Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Πιλάτος και Ιησούς



του Giorgio Agamben


Το Σύμβολο της Πίστεως, το «Πιστεύω» στο οποίο συνοψίζεται η χριστιανική πίστη, δεν περιέχει παρά ένα μόνο κύριο όνομα, εκτός από εκείνα της Παρθένου Μαρίας και του Κυρίου Ιησού Χριστού· ένα όνομα απολύτως ξένο, φαινομενικά τουλάχιστον, στα θεολογικά του συμφραζόμενα. Πρόκειται επιπλέον για το όνομα ενός παγανιστή, του Ποντίου Πιλάτου: «σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Το «Πιστεύω» όπως διαμορφώθηκε το 325 από τους Πατέρες στη σύνοδο της Νίκαιας αγνοούσε το όνομα αυτό, που προστέθηκε μόλις το 381, από τη σύνοδο της Κωνσταντινούπολης, για να προσδώσει ως φαίνεται ένα χρονολογικό στίγμα στην ιστορικότητα του Πάθους του Χριστού. Όπως έχει παρατηρήσει ήδη ο Καρλ Σμιτ, «το χριστιανικό ‘Πιστεύω’ αναφέρεται σε ιστορικές διαδικασίες. Η παρουσία σε αυτό του Ποντίου Πιλάτου οφείλεται σε λόγους ουσιαστικούς, δεν είναι απλώς κάποιος κακός οιωνός που έπεσε εδώ κατά τύχη».

Τούτο σημαίνει ότι ο χριστιανισμός είναι μια θρησκεία ιστορική, ότι τα «μυστήρια» που επικαλείται είναι επίσης καταρχάς ιστορικά γεγονότα. Στον βαθμό που ισχύει ότι  η ενσάρκωση του Χριστού είναι «ένα ιστορικό γεγονός απόλυτης μοναδικότητας, που δεν μπορούμε να οικειοποιηθούμε ούτε και να αφομοιώσουμε», τότε και η δίκη του Ιησού είναι ένα από εκείνα τα σημεία-κλειδιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπου η αιωνιότητα συναντάται με την ιστορία σε μιαν αποφασιστική στιγμή. Είναι ακόμα πιο επείγον να κατανοηθεί το πώς και το γιατί η συνάντηση αυτή ανάμεσα στη διάσταση του χρόνου κι εκείνη της αιωνιότητας, ανάμεσα στο θεϊκό και στο ανθρώπινο, πήρε τη μορφή ακριβώς μιας κρίσεως, της κρίσης δηλαδή στο πλαίσιο μιας δίκης.

Ο Πιλάτος και ο Ιησούς, ο εκπρόσωπος της εγκόσμιας βασιλείας και ο ουράνιος βασιλεύς βρίσκονται ενώπιος ενωπίω στον ίδιο και μοναδικό τόπο, το πραιτώριο των Ιεροσολύμων, του οποίου οι αρχαιολόγοι πίστευαν ότι είχαν προσδιορίσει την απίθανη θέση. Για να μαρτυρήσει την αλήθεια, ο Ιησούς πρέπει να βεβαιώσει και την ίδια στιγμή να αρνηθεί τη Βασιλεία του, που είναι μακρινή («ουκ εστί εκ του κόσμου τούτου») αλλά και πολύ κοντινή («εντός υμών εστι», Λκ. 17,21). Από τη σκοπιά του δικαίου, η μαρτυρία του δεν μπορεί παρά να ξαστοχήσει και καταλήγει σε παρωδία: ο πορφυρός μανδύας, το ακάνθινο στεφάνι, το καλάμι που παριστάνει το σκήπτρο, οι φωνές, «Κρίνε ημάς»! Εκείνος –που δεν έχει έρθει να κρίνει τον κόσμο, αλλά να τον σώσει– βρίσκεται εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να λογοδοτήσει σε μια δίκη, να υποταχθεί σε μια κρίση, την οποία πάντως το alter ego του, ο Πιλάτος, δεν εκφέρει, δεν μπορεί να εκφέρει. Δικαιοσύνη και σωτηρία δεν μπορούν να συμβιβαστούν, καταλήγουν κάθε φορά να αλληλοαποκλείονται και να αλληλοεγκαλούνται. Η κρίση είναι εξίσου αμείλικτη όσο και ανέφικτη, γιατί σε αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται χαμένα και μη διασώσιμα· η σωτηρία είναι σπλαχνική κι ωστόσο ανεπαρκής, γιατί σ’ αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται ως αδύνατο να τεθούν σε κρίση. Γι’ αυτό και πάνω στον λεγόμενον Λιθόστρωτον, εβραϊστί δε Γαββαθά, δεν έχουν θέση –τουλάχιστον όσον αφορά τον Πιλάτο– μήτε η κρίση μήτε η σωτηρία: και οι δύο καταλήγουν σε ένα κοινό, αναποφάσιστο και μη αποφασιστικό non liquet.

Η μαρτυρία, εδώ και τώρα, για την αλήθεια της Βασιλείας που δεν είναι εντεύθεν, προϋποθέτει την αποδοχή του γεγονότος ότι αυτό που θέλουμε να σώσουμε μας κρίνει· καθώς ο κόσμος, μέσα στην παροδικότητά του, δε θέλει τη σωτηρία αλλά τη δικαιοσύνη: και τη θέλει ακριβώς επειδή δεν ζητά να σωθεί. Ως μη διασώσιμα, τα πλάσματα κρίνουν την αιωνιότητα: αυτό είναι το παράδοξο που στο τέλος, ενώπιον του Πιλάτου, αφαιρεί τον λόγο από τον Ιησού. Εδώ είναι ο σταυρός, εδώ είναι η ιστορία.

Ο αξεδιάλυτος, όπως υπονοείται, χαρακτήρας της συνάντησης ανάμεσα στους δύο κόσμους κι ανάμεσα στον Πιλάτο και τον Ιησού, επιβεβαιώνεται στις δύο ιδέες-κλειδιά της νεωτερικότητας: ότι η ιστορία «δικάζει» κι ότι, αφού αυτή η δίκη δεν καταλήγει σε μια ετυμηγορία, είναι μια κατάσταση διαρκούς κρίσης. Από την άποψη αυτήν, η δίκη του Ιησού είναι μια αλληγορία για την εποχή μας που, όπως κάθε ιστορική εποχή που σέβεται τον εαυτό της, θα έπρεπε να έχει την εσχατολογική μορφή μιας «καινούργιας ημέρας» (novissima dies), όμως η προοδευτική και σιωπηρή απαλοιφή του δόγματος της καθολικής Τελικής Κρίσης –για την οποία η Εκκλησία δεν θέλει πλέον να γίνεται λόγος– της στέρησε την μορφή αυτή. Όπως στην ιατρική, έτσι και στην θεολογική παράδοση, ο όρος «κρίση» είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένος με μια ορισμένη χρονική στιγμή: με τις «κρίσιμες ημέρες» (dies decretorii), όταν ο γιατρός «κρίνει» αν ο ασθενής θα επιβιώσει, και με την τελευταία ημέρα, που συμπίπτει με το τέλος του χρόνου ή εκείνου που θα πρέπει να κριθεί. Γράφει ο Ακινάτης:

«Η κρίση αφορά το τέλος, εκείνο δια του οποίου τα πράγματα φτάνουν στο τέρμα τους (Summa Theol., Suppl., ερ. 88, άρ. 1) [...] Δεν μπορεί να κριθεί κάτι το μεταβλητό πριν από την ολοκλήρωσή του [...] γι’ αυτό είναι αναγκαίο η τελική κρίση να λάβει χώρα την τελευταία ημέρα, γιατί μόνο τότε μπορεί να κριθεί πλήρως και σαφώς αυτό που αφορά σε κάθε άνθρωπο». (Summa Theol., ΙΙΙ, ερ. 59, άρ. 5)

Όπως το τραύμα στην ψυχανάλυση, έτσι και η κρίση, που είχε εκτοπιστεί από την τρομερή της θέση, εμφανίζεται εκ νέου με παθολογική μορφή, σε κάθε πεδίο και ανά πάσα στιγμή. Διαχωρισμένη από την «αποφασιστική ημέρα», μεταμορφώνεται σε μια μόνιμη κατάσταση. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα τής μια για πάντα απόφασης χάνεται, και η αδιάκοπη απόφαση δεν αποφασίζει, αυστηρά μιλώντας, το παραμικρό. Ή ακόμα, όπως συνέβη στον Πιλάτο, μεταστρέφεται αιφνίδια σε καταστροφή. Ο αναποφάσιστος –ο Πιλάτος– δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να λαμβάνει αποφάσεις, ο αποφασισμένος –ο Ιησούς– δεν έχει να λάβει καμιά απόφαση.


Αποσπάσματα από το βιβλίο: Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούς, μετάφραση Δέσποινα Λαμπαδά, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σελ. 80, που μόλις κυκλοφόρησε.


Πηγή Αναγνώσεις της Κυριακάτικης "Αυγής"

Εικόνα: π. Σταμάτης Σκλήρης, Η Ανάσταση.

Αντι-Οιδίπους, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: 7 ερμηνευτικά κλειδιά (Ονειρμάρξ)


Στη σειρά εκδηλώσεων που διοργανώθηκαν από το Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής και τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών (http://bestimmung.blogspot.gr/2015/12/blog-post.html), με θέμα το έργο των Deleuze-Guattari Αντι-Οιδίπους, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, πραγματοποιήθηκαν τρεις συναντήσεις, μία για το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου για τις Επιθυμητικές Μηχανές, μία για τους Άγριους (προκρατικές κοινότητες) και τους Βάρβαρους (πρωτο-κρατικές) και μία για τους Πολιτισμένους (κεφαλαιο-κρατικές κοινωνίες).

Ο συνblogger Γιάννης Δ. ανέβασε τις δύο εισηγήσεις που ο ίδιος έκανε

1. Ψυχανάλυση και Οικογενειοκρατία (1η συνάντηση)

2. Η ''πολιτισμένη"' καπιταλιστική μηχανή (3η συνάντηση)

Η δική μου συμμετοχή στην 1η, τη 2η και την 3η συνάντηση, βασίστηκε σε εισηγήσεις σε μορφή σημειώσεων που λόγω έλλειψης χρόνου δεν κατέγραψα σε τρία διακριτά κείμενα. Σε αυτή την ανάρτηση θα προσπαθήσω πολύ συνοπτικά να προτείνω 7 ερμηνευτικά κλειδιά για μια κατανόηση του βιβλίου. Παραλείπω πολλές προοπτικές και συμπεράσματα, όπως για παράδειγμα τις θέσεις των Deleuze-Guattari για τον άξονα νεύρωση-διαστροφή-ψύχωση σε σχέση με την παγκόσμια ιστορία της επιθυμίας, αλλά και, κατά τα άλλα αναγκαίες, γενεαλογικές συσχετίσεις κυρίως με Freud-Lacan. (Για μια εισαγωγή του ίδιο του Deleuze στη προβληματική του Αντι-Οιδίποδα, βλ. http://bestimmung.blogspot.gr/2015/12/two-regimes-of-madness.html).

Στο πρώτο κεφάλαιο πάνω στις Επιθυμητικές Μηχανές, οι D+G παρουσιάζουν τις ''τρεις συνθέσεις του ασυνειδήτου", τις τρεις στιγμές της επιθυμητικής παραγωγής. Παραγωγή παραγωγής (σύνδεση, και...και), παραγωγή καταγραφής (διάζευξη, ή...ή), και παραγωγή κατανάλωσης (...ώστε λοιπόν). Λακανικά μιλώντας, οι στιγμές αυτές σχετίζονται αντίστοιχα με το Πραγματικό του Σώματος, τον Συμβολικό Νόμο και τον Ευνουχισμό, τέλος με τη Φαντασίωση και το Φαντασιακό - στους Deleuze-Guattari, σε αντίθεση με την κυρίαρχη πλευρά του έργου του Lacan, δεν έχουμε μια φαντασιωτική σταθερά, αλλά μια πραγματική παραγωγή φαντασιώσεων και φαντασιακών ταυτίσεων, δηλαδή υποκειμενοποιήσεων, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο παρανοϊκό κλείσιμο και τη σχιζοφρενοποίηση. Επιπλέον, αυτές οι συνθέσεις σχετίζονται με τις ''συνθέσεις του Χρόνου'' του Deleuze (βλ. κυρίως στο Διαφορά και Επανάληψη), δηλαδή με τη σύνθεση του παρόντος (και την αντιληπτική συνήθεια), τη σύνθεση του παρελθόντος (μνημονική εγγραφή) και τη σύνθεση του μέλλοντος (αιώνια επιστροφή της υποκειμενοποίησης).

Αυτή τη θεωρητική αντίληψη τη χαρακτηρίζουν οι παρακάτω τομές με όλη την προηγούμενη παράδοση φροϋδο-μαρξισμού και λακανισμού:

1. Μετατοπίζοντας το πεδίο ορατότητας από την αναπαράσταση της επιθυμίας στην παραγωγή της επιθυμίας, επιδιώκουν μια ιστορικο-υλιστική αντίληψη της επιθυμίας, μια στροφή ανάλογη με εκείνη των Marx-Engels από το ''εποικοδόμημα'' των ιδεολογικών αναπαραστάσεων στην οικονομική βάση. Η ''επιθυμητική παραγωγή'' ανήκει στην υλική βάση της κοινωνίας, γράφουν. Η ιστορία της επιθυμητικής παραγωγής στη σχέση της με την κοινωνική παραγωγή (παραγωγικές δυνάμεις με την κλασική έννοια), δίνει το ''κλειδί'' κριτικής στις μυθολογικές, θεολογικές, νομικοπολιτικές και ιδεολογικές κοινωνικές αναπαραστάσεις και παραμορφώσεις.

2. Η επιθυμητική παραγωγή αποτελεί την παραγωγή της x-επιθυμίας, της επιθυμίας στη δυνητικότητά της, τον πραγματο-λογικό, και όχι απλώς λογικό, όρο δυνατότητας της α, β, γ επιθυμίας. Η δύναμη να επιθυμείς, η ικανότητα να επιθυμείς, προηγείται πραγματικά και λογικά της ικανότητας να επιθυμείς κάτι το ορισμένο. Η στροφή αυτή από τις επιμέρους επιθυμίες στον πραγματολογικό όρο δυνατότητας της επιθυμίας, την επιθυμητική παραγωγή των επιμέρους επιθυμιών, είναι ανάλογη με τη καντιανή κριτική στροφή από την α, β, γ, δ εμπειρία στους όρους δυνατότητας της εμπειρίας. Είναι επίσης ανάλογη με τη σύλληψη της libido από τον Freud σαν αφηρημένης ποσότητας και υποκειμενικής ουσίας - όρο δυνατότητας των επιμέρους επενδύσεων της επιθυμίας, και ανάλογη με τη σύλληψη του Marx της (κοινωνικά αναγκαίας αφηρημένης) Εργασίας ως αφηρημένης ποσότητας και υποκειμενικής παραγωγικής ουσίας - όρο δυνατότητας των επιμέρους παραγόμενων εμπορευμάτων.

3. Η σχιζοφρένεια και ευρύτερα η ψύχωση (το εκκρεμές παράνοια-σχιζοφρένεια) χρησιμοποιείται, με συγκεκριμένες αναφορές στον Lacan, ως η πλησιέστερη προς το Πραγματικό (πέρα από το Συμβολικό και το Φαντασιακό) υποκειμενοποίηση, και άρα μετα-μοντέλο κατανόησης όλων των υποκειμενοποιήσεων. Άρα, ως η ''βασιλική οδός'' κατανόησης της ίδιας της πληθωρικής επιθυμητικής παραγωγής πέρα από τις εδαφικοποιήσεις (σταθμεύσεις) και κωδικώσεις (αναπαραστάσεις και ταξινομήσεις) της επιθυμίας. Η Παγκόσμια Ιστορία της Επιθυμίας οδηγεί στην αναδρομική επίγνωση ότι ήδη-πάντα η επιθυμητική παραγωγή ήταν μια διαδικασία σχιζοφρενοποίησης πίσω από τις ιδεολογικές της μορφές.

4. Η ''θεμιτή χρήση του ασυνειδήτου'' αφορά μια επιθυμητική στάση σύμφωνη με τις ενύπαρκτες στην επιθυμητική παραγωγή στιγμές-συνθέσεις. Η ''αθέμιτη χρήση του ασυνειδήτου'' αφορά μια επιθυμητική στάση που παραμορφώνει αναπαριστώντας τις ενύπαρκτες αυτές συνθέσεις. Βλέπε πίνακα στο τέλος του παραπάνω κειμένου Ψυχανάλυση και Οικογενειοκρατία για τους 5 παραλογισμούς. Κάθε κρατική οργάνωση βασίζεται σε αυτούς τους 5 παραλογισμούς-παραμορφώσεις της επιθυμίας. Κάθε μη κρατική κοινοτική οργάνωση βασίζεται σε μια όσο το δυνατό πιο ''θεμιτή'' κοινωνική θέσμιση της επιθυμίας. Δηλαδή μια όσο το δυνατόν πιο ανοιχτή στην πολυσημία, νομαδική, μερική και μη εξειδικευμένη, εγκλειστική και μη περιοριστική θέσμιση της επιθυμίας. Το παράδειγμα που χρησιμοποίησα εδώ είναι η Παρισινή Κομμούνα, με αιρετά και ανακλητά αξιώματα, πολυεθνικό προσανατολισμό κ.α.

5. Οι ''Άγριοι'' (προκρατικές κοινότητες) είναι η κοινωνική οργάνωση της επιθυμίας στις οποίες ηγεμονεύει η Σύνδεση-παραγωγή παραγωγής (λιβιδινική σύνδεση και....και....), στους ''Βάρβαρους'' (πρωτοκρατικές κοινότητες) ηγεμονεύει η Διάζευξη-παραγωγή καταγραφής (διάζευξη Κώδικα-Πραγματικού και κατανομή του εγγεγραμμένου σε είτε...είτε), και στους ''Πολιτισμένους'' η Σύζευξη (υποκειμενοποίηση και αναδρομικό ''ώστε λοιπόν''). Δηλαδή, στους Άγριους ηγεμονεύει η παραγωγή παραγωγής (1 σύνθεση), στους Βάρβαρους η παραγωγή καταγραφής της καταγραφής (2η σύνθεση, Υπερ-κώδικας και υπερ-καταγραφή, κώδικας των κωδίκων = Κράτος), και στους Πολιτισμένους η παραγωγής της κατανάλωσης της κατανάλωσης (3η σύνθεση, η κατανάλωση ως αυτοσκοπός, που σχετίζεται με τον αυτοερωτικό ναρκισσισμό). Αυτός ο αναδιπλασιασμός των όρων παραγωγή, καταγραφή, κατανάλωση (παραγωγή παραγωγής, καταγραφή καταγραφής, κατανάλωση κατανάλωσης), οφείλεται στο ότι σε κάθε στιγμή της επιθυμητικής παραγωγής ενυπάρχουν οι άλλες δύο, όπως φαίνεται ήδη με μια προσεκτική ανάγνωση του 1ου Κεφαλαίου. Άρα έχουμε 3 επί 3 = 9 διαστάσεις. Για παράδειγμα, και οι ''Άγριοι'' έχουν κώδικες εγγραφής της επιθυμίας, και στιγμή κατανάλωσης και ομαδικών φαντασιώσεων, και οι ''Βάρβαροι'' έχουν παραγωγικές συνδεσμολογίες επιθυμίας και κατανάλωση, και οι ''Πολιτισμένοι'' έχουν στιγμή εγγραφής σε κώδικες, κ.ο.κ. 9 διαστάσεις θα απορρέουν, σύμφωνα με την λακανική ορολογία, από την τριάδα Πραγματικό - Συμβολικό - Φαντασιακό. Με βάση τη σχέση με τις ''συνθέσεις του Χρόνου'', οι 3 διαστάσεις του χρόνου αποτελούν 9 διαστάσεις του Χρόνου, και έχουμε στους Άγριους μια ηγεμονία του παρόντος παρόντος, στους Βάρβαρους μια κυριαρχία του παρελθόντος παρελθόντος, και στους Πολιτισμένους μια ηγεμονία του μέλλοντος μέλλοντος. Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ζουν κατά κύριο λόγο σε ένα διαρκές παρόν, οι πρωτοκρατικοί υπήκοοι σε ένα καταγεγραμμένο από το Κράτος αρχειακό παρελθόν, και οι ιδιώτες του καπιταλισμού χάνουν κάθε ιστορική μνήμη, ζώντας σε ένα διαρκές μέλλον που αποδομεί διαρκώς το παρόν και το παρελθόν.

6. Όλη η διαχρονική ιστορία της επιθυμίας βασίζεται σε ένα συγχρονικό εκκρεμές παράνοιας-σχιζοφρένειας. Η επιθυμητική παραγωγή ως διαδικασία γεννά μια στιγμή εμμένειας-κοινού πεδίου παραγωγικής διαδικασίας-προϊόντος, που οι Deleuze-Guattari ονομάζουν ''σώμα δίχως όργανα''. Πρόκειται για το σώμα που απολαμβάνει σε διάκριση από το τί απολαμβάνει. Η παρανοϊκή αναδίπλωση απωθεί με μια μανία καταδίωξης τα επιμέρους αντικείμενα της επιθυμίας (προϊόντα) για να εξασφαλίσει μια αυτάρκεια του σώματος που απολαμβάνει σαν αυτό να ήταν αρραγές. Η επανασύνθεση, ως αντίρροπη κίνηση, των επιθυμητικών οργάνων-ροών-προϊόντων και της επιθυμητικής παραγωγής γίνεται μέσω της θαυματοποιητικής-φετιχιστικής λειτουργίας, που ενοποιεί σώμα δίχως όργανα-επιμέρους επιθυμητικές μηχανές σε μια ''φετιχοποιημένη επιφάνεια καταγραφής'', που έρχεται να ενσαρκώνει την x-επιθυμία, το αίτιο-Φετίχ της επιθυμητικής παραγωγής, ενώ αυτή η επιφάνεια-σύνθεση δεν είναι στη πραγματικότητα αίτιο αλλά μόνο αποτέλεσμα και προϊόν της επιθυμητικής παραγωγής (αυτή η παραγνώριση και αντιστροφή αιτίου-αποτελέσματος ορίζει το φετιχισμό). Έτσι οι ''Άγριοι'' έχουν τα μικροφετίχ τους πάνω στην φετιχοποιημένη επιφάνεια της Μητέρας Φύσης/Γης , το σώμα του Θεού-Τυράννου είναι το κεντρικό Φετίχ των ''Βαρβάρων'', ενώ το Χρήμα-Κεφάλαιο γίνεται το αντικειμενοποιημένο φετίχ των πολιτισμένων σε έναν, θα έλεγα, ''διαφορικό φετιχισμό'' (Χρήμα-Εμπόρευμα-Περισσότερο Χρήμα, Χ-Ε-ΔΧ), και με βάση μια ''αξιωματική των αφηρημένων ποσοτήτων'' (βλέπε παραπάνω το κείμενο για την ''πολιτισμένη καπιταλιστική μηχανή'').

7. Στους ''Άγριους'', το Οιδιπόδειο δεν έχει ακόμα έρθει, είναι ένα όριο που διαρκώς τους απειλεί και το απωθούν, αποφεύγοντας την πραγμάτωση της πραγματικής δυνατότητας του Δεσποτικού Πατριαρχικού Σημαίνοντος, της ανάδυσης Κράτους - το Οιδιπόδειο υπάρχει στο Πραγματικό ως δυνητικότητα, δεν υπάρχει όμως ως Συμβολικός Νόμος του Πατριάρχη-βασιλιά και ως Φαντασιακό βίωμα. Οι επιθυμητικές ροές που αποκλίνουν από την οργάνωση των αγρίων δημιουργούν ανταγωνισμούς (προσώπων, ιδιοκτησίας - βλέπε καστικές και ταξικές συγκρούσεις, εμπορικών ροών κ.α), και οδηγούν στην υπεροργάνωση-υπερκωδίκωση των ροών που ξεφεύγουν σύμφωνα με το Δεσποτικό Σημαίνον - το Κράτος. Στους ''Βάρβαρους'' το Οιδιπόδειο ως Συμβολικό κατώφλι καταλαμβάνεται, ο συμβολικός Νόμος εγκαθιδρύεται, όμως ακόμα το Οιδιπόδειο δεν είναι φαντασιακά και σε κάθε υποκειμενικότητα ατομικά βιωμένο-ενσωματωμένο. Στους ''Πολιτισμένους'', το Οιδιπόδειο βιώνεται φαντασιακά και ατομικά, με την εξατομίκευση του Νόμου ως εσωτερικού Νόμου στο κάθε νεωτερικό αυτό-νομο υποκείμενο. Το Οιδιπόδειο ιδιωτικοποιείται και δεν είναι πια ένας εξωτερικός προς το κάθε άτομο Νόμος του Πατριάρχη-βασιλιά, αλλά φαντασιακά βιώνεται ως ατομικός μύθος του κάθε υποκειμένου. Όμως, πέρα από την οιδιπόδεια-οικογενειοκρατική φαντασίωση, η διαρκής παραγωγή φαντασιώσεων σηματοδοτεί μια επιστροφή στο αν-οιδιπόδειο Πραγματικό της επιθυμητικής παραγωγής υπό το πρίσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην παρανοϊκή-φαντασιακή πληρότητα και τη σχιζοφρενοποίηση της πολυκερματισμένης και πολυδιάστατης υποκειμενικότητας. Ανάμεσα δηλαδή στους νεο-φονταμενταλισμούς και τους νομαδικούς πολυπολιτισμούς, με σημείο ισορροπίας διαστροφικές επανεδαφικοποιήσεις της επιθυμίας που περιστρέφονται κατά κανόνα γύρω από το Χρήμα-Κεφάλαιο ως φετίχ.

Υπό αυτή τη προοπτική το Οιδιπόδειο όπως το γνωρίζουμε σήμερα ιστορικοποιείται και οδηγείται στην αυτο-κριτική του, έρχεται στο τέλος και όχι στην αρχή της ιστορίας παραμόρφωσης της επιθυμίας, ως επιστέγασμα μιας πορείας εσωτερίκευσης στο υποκείμενο όλης της ιστορίας της παραμόρφωσης (όριο του Πραγματικού, όριο του Συμβολικού, όριο του Φαντασιακού).


Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

To φάντασμα του 1989, το καλοκαίρι του 2015



 των Χρήστου Λάσκου και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ, σε συνεργασία με το RedNotebook, το βιβλίο με τίτλο «Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ», που επιμελήθηκαν οι Χρήστος Λάσκος και Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος. Υπό το πρίσμα ενός αγώνα γύρω από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που δόθηκε πριν και κατά τη διάρκεια της εφτάμηνης κυβερνητικής θητείας, το βιβλίο επιχειρεί να συμβάλει στη συζήτηση για τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή του τρίτου Μνημονίου, την ακύρωση της νίκης στο δημοψήφισμα, τη διάσπαση και τη συστημική προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν οι εξελίξεις αυτές προδιαγεγραμμένες ή επρόκειτο για κεραυνό εν αιθρία; Μπορούμε πράγματι να μιλάμε για ήττα σε μια «σκληρή διαπραγμάτευση» ή έχουν δίκιο όσοι μιλούν απλουστευτικά για «προδοσία»; Οι απαντήσεις που προτείνονται δεν αφορούν μόνο όσα προηγήθηκαν, αλλά κυρίως τη συνέχεια, σε μια συγκυρία που επιβεβαιώνει διαρκώς ότι ο «ιστορικός συμβιβασμός» με τη βαρβαρότητα είναι ανέφικτος. Το κείμενο που ακολουθεί, και που δημοσιεύεται σήμερα στις ιστοσελίδες RedNotebook, k-lab και YaBasta, και την εφημερίδα Πριν, είναι απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου.

 

O ΣΥΡΙΖΑ διέγραψε μια ραγδαία ανοδική τροχιά, ως πείραμα ενότητας της Αριστεράς που ανέδειξε την κρίση εκπροσώπησης στην Ελλάδα ήδη από το 2007, προσπαθώντας επιπλέον να υπερβεί την ιστορική αποτυχία της ευρωκομμουνιστικής Αριστεράς και της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας να διατυπώσουν μια υπερεθνική απάντηση στην οικονομία, στα χρόνια που ένας διεθνοποιημένος χρηματιστικός καπιταλισμός εξουδετέρωνε την εθνική-κεϋνσιανή συναίνεση των Χρυσών Τριάντα χρόνων.

Με τη νίκη του, τον Ιανουάριο του 2015, φαινόταν να ξεπερνιέται το τραύμα της ήττας του 1949· αυτό που αποδείχτηκε ανυπέρβλητο, ωστόσο, ήταν το τραύμα του 1989 – ο ρεαλισμός του Δεν Υπάρχει Εναλλακτική. Όχι μόνο, και σίγουρα όχι κυρίως, με ιδεολογικούς όρους. Αλλά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίμησε τη σημασία της οικοδόμησης μιας κοινωνικής αντιεξουσίας που θα στήριζε ένα εγχείρημα ρήξης, μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που την καθιστούσε αναπόφευκτη.

Για πολύ καιρό πριν από τις εκλογές, πολλοί υποστήριξαν ότι το εγχείρημα αυτό –μια αριστερή κυβέρνηση σε ένα καπιταλιστικό κράτος και εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης–, ήταν πρωτότυπο σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν υπήρχαν οι θεωρητικές επεξεργασίες που θα υποδείκνυαν πιθανούς δρόμους· για άλλους, πάλι, το πρόβλημα ήταν γενικώς ο ευρωκομμουνισμός. Τουλάχιστον όμως μια συγκεκριμένη εκδοχή αυτού του τελευταίου προειδοποιούσε πως, «αν περιοριστούμε στο πεδίο του κράτους, ακόμα και υιοθετώντας τη λεγόμενη στρατηγική ρήξης, θα γλιστρήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε στη σοσιαλδημοκρατία: εξαιτίας του ίδιου του βάρους της υλικής υπόστασης του κράτους, η αλλαγή του εσωτερικού στο κράτος συσχετισμού δυνάμεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με τη στήριξη στους αγώνες και τα κινήματα που υπερβαίνουν το κράτος»[1]. Η προειδοποίηση αυτή δεν εισακούστηκε – και όχι μόνο λόγω του ανελαστικού πολιτικού χρόνου.

Η υποκατάσταση του κόμματος, και μέσω αυτής, η υποκατάσταση της εμπλοκής των πολλών από την κοινοβουλευτική διαδικασία και τους κρατικούς μηχανισμούς, η απουσία συλλογικότητας και κεντρικού σχεδιασμού, και αντ’ αυτών, η πλήρης διαμερισματοποίηση (κάθε υπουργός, βουλευτής και κομματικό στέλεχος αποκομμένοι στον ιδιαίτερο τομέα ευθύνης τους), αλλά και η ένταξη κομματικών στελεχών και βουλευτών στο σύστημα κόμματος-κυβέρνησης με αυστηρά ατομικούς ρόλους, ήταν οι αρμοί στο μηχανισμό νομιμοποίησης μιας εκφυλιστικής λειτουργίας, που κόστισε τόσο στην κυβέρνηση όσο και στο κόμμα – στο φόντο του κατεπείγοντος: να κερδηθεί κι έπειτα να διατηρηθεί, κυριολεκτικά πάση θυσία, η κυβέρνηση που θα τελείωνε με τα Μνημόνια.

Mε τους αντιπάλους της να έχουν έτοιμη την προληπτική οχύρωσή τους ήδη από το 2012 μπροστά στην πιθανή εξάπλωση του «ιού ΣΥΡΙΖΑ», η κυβέρνηση αυτή δεν ήταν καταδικασμένη να κερδίσει. Κάθε άλλο. Όμως η ήττα της, ήττα που δυσχεραίνει την προοπτική κάθε εκδοχής Αριστεράς στην Ελλάδα για άδηλο διάστημα, δεν οφείλεται μόνο στις σοβαρές αντικειμενικές δυσκολίες, αλλά και στην ίδια την πολιτική της: μια πολιτική που, σε όλες τις πτυχές που προαναφέραμε, αποφασίστηκε από το ίδιο πολιτικό κέντρο και επιβλήθηκε άλλοτε με αυθαιρεσίες και άλλοτε από τη ροή των πραγμάτων. Είναι στην πολιτική αυτή που οφείλεται, πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο, η καταστροφική διαχείριση της ήττας της 12ης Ιουλίου.

Η διαχείριση αυτή δεν ήταν αναπόφευκτη. Την επαύριο του νικηφόρου δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε απευθυνθεί στην ελληνική κοινωνία, παρουσιάζοντάς της την κατάσταση ως είχε – χωρίς εξιδανικεύσεις, εφησυχασμούς και δημαγωγίες. Θα μπορούσε να είχε υπερασπιστεί τη θέση ότι το νόμισμα δεν συνιστούσε γι’ αυτήν ταμπού, και την τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα, ότι για τον ίδιο και την Αριστερά η κυβέρνηση δεν ήταν αυτοσκοπός. Με αυτή την έννοια, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε παραιτηθεί, διασφαλίζοντας την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ, άρα και τις προϋποθέσεις επανόδου του, χωρίς πλέον τις αυταπάτες ενός απλοϊκού αντιμνημονιακού κυβερνητισμού. Αντί γι’ αυτά, προτιμήθηκε η εξιδανίκευση της ήττας στη διαπραγμάτευση, η παραμονή στην εξουσία πάση θυσία, η δαιμονοποίηση των διαφωνούντων και η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ: η προσχώρηση, τελικά, σε έναν μνημονιακό κυβερνητισμό, και μέσω αυτού, στο ιδεολογικό και πολιτικό σύμπαν των πολιτικών αντιπάλων του κόμματος.

[…] Το θέμα είναι τι γίνεται τώρα, στη δύσκολη νέα συγκυρία.

Με τη λιτότητα και την κρίση εκπροσώπησης να δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση, που μεσοπρόθεσμα μπορεί να ευνοήσει τη ναζιστική Ακροδεξιά, ο δρόμος για τη συνέχεια περνά από τη σύγκρουση με την κυβερνητική πολιτική, τη διαρκή αντίθεση στο Μνημόνιο και την κινηματική ανυπακοή. Σε πολιτικό επίπεδο, περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός ενωτικού μετώπου από όλες τις αριστερές αντιμνημονιακές δυνάμεις και την ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών: για την υπεράσπιση της κοινωνικής ασφάλισης και των εργατικών δικαιωμάτων, για την προστασία της πρώτης κατοικίας από τις αρπακτικές διαθέσεις των τραπεζών, για την αλληλεγγύη στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, πολλά από αυτά συμβαίνουν ήδη.

H πρόκληση για την Αριστερά είναι να σκεφτεί το περιεχόμενο του κοινωνικού ανταγωνισμού σήμερα, αν η επιδίωξη των κυρίαρχων κύκλων της Ένωσης δεν είναι τόσο η εκδίωξη της Ελλάδας, το Grexit, όσο το να καταστεί αδύνατη η επιβίωσή της εκτός ευρώ, όσους βαθμούς αυτονομίας και αν αποκτήσει η οικονομία της. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι η ρήξη με την Ευρωζώνη δεν αποτελεί μια ηρωική στιγμή, αλλά μια μακρά διαδικασία, που βραχυπρόθεσμα μας υποχρεώνει να σκεφτούμε τι απαιτεί αυτή η επιβίωση: με ποιους όρους η πολιτική εκπροσώπηση μπορεί να σημαίνει πραγματική κοινωνική ισχύ για τους ανθρώπους και όχι απλά κατάληψη θέσεων στη Βουλή και τους κρατικούς μηχανισμούς […] Το να σκεφτεί κανείς μετά την Ευρωζώνη, που είναι επιβεβλημένο, σημαίνει να σκεφτεί πέρα από το επίσημο (καπιταλιστικό) οικονομικό κύκλωμα, που στην Ελλάδα έχει συνδέσει την επιβίωσή του με τη Μεγάλη Ιδέα του ευρώ.

Γράφουν: Γιάννης Αλμπάνης, Γιάννος Γιαννόπουλος, Νίκος Γιαννόπουλος, Αλέξανδρος Ζαχιώτης, Ηλίας Ιωακείμογλου, Ανδρέας Καρίτζης, Τόνια Κατερίνη, Κυριακή Κλοκίτη, Χρήστος Λάσκος, Αλέξης Μπένος, Στρατής Μπουρνάζος, Νίκος Νικήσιανης, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Νίκος Σαμανίδης, Πέτρος Σταύρου, Ντίνα Τζουβάλα, Στέφανος Τυροβολάς, Ηλία Χρονόπουλος

Σκίτσα: Τάσος Αναστασίου

________________________________________________

[1] Νίκος Πουλαντζάς στο: Λ. Αλτουσέρ, Ε. Μπαλιμπάρ, Ν. Πουλαντζάς, Μ. Εντελμάν, Συζήτηση για το Κράτος (μετάφραση:. Α. Χρυσικόπουλος, Δ. Ψαρράς, Αγώνας, 1980


Πηγή Red NoteBook

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Η ανασυγκρότηση, η απειλή μιας νέας οικονομικής κρίσης, και ο ανατρεπτικός χαρακτήρας ενός εναλλακτικού σχεδίου


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


1. Εισαγωγή

Η φιλολογία σχετικά με την “ανάπτυξη” είναι ο πλέον δημοφιλής αλλά και σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματικός τρόπος να συγκαλύπτεται ο δραματικός χαρακτήρας των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και η μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τις εξελίξεις της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Η χρήση του όρου “ανασυγκρότηση” χρησιμοποιείται πλέον διστακτικά γιατί υπαινίσσεται ότι είναι αναγκαίες μεγάλες αλλαγές που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω της προοδευτικής αύξησης του εθνικού προϊόντος για μια μακρά περίοδο, η οποία θα προκληθεί από το αμφίβολο ενδιαφέρον ιδιωτών επενδυτών.

Η ανεργία, η φτώχεια, η υποβάθμιση των κοινωνικών πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών, η απώλεια παραγωγικού δυναμικού, η συσσώρευση των περιβαλλοντικών αδιεξόδων, δεν αποτελούν συγκυριακά ζητήματα που μια ανάκαμψη μπορεί να λύσει, αλλά είναι τα στρατηγικά αποτελέσματα του θριάμβου του νεο-φιλελεύθερου μοντέλου, που και ως παγκόσμιο σύστημα, ή ως σύστημα με το οποίο επιχειρείται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, έχει πλέον φθάσει στα όριά του, ακόμη και σχετικά με την ομαλή αναπαραγωγή του.

Πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι ενώ έχουμε φθάσει σε ένα σημείο καμπής της καπιταλιστικής διαχείρισης, και είναι αναγκαίες ριζοσπαστικές νέες επιλογές για να αποκατασταθούν παραγωγικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ισορροπίες, οι ηγεσίες των αριστερών κομμάτων στην Ευρώπη, αλλά και των οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων, πολύ απέχουν από το να έχουν ως πρόγραμμα την αντικατάσταση των σημερινών μεθόδων, και την εγκαθίδρυση λογικών ενός πολύπλευρου, παραγωγικού και κοινωνικού ορθολογισμού, δημοκρατικά νομιμοποιημένου.

Στην Ελλάδα η στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας, το αδιέξοδο στο οποίο έχει φθάσει το τραπεζικό σύστημα στο πλαίσιο του Ευρω-συστήματος, και τα περιορισμένα περιθώρια στα οποία μπορεί να κινηθεί το δημοσιονομικό μαζί με το ασφαλιστικό ζήτημα, αποτελούν καταλήξεις της νεο-φιλελεύθερης διαχείρισης, που έχουν εμφανιστεί με πιο ήπια μορφή στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά θα πάρουν κατά πάσα πιθανότητα παρόμοιες διαστάσεις σε αυτές τις χώρες, κυρίως αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για νέα ύφεση.

Ανεξάρτητα όμως από τους ρυθμούς που θα ακολουθήσει η επιδείνωση του αδιεξόδου της νεο-φιλελεύθερης στρατηγικής, η αναζήτηση νέων δημοκρατικών μεθόδων διαχείρισης της παραγωγής, και των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων, αποτελεί μια απαραίτητη εναλλακτική επιλογή, η οποία στην περίπτωση της Ελλάδας επείγει με δραματικό τρόπο. Όταν αναφερόμαστε σε εναλλακτικό προσανατολισμό, ή σε νέο αναπτυξιακό πρότυπο, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επιδίωξη μιας άμεσης μετάβασης σε μετα-καπιταλιστικές θεσμικές λειτουργίες οι οποίες συνδυάζουν το σχεδιασμό για την επίτευξη παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, και την επιλογή των στόχων αυτών μέσω δημοκρατικών συναινετικών διαδικασιών.


2. Προϋποθέσεις της ανασυγκρότησης

Η πίστη στην ικανότητα της αγοράς να παράγει ισορροπημένες οικονομικές σχέσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της νεο-φιλελεύθερης αφήγησης. Αυτή η πίστη αναπαράγεται διαφορετικά ανάλογα με την ιστορία της κάθε χώρας, και αναπαράγεται με τη χρήση ιδεολογικών τεχνασμάτων που είναι κοινά ή και ειδικά κάθε φορά. Στην Ελλάδα όπου η διείσδυση των ιδιωτικών συμφερόντων στον κρατικό μηχανισμό είναι πολύ προχωρημένη και έχει προκαλέσει και συντηρήσει την αναποτελεσματικότητα του κράτους και τη δυνατότητα δημιουργίας ολιγοπωλιακών καταστάσεων σε πολλές ειδικές αγορές, η καταγγελία του κράτους εμπόδιο στην επιχειρηματικότητα και του κράτους που ανέχεται τα ολιγοπώλια και την καταπάτηση της νομοθεσίας γενικώς, είναι σταθερά μοτίβα της αναπαραγόμενης ιδεολογίας της αγοράς.

Οι λειτουργίες που αποδίδονται στην αγορά, η κατανομή των πόρων με ορθολογικό τρόπο από ενημερωμένους επιχειρηματίες οι οποίοι αξιοποιούν όλες τις επιχειρηματικές δυνατότητες, και άρα κατευθύνουν προς τη σωστή κατεύθυνση τους διαθέσιμους επενδυτικούς πόρους, δεν έχουν σχέση με τις πραγματικές και καθοριστικές επιχειρηματικές συμπεριφορές. Οι συμπεριφορές αυτές εξαρτώνται από τις δυνατότητες υπερκερδών, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαφθορά, τις ολιγοπωλιακές συμπεριφορές ή ακόμα και τις ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Η ελληνική οικονομία είναι εξάλλου ένα λαμπρό παράδειγμα αποτυχίας πολιτικών με αποκλειστικό στόχο την υποστήριξη των επιχειρήσεων, πολιτικές οι οποίες τροφοδοτήθηκαν γενναιόδωρα με χρήμα και ιδεολογήματα, με αποτέλεσμα όμως τη ραγδαία απώλεια ανταγωνιστικότητας και τη βύθιση τελικά της οικονομίας σε παρατεταμένη ύφεση.

Όταν έχουν εντοπιστεί ανάγκες σε μια οικονομία, που αφορούν την παραγωγική δραστηριότητα υπό όρους κοινωνικού ή περιβαλλοντικού χαρακτήρα, και επιδιώκεται η ικανοποίηση αυτών των αναγκών και συνθηκών, μιλάμε πλέον για σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός όμως αποτελείται αναγκαστικά από ένα σύνολο επιλογών, οι οποίες αφορούν αφενός την παραγωγή και την προσφορά υπηρεσιών, αλλά και το χρήμα, ή την κατανομή του εισοδήματος. Πρόκειται δηλαδή για πολυδιάστατη αλλαγή, η οποία έχει ως συνολικό σκοπό να θέσει υπό δημόσιο έλεγχο, με την έννοια του ελέγχου από την κοινωνία, τις αξιοποιήσεις πόρων, τη δημιουργία χρήματος, τις επενδύσεις, την κατανομή του εισοδήματος ανάμεσα σε κατανάλωση και επενδύσεις, ανάμεσα σε παραγωγή και υπηρεσίες, ανάμεσα σε αμοιβές της εργασίας και κερδοφορία, ανάμεσα σε ιδιωτικό, δημόσιο και κοινωνικό τομέα.

Μια τέτοια αλλαγή προσανατολισμού στις στρατηγικές επιλογές, έχει αναμφίβολα ριζοσπαστικό χαρακτήρα, και επιδιώκει ταυτοχρόνως να αποσπάσει τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας από τους συνασπισμένους κεφαλαιούχους κάθε είδους, και να επιβάλει μια λογική δημοσίου και συλλογικού συμφέροντος, χωρίς όμως να καταργήσει αναγκαστικά την ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα σε σημαντικούς τομείς. Μια τέτοια αλλαγή είναι προφανώς αναγκαία με ορατό τρόπο, και είναι επομένως δυνατόν να γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία του πληθυσμού (την οποία αφορά κατά κύριο λόγο), και να ενσωματώσει σε ένα τέτοιο σχέδιο και κατηγορίες ιδιωτικών επιχειρήσεων οι οποίες συμβάλουν στην υλοποίηση των στόχων της ανασυγκρότησης, αλλά χάνουν πλέον τον πρωτεύοντα ρόλο σχετικά με την οικονομική στρατηγική.

Η ανασυγκρότηση απαιτεί επίσης τη διαχείριση με νέο τρόπο των διεθνών οικονομικών σχέσεων της χώρας. Η εξωστρέφεια είναι δεδομένη, αλλά η υποκατάσταση εισαγωγών και η ανάπτυξη εσωστρεφών κλάδων, αποτελούν σημαντικές στρατηγικές επιλογές από τη στιγμή μάλιστα που η επέκταση των εξωτερικών αγορών είναι σήμερα αμφίβολη, ενώ πληθαίνουν οι προβλέψεις για επερχόμενη διεθνή ύφεση. Στην περίπτωση μιας τέτοιας δυσμενέστερης διεθνούς συγκυρίας, η εσωστρέφεια θα παίξει αναγκαστικά ακόμη σημαντικότερο ρόλο για την κάλυψη αναγκών σε υλικά και άυλα αγαθά, αλλάζοντας και τις ισορροπίες στη σύνθεση της κατανάλωσης. Χρειάζεται να υπάρξει προετοιμασία σε σχέση τόσο με την υιοθέτηση μεθόδων προστασίας της εγχώριας παραγωγής με ένα γενικό τρόπο, όσο και τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς ύφεσης.


3. Οι πόροι και το χρήμα

Η χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας πραγματοποιείται με διαθέσιμους δημόσιους ή ιδιωτικούς πόρους, ή με τραπεζικό δανεισμό. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημόσιοι πόροι απορροφώνται από την εξυπηρέτηση του δημοσίου δανεισμού, ενώ οι πολιτικές λιτότητας περιορίζουν τα δημόσια έσοδα αλλά και το διαθέσιμο ιδιωτικό εισόδημα, η δημιουργία χρήματος μέσω δανεισμού ή άλλων μέσων, καλείται να παίξει έναν σημαντικότερο ρόλο.

Η αύξηση των διαθέσιμων δημοσίων πόρων μέσω της διαγραφής δημοσίου χρέους, είναι μια δυνατότητα, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα αύξησης των πόρων αυτών μέσω της ευρύτερης αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου, που μπορεί όμως να πάρει περιορισμένες διαστάσεις. Η αξιοποίηση του δανεισμού από την ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά, που προσφέρεται να θέσει στη διάθεσή μας σημαντικά ποσά, μπορεί να πάρει τη μορφή της χρηματοδότησης ιδιωτικών επενδύσεων, αλλά και δημοσίων επενδύσεων, που έτσι κι αλλιώς πρέπει να παίξουν σημαντικό ρόλο σχετικά με την ανασυγκρότηση, αλλά και την ανταγωνιστικότητα.

Δεν υπάρχει κατά κανόνα δυνατότητα διαμόρφωσης αναπτυξιακού σχεδίου σε εθνικό, περιφερειακό, ή τοπικό επίπεδο χωρίς να συνδυαστούν ιδιωτικές επενδύσεις με δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές και υπηρεσίες, με δημόσιες δαπάνες για έρευνα, εκπαίδευση και προσφορά άυλων αγαθών, ή ακόμα με χρηματοδότηση και υποστήριξη δραστηριοτήτων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Αλλά σημαντικές επιδιώξεις ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου μπορούν να ενσωματωθούν σε ευρωπαϊκά σχέδια (τα οποία μπορούν μάλιστα να διεκδικήσουν χρηματοδότηση από δημόσιους ευρωπαϊκούς πόρους), όπως στην περίπτωση των σχεδίων για το περιβάλλον ή την παραγωγική ανασυγκρότηση, τα οποία θα ενίσχυαν σημαντικά με τις αντίστοιχες κοινωνικές συμμαχίες τις στοχεύσεις στην κλίμακα της Ελλάδας.

Η δυνατότητα δημιουργία συμπληρωματικών νομισμάτων σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, είναι συστατικό του σχεδιασμού και όχι απλώς ένα μέτρο στο νομισματικό πεδίο. Η δημιουργία τέτοιων νομισμάτων προϋποθέτει την ύπαρξη μιας δυναμικής εσωτερικής οικονομικής δικτύωσης (περιφερειακά ή εθνικά) η οποία δεν μπορεί να διαμορφωθεί αυθόρμητα, αλλά πρέπει να βασιστεί σε συγκεκριμένες σχεδιασμένες επιλογές, ώστε να αξιοποιηθούν αυτές οι δυνατότητες για την κάλυψη υπαρκτών αναγκών και να ενισχυθεί επίσης η ευρύτερη παραγωγική δυναμική. Αν, όπως είναι αναγκαίο, επιδιώξει ο σχεδιασμός της ανασυγκρότησης την ταχεία αύξηση της απασχόλησης και κάλυψης αναγκών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, είναι δύσκολο να μην αξιοποιηθεί η δυνατότητα συμπληρωματικών νομισμάτων ή άλλων μέσων πληρωμών.

Περιεχόμενο του σχεδιασμού και ειδικότερα της αξιοποίησης της ρευστότητας που μπορούν να γεννήσουν τα συμπληρωματικά νομίσματα είναι και οι υπάρχουσες ή δυνητικές πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ως επιχειρηματικά εγχειρήματα, ή ως κοινωνικές παρεμβάσεις για κάλυψη αναγκών. Η ενίσχυση και υποστήριξη των πρωτοβουλιών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας είναι μέρος της προσπάθειας ενδυνάμωσης του κόσμου της εργασίας, και της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Εγχειρήματα ομότιμης οικονομίας, ή fablab μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο μιας προσπάθειας ενσωμάτωσης ειδικών παραγωγικών δραστηριοτήτων σε ευρύτερα σχέδια.


4. Για μια νέα στρατηγική επιλογή

Σχετικά με τα χαρακτηριστικά μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας, η Αριστερά έχει στην πραγματικότητα δυο ιστορικά προηγούμενα από τα οποία αντλεί ιδέες και σχήματα: το σοβιετικό μοντέλο το οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπνέει τις νεο-σταλινικές παραλλαγές και τους λίγους συνεχιστές της τριτοδιεθνιστικής κληρονομιάς, και το φορντικό μοντέλο το οποίο έχει αμφισβητηθεί και ξεπεραστεί από το νεο-φιλελευθερισμό (παρόλο που σε πολλές χώρες συνεχίζουν να υπάρχουν υπόλοιπα φορντικών θεσμών και πολιτικών), αλλά συνεχίζει να αποτελεί ένα μοντέλο αναφοράς για τα δικαιώματα του κόσμου της εργασίας, όπως και για το “δικαίωμα στην ευημερία” των μεσαίων στρωμάτων στα οποία εξάλλου ανήκει η πλειοψηφία του στελεχικού δυναμικού των αριστερών κομμάτων.

Η επιτυχία της νεο-φιλελεύθερης στρατηγικής σε ότι αφορά την αποδυνάμωση της αντιπροσωπευτικότητας της πλειοψηφίας των μισθωτών έχει στην πραγματικότητα ενισχύσει την βαρύτητα μιας νοσταλγικής αναφοράς στην εμπειρία των μεσαίων στρωμάτων κατά την περίοδο του φορντισμού στην Ευρώπη και των υποσχέσεων που γεννούσε. Η αίσθηση, αν όχι η πεποίθηση, ότι ένας βελτιωμένος καπιταλισμός αποτελεί σήμερα μια ρεαλιστική στρατηγική προοπτική είναι πολύ διαδεδομένη σήμερα στην Αριστερά, ενώ οι νοσταλγοί του σοβιετικού μοντέλου έχουν πλέον περιθωριοποιηθεί.

Η Αριστερά έχει βέβαια συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει ευρεία απήχηση χωρίς να υποστηρίξει τη διατήρηση και διεύρυνση των δημοκρατικών διαδικασιών σε σχέση με το καθεστώς των καπιταλιστικών οικονομιών, και χωρίς να επιδιώκεται και να επιτυγχάνεται κάποια ευρεία κοινωνική συμμαχία σχετικά με τις βασικές πολιτικές επιλογές. Η διεκδίκηση για δημοκρατία και συναίνεση είναι πολύ ισχυρή, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης αυτών των επιλογών. Οι κοινωνικές συμμαχίες όμως που μπορούν να στηρίξουν την υλοποίηση ενός σχεδίου κάλυψης παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναγκών, δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθούν υπό την ηγεσία των συνιστωσών του κεφαλαιοκρατικού στρατοπέδου, αλλά ως συμμαχίες όπου κυριαρχούν οι οργανωμένες λαϊκές τάξεις και ορισμένα μεσαία στρώματα. Για να υπάρξει όμως μια τέτοια δυνατότητα είναι ταυτοχρόνως αναγκαίο να ανασυγκροτηθεί η οργάνωση των λαϊκών τάξεων, να βρεθούν νέα οργανωτικά σχήματα για την ορατότητα και παρουσία του κόσμου της εργασίας, και για τη δυνατότητά του να προβάλει αιτήματα και προτάσεις.

Η μετα-καπιταλιστική κοινωνία είναι επομένως μια κοινωνία της δημοκρατίας και της συναίνεσης, αλλά είναι και μια κοινωνία που καταργεί την αγορά, την επιδίωξη του ατομικού κέρδους και την ιδιωτική πρόσβαση στους δημόσιους πόρους και τη δημόσια διοίκηση, ως μηχανισμούς αναπαραγωγής της, και υιοθετεί τον σχεδιασμό της κάλυψης και ικανοποίησης των αναγκών της. Από τη στιγμή που η Αριστερά ως σκεπτόμενη πολιτική δύναμη, και οι λαϊκές τάξεις μέσω της δραστηριοποίησής τους και της θεσμικής εφευρετικότητάς τους, θα μπορέσουν να θέσουν τις βάσεις ενός τέτοιου προσανατολισμού, θα επιτύχουν την αποδυνάμωση των ταξικών και πολιτικών τους αντιπάλων, και τη διαμόρφωση ευρύτατων κοινωνικών συμμαχιών, που θα υποστηρίξουν την κατάργηση του νεο-φιλελευθερισμού και της πολυκέφαλης κυριαρχίας του κεφαλαίου.


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Τόνι Νέγκρι: Μέσα στην ΕE και εναντίον των κυρίαρχων πολιτικών




Ο Τόνι Νέγκρι, ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών, μιλάει στην «Εποχή» για την παγκόσμια τάξη και τις εξελίξεις στην Ευρώπη, σχολιάζει την κρίση του νεοφιλελευθερισμού και επιμένει ότι η Ευρώπη παραμένει το έδαφος για την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων.

Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης.


- Πώς θα περιγράφατε σήμερα την παγκόσμια τάξη; Τι έχει αλλάξει από τότε που γράψατε την «Αυτοκρατορία»;

Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που μαζί με τον Μάικλ Χαρντ αρχίσαμε να γράφουμε την «Αυτοκρατορία». Με ρωτάς τι έχει αλλάξει στον κόσμο από τότε… Τα πάντα και τίποτα. Τα πάντα, με την έννοια ότι έχει αποκεντρωθεί η αυτοκρατορική ισχύς, ουσιαστικά από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό, και εν τω μεταξύ έχουμε δει την εμφάνιση και άλλων δυνάμεων που ισχυρίζονται ότι είναι παγκόσμιες, από την Ινδία ως τη Βραζιλία. Τίποτα, επειδή το γενικό πλαίσιο έχει επιβεβαιωθεί και είναι πλέον απαραίτητο σε κάθε πολιτική και γεωπολιτική θεώρηση. Η κληρονομιά της «Αυτοκρατορίας» και η αξία της συνίσταται όχι μόνο στον καθορισμό της εικόνας της τάξης (αταξίας) στην περίοδο αμέσως μετά την πτώση του τείχους, αλλά στο ότι «επιβάλλει» νέες κατηγορίες στην πολιτική σκέψη. Σήμερα, η εμβάθυνση στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική διάρθρωση και οι επιπτώσεις της άσκησης μιας αστυνόμευσης (κατά της τρομοκρατίας) ενωμένης σε παγκόσμια κλίμακα, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουν την αλλαγή του παραδείγματος που σηματοδοτεί η «Αυτοκρατορία». Ένα άλλο στοιχείο που μου φαίνεται ότι επαληθεύτηκε, είναι ότι δύσκολα υπάρχουν, για την ώρα, ανταγωνιστικές αντιπαραθέσεις, που να αγγίζουν τον τρόπο παραγωγής και το μοντέλο ανάπτυξης στο παγκόσμιο καπιταλιστικό πεδίο.


- Ποιες ανταγωνιστικές θέσεις βλέπετε σήμερα;

Η κατάσταση είναι προφανώς πάντα ρευστή, η ενότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών μπορεί να σπάσει και να προκαλέσει πολεμικές αντιπαραθέσεις. Παρόλα αυτά, η υπόθεσή μου, που είναι συνεπής με εκείνες που διατυπώνονται στην «Αυτοκρατορία», είναι ότι αυτές οι αντιφάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα δεν θα εκραγούν. Οι μόνες ανταγωνιστικές θέσεις που καταγράφονται σήμερα, παραμένουν εκείνες που καθορίζονται από τους λαϊκούς αγώνες αντίστασης, όχι τόσο στην παγκοσμιοποίηση, όσο στους κανόνες του νεοφιλελευθερισμού, που έχουν κατακλύσει τον κόσμο. Αναζητάμε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Το μεγάλο θύμα των παλιών αντιφάσεων έγινε η Ελλάδα. Μόνο όταν ένα κατάλληλο υποκείμενο (δηλαδή, η δημιουργία μιας νέας διεθνούς οργάνωσης των εκμεταλλευμένων) μπορέσει να επέμβει σε αυτά τα βήματα, θα σπάσει η τάξη της «Αυτοκρατορίας».


- Πώς βλέπετε την κρίση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη;

Μου φαίνεται σαφές ότι η κρίση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη, και φυσικά λίγο πολύ σε όλο τον πλανήτη, φθάνει σε μια φάση σταθεροποίησης. Η κυκλική διαδικασία της κρίσης επαναρρύθμισης διακόπηκε και την αντικατέστησε ένας μακρύς κύκλος οικονομικής αποτελμάτωσης και αντιδραστικής σταθεροποίησης. Από την άλλη πλευρά, είναι μη αναστρέψιμα τα βήματα που έχουν γίνει προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η κρίση της νομισματικής τάξης που αντισταθμίζεται από την λιτότητα, η κρίση της μετανάστευσης αντιρροπούμενη από τους συμβιβασμούς γύρω από την Συνθήκη Σένγκεν, το Brexit, που ωστόσο αντισταθμίζεται από τη διατήρηση του Σίτι ως κέντρο της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς, δείχνουν ότι όλες αυτές οι κρίσεις τείνουν στην σταθεροποίηση του νεοφιλελευθερισμού.


- Οι τοποθετήσεις σας σε κορυφαία πολιτικά ζητήματα που προέκυψαν την τελευταία δεκαετία σχετικά με την Ευρώπη και την ενοποίηση (δημοψήφισμα για το ευρωσύνταγμα στη Γαλλία, ελληνική υπόθεση, μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα), διαπνέονταν από τη θέση «μέσα και εναντίον», δηλαδή μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εναντίον των κυρίαρχων πολιτικών. Πώς αξιολογείτε πλέον τις εξελίξεις, και πώς αποτιμάτε τις εν λόγω τοποθετήσεις σας;

Οι καπιταλιστές χρειάζονται μια ενωμένη Ευρώπη, χωρίς αυτήν θα ήταν στο έλεος όλων των παγκόσμιων αναταραχών. Αλλά και μια ανατρεπτική και ανταγωνιστική θέση απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο έχει ανάγκη το ευρωπαϊκό έδαφος, σαν μοναδικό χώρο στον οποίο είναι δυνατόν να διατηρηθεί μια συνεχής αντίσταση, σαν τον χώρο που μπορεί να επαναμορφοποιηθεί και να επαναμετρηθεί η δύναμη της ταξικής πάλης. Δεν μπορούμε να έχουμε ψευδαισθήσεις σχετικά με αυτήν την καταραμένη προϋπόθεση. Το «μέσα και εναντίον» παραμένει το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν οι αγώνες.


- Η Ιταλία φαίνεται ότι είναι ο «αδύναμος κρίκος» στον ευρωπαϊκό Νότο. Θεωρείτε ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να ξαναδούμε μια ισχυρή ιταλική Αριστερά;

Η ιταλική κατάσταση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη στο θέμα της ανοικοδόμησης μιας νέας Αριστεράς, επειδή το πτώμα του PCI (του οποίου θυμόμαστε την ιδεολογική υποκρισία και το ριζοσπαστικό ρεφορμισμό), φράζει το δρόμο σε πολλές πρωτοβουλίες.


- Πώς βλέπετε σήμερα τον κύκλο των αγώνων που άρχισε το 2011 με τα κινήματα της αντίστασης και της αξιοπρέπειας (15M, Occupy, κλπ); Θεωρείτε ότι εξακολουθούν να επηρεάζουν τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης; Και αν ναι, με ποιο τρόπο;

Θέλω πρώτα να επιμείνω στο γεγονός ότι ο κύκλος των αγώνων που ξεκίνησε το 2011 διατηρεί τη δυναμική του. Η αντίσταση αναδύεται με διαβρωτική μορφή, αναζητεί νέες μορφές οργάνωσης, αλλά εξακολουθεί να είναι παρούσα και αποδυναμώνει (είτε άμεσα είτε μέσω της έκφρασης μιας οριστικής απομάκρυνσης) τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Αυτά γίνονται σε όλη την Ευρώπη. Όμως, όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υπάρχουν δύσκολες συνθήκες για την ανοικοδόμηση μιας ισχυρής Αριστεράς. Η διαδικασία ωστόσο έχει αρχίσει και συνεχίζεται. Το ελληνικό δημοψήφισμα, η αριστερή μετατόπιση της πορτογαλικής κυβέρνησης, η ανάδειξη του Κόρμπιν στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, και ιδιαίτερα το σπάσιμο του μεγάλου «ισπανικού κέντρου» από το Ποδέμος, όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει ακόμα ένα έδαφος που μπορούμε να διανύσουμε και ότι προχωράμε.


- Πρόσφατα δημοσιεύσατε την αυτοβιογραφία σας, με τίτλο «Η ιστορία ενός κομμουνιστή». Τι σας οδήγησε στην απόφαση να την γράψετε; Η διαδικασία της συγγραφής της σας οδήγησε μήπως να ξαναδείτε αλλιώς πράγματα που κάνατε ή σκεφτήκατε στο παρελθόν;

H πρόσφατη αυτοβιογραφία μου, που φτάνει μέχρι και το 1979, που είναι η στιγμή της καταστολής των κινημάτων της δεκαετίας του ’70, δεν μιλάει μόνο για την ιστορία μου, αλλά για την ιστορία μιας γενιάς. Της μοναδικής, αυτής των Ιταλών αυτονομιστών, η οποία προσπάθησε στην Ευρώπη να σπάσει το καπιταλιστικό σύστημα που χτίστηκε μετά τον πόλεμο και να ανοίξει μια ιδρυτική πρωτοβουλία. Είναι προφανές, ότι η αυτοκριτική μου και γενικά η αναθεώρηση πολλών στόχων εκείνης της εποχής είναι απαραίτητη. Αλλά όλα αυτά δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση μεταμέλεια: υπάρχει υπερηφάνεια για ότι έγινε, και το οποίο τροφοδότησε την ανασυγκρότηση των επαναστατικών δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη. Το μίσος του καθεστωτικού Τύπου εναντίον του βιβλίου, αποδεικνύει τις δυσκολίες που έχουν αυτού του είδους οι άνθρωποι στο να θυμούνται την «τουρκικού τύπου» καταστολή, την οποία πραγματοποίησαν τότε εναντίον των αυτονομιστών βέβαια, αλλά πάνω από όλα ενάντια στους κοινωνικούς και εργατικούς αγώνες. Η Αριστερά βγήκε νεκρή από αυτή τη διαδικασία της καταστολής.


* Η συνέντευξη έγινε με την πολύτιμη βοήθεια του Μιχάλη Μπαρτσίδη


Πηγή Εποχή

Πάντα μπροστά μας τα θεμελιώδη διλήμματα του ευρωκομουνισμού




Στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει» (Ακαδημίας 32) στις 28 Ιανουαρίου έγινε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πολυπρισματική του βιβλίου του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με τίτλο «Ευρωκομμουνισμός: Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή αριστερά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις». Με τον συγγραφέα, στην κυριολεξία με το έργο του, συζήτησαν ο Νίκος Θεοτοκάς, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Γιάννης Βούλγαρης και ο Αντώνης Μανιτάκης. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συζήτηση δεν περιορίστηκε μόνο στο περιεχόμενο και την αξία του βιβλίου, για το οποίο και οι τέσσερις ομιλητές συμφώνησαν ότι πρόκειται για εξαιρετική δουλειά που καλύπτει ένα κενό στην πολιτική ιστορία, ειδικότερα της αριστεράς των δεκαετιών ’60-70. Έφτασε στο τρέχον παρόν στην αριστερά, που βρίσκεται σήμερα στην κυβέρνηση, τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του θα ορίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως απόγονο του ευρωκομουνισμού και όσον αφορά την Ελλάδα, το ΚΚΕ Εσωτερικού. Οι απόψεις, ως προς αυτό, διασταυρώθηκαν, δεν ταυτίστηκαν και συχνά ήταν αντίθετες.

Η σάλα του «Επί Λέξει» όχι απλώς γέμισε, αλλά είχε και πολλούς όρθιους. Κυρίως έβλεπε κανείς πολλούς που υπήρξαν στελέχη και μέλη της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος και του ΚΚΕ Εσωτερικού. Του μικρού αυτού κόμματος, αλλά με πολύ μεγαλύτερη επιρροή στις εξελίξεις της αριστεράς και στη συγκρότηση της ριζοσπαστικής αριστεράς, που έφτασε ως σήμερα μέσα από μια ενδιαφέρουσα υπόγεια διαδρομή. Η «Εποχή» δημοσιεύει, με την ευθύνη μιας δικής της απομαγνητοφώνησης, την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.


του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

To βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με έκανε να πάω πίσω στη νιότη μου, να αναπολήσω όλες αυτές τις κοσμοϊστορικές εποχές, που δίκην ύστερης εφηβείας διαπραγματεύτηκα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Την εποχή που μέσα στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς ιστορικής συμπύκνωσης και ώσμωσης, συνέβησαν άπειρα γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο: ο Μάης του ’68, τα γεγονότα της Πράγας, η πολιτιστική επανάσταση της Κίνας, ο Τσε κ.ά. Από τη στιγμή αυτή και πέρα, μαζί με τη διάσπαση του ΚΚΕ και τη χούντα, βρεθήκαμε όλοι σε ένα εντελώς νέο πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Πρόκειται ουσιαστικά για μια θεμελιώδους σημασίας πολιτιστική, όχι απλώς πολιτική, επανάσταση. Αυτή η περίοδος σήμανε το τέλος όλων των βεβαιοτήτων, όλων των από καθέδρας αληθειών, των μονοθεϊσμών και μια προσπάθεια να θυσιάσουμε ό,τι έχουμε στον άγνωστο θεό. Ήταν η εποχή των πειραματισμών, των αναστοχασμών και των αναζητήσεων, όχι μόνο θεωρητικών και επιστημολογικών, αλλά κυρίως υπαρξιακών. Όλοι όσοι βρεθήκαμε σε εκείνη τη χοάνη, αλλάξαμε και γίναμε αυτό που είμαστε σήμερα λόγω και χάρη σε αυτήν την εποχή, την οποία εξέφρασε ο ευρωκομουνισμός.


Η αδυσώπητη εμπλοκή του τότε με το τώρα

Διάβασα το βιβλίο και δεύτερη φορά και προσπάθησα να το δω πιο κριτικά, πιο αποστασιοποιημένα, πιο επιστημονικά. Απέτυχα, διότι είδα πόσο το τότε εμπλέκεται αδυσώπητα με το τώρα. Ο στοχασμός στον οποίο μας οδηγεί ο συγγραφέας είναι κατ’ ανάγκη επικαιρικός. Η ανάλυση μας εγκαλεί να ξαναστρατευτούμε σε μια σειρά από προβλήματα και διλήμματα, στα οποία δεν είμαστε ίσως συνειδητά ενταγμένοι. Αυτό νομίζω είναι το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου αυτού: Ότι πίσω από την επιστημονική του επάρκεια κρύβεται ένα στρατευμένο πάθος, που δεν ξέρει ούτε το ίδιο πού πηγαίνει, αλλά μεταφέρει στον αναγνώστη την ανάγκη να πάρουμε όλοι θέση στα τεράστια ζητήματα που μπαίνουν μπροστά μας σήμερα. Το βιβλίο αυτό μας εγκαλεί να μετέχουμε, να γνωρίσουμε, να κατανοήσουμε και κυρίως να ξαναερμηνεύσουμε πράγματα τα οποία ξέραμε και μας έχουν σφραγίσει, αλλά τα οποία πολλοί από εμάς έχουμε αρχίσει να θεωρούμε ως δεδομένα. Αυτή την αμφιβολία καλούμαστε τώρα να επανερμηνεύσουμε. Πολύ περισσότερο που σε μεγάλο βαθμό ένα μεγάλο κομμάτι αυτής της ιστορίας παραμένει γενικά άγνωστο. Όπως άγνωστες παραμένουν πολλές πτυχές της νεότερης ιστορίας μας. Αυτό ισχύει για καίριες στιγμές της μεταπολεμικής ιστορίας, για τη χούντα, ακόμα και για τον εμφύλιο, και πάντως για τη μεταπολίτευση. Οι ιστορικοί που θα επιχειρήσουν να φωτίσουν αυτά τα περίπλοκα και αντιφατικά σχήματα, και ακόμα περισσότερο τον ευρωκομουνισμό και το ΚΚΕ Εσωτερικού, βρίσκονται μπροστά σε μια τεράστιας σημασίας δοκιμασία.

Εκείνο που με συγκινεί είναι ότι πολλά από τα διλήμματα και προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Αριστερά, και μαζί της η ελληνική κοινωνία, είναι παραπλήσια από πολλές πλευρές και σε πολλά επίπεδα με εκείνα που αναδύθηκαν στη δεκαετία του ’60.  Σήμερα, όπως και τότε, η ριζοσπαστική αριστερά καλείται να αναδιατυπώσει το όραμά της από την αρχή. Καλείται να πάψει να είναι δεσμευμένη από δόγματα, ορθοδοξίες και πεπατημένες οδούς. Οφείλει να προσαρμοστεί σε μια περιρρέουσα πραγματικότητα, αλλά οφείλει επίσης επί ποινή αυτοακύρωσης να επινοήσει νέες μορφές πάλης, νέα διακυβεύματα και νέες πολιτικές αλλά και πολιτιστικές ημερήσιες διατάξεις. Σήμερα, όπως τότε, η ριζοσπαστική αριστερά, για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο, βρίσκεται ιστορικά σε θέση να ασκήσει εξουσία ή τουλάχιστον να μετάσχει ενεργά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Τέλος, σήμερα, όπως και τότε, η ριζοσπαστική αριστερά είναι υποχρεωμένη να χαράξει νέους δρόμους σε εντελώς άλλα κοινωνικά πλαίσια.


Από την κυβέρνηση στη διακυβέρνηση

Εκεί διαφέρει η κατάσταση από την εποχή του ευρωκομουνισμού. Διότι καλείται η Αριστερά να ξανασκεφτεί ποια είναι η κοινωνία -αν μπορούμε να μιλάμε ακόμα για κοινωνίες-, ποιο είναι το πλαίσιο, ποιες είναι οι κοινωνικές δομές, επί των οποίων καλείται να παρέμβει ενεργά και να αλλάξει ριζικά. Έχει αλλάξει εκ βάθρων η οργάνωση της παραγωγής, τα νέα μεσοστρώματα ανέρχονται και κλυδωνίζονται ταυτόχρονα, ο παραδοσιακός εργατισμός έχει πάψει να είναι δυνατόν να λειτουργεί ως επίπεδο γενικής στράτευσης του πληθυσμού, τα εισοδηματικά και κοινωνικά συνεχή, τα οποία είχαμε μάθει να είναι σταθεροποιημένα, υπό συνθήκες κρίσης έχουν αρχίσει να διαλύονται, οι εργασιακές σχέσεις έχουν αποσαρθρωθεί και απορρυθμιστεί τελείως και η εισροή προσφύγων, μεταναστών, αλλοεθνών, αλλοθρήσκων αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι δυνατόν μια πολιτική να κινείται και να στοχεύει.

Ταυτόχρονα, στο επίπεδο της παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων, η ΤΙΝΑ (=δεν υπάρχει εναλλακτική) είναι η θεσμοποιημένη συρρίκνωση των ευκαιριών, αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων του πολιτικού υποσυστήματος παντού. Σε άλλο επίπεδο, αυτό εκφράζεται με τα ιδεολογήματα περί τέλους της ιστορίας, της ιδεολογίας και της πολιτικής. Εκφράζεται, επίσης, με την ορολογική αλλαγή της έννοιας της κυβέρνησης με την έννοια της διακυβέρνησης.

Έτσι, λοιπόν, τότε και τώρα η ριζοσπαστική αριστερά βρίσκεται στην κόψη όχι ενός αλλά πολλών ιστορικών ξυραφιών. Γι’ αυτό ακριβώς, στον απολογισμό που επιχειρεί να κάνει ο Γ. Μπαλαμπανίδης στο βιβλίο του, και στο ερώτημα που θέτει: Νίκησε ή νικήθηκε ο ευρωκομουνισμός, δεν επιδέχεται απάντηση. Διότι, τότε όπως και τώρα, τα γεγονότα είναι μπροστά μας ανοιχτά, ενδεχομενικά και απρόβλεπτα. Γι’ αυτό όλοι μας αντιμετωπίζουμε το μέλλον με αγωνία. Είναι βέβαιο ότι δεν έχει νικήσει η Αριστερά, αλλά είναι επίσης βέβαιο ότι δεν έχει νικηθεί. Παλεύει, προσβλέπει και ελπίζει. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχουν ασφαλή κριτήρια για να κρίνουμε ή να αξιολογήσουμε την ιστορική συμβολή της Αριστεράς στην πορεία του κόσμου. Η ουτοπία, αυτό που δεν υπάρχει ακόμα, δεν παραμένει μόνο, όπως και πριν, αχνό και αναποκρυστάλλωτο, αρχίζει και γίνεται ανονόμαστο. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε εκείνο το οποίο δεν υπάρχει ακόμα.


Το μη διαπραγματεύσιμο της δημοκρατίας

Όπως ακριβώς είχε συμβεί και την περίοδο του ευρωκομουνισμού, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά από αδυσώπητα διλήμματα, τα οποία δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε. Υπάρχει, όμως, ένα σημείο για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει πια κανένα δίλημμα για τη ριζοσπαστική αριστερά: το ζήτημα της δημοκρατίας. Όπως συμβαίνει με το σοσιαλισμό, σύμφωνα με τον Ν. Πουλαντζά, η ριζική μεταρρύθμιση ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα υπάρξει. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα διλήμματα που αντιμετωπίζουμε συνδέονται με το αίτημα για διεύρυνση και αναδιατύπωση της θεμελιώδους και απαραβίαστης ιδέας της δημοκρατίας. Η μη διαπραγματευσιμότητα της δημοκρατίας δεν σημαίνει ότι δεν έχει προβλήματα. Από τη μια, το θετικό και αναγκαίο στοιχείο είναι ότι σηματοδοτείται η πλήρης και ανεπίστρεπτη ρήξη με το σταλινικό παρελθόν και με όλες τις μορφές ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, η εμμονή στη δημοκρατία οδηγεί και σε κάτι αρνητικό: στον κατακερματισμό των αριστερών δυνάμεων και στην οργανωτική χαλαρότητα των ριζοσπαστικών στρατεύσεων. Ίσως και σε μια ιδεολογική σύγχυση, δύσκολο να ξεπεραστεί. Να επισημάνω εδώ μια εγγενή διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Η Δεξιά όταν κινδυνεύει να χάσει την εξουσία έχει τον τρόπο να αναγεννάται από τις τέφρες της, να ανακατασκευάζει τα μέτωπά της δίχως προκαταλήψεις. Αντίθετα, η Αριστερά παραμένει δέσμια του καθρέφτη της, των αρχών και των αξιών της και της συνείδησης της. Δεν μπορεί παρά να το κάνει αυτό, διότι αυτή είναι η φύση της Αριστεράς. Δεν συγκροτείται μέσα από συμφέροντα, τα οποία είναι πάντοτε δυνατό να συγκλίνουν, αλλά μέσα από αξίες και ιδέες, οι οποίες μέσα σε ένα ευρύτερο δημοκρατικό πλαίσιο μπορεί πάντοτε να αποκλίνουν. Συνεπώς, ο δημοκρατικός πλουραλισμός ίσως να ευνοεί εκείνους που δεν δεσμεύονται από οποιαδήποτε ηθική ή αξιακή παρωπίδα. Πρόκειται για ένα τίμημα που καλούμαστε να πληρώνουμε ες αεί.


Τα θεμελιώδη διλήμματα

Κλείνοντας, θέλω να αναφερθώ σε πέντε θεμελιώδη διλήμματα τα οποία ενυπάρχουν στο ευρωκομουνιστικό πρόταγμα. Πρώτον: Ποια είναι η θέση της ριζοσπαστικής αριστεράς ή του ευρωκομουνιστικού πειράματος για την εξουσία που έχει την τάση να φθείρει και να διαφθείρει ακόμα και τις αγνότερες των προθέσεων; Δεν μπορούμε παρά να θέλουμε να την κατακτήσουμε. Εδώ τίθεται το μείζον ερώτημα: Τι είναι καλύτερο, να παραμένουμε πιστοί στις απαράβατες αρχές μας ή να αποφασίσουμε να παίξουμε το δημοκρατικό παιχνίδι; Τι είναι καλύτερο, να κινδυνεύουμε να φθαρούμε και να διαφθαρούμε ή να προκρίνουμε την αναζήτηση της αλήθειας σαν τους καλογέρους του μεσαίωνα πίσω από κλειστά τείχη μοναστηριών; Πρόκειται για ένα δίλημμα που δεν μπορεί να απαντηθεί εκ των προτέρων, αλλά ενυπάρχει στην καθημερινότητα της Αριστεράς.

Δεύτερον: Πολιτική συμμαχιών. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε μόνοι, είτε διότι δεν είμαστε αρκετοί είτε διότι αυτό που ονομάζουμε «εμείς» κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να κατατμηθεί σε διάφορα διάσπαρτα «εμείς». Επομένως, χρειάζεται να βρούμε πολιτικές συμμαχιών οι οποίες να υπερβαίνουν το ιδεολογικό πλαίσιό μας. Εδώ τίθεται το ζήτημα, τι κάνουμε το κράτος, είτε το θεωρήσουμε ετερόνομο είτε ως μια σχέση που χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία και επομένως μπορεί να δώσει αγώνες μαζί με άλλους συμμάχους. Ποια είναι, λοιπόν, η δυνατότητα σύμπλευσης με συγγενείς δυνάμεις και ποιες είναι αυτές; Είναι η σοσιαλδημοκρατία; Προφανώς είναι και αυτή ή τουλάχιστον ένα μέρος της. Είναι τα οικολογικά κινήματα. Είναι επίσης ορισμένες κινήσεις που εμπνέονται από το αίτημα αυτονόμησης της ατομικής ταυτότητας. Ωστόσο, όσο πιο πολύ διευρύνεις τις συμμαχίες σου, τόσο δημιουργούνται εσωτερικά προβλήματα ιδεολογικά και πολιτικά.

Τρίτο δίλημμα: Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το προαιώνιο μαρξιστικό πρόβλημα της σχέσης παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων; Μήπως θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να συμπλεύσουν οι υλιστικές με τις μεταϋλιστικές αξίες; Πώς θα τοποθετηθούμε απέναντι στην αντίφαση που μπορεί να εμπεριέχει η άνευ όρων ανάπτυξη σε αντιδιαστολή με τη χειραφέτηση;

Τέταρτον και σημαντικότερο είναι το ζήτημα της σχέσης της ριζοσπαστικής αριστεράς με άλλα κινήματα που βρίσκονται αλλού, αλλά την εποχή του ευρωκομουνισμού ήδη συμπλέανε. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, διότι τότε το εθνικό κράτος μπορούσε ακόμα να σκέφτεται με όρους ενός εθνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό. Αμφιβάλλω αν σήμερα, υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης, είναι δυνατόν να υπάρξει η ριζοσπαστική αριστερά σε μία μόνο χώρα. Όταν το κεφάλαιο έχει αποσπαστεί εντελώς από την επικράτεια, όταν το παγκόσμιο κεφάλαιο έχει πλέον αναπτύξει πρακτικές και αξίες που στηρίζονται στην υπερεπικρατειακότητα, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να σκεφτούμε τρόπους ώστε το οποιοδήποτε πολιτικό πρόταγμα να είναι δυνατό να περιοριστεί στο πλαίσιο μιας εθνικής επικράτειας.

Πέμπτο και τελευταίο δίλημμα: Ποια είναι η σχέση λογική, πολιτική και ιδεολογική ανάμεσα στη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας και στη συνεχή βούληση ανατροπών και ρήξεων μέσα από διαρκείς αγώνες; Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους αγρότες είναι απλώς ένα παράδειγμα για το πόσο δύσκολα μπορεί να είναι συμβατές οι ρεαλιστικές πραγματιστικές κυβερνητικές θέσεις και αρχές με μια άνευ όρων υποστήριξη του αγώνα. Ίσως η εξαιρετικά αμφίσημη έννοια της διαλεκτικής μπορεί να δώσει απαντήσεις για τη σχέση αυτόνομων κινημάτων και κυβέρνησης, αλλά αυτή δεν λύνει τα καθημερινά πολιτικά προβλήματα.

Τα πέντε αυτά στρατηγικά διλήμματα δεν είναι βέβαια καινοφανή. Είναι δε τεράστια η ιστορική σημασία του ευρωκομουνισμού κατά το ότι για πρώτη φορά η ευρωκομουνιστική θεωρία και πρακτική τολμά να τοποθετήσει αυτά τα άλυτα διλήμματα στο επίκεντρο του επίσημου λόγου. Η ιστορική νίκη και σημασία αυτής της τοποθέτησης είναι μια νίκη απαράγραπτη και πολιτιστική. Για πρώτη φορά κατέστη σαφές ότι τα μονοπάτια που οδηγούν στη χειραφέτηση του ανθρώπου από τα αιώνια δεσμά του δεν είναι μόνο δύσβατα, αλλά και αντιφατικά πολλές φορές. Το βιβλίο αυτό, μέσα από τις αναλύσεις του, καταδεικνύει ότι η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί και πρέπει να επιζήσει και να νικήσει ακόμα και ως απομυθοποιημένη, έστω και μόνο επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά από το να προβληματιστούμε. Ρητά και απερίφραστα πιστεύω ότι μόνο στο χώρο αυτό είναι δυνατόν να ξανατεθεί το θέμα της χειραφέτησης του ανθρώπου.


Πηγή Εποχή

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Από την εργασία ποιος θα μας προστατεύσει;


του Άκη Γαβριηλίδη

Ληστέψανε την τράπεζα.
Και τι με νοιάζει εμένα;
Δεν είμαι με κανένα.
Π. Σιδηρόπουλος



Η τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση[1] έχει ήδη γεννήσει έναν μεγάλο όγκο κειμένων.

Κάθε τέτοιο κείμενο που σέβεται τον εαυτό του, είθισται να εξηγεί τρία στοιχεία: α) πώς φτάσαμε στην κρίση, β) τι πρέπει να γίνει από δω και πέρα, γ) γιατί κάνουν λάθος όσοι λένε διαφορετικά πράγματα για τα α) και β).

Κι εγώ στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να κάνω κάτι διαφορετικό. Αυτά λοιπόν που έχω να πω είναι τα εξής:



α) η κρίση είναι αποτέλεσμα της εξόδου του πλήθους από τη μισθωτή σχέση.

Ο δανεισμός και η «υπερχρέωση των λαϊκών νοικοκυριών», για την οποία φρίττουν συντηρητικοί και προοδευτικοί σχολιαστές, μαρτυρεί μια –γνήσια και όχι «κατασκευασμένη»- επιθυμία των ανθρώπων να εξασφαλίζουν τα προς το ζην ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία· διότι μας δείχνει ότι ο κόσμος, εάν έχει την επιλογή, προτιμά να δανείζεται παρά να εργάζεται. Και η προτίμηση αυτή είναι απολύτως φυσιολογική και θεμιτή· δυνάμει μάλιστα είναι αντικαπιταλιστική. Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε και να ανησυχούμε γι’ αυτή ή να την κρύβουμε κάτω απ’ το χαλί· αντιθέτως πρέπει να την φέρουμε στο φως, να διδαχτούμε απ’ αυτήν και με βάση αυτήν να χαράξουμε την πολιτική μας.



β) Πώς θα γίνει αυτό; Είπα προηγουμένως ότι η επιθυμία είναι γνήσια και αξιόπιστη, αλλά φυσικά ο τρόπος ο οποίος προσφέρθηκε για την εξυπηρέτησή της –δηλ. ο δανεισμός από καπιταλιστικές επιχειρήσεις- ήταν απρόσφορος και διαστροφικός. Δική μας δουλειά είναι να επινοήσουμε έναν πιο πρόσφορο τρόπο, και έναν τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας με βάση αυτή την επιθυμία. Ένας τέτοιος τρόπος είναι να ζητήσουμε την καθιέρωση πολιτικού μισθού, δηλαδή εξασφαλισμένο εισόδημα για όλους /-ες ασχέτως εάν έχουν θέση εργασίας ή όχι.



γ) Αν τα παραπάνω ευσταθούν, ποιοι –και σε τι ακριβώς- έχουν άδικο;

Για να το εξηγήσω, θα πάρω ως παράδειγμα τη συνέντευξη του Κώστα Λαπαβίτσα στην Εποχή τής 9.11. Εκεί αναφέρεται:



Ο βαθύτερος μετασχηματισμός έχει να κάνει με το πώς άλλαξε καταρχήν το πιστωτικό σύστημα (…). Οι μεγάλες επιχειρήσεις δανείζονται πλέον ελεύθερα πηγαίνοντας στις ανοιχτές αγορές (ομόλογα κτλ) και όχι στις τράπεζες. Όμως για τις τράπεζες αυτό συνιστά περιορισμό του πεδίου κερδοφορίας. Γι΄ αυτό στράφηκαν προς το προσωπικό εισόδημα, προς τα άτομα. Έχουμε έτσι διεύρυνση του δανεισμού για κατοικία, κατανάλωση, εκπαίδευση, υγεία κ.τ.λ.

–Και αυτό συναντήθηκε με κενό της πολιτικής.

-Ακριβώς, συναντήθηκε με την έλλειψη κοινωνικής πολιτικής, την αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια με την υποχώρηση του κράτους από τους τομείς αυτούς που οδήγησε τον κόσμο, εκόντες άκοντες, για να ικανοποιήσουν αυτές τις βασικές ανάγκες τους, στην αγκαλιά του χρηματοπιστωτικού συστήματος.



Η αφήγηση αυτή, όσον αφορά την περιγραφική-τεχνοκρατική πτυχή της οικονομίας, είναι ακριβής. Από πολιτική σκοπιά, όμως, βασίζεται σε μια θεμελιώδη ερμηνευτική επιλογή: ότι η πρωτοβουλία ανήκει αποκλειστικά στο κεφάλαιο. Όλες οι εξελίξεις εμφανίζονται ως αποτέλεσμα των κινήσεων του κράτους, των τραπεζών κ.λπ. τις οποίες ο κόσμος απλώς ακολουθεί «εκών άκων».

Την ερμηνευτική αυτή επιλογή συμμερίζονται όλοι όσες έγραψαν στο σχετικό αφιέρωμα του «Εντός Εποχής» (τ. 33). Για παράδειγμα, ο Ρικ Γουλφ αναφέρει:



Τη δεκαετία του 1970, οι εργοδότες είχαν βρει ένα τρόπο να φρενάρουν τη σε μακροπρόθεσμη κλίμακα βραδεία αύξηση των μισθών των εργαζόμενων. Βγάζοντας με το outsourcing τις θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, για να εκμεταλλευτούν φθηνότερους μισθούς, βάζοντας γυναίκες μέσα στην εργατική δύναμη, αντικαθιστώντας εργάτες με υπολογιστές κι άλλα μηχανήματα και φέρνοντας τα φθηνά εργατικά χέρια των μεταναστών (…). Αφού οι εργοδότες κατάφερναν να κρατούν τους μισθούς χαμηλούς, ο μόνος τρόπος για να πουλούν τους καρπούς της ολοένα και αυξανόμενης παραγωγής ήταν με το να δανείζουν στους εργάτες χρήματα.



Σε αυτή την αφήγηση, υπάρχει ένας μόνο ενεργός παράγων, μία μόνο δύναμη προικισμένη με αυτενέργεια: οι εργοδότες. Οι άλλοι –στο βαθμό που υπάρχουν καν- σκηνοθετούνται απλώς ως άβουλα όντα που απλώς υφίστανται τη δράση του κεφαλαίου. Η επιθυμία τους δεν υπάρχει πουθενά, η ύπαρξή τους δεν παράγει καθόλου αποτελέσματα. Ο αρθρογράφος δεν φαίνεται ούτε στιγμή να αναρωτιέται: ωραία, οι εργοδότες έβγαλαν θέσεις στο εξωτερικό· αυτοί που κατέλαβαν αυτές τις θέσεις, τι έκαναν μετά; Επίσης, έβαλαν γυναίκες στην παραγωγή. Αυτές οι γυναίκες γιατί μπήκαν; Μήπως αυτό ανταποκρινόταν σε κάποια δική τους σκέψη/ σχέδιο/ επιθυμία; Και αν ναι, μήπως την επιθυμία αυτή πρέπει κάπως να την λάβουμε υπόψη; Έπειτα, έφεραν μετανάστες. Οι μετανάστες αυτοί γιατί ήρθαν; Και, αφού ήρθαν, έκαναν μήπως τίποτε αγώνες, διεκδίκησαν πράγματα; Ή απλώς ήταν και παρέμειναν μια αδρανής ύλη, πιόνια στα χέρια των εργοδοτών; Διότι αν το δεύτερο, τότε το μόνο που μένει είναι να ζητήσουμε να γυρίσουν οι ξένοι στις χώρες τους και οι γυναίκες στις κουζίνες τους.

Τέλος, οι εργοδότες έδωσαν δάνεια. Αυτοί που πήραν δάνεια, γιατί τα πήραν;

Εφόσον ο αρθρογράφος δεν δίνει καμία απάντηση σε αυτό, θα δώσω εγώ μία για λογαριασμό του, η οποία όμως φοβάμαι ότι διευρύνει σε βαθμό υπονόμευσης το βασικό του σχήμα: Τα πήραν διότι ο βασικότερος ταξικός αγώνας των εργαζομένων δεν αφορά την αύξηση των μισθών, αλλά την κατάργησή τους, την έξοδο από αυτούς. Το κεφάλαιο και το κράτος είναι που ακολούθησε εκόν-άκον αυτή την έξοδο, και φυσικά σε δεύτερο χρόνο προσπάθησε να τη διαχειριστεί, να επωφεληθεί απ’ αυτή και να την «βάλει να δουλέψει» για λογαριασμό του. Δεν την προκάλεσε όμως, ούτε ήταν ένα σατανικό σχέδιο που εκπόνησε για να εξαπατήσει τις μάζες και να τις βγάλει από τη θαλπωρή της σταθερής απασχόλησης.



Μια πιο συγκεκριμένη απάντηση όμως ίσως μας δίνει ο Λαπαβίτσας:



[το σύστημα] ωθούσε τις τράπεζες να δώσουν δάνεια στα φτωχά στρώματα και το παρουσίαζε τότε μάλιστα, ως εκδημοκρατισμό του τραπεζικού συστήματος! Είχε να κάνει με την επίλυση, υποτίθεται, κοινωνικών προβλημάτων μέσω του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. (…) Τα στρώματα του πληθυσμού που δανείστηκαν, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, είναι οι λατινοαμερικανοί, αφροαμερικανοί, γυναίκες πάρα πολλές, και ήταν αποκομμένα από τον πιστωτικό τομέα. (…). Κατέληξαν στον ιδιωτικό δανεισμό μέσω της τιτλοποίησης υποστηρίζοντας ότι η μέθοδος αυτή και ο μηχανισμός δεν είναι μόνο ο ιδανικότερος για να λύσει τα οικονομικά προβλήματα αλλά και τα κοινωνικά!.



Ας προσέξουμε λίγο εδώ: προς τι ακριβώς ο σκανδαλισμός και τα θαυμαστικά; Με την περιγραφή του αυτή, ο ίδιος ο ομιλών παραδέχεται ότι πράγματι υπήρξε εκδημοκρατισμός του τραπεζικού συστήματος! (εφόσον ομάδες που ως τότε ήταν αποκλεισμένες απ’ αυτό, και από όλα τα άλλα συστήματα, εντάχθηκαν σε αυτό και απέκτησαν πρόσβαση στον κοινωνικό πλούτο). Το ότι αυτό δεν ήταν η «ιδανική λύση», είναι ένα άλλο ζήτημα. Ασφαλώς δεν ήταν. Ποια θα ήταν όμως μία καλύτερη λύση;

Συνεχίζει η συνέντευξη:



Οι τράπεζες, όπως γνωρίζουμε από την Πολιτική Οικονομία και το Μαρξ αλλά και τους νεοκλασικούς, είναι μια επιχείρηση που μεσολαβεί, συλλέγει τα πλεονάσματα και τα κατευθύνει σ’ αυτούς που έχουν έλλειμμα και επιθυμούν να παράγουν. (…) Για να γίνει αυτό συλλέγουν πληροφορίες για την αξιοπιστία του δανειζόμενου και προχωρούν. Το τραπεζικό σύστημα είναι το νευρικό σύστημα του καπιταλιστικού συστήματος. Τα τελευταία χρόνια, όμως, είδαμε ότι δεν λειτουργεί έτσι. (…) Αντί να συλλέγουν πληροφορίες για τους δανειζόμενους στην ουσία λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι στην κίνηση τίτλων. Δάνειζαν στον οποιονδήποτε. Δεν τους ενδιέφερε.



Και εγώ, εν τη αφελεία μου, αναρωτιέμαι: αφού δεν ενδιέφερε αυτούς, γιατί θα πρέπει να ενδιαφέρει εμάς; Δηλαδή η δουλειά μας είναι να ζητήσουμε από τις τράπεζες να «συλλέγουν πληροφορίες» καλύτερα και να ελέγχουν πιο αυστηρά σε ποιον δανείζουν; Ποιο είναι το πρόβλημα αν οι τράπεζες δανείζουν «στον οποιονδήποτε», ιδίως αν αυτός ο «οποιοσδήποτε» είναι οι λατινοαμερικανοί, οι αφροαμερικανοί και οι γυναίκες;

Αυτό είναι πρόβλημα μόνο για όσους έχουν ως απόλυτο ορίζοντα της πολιτικής τους φαντασίας τη νοσταλγία του εθνικού-κοινωνικού κράτους, τη λεγόμενη «πραγματική οικονομία» και την εργασιολαγνεία.

Στην ίδια πάντα συνέντευξη, διατυπώνεται (ως ερώτηση) ο εξής ισχυρισμός:

Όμως, όλα αυτά συνδέονται με την απασχόληση. Χωρίς αυτή ούτε αποπληρωμή δανείου θα γίνει, ούτε αποταμίευση.

Κι εγώ ρωτάω: τι πειράζει αν δεν γίνει αποπληρωμή δανείου, ούτε αποταμίευση; Ας μη γίνει! Τόσο το καλύτερο.

Είναι βεβαίως πολύ καλό να διακηρύσσουμε, με το ξέσπασμα της κρίσης, ότι θέλουμε να εργαστούμε «για τις ανάγκες των εργαζομένων». Καλό όμως είναι επίσης να θυμόμαστε ότι η πιο βασική, και η πιο υγιής, ανάγκη ενός εργαζόμενου είναι να πάψει να είναι εργαζόμενος. Όσοι θριαμβολογούνε για τη «δικαίωση του Μαρξ εις βάρος του Κέινς», θα πρέπει να βρουν και τον καιρό να θυμηθούν ότι ακριβώς ο Μαρξ όριζε ως ιστορική αποστολή του προλεταριάτου «να καταργήσει τον εαυτό του ως τάξη». Και βεβαίως, να βρουν επίσης την υπομονή να ανιχνεύσουν πώς εκδηλώνεται αυτή η τάση αυτοκατάργησης στις παρούσες συνθήκες. Αλλιώς, αρχίζει να γίνεται δυσδιάκριτο ποια τέλος πάντων είναι αυτή η τόσο ασυμφιλίωτη διαφορά τους από τον Κέινς. Αντί λοιπόν να ζητάμε «προστασία από την ανεργία», ίσως θα ήταν καλύτερο να δούμε πώς θα προστατευθούμε από την εργασία. Αν επιτευχθεί το δεύτερο, επιτυγχάνεται –ή μάλλον, καθίσταται άνευ αντικειμένου- και το πρώτο.

Υποθέτω ότι η λογική μέσω της οποίας αυτό το αίτημα χρίζεται αριστερό/ επαναστατικό, είναι κάποιου είδους «θεωρία των σταδίων»: αν γίνει αυτό, πιο πολλοί άνθρωποι θα γίνουν μισθωτοί, μετά θα καταλάβουν ότι η μισθωτή εργασία είναι σκλαβιά, θα γραφτούν στο συνδικάτο, μετά στο κόμμα, θα κάνουν την επανάσταση, θα φέρουν το σοσιαλισμό και μετά από ογδόντα χρόνια θα καταργηθεί η μισθωτή εργασία.

Αυτός όμως δεν είναι ο μόνος τρόπος. Η άλλη, εναλλακτική συνεπαγωγή θα ήταν: από την κρίση αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι ο κόσμος δεν γουστάρει να δουλεύει, δεν αντέχει η επιβίωσή του και όλη η ύπαρξή του να εξαρτάται από το αν έχει θέση απασχόλησης ή όχι, και δραπετεύει ήδη τώρα από τη φυλακή της μισθωτής εργασίας αντί να ζητά από το κράτος την διά νόμου κατάργησή της (ή μάλλον τη διάδοσή της ώστε μετά να καταργηθεί). Αυτό ας το ωθήσουμε ως το τέλος, ας αντλήσουμε τις λογικές του συνεπαγωγές.

Η εργασία δεν είναι δικαίωμα, είναι εκβιασμός. Οι άνθρωποι δεν επιθυμούν να δουλεύουν. Επιθυμούν να ζουν, και ζητούν εργασία απλώς επειδή (όταν) αυτός είναι ο μόνος διαθέσιμος τρόπος για να επιβιώνουν. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε κάποιον καλύτερο, ο οποίος να βαίνει προς την κατεύθυνση της αποδέσμευσης από τον εκβιασμό του μισθού και όχι της μεγαλύτερης πρόσδεσης σε αυτόν.

---------------------------------
[1] To άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην Εποχή την πρώτη Κυριακή του Δεκεμβρίου του 2008. Επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει διαθέσιμο ηλεκτρονικά πουθενά, σκέφτηκα να το αναρτήσω εδώ να υπάρχει.