Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

A Christmas Carol (1984)



του Keunermann


Η νουβέλα «Μία Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Charles Dickens δημοσιεύθηκε λίγο πριν τις γιορτές του 1843, και έκτοτε αποτέλεσε αντικείμενο αμέτρητων μεταφορών στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, την όπερα και όπου αλλού μπορεί να φανταστεί κανείς.

Ακόμη και η Ντίσνεϋ έβγαλε το 1983 μια ταινία κινουμένων σχεδίων, όπου τους ρόλους καταλαμβάνουν οι αγαπημένοι μας χαρακτήρες - μεταξύ άλλων οι Γκούφυ, Μίκυ και -σωστά μαντέψατε- ο Σκρουτζ στον ρόλο του... Σκρουτζ. Παρεκκλίνοντας από το συνηθισμένο μας πρόγραμμα, λοιπόν, όντας υπό την επήρεια του πνεύματος των ημερών, παρουσιάζουμε σήμερα μια από τις πλέον αγαπητές μεταφορές της ιστορίας, αυτήν του 1984 με πρωταγωνιστή τον George C. Scott (“Dr. Strangelove”), εγγλέζικης παραγωγής, σε σκηνοθεσία του Clive Donner (οι δυο τους συμμετείχαν και σε μια μεταφορά του “Oliver Twist”, δύο χρόνια πριν), η οποία προοριζόταν για την τηλεόραση. Οι άλλες δυο χριστουγεννιάτικες επιλογές μας ήταν η ταινία “The Gathering” του 1977, που είναι όμως δυσκολότερο να βρεθεί, επίσης για την τηλεόραση, και βέβαια το “Love actually” του 2003, που είναι αρκετά πρόσφατη και γνωστή, και επίσης πολύ ρομαντική. Εν τέλει καταλήξαμε στη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», απευθυνόμενοι στους μικρούς και μεγάλους φίλους της στήλης. Πλεονέκτημα της συγκεκριμένης πρότασης συνιστά η έξοχη ερμηνεία του πρωταγωνιστή, για την οποία άλλωστε ήταν υποψήφιος για Emmy, καθώς και το ότι αποτελεί πιστή -στο πνεύμα και το γράμμα- μεταφορά του βιβλίου.

Ποιον μπορεί αλήθεια να ενδιαφέρει η ιστορία ενός αδίστακτου εργοδότη, που απεχθάνεται τη συντροφιά των ανθρώπων, ενός πικρόχολου, σπαγκοραμμένου γερο-τσιφούτη, ο οποίος μεταβάλλεται σε κάποιον που νοιάζεται για τους άλλους; «Αν περνούσε το δικό μου», μας λέει στην αρχή της ταινίας ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, «κάθε ηλίθιος που λέει “καλά Χριστούγεννα!” θα έπρεπε να βράζει στην ίδια του την πουτίγκα και να θαφτεί μ' ένα παλούκι από πουρνάρι στην καρδιά του»! «Σαχλαμάρες!» είναι η αγαπημένη του, περιφρονητική έκφραση προς ό,τι αντιβαίνει στον στυγνό υπολογισμό των κερδών. Το παράδοξο είναι, πως αυτή η στέρηση δυνατοτήτων πλήττει πρωτίστως τον ίδιο, αφού δεν επιτρέπει ούτε στον εαυτό του να ζήσει άνετα. Αποκομμένος από ένα ολόκληρο φάσμα κοινωνικών εμπειριών, δίχως φίλους και με συγγενείς που δεν αγαπάει, ο Σκρουτζ ζει ασκητικά, προκειμένου να περιορίζει τα έξοδα του στα ελάχιστα δυνατά, συσσωρεύοντας πλούτο χωρίς αντίκρισμα. Παρακολουθούμε σταδιακά την πορεία αυτού του ανθρώπου προς την εξιλέωση, καθώς -κυριολεκτικά εν μία νυκτί- μεταλλάσσεται σταδιακά σε κάποιον που τρέφει αισθήματα συμπόνιας, ευθύνης κι ενεργού αλληλεγγύης απέναντι στους απόκληρους και καταφρονεμένους. Όλα αυτά έπειτα από την επίσκεψη τεσσάρων φαντασμάτων: αυτό του πρώην συνεταίρου του, Τζέικομπ Μάρλεϋ, και εκείνα των τριών Χριστουγέννων, του παρελθόντος, του παρόντος και, ασφαλώς, του μέλλοντος.


Πέρα από το ηθικό μήνυμα και την αίσθηση λύτρωσης κι ευτυχούς λύσης του δράματος, ζοφερές εικόνες μένουν, ως παρακαταθήκη της θεμελιώδους αμφισημίας της ανθρώπινης συνθήκης, της οποίας εκφραστής είναι εδώ ο Σκρουτζ. Η σκηνή όπου αποκαλύπτονται τα πρόσωπα δυο σκελετωμένων παιδιών, για παράδειγμα, και το παροντικό φάντασμα του λέει: «Είναι τα τέκνα σου. Είναι τα παιδιά όλων όσων περπατούν αόρατοι στη γη. Τα ονόματά τους είναι Άγνοια και Στέρηση. Να τα φοβάσαι. Επειδή πάνω στο μέτωπό τους είναι γραμμένη η λέξη “όλεθρος”. Δηλώνουν την καταστροφή τη δική σου και όλων όσων αγνοούν την ύπαρξή τους.» Ο πρωταγωνιστής έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν του και το μέλλον που θα μπορούσε να έχει, με το ενεργώς και το δυνητικά εκτυλισσόμενο νήμα της ύπαρξης του ιδίου και των υπολοίπων που επηρεάζει, με τη θλίψη και την απουσία προορισμού, την νοσταλγία για την απολεσθείσα νιότη και τη βαρβαρότητα μιας εποχής μακρινής, σε σχέση με τη δική μας. Και πόθεν έρχεται το καθαρτικό συμβάν; Από το μέλλον, όπως φαίνεται και από την εξέλιξη της ιστορίας. Είναι, λοιπόν, η θέα της άδειας καρέκλας του μικρούλη Τιμ, γιου του φτωχού υπαλλήλου του, η σκέψη ακριβώς ενός παιδιού που το εναποθέτουν στο χώμα -μην κλαις, μανούλα, κάποια μέρα θα βγω από ‘κει-, η οποία πυροδοτεί με τη σειρά της μια αλληλουχία ρήξεων, μετασχηματιστική των υφισταμένων δράσεων και νοοτροπιών του ενεργούντος υποκειμένου. Στο τέλος της νύχτας, ο Σκρουτζ δεν είναι πια ο ίδιος. Εφεξής, ενσαρκώνει το πνεύμα των εορτών μέχρι τέλους, τα Χριστούγεννα γίνονται εκ νέου χορός και τραγούδι, και κάθε μέρα είναι Χριστούγεννα και τα παιδάκια είναι το άλας της γης: αυτή είναι η κατάληξη που τον περιμένει.

Ο Ντίκενς δεν είναι κριτικός της πολιτικής οικονομίας, όπως, κατά την περίοδο συγγραφής της ιστορίας, επιχειρούσαν να είναι κάποιοι άλλοι. Δεν διαθέτει την εννοιολογική σκευή, το αναλυτικό πρίσμα ή την μεθοδολογία για να προσεγγίσει τη δυναμική της παραγωγής βιομηχανικής κλίμακας υπό τη σκέπη της γενικευμένης εμπορευματικής κυκλοφορίας. Με την πένα του παρέχει μαρτυρία, σε αυτό και σε άλλα γνωστά έργα του, για τη φτώχεια και την ανισότητα, την εξαφάνιση πλήθους παλαιών επαγγελμάτων και τη συνακόλουθη εξαθλίωση όσων τα ασκούσαν, για την παιδική εργασία και τις κραυγές των καταπιεσμένων, που φτάνουν ως τον ουρανό. Στη χώρα των πολλών μεγάλων, μεσαίων, μα και μικρών «Σκρουτζ» -όπου ο λόγος των κερδών προς τους μισθούς για τις εταιρίες είναι υπερδιπλάσιος σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, και όπου, ήδη πριν το 2008, μια στις δυο υπερωρίες έμεναν απλήρωτες στον ιδιωτικό τομέα-, δεν μπορεί να προσθέσει κανείς πολλά. Θα μπορούσα να σας πω, μαζί με τον μικρούλη Τιμ: «καλά Χριστούγεννα και ο Θεός να σας έχει καλά!».

Αντ' αυτού, θα πω: «σαχλαμάρες».

Πηγή artcore magazine

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget