Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Πάντα μπροστά μας τα θεμελιώδη διλήμματα του ευρωκομουνισμού




Στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει» (Ακαδημίας 32) στις 28 Ιανουαρίου έγινε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πολυπρισματική του βιβλίου του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με τίτλο «Ευρωκομμουνισμός: Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή αριστερά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις». Με τον συγγραφέα, στην κυριολεξία με το έργο του, συζήτησαν ο Νίκος Θεοτοκάς, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Γιάννης Βούλγαρης και ο Αντώνης Μανιτάκης. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συζήτηση δεν περιορίστηκε μόνο στο περιεχόμενο και την αξία του βιβλίου, για το οποίο και οι τέσσερις ομιλητές συμφώνησαν ότι πρόκειται για εξαιρετική δουλειά που καλύπτει ένα κενό στην πολιτική ιστορία, ειδικότερα της αριστεράς των δεκαετιών ’60-70. Έφτασε στο τρέχον παρόν στην αριστερά, που βρίσκεται σήμερα στην κυβέρνηση, τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του θα ορίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως απόγονο του ευρωκομουνισμού και όσον αφορά την Ελλάδα, το ΚΚΕ Εσωτερικού. Οι απόψεις, ως προς αυτό, διασταυρώθηκαν, δεν ταυτίστηκαν και συχνά ήταν αντίθετες.

Η σάλα του «Επί Λέξει» όχι απλώς γέμισε, αλλά είχε και πολλούς όρθιους. Κυρίως έβλεπε κανείς πολλούς που υπήρξαν στελέχη και μέλη της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος και του ΚΚΕ Εσωτερικού. Του μικρού αυτού κόμματος, αλλά με πολύ μεγαλύτερη επιρροή στις εξελίξεις της αριστεράς και στη συγκρότηση της ριζοσπαστικής αριστεράς, που έφτασε ως σήμερα μέσα από μια ενδιαφέρουσα υπόγεια διαδρομή. Η «Εποχή» δημοσιεύει, με την ευθύνη μιας δικής της απομαγνητοφώνησης, την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.


του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

To βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με έκανε να πάω πίσω στη νιότη μου, να αναπολήσω όλες αυτές τις κοσμοϊστορικές εποχές, που δίκην ύστερης εφηβείας διαπραγματεύτηκα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Την εποχή που μέσα στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς ιστορικής συμπύκνωσης και ώσμωσης, συνέβησαν άπειρα γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο: ο Μάης του ’68, τα γεγονότα της Πράγας, η πολιτιστική επανάσταση της Κίνας, ο Τσε κ.ά. Από τη στιγμή αυτή και πέρα, μαζί με τη διάσπαση του ΚΚΕ και τη χούντα, βρεθήκαμε όλοι σε ένα εντελώς νέο πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Πρόκειται ουσιαστικά για μια θεμελιώδους σημασίας πολιτιστική, όχι απλώς πολιτική, επανάσταση. Αυτή η περίοδος σήμανε το τέλος όλων των βεβαιοτήτων, όλων των από καθέδρας αληθειών, των μονοθεϊσμών και μια προσπάθεια να θυσιάσουμε ό,τι έχουμε στον άγνωστο θεό. Ήταν η εποχή των πειραματισμών, των αναστοχασμών και των αναζητήσεων, όχι μόνο θεωρητικών και επιστημολογικών, αλλά κυρίως υπαρξιακών. Όλοι όσοι βρεθήκαμε σε εκείνη τη χοάνη, αλλάξαμε και γίναμε αυτό που είμαστε σήμερα λόγω και χάρη σε αυτήν την εποχή, την οποία εξέφρασε ο ευρωκομουνισμός.


Η αδυσώπητη εμπλοκή του τότε με το τώρα

Διάβασα το βιβλίο και δεύτερη φορά και προσπάθησα να το δω πιο κριτικά, πιο αποστασιοποιημένα, πιο επιστημονικά. Απέτυχα, διότι είδα πόσο το τότε εμπλέκεται αδυσώπητα με το τώρα. Ο στοχασμός στον οποίο μας οδηγεί ο συγγραφέας είναι κατ’ ανάγκη επικαιρικός. Η ανάλυση μας εγκαλεί να ξαναστρατευτούμε σε μια σειρά από προβλήματα και διλήμματα, στα οποία δεν είμαστε ίσως συνειδητά ενταγμένοι. Αυτό νομίζω είναι το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου αυτού: Ότι πίσω από την επιστημονική του επάρκεια κρύβεται ένα στρατευμένο πάθος, που δεν ξέρει ούτε το ίδιο πού πηγαίνει, αλλά μεταφέρει στον αναγνώστη την ανάγκη να πάρουμε όλοι θέση στα τεράστια ζητήματα που μπαίνουν μπροστά μας σήμερα. Το βιβλίο αυτό μας εγκαλεί να μετέχουμε, να γνωρίσουμε, να κατανοήσουμε και κυρίως να ξαναερμηνεύσουμε πράγματα τα οποία ξέραμε και μας έχουν σφραγίσει, αλλά τα οποία πολλοί από εμάς έχουμε αρχίσει να θεωρούμε ως δεδομένα. Αυτή την αμφιβολία καλούμαστε τώρα να επανερμηνεύσουμε. Πολύ περισσότερο που σε μεγάλο βαθμό ένα μεγάλο κομμάτι αυτής της ιστορίας παραμένει γενικά άγνωστο. Όπως άγνωστες παραμένουν πολλές πτυχές της νεότερης ιστορίας μας. Αυτό ισχύει για καίριες στιγμές της μεταπολεμικής ιστορίας, για τη χούντα, ακόμα και για τον εμφύλιο, και πάντως για τη μεταπολίτευση. Οι ιστορικοί που θα επιχειρήσουν να φωτίσουν αυτά τα περίπλοκα και αντιφατικά σχήματα, και ακόμα περισσότερο τον ευρωκομουνισμό και το ΚΚΕ Εσωτερικού, βρίσκονται μπροστά σε μια τεράστιας σημασίας δοκιμασία.

Εκείνο που με συγκινεί είναι ότι πολλά από τα διλήμματα και προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Αριστερά, και μαζί της η ελληνική κοινωνία, είναι παραπλήσια από πολλές πλευρές και σε πολλά επίπεδα με εκείνα που αναδύθηκαν στη δεκαετία του ’60.  Σήμερα, όπως και τότε, η ριζοσπαστική αριστερά καλείται να αναδιατυπώσει το όραμά της από την αρχή. Καλείται να πάψει να είναι δεσμευμένη από δόγματα, ορθοδοξίες και πεπατημένες οδούς. Οφείλει να προσαρμοστεί σε μια περιρρέουσα πραγματικότητα, αλλά οφείλει επίσης επί ποινή αυτοακύρωσης να επινοήσει νέες μορφές πάλης, νέα διακυβεύματα και νέες πολιτικές αλλά και πολιτιστικές ημερήσιες διατάξεις. Σήμερα, όπως τότε, η ριζοσπαστική αριστερά, για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο, βρίσκεται ιστορικά σε θέση να ασκήσει εξουσία ή τουλάχιστον να μετάσχει ενεργά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Τέλος, σήμερα, όπως και τότε, η ριζοσπαστική αριστερά είναι υποχρεωμένη να χαράξει νέους δρόμους σε εντελώς άλλα κοινωνικά πλαίσια.


Από την κυβέρνηση στη διακυβέρνηση

Εκεί διαφέρει η κατάσταση από την εποχή του ευρωκομουνισμού. Διότι καλείται η Αριστερά να ξανασκεφτεί ποια είναι η κοινωνία -αν μπορούμε να μιλάμε ακόμα για κοινωνίες-, ποιο είναι το πλαίσιο, ποιες είναι οι κοινωνικές δομές, επί των οποίων καλείται να παρέμβει ενεργά και να αλλάξει ριζικά. Έχει αλλάξει εκ βάθρων η οργάνωση της παραγωγής, τα νέα μεσοστρώματα ανέρχονται και κλυδωνίζονται ταυτόχρονα, ο παραδοσιακός εργατισμός έχει πάψει να είναι δυνατόν να λειτουργεί ως επίπεδο γενικής στράτευσης του πληθυσμού, τα εισοδηματικά και κοινωνικά συνεχή, τα οποία είχαμε μάθει να είναι σταθεροποιημένα, υπό συνθήκες κρίσης έχουν αρχίσει να διαλύονται, οι εργασιακές σχέσεις έχουν αποσαρθρωθεί και απορρυθμιστεί τελείως και η εισροή προσφύγων, μεταναστών, αλλοεθνών, αλλοθρήσκων αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι δυνατόν μια πολιτική να κινείται και να στοχεύει.

Ταυτόχρονα, στο επίπεδο της παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων, η ΤΙΝΑ (=δεν υπάρχει εναλλακτική) είναι η θεσμοποιημένη συρρίκνωση των ευκαιριών, αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων του πολιτικού υποσυστήματος παντού. Σε άλλο επίπεδο, αυτό εκφράζεται με τα ιδεολογήματα περί τέλους της ιστορίας, της ιδεολογίας και της πολιτικής. Εκφράζεται, επίσης, με την ορολογική αλλαγή της έννοιας της κυβέρνησης με την έννοια της διακυβέρνησης.

Έτσι, λοιπόν, τότε και τώρα η ριζοσπαστική αριστερά βρίσκεται στην κόψη όχι ενός αλλά πολλών ιστορικών ξυραφιών. Γι’ αυτό ακριβώς, στον απολογισμό που επιχειρεί να κάνει ο Γ. Μπαλαμπανίδης στο βιβλίο του, και στο ερώτημα που θέτει: Νίκησε ή νικήθηκε ο ευρωκομουνισμός, δεν επιδέχεται απάντηση. Διότι, τότε όπως και τώρα, τα γεγονότα είναι μπροστά μας ανοιχτά, ενδεχομενικά και απρόβλεπτα. Γι’ αυτό όλοι μας αντιμετωπίζουμε το μέλλον με αγωνία. Είναι βέβαιο ότι δεν έχει νικήσει η Αριστερά, αλλά είναι επίσης βέβαιο ότι δεν έχει νικηθεί. Παλεύει, προσβλέπει και ελπίζει. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχουν ασφαλή κριτήρια για να κρίνουμε ή να αξιολογήσουμε την ιστορική συμβολή της Αριστεράς στην πορεία του κόσμου. Η ουτοπία, αυτό που δεν υπάρχει ακόμα, δεν παραμένει μόνο, όπως και πριν, αχνό και αναποκρυστάλλωτο, αρχίζει και γίνεται ανονόμαστο. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε εκείνο το οποίο δεν υπάρχει ακόμα.


Το μη διαπραγματεύσιμο της δημοκρατίας

Όπως ακριβώς είχε συμβεί και την περίοδο του ευρωκομουνισμού, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά από αδυσώπητα διλήμματα, τα οποία δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε. Υπάρχει, όμως, ένα σημείο για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει πια κανένα δίλημμα για τη ριζοσπαστική αριστερά: το ζήτημα της δημοκρατίας. Όπως συμβαίνει με το σοσιαλισμό, σύμφωνα με τον Ν. Πουλαντζά, η ριζική μεταρρύθμιση ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα υπάρξει. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα διλήμματα που αντιμετωπίζουμε συνδέονται με το αίτημα για διεύρυνση και αναδιατύπωση της θεμελιώδους και απαραβίαστης ιδέας της δημοκρατίας. Η μη διαπραγματευσιμότητα της δημοκρατίας δεν σημαίνει ότι δεν έχει προβλήματα. Από τη μια, το θετικό και αναγκαίο στοιχείο είναι ότι σηματοδοτείται η πλήρης και ανεπίστρεπτη ρήξη με το σταλινικό παρελθόν και με όλες τις μορφές ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, η εμμονή στη δημοκρατία οδηγεί και σε κάτι αρνητικό: στον κατακερματισμό των αριστερών δυνάμεων και στην οργανωτική χαλαρότητα των ριζοσπαστικών στρατεύσεων. Ίσως και σε μια ιδεολογική σύγχυση, δύσκολο να ξεπεραστεί. Να επισημάνω εδώ μια εγγενή διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Η Δεξιά όταν κινδυνεύει να χάσει την εξουσία έχει τον τρόπο να αναγεννάται από τις τέφρες της, να ανακατασκευάζει τα μέτωπά της δίχως προκαταλήψεις. Αντίθετα, η Αριστερά παραμένει δέσμια του καθρέφτη της, των αρχών και των αξιών της και της συνείδησης της. Δεν μπορεί παρά να το κάνει αυτό, διότι αυτή είναι η φύση της Αριστεράς. Δεν συγκροτείται μέσα από συμφέροντα, τα οποία είναι πάντοτε δυνατό να συγκλίνουν, αλλά μέσα από αξίες και ιδέες, οι οποίες μέσα σε ένα ευρύτερο δημοκρατικό πλαίσιο μπορεί πάντοτε να αποκλίνουν. Συνεπώς, ο δημοκρατικός πλουραλισμός ίσως να ευνοεί εκείνους που δεν δεσμεύονται από οποιαδήποτε ηθική ή αξιακή παρωπίδα. Πρόκειται για ένα τίμημα που καλούμαστε να πληρώνουμε ες αεί.


Τα θεμελιώδη διλήμματα

Κλείνοντας, θέλω να αναφερθώ σε πέντε θεμελιώδη διλήμματα τα οποία ενυπάρχουν στο ευρωκομουνιστικό πρόταγμα. Πρώτον: Ποια είναι η θέση της ριζοσπαστικής αριστεράς ή του ευρωκομουνιστικού πειράματος για την εξουσία που έχει την τάση να φθείρει και να διαφθείρει ακόμα και τις αγνότερες των προθέσεων; Δεν μπορούμε παρά να θέλουμε να την κατακτήσουμε. Εδώ τίθεται το μείζον ερώτημα: Τι είναι καλύτερο, να παραμένουμε πιστοί στις απαράβατες αρχές μας ή να αποφασίσουμε να παίξουμε το δημοκρατικό παιχνίδι; Τι είναι καλύτερο, να κινδυνεύουμε να φθαρούμε και να διαφθαρούμε ή να προκρίνουμε την αναζήτηση της αλήθειας σαν τους καλογέρους του μεσαίωνα πίσω από κλειστά τείχη μοναστηριών; Πρόκειται για ένα δίλημμα που δεν μπορεί να απαντηθεί εκ των προτέρων, αλλά ενυπάρχει στην καθημερινότητα της Αριστεράς.

Δεύτερον: Πολιτική συμμαχιών. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε μόνοι, είτε διότι δεν είμαστε αρκετοί είτε διότι αυτό που ονομάζουμε «εμείς» κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να κατατμηθεί σε διάφορα διάσπαρτα «εμείς». Επομένως, χρειάζεται να βρούμε πολιτικές συμμαχιών οι οποίες να υπερβαίνουν το ιδεολογικό πλαίσιό μας. Εδώ τίθεται το ζήτημα, τι κάνουμε το κράτος, είτε το θεωρήσουμε ετερόνομο είτε ως μια σχέση που χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία και επομένως μπορεί να δώσει αγώνες μαζί με άλλους συμμάχους. Ποια είναι, λοιπόν, η δυνατότητα σύμπλευσης με συγγενείς δυνάμεις και ποιες είναι αυτές; Είναι η σοσιαλδημοκρατία; Προφανώς είναι και αυτή ή τουλάχιστον ένα μέρος της. Είναι τα οικολογικά κινήματα. Είναι επίσης ορισμένες κινήσεις που εμπνέονται από το αίτημα αυτονόμησης της ατομικής ταυτότητας. Ωστόσο, όσο πιο πολύ διευρύνεις τις συμμαχίες σου, τόσο δημιουργούνται εσωτερικά προβλήματα ιδεολογικά και πολιτικά.

Τρίτο δίλημμα: Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το προαιώνιο μαρξιστικό πρόβλημα της σχέσης παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων; Μήπως θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να συμπλεύσουν οι υλιστικές με τις μεταϋλιστικές αξίες; Πώς θα τοποθετηθούμε απέναντι στην αντίφαση που μπορεί να εμπεριέχει η άνευ όρων ανάπτυξη σε αντιδιαστολή με τη χειραφέτηση;

Τέταρτον και σημαντικότερο είναι το ζήτημα της σχέσης της ριζοσπαστικής αριστεράς με άλλα κινήματα που βρίσκονται αλλού, αλλά την εποχή του ευρωκομουνισμού ήδη συμπλέανε. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, διότι τότε το εθνικό κράτος μπορούσε ακόμα να σκέφτεται με όρους ενός εθνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό. Αμφιβάλλω αν σήμερα, υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης, είναι δυνατόν να υπάρξει η ριζοσπαστική αριστερά σε μία μόνο χώρα. Όταν το κεφάλαιο έχει αποσπαστεί εντελώς από την επικράτεια, όταν το παγκόσμιο κεφάλαιο έχει πλέον αναπτύξει πρακτικές και αξίες που στηρίζονται στην υπερεπικρατειακότητα, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να σκεφτούμε τρόπους ώστε το οποιοδήποτε πολιτικό πρόταγμα να είναι δυνατό να περιοριστεί στο πλαίσιο μιας εθνικής επικράτειας.

Πέμπτο και τελευταίο δίλημμα: Ποια είναι η σχέση λογική, πολιτική και ιδεολογική ανάμεσα στη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας και στη συνεχή βούληση ανατροπών και ρήξεων μέσα από διαρκείς αγώνες; Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους αγρότες είναι απλώς ένα παράδειγμα για το πόσο δύσκολα μπορεί να είναι συμβατές οι ρεαλιστικές πραγματιστικές κυβερνητικές θέσεις και αρχές με μια άνευ όρων υποστήριξη του αγώνα. Ίσως η εξαιρετικά αμφίσημη έννοια της διαλεκτικής μπορεί να δώσει απαντήσεις για τη σχέση αυτόνομων κινημάτων και κυβέρνησης, αλλά αυτή δεν λύνει τα καθημερινά πολιτικά προβλήματα.

Τα πέντε αυτά στρατηγικά διλήμματα δεν είναι βέβαια καινοφανή. Είναι δε τεράστια η ιστορική σημασία του ευρωκομουνισμού κατά το ότι για πρώτη φορά η ευρωκομουνιστική θεωρία και πρακτική τολμά να τοποθετήσει αυτά τα άλυτα διλήμματα στο επίκεντρο του επίσημου λόγου. Η ιστορική νίκη και σημασία αυτής της τοποθέτησης είναι μια νίκη απαράγραπτη και πολιτιστική. Για πρώτη φορά κατέστη σαφές ότι τα μονοπάτια που οδηγούν στη χειραφέτηση του ανθρώπου από τα αιώνια δεσμά του δεν είναι μόνο δύσβατα, αλλά και αντιφατικά πολλές φορές. Το βιβλίο αυτό, μέσα από τις αναλύσεις του, καταδεικνύει ότι η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί και πρέπει να επιζήσει και να νικήσει ακόμα και ως απομυθοποιημένη, έστω και μόνο επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά από το να προβληματιστούμε. Ρητά και απερίφραστα πιστεύω ότι μόνο στο χώρο αυτό είναι δυνατόν να ξανατεθεί το θέμα της χειραφέτησης του ανθρώπου.


Πηγή Εποχή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget