίση έχει διαφοριστεί σε πολύ σύντομο χρόνο. Είναι επιθετική και αυθάδης, με σχετική αυτοπεποίθηση, είναι ηγεμονική αλλά και σαστισμένη, υπό το βάρος της ιστορικής ευθύνης και με τη διεθνή κοινή γνώμη στραμμένη πάνω της. Η αναδυόμενη μαζική αριστερά φέρει την απόγνωση της κρίσης και της υλικής εξαθλίωσης, υποφέρει και αυτή από τη σύγχυση των καινοφανών προκλήσεων, δεν διαθέτει νέα διανοητικά εργαλεία, αλλά πολιτικά για πρώτη φορά καταφέρνει να είναι πιο ανοιχτά λαϊκή, συχνά και λαϊκιστική. Υπάρχουν κι εδώ πολύς οπορτουνισμός, υστεροβουλία, εξουσιομανία. Ελάχιστες νέες ιδέες. Τα πιο νεανικά της τμήματα είναι τα πιο μοντέρνα, ανοιχτά στη νέα γνώση, τα νέα μέσα και τον κοσμοπολιτισμό· αυτά συμπεριφέρονται πλουραλιστικά επιθετικά στα κοινωνικά δίκτυα, αποκόπτουν εαυτούς από τη σταλινική παράδοση και ταυτόχρονα βδελύσσονται την παλαιά σοσιαλδημοκρατία, ιδίως τον εκσυγχρονισμό που βούλιαξε στη διαφθορά και την χρεοκοπία.

Κι ακόμη δεν έχουμε δει τίποτε.

Πηγή Βλέμμα

Σχόλιο W. Κ.: φχαριστώ από καρδιάς το συγγραφέα για τα καλά λόγια στο φινάλε!