Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσακαλώτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσακαλώτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Κομμουνισμός, που σημαίνει μετάβαση


των Χρήστου Λάσκου και Ευκλείδη Τσακαλώτου


Οι επαναστατικές περίοδοι είναι σπάνιες στην ιστορία. Επιπλέον, η εμφάνισή τους δεν εξαρτάται πρωταρχικά από τη δράση πολιτικών φορέων, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, είναι αυθόρμητο προϊόν της συμπύκνωσης σε ορισμένο χρόνο και τόπο μιας ποικιλίας αντιφάσεων. Τίθεται, λοιπόν, ένα μείζον πρόβλημα για όσους θεωρούν απαραίτητο το ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, την ανατροπή του καπιταλισμού και τη διαμόρφωση των συνθηκών για τη μετάβαση σε μια κομμουνιστική κοινωνική θέσμιση, όταν ζουν σε μη επαναστατικούς καιρούς.

Μία απάντηση που έχει δοθεί από το αριστερό κίνημα στη διαδρομή του χρόνου, με την εμπειρία δύο αιώνων σχεδόν, είναι αυτή του μεταβατικού προγράμματος, που διαμορφώνεται ώστε να δημιουργεί όρους κατάλληλους για τη στρατηγική επικράτηση του κόσμου της εργασίας. Από την εποχή των πρώτων εργατικών συνεδρίων του 19ου αιώνα, και με κορυφαίο σταθμό την εκπόνηση της πολιτικής του Ενιαίου Μετώπου από την Κομμουνιστική Διεθνή στη δεκαετία του είκοσι, αυτή είναι μια επιλογή πάνω στην οποία χτίζεται μια συνεκτική παρέμβαση που υπηρετεί τον κοινωνικό μετασχηματισμό.


Ο αριστερός ευρωκομουνισμός

Κατά τη γνώμη μας, το πιο πρόσφατο επαρκώς επεξεργασμένο σχέδιο, που εντάσσεται σε αυτήν την παράδοση, είναι αυτό του «αριστερού ευρωκομουνισμού», μιας πολιτικής στρατηγικά προσαρμοσμένης στην ιδέα του Δημοκρατικού Δρόμου προς τον Σοσιαλισμό, ο οποίος αντιλαμβάνεται την πορεία του μετασχηματισμού ως έναν διαρκή αγώνα μετατροπής των ταξικών συσχετισμών στην προοπτική μιας σειράς επιμέρους ρήξεων στρατηγικού χαρακτήρα. Και, από αυτήν την άποψη, είναι στους αντίποδες τόσο μιας στρατηγικής των σταδίων, όσο και μιας αναμονής εκτός πραγματικού ιστορικού χρόνου - στην πρόσφατή του ιστορία του, το ΚΚΕ έχει καταφέρει να πάει από το πρώτο στο δεύτερο, χωρίς ποτέ να εμπλακεί σοβαρά με τη στρατηγική ενός μεταβατικού προγράμματος.

Ο πυρήνας αυτής της αντίληψης συνίσταται στη θεμελιώδη παραδοχή πως ο κομμουνισμός, η καθολική χειραφέτηση, είναι υπόθεση της κοινωνικής πλειοψηφίας και είναι δυνατή μονό ως το μέγιστο πλειοψηφικό γεγονός. Με βάση το μαρξικό ρητό «η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι υπόθεση της ίδιας», στο κέντρο οποιασδήποτε στρατηγικής μετάβασης δεν μπορεί παρά να είναι οι μετασχηματιστικές πρακτικές, που διαμορφώνουν τόσο τις ευρύτερες συνθήκες όσο και το κοινωνικό υποκείμενο που αναλαμβάνει να τις υλοποιήσει.


Η κεντρική σημασία των πρακτικών

Οι άνθρωποι, όταν εμπλέκονται σε πρακτικές, αλλάζουν οι ίδιοι. Οι ιδέες έχουν πρακτικό χαρακτήρα και γίνονται οι ίδιες υλική δύναμη αλλαγής της κοινωνίας. Η συνείδηση μεταβάλλεται μέσα από τις πρακτικές. Η συμμετοχή σε εναλλακτικές μετασχηματιστικές πρακτικές είναι που μεταβάλλει τις ιδέες των ανθρώπων και όχι vice versa.

Αυτή η προσέγγιση καθορίζει πρωταρχικά την αντίληψη του Μαρξ για τον κομμουνισμό, ο οποίος, ήδη από την εποχή της Γερμανικής Ιδεολογίας, τοποθετείται ρητά: «Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση προς επίτευξη, ένα ιδεώδες στο οποίο η πραγματικότητα πρέπει να προσαρμοστεί. Καλούμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. Οι προϋποθέσεις αυτού του κινήματος προκύπτουν από τις τωρινές προκείμενες».

Το παράδοξο είναι πως, για ένα μεγάλο τμήμα της αριστεράς, αυτή η αυτονόητη προσήλωση στις πρακτικές περιθωριοποιήθηκε για δεκαετίες, σε μια εποχή που, όπως έξοχα έχει αναλύσει ο Στιούαρτ Χολ, οι αντίπαλοί μας έφτασαν να κατανοούν αυτή την αλήθεια καλύτερα από εμάς. Έτσι, νεοφιλελεύθεροι και εκσυγχρονιστές προσπάθησαν να μεταβάλλουν τη συνείδηση του πληθυσμού σε μια ατομικιστική κατεύθυνση αλλάζοντας πρακτικές. Κάνοντας, για παράδειγμα, την εκπαίδευση και την υγεία περισσότερο “ανταγωνιστικές”, παρόμοιες με την αγορά, στην οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν στοιχειωδώς να εκφράσουν άλλες αξίες, συμμετοχικές και αλληλέγγυες.

Είναι καιρός, λοιπόν, να ξαναμάθουμε από τους νεοφιλελεύθερους το μάθημα που οι ίδιοι αποκόμισαν με πολύ παραγωγικό τρόπο από τη Αριστερά. Και ήδη διαμορφώνεται ένα ολόκληρο κίνημα που το κάνει.


Κοινωνική οικονομία και αλληλεγγύη

Πραγματικά, τα εγχειρήματα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας χτίζουν σε αυτήν την κατεύθυνση. Και συνιστούν σύνολα πρακτικών με μεγάλη στρατηγική σημασία, γιατί, μεταξύ άλλων αυτές οι πρακτικές:

1. Παρεισδύουν στη διαμόρφωση των ίδιων των αναγκών δίνοντας τη δυνατότητα να προεικονιστεί μια «οικονομία των αναγκών»

2. Δείχνουν πως η Αριστερά μπορεί να είναι αποτελεσματική ήδη πριν από την έλευσή της σε θέση εξουσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός πως ακόμη και το υπουργείο Υγείας εξαναγκάστηκε να νομοθετήσει σχετικά με την κάλυψη των ανασφάλιστων. Είναι προφανές πως η παρουσία των κοινωνικών ιατρείων και φαρμακείων, ως έμπρακτη απόδειξη πως οι ανασφάλιστοι «γίνεται» να έχουν πρόσβαση έπαιξε τον πρώτο ρόλο.

3. Επεκτείνουν το «χώρο του κομμουνισμού», με την έννοια που το έθετε ο Γκ. Α. Κοέν. Που σημαίνει πως, συμμετέχοντας σε αυτές τις πρακτικές, προσφέρω –όπως επιτάσσει η κομμουνιστική αρχή- τις υπηρεσίες μου επειδή έχω ένα ταλέντο, μια ικανότητα για να το κάνω και όχι –σύμφωνα με την καπιταλιστική αρχή- γιατί μπορώ να αποκομίσω προσωπικό κέρδος από την ανάγκη των άλλων.

4. Μπορούν να επηρεάσουν και άλλους τομείς, πέρα από το άμεσο δικό τους πεδίο εφαρμογής. Για παράδειγμα, τα κοινωνικά ιατρεία ούτε θέλουν, ούτε μπορούν να αντικαταστήσουν το ΕΣΥ - αλλά θέλουν να μπολιάσουν το εθνικό σύστημα, και κατά επέκταση το υπόλοιπο δημόσιο τομέα, με άλλες αξίες, με μια διαφορετική σύλληψη για το τι σημαίνει δημόσια υπηρεσία.

5. Αλλάζουν τους ίδιους τους ανθρώπους που παίρνουν μέρος σε αυτές, διδάσκοντας την αξία της συμμετοχής και της αλληλεγγύης, δίνοντας μια νέα ανάσα ζωής στην πολιτική ως πρακτική αλλαγής του κόσμου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχουμε πιο πολλά παραδείγματα εναλλακτικών πρακτικών στην κοινωνική αλληλεγγύη από την κοινωνική οικονομία, και ότι υστερούμε ακόμα πιο πολύ σε παραδείγματα συνεταιριστικού ή αυτοδιαχειριστικού χαρακτήρα στην πραγματική οικονομία. Για όσους και όσες κατανοούν την παραγωγική ανασυγκρότηση ως μια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, αυτό δεν μπορεί παρά να μας ανησυχεί. Αλλά μια κυβέρνηση της αριστεράς οφείλει να δώσει χώρο σε όσα καλά παραδείγματα υπάρχουν με την ελπίδα ότι θα δημιουργηθούν κοινωνικοί παραγωγικοί φορείς που θα εμπνευστούν από αυτά τα παραδείγματα και θα δώσουν σάρκα και οστά σε οποιοδήποτε νέο νομικό πλαίσιο.

Αυτά είναι που διαμορφώνουν το πλαίσιο για την εφαρμογή ενός πραγματικού μεταβατικού προγράμματος. Χρειαζόμαστε προγράμματα 10 ημερών και δέκα μηνών, για να φανεί πρακτικά πως μια περισσότερο συλλογική και συμμετοχική μορφή ζωής είναι αποτελεσματική και επιθυμητή. Και αυτό γίνεται μόνο μέσα από γενικεύσιμα παραδείγματα. Ένα τέτοιο πρόγραμμα περιλαμβάνει:

1. Άμεσα μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης και της ανεργίας

2. Αναδιανομή και φορολογική επίθεση στο κεφάλαιο και τους πλούσιους

3. Διεύρυνση της δημοκρατίας και επέκτασή της σε πεδία, όπου είναι απαγορευμένη (π.χ. χώροι παραγωγής)

4. Ενίσχυση –πολιτική και νομική- των αυτοδιαχειριστικών πρακτικών, είτε νέων είτε σε εργοστάσια που έκλεισαν στην κρίση

5. Ενίσχυση κοινωνικών και αλληλέγγυων μορφών οικονομίας

6. Αποεμπορευματοποίηση όλο και περισσότερων δραστηριοτήτων και υπηρεσιών – ενίσχυση άλλων καταναλωτικών και παραγωγικών προτύπων


Ζητήματα Στρατηγικής

Πολλοί και πολλές έχουν μιλήσει για το ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά κρίση αξιών, συμπεριφορών και θεσμών. Μόνο που διαφορετικές αξίες και συμπεριφορές χρειάζονται ζωτικό χώρο για να αναπνεύσουν και να ανθίσουν – και ο στόχος των νεοφιλελεύθερων και εκσυγχρονιστών τόσο πριν όσο και μετά την κρίση ήταν, και είναι, η συρρίκνωση αυτών των χώρων. Με λίγα λόγια η εμπιστοσύνη, η συνεργασία και η αλληλεγγύη δεν είναι η «φυσική επιλογή»  σε ένα περιβάλλον που ευνοεί το κέρδος, την ιδιοτέλεια, και τις ατομικές στρατηγικές επιβίωσης.

Κάποιοι άλλοι, πιο αριστεροί αυτοί, υποθέτουν ότι αυτές οι αξίες και συμπεριφορές έχουν δευτερεύουσα σημασία – το κυρίαρχο είναι να λυθεί το θέμα της εξουσίας, να κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής, να περάσουμε σε μια προγραμματισμένη οικονομία κλπ. Μόνο που αυτή η αντίληψη υποθέτει αυτό που είναι προς απόδειξη – ότι τα άτομα είναι έτοιμα να αγκαλιάσουν συνεργατικές λύσεις και εμποδίζονται μόνο από μια ταξική εξουσία και βεβαίως από πουλημένες ηγεσίες που με τα μεταβατικά προγράμματά τους τροφοδοτούν αυταπάτες για την εργατική τάξη. Με αυτό τον τρόπο υποβαθμίζεται όχι μόνο η σημασία των μεταβατικών προγραμμάτων, αλλά και ο ρόλος των ίδιων των εργαζόμενων στην χειραφέτησή τους.

Πάντα θα υπάρχει χώρος για διάλογο σχετικά με το περιεχόμενο ενός τέτοιου προγράμματος. Αλλά πολλές φορές οι αντιρρήσεις για το περιεχόμενο – όπως για παράδειγμα τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Αλέξης Τσίπρας στην Θεσσαλονίκη - στην πραγματικότητα κρύβουν διαφορετικές απόψεις στρατηγικού χαρακτήρα. Καλό θα ήταν να συζητήσουμε αν σωστά υποστηρίζουμε ένα τέτοιο πρόγραμμα πριν περάσουμε στο ερώτημα του περιεχομένου.


Πηγή Εποχή

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Οι ρίζες του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε ως ένα πρωτόγνωρο, πολυδιάστατο εγχείρημα στον χώρο της Αριστεράς. Επηρεασμένος από την κομμουνιστική -σε όλες τις εκδοχές της-, τη σοσιαλδημοκρατική και τηναντιπαγκοσμιοποιητική παράδοση, επιδίωξε μια νέα σύνθεση που να απαντά στις προκλήσεις της εποχής του νεοφιλελευθερισμού. Στην εποχή της κρίσης, υποστηρίζω ότι οι ρίζες μας αποτυπώνονται στο υπό διαμόρφωση οικονομικό μας πρόγραμμα.

Μια ρίζα του οικονομικού προγράμματος είναι σοσιαλδημοκρατική, με την έννοια που είχε αυτός ο προσδιορισμός πριν τη μετάλλαξη Μπλερ – Σρέντερ – Σημίτη. Σε μια κρίση, το άμεσο πρόβλημα είναι η ζήτηση και οποιαδήποτε μεταρρύθμιση να αρχίσει με την αντιμετώπιση της φτώχειας και των χαμηλών μισθών. Μάλιστα, η σοσιαλδημοκρατία κατέστη κυρίαρχη μεταπολεμικά όταν υποστήριξε ότι οι μισθοί και η ευημερία των εργαζόμενων είναι μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Δίνουμε, λοιπόν, τόσο μεγάλη έμφαση στην ανθρωπιστική κρίση όχι μόνο από κοινωνική, αλλά και από οικονομική λογική. Το ίδιο ισχύει και για την αναδιανομή που είναι αναγκαία σήμερα και όχι «όταν μεγαλώσει η πίτα», που λένε οι αντίπαλοί μας. Γι’ αυτό χρειάζονται φορολογικές παρεμβάσεις τόσο στο εισόδημα (αύξηση αφορολόγητου, περισσότερα κλιμάκια) όσο και στον πλούτο -όπου δεν γνωρίζω να υπήρχε σοβαρός σοσιαλδημοκράτης στοχαστής πριν το ’80, που δεν υποστήριζε τη φορολογία του πλούτου ως συστατικό στοιχείο μιας αναδιανεμητικής πολιτικής υπέρ του κόσμου της εργασίας.

Από την άλλη, η μαρξιστική παράδοση, που έχει ασκήσει εύστοχη κριτική στα σοσιαλδημοκρατικά προτάγματα, κατανοεί την κρίση πότε ως κρίση υπερσυσσώρευσης, πότε ως κρίση υποκατανάλωσης και πότε ως ιδιαίτερη κρίση, π.χ. χρηματοπιστωτική. Από αυτό συνάγεται αβίαστα ότι το κυρίαρχο στοιχείο του προγράμματός μας απαντά στη θεμελιακή μαρξιστική ερώτηση: ποιος παράγει, με ποιον τρόπο και ποιος ωφελείται. Οι προτάσεις μας για την παραγωγική ανασυγκρότηση, για την κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για τη σημασία της κοινωνικής οικονομίας στηρίζονται σε μια πιο πλουραλιστική αντίληψη για το θεμελιακό ζήτημα της παραγωγής. Θέλουμε, σε αντίθεση με την απόλυτη κυριαρχία του ιδιωτικού τομέα, μια επέκταση του είδους των παραγωγικών φορέων, με διαφορετικές μορφές οργάνωσης, όπως οι κοινωνικές και αλληλέγγυες δομές, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις και τα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης.

Συγχρόνως, είμαστε και παιδιά του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης, με όλες τις αξίες, τις ιδέες και τις πρακτικές που ανέδειξε. Μια βασική αντίληψη του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης ήταν ότι οι παραγωγικές μονάδες πρέπει να ενσωματώνονται στην περιοχή και την κοινωνία όπου δραστηριοποιούνται. Έτσι, έχουν ευθύνες όχι μόνο απέναντι στους ιδιοκτήτες (ιδιώτες ή μη), αλλά και στους εργαζόμενούς τους, τους καταναλωτές ή τους λήπτες των υπηρεσιών τους, στην κοινότητα και στο φυσικό περιβάλλον. Υπό αυτή την έννοια, δεν μας ικανοποιεί απλά η εθνικοποίηση, για παράδειγμα, των τραπεζών, με το κράτος να έχει μια μετοχή. Εκτός των άλλων, κατανοούμε ότι οι τράπεζες είναι μεγάλοι οργανισμοί με εσωτερικές δικτυώσεις, ιεραρχίες και συμφέροντα που δεν θα ανταποκριθούν ως διά μαγείας στις διαταγές ενός πολιτικού κέντρου. Γι’ αυτό μιλάμε για την κοινωνικοποίηση, για τράπεζες ειδικού σκοπού, για ένα ευρύ δίκτυο συνεταιριστικών τραπεζών, για ηθικές τράπεζες και πολλά άλλα. Και γι’ αυτό έχει τόση σημασία η κοινωνική οικονομία, γιατί ενσωματώνει ένα εναλλακτικό και συμμετοχικό στοιχείο, ένα νέο, πιο αναδιανεμητικό παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο. Απαντά, δηλαδή, στο ζήτημα της παραγωγής με έναν φρέσκο τρόπο.

Αυτές οι ρίζες και οι ιδεολογικές καταβολές του οικονομικού μας προγράμματος δεν μπορούν βέβαια να υποκαταστήσουν τα συγκεκριμένα μέτρα και τις λεπτομέρειες. Και αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζεται η συζήτηση εντός του ΣΥΡΙΖΑ για τη διαμόρφωση του προγράμματος. Συγχρόνως, κατανοούμε τις μεταβατικότητες που απαιτούνται για να μετατραπούν οι ιδέες και τα οράματα σε εφαρμοσμένη πολιτική, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης που έχει επιφέρει παραγωγική αποσύνθεση και κοινωνική καταστροφή. Αλλά έχει επίσης σημασία να κατανοηθεί ότι το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ φέρνει κάτι καινούργιο. Όχι κάτι καινούργιο με την έννοια του tabula rasa των εκσυγχρονιστών, όπου η συζήτηση ξεκινά χωρίς διαμάχες στο επίπεδο των αξιών, των προτεραιοτήτων και των συμφερόντων. Φέρνει κάτι καινούργιο ακριβώς επειδή στηρίζεται στις ρίζες μας και επιδιώκει να εφαρμόσει ένα σχέδιο που απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας στη συγκυρία.


Πηγή Αυγή via Ecoleft

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Η ιδεολογία, η ηγεμονία και οι συμμαχίες.


των Χρήστου Λάσκου και Ευκλείδη Τσακαλώτου


Είναι πολλοί όσοι ισχυρίζονται πως η επικράτηση του Θατσερισμού μετά από την κρίση του ’70 ακολούθησε μια μετατόπιση στο πεδίο των ιδεών και των συναισθημάτων. Με άλλα λόγια, η ιδέα είναι πως η ατομικιστική κοσμοαντίληψη προηγήθηκε των εφαρμοζόμενων πολιτικών και καθόρισε τη μοίρα τους.

Ο νεοφιλελευθερισμός, η ακραία πολιτική υπέρ του κεφαλαίου, που επικράτησε στον κόσμο ολόκληρο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, προετοιμάστηκε από εξελίξεις στον «καθαρό» χώρο της ιδεολογίας. Φυσικά, οι φορείς αυτής της ιδεολογίας διέθεταν υλικότατες δυνάμεις στήριξης των απόψεών τους, μια πανίσχυρη προπαγανδιστική μηχανή χρηματοδοτούμενη αφειδώς και ακαδημαϊκά προγεφυρώματα, που, ακόμη και στις μοναχικότερες στιγμές, τους έδιναν την αυτοπεποίθηση, που είναι αναγκαία σε όλους τους πολέμους. Από την άλλη πλευρά, οι ιδέες τους ήταν οι πιο συμβατές με τον πραγματικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και, από αυτήν την άποψη, μπορούσαν να είναι βέβαιοι πως, υπό «φυσιολογικές συνθήκες», θα έρχονταν και πάλι η ώρα της απόλυτης κατίσχυσής τους.

Τα τελευταία σχόλια, ωστόσο, δεν αλλάζουν το αναμφισβήτητο γεγονός πως η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική επίθεση ενάντια στο συλλογικό προηγήθηκε του πολιτικά εφαρμοσμένου νεοφιλελευθερισμού και υπήρξε προϋπόθεση του υλικού θριάμβου του. Και δεν υπάρχει κανένας «ιδεαλισμός» εδώ. Αρκεί να θυμηθούμε πως για το Μαρξ οι ίδιες οι ιδέες γίνονται υλική δύναμη, όταν κατακτήσουν τις μάζες –και δυστυχώς αυτό δεν αφορά μόνο τις προοδευτικές ιδέες. Η ιστορία δίνει πολυάριθμα σχετικά παραδείγματα.

* * *

Η άποψή μας είναι πως, εν όψει της δυνατότητας μιας πολιτικής ανατροπής στην Ελλάδα, «για μας μιλάει ο μύθος». Διαφορετικά, το μέλλον της κυβέρνησης της Αριστεράς και του κοινωνικού μετασχηματισμού, σε μεγάλο βαθμό, θα καθοριστεί από τεκτονικές μετατοπίσεις στο πεδίο των ιδεών, των αντιλήψεων και των παθών της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Θα πρέπει, λοιπόν, πολύ σοβαρά να δούμε πού βρισκόμαστε και τι πρέπει να κάνουμε στον κρίσιμο αυτό τομέα έτσι ώστε να πάμε εκεί που θέλουμε.


Κάποια καλά νέα

Αυτά κυρίως έρχονται από τα πάνω, πράγμα, ωστόσο, που κάθε άλλο παρά τα κάνει ασήμαντα. Αντίθετα, μάλιστα, φαίνεται να αντανακλούν πραγματικούς φόβους των κυρίαρχων πως η συνέχιση της ίδιας κατάστασης ίσως θέσει σε μεγάλο κίνδυνο την αναγκαία νομιμοποίηση όχι μόνο των ασκούμενων πολιτικών, αλλά και του ίδιου του συστήματος.

Στο επίπεδο των ιδεών, λοιπόν, διαβλέπουμε πως σημαντικό μέρος των απολύτως φιλοκαπιταλιστικών κατασκευαστών συναίνεσης -διανοούμενοι, think tanks, διεθνείς οργανισμοί- παίρνουν τις αποστάσεις τους από τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Το πιο πολυσυζητημένο, στους καθεστωτικούς κύκλους, οικονομικό βιβλίο των χρόνων της κρίσης, το Capital in the 21st Century του Thomas Piketty, δεν εντοπίζει απλώς τάσεις και προβλήματα του σύγχρονου καπιταλισμού, όπως η ραγδαία αύξηση των ανισοτήτων, αλλά, ακόμη περισσότερο προτείνει λύσεις, που αρθρώνονται κεντρικά γύρω από την ιδέα της αναγκαιότητας μιας γενναίας φορολόγησης του κεφαλαίου και του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο αποδομώντας έναν από τους βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, που είναι το θεώρημα του trickle-down, η ιδέα, δηλαδή, πως ο πλουτισμός των πλούσιων είναι ο απολύτως ενδεδειγμένος τρόπος για την ευημερία του συνόλου. Έχουμε φτάσει, μάλιστα, στο σημείο ακόμη και οι εμβληματικά ορθόδοξοι οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, να διακηρύσσουν πως «η ανισότητα είναι εχθρός της ανάπτυξης».

Από την άλλη, πληθαίνουν κείμενα και αναλύσεις, όπου επανεξετάζεται η ιδέα της ιδιωτικοποίησης του δημόσιου σε βασικούς τομείς. Τόσο σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα όσο και την, τόσο κεντρική για όλους τους νεοκλασικούς, ωφέλεια του καταναλωτή. Τελευταία, ψελλίσματα ακούγονται ακόμη και σχετικά με θέματα δημοκρατίας: τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα δύσκολα ρυθμίζονται -αντιθέτως εύκολα αποφεύγουν το να επενδύουν επαρκώς στα δίκτυα ή να διαμορφώσουν χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές. Επιπλέον, το επιχείρημα του "too-big-to-fail" φαίνεται ότι δεν ισχύει μόνο για τις τράπεζες!

Σε πιο άμεσα για μας πεδία, η θεωρητική υποστήριξη του οράματος της Μέρκελ για την ΕΕ, για τη συντηρητική ομοσπονδοποίηση δηλαδή, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η ιδέα ότι η ευρωζώνη θα είναι η μοναδική νομισματική ένωση που δε θα χρειαστεί δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, αμοιβαιοποίηση των χρεών, μια "κανονική" κεντρική τράπεζα κλπ, επιβάλλεται απηνώς, κάθε άλλο, ωστόσο, παρά ηγεμονεύει ιδεολογικά. Οι υποστηρικτές της δεν έχουν να παραθέσουν παρά επιχειρήματα (!) του είδους «αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού», «η Γερμανία έχει τη δύναμη να επιβάλλει τους κανόνες», «αν δεν σας αρέσει τη βόλτα σας». Η γυμνή επιβολή, όμως, ποτέ δεν μακροημέρευσε –γι’ αυτό και καθεστωτικά think tanks αρχίζουν να παίρνουν τις αποστάσεις τους.


Τα κακά νέα

Στο πεδίο των ιδεών διαμορφώνονται, όπως είναι γνωστό, διαφορετικές χρονικότητες. Όπως συνέβη και σε προηγούμενες κρίσεις η ιδεολογική μετατόπιση φαίνεται να αρχίζει από τα πάνω - ας θυμηθούμε πως και πριν από το παράδειγμα του νεοφιλελευθερισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε εισαγωγικά, η δουλειά του Κέυνς στη Βρετανία έγινε ηγεμονική μόνο μετά από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το κυριότερο, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι πως οι κυριαρχούμενοι μετατοπίζονται με σαφώς αργότερους ρυθμούς. Δεδομένου δε πως η κυρίαρχη ιδεολογία είτε είναι η έμπρακτη ιδεολογία των κυριαρχούμενων είτε δεν είναι τίποτε τα περισσότερα παίζονται στο πεδίο των αναπαραστάσεων των κατώτερων τάξεων. Κι εδώ όλα δείχνουν πως ακόμη οι θεμελιώδεις ιδέες, που κυριάρχησαν στις δεκαετίες του νεοφιλελευθερισμού και του νεοσυντηρητισμού παραμένουν ακλόνητες. 

Η απαξίωση του δημόσιου και των συλλογικών λύσεων, η κυριαρχία του ατομικισμού, η καθόλα συμβατή με την προηγούμενη κυριαρχία εθνικιστικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων, η απόδοση μέγιστου σεβασμού στους πιο αντιδραστικούς θεσμούς είναι αντίπαλος ισχυρότερος για την ριζοσπαστική Αριστερά και από το ίδιο το κεφάλαιο. Το γεγονός πως οι από τα κάτω, ανταποκρινόμενοι αντανακλαστικά κάποιες φορές στην ταξική τους θέση, μπορεί να τεθούν σε τροχιά αντίστασης ακόμα και αν ιδεολογικά βρίσκονται «αλλού» δεν επιτρέπει τον παραμικρό εφησυχασμό.

Κανένα αριστερό σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού δεν έχει την παραμικρή τύχη αν δεν εμπλέξει ενεργητικά τη μεγάλη πλειοψηφία των κατώτερων τάξεων. Και ενεργητικά σημαίνει, πρώτα από όλα, με το μυαλό και την καρδιά, άρα με εντελώς άλλη από τη σημερινή τους ιδεολογία. 


Η συγκυρία

Βάσει των παραπάνω μπορούν να προκύψουν κάποια πολύ άμεσα συμπεράσματα για την τρέχουσα πολιτική μας. Ξεκινώντας από το μότο του Μαρξ πως πρέπει να πολεμάμε το παρόν χωρίς να υποστηρίζουμε το παρελθόν, πράγμα, όπως έγινε φανερό ήδη, κρισιμότατο για το σχέδιό μας, θα πρέπει να αποτιμούμε τις πολιτικές μας πρωτοβουλίες.

Δεδομένου, ακριβώς, πως στο ιδεολογικό επίπεδο υπάρχουν ποικίλων ειδών ετεροχρονισμοί, συνιστά συνήθη αυτοματισμό να αντιπαλεύεις το παρόν  είτε υποστηρίζοντας το παρελθόν είτε κάνοντας χρήση των υλικών του παρελθόντος. Μόνο που η ριζοσπαστική Αριστερά δεν έχει το παραμικρό περιθώριο, επί ποινή πραγματικής καταστροφής, να ταυτιστεί με το παρελθόν, με πρακτικές ή με πρόσωπα. Και, από αυτήν την άποψη, η αιτίαση πως όσοι καταθέτουν έντονο προβληματισμό σε σχέση με συγκεκριμένες επιλογές είναι εναντίον του «ανοίγματος» του κόμματος είναι απολύτως παραπειστική.

Είναι δεδομένο π.χ. πως οι μεγάλες μάχες εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων απαιτούν τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση, τη μέγιστη δύναμη πυρός, που είναι δυνατό να συγκεντρωθεί. Την ίδια στιγμή, όμως, η επιτυχία είναι άμεσα συναρτημένη με τη δυνατότητα να πείσεις πως ο δημόσιος τομέας, που υπερασπίζεσαι, είναι στους αντίποδες αυτού που υπήρξε το κράτος στην Ελλάδα για πολλές δεκαετίες. Πως ο συνδικαλισμός που θέλεις να ζωογονήσεις είναι το ακριβώς αντίθετο του «ιστορικού» συνδικαλισμού, κυβερνητικού, εργοδοτικού, όντως συντεχνιακού συχνά, σε τέτοιο βαθμό, που ως ξεκάρφωμα εφάρμοζε έναν εντελώς αντιαισθητικό κουτσαβακισμό.

Η μεγάλη πλειοψηφία των φτωχών ανθρώπων και των λαϊκών τάξεων αναγνωρίζει, από βαθύ ένστικτο –και παρόλη την ιδεολογική υστέρηση, πρόσωπα και καταστάσεις, που ταυτίζει με αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να μην επαναληφθεί ποτέ. Και αυτό δεν μπορείς να μην το παίρνεις υπόψη. Αλλιώς, τη στιγμή που θεωρείς πως κάνεις τη μέγιστη πολιτική καταδικάζεσαι σε πολιτική αναπηρία.

Κι έτσι σε κερδίζει πάλι ο νεοφιλελεύθερος: αν είναι για το ίδιο κράτος καλύτερα ένα πολύ μικρότερο κράτος.

Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και σε ό,τι αφορά το περίφημο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών. Προφανώς, μια κυβέρνηση της Αριστεράς, πολύ περισσότερο ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός,  απαιτούν ευρείες κοινωνικές συμμαχίες. Αν όμως είναι να υπηρετηθούν αυτοί οι συγκεκριμένοι στόχοι, περισσότερο από τις ίδιες τις κοινωνικές συμμαχίες μετρούν οι όροι και οι προϋποθέσεις τους.

Οι συνασπισμοί εξουσίας που κυριάρχησαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης στηρίζονταν σε ευρύτατες κοινωνικές συμμαχίες. Στο πλαίσιο τους συγκεκριμένες μισθωτές κατηγορίες του δημόσιου τομέα κυρίως, αλλά και μικροεργοδοτικά και ελευθεροεπαγγελματικά στρώματα, ευνοήθηκαν να αποτελέσουν τις τάξεις-στηρίγματα, που έκαναν ασφαλή την πολιτεία του άρχοντος συγκροτήματος. Από την παροχή απίθανων προσόδων μέχρι την εθελοτυφλία απέναντι στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή, φοροκλοπή και εισφοροδιαφυγή και στην παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων –και όχι μόνο ξένων μεταναστών- είχαμε μια τεράστια γκάμα «παροχών».

Είναι απολύτως προφανές πως για τη ριζοσπαστική Αριστερά όλα αυτά είναι, με τον πιο ρητό τρόπο, καταδικαστέα. Η εξάλειψή τους αποτελεί όρο για την κοινωνική σωτηρία. Δεν είναι, λοιπόν, διαπραγματεύσιμα.  

Η Αριστερά παντού και πάντα υποστηρίζει ένα μοντέλο υψηλών καθολικών κοινωνικών παροχών και της γενικής φορολογίας, που μπορεί  να το στηρίξει. Κανένα σκόντο ως προς αυτό δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Η διαβεβαίωση πως ο πλούτος, όχι των «200 οικογενειών», αλλά πολύ περισσότερων θα στηρίξει αυτό το σχέδιο πρέπει να είναι σαφής και καθαρή σε κάθε μας παρέμβαση.

Κερδίζονται, όμως, έτσι εκλογές; Είμαστε πεπεισμένοι πως μόνο έτσι κερδίζονται –και ας μην επεκταθούμε σε πράγματα πολύ σοβαρότερα από τις εκλογές. 

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεσμεύεται απέναντι στα μεσαία στρώματα για εξασφάλιση ρευστότητας, δημιουργία παραγωγικών δικτύων που θα ευνοήσουν τη δραστηριότητά τους, ενίσχυση της ενεργού ζήτησης.  Μαζί και ταυτοχρόνως, δεν θα αποδεχτεί τις κακές πρακτικές, που, στο παρελθόν, αποτέλεσαν τη βάση των κυρίαρχων κοινωνικών συμμαχιών και θα φορολογήσει δίκαια και αναλογικά τον πλούτο. Αν απαιτούνται μέσα στην ύφεση μεταβατικές ρυθμίσεις και προσωρινές διευκολύνσεις κατά περίπτωση να ιδωθεί. Αυτό, ωστόσο, δεν μεταβάλλει τα βασικά.

Γιατί αυτά τα βασικά δίνουν το ισχυρότερο σήμα στη μεγάλη πλειοψηφία, διαπαιδαγωγούν και διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για την ιδεολογική μετατόπιση, χωρίς την οποία τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί.

* Tο κείμενο δημοσιεύθηκε σε μικρότερη εκδοχή στην Αυγή.

Πηγή alterthess

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Η οικονομία είναι πολύ σημαντικό πράγμα για να την αφήσουμε στους οικονομολόγους: Ομιλία του Ευκλείδη Τσακαλώτου στην Επιτροπή της Βουλής για το πολυνομοσχέδιο



Η διαδικασία του κατεπείγοντος: απαξίωση της πολιτικής, ασυδοσία της αγοράς

Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ μας έλεγε ότι κάθε τεχνική είναι και μια φιλοσοφία. Η φιλοσοφία της Κυβέρνησης, μετά από επτά μήνες διαβούλευση, να φέρει στη Βουλή με τρόπο τόσο απαξιωτικό το πουλυνομοσχεδιο, να το λαμβάνουμε στη μία τη νύχτα και να βλέπουμε ότι εμπεριέχει διατάξεις που δεν είχαν διαρρεύσει, χωρίς καμιά συζήτηση με τους κοινωνικούς φορείς και τα κόμματα, είναι μια φιλοσοφία απαξίωσης της πολιτικής. Κι αν εμάς της αντιπολίτευσης μας απαξιώνουν, εσάς της συμπολίτευσης σας χλευάζουν. Σας θεωρούν πιόνια, και είναι ντροπή πιο πολύ για εσάς παρά για εμάς. Αυτή είναι η εικόνα μιας αυταρχικής Κυβέρνησης, που το μόνο που γνωρίζει είναι το Κέντρο, το Κράτος, τον αυταρχισμό, και κάτω απ΄ όλα αυτά μια αγορά. Καμία διαβούλευση με κανέναν κοινωνικό φορέα, καμιά συζήτηση στη Βουλή. Θα είναι μια μεγάλη μαύρη σελίδα για το Κοινοβούλιο εάν ψηφίσουν όλοι και όλες επικυρώνοντας αυτή τη διαδικασία. Πραγματικά σηκώνω τα χέρια.

Δεν θα επανέλθω στα θέματα επί της διαδικασίας και στον αυταρχισμό που χαρακτηρίζει την Κυβέρνηση. Θα ήθελα μόνο να σας πω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα σκεφθεί μέχρι το τέλος εάν θα συνεχίσει να νομιμοποιεί τέτοιες διαδικασίες. Θέλω να πω ότι με αυτό το μνημόνιο, «πιο μνημόνιο» δεν υπάρχει. Πρόκειται, έτσι, για την πλήρη συνοχή μεταξύ της οικονομικής αναποτελεσματικότητας, της κοινωνικής καταστροφής και του απόλυτου παραλογισμού.

Δεν μπορώ να πιστέψω, ως πολίτης και όχι ως οικονομολόγος, ότι πιστεύετε στα σοβαρά πως θα έχουμε μια πιο λειτουργική κοινωνία αν οι γειτονιές μας έχουν λιγότερα φαρμακεία και λιγότερους φούρνους. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτοί που έλεγαν ότι χρειαζόμαστε μεταρρυθμίσεις εκτός μνημονίου, ως μεταρρυθμίσεις εννοούν να τα βάλουμε με τις καθαρίστριες και τους σχολικούς φύλακες. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν ξέρετε πως χτίζετε την καινούργια χρεοκοπία, ότι νομίζετε πως όντως θα βγούμε στις αγορές –επειδή απλώς κάνετε μία αντικατάσταση θεσμικού χρέους με ιδιωτικό– και ότι αυτό θα δώσει στ΄ αλήθεια χρήματα για την ανάπτυξη και την παραγωγή.


Το θεμελιώδες λάθος των νεοφιλελεύθερων: οικονομία χωρίς την κοινωνία

Θέλω να σας πω ότι η δική σας κυβέρνηση και οι κυβερνήσεις της Ευρώπης κάνουν ένα πρωταρχικό λάθος, από το οποίο προκύπτουν και όλα τα υπόλοιπα. Το πρωταρχικό αυτό λάθος είναι να νομίζετε πως μπορείτε να φτιάξετε μια οικονομία χωρίς την κοινωνία. Είναι θεμελιώδες λάθος να μην καταλαβαίνετε ότι μια οικονομία θέλει επίσης κοινωνικά δίκτυα, ενδιάμεσους θεσμούς, θεσμούς διαβούλευσης. Γιατί μόνο έτσι λύνεις το πρόβλημα της συλλογικής δράσης, το πρόβλημα της συνεργασίας και της εμπιστοσύνης. Μόνον σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι άνθρωποι παίρνουν ρίσκο και επενδύουν. Αυτό δεν το κατάλαβαν οι νεοφιλελεύθεροι, γι΄ αυτό και ξέσπασε η κρίση του 2008, και γι΄ αυτό είναι πενιχρά τα αποτελέσματα την εποχή της κρίσης.

Ποιο είναι το βασικό λάθος της παγκοσμιοποίησης, που το κάνετε κι εσείς, και τώρα επιχειρείτε να το εφαρμόσετε στην πράξη; Είναι να νομίζει κανείς ότι πρέπει όλοι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες, όλες οι κοινότητες, όλοι οι θεσμοί να υπηρετούν τις εξαγωγές και την εξωστρέφεια. Αντίθετα, τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης θα έπρεπε να υπηρετούν τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες, αλλά και τις κοινότητες και τις γειτονιές μας. Αυτό που χρειάζεται, και είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που κάνετε εσείς, είναι να ξεκινήσουμε από τις ανάγκες. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια ζωντανή κοινωνία και μια ζωντανή οικονομία, με ασφάλεια. Χρειαζόμαστε κοινωνικά και παραγωγικά δίκτυα για να αντιμετωπίσουν αυτές τις ανάγκες, και χρειαζόμαστε ενδιάμεσους θεσμούς δημοκρατίας και διαβούλευσης, για να αισθάνεται ο κόσμος ότι έχει λόγο για τα πράγματα που τον επηρεάζουν.


Για το πολυνομοσχέδιο και την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ

Θα ήθελα να πάμε στην εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και τη ρύθμιση για το γάλα. Θέλουμε χαμηλή τιμή του γάλακτος, αλλά θέλουμε και παραγωγικό ιστό σε αυτή την κοινωνία. Το ίδιο και για τα βιβλιοπωλεία, τα φαρμακεία και τους φούρνους: Θέλουμε μεν φθηνά βιβλία και ψωμί και φάρμακα, αλλά θέλουμε και ζωντανές κοινότητες, θέλουμε γειτονιές με μαγαζιά και ασφάλεια. Θέλουμε να έχουν όλοι οι πολίτες πρόσβαση στον πολιτισμό.

Σε σχέση με τις ρυθμίσεις για το λιανικό εμπόριο. Βεβαίως και θέλουμε όλοι να καταναλώνουμε όποτε νομίζουμε. Αλλά συγχρόνως είμαστε πολίτες και γονείς που χρειάζονται λίγο ελεύθερο χρόνο την Κυριακή. Επίσης, είμαστε πολίτες που έχουν πολιτιστικές και πολιτικές ανάγκες, και γι’ αυτές πρέπει να έχουμε επίσης ελεύθερο χρόνο.

Χρειαζόμαστε μια καινούργια παραγωγική βάση. Μια παραγωγική βάση στηριγμένη σε καινούργιες παραγωγικές συμμαχίες και νέες μορφές κοινωνικής παραγωγής. Βοηθάει αυτό το νομοσχέδιο την παραγωγή; Ή μήπως με αυτό που κάνει για το γάλα, το τσιμέντο και τα προϊόντα πετρελαίου βοηθάει τις εισαγωγές; Κοιτάξτε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τι λέει το νομοσχέδιο και πόσο εύκολο είναι να γίνουμε μία εισαγωγική κοινωνία μέσα από αυτές τις διατάξεις.

Η οικονομία είναι πολύ σημαντικό πράγμα για να την αφήσουμε στους οικονομολόγους. Μέσα σε μια οικονομία και μέσα σε μία κοινωνία υπάρχουν πάρα πολλές σχέσεις. Όπως υπάρχει η σχέση του γιατρού με τον ασθενή, υπάρχει η σχέση του δασκάλου με τον φοιτητή, υπάρχει η σχέση του πολίτη με το κράτος. Επίσης, υπάρχει η σχέση του πελάτη με τον προμηθευτή, υπάρχει και η σχέση του καταναλωτή με το σούπερ μάρκετ. Και για όλα αυτά δεν υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: δεν είναι όλα εμπορεύματα. Δεν είναι όλα αυτά θέματα τιμής. Ο κ. Χατζηδάκης μας ειρωνεύεται και λέει να κάνουμε εμείς του ΣΥΡΙΖΑ ένα κίνημα υπέρ των υψηλών τιμών. Του απαντάμε ότι εμείς δημιουργούμε κινήματα για πολίτες που έχουν πολλές ιδιότητες και τα οποία θα οδηγήσουν σε πιο ισχυρές κοινότητες και μια πιο ισχυρή οικονομία. Προπαντός, εμείς βασιζόμαστε σε πολίτες που όχι μόνο ξέρουν την τιμή των πραγμάτων, αλλά γνωρίζουν και την αξία αυτών των πραγμάτων.


Οι τράπεζες πρέπει να είναι δραστηριότητα κοινής ωφέλειας

Ας περάσουμε τώρα στις τράπεζες. Θεσμοθετείται η ζημιά για το Ελληνικό Δημόσιο και τους πολίτες, που επωμίστηκαν ένα τεράστιο ποσό ως χρέος για τη διάσωση των τραπεζών. Προσπαθείτε να επαναφέρετε, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, τον έλεγχο των τραπεζών στους ιδιώτες. Προσπαθείτε να καλύψετε νομικά τη ζημιά που προκαλέσατε. Αρνείστε την πρότασή μας, να δοθεί στήριξη από το Τ.Χ.Σ. στις συνεταιριστικές τράπεζες, για να υπάρχει αυτός ο κοινωνικός ιστός. Αρνείστε τη δική μας πρόταση για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για να μπορεί να παίρνει και νέες καταθέσεις και να γίνει ο κορμός μιας καινούργιας επενδυτικής τράπεζας.

Όλα αυτά που κάνετε δεν είναι μόνο σκάνδαλο. Είναι κάτι πολύ παραπάνω. Είναι μια καταστροφή της οικονομίας που δεν θα έχει πλέον εργαλεία ανάπτυξης. Ξέρουμε ότι οι εμπορικές τράπεζες δανείζουν τον κόσμο μόνο όταν τα πράγματα είναι καλά – και όχι στην κρίση. Ξέρουμε ότι οι τράπεζες είναι μεγάλες και πάντα πρέπει να τις σώζουμε. Άρα, έπρεπε να ήταν μία δραστηριότητα κοινής ωφέλειας. Χρειαζόμαστε επίσης, πολλές συνεταιριστικές τράπεζες, τράπεζες ειδικού σκοπού, επενδυτικές τράπεζες. Θα λυθεί το πρόβλημα της ρευστότητας, μας ρωτάει ο κ. Σαχινίδης, μόνο αν αλλάξει η ιδιοκτησία; Όχι, κ. Σαχινίδη, δεν θα λυθεί. Αλλά δεν ισχύει και το αντίθετο. Γιατί αυτό που μάθαμε πριν από την κρίση και με την κρίση, είναι ότι οι εμπορικές τράπεζες δεν υπηρετούν την πραγματική οικονομία, αλλά αντιθέτως, δίνουν χρήματα σε «φούσκες» και σε κερδοσκοπικά προϊόντα.


Φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, δηλαδή προλεταριοποίηση

Ολοκληρώνω με το θέμα στην αγορά εργασίας. Αν αυτό που κάνετε στην παραγωγή είναι να ευνοείτε τις εισαγωγές, για το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας τι κάνετε; Αυτό που κάνετε στην αγορά εργασίας, είναι να ευνοείτε τις απολύσεις. Κοιτάξτε τη ρύθμιση για τις εταιρείες ενοικίασης εργαζόμενων. Αυτό είναι, κύριε Μαρκόπουλε, που θα αντιμετωπίσει το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας, δηλαδή, ότι θα έχουμε περισσότερες απολύσεις; Ξέρετε τις οικονομικές μελέτες, που είναι «μίκυ μάους» μελέτες, και για την εργασία και τις αγαπημένες μελέτες του κ. Στουρνάρα, για το πώς όταν μειώνεις την τιμή, αυξάνεται το εισόδημα. «Μίκυ μάους» μελέτες που στην αγορά εργασίας δεν αποδεικνύουν ότι οι απολύσεις βοηθάνε την απασχόληση και μειώνουν την ανεργία.

Στην ουσία προχωράτε σε μια προλεταριοποίηση. Κανένα από αυτά τα μέτρα δεν θα βοηθήσει την απασχόληση. Μπορείτε να πάτε σε οποιαδήποτε πόλη της Ελλάδας και θα δείτε ότι έρχεται ένα σουπερμάρκετ και κλείνουν τα άλλα μαγαζιά. Και βγάζει μία προκήρυξη για 50 θέσεις εργασίας και κάνουν αίτηση 1.500 άτομα, που θέλουν αυτήν την εργασία και τους δίνει 250 € για 4 ώρες δουλειά.

Γιατί χρειάζεστε περισσότερη φιλελευθεροποίηση; Γιατί αυτό που θέλετε είναι η βίαιη προλεταριοποίηση και των μεσαίων στρωμάτων. Και τα μεσαία στρώματα και όλα τα επαγγέλματα δεν τα καταστρέφετε μόνο οικονομικά: τα καταστρέφετε επίσης κοινωνικά, αλλά και ως όργανα πολιτικής. Ως όργανα και θεσμούς που θα μπορούν να μας ενημερώνουν για τα προβλήματα, που θα μπορούν να έχουν λόγο. Για εσάς δεν υπάρχει τίποτα, εκτός από το αυταρχικό Κράτος και από κάτω μία μη ελεγχόμενη αγορά.

Πρέπει να σας πω ότι η αγορά εργασίας που φτιάχνετε θυμίζει το έργο του Ηλία Καζάν «Η Αγωνία του Λιμανιού», όπου έρχεται ένας αρχηγός και λέει «εσύ, εσύ και εσύ σήμερα θα εργαστείς, ενώ εσύ, εσύ και εσύ όχι». Πηγαίνετε κάθε πρωί στη διασταύρωση των οδών Κατεχάκη και Μεσογείων, να δείτε ότι συμβαίνει ακριβώς αυτό που χλεύασε ο Ηλίας Καζάν. Αυτή είναι η αγορά εργασίας που δημιουργείτε.


Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ: η παραγωγική ανασυγκρότηση και ο σοσιαλισμός δεν είναι κρατικισμός

Η ανάκαμψη θα έρθει με όρθια την κοινωνία, με ζωντανή την κοινωνία και με τη συμμετοχή αυτής της κοινωνίας. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να έρθει με μια πεθαμένη κοινωνία, μια κοινωνία φοβισμένη, ασταθή, αβέβαιη, που τα μέλη της δεν μπορούν να συνεργαστούν ούτε να έχει εμπιστευτούν. Με αυτό το νομοσχέδιο, αυτή την κοινωνία την καταστρέφετε. 

Θέλω να πω κάτι προς όλους εσάς του ΠΑΣΟΚ, που μας λέτε ότι δεν υπάρχουν συσχετισμοί για να αλλάξουμε κάτι. Έτσι θα αλλάξετε τους συσχετισμούς; Όταν καταστρέφετε τη δυνατότητα να μπορεί ο κόσμος να παρέμβει; Αυτή είναι η πολιτική του ΠΑΣΟΚ για να αλλάξουν οι συσχετισμοί; Όταν είστε μαζί με την ΝΔ στην πρώτη γραμμή για να μην μπορεί να υπάρχει αντίσταση, για να είναι όλοι ιδιώτες, για να μην μπορούν να οργανωθούν;

Στον ΣΥΡΙΖΑ μπορούμε να μιλάμε για παραγωγική ανασυγκρότηση ακριβώς γιατί ξέρουμε ότι αυτό θα γίνει με μία ζωντανή κοινωνία. Δεν γυρνάμε στον κρατικισμό. Για εμάς ο σοσιαλισμός περιλαμβάνει ένα ισχυρό κράτος που θα βοηθήσει την κοινωνία, τις κοινωνικές ομάδες, τις παραγωγικές μονάδες. Και το πιο σημαντικό από όλα: θα είναι μία κοινωνία που οι πολίτες πραγματικά θα ξέρουν, όχι μόνο την τιμή όλων των πραγμάτων, αλλά και την αξία που έχουν αυτά τα πράγματα στη ζωή τους.


Ομιλία του εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ Ευκλείδη Τσακαλώτου στην Επιτροπή της Βουλής για το πολυνομοσχέδιο (29.3.2014)

Πηγή Red NoteBook

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ο Μουζέλης, ο Μπερνστάιν και η σοσιαλδημοκρατία


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Σε πρόσφατη παρέμβασή του υπέρ των 58, ο Νίκος Μουζέλης («Η ευκαιρία της σοσιαλδημοκρατίας», Το Βήμα, 2/3/14) προειδοποιεί την αριστερά να μην ξεγράψει τη σοσιαλδημοκρατία γιατί έχει ο καιρός γυρίσματα. Να μη βλέπουμε, μας λέει, τις εξελίξεις με γραμμικό τρόπο, αγνοώντας τις κυκλικές τάσεις του πολιτικοοικονομικού γίγνεσθαι. Για τον Μουζέλη, η ύπαρξη κυκλικότητας στηρίζεται τόσο στο επίπεδο των τάσεων στην παγκόσμια οικονομία όσο και στο επίπεδο των ιδεών. Έτσι, εποχή παγκοσμιοποίησης και φιλελευθεροποίησης είχαμε και πριν από το 1914, και μετά το 1980. Παρεμβατικές ιδέες υπέρ ενός πιο ρυθμιζόμενου καπιταλισμού κυριάρχησαν στις πρώτες δύο μεταπολεμικές δεκαετίες, περιθωριοποιήθηκαν στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, και τώρα επιστρέφουν μετά από την πρόσφατη οικονομική κρίση. Για τον Μουζέλη, η αυτοκριτική του Γκρίνσπαν, πρώην διοικητή της Fed, περί της ρύθμισης των χρηματαγορών ίσως σηματοδοτεί «ένα πρώτο σημάδι σταδιακής επιστροφής σε ένα πιο ελεγχόμενο και ανθρώπινο καπιταλισμό».

Ας δεχθούμε για χάρη της συζήτησης την ύπαρξη κάποιου εκκρεμούς στα κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα κατά τα πρότυπα των αναλύσεων του μεγάλου στοχαστή Καρλ Πολάνυι. Τι σχέση έχει αυτό με τη σοσιαλδημοκρατία; Γιατί, όπως προκύπτει από το ίδιο το άρθρο του Μουζέλη, η κυρίαρχη τάση της σοσιαλδημοκρατίας μετά από το δέκατο ένατο αιώνα είναι γραμμική και όχι κυκλική. Από ένα επαναστατικό κίνημα πέρασε σε ένα ρεφορμιστικό (υπέρ του κοινωνικού μετασχηματισμού μέσω συσσώρευσης μεταρρυθμίσεων), μετέπειτα περιορίστηκε σε μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού (πλήρης απασχόληση και κοινωνικό κράτος), για να κατασταλάξει σε μια δύναμη υπέρ των μεταρρυθμίσεων όπως τις καταλαβαίνουν οι νεοφιλελεύθεροι. Μεταρρυθμίσεις που δεν προστατεύουν την εργασία από την ασυδοσία των αγορών, ούτε πολύ περισσότερο στηρίζουν την εργατική τάξη ως κοινωνικο-πολιτικό μέγεθος, αλλά, αντιθέτως, λειτουργούν υπέρ της ευελιξίας και μεταφέρουν όλων των ειδών τα ρίσκα στις λαϊκές και μεσαίες οικογένειες. Αναγκαστικές προσαρμογές, μας λέει ο συγγραφέας, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης για να επιβιώσουν οι σοσιαλδημοκράτες. Μόνο που αυτό το πλαίσιο στηρίχθηκε και εφαρμόστηκε και από σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις. Η συγκεκριμένη μορφή της παγκοσμιοποίησης που γνωρίσαμε μετά το 1980 δεν μπορεί να κατανοηθεί ως εξωγενές φαινόμενο. Πολιτικές δυνάμεις, με πολιτικά προγράμματα, με πολιτικές παρεμβάσεις την έφεραν σε πέρας.

Πώς εξηγείται αυτή η γραμμική πορεία; Γιατί στην εποχή της κρίσης οι σοσιαλδημοκράτες απαξιώνονται τόσο γρήγορα όταν πάρουν τα ηνία της κυβέρνησης; Γιατί στην αντιπολίτευση μόλις που τολμούν να ψιθυρίσουν υπέρ, για παράδειγμα, της αμοιβαιοποίησης των χρεών στην ΕΕ, ή την αναδιανομή του εισοδήματος και πλούτου εντός των χωρών, ενώ στην κυβέρνηση οι ριζοσπαστικές πινελιές εξαφανίζονται εν ριπή οφθαλμού; Σε αυτές, και πολλές παρόμοιες ερωτήσεις, ο αναγνώστης δεν θα βρει απαντήσεις στο εν λόγω άρθρο. Και είναι κρίμα, γιατί ο κ. Μουζέλης είναι κοινωνιολόγος με αξιόλογο ακαδημαϊκό έργο. Παρά ταύτα λείπουν οι κοινωνικές αναφορές. Γιατί το μεγάλο πρόβλημα της σοσιαλδημοκρατίας, και γενικότερα του πολιτικού κέντρου, είναι ότι, σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης, αδυνατούν να εκπροσωπήσουν σημαντικά τμήματα των μεσαίων και εργατικών στρωμάτων.

Με λίγα λόγια, η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει μόνο έλλειμμα μιας νέας αφήγησης για τον εικοστό πρώτο αιώνα, μέσα από την οποία η ίδια θα βρει ρόλο σε μια αναδιαρθρωμένη πολιτική γεωγραφία. Ούτε μπορεί να περιμένει μια ευνοϊκή μετατόπιση του εκκρεμούς για να ξαναμπεί στο πολιτικό παιχνίδι. Χρειάζεται ένα πρόγραμμα με μια ατζέντα για τους μισθούς, τις συντάξεις, και το κοινωνικό κράτος που θα την επανενώσει με αυτά τα τμήματα των λαϊκών και μεσαίων τάξεων που την έχουν εγκαταλείψει. Και δυστυχώς για την σοσιαλδημοκρατία, η κυρίαρχη ρητορεία κατά των συντεχνιών και του λαϊκισμού δε βοηθά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συντεχνίες και λαϊκισμός. Αλλά γιατί δεν προκύπτει από πουθενά ότι υπάρχουν σε αυτό το χώρο οι ιδέες που θα περιθωριοποιούσαν τις συντεχνίες και το λαϊκισμό, αλλά συγχρόνως θα ανταποκρίνονταν στο αίτημα για σταθερότητα και ασφάλεια, στην προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο, στην ανάγκη που έχουν όσοι ανήκουν σε αυτές τις κοινότητες και τις συλλογικότητες, στο βαθμό που αυτές δίνουν νόημα στη ζωή τους.

Ο Μουζέλης ισχυρίζεται ότι ο Μπερνστάιν είχε δίκιο ότι η συσσώρευση μεταρρυθμίσεων θα οδηγούσε σταδιακά σε μια καλύτερη κοινωνία. Αλλά κάτι τέτοιο δεν βγαίνει ούτε από την ιστορία, ούτε καν από την ίδια την ανάλυση του Μουζέλη. Γιατί αυτό που φάνηκε από την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι οι σοσιαλδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις είναι απολύτως αναστρέψιμες – εξ ου και μετά την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, οι σοσιαλδημοκράτες έμειναν χωρίς όραμα και χωρίς σχέδιο. Έχοντας πιστέψει στη γραμμική ενίσχυση των δικών τους θέσεων, δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν σε πιο δυσμενείς συνθήκες. Και κάτι χειρότερο. Ξέχασαν το πώς δημιούργησαν την ηγεμονία τους σε μια παλαιότερη εποχή - με κοινωνικούς αγώνες, με ισχυρά συνδικάτα και με μια, αν όχι πάντα αντικαπιταλιστική ρητορική, τουλάχιστον μια ρητορική που αναγνώριζε αντιπάλους: τραπεζίτες, βιομήχανους, και άλλους που απαρτίζουν την ελίτ.

Τίποτα από όλα αυτά δεν παραμένει στους κόλπους των 58, ούτε σαν ίχνος. Μπορεί να έχει δίκιο ο Μουζέλης ότι το εκκρεμές θα επιστρέψει. Αλλά η ευκαιρία που υπάρχει χρειάζεται πολιτική διαμεσολάβηση. Από μια δύναμη που ξέρει ότι μόνο με κοινωνικούς αγώνες αλλάζουν οι συσχετισμοί. Που κατανοεί ότι υπάρχουν όχι μόνο φίλοι, αλλά και εχθροί, και που διαμορφώνει ένα πρόγραμμα με όρους κοινωνικής εκπροσώπησης. Δηλαδή, μια αριστερά που έχει μάθει από την ιστορία αλλά ετοιμάζεται για τις μάχες του μέλλοντος – μιας αριστερά που ξέρει ότι μπορείς να αντιστέκεσαι στο παρόν, χωρίς να υποστηρίζεις το παρελθόν.

Πηγή Red NoteBook

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Δημοσιονομική πολιτική, παραγωγική ανασυγκρότηση και Αριστερά


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Στην πρόσφατη συζήτηση εντός της Αριστεράς για τον ρόλο της δημοσιονομικής πολιτικής πρέπει να ξεχωρίσουμε τα πρωτεύοντα από τα δευτερεύοντα ζητήματα. Πρέπει καταρχάς να διαχωρίσουμε τον ρόλο της δημοσιονομικής πολιτικής στη διάρκεια μιας κρίσης, ή όταν υπάρχει στενότητα χρηματοδοτικών πηγών, από την μία, και σε κανονικές συνθήκες από την άλλη. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η Αριστερά εντάσσει αυτή τη ζήτηση στο πιο σημαντικό ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Θα υποστηρίξω εδώ ότι η προσέγγιση της Αριστεράς έχει ορισμένα κοινά σημεία, τόσο με τις προσεγγίσεις των κεϋνσιανών όσο και με εκείνες των οικονομικών της προσφοράς, αλλά εν τέλει τις υπερβαίνει και τις δύο.

Ξεκινάω με  τις κεϋνσιανές προσεγγίσεις. Η Αριστερά συμφωνεί ότι πρέπει να υπάρχουν ελλείμματα σε μια κρίση. Αν ο ιδιωτικός και ο τραπεζικός τομέας πρέπει να απομοχλεύσουν (δηλαδή να αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους), το να προσπαθεί να κάνει το ίδιο και το κράτος –είτε με την αύξηση των φόρων είτε με τη μείωση των δαπανών– είναι απλώς τρελό. Το αποτέλεσμα είναι κανένας τομέας να μην μπορεί να στηρίξει τη ζήτηση στην οικονομία συνολικά, κι έτσι όλοι οι τομείς αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους, αφού μειώνεται το εισόδημα. Αυτές τις συνέπειες μπορεί να τις δει κανείς σε όλο τον Νότο μετά την επιβολή των πολιτικών λιτότητας.

Ορισμένοι κεϋνσιανοί υποστηρίζουν επίσης αυτό που έχει γίνει γνωστό ως  «χρυσός κανόνας». Ο στόχος εδώ είναι να υπάρχει ισοσκελισμένος προϋπολογισμός στον οικονομικό κύκλο, με ελλείμματα στην ύφεση και πλεονάσματα στην ανάκαμψη — ο Κέυνς έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν είναι καλό να υπάρχουν ελλείμματα σε περιόδους ανάπτυξης. Αλλά ο «χρυσός κανόνας» υποστηρίζει επίσης ότι αυτή η ισορροπία πρέπει να εξαιρεί τις επενδυτικές δαπάνες. Από τη μια πλευρά, αυτό συμβαίνει διότι οι επενδύσεις τείνουν να είναι αυτοχρηματοδοτούμενες: οι επενδύσεις τείνουν να αυξάνουν τη μακροχρόνια ανάπτυξη, κι έτσι μια αύξηση του χρέους λόγω των ελλειμμάτων παραμένει διαχειρίσιμο μέρος του (αυξανόμενου) ΑΕΠ. Από την άλλη, καθώς οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι ένα μέγεθος ευμετάβλητο και επηρεάζεται από την ψυχολογία στην αγορά (τα «ζωικά ένστικτα» του Κέυνς), είναι επιθυμητό να προστατεύονται οι δημόσιες επενδύσεις. Ακριβώς το αντίθετο, με άλλα λόγια, από αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, όπου το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ήταν το πρώτο που μειωνόταν για να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι. Τέλος, κάποιοι κεϋνσιανοί πίστευαν ότι τα κριτήρια του Μάαστριχτ ήταν ακατάλληλα για τις οικονομίες του Νότου, υπό την έννοια ότι χρειάζονται περισσότερες δαπάνες όχι μόνο για επενδύσεις αλλά και για υποδομές, εκπαίδευση, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης κλπ.

Φαίνεται προφανές ότι η Αριστερά δείχνει πολύ μικρότερη συμπάθεια για τις πιο νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις. Για τους αρχιτέκτονες της ευρωζώνης, η μειωμένη αυτονομία για πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης θα πίεζε τους πολιτικούς σε εθνικό επίπεδο να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (απελευθέρωση των αγορών εργασίας και προϊόντων) για να μετριάσουν τις επιπτώσεις των ασύμμετρων σοκ. Στην πιο νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, η συνολική ζήτηση σπάνια θεωρείται πρόβλημα καθώς, σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τον νόμο του Say, η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση. Περιττό να ειπωθεί ότι υπάρχουν ελάχιστες αποδείξεις ότι οι μεγάλες κρίσεις αυτοδιορθώνονται μέσω της λειτουργίας των «δυνάμεων της αγοράς»: η έλλειψη ζήτησης μπορεί να αποτελεί πρόβλημα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, μια δόση αλήθειας στην πιο νεοφιλελεύθερη προσέγγιση είναι ότι η πλευρά της προσφοράς πράγματι έχει σημασία και ότι η δημοσιονομική χαλαρότητα ή ανευθυνότητα μπορεί να κάνει δύσκολη την εφαρμογή αλλαγών στο επίπεδο της παραγωγής. Η Αριστερά απλώς δεν πιστεύει τον ισχυρισμό του Κέυνς ότι όταν φτάσουμε στην πλήρη απασχόληση «η κλασική θεωρία ισχύει», με το οποίο εννοούσε ότι η αγορά μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα από μόνη της.

Για να δούμε τι διακυβεύεται, ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη σουηδική σοσιαλδημοκρατία της δεκαετίας του ’60. Το μοντέλο Rehn-Meidner (δύο επιφανείς οικονομολόγοι των συνδικάτων) δεν ήταν κευνσιανής έμπνευσης: βασιζόταν στην υπόθεση ότι μια πολύ χαλαρή δημοσιονομική πολιτική θα αποτελούσε πρόβλημα για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Το μοντέλο στηριζόταν σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος ήταν μια μισθολογική πολιτική αλληλεγγύης που διαπραγματεύονταν ένα κεντρικό συνδικάτο για το σύνολο των εργαζομένων. Το αλληλέγγυο στοιχείο ήταν ότι οι υψηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι, στους δυναμικούς και πιο κερδοφόρους τομείς, έπαιρναν μια αύξηση μικρότερη από εκείνη που θα μπορούσαν οι ίδιοι να διαπραγματευτούν. Από την άλλη, οι χαμηλότερα αμειβόμενοι σε λιγότερο δυναμικούς τομείς έπαιρναν μεγαλύτερη αύξηση από εκείνη που θα μπορούσαν αν διαπραγματεύονταν αυτοί. Η στρατηγική αυτή είχε ως αποτέλεσμα οι δυναμικοί τομείς να έχουν ακόμα υψηλότερα κέρδη, με επώδυνες συνέπειες για τους υπόλοιπους τομείς που ήδη αντιμετώπιζαν προβλήματα. Αυτή ακριβώς ήταν η λογική του εγχειρήματος: να πιέσει τους εργοδότες που δεν μπορούσαν να επιτύχουν στη βάση της τεχνολογικής καινοτομίας παρά μόνο στους χαμηλούς μισθούς. Έτσι, οι λιγότερο αποδοτικές επιχειρήσεις ή κλάδοι ήταν υποχρεωμένες να καινοτομήσουν, να βελτιώσουν την ποιότητά τους ή να κλείσουν! Τι θα συνέβαινε όμως με τους εργαζόμενους των επιχειρήσεων που δεν θα το κατάφερναν; Αυτοί επρόκειτο να καταρτιστούν για να προσληφθούν έπειτα στις επιχειρήσεις και τους τομείς που αναπτύσσονταν λόγω κερδών. Επομένως, ο δεύτερος πυλώνας του μοντέλου ήταν οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης ώστε οι άνεργοι να επανενταχθούν γρήγορα στους πιο επιτυχημένους κλάδους. Ο τρίτος πυλώνας ήταν η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική ώστε οι λιγότερο αποδοτικές επιχειρήσεις να μην επιζούν μόνο λόγω πλεονάζουσας ζήτησης, τη στιγμή που το ζητούμενο ήταν η παραγωγική ανασυγκρότηση.

Το μοντέλο Rehn-Meidner χρήζει κριτικής και τελικά αντιμετώπισε προβλήματα. Βέβαια οι σουηδοί νεοφιλελεύθεροι το μισούσαν: αντιπαθούσαν τη συλλογική διαπραγμάτευση επί της αρχής και αντιπαθούσαν ακόμα περισσότερο την αλληλέγγυα μισθολογική πολιτική – εξάλλου οι καπιταλιστές δε θέλουν τη μείωση των μισθολογικών αποκλίσεων αλλά αντίθετα τη διεύρυνσή τους ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν κίνητρο να δουλεύουν περισσότερο για να έχουν υψηλότερους μισθούς. Περιττό να αναφερθεί ότι ούτε η δική μας Αριστερά θεωρεί το συγκεκριμένο μοντέλο ως πρότυπο, καθώς απέχει πολύ από την άποψή μας για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Ωστόσο, το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι υπήρχε μια προοδευτική προσέγγιση που δεν βασιζόταν στη διαχείριση της ενεργού ζήτησης και δεν ήθελε τη δημοσιονομική πολιτική να λειτουργεί εναντίον των απαραίτητων αλλαγών στο επίπεδο της παραγωγής.

Ας κωδικοποιήσουμε, με βάση τα παραπάνω, ποια πρέπει να είναι η στάση μας σε σχέση με τη δημοσιονομική πολιτική:

α) Η Αριστερά επί της αρχής δεν υποστηρίζει τα δημοσιονομικά πλεονάσματα ή ακόμα και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης, τα ελλείμματα μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο. Και ακόμα κι αν μια ύφεση ξεκινήσει παράλληλα με την ύπαρξη σημαντικών δημοσιονομικών ανισορροπιών, η περιστολή πρέπει να σχεδιαστεί πολύ προσεκτικά — η θεραπεία-σοκ σπάνια λειτουργεί και πάντα οδηγεί σε τεράστιο κοινωνικό κόστος.

β) Η Αριστερά επί της αρχής δεν υποστηρίζει ούτε τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Τα ελλείμματα συχνά μπορεί να αποτελούν σημάδια για την ύπαρξη οικονομικών και κοινωνικών ανισορροπιών σε άλλο επίπεδο, που πρέπει να διορθωθούν. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της προσέγγισης της Αριστεράς είναι ότι όταν ξεκινά μια προσπάθεια για δημοσιονομική σταθερότητα, αυτή πρέπει να γίνεται με έμμεσο τρόπο. Με άλλα λόγια, η δημοσιονομική κατάσταση θα βελτιωθεί και ως αποτέλεσμα της καλύτερης απόδοσης στην πραγματική οικονομία. Αλλά ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον είναι κάτι που θα μπορούσε χωρίς ντροπή να υιοθετήσει η Αριστερά, στον βαθμό που έχουμε ξεκαθαρίσει ποιος είναι πράγματι ο ρόλος της μακροοικονομικής πολιτικής και τι θα μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα με τη χρήση άλλων μέσων.

γ) Η Αριστερά χρειάζεται τη μακροοικονομική πολιτική της για να προστατεύει και να ενισχύει την παραγωγική της πολιτική. Η Αριστερά κυρίως ενδιαφέρεται να προκαλέσει ένα ρήγμα στα καταναλωτικά και παραγωγικά πρότυπα της νεοφιλελεύθερης εποχής. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να υπηρετεί αυτό τον σκοπό. Ο «χρυσός κανόνας», που προαναφέρθηκε, θα μπορούσε να αποτελέσει μια αρχή, βοηθώντας σημαντικά όλες τις οικονομίες του Νότου να βγουν πιο γρήγορα από την κρίση.

Η δημοσιονομική πολιτική βέβαια επίσης ασχολείται με τα ζητήματα αναδιανομής, που εκφεύγουν του θέματος αυτού του άρθρου, αλλά κατέχουν εξέχουσα σημασία για την Αριστερά. Εδώ προσπάθησα να ξεκαθαρίσω ορισμένα βασικά ζητήματα σε σχέση με τις μακροοικονομικές πτυχές της δημοσιονομικής πολιτικής. Και, βέβαια, η απόφαση για τη στάση μας επί της αρχής δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να σκεφτούμε πολύ προσεκτικά για το πώς διαπραγματευόμαστε εντός της ευρωζώνης με εκείνους που έχουν πολύ διαφορετικές ιδέες και προτεραιότητες. Δεν βρισκόμαστε σε ιδανικές συνθήκες της επιλογής μας — και η σπανιότητα της χρηματοδότησης προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο αβεβαιότητας στα παραπάνω, για το οποίο θα μιλήσω σε επόμενο άρθρο. Σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μπορεί να είμαστε υποχρεωμένοι να βάλουμε λίγο νερό στο κρασί μας, αλλά είναι πάντα αναγκαίο να γνωρίζουμε τι περιέχει το κρασί μας: ποια είναι τα βασικά και ποια τα δευτερεύοντα ζητήματα για εμάς.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Σκέψεις για έξοδο από την κρίση


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Εχουμε μια εμπειρία περίπου δεκαπέντε ετών για τη λειτουργία της νομισματικής ένωσης της Eυρώπης, τα τελευταία πέντε σε συνθήκες κρίσης. Tι έχουμε μάθει από αυτή την εμπειρία για τις υπάρχουσες θεωρήσεις περί νομισματικών ενώσεων; Aπλουστεύοντας κάπως, θα έλεγα ότι υπάρχουν τρεις βασικές θεωρήσεις.

H πρώτη, που προωθείται από τις κυρίαρχες δυνάμεις της Eυρωζώνης αποτελεί μια παραλλαγή της γενικότερης τάσης προς μια συντηρητική ομοσπονδιοποίηση. Όπως έχει ισχυριστεί κατ' επανάληψιν ο Wolfgang Schäuble, το κάθε κράτος-μέλος θα πρέπει να ασχολείται με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς του χωρίς να σκέφτεται συνεχώς πώς θα βοηθηθεί από τα υπόλοιπα. H αμοιβαιοποίηση των χρεών, οι δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, η συντονισμένη μακροοικονομική πολιτική με βάση τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν σε όλη την ένωση, και όχι μόνο εκείνες που ισχύουν στις βόρειες οικονομίες, για να αναφέρουμε μερικά, θα αποτελούσαν τροχοπέδη στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Mε αυτή την έννοια τα μνημόνια που έχουν επιβληθεί αποτελούν απλώς μια ακραία έκφανση της γενικότερης κατεύθυνσης σε όλη την E.E. -κατεύθυνση που εμπεριέχει μια πολύ συγκεκριμένη, και νεοφιλελεύθερη, σύλληψη για την οικονομία, τη σχέση της οικονομίας με το κράτος και την κοινωνία.

H δεύτερη προσέγγιση έχει ισχυρότερα θεμέλια στην παγκόσμια οικονομική ιστορία αλλά και, παραδόξως, στην ορθόδοξη οικονομική θεωρία. Γνωρίζουμε, δηλαδή, ότι σε συνθήκες ύφεσης και μεγάλης ανεργίας, τα συστήματα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών είναι εξαιρετικά ευάλωτα. Oι αδύνατες χώρες, αργά ή γρήγορα, αναγκάζονται να προβούν σε υποτίμηση για να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά τους προβλήματα (όπως έγινε με τον κανόνα χρυσού, το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα στη δεκαετία του '90 κ.λπ.). Στις νομισματικές ενώσεις, τα πράγματα μπορεί να είναι διαφορετικά αν υπάρχουν θεσμοί και πολιτικές που κατά κάποιο τρόπο κάνουν τη δουλειά της υποτίμησης. Mε άλλα λόγια οι νομισματικές ενώσεις μπορούν να αντισταθούν σε συνθήκες κρίσης αν έχουν υιοθετήσει όλα αυτά τα εργαλεία που απορρίπτει η συντηρητική ομοσπονδιοποίηση.

H τρίτη θεώρηση λέει ότι οι μεταβιβάσεις εκ των υστέρων, αυτές δηλαδή που αποζημιώνουν τις λιγότερο επιτυχημένες περιοχές, δεν αρκούν. H φυσική ροπή στις καπιταλιστικές οικονομίες είναι προς την απόκλιση και όχι τη σύγκλιση. Aυτό που χρειάζεται είναι εκ των προτέρων πολιτικές σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο που οπλίζουν τις οικονομίες για να μπορέσουν να επιβιώσουν με ίσους όρους: βιομηχανική πολιτική, περιφερειακή πολιτική, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης κ.λπ.
 
Θα μπορούσε μήπως κανείς να αποκαλέσει αυτές τις τρεις θεωρήσεις ως τη συντηρητική, την κεντρώα/σοσιαλδημοκρατική και την αριστερή προσέγγιση; Tα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Kαταρχάς η δεύτερη έρχεται κατευθείαν από το οπλοστάσιο της νεοκλασικής ορθόδοξης οικονομικής σκέψης. Tα επιχειρήματα μπορεί να τα βρει κανείς στο βιβλίο του Paul De Grauwe «Tα Oικονομικά της Nομισματικής Eνοποίησης» που διδάσκεται σχεδόν σε όλα τα τμήματα οικονομικών σπουδών στην Eυρώπη και στη Bόρεια Aμερική. Σημειώνω, επίσης, ότι ο De Grauwe, εκτός από εξαιρετικός οικονομολόγος, παλαιότερα ήταν συντηρητικός βουλευτής στο Bέλγιο. Aπό την άλλη, την πιο ριζοσπαστική τρίτη θεώρηση υποστηρίζει και η κ. Mέρκελ -όχι βέβαια για την Eυρωζώνη, αλλά για τη νομισματική ένωση της Γερμανίας! Διότι οι Γερμανοί για τη χώρα τους ελάχιστα υποστηρίζουν την πρώτη θεώρηση. Για τις δικές τους περιοχές κατανοούν την ανάγκη για εκ των προτέρων περιφερειακές πολιτικές, που στηρίζονται όχι μόνο στην κρατική παρέμβαση, αλλά και στα sparkassen, δηλαδή στις μικρές τοπικές τράπεζες που λειτουργούν υπό διάφορων μορφών δημόσιο ή συνεταιριστικό έλεγχο.

H πρόσφατη οικονομική εμπειρία μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε τις τρεις θεωρήσεις με σχετική ασφάλεια. H νομισματική ένωση που λειτούργησε με βάση την πρώτη θεώρηση (Eυρωζώνη) απέδωσε πολύ χειρότερα από αυτές που είχαν αναφορά στη δεύτερη (HΠA, Kαναδάς κ.λπ.). H Eυρωζώνη και φέτος θα έχει τη χαμηλότερη ανάπτυξη σε όλο τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο -και αυτό αποτελεί μόνο το μέσο όρο. Γιατί βεβαίως οι χώρες του Nότου και των μνημονίων είναι σε πολύ χειρότερη θέση. Kαι όχι μόνο αυτό, αλλά η χώρα εντός της Eυρωζώνης, που ενσωμάτωσε στοιχεία της τρίτης θεώρησης για τον εαυτό της, τα πήγε σχετικά καλύτερα. Bέβαια ούτε η δεύτερη ούτε η τρίτη θεώρηση εξασφαλίζουν την οικονομική επιτυχία, πόσο μάλλον την επιτυχία για όλες τις κοινωνικές ομάδες -και οι HΠA και η Γερμανία έχουν μια σχετική επιτυχία που αφήνει όμως πίσω πολλούς άνεργους, κοινωνικά αποκλεισμένους, εργαζόμενους φτωχούς κ.λπ. Όπως και να έχει το πράγμα, η πρώτη θεώρηση δεν επιβεβαιώνεται εμπειρικώς από πουθενά. Συνδυάζει τόσο την οικονομική αναποτελεσματικότητα όσο και την κοινωνική αδικία. Kαι μια τέτοια νομισματική ένωση, χωρίς αλλαγή πλεύσης, αργά ή γρήγορα θα έχει τη μοίρα των συστημάτων σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών προηγούμενων εποχών.

H χώρα μας χρειάζεται στοιχεία από τη δεύτερη θεώρηση για το επίπεδο της Eυρωζώνης, και στοιχεία της τρίτης για το εθνικό επίπεδο. H πρώτη θεώρηση μας έχει φέρει τα καταστροφικά οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα που δεν μπορούν πια να αμφισβητηθούν. Δεν χρειάζεται μόνο να αλλάξουμε πορεία, αλλά να εγκαταλείψουμε το καράβι της συντηρητικής ομοσπονδιοποίησης -πριν να είναι πολύ αργά.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Σκέψεις για μια αριστερή επανίδρυση της Ευρώπης: Ευρώπη, δημοκρατία, κοινωνικός πειραματισμός


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Μετά  το 2008 παρατηρούμε μια εντυπωσιακή έλλειψη νέων ιδεών από τη μεριά των συστημικών δυνάμεων. Στο πολιτικό επίπεδο ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί να προχωρά ακάθεκτος, να μην έχει υποστεί σημαντικές πολιτικές ήττες, αλλά συγχρόνως δεν φαίνεται να λύνει κανένα από τα προβλήματα που ανέδειξε η μεγάλη κρίση: ούτε οι κοινωνικές ανισότητες, ούτε το αχαλίνωτο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ούτε οι μακροοικονομικές ανισορροπίες διορθώνονται έστω και μερικώς. Ακούγονται κριτικές φωνές που ανησυχούν για το μέλλον του συστήματος. Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Πωλ Κρούγκμαν έχουν ασκήσει δριμεία κριτική στην ασκούμενη μακροοικονομική πολιτική, που έχει οδηγήσει τόσες χώρες στην παγίδα χρέους και στη συνέχιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Ο Ραγκουράμ Ραγιάν και ο Βόλφγκανγκ Στρικ έχουν αναδείξει το αδιέξοδο των πολιτικών προτεραιοτήτων των ελίτ που δεν αναγνωρίζουν κανένα κοινωνικό συμβόλαιο, για παράδειγμα προς τους συνταξιούχους και τους νέους, λες και τα μόνα συμβόλαια που πρέπει να τηρηθούν ως ιερή υποχρέωση είναι τα συμβόλαια προς τους πιστωτές και τις χρηματαγορές.

Είναι σημαντικό ότι όλο και πιο πολλές «κεντρώες» φωνές αμφισβητούν ότι ο καπιταλισμός μπορεί να νομιμοποιηθεί σε αυτή τη βάση. Και αυτή η αμφισβήτηση, τον τελευταίο καιρό, έχει αναπτύξει και μια εσωτερική δυναμική. Μπορεί ορισμένοι οικονομολόγοι, όπως ο Κρούγκμαν και ο Στίγκλιτς να ξεκίνησαν με μια τεχνοκρατική κριτική, ως κεϋνσιανοί, όσον αφορά την ασκούμενη οικονομική πολιτική, αλλά όλο και περισσότερο ασκούν πολιτική κριτική στις ελίτ. Φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι μια αλλαγή θα βασιστεί σε κοινωνικές διεργασίες που θα αμφισβητήσουν την ισχύ αυτών των ελίτ.

Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι αυτές οι ανησυχίες έχουν και θεσμικό αντίκτυπο. Έτσι, δεν είναι πια περιθωριακές οι προτάσεις για μια διαφορετική οικονομική και χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική για την ευρωζώνη. Δεν είναι μόνο η Αριστερά που μιλάει για μια Ευρώπη η οποία  θα βασίζεται σε ένα μεγαλύτερο κεντρικό προϋπολογισμό, στις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, στην κοινοτικοποίηση του χρέους,  μια πιο συντονισμένη και επεκτατική μακροοικονομική πολιτική, μια πολύ διαφορετική κεντρική τράπεζα κλπ. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους τομείς όπου χρειάζεται περισσότερη υπερεθνική ρύθμιση: τις χρηματαγορές, την πάταξη της φοροδιαφυγής (off-shore, φορολογικοί παράδεισοι κλπ.), την προστασία του περιβάλλοντος.

Η Αριστερά έχει μεγάλη συμβολή σε αυτή τη συζήτηση. Υπάρχουν, βεβαίως, αποχρώσεις και διαφωνίες, τόσο για τις λεπτομέρειες των θεσμικών προτάσεων όσο και για το πόσο ρεαλιστικό είναι να πιστεύει κανείς στη δυνατότητα ενός διαφορετικού συσχετισμού που θα επιβάλει μια νέα αρχιτεκτονική. Αλλά οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων αριστερών δυνάμεων για μια άλλη αρχιτεκτονική δεν βρίσκονται στον αέρα. Έτσι, ξέρουμε ποιο θεσμικό πλαίσιο χρειαζόμαστε προκειμένου να στηριχθούν οι προτάσεις μας, στο εθνικό επίπεδο, για μια διαφορετική πολιτική με στόχο να αντιμετωπίσουμε την ύφεση, την ανεργία και την ανθρωπιστική κρίση.


Τι γίνεται όμως σε σχέση με τον άλλο πυλώνα της πολιτικής μας, την παραγωγική ανασυγκρότηση; Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μιλάει για μια ουδέτερη ανάπτυξη. Μιλάει για μια διαφορετική ανάπτυξη, που θα αμφισβητήσει τα παραγωγικά και τα καταναλωτικά πρότυπα της εποχής του νεοφιλελευθερισμού. Επιπλέον, μιλάει για μια πλουραλιστική γκάμα θεσμικών και παραγωγικών λύσεων — από τράπεζες ειδικού σκοπού μέχρι δίκτυα παραγωγής και από συνεταιριστικά και αυτοδιαχειριζόμενα πειράματα μέχρι την κοινωνική οικονομία. Είναι αυτά συμβατά με τους κανόνες και τις ρυθμίσεις της Ε.Ε.; Ουσιαστικά, μιλάμε για την επανίδρυση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ποιο θεσμικό πλαίσιο, σε αντιστοιχία με αυτό που αναφέραμε παραπάνω σε σχέση με τη μακροοικονομία, μπορούμε να επεξεργαστούμε και να προτείνουμε; Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Δεν έχουμε ασχοληθεί πολύ με το θέμα, με αποτέλεσμα να έχουμε λιγότερες ιδέες και θεσμικές προτάσεις. Συγχρόνως σε αυτό τον τομέα είναι πιο δύσκολο να δημιουργήσουμε γέφυρες με άλλα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα εκτός Αριστεράς.[i] Καταθέτω λοιπόν, στη συνέχεια, κάποιες πρώτες σκέψεις.

Όπως και στους άλλους τομείς, πρέπει να αρχίσουμε με τις αποτυχίες του νεοφιλελευθερισμού. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η φιλελευθεροποίηση των χρηματαγορών δεν οδήγησε μόνο σε φούσκες και κρίση: διέψευσε την προσδοκία ότι οι χρηματοδοτικοί πόροι θα κατευθύνονταν εκεί που θα ήταν πιο χρήσιμοι. Από την άλλη, η φιλελευθεροποίηση στο εμπόριο ενέτεινε σημαντικά  την ισχύ του κεφαλαίου, αποδυνάμωσε τον κόσμο της εργασίας και, βεβαίως, περιθωριοποίησε πολλές περιφέρειες και χώρες. Και οι δύο τάσεις οδήγησαν σε μια απονομιμοποίηση της όλης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης. Η πορεία εμβάθυνσης της δημοκρατίας και των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ανατράπηκε και για χρόνια άνθησε το κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Σε πολλά τμήματα αυτού του κινήματος υπήρχε η ανησυχία να μην χαθούν τα καλά της παγκοσμιοποίησης με τα μπουγαδόνερα των ανισοτήτων και της έλλειψης δημοκρατίας.

Τι θα θέλαμε από ένα διαφορετικό πλαίσιο, είτε παγκοσμίως είτε για την Ε.Ε.;

1. Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι, όσον αφορά την παραγωγή, δεν μας ενδιαφέρει μόνο η τελική τιμή του προϊόντος. Η παραγωγή υποστηρίζει τις κοινότητές μας, τις θέσεις εργασίας και την τοπική, συχνά άρρητη, γνώση. Η τιμή και οι εξαγωγές πάντα θα έχουν τη σημασία τους. Αλλά ο ιδιωτικός τομέας δεν βάζει καθόλου τους άλλους παράγοντες στην εξίσωση. Επιπλέον, ο καπιταλισμός, λόγω οικονομιών κλίμακας και άλλων συνεργιών, έχει μια εγγενή τάση προς τις περιφερειακές ανισότητες. Οι χαμένοι της υπόθεσης δεν μπορούν να βασιστούν μόνο στις εκ των υστέρων αποζημιώσεις μέσω δημοσιονομικών μεταβιβάσεων. Χρειάζονται περιφερειακές πολιτικές ανάπτυξης, που να αντισταθμίζουν εκ των προτέρων τα πλεονεκτήματα των πιο επιτυχημένων περιοχών.

2. Μια δεύτερη διαπίστωση είναι ότι η εποχή του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε σε ένα σοβαρότατο έλλειμμα στη «βιοποικιλότητα» των παραγωγικών λύσεων. Η εμπορευματοποίηση των δημοσίων αγαθών κοινής ωφέλειας μπορεί να αποτελεί το ακραίο παράδειγμα, με καταστροφικές επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων σε πολλές περιοχές, αλλά το ίδιο ισχύει και στον σκληρό πυρήνα της παραγωγικής διαδικασίας, όπου κυριαρχεί η μονοκαλλιέργεια του κέρδους και της επιχειρηματικότητας. Χρειαζόμαστε προστασία για παραγωγικά και κοινωνικά πειράματα (συνεταιρισμοί, αυτοδιαχειριζόμενες μονάδες, κοινωνική οικονομία κλπ.), που δεν μπορούν να ανθίσουν σε έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, αλλά μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των πολιτών, με ένα διαφορετικό πλαίσιο.

3. Η τελευταία διαπίστωση έχει να κάνει με τη δημοκρατία. Οι πολίτες θέλουν να έχουν λόγο στις διαδικασίες που επηρεάζουν τη ζωή τους. Αντιθέτως, η έλλειψη δημοκρατίας, η αίσθηση της απώλειας ελέγχου και σταθερότητας, τροφοδοτούν τόσο τον εθνικισμό όσο και τον κακώς εννοούμενο προστατευτισμό. Γιατί ο προστατευτισμός, πολλές φορές, ευνοεί κάποιους παραγωγούς σε βάρος άλλων τμημάτων της κοινωνίας. Μόνο η δημόσια διαβούλευση, η δημοκρατία δηλαδή, μπορεί να εγγυηθεί ότι η όποια προστασία των κοινωνικών πειραμάτων γίνεται με βάση την κοινωνική δικαιοσύνη.

Στο επίπεδο της Ε.Ε. χρειαζόμαστε μορφές προστασίας που ευνοούν τοπικά και περιφερειακά σχέδια ανάπτυξης και κοινωνικού πειραματισμού. Μια ιδέα είναι η γενίκευση των ρητρών εξαίρεσης. Αυτές ήδη υπάρχουν, για παράδειγμα σε σχέση με τους περιορισμούς στις δημόσιες προμήθειες: γενικά απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν οι κρατικές προμήθειες ως εργαλείο υποστήριξης τοπικών παραγωγών, αλλά μια περιφέρεια μπορεί να επικαλεστεί την ανάγκη να βελτιώσει το ανθρώπινο κεφάλαιο εντός της περιφέρειας ή ακόμα για να αντιμετωπίσει ένα ιδιαίτερο υψηλό επίπεδο ανεργίας. Άλλες περιφέρειες κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, άλλες όχι. Δεν  βλέπω όμως  τον λόγο να μην προτείνει η Αριστερά μια γενίκευση αυτής της αρχής. Έπειτα από δημοκρατική διαβούλευση (για να εκπροσωπηθούν τα διάφορα συμφέροντα), οι χώρες θα μπορούσαν να ζητήσουν και άλλες εξαιρέσεις, για παράδειγμα σε σχέση με τις κρατικές ενισχύσεις, για να υποστηρίξουν κοινωνικά πειράματα που έχουν σκοπό την παραγωγική ανασυγκρότηση μιας περιοχής ή την αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Δεν υποτιμώ τα προγράμματα ανάπτυξης στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Αλλά η μονομέρεια αυτής της στρατηγικής έχει αποτύχει, και όχι μόνο λόγω έλλειψης κονδυλίων. Χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω. Αυτό το παραπάνω δεν αποτελεί επιστροφή στον προστατευτισμό· ίσα ίσα, μια παγκοσμιοποίηση και ενοποίηση, που δεν προστατεύει τη δημοκρατία και δεν αντιμετωπίζει τις ανάγκες των πολλών τροφοδοτεί και τον εθνικισμό και τον προστατευτισμό. Τα παραδείγματα σε όλη την Ε.Ε. πολλαπλασιάζονται τον τελευταίο καιρό ανησυχητικά. Ξεκινάμε από μια αρχή: θέλουμε εξαγωγές και άλλους υπερεθνικούς δεσμούς για να υποστηριχθούν οι ανάγκες του κόσμου της εργασίας και οι κοινότητες στις οποίες ζουν. Αν πιστεύει κανείς ότι θέλουμε κοινότητες, περιοχές και ολόκληρες χώρες να εξυπηρετούν τις εξαγωγές, τότε βλέπει τον κόσμο ανάποδα.

[i] Εξαίρεση, εδώ, αποτελεί ο Ντάνι Ρόντρικ. Οι σκέψεις αυτού του άρθρου είναι επηρεασμένες, σε μεγάλο βαθμό, από το βιβλίο του Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης (εκδ. Κριτική).

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους;



Αντιγράφω από το Χωρίς Επιστροφή*:



Μια θεωρητική ερμηνεία που επέστρεψε μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970 ήταν και αυτή που συνδέεται με τις παρατηρήσεις του Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου σχετικά με τον περίφημο «νόμο» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Το επιχείρημα μπορεί να αναπτυχθεί απλά με όρους στοιχειώδους άλγεβρας (για μια ενδιαφέρουσα αναλυτική περιγραφή βλ. Μηλιός, κ.ά, 2005: 217-235). Ως γνωστόν, για το Μαρξ το ποσοστό του κέρδους μπορεί να οριστεί ως το πηλίκο της συνολικά παραγόμενης υπεραξίας (υ) προς το συνολικό κεφάλαιο της οικονομίας (Κ). Το τελευταίο διακρίνεται σε σταθερό (σ), που αντιστοιχεί στα μέσα παραγωγής που τίθενται στη διάθεση των εργατών προκειμένου να παραχθεί το προϊόν και μεταβλητό (μ), το οποίο διατίθεται για την πληρωμή των εργατών. Το ποσοστό του κέρδους λοιπόν δίνεται ως r = υ/σ+μ. Αν συνεχίσουμε διαιρώντας αριθμητή και παρονομαστή στο δεύτερο σκέλος της εξίσωσης με το μεταβλητό κεφάλαιο μ παίρνουμε τελικά πως

r = s/g+1,

όπου το s συμβολίζει το ποσοστό εκμετάλλευσης, το λόγο, δηλαδή, της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο (s = υ/μ), ενώ το g την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή το λόγο του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο (g = σ/μ). Εύλογο είναι πως η οργανική σύνθεση εκφράζει τη σχέση μεταξύ «νεκρής» και ζωντανής εργασίας.

Για το Μαρξ, ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, η οποία συνδέεται με μια μεγαλύτερη αναλογικά χρήση των μέσων παραγωγής σε σχέση με τη χρήση της εργατικής δύναμης. Με άλλα λόγια, η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι συνέπεια της αύξησης της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου – η τελευταία υποδηλώνει την ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά μονάδα ζωντανής εργασίας σε φυσικούς όρους, δηλαδή πόσο πολλά μέσα παραγωγής χρησιμοποιεί ο εργάτης. Η εξέλιξη του καπιταλισμού συνδέεται με τη διαρκή εκμηχάνιση της παραγωγής και αυτή οδηγεί σε αύξηση του μέρους σ του κεφαλαίου που διατίθεται για την αγορά των μέσων παραγωγής σε σχέση με το μέρος μ, που πληρώνει την εργατική δύναμη. Η υπεραξία, όμως, παράγεται αποκλειστικά από τη ζωντανή εργασία και, συνεπώς, η απομείωση της αναλογίας της σημαίνει και προβλήματα στην παραγωγή της υπεραξίας.
   
Διαφορετικά ειπωμένο, αν αυξάνει η οργανική σύνθεση g, τότε αυτό ενεργεί πτωτικά στο ποσοστό κέρδους r, όπως εύκολα φαίνεται από τον τύπο του ποσοστού κέρδους. Πράγματι, η αύξηση του παρονομαστή, αν θεωρήσουμε πως ο αριθμητής δεν μεταβάλλεται, σημαίνει μείωση της τιμής του κλάσματος. Δεδομένου ότι η καπιταλιστική συσσώρευση τίθεται σε κίνηση με αποκλειστική επιδίωξη την κερδοφορία είναι προφανές πως αυτή η πτώση του ποσοστού κέρδους -η οφειλόμενη στη συνεχή εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών στην παραγωγή που αυξάνουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου- μπορεί να αποτελέσει αιτία των οικονομικών κρίσεων.
   
Φυσικά, η λειτουργία του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους έχει μια σειρά από προϋποθέσεις τις οποίες ο Μαρξ διεξέρχεται με αναλυτικό τρόπο στο Κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το ποσοστό εκμετάλλευσης θεωρείται σταθερό, όπως επίσης θεωρείται πως η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται γρηγορότερα από την παραγωγικότητα της εργασίας (σε διαφορετική περίπτωση εύκολα αποδεικνύεται πως η οργανική σύνθεση δεν αυξάνεται). Επιπλέον, ο Μαρξ εξετάζει μια σειρά από αντεπιδρώσες στο «νόμο» αιτίες, όπως η αύξηση της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας, η εντατικοποίηση της λειτουργίας του συστήματος των μηχανών, η μείωση της τιμής των πρώτων υλών, η μείωση της αξίας των μηχανών, η αύξηση των δεξιοτήτων του «συλλογικού εργάτη» κ.ά. Για τους υποστηρικτές του «νόμου» ως του βασικού μηχανισμού που βρίσκεται πίσω από τις καπιταλιστικές κρίσεις, ωστόσο, η αύξηση της οργανικής σύνθεσης είναι η πιο ισχυρή τάση, η οποία προσιδιάζει περισσότερο στην καπιταλιστική συσσώρευση και επηρεάζει καθοριστικά την πορεία της.
   
Η προσπάθεια ερμηνείας της κρίσης του 1970 στη βάση του «νόμου» στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο έργο του Χένρικ Γκρόσμαν (Henryk Grossmann) και του Πάουλ Μάτικ (Paul Mattick). Ο βασικός μηχανισμός, λοιπόν, της κρίσης δεν είναι άλλος από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, που οφείλεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Καθώς το ποσοστό κέρδους πέφτει, η αύξηση της συνολικής ποσότητας του κέρδους επιβραδύνεται μέχρις ότου φθάσει σε ένα τέλος. Όταν, πλέον, η πρόσθετη επένδυση δεν συνεισφέρει καμιά αύξηση στο κέρδος έχουμε παύση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και ξέσπασμα της κρίσης. Δεδομένης της πτώσης του ποσοστού κέρδους, που οφείλεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης, η αυξανόμενη ανεργία, ο πληθωρισμός και οι αυξανόμενες κρατικές δαπάνες -στα χρόνια μετά το 1973- είναι φαινόμενα που πρέπει να ταξινομηθούν στις συνέπειες και όχι στα αίτια της κρίσης.
   
Με βάση την ανάλυση του Ντέιβιντ Γιάφε (David Yaffe) (1976), καθώς το ποσοστό του κέρδους πέφτει η συσσώρευση υποχωρεί. Οι καπιταλιστές αυξάνουν τις τιμές στην προσπάθεια τους να συγκρατήσουν την πτωτική κερδοφορία και έτσι δίνουν ώθηση στον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή το κράτος υποχρεώνεται να παρέμβει έτσι, ώστε να διατηρήσει την απασχόληση σε πολιτικά αποδεκτά επίπεδα και, επιπλέον, να διασώσει πληττόμενες από την κρίση επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο, οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται γρήγορα και επιδεινώνουν τον πληθωρισμό, ενώ η μερική έστω προστασία της απασχόλησης δεν επιτρέπει την πτώση των μισθών σε επίπεδα τέτοια που θα ευνοούσαν την ανάκαμψη της κερδοφορίας. Οι συνολικές αντιφάσεις παροξύνονται και, έτσι, γίνεται όλο και δυσκολότερη η εύρεση αποτελεσματικών πολιτικών. Η κατάσταση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας στη δεκαετία του 1970, μαζί και ο στασιμοπληθωρισμός, μπορούν να βρουν την ερμηνεία τους σε αυτό το πλαίσιο (Shaikh, 1978).
   
Η μόνη πραγματική διέξοδος από την κρίση, συνεπώς, δεν μπορεί παρά να είναι, από τη μια πλευρά, η εξάλειψη των πιο αδύνατων και λιγότερο αποτελεσματικών κεφαλαίων και, από την άλλη, η αποδυνάμωση της θέσης των εργατών κυρίως λόγω της αύξησης της ανεργίας. Η καταστροφή του κεφαλαίου συντελεί στη μείωση της οργανικής σύνθεσης g του συνολικού κεφαλαίου, ενώ η πτώση των πραγματικών μισθών σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας ωθεί προς τα πάνω το ποσοστό εκμετάλλευσης s. Όλα αυτά οδηγούν σε μια τόνωση της κερδοφορίας που επιτρέπει την επανέναρξη της συσσώρευσης. Με τα λόγια του Ντέιβιντ Γιάφε (1973: 203), «... η καπιταλιστική κρίση μπορεί να ιδωθεί ως η σημαντικότερη αντεπιδρώσα αιτία στη μακροχρόνια πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους».
   
Απέναντι στην ερμηνεία αυτή είχαν διατυπωθεί στην εξεταζόμενη περίοδο πολλών ειδών ενστάσεις, οι οποίες είναι αδύνατον να σχολιαστούν επαρκώς στο πλαίσιο της δικής μας παρουσίασης. Νομίζουμε, όμως, πως σε ό,τι αφορά την πολιτική σημασία της αποδοχής της οι επικριτές της δικαιώνονται από την πολύ συχνά ακραία ντετερμινιστική πρόσληψη που της έγινε από τους υποστηρικτές της. Μια πρόσληψη, η οποία έθετε όλους τους υπόλοιπους παράγοντες εντός παρενθέσεως και, κυρίως, αδυνατούσε να λάβει σοβαρά υπόψη την καταστατική σημασία της μαρξικής διατύπωσης πως η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η ταξική πάλη και, επομένως, να κατανοήσει πως το πολιτικό στοιχείο δεν μπορεί να εξοβελιστεί από την ερμηνεία και των οικονομικών κρίσεων. Επιπρόσθετα, η θεώρηση αυτή, ενώ ορθά επισημαίνει την προτεραιότητα της παραγωγής ως καθοριστικής βαθμίδας σε σχέση με τη διανομή και την κυκλοφορία, εν τέλει τη μετατρέπει σε αποκλειστικό εξηγητικό παράγοντα ωθώντας σε μονοαιτιακές ερμηνείες, που είναι εντελώς αδύνατο να συλλάβουν τη συνθετότητα του συγκεκριμένου.
   
Με άλλα λόγια, οι υποστηρικτές της συχνά υπήρξαν οι χειρότεροι υπονομευτές της σημασίας της. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως πολλές από τις κριτικές που της απευθύνονται κυρίως με εμπειρικά επιχειρήματα είναι όσο βάσιμες εμφανίζονται. Και αυτό, γιατί οι μετρήσεις των μεγεθών που αξιοποιούνται είναι συνήθως τόσο επισφαλείς, που ελάχιστα μπορούν να επιβεβαιώσουν όσο και να απορρίψουν την ερμηνεία αυτή. Ο υπολογισμός, για παράδειγμα, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου με τη χρήση του λόγου κεφαλαίου-προϊόντος, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα εθνικολογιστικά στοιχεία, είναι εξαιρετικά αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Η άποψη, λοιπόν, που, βάσει αυτών, ισχυρίζεται πως η αύξηση της οργανικής σύνθεσης μπορεί να θεωρηθεί η βασική αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων μέχρι το 1920 όχι όμως για τη μετέπειτα περίοδο, οπότε θα πρέπει να αναζητηθούν άλλοι εξηγητικοί μηχανισμοί, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ασθενής ως επιχειρηματολογία. Γιατί, ακόμη κι αν γινόταν αποδεκτή η μεθοδολογία των συγκεκριμένων επικριτών, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου το 1970 ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από ό,τι τον 19ο αιώνα και, συνεπώς, η απόκριση του ποσοστού κέρδους σε μεταβολές του ποσοστού εκμετάλλευσης θα είναι σαφώς δυσκολότερη.
   
Επιπλέον, στη διάρκεια της συζήτησης διατυπώθηκαν και προσεγγίσεις που ενσωμάτωναν την προβληματική του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εξαιτίας της αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης σε περισσότερο σύνθετες αναλύσεις. Χαρακτηριστική είναι η εργασία του Έρνεστ Μάντελ (Ernest Mandel) (1995), ο οποίος, στο πλαίσιο μιας θεωρίας μακρών κυμάτων καπιταλιστικής εξέλιξης, σαν αυτήν που πρωτοδιατυπώθηκε συγκροτημένα από τον Νικολάι Κοντράτιεφ (Nikolai Kondratiev), υποστηρίζει πως είναι ένα σύνολο «εξωτερικών» καθορισμών που, ενισχύοντας τη θέση του κεφαλαίου στην ταξική σύγκρουση, επιτρέπει παραγωγικές αναδιαρθρώσεις αναγκαίες για τη δημιουργία των ανοδικών φάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αφότου, όμως, εγκαθιδρυθεί η ομαλή αυτή πορεία της συσσώρευσης αρχίζει η διαβρωτική επίδραση του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στο μέτρο που λειτουργεί πλέον ανεμπόδιστα η «ειδικά καπιταλιστική» τροχιά αύξησης της οργανικής της οργανικής σύνθεσης λόγω τεχνολογικής καινοτομίας.


Αναφορές

Mandel, E. (1995), Long Waves of Capitalist Development, 2η έκδοση, Verso.

Μηλιός, Γ. κ. ά. (2005), Η Θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό, Αθήνα, Νήσος.

Shaikh, A. (1978), An Introduction to the History of Crisis Theories, στο: U. S. Capitalism in Crisis, URPE. 

Yaffe, D. (1973), “The Marxian Theory of Crisis, Capital an the State”, Economy and Society, τ. 2, αριθμός 2.

Yaffe, D. (1976), “Inflation, the Crisis and the Post War Boom”, Revolutionary Communist, 2.

-----------------------------------------------------------------
* Πλήρη στοιχεία: Χρήστος Λάσκος – Ευκλείδης Τσακαλώτος, Από τον Κέυνς στη Θάτσερ: Χωρίς Επιστροφή. Καπιταλιστικές Κρίσεις, Κοινωνικές Ανάγκες, Σοσιαλισμός, σελίδες 52-56, εκδόσεις ΚΨΜ, 2011. Το απόσπασμα προέρχεται από το πλέον ενδιαφέρον ίσως σημείο του βιβλίου, το παράρτημα του Κεφαλαίου 1, με τίτλο "Οι Μαρξιστές και η Κρίση της δεκαετίας του 1970" (σελίδες 47-63). Για την ίδια προβληματική, παραπέμπω -ειδικά αναφορικά με τον Γκρόσσμαν- σε αυτήν την κριτική, την οποία είχαμε άλλωστε αναδημοσιεύσει, καθώς και στο κείμενο του Σταμάτη από το επαναστατικό ιστολόγιο Die Bestimmung des Menschen.



Σημείωση: Αναφερόμενοι σε αυτή την εργασία, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι Gérard Duménil και Dominique Lévy "αξιοποιώντας πέντε εναλλακτικές μετρήσεις του ποσοστού κέρδους -αυτή που αποδίδουν στο Μαρξ και ορίζεται ως ο λόγος των κερδών με την ευρεία έννοια (συνολικό εισόδημα μείον αμοιβή της εργασίας) προς το απόθεμα του κεφαλαίου και, επιπλέον με τη σειρά, αυτές που προκύπτουν με αφαίρεση από την πρώτη των φόρων επί της παραγωγής, των συνολικών φόρων, αυτή του λόγου του συνολικού κέρδους προς τα ίδια κεφάλαια με αφαίρεση των τόκων και, τέλος, αυτή που προκύπτει από την προηγούμενη μέτρηση αφαιρουμένων και των μερισμάτων- αποδεικνύουν τη σαφή και πολύ ισχυρή τάση για μείωση του ποσοστού κέρδους μετά από την κορύφωση του το έτος 1965" (σελίδα 65, "Για Περαιτέρω Ανάγνωση").

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Ευκλείδης Τσακαλώτος - Οι Νέοι Οθωμανοί της ευρωζώνης





Επαναλαμβάνω ότι η έκτακτη εισφορά πάνω στις καταθέσεις αποτελεί ένα εφάπαξ μέτρο

Jeroen Dijsselbloem, πρόεδρος Εurogroup (18/3/2013)



 
Η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μακρόχρονη ήταν και αποτέλεσμα πολλών αιτιών. Παρά την άποψη που κυριαρχεί στην Ελλάδα, και βεβαίως με περιόδους έξαρσης, ο αυταρχισμός, συγκριτικά με τη μεσαιωνική Ευρώπη τουλάχιστον, δεν αποτέλεσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτή της Αυτοκρατορίας. Μπροστά στην Ισπανία της Ισαβέλλας και του Φερδινάνδου, μάλλον μιλάμε για υπόδειγμα ανεκτικότητας και κοινωνικής ευαισθησίας. Αλλά κυρίαρχο στοιχείο στη μεγαλύτερη διάρκεια της ιστορίας της ήταν η αυθαιρεσία. Η έλλειψη ενός σταθερού συστήματος διοίκησης, και προπαντός, ενός σταθερού συστήματος φορολογίας. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ο τρόπος είσπραξης των φόρων στα εδάφη της Αυτοκρατορίας ήταν πολλές φορές αυθαίρετος.

Κανένα αδύνατο σημείο του οποιοδήποτε συστήματος δεν αποβαίνει αναγκαστικά και μοιραίο. Πάντα παίζουν ρόλο και οι μηχανισμοί ανάδρασης πληροφοριών, η ετοιμότητα να ενσωματωθούν αιτήματα από τα κάτω, και βεβαίως η ικανότητα να προωθούνται μεταρρυθμίσεις. Εν προκειμένω, μέχρι το τέλος σχεδόν, οι Οθωμανοί απέφυγαν συνολικές λύσεις για συνολικά προβλήματα. Αντιθέτως, είχαν την τάση να αντιμετωπίζουν την διαχείριση κρίσεων αποσπασματικά, και σε κάθε επαρχία ξεχωριστά. Όταν αποφάσισαν υπέρ πιο συνολικών λύσεων, ήταν πλέον αργά.

Οι ομοιότητες με τη σημερινή «διακυβέρνηση» της ευρωζώνης είναι εμφανείς. Από την πρώτη στιγμή οι ηγέτες της δεν διάβασαν καλά την κρίση. Έκριναν ότι η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Ότι καμία άλλη «επαρχία» δεν θα χρειαστεί διάσωση. Συνέχισαν στον ίδιο σκοπό και μετά τα προγράμματα της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας. Όταν το προηγούμενο καλοκαίρι διαφάνηκαν πιο συνολικές λύσεις, για μια ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση για παράδειγμα, υπονομεύτηκαν από την Γερμανία σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Γιατί η Γερμανία πήγε πίσω από τη θέση ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν θα βάραινε το χρέος των κρατών-μελών.

Με την απόφαση του Εurogroup για την Κύπρο, αυτή η υπονόμευση ολοκληρώνεται. Αντί για μια ευρωπαϊκή εγγύηση για τις καταθέσεις, τώρα ξέρουμε ότι δεν θα υπάρχει εγγύηση ούτε στο εθνικό ούτε στο υπερεθνικό επίπεδο. Η υπόσχεση του Jeroen Dijsselbloem είναι εντελώς αναξιόπιστη. Δεν πείθει κανέναν. Και το γεγονός ακόμα ότι την εκφώνησε, δείχνει το διαζύγιο με την πραγματικότητα που έχουν πάρει οι ηγέτες της Ευρώπης.

Αλλά οι ομοιότητες δεν εξαντλούνται εδώ. Το αποτέλεσμα της αυθαιρεσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης και αίσθησης ασφάλειας που επικρατούσε. Σε αυτές τις συνθήκες τα άτομα δεν έπαιρναν ρίσκο, δεν οικοδομούσαν μακροπρόθεσμες σχέσεις εμπιστοσύνης, και απέφευγαν όσο μπορούσαν να πληρώσουν φόρους. Και επρόκειτο για μια ορθολογική αντιμετώπιση, όσο το περιβάλλον ήταν ρευστό και οι απαιτήσεις των αρχών μπορούσαν να αλλάξουν ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση. Ακόμα και οι σχέσεις που μπορούσε να είχε κανείς για να «ξεπεραστούν» κάποια εμπόδια, ήταν προσωρινές - το «βύσμα» σήμερα το είχες, αύριο το έχανες.

Η τελευταία απόφαση του Εurogroup λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Από τη μια μεριά, θα υποσκάψει τις προσπάθειες για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της ρευστότητας. Γιατί να βάλει κανείς τα χρήματά του στην τράπεζα; Γιατί όχι κάτω από το στρώμα; Η σε λιγότερες παραγωγικές επενδύσεις, σε ακίνητα ή σε χρυσό; Οι καταθέσεις μετατρέπονται έν δυνάμει σε επενδύσεις. Ο χρυσός όχι. Έτσι βλέπουμε πως η απόφαση χτυπά στην καρδιά της διαμεσολάβησης του τραπεζικού συστήματος (από τους καταθέτες στους επενδυτές). Και όλα αυτά, με την ευλογία της ΕΚΤ!

Και να ήταν μόνο θέμα ρευστότητας… Αν οι πολίτες αποφασίσουν να κρατάνε στο εξής τον όποιο πλούτο τους σε χρυσό, σε κοσμήματα κ.ο.κ., αυτά δεν μετριούνται από τις κυβερνήσεις και άρα θίγεται η δυνατότητα των κυβερνήσεων να μαζέψουν φόρους. Η αβεβαιότητα δημιουργεί αμυντικές στάσεις - κρατάς αυτά που έχεις γιατί δεν ξέρεις πώς θα ξημερώσει αύριο. Ό,τι χειρότερο στην παρούσα συγκυρία, δηλαδή.

Τέλος η Ευρωζώνη συνεχίζει να μη δίνει συνολικές λύσεις, να αντιμετωπίζει κάθε χώρα ξεχωριστά. Φαίνεται πια ότι μόνο οι λαοί του Νότου, σε μια πρώτη φάση τουλάχιστον, μπορούν να επιβάλουν μια συνολική λύση. Οι Οθωμανοί, βλέπετε, έχουν το άλλοθι ότι δρούσαν στην εποχή πριν εγκατασταθεί η δημοκρατία με τη σύγχρονη της μορφή της. Εμείς όχι.

----------------------------------------------------------
Σχόλιο από: Άκης Γαβριηλίδης

Δεν είναι αυτονόητο ότι οι συνολικές λύσεις είναι πάντοτε οι καλύτερες και οι ευνοϊκότερες για τους από κάτω.
Το κείμενο αναφέρεται σε αυτούς και τις επιθυμίες τους μόνο φευγαλέα, μόνο στο βαθμό που το οθωμανικό σύστημα κατάφερνε να ενσωματώνει αιτήματά τους.
Ίσως όμως θα ήταν πιο ενδιαφέρον να στρέφαμε το βλέμμα στο ποια ήταν αυτά τα αιτήματα και πώς επιδίωκαν να τα θέσουν και να τα υλοποιήσουν αυτοί οι από κάτω.
Για παράδειγμα:
http://wp.me/p1eY1R-hw
Ίσως τότε βλέπαμε ότι τα αιτήματα αυτά δεν περιλάμβαναν καμία συνολική λύση.

Πηγή Red NoteBook