Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσουκαλάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσουκαλάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Φως στο αόρατο και απρόσιτο εξουσιαστικό σύστημα*


του Θανάση Γιαλκέτση


Με το νέο βιβλίο του «Ο αόρατος Λεβιάθαν» (Πόλις 2020) ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς αναλύει και ερμηνεύει τους κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς μετασχηματισμούς που καθόρισαν την εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών. Φωτίζει έτσι τις μεγάλες ιστορικές διαδικασίες που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Το διάβημά του είναι τολμηρό, ιδιαίτερα απαιτητικό και φιλόδοξο.

Ο Τσουκαλάς έχει επίγνωση των υψηλών απαιτήσεων και των μεγάλων δυσκολιών με τις οποίες αναμετριέται. Σήμερα, σημειώνει, «είναι ίσως εξίσου δύσκολο να προσπαθούμε να "καταλάβουμε" τον κόσμο όσο είναι και να τον "αλλάξουμε"». Πράγματι, κάθε σοβαρή προσπάθεια ανάλυσης και κατανόησης της σύγχρονης κοινωνικής πολυπλοκότητας οφείλει να αναμετρηθεί με πολλαπλά επιστημολογικά εμπόδια και δυσεπίλυτα θεωρητικά προβλήματα.


Ενα νέο λεξικό

Πολλές από τις θεμελιώδεις έννοιες που μας κληροδοτεί η παράδοση της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας έχουν χάσει το αρχικό τους νόημα ή δεν λειτουργούν ως επαρκή αναλυτικά εργαλεία. Επιστημολογικές βεβαιότητες, που στο παρελθόν λειτουργούσαν σαν πυξίδα και προσανατόλιζαν την έρευνα, έχουν κλονιστεί ή και διαψευστεί από τις «απαντήσεις» της Ιστορίας.

Με άλλα λόγια, η κριτική κοινωνική θεωρία συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να συλλάβει τη σύγχρονη πραγματικότητα με τις έννοιες και τα σχήματα που κυριάρχησαν στη δυτική ορθολογικότητα τους προηγούμενους αιώνες. Χρειάζεται, θα λέγαμε, ένα καινούργιο «λεξικό», έναν νέο θεωρητικό εξοπλισμό, για να περιγράψει και να αναλύσει τη δομή και τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου. Με το βιβλίο του, ο Τσουκαλάς καταθέτει μιαν εξαιρετικά πολύτιμη συμβολή στη συγγραφή αυτού του καινούργιου κοινωνικοπολιτικού «λεξικού», στην αναγκαία δηλαδή ανανέωση του κριτικού στοχασμού για την κοινωνία και την παγκόσμια πραγματικότητα.


Αληθινός θησαυρός γνώσης

Προκειμένου να φωτίσει από πολλές πλευρές τη μεγάλη εικόνα του σύγχρονου κόσμου, ο Τσουκαλάς αξιοποιεί θεωρητικά εργαλεία και αναλυτικές υποδείξεις όχι μόνον της κοινωνιολογικής σκέψης, αλλά και του φιλοσοφικού στοχασμού, της ανθρωπολογίας, της πολιτικής και της νομικής επιστήμης, της ιστοριογραφίας ή ακόμη και της λογοτεχνικής δημιουργίας. Επιβεβαιώνει έτσι, γι' άλλη μία φορά, ότι δεν είναι μόνον ένας διακεκριμένος ακαδημαϊκός δάσκαλος, ένας κορυφαίος κοινωνιολόγος (στο έργο του οποίου οφείλουμε άλλωστε πολλά από όσα γνωρίζουμε για την ελληνική κοινωνία και τον κόσμο).

Είναι ταυτόχρονα και ένας κριτικός διανοούμενος με τη βαθύτερη έννοια του όρου, ένας στοχαστής που θεμελιώνει τη γνώση του αντλώντας έμπνευση και ερεθίσματα από όλες τις δυνατές και προσιτές πνευματικές πηγές. Και τη γνώση αυτή τη μοιράζεται γενναιόδωρα με όλους. Το βιβλίο του είναι πράγματι ένας αληθινός θησαυρός γνώσεων και κριτικών αναλύσεων, που δύσκολα μπορούν να συνοψιστούν από ένα βιβλιοκριτικό σημείωμα. Αρκεί εδώ να αναφέρουμε ότι οι σημειώσεις και οι παραπομπές του συναποτελούν ένα δεύτερο μεγάλο έργο και δίνουν άφθονη τροφή στον αναγνώστη, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στην έρευνα και την πνευματική αναζήτηση.


Ο αόρατος Λεβιάθαν

Ο Τσουκαλάς χρησιμοποιεί τη μεταφορά του απρόσωπου και αόρατου Λεβιάθαν για να υπογραμμίσει τη διάψευση των μεγάλων επαγγελιών της δυτικής νεωτερικότητας. Η νεωτερική προμηθεϊκή επανάσταση υποσχέθηκε την απελευθέρωση του ανθρώπου από προαιώνια δεσμά, την έξοδό του από τη σφαίρα μιας καταπιεστικής ετερονομίας. Χάρη στη δύναμη του ορθού λόγου, τα ελεύθερα υποκείμενα θα μπορούσαν στο εξής να χαράσσουν αυτόνομα την πορεία τους, να ορίζουν και να ελέγχουν την ατομική και τη συλλογική τους μοίρα.

Ο σύγχρονος κόσμος όμως εμφανίζεται ήδη σε όλους σαν μια γιγάντια καλοκουρδισμένη μηχανή, που λειτουργεί με τους δικούς της αυτοματισμούς και πορεύεται ερήμην της βούλησης όχι μόνο των απλών ανθρώπων αλλά και των πολιτικών ηγεσιών. Η μηχανή αυτή δεν βρίσκεται στα χέρια επαγγελματιών της πολιτικής, ολιγαρχών της οικονομίας ή τεχνικών της διαχείρισης, αλλά τους χρησιμοποιεί όλους αυτούς σαν ανθρώπινα γρανάζια. Εκείνοι που φαινομενικά κρατούν κάποιο πηδάλιο στην πραγματικότητα υποχρεώνονται να δρουν ως «άβουλοι διεκπεραιωτές» ή «αναγκαίοι συνεργοί» σε διαδικασίες τις οποίες δεν μπορούν να ελέγξουν.

Αυτός ο απρόσιτος, αθέατος και πολυπλόκαμος Λεβιάθαν είναι ένα εξουσιαστικό σύστημα, απαλλαγμένο από κάθε αξιακή δέσμευση και γι' αυτό ψυχρό, απρόσιτο, αμείλικτο και ανελέητο απέναντι σε εκατομμύρια ανθρώπινες υπάρξεις και σε ολόκληρα έθνη.

Οι κανόνες λειτουργίας αυτού του συστήματος επιβάλλονται ως μία και μοναδική αλήθεια και ως ασφυκτική αναγκαιότητα, ικανή να εξουδετερώνει όλα τα αντίθετα συλλογικά σχέδια και κάθε μορφή πολιτικής αυτονομίας. «Επίτευγμα» που δεν έχει προηγούμενο στην Ιστορία, καθώς καμία προγενέστερη μορφή εξουσίας δεν είχε κατορθώσει να αποκλείσει σε μόνιμη βάση τη ριζική της αμφισβήτηση από αντίπαλες ανατρεπτικές δυνάμεις. Στις μέρες μας αντίθετα δεν εκδηλώνονται δυναμικές συλλογικές αντιδράσεις εναντίον του συστήματος, ενώ οι αρνητές του θεωρούνται γραφικοί ιδεοληπτικοί και αβλαβείς εκκεντρικοί.


Το σκανδαλώδες

Μετά την ιστορική ήττα και την κατάρρευση του «αντίπαλου δέους», επικράτησε η ιδέα ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανένας «άλλος κόσμος». Στους πολίτες επομένως δεν απομένει παρά η επιλογή της συμμόρφωσης, της παθητικής αποδοχής και της αδράνειας. Ομως, όπως σημειώνει ο Τσουκαλάς, «τίποτε δεν είναι πιο σκανδαλώδες από την αποδοχή μιας σκανδαλώδους πραγματικότητας ως φυσικής ή αυτονόητης».

Η φετιχοποιημένη συστημική αναγκαιότητα δεν επικαλείται κάποιες ηθικές ή πολιτικές αξίες, προκειμένου να πετύχει μια νομιμοποίηση. Εξοβελίζει αντίθετα κάθε προβληματισμό για το δέον και δεν προτάσσει γενικούς σκοπούς (ελευθερία, δικαιοσύνη κ.ο.κ.). Ο μόνος σκοπός στον οποίο δηλώνει ότι αποβλέπει είναι η «ανάπτυξη», η οικονομική μεγέθυνση και η αύξηση των παραγωγικών επιδόσεων. Ετσι, μια άλλη θεμελιώδης επαγγελία της νεωτερικότητας, εκείνη της αέναης κοινωνικής προόδου, καταλήγει να ταυτίζεται με έναν αναπτυξιακό οικονομισμό, εναρμονισμένο πλήρως με τις επιταγές συντήρησης και αναπαραγωγής του αγοραίου καπιταλιστικού συστήματος.

Ο στόχος της μεγιστοποίησης της ανάπτυξης γίνεται η απόλυτη προτεραιότητα κάθε κοινωνίας, το μοναδικό μέλημα όλων των κυβερνητικών σχεδίων, μπροστά στο οποίο υποχωρούν ή παρακάμπτονται όλοι οι άλλοι κοινωνικοί στόχοι, όπως είναι λ.χ. η καταπολέμηση της φτώχειας, της αδικίας και της ανισότητας.

Η δημοκρατία όμως θεμελιώθηκε ηθικά πάνω στη διεκδίκηση ισότιμης πρόσβασης όλων των ανθρώπων στα θεμελιώδη κοινωνικά αγαθά. Καθώς τώρα το πρωτείο της αγοραίας καπιταλιστικής ανάπτυξης εκτοπίζει και ματαιώνει την καταπολέμηση των κοινωνικών δεινών, η εκμετάλλευση, η ανεργία, η εξαθλίωση και ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν πλήττουν μόνον τα παραδοσιακά θύματά τους στην εργατική τάξη. Αποσταθεροποιούν και τα μεσαία στρώματα, ρίχνοντας την πλειονότητα της κοινωνίας στην αβεβαιότητα και τη γενική επισφάλεια. Αναδύεται έτσι το «νέο κοινωνικό ζήτημα», που αφορά πλέον μια διαρκώς αυξανόμενη κατηγορία πολιτών. Με τη νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση της οικονομίας, η απληστία και η ταξική αδιαλλαξία των πλουτοκρατικών ολιγαρχιών ενισχύθηκαν και αποχαλινώθηκαν. Από την άλλη μεριά, τα θύματα της κοινωνικής αδικίας πολλαπλασιάστηκαν, αλλά ο κατακερματισμός τους, η εξατομίκευση και η σχετική απομόνωσή τους δυσκολεύουν τη συγκρότησή τους σε αξιόμαχη συλλογική δύναμη.


Η Αριστερά

Η σοσιαλδημοκρατική Αριστερά θα μπορούσε να ενοποιήσει και να εκφράσει τα αιτήματά τους, καθώς ήταν η πολιτική δύναμη που παραδοσιακά προέτασσε την κοινωνική αλληλεγγύη και την αναδιανεμητική δικαιοσύνη. Εδώ και χρόνια όμως έχει προσχωρήσει και αυτή στον διαχειριστικό «ρεαλισμό», που κινείται αποκλειστικά εντός των ασφυκτικών συστημικών προδιαγραφών και των προκαθορισμένων δημοσιονομικών ορίων.Ο δημοκρατικός παρεμβατικός κεϊνσιανισμός, που σφράγισε τη σοσιαλδημοκρατική συναίνεση των ετών 1950-1980, ενταφιάστηκε και αντικαταστάθηκε από τη νέα μονεταριστική ορθοδοξία της Σχολής του Σικάγου. Ο κυρίαρχος πλέον αγοραίος μονοθεϊσμός εκφράστηκε με τη λεγόμενη Συναίνεση της Ουάσινγκτον, που υπονόμευε κάθε κρατική παρέμβαση στην οικονομία και επέβαλλε τη δραστική μείωση των δημόσιων δαπανών.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ήταν ένα από τα πρώτα μεγάλα θύματα αυτών των ιδεολογικών μεταβολών. Γράφει χαρακτηριστικά ο Τσουκαλάς: «Αν μείζονα διακυβεύματα, όπως η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ο περιορισμός της ασυδοσίας της ατομικής ιδιοκτησίας, είχαν ουσιαστικά απαλειφθεί από τη σοσιαλδημοκρατική ατζέντα ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, άρχισαν πλέον να υποχωρούν ακόμη και ελάσσονα παραδοσιακά μεταρρυθμιστικά αιτήματα που κατέτειναν στον σχετικό έστω έλεγχο της ελεύθερης αγοράς, στον περιορισμό της εξαθλίωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού και στην εξασφάλιση των ελάχιστων μέσων επιβίωσης για το σύνολο των πολιτών».


Ιδεολογικό κενό

Τα πολυάριθμα θύματα του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού μένουν χωρίς συνεκτική πολιτική εκπροσώπηση. Αυτή η κρίση εκπροσώπησης αντανακλά μια βαθύτερη κρίση των πολιτικών ιδεών. Η πολιτική αντιπαράθεση, η σύγκρουση ανάμεσα σε συντήρηση και μεταρρύθμιση, μοιάζει να διεξάγεται σε ένα ιδεολογικό κενό. Δεν αφορά πλέον ιδέες, αρχές, αξίες, εναλλακτικά στρατηγικά σχέδια και προγράμματα, αλλά μόνον τεχνικές που συναγωνίζονται για τη διαχειριστική τους αποτελεσματικότητα. Σύμφωνα με τον Τσουκαλά, ήδη από τη δεκαετία του 1980, οι κατακερματισμένες δυνάμεις της Αριστεράς χαρακτηρίζονται από «αφετηριακή ασάφεια και ιδεολογική ισχνότητα» σε ό,τι αφορά όχι μόνο την τακτική τους αλλά και τους μακρόπνοους στρατηγικούς τους σχεδιασμούς. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά «σε μια βαθύτερη απώλεια ευκρίνειας του οράματος, η οποία θολώνει το ίδιο το νοηματικό περιεχόμενο της αντιπαράθεσης Δεξιάς και Αριστεράς». Αναλύοντας τα νεωτερικά πολιτεύματα και την ιστορική πορεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ο Τσουκαλάς επισημαίνει τις διαρκείς μεταβολές της δυτικής πολιτειακής πραγματικότητας. Οι μεταβολές αυτές αποτυπώνουν διαφορετικούς κάθε φορά ιστορικούς συμβιβασμούς και εκφράζουν διαφορετικές αξιακές και ιδεολογικές ισορροπίες. Διαφορετικές θεμελιώδεις προτεραιότητες υπηρετούσαν, για παράδειγμα, η αστικοφιλελεύθερη δημοκρατία του 19ου αιώνα και η συναινετική κοινωνική δημοκρατία της μεταπολεμικής «ένδοξης τριακονταετίας».

Μετά την αυτοκαταστροφική πορεία της δημοκρατίας του Μεσοπολέμου και την ιστορική παρένθεση των ολοκληρωτισμών, επιτεύχθηκε ένας ιστορικός, πολιτικός και ταξικός συμβιβασμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και στις δυνάμεις της εργασίας. Ο συμβιβασμός αυτός συνέβαλε στον «εξανθρωπισμό» των κοινωνικών σχέσεων και στη διαταξική εμπέδωση της κοινωνικής συναίνεσης. Η αυτονόμηση των αγοραίων συναλλαγών σε παγκόσμια κλίμακα προκάλεσε βαθιές πολιτειακές αλλαγές και υπαγόρευσε νέες στρατηγικές προτεραιότητες.


Η ψευδεπίγραφη αυτονομία

Η νέα ασταθής και μεταβατική ιστορική φάση που διανύουμε, σημειώνει ο Τσουκαλάς, θα μπορούσε ίσως να ονομαστεί «μεταδημοκρατικός φιλελευθερισμός». Καθώς η «συστημική πραγματικότητα» (ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός) επιβάλλει παντού τους άγραφους κανόνες της χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση, το δημοκρατικό έλλειμμα δεν είναι πλέον συγκυριακό, αλλά γίνεται δομικό.

Και η αυτονομία του κυρίαρχου λαού «μοιάζει ψευδεπίγραφη και εν πολλοίς διακοσμητική». Η αποδυνάμωση της δημοκρατίας και η μετάβαση σε μεταδημοκρατικές κοινωνίες εκτυλίσσονται παράλληλα και συνδέονται στενά με την απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων, την προώθηση της λεγόμενης εργασιακής ευελιξίας και την ενίσχυση των δομών εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Απαλλαγμένο από κάθε είδους δέσμευση, που στο παρελθόν το περιόριζε σε ένα ορισμένο περιβάλλον, καθώς και από κάθε υποχρέωση απέναντι σε μιαν οργανωμένη πολιτεία, το κεφάλαιο αναπτύσσει μιαν ακραία κινητικότητα. Είναι πλέον ελεύθερο να αλλάζει τους τόπους, τους τρόπους και τους χρόνους της δράσης του, επιδιώκοντας τη μεγιστοποίηση των κερδών του.

Το αεικίνητο κεφάλαιο μπορεί να κερδοσκοπεί ανεμπόδιστα, χωρίς να λογαριάζει σύνορα και φραγμούς, χωρίς να απειλείται με εθνικοποίηση ή κοινωνικοποίηση. Μπορεί να επιβάλλει τους όρους του στα εθνικά κράτη, τα οποία άλλωστε δεν διαθέτουν πλέον ουσιαστικές παρεμβατικές δυνατότητες. Μπορεί να καταφεύγει σε φορολογικούς παραδείσους, κερδίζοντας πλήρη φορολογική ασυλία, ή να πληρώνει ελάχιστους φόρους, φορτώνοντας όλο το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής στους μισθωτούς και τους μικρομεσαίους. Μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία των θεσμών και τις δημόσιες αποφάσεις, διαβρώνοντας έτσι με τον ιδιοτελή ωφελιμισμό του τα ηθικά θεμέλια της δημοκρατίας.

Στην υπερκινητικότητα του κεφαλαίου αντιστοιχούν η ευελιξία της εργασίας, η ρευστοποίηση όλων των μορφών απασχόλησης και η γενίκευση της εργασιακής και κοινωνικής επισφάλειας. Η εργασία γίνεται ευκαιριακή, μερική, προσωρινή, εκ περιτροπής και σε κάθε περίπτωση επισφαλής και αβέβαιη. Οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι μένουν συνήθως απροστάτευτοι και παραδίδονται στο έλεος της απορρυθμισμένης αγοράς. Και ενώ το «γυμνό» κεφάλαιο αποτινάσσει και τις τελευταίες αλυσίδες που κάποτε το έδεναν σε μιαν εδαφική επικράτεια, «οι απογυμνωμένοι από οποιοδήποτε δικαίωμα φυγάδες ή πρόσφυγες καταδικάζονται να έρπουν στα λαγούμια μιας αλλότριας γης, που πιθανότατα θα είναι και ο άγνωστος τάφος τους».

Καθώς ανέχονται την κοινωνική αδικία, την εκμετάλλευση, τις ανισότητες, και μάλιστα τις θεωρούν αναπόφευκτες ή και συστημικά αναγκαίες, οι σύγχρονες κοινωνίες απαρνούνται την κριτική παράδοση που εγκαινίασε ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και απαξιώνουν τα ανθρωπιστικά θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Γεννιέται αναπόφευκτα το κρίσιμο ερώτημα: «Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε;».


Τι να κάνουμε

Ο Τσουκαλάς δεν προτείνει εύκολες κι ετοιμοπαράδοτες λύσεις. Εκφράζει τους προβληματισμούς του και μοιράζεται με τον αναγνώστη τους δισταγμούς του, τις αμφιβολίες του, τις αβεβαιότητές του, την αμηχανία του περί του «πρακτέου». Παρουσιάζει μάλιστα το βιβλίο του ως «ένα κείμενο που πραγματεύεται το αδιέξοδο». Γνωρίζει άλλωστε καλά ότι τα παλιά προτάγματα της αλλαγής και της ρήξης έχουν υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά, ότι «οι αντιστάσεις, οι ουτοπίες ακόμη και οι ανατροπές δεν μπορεί πια να είναι αυτό που κάποτε ήταν».

Υπογραμμίζοντας με τις αναλύσεις του το συντριπτικό βάρος των συστημικών καταναγκασμών, τη δύναμη που διαθέτουν τα πλοκάμια του αόρατου Λεβιάθαν, παραδίδει ένα χρήσιμο μάθημα σε εκείνους τους τομείς της ανυποψίαστης Αριστεράς που, παρά τις απανωτές διαψεύσεις, συνεχίζουν να πιστεύουν στην παντοδυναμία της πολιτικής βούλησης. Δεν εισηγείται όμως την παραίτηση ή τη συνθηκολόγηση με τον διαχειριστικό «ρεαλισμό».

Ολο το βιβλίο του είναι μια παθιασμένη υπεράσπιση των ιστορικών κατακτήσεων των κοινωνικών αγώνων και των θεμελιωδών αξιών της ισότητας, της ελευθερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, που καταπατούνται από την προέλαση του θριαμβεύοντος καπιταλισμού. Καταλήγει άλλωστε εκφράζοντας την ελπίδα ότι το έργο της κριτικής αμφισβήτησης των κυρίαρχων ιδεών και όλων όσα θεωρούνται σήμερα αυτονόητα θα μάς επιτρέψει ίσως «να εμπνευστούμε τις προϋποθέσεις για μια νέα ουτοπία, η οποία δεν θα έχει καμιά σχέση με όλες όσες προηγήθηκαν». Στην «απαισιοδοξία της γνώσης» έρχεται έτσι να προστεθεί η «αισιοδοξία της θέλησης».

------------
* Παρουσίαση του βιβλίου του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, Ο αόρατος Λεβιάθαν: Δημοκρατία, δικαιοσύνη και ηθική στα χρόνια της κρίσης (Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2020).





Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Πάντα μπροστά μας τα θεμελιώδη διλήμματα του ευρωκομουνισμού




Στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει» (Ακαδημίας 32) στις 28 Ιανουαρίου έγινε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πολυπρισματική του βιβλίου του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με τίτλο «Ευρωκομμουνισμός: Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή αριστερά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις». Με τον συγγραφέα, στην κυριολεξία με το έργο του, συζήτησαν ο Νίκος Θεοτοκάς, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Γιάννης Βούλγαρης και ο Αντώνης Μανιτάκης. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συζήτηση δεν περιορίστηκε μόνο στο περιεχόμενο και την αξία του βιβλίου, για το οποίο και οι τέσσερις ομιλητές συμφώνησαν ότι πρόκειται για εξαιρετική δουλειά που καλύπτει ένα κενό στην πολιτική ιστορία, ειδικότερα της αριστεράς των δεκαετιών ’60-70. Έφτασε στο τρέχον παρόν στην αριστερά, που βρίσκεται σήμερα στην κυβέρνηση, τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του θα ορίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως απόγονο του ευρωκομουνισμού και όσον αφορά την Ελλάδα, το ΚΚΕ Εσωτερικού. Οι απόψεις, ως προς αυτό, διασταυρώθηκαν, δεν ταυτίστηκαν και συχνά ήταν αντίθετες.

Η σάλα του «Επί Λέξει» όχι απλώς γέμισε, αλλά είχε και πολλούς όρθιους. Κυρίως έβλεπε κανείς πολλούς που υπήρξαν στελέχη και μέλη της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος και του ΚΚΕ Εσωτερικού. Του μικρού αυτού κόμματος, αλλά με πολύ μεγαλύτερη επιρροή στις εξελίξεις της αριστεράς και στη συγκρότηση της ριζοσπαστικής αριστεράς, που έφτασε ως σήμερα μέσα από μια ενδιαφέρουσα υπόγεια διαδρομή. Η «Εποχή» δημοσιεύει, με την ευθύνη μιας δικής της απομαγνητοφώνησης, την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.


του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

To βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με έκανε να πάω πίσω στη νιότη μου, να αναπολήσω όλες αυτές τις κοσμοϊστορικές εποχές, που δίκην ύστερης εφηβείας διαπραγματεύτηκα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Την εποχή που μέσα στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς ιστορικής συμπύκνωσης και ώσμωσης, συνέβησαν άπειρα γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο: ο Μάης του ’68, τα γεγονότα της Πράγας, η πολιτιστική επανάσταση της Κίνας, ο Τσε κ.ά. Από τη στιγμή αυτή και πέρα, μαζί με τη διάσπαση του ΚΚΕ και τη χούντα, βρεθήκαμε όλοι σε ένα εντελώς νέο πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Πρόκειται ουσιαστικά για μια θεμελιώδους σημασίας πολιτιστική, όχι απλώς πολιτική, επανάσταση. Αυτή η περίοδος σήμανε το τέλος όλων των βεβαιοτήτων, όλων των από καθέδρας αληθειών, των μονοθεϊσμών και μια προσπάθεια να θυσιάσουμε ό,τι έχουμε στον άγνωστο θεό. Ήταν η εποχή των πειραματισμών, των αναστοχασμών και των αναζητήσεων, όχι μόνο θεωρητικών και επιστημολογικών, αλλά κυρίως υπαρξιακών. Όλοι όσοι βρεθήκαμε σε εκείνη τη χοάνη, αλλάξαμε και γίναμε αυτό που είμαστε σήμερα λόγω και χάρη σε αυτήν την εποχή, την οποία εξέφρασε ο ευρωκομουνισμός.


Η αδυσώπητη εμπλοκή του τότε με το τώρα

Διάβασα το βιβλίο και δεύτερη φορά και προσπάθησα να το δω πιο κριτικά, πιο αποστασιοποιημένα, πιο επιστημονικά. Απέτυχα, διότι είδα πόσο το τότε εμπλέκεται αδυσώπητα με το τώρα. Ο στοχασμός στον οποίο μας οδηγεί ο συγγραφέας είναι κατ’ ανάγκη επικαιρικός. Η ανάλυση μας εγκαλεί να ξαναστρατευτούμε σε μια σειρά από προβλήματα και διλήμματα, στα οποία δεν είμαστε ίσως συνειδητά ενταγμένοι. Αυτό νομίζω είναι το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου αυτού: Ότι πίσω από την επιστημονική του επάρκεια κρύβεται ένα στρατευμένο πάθος, που δεν ξέρει ούτε το ίδιο πού πηγαίνει, αλλά μεταφέρει στον αναγνώστη την ανάγκη να πάρουμε όλοι θέση στα τεράστια ζητήματα που μπαίνουν μπροστά μας σήμερα. Το βιβλίο αυτό μας εγκαλεί να μετέχουμε, να γνωρίσουμε, να κατανοήσουμε και κυρίως να ξαναερμηνεύσουμε πράγματα τα οποία ξέραμε και μας έχουν σφραγίσει, αλλά τα οποία πολλοί από εμάς έχουμε αρχίσει να θεωρούμε ως δεδομένα. Αυτή την αμφιβολία καλούμαστε τώρα να επανερμηνεύσουμε. Πολύ περισσότερο που σε μεγάλο βαθμό ένα μεγάλο κομμάτι αυτής της ιστορίας παραμένει γενικά άγνωστο. Όπως άγνωστες παραμένουν πολλές πτυχές της νεότερης ιστορίας μας. Αυτό ισχύει για καίριες στιγμές της μεταπολεμικής ιστορίας, για τη χούντα, ακόμα και για τον εμφύλιο, και πάντως για τη μεταπολίτευση. Οι ιστορικοί που θα επιχειρήσουν να φωτίσουν αυτά τα περίπλοκα και αντιφατικά σχήματα, και ακόμα περισσότερο τον ευρωκομουνισμό και το ΚΚΕ Εσωτερικού, βρίσκονται μπροστά σε μια τεράστιας σημασίας δοκιμασία.

Εκείνο που με συγκινεί είναι ότι πολλά από τα διλήμματα και προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Αριστερά, και μαζί της η ελληνική κοινωνία, είναι παραπλήσια από πολλές πλευρές και σε πολλά επίπεδα με εκείνα που αναδύθηκαν στη δεκαετία του ’60.  Σήμερα, όπως και τότε, η ριζοσπαστική αριστερά καλείται να αναδιατυπώσει το όραμά της από την αρχή. Καλείται να πάψει να είναι δεσμευμένη από δόγματα, ορθοδοξίες και πεπατημένες οδούς. Οφείλει να προσαρμοστεί σε μια περιρρέουσα πραγματικότητα, αλλά οφείλει επίσης επί ποινή αυτοακύρωσης να επινοήσει νέες μορφές πάλης, νέα διακυβεύματα και νέες πολιτικές αλλά και πολιτιστικές ημερήσιες διατάξεις. Σήμερα, όπως τότε, η ριζοσπαστική αριστερά, για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο, βρίσκεται ιστορικά σε θέση να ασκήσει εξουσία ή τουλάχιστον να μετάσχει ενεργά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Τέλος, σήμερα, όπως και τότε, η ριζοσπαστική αριστερά είναι υποχρεωμένη να χαράξει νέους δρόμους σε εντελώς άλλα κοινωνικά πλαίσια.


Από την κυβέρνηση στη διακυβέρνηση

Εκεί διαφέρει η κατάσταση από την εποχή του ευρωκομουνισμού. Διότι καλείται η Αριστερά να ξανασκεφτεί ποια είναι η κοινωνία -αν μπορούμε να μιλάμε ακόμα για κοινωνίες-, ποιο είναι το πλαίσιο, ποιες είναι οι κοινωνικές δομές, επί των οποίων καλείται να παρέμβει ενεργά και να αλλάξει ριζικά. Έχει αλλάξει εκ βάθρων η οργάνωση της παραγωγής, τα νέα μεσοστρώματα ανέρχονται και κλυδωνίζονται ταυτόχρονα, ο παραδοσιακός εργατισμός έχει πάψει να είναι δυνατόν να λειτουργεί ως επίπεδο γενικής στράτευσης του πληθυσμού, τα εισοδηματικά και κοινωνικά συνεχή, τα οποία είχαμε μάθει να είναι σταθεροποιημένα, υπό συνθήκες κρίσης έχουν αρχίσει να διαλύονται, οι εργασιακές σχέσεις έχουν αποσαρθρωθεί και απορρυθμιστεί τελείως και η εισροή προσφύγων, μεταναστών, αλλοεθνών, αλλοθρήσκων αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι δυνατόν μια πολιτική να κινείται και να στοχεύει.

Ταυτόχρονα, στο επίπεδο της παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων, η ΤΙΝΑ (=δεν υπάρχει εναλλακτική) είναι η θεσμοποιημένη συρρίκνωση των ευκαιριών, αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων του πολιτικού υποσυστήματος παντού. Σε άλλο επίπεδο, αυτό εκφράζεται με τα ιδεολογήματα περί τέλους της ιστορίας, της ιδεολογίας και της πολιτικής. Εκφράζεται, επίσης, με την ορολογική αλλαγή της έννοιας της κυβέρνησης με την έννοια της διακυβέρνησης.

Έτσι, λοιπόν, τότε και τώρα η ριζοσπαστική αριστερά βρίσκεται στην κόψη όχι ενός αλλά πολλών ιστορικών ξυραφιών. Γι’ αυτό ακριβώς, στον απολογισμό που επιχειρεί να κάνει ο Γ. Μπαλαμπανίδης στο βιβλίο του, και στο ερώτημα που θέτει: Νίκησε ή νικήθηκε ο ευρωκομουνισμός, δεν επιδέχεται απάντηση. Διότι, τότε όπως και τώρα, τα γεγονότα είναι μπροστά μας ανοιχτά, ενδεχομενικά και απρόβλεπτα. Γι’ αυτό όλοι μας αντιμετωπίζουμε το μέλλον με αγωνία. Είναι βέβαιο ότι δεν έχει νικήσει η Αριστερά, αλλά είναι επίσης βέβαιο ότι δεν έχει νικηθεί. Παλεύει, προσβλέπει και ελπίζει. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχουν ασφαλή κριτήρια για να κρίνουμε ή να αξιολογήσουμε την ιστορική συμβολή της Αριστεράς στην πορεία του κόσμου. Η ουτοπία, αυτό που δεν υπάρχει ακόμα, δεν παραμένει μόνο, όπως και πριν, αχνό και αναποκρυστάλλωτο, αρχίζει και γίνεται ανονόμαστο. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε εκείνο το οποίο δεν υπάρχει ακόμα.


Το μη διαπραγματεύσιμο της δημοκρατίας

Όπως ακριβώς είχε συμβεί και την περίοδο του ευρωκομουνισμού, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά από αδυσώπητα διλήμματα, τα οποία δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε. Υπάρχει, όμως, ένα σημείο για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει πια κανένα δίλημμα για τη ριζοσπαστική αριστερά: το ζήτημα της δημοκρατίας. Όπως συμβαίνει με το σοσιαλισμό, σύμφωνα με τον Ν. Πουλαντζά, η ριζική μεταρρύθμιση ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα υπάρξει. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα διλήμματα που αντιμετωπίζουμε συνδέονται με το αίτημα για διεύρυνση και αναδιατύπωση της θεμελιώδους και απαραβίαστης ιδέας της δημοκρατίας. Η μη διαπραγματευσιμότητα της δημοκρατίας δεν σημαίνει ότι δεν έχει προβλήματα. Από τη μια, το θετικό και αναγκαίο στοιχείο είναι ότι σηματοδοτείται η πλήρης και ανεπίστρεπτη ρήξη με το σταλινικό παρελθόν και με όλες τις μορφές ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, η εμμονή στη δημοκρατία οδηγεί και σε κάτι αρνητικό: στον κατακερματισμό των αριστερών δυνάμεων και στην οργανωτική χαλαρότητα των ριζοσπαστικών στρατεύσεων. Ίσως και σε μια ιδεολογική σύγχυση, δύσκολο να ξεπεραστεί. Να επισημάνω εδώ μια εγγενή διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Η Δεξιά όταν κινδυνεύει να χάσει την εξουσία έχει τον τρόπο να αναγεννάται από τις τέφρες της, να ανακατασκευάζει τα μέτωπά της δίχως προκαταλήψεις. Αντίθετα, η Αριστερά παραμένει δέσμια του καθρέφτη της, των αρχών και των αξιών της και της συνείδησης της. Δεν μπορεί παρά να το κάνει αυτό, διότι αυτή είναι η φύση της Αριστεράς. Δεν συγκροτείται μέσα από συμφέροντα, τα οποία είναι πάντοτε δυνατό να συγκλίνουν, αλλά μέσα από αξίες και ιδέες, οι οποίες μέσα σε ένα ευρύτερο δημοκρατικό πλαίσιο μπορεί πάντοτε να αποκλίνουν. Συνεπώς, ο δημοκρατικός πλουραλισμός ίσως να ευνοεί εκείνους που δεν δεσμεύονται από οποιαδήποτε ηθική ή αξιακή παρωπίδα. Πρόκειται για ένα τίμημα που καλούμαστε να πληρώνουμε ες αεί.


Τα θεμελιώδη διλήμματα

Κλείνοντας, θέλω να αναφερθώ σε πέντε θεμελιώδη διλήμματα τα οποία ενυπάρχουν στο ευρωκομουνιστικό πρόταγμα. Πρώτον: Ποια είναι η θέση της ριζοσπαστικής αριστεράς ή του ευρωκομουνιστικού πειράματος για την εξουσία που έχει την τάση να φθείρει και να διαφθείρει ακόμα και τις αγνότερες των προθέσεων; Δεν μπορούμε παρά να θέλουμε να την κατακτήσουμε. Εδώ τίθεται το μείζον ερώτημα: Τι είναι καλύτερο, να παραμένουμε πιστοί στις απαράβατες αρχές μας ή να αποφασίσουμε να παίξουμε το δημοκρατικό παιχνίδι; Τι είναι καλύτερο, να κινδυνεύουμε να φθαρούμε και να διαφθαρούμε ή να προκρίνουμε την αναζήτηση της αλήθειας σαν τους καλογέρους του μεσαίωνα πίσω από κλειστά τείχη μοναστηριών; Πρόκειται για ένα δίλημμα που δεν μπορεί να απαντηθεί εκ των προτέρων, αλλά ενυπάρχει στην καθημερινότητα της Αριστεράς.

Δεύτερον: Πολιτική συμμαχιών. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε μόνοι, είτε διότι δεν είμαστε αρκετοί είτε διότι αυτό που ονομάζουμε «εμείς» κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να κατατμηθεί σε διάφορα διάσπαρτα «εμείς». Επομένως, χρειάζεται να βρούμε πολιτικές συμμαχιών οι οποίες να υπερβαίνουν το ιδεολογικό πλαίσιό μας. Εδώ τίθεται το ζήτημα, τι κάνουμε το κράτος, είτε το θεωρήσουμε ετερόνομο είτε ως μια σχέση που χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία και επομένως μπορεί να δώσει αγώνες μαζί με άλλους συμμάχους. Ποια είναι, λοιπόν, η δυνατότητα σύμπλευσης με συγγενείς δυνάμεις και ποιες είναι αυτές; Είναι η σοσιαλδημοκρατία; Προφανώς είναι και αυτή ή τουλάχιστον ένα μέρος της. Είναι τα οικολογικά κινήματα. Είναι επίσης ορισμένες κινήσεις που εμπνέονται από το αίτημα αυτονόμησης της ατομικής ταυτότητας. Ωστόσο, όσο πιο πολύ διευρύνεις τις συμμαχίες σου, τόσο δημιουργούνται εσωτερικά προβλήματα ιδεολογικά και πολιτικά.

Τρίτο δίλημμα: Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το προαιώνιο μαρξιστικό πρόβλημα της σχέσης παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων; Μήπως θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να συμπλεύσουν οι υλιστικές με τις μεταϋλιστικές αξίες; Πώς θα τοποθετηθούμε απέναντι στην αντίφαση που μπορεί να εμπεριέχει η άνευ όρων ανάπτυξη σε αντιδιαστολή με τη χειραφέτηση;

Τέταρτον και σημαντικότερο είναι το ζήτημα της σχέσης της ριζοσπαστικής αριστεράς με άλλα κινήματα που βρίσκονται αλλού, αλλά την εποχή του ευρωκομουνισμού ήδη συμπλέανε. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, διότι τότε το εθνικό κράτος μπορούσε ακόμα να σκέφτεται με όρους ενός εθνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό. Αμφιβάλλω αν σήμερα, υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης, είναι δυνατόν να υπάρξει η ριζοσπαστική αριστερά σε μία μόνο χώρα. Όταν το κεφάλαιο έχει αποσπαστεί εντελώς από την επικράτεια, όταν το παγκόσμιο κεφάλαιο έχει πλέον αναπτύξει πρακτικές και αξίες που στηρίζονται στην υπερεπικρατειακότητα, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να σκεφτούμε τρόπους ώστε το οποιοδήποτε πολιτικό πρόταγμα να είναι δυνατό να περιοριστεί στο πλαίσιο μιας εθνικής επικράτειας.

Πέμπτο και τελευταίο δίλημμα: Ποια είναι η σχέση λογική, πολιτική και ιδεολογική ανάμεσα στη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας και στη συνεχή βούληση ανατροπών και ρήξεων μέσα από διαρκείς αγώνες; Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους αγρότες είναι απλώς ένα παράδειγμα για το πόσο δύσκολα μπορεί να είναι συμβατές οι ρεαλιστικές πραγματιστικές κυβερνητικές θέσεις και αρχές με μια άνευ όρων υποστήριξη του αγώνα. Ίσως η εξαιρετικά αμφίσημη έννοια της διαλεκτικής μπορεί να δώσει απαντήσεις για τη σχέση αυτόνομων κινημάτων και κυβέρνησης, αλλά αυτή δεν λύνει τα καθημερινά πολιτικά προβλήματα.

Τα πέντε αυτά στρατηγικά διλήμματα δεν είναι βέβαια καινοφανή. Είναι δε τεράστια η ιστορική σημασία του ευρωκομουνισμού κατά το ότι για πρώτη φορά η ευρωκομουνιστική θεωρία και πρακτική τολμά να τοποθετήσει αυτά τα άλυτα διλήμματα στο επίκεντρο του επίσημου λόγου. Η ιστορική νίκη και σημασία αυτής της τοποθέτησης είναι μια νίκη απαράγραπτη και πολιτιστική. Για πρώτη φορά κατέστη σαφές ότι τα μονοπάτια που οδηγούν στη χειραφέτηση του ανθρώπου από τα αιώνια δεσμά του δεν είναι μόνο δύσβατα, αλλά και αντιφατικά πολλές φορές. Το βιβλίο αυτό, μέσα από τις αναλύσεις του, καταδεικνύει ότι η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί και πρέπει να επιζήσει και να νικήσει ακόμα και ως απομυθοποιημένη, έστω και μόνο επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά από το να προβληματιστούμε. Ρητά και απερίφραστα πιστεύω ότι μόνο στο χώρο αυτό είναι δυνατόν να ξανατεθεί το θέμα της χειραφέτησης του ανθρώπου.


Πηγή Εποχή

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

«O ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος που μας επιτρέπει να ελπίζουμε»




Ο Κ. Τσουκαλάς μιλά για τους λόγους που τον οδήγησαν να κατεβεί υποψήφιος στις εκλογές, για το διακύβευμα της αναμέτρησης, αλλά και για την εμπειρία του από τη συμμετοχή στο συνεταιριστικό εγχείρημα της «Εφημερίδας των Συντακτών».

* * *

• Έχετε πει ότι μόνο η πολιτική θα μπορούσε να είναι η όποια αντίδραση στην κατίσχυση των αγορών. Αυτός είναι ο λόγος που σας οδήγησε στον πολιτικό στίβο;

Οι προσωπικές αποφάσεις και εμπλοκές επηρεάζονται βέβαια αποφασιστικά από τέτοιου είδους γενικότερες αποφάσεις, όσο και σωστές να είναι, αλλά πηγάζουν από λόγους εσωτερικούς. Αν αποφάσισα για πρώτη φορά, μετά από πολλές δεκαετίες στις οποίες η πολιτική έπαιζε για μένα πάντα έναν πολύ σοβαρό ρόλο, είναι διότι δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Δεν μπορεί κανείς να επιτρέψει στον εαυτό του να μην κάνει ο ίδιος ό,τι είναι δυνατόν για να προωθήσει πράγματα που πιστεύει. Η ασφάλεια των γυάλινων πύργων ή ενός γραφείου όπου δεν διακινδυνεύεις τίποτα είναι πολύ εύκολη, αλλά σε στιγμές κρίσης πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλη υπεύθυνη στάση από τη συστράτευση με ένα σύστημα ιδεών, το οποίο με πρεσβεύει από τότε που ήμουν πολύ νέος. Μ’ αυτή την έννοια, οι λόγοι για τους οποίους αποδέχτηκα αυτή την τιμητική πρόταση είναι διότι πιστεύω ότι το χρωστάω κυρίως στον εαυτό μου.


• Γιατί με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Διότι αυτήν τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί πιστεύω την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε, μέσα από τις ακανθώδεις και δαιδαλώδεις διαδικασίες που προβλέπουμε ότι θα επισυμβούν, να προχωρήσουμε στην οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας. Ολοι οι άνθρωποι της, εν ευρυτάτη εννοία, Αριστεράς γαλουχηθήκαμε από το όνειρο των μεγάλων αφετηριακών αξιών τις οποίες πρεσβεύουμε: κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, αδελφότητα. Αυτήν τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κατεξοχήν χώρος που μας δίνει τη δυνατότητα να ελπίζουμε. Μ’ αυτή την έννοια η στράτευση για μένα είναι κάτι το αυτονόητο. Δεν περίμενα την αναγγελία των υποψηφιοτήτων ή την τιμητική αυτή πρόταση για να έχω τις απόψεις που έχω. Αυτές συμπλέουν απολύτως με τις απόψεις του χώρου που ονομάζεται ΣΥΡΙΖΑ.


• Η Ευρώπη και ο κόσμος έχουν τα μάτια στραμμένα στην Ελλάδα. Ποιο είναι για εσάς το διακύβευμα αυτής της κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης;

Τα διακυβεύματα είναι πολλά. Πρώτα πρώτα στην Ελλάδα είναι προφανές ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο παρατεταμένης και θα έλεγα επώδυνης κρίσης, η οποία αντανακλά πάνω σε όλους. Επομένως οι εκλογές αυτές είναι εξαιρετικά κρίσιμες, διότι μέσα απ’ αυτές θα αποφασιστεί ποια θα είναι η στάση της χώρας σε σχέση με τα εκτός αυτής κείμενα, αλλά και με τα εντός αυτής κείμενα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η κρισιμότητα της εκλογής αυτής ξεπερνάει νομίζω τα ελληνικά σύνορα. Είναι σαφές ότι τα πολλαπλά αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγήσει η επικρατούσα νεοφιλελεύθερη πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οδηγούν σε αποδιάρθρωση του ευρωπαϊκού ονείρου, σε αποτελμάτωση των παραδοσιακών ευρωπαϊκών αξιών και σε τεράστιους κινδύνους έκρηξης του ευρωπαϊκού συστήματος στα εξ ων είχε κάποτε συντεθεί.


• Πόσο μπορεί να επηρεάσει μια πιθανή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τις προοπτικές των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων στην Ευρώπη;

Νομίζω αποφασιστικά. Βέβαια να επαναλάβω ότι κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το μέλλον. Αλλά είναι η πρώτη φορά πιστεύω που είναι τόσο μεγάλη αυτή η συσσωρευμένη οργή και αγωνία των Ευρωπαίων πολιτών μπροστά σ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Να το πω ακόμα μία φορά: αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα δεν είναι παρά το προείκασμα αυτών που συμβαίνουν ήδη αλλού. Αυτή η οργή αναζητά διεξόδους. Μία απ’ αυτές είναι και η αναζωπύρωση της ακροδεξιάς. Αλλά αυτός είναι ένας επιπλέον κίνδυνος που καθιστά απολύτως αναγκαία τη δημιουργία προϋποθέσεων ενός νέου, ευρύτερου, ευρωπαϊκού, αριστερού και αντιφιλελεύθερου μετώπου. Μ’ αυτή την έννοια πιστεύω ότι αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα θα μπορέσουν να αποτελέσουν ένα μοχλό πάνω στον οποίο θα κινηθούν οι ευρωπαϊκές διαδικασίες, οι οποίες είναι και οι μόνες που μπορούν να δώσουν λύση στα ευρωπαϊκά προβλήματα. Η Ευρώπη δηλαδή ή θα μεταστραφεί και θα γίνει σοσιαλιστική, δίκαιη, πιο ανθρώπινη και πιο δημοκρατική ή τελικώς οδηγείται μαθηματικά σε έκρηξη, της οποίας οι συνέπειες προφανώς θα είναι καταλυτικές. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ευρωπαϊκό σύστημα, τέτοιο όπως το φτιάξανε, αποτελεί μία από τις μεγάλες ελπίδες της ανθρωπότητας. Η Ευρώπη είναι ο κατεξοχήν χώρος που εκκόλαψε τις μεγάλες ανθρωπιστικές αξίες που ξέρουμε όλοι. Η Ευρώπη είναι ο χώρος που επιχείρησε να κατασκευάσει εκ του μηδενός σχεδόν ένα νέο θεσμικό σύστημα που θα συνεπέφερε το τέλος των πολέμων και την αλληλεγγύη ανάμεσα σε λαούς.


• Υπήρξατε από την πρώτη στιγμή δίπλα στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Σας άλλαξε αυτό καθόλου την άποψη για τα συνεταιριστικά εγχειρήματα και το συνεταιριστικό πνεύμα;

Μου την άλλαξε σε σημείο απρόσμενο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου μετείχα, έστω και κατά τρόπο δευτερεύοντα, σ’ ένα συνεταιριστικό εγχείρημα, το οποίο στην αρχή δεν ήξερα ακριβώς τι είναι. Τον πρώτο καιρό είχα την αίσθηση ότι το εγχείρημα προσκρούει σε τέτοιες εσωτερικές αντιφάσεις που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν ακόμα και στη διάλυση. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι αυτά είναι μέρος του εγχειρήματος αυτού. Συνεταιρισμός δεν σημαίνει απόλυτη συναίνεση. Σημαίνει το αντίθετο. Οτι οι συναινέσεις οικοδομούνται μέρα με τη μέρα, αρκεί βέβαια το συλλογικό όραμα να προτάσσεται όλων των επιμέρους δεοντολογιών και προτεραιοτήτων. Μ’ αυτή την έννοια, η εμπειρία μου τα δύο τελευταία χρόνια ήταν απολύτως αισιόδοξη. Μέσα απ’ αυτή την εμπειρία πίστεψα ότι τα συλλογικά συνεταιριστικά εγχειρήματα δεν είναι απλώς ευκταία, αλλά και εφικτά. Πράγμα για το οποίο η άρχουσα γνώμη προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο. Να μας πει ότι οι συνεταιρισμοί είναι απολειφάδια μιας άλλης εποχής, ότι είναι αδύνατο να λειτουργήσουν. Αντίθετα, αυτά ζωογονούν μια νέα συλλογική κουλτούρα. Και αυτή η κουλτούρα, η οποία κατά τη γνώμη μου έγινε για πρώτη φορά σ’ αυτή την εφημερίδα, είναι για μένα πρωτίστης σημασίας, προκειμένου να είναι δυνατόν κάποτε να εκκολάψουμε και να επινοήσουμε νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας. Αυτό που γίνεται στην «Εφημερίδα των Συντακτών» είναι κατά κάποιον τρόπο η μικρογραφία ενός υπό διαμόρφωση κοινωνικού γίγνεσθαι. Είμαι πολύ ευτυχής που μου δόθηκε η ευκαιρία να συμμετάσχω σ’ αυτή την ιστορία και είμαι βέβαιος ότι δεν θα φύγω ποτέ απ’ αυτή την εφημερίδα, γιατί είναι ένα φορτισμένο κομμάτι της συναισθηματικής μου ιστορίας. Δηλαδή όχι μόνο ωφελήθηκα απ’ αυτό το πράγμα, αλλά άλλαξα ο ίδιος προς το καλύτερο.


Πηγή Εφημερίδα των Συντακτών και "Αυγή".


Αυτοδυναμία, συμμαχίες και συναινέσεις

Η ιστορική κρισιμότητα των επερχόμενων εκλογών είναι προφανής. Όλα συνηγορούν στο να πιστέψουμε πως για πρώτη φορά εδώ και μισό αιώνα, και μέσα σε εντελώς πρωτόγνωρες συνθήκες κρίσης, η Αριστερά βρίσκεται στα πρόθυρα της εξουσίας. Έτσι, όλες οι ιδεολογικές και στρατηγικές συνιστώσες της πολιτικής αντιπαράθεσης φωτίζονται με ένα νέο, κοσμοϊστορικό, θα έλεγα, χρώμα. Η έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης ξεπερνά κατά πολύ τη συγκυρία. Ακόμα περισσότερο ίσως από τα καίρια ζητήματα της “διαπραγμάτευσης με τους εταίρους” σε έναν κλυδωνιζόμενο κόσμο, και της “εξόδου από την οικονομική κρίση”, τίθεται το ζήτημα της μακροπρόθεσμης πορείας της χώρας.

Με αυτή την έννοια, το αίτημα της αυτοδυναμίας εξικνείται πολύ πέραν από τους όρους σχηματισμού της κυβέρνησης της επόμενης μέρας. Η μακρόπνοη αξιοπιστία της Αριστεράς συναρτάται από την ιστορική της δυνατότητα να επιδείξει την αναγκαία συνέπεια στις αρχές και τις ιδέες που καλείται να υπηρετήσει. Η υλοποίηση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης δεν είναι παρά μια αναγκαία, ελάχιστη, προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του ιστορικού στόχου. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στο σημείο αυτό δεν χωρούν εκπτώσεις. Η οικοδόμηση της νέας Ελλάδας προϋποθέτει ότι δεν θα υπάρξουν ούτε υπαναχωρήσεις ούτε αναστροφές.

Όμως, όσο αναγκαία και αν είναι, και όσο πιθανή και αν διαφαίνεται, η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία δεν αρκεί από μόνη της. Η πλήρης ρήξη με τις καταστροφικές πολιτικές, που όλοι γνωρίζουμε, προϋποθέτει επιπλέον τη μακροπρόθεσμη θεαματική διεύρυνση της λαϊκής υποστήριξης και συναίνεσης σε ένα τεράστιο εγχείρημα κοινωνικής μεταρρύθμισης και ανατροπής. Το κρισιμότερο ανοιχτό ερώτημα αναφέρεται, λοιπόν, στην οικοδόμηση μιας νέας διαρκούς “δομικής” πλειοψηφίας που θα στηρίξει αυτήν την πορεία. Πράγματι, η δημοκρατική ανατροπή δεν είναι εφικτή παρά μόνον όταν έχει αρχίσει να περιβάλλεται με τον μανδύα του αυτονόητου. Μόνον όταν η ρήξη με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων εμφανίζεται σαν μόνη λύση στα αδιέξοδα, είναι δυνατόν να ελπίζουμε ότι θα τα υπερβούμε. Είναι γεγονός ότι οι αναγκαίες κοινωνικές ανατροπές χρειάζονται επιμονή, υπομονή, αισιοδοξία και χρόνο. Και ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να εξασφαλισθεί παρά μόνον αν επιτευχθούν ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ την κοινοβουλευτική συγκυρία.

Υπό τους όρους αυτούς, αλλά μόνον υπό τους όρους αυτούς, όλα μπορεί να αλλάξουν, και θα αλλάξουν. Ο αναγκαίος μετασχηματισμός της κοινωνίας θα προκύψει από τη συνείδηση των μαζών, από τη βούληση ενός λαού που θα έχει ανακτήσει τη χαμένη συλλογική του αυτονομία. Κατ’ ανάγκην λοιπόν, η πολιτικο-κομματική γεωγραφία θα μετατοπισθεί αποφασιστικά. Εξωθούμενες από την ίδια τη δύναμη των πραγμάτων, είτε το θέλουν είτε δεν το θέλουν, είτε το προβλέπουν είτε δεν μπορούν ακόμα καν να το διανοηθούν, ορισμένες τουλάχιστον πολιτικές δυνάμεις τού λεγόμενου δημοκρατικού “τόξου” θα εξωθηθούν στο να συμπράξουν σε ένα εθνικό εγχείρημα. Έτσι ακριβώς θα τεθεί το ζήτημα των μετεκλογικών “συμμαχιών”. Δεν θα πρόκειται όμως για συμμαχίες “κορυφής”, που πάντα εμπεριέχουν τα σπέρματα της ανατροπής τους, αλλά για συμμαχίες “βάσης” που προκύπτουν από την ίδια την εξελισσόμενη ιστορία. Σαράντα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, ανοίγει η πύλη για μιαν ευρύτερη εθνική και λαϊκή συναίνεση. Δεν έχουμε το δικαίωμα να την αφήσουμε και πάλι να κλείσει.

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Ο παραδειγματικός χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης


Αναδημοσίευση από Αυγή και you pay your crisis


Από την πρώτη κιόλας μέρα, ένα φάντασμα στοιχειώνει τους Έλληνες: το φάντασμα της ιστορικής τους μοναδικότητας. Η βαριά καταγωγική σφραγίδα τούς αντιδιέστειλε προς τη «βάρβαρη» μουσουλμανική Ανατολή και η ένδοξη ελληνική γλώσσα τούς ξεχώριζε από τους κατά τεκμήριον άξεστους σλαβόφωνους γείτονές της. Την ίδια στιγμή όμως, το υπανάπτυκτο και φτωχό λίκνο του πολιτισμού δεν μπορούσε παρά να παραμένει ριζικά «άλλο» σε σχέση με τον ανεπτυγμένο κόσμο της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Οι συνέπειες υπήρξαν μακροπρόθεσμα καταλυτικές. Σε καμία άλλη χώρα τα πολιτιστικά και πολιτικά διλήμματα δεν υπήρξαν τόσο εγγενή και έμμονα. Ακόμα και σήμερα, το ερώτημα «πού ανήκουμε» εξακολουθεί να ταλανίζει το συλλογικό συνειδητό. Έχοντας υπάρξει ταυτόχρονα τα θύματα, οι αναγκαίοι συνεργοί και οι πρόθυμοι διαμεσολαβητές ενός επείσακτου, διαμεσολαβημένου και κακοχωνεμένου ελληνοκεντρικού οριενταλισμού, οι «ανάδελφοι» Έλληνες δεν έπαψαν σε καμιά στιγμή να κοιτάζονται στον παραμορφωτικό καθρέφτη της φυσιολογικής τους μοναδικότητας. Ίσως, άλλωστε, αυτή να είναι η κοινή μοίρα των λεγόμενων «περιούσιων» λαών. Ενδοσκοπώντας ακατάπαυστα και ψυχαναγκαστικά γύρω από τους ιδρυτικούς τους μύθους, τείνουν να παραβλέψουν ότι, όπως έλεγε ο Καρλ Μαρξ σε σχέση με τους Εβραίους, επιζούν και υπάρχουν όχι εις πείσμα, αλλά λόγω της Ιστορίας, προφανώς δε και της πανουργίας της.

Θα χρειαστούν πάνω από εκατό χρόνια και μια ανεπανόρθωτη καταστροφή για να μπορέσουν οι Έλληνες να αποδεχτούν ότι, από ορισμένες έστω απόψεις, είναι ένας λαός σαν όλους τους άλλους, να συνομιλήσουν με τους γείτονές τους σε συμβολικά ισότιμη βάση και να αρχίσουν να προβληματίζονται για τις ιδεολογικές προεκτάσεις της έμμονης ιδιαιτερότητάς τους. Όμως, η ιστορία είχε άλλη γνώμη. Ο ρους του Δεύτερου Πολέμου και του Εμφυλίου οδήγησαν τη χώρα σε μια νέα «ιδιαιτερότητα», αντικειμενική αυτή τη φορά. Ακόμα μια φορά, η μοίρα των λαών που μας περιέβαλλαν δεν εμφανίζονταν ευθέως συγκρίσιμη με εκείνη των Ελλήνων. Το γεγονός ότι η κατεστραμμένη Ελλάδα που αναδύθηκε από τα ερείπια ήταν η πιο φτωχή χώρα του ελεύθερου κόσμου και, ταυτόχρονα, η μόνη καπιταλιστική χώρα των Βαλκανίων, προδίκαζε και πάλι μια εντελώς ιδιαίτερη ιστορική εξέλιξη.

Υπό τις συνθήκες αυτές, οι όροι της βαθμιαίας κοινωνικής «εξομάλυνσης» και «ανασυγκρότησης» ήταν ίσως προδιαγεγραμμένοι. Κατ’ ανάγκην αλλά και κατ’ επιταγήν, το κύριο μέλημα του εύθραυστου κοινωνικού καθεστώτος εντοπιζόταν στην διατήρηση της συμμετοχής του στον «ελεύθερο κόσμο». Για να εξαργυρώσει τη μη μετατροπή της σε «λαϊκή δημοκρατία», η Ελλάδα υποτάθηκε άνευ όρων στις πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες μιας «διαρκούς» ανώμαλης συγκυρίας που, με τη μία ή την άλλη μορφή, διήρκεσε όσο και ο Ψυχρός Πόλεμος. Η υπόθεση που θα επιχειρήσω να αναπτύξω είναι ότι οι αποκλίσεις και τα αδιέξοδα της σημερινής ελληνικής κοινωνίας συναρτώνται με τις υπόγειες και αργόσυρτες κοινωνικές διαδικασίες που εγκαινιάστηκαν στη μετεμφυλιακή περίοδο. Η «ιδιαίτερη» Ελλάδα θα αντιμετωπίσει μιαν «ιδιαίτερη» κρίση.

Είναι βέβαια σαφές ότι η κρίση αυτή ενέσκηψε στη βάση ευρύτερων συστημικών εξελίξεων, που ξεπερνάν κατά πολύ την ίδια τη χώρα. Θα επικεντρωθώ όμως αποκλειστικά σε μερικές από τις ενδογενείς κοινωνικές και ιδεολογικές συνιστώσες της κρίσης στην Ελλάδα. Μιας κρίσης που, όπως έλεγε ο Τολστόι για τη δυστυχία, δεν μπορεί παρά να πλήττει κάθε οικογένεια και κάθε κοινωνία με διαφορετικό τρόπο. Δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε πως οι δομικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες μιας χώρας αναδεικνύονται πολύ πιο έντονα σε περιόδους όπου όλα τίθενται σε αμφισβήτηση.

Στο πλαίσιο αυτό, θα μου επιτρέψετε να «κοινωνιολογήσω», επιμένοντας στην ιδιαίτερη σημασία της εξέλιξης του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας και της ιστορικής αποκρυστάλλωσης των ατομικών επιβιωτικών στρατηγικών. Πράγματι, οι τρόποι με τους οποίους οι κάτοικοι μιας χώρας ζουν, σκέφτονται και σχεδιάζουν την επιβίωσή τους και το μέλλον τους συνιστούν αναγκαίο στοιχείο της συγκεκριμένης ιστορικής τους εξέλιξης. Πολλές από τις «αποκλίσεις» σε σχέση με όσα συμβαίνουν «αλλού» γίνονται ορατές μόνον από τη στιγμή που οι τρόποι αυτοί δεν εμφανίζονται πια ως «αυτονόητοι».



Οι ιστορικές ρίζες της κρίσης

Είναι λοιπόν, πιστεύω, εντελώς αποκαλυπτικό ότι στην καπιταλιστική μεταπολεμική Ελλάδα, το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων στον ενεργό πληθυσμό ήταν και συνεχίζει να είναι εξαιρετικά υψηλό σε σύγκριση με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για παραπάνω από μισό αιώνα, οι Έλληνες φαίνεται να «αντιστέκονταν» σθεναρά τόσο στην εκβιομηχάνιση όσο και στη μισθωτοποίηση. Χαρακτηριστικά, ακόμα και το 2011, όπου η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στο μάτι του παγκόσμιου κυκλώνα, οι «ανεξάρτητοι» ανέρχονταν στο 27,4% των εργαζόμενων, ενώ το σύνολο των μισθωτών δεν ξεπερνούσαν τα 63,5%, την ίδια στιγμή που σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι μισθωτοί ξεπερνούν τα τέσσερα πέμπτα ή ακόμα και το 90%, με μόνη εξαίρεση την Ιταλία, όπου είναι τα τρία τέταρτα.

Όμως, ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η εντελώς ιδιαίτερη εσωτερική σύνθεση και «ειδίκευση» της εξαρτημένης εργασίας. Έτσι, ανάμεσα στο σώμα των μισθωτών, ενώ οι απασχολούμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ξεπερνούν το 35% και οι μισοί περίπου δουλεύουν σε μικρομεσαίες, οικογενειακές κατά το πλείστον μονάδες, όσοι δουλεύουν σε στοιχειωδώς μεγάλες και παραγωγικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, που απασχολούν πάνω από πενήντα άτομα, δεν ξεπερνούν το 17%. Δεν είναι λοιπόν τόσο αυτή καθεαυτή η κρατική υπερδιόγκωση που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία --όπως κατά κόρον λέγεται-- αλλά ο συνδυασμός της με την ισχνότητα της ανάπτυξης του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα. Ακόμα και σήμερα, μετά από πολλά χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων όλες οι κυβερνήσεις επαγγέλονταν τον περιορισμό του κρατικού μηχανισμού, οι Έλληνες φαίνεται να επιζούν πρωτίστως είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι είτε ως αυτοαπασχολούμενοι είτε ως μισθωτοί σε μικρές μονάδες με περιορισμένη συγκέντρωση κεφαλαίου. Η εξέλιξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας στην Ελλάδα δεν «μοιάζει» λοιπόν με καμιά άλλη αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα. Εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, όλα συμβαίνουν ως εάν στην καπιταλιστική Ελλάδα δεν μπόρεσαν να κυριαρχήσουν τυπικά καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις.

Και όμως, σε όλο αυτό το διάστημα, η Ελλάδα άλλαζε, και μάλιστα ραγδαία. Παρ’ όλη την παρεκκλίνουσα πορεία της, η χώρα φάνηκε να μπορεί να προοδεύει με θεαματικούς ρυθμούς. Χαρακτηριστικά, ανάμεσα στο 1955 και στο 1980, η κατά κεφαλήν ιδιωτική κατανάλωση αυξανόταν ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ, με τη μόνη εξαίρεση την Ιαπωνία. Μέσα σε λιγότερο από δύο γενιές, οι τέως «φτωχοί» και ξυπόλυτοι Έλληνες φάνηκαν να προσβαίνουν στον παράδεισο της μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας, δίχως σημαντικές προσαρμογές στις δομές της απασχόλησης και στις μορφές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που χαρακτηρίστηκε «διόγκωση δίχως ανάπτυξη».

Δεν είναι βέβαια δυνατόν να εγκύψω στις περίπλοκες ιστορικές παραμέτρους που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη. Θα πρέπει όμως να θυμηθούμε ότι η μετεμφυλιακή κοινωνία δομήθηκε με κύριο μέλημα την πολιτική και κοινωνική της «σταθεροποίηση». Και, για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, έπρεπε να ανασυνταχτούν και να αποκατασταθούν οι εν πολλοίς κατεστραμμένες μεσαίες τάξεις. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι κρουνοί της αμερικανικής βοήθειας προσανατολίστηκαν είτε προς ένα διογκούμενο και ολοένα λιγότερο αποτελεσματικό δημόσιο τομέα που θα στελεχωθεί αποκλειστικά από «εθνικόφρονες», είτε προς την προνομιακή παροχή πιστώσεων προς «ημετέρους». Η «σπονδυλική στήλη» του αναγεννώμενου ελεύθερου έθνους, η νέα δηλαδή μεσαία τάξη, θα δομηθεί ως προϊόν εσκεμμένων και επιλεκτικών πολιτικών παρεμβάσεων. Υπό την προστασία των συμμάχων, το κράτος «έφτιαχνε» τις ιεραρχίες που φαινόταν να εγγυώνται την αναπαραγωγή του.

Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Μια άλλη εξέλιξη είναι εξίσου σημαντική. Σε μια περίοδο μαζικής ανεργίας, εξαθλίωσης και αστάθειας, ήδη στη δεκαετία του 1950, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξωθήθηκε να επιλέξει τη λύση της μετανάστευσης, κυρίως προς τη Γερμανία του «οικονομικού θαύματος». Μέσα σε είκοσι περίπου χρόνια, αποδήμησε κάτι ανάμεσα στο ένα τρίτο και στο ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού, ποσοστό τεράστιο σε σύγκριση με όλες τις άλλες «εστίες» μεταναστών. Όλες σχεδόν οι οικογένειες είχαν κάποιο ξενιτεμένο μέλος, το οποίο συνέβαλε στην επιβίωση εκείνων που έμεναν πίσω. Έτσι, οι ροές των μεταναστευτικών εμβασμάτων υπήρξαν αποφασιστικός παράγοντας, τόσο για τη συντήρηση της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας όσο και για την βαθμιαία εκτόνωση των συσσωρευμένων κοινωνικών πιέσεων. Απαλλασσόμενη προσωρινά από τον «επικίνδυνο» πλεονάζοντα πληθυσμό της, η Ελλάδα σταθεροποιούνταν με τον δικό της ιδιώνυμο τρόπο.

Με δεδομένο λοιπόν πως, στην πρώτη τουλάχιστον φάση, οι «σύμμαχοι» εναντιώνονταν ρητά σε οποιοδήποτε σχέδιο εντόπιας βιομηχανικής ανάπτυξης, η χώρα έμοιαζε να θεμελιώνει τις νέες ισορροπίες της μέσα από την άνθηση μιας ανεξάντλητης εξαγωγικής «βιομηχανίας παραγωγής εργατικών χεριών». Μιας βιομηχανίας η οποία, από κοινού με τις άλλες «εθνικές βιομηχανίες», του τουρισμού, της ναυτιλίας και της οικοδομής φαινόταν να λύνει το πρόβλημα της κοινωνικής ισορροπίας, επιτρέποντας την επιβίωση εκείνων που έμεναν πίσω, παρέχοντας λύσεις για την εξισορρόπηση του μόνιμα ελλειμματικού ισοζυγίου πληρωμών και «κλειδώνοντας» την εξέλιξη του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας. Μαζί με τον τουρισμό, η μετανάστευση παρείχε στην Ελλάδα ένα προσωρινά τελεσφόρο παραγωγικό υποκατάστατο.

Για μιαν ακόμα φορά λοιπόν, ο Θεός της Ελλάδας φαινόταν να διαψεύδει τις Κασσάνδρες. Οι Έλληνες, εις πείσμα των Γραφών, έμοιαζαν να προχωρούν προς την καπιταλιστική ευημερία δίχως να χρειασθεί να ανατραπούν οι εύθραυστες ακόμα κοινωνικές ισορροπίες και χωρίς να θυμιασθεί η παραδοσιακή κοινωνική συνοχή. Βαθμιαία, μαζί με το επίπεδο ζωής αυξανόταν και το προσδόκιμό της, ενώ, την ίδια στιγμή, η χώρα μπορούσε να επαίρεται για τα θεαματικά χαμηλά ποσοστά των αρνητικών προεκτάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, των αυτοκτονιών, των ψυχικών διαταραχών, της εγκληματικότητας, των ναρκωτικών ουσιών, του αλκοολισμού κλπ. Οι «περιούσιοι» Έλληνες πίστεψαν εν χορώ ότι το «δαιμόνιό» τους τούς επέτρεπε να απολαμβάνουν τα αυξανόμενα αγαθά του καπιταλιστικού κόσμου δίχως να υφίστανται καταλυτικές κοινωνικές παρενέργειες. Όλα λοιπόν φαίνονταν να εξελίσσονται ομαλά σε μια κοινωνία που έμοιαζε να μπορεί να ενσωματώσει αζημίως ακόμα και τις δυσλειτουργίες και αντιφάσεις της, εν τέλει ακόμα και τη χούντα. Από τη στιγμή λοιπόν που το ΠΑΣΟΚ αποδυνάμωσε τις εμφύλιες διαχωριστικές γραμμές, εγκαθίδρυσε ένα πρόπλασμα κοινωνικού κράτους και προέβη σε μια σχετική ανακατανομή εισοδημάτων, το νεοελληνικό θαύμα εμφανιζόταν παράδοξο και άτυπο μεν, αλλά κοινωνικά και οικονομικά πραγματοποιήσιμο.



Το τέλος του «νεοελληνικού θαύματος»


Τα θαύματα όμως έχουν ημερομηνία λήξεως. Ήδη από τη δεκαετία του ’90, ήταν φανερό πως η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας οδηγούσε σε αδιέξοδα. Η σταθεροποίηση μιας κατά πλειοψηφία μικρομεσαίας, μικροϊδιοκτητικής, ιδιοκατοικούσας, αυτοαπασχολούμενης, κρατικοδίαιτης και χαρακτηριστικά αντιπαραγωγικής κοινωνίας είχε οδηγήσει στην αποκρυστάλλωση ολοένα και πιο αποκλινουσών συμπεριφορών. Η πλειοψηφία των Ελλήνων εθίσθηκε στην ιδέα ότι η προκοπή και η ασφάλειά τους εξαρτώνταν από την ατομική ευελιξία και επινοητικότητά τους, από τη δυνατότητά τους δηλαδή να κινούνται παράλληλα και ευκαιριακά σε πολλαπλά πεδία και εκ πρώτης όψεως ασύμβατους τομείς. Πολλοί μισθωτοί του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα εξακολουθούσαν να δουλεύουν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και πολλοί από εκείνους που δραστηριοποιούνταν στις πόλεις δεν εγκατέλειπαν τις μικρές αγροτικές τους εκμεταλλεύσεις. Προγραμματίζοντας μιαν ευέλικτη προσαρμογή των οικογενειακών παραγωγικών δυνάμεων, αποθεμάτων και προϋπολογισμών στις αενάως κινούμενες περιστάσεις και μεγιστοποιώντας όλες τις «ευκαιρίες», η αλληλέγγυα οικογένεια λειτουργούσε ως «οιονεί επιχείρηση», όπου η μόνιμη απασχόληση ενός μέλους της οικογένειας στο δημόσιο παρείχε γλίσχρο μισθό, αλλά μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Οι παρενέργειες είναι πασίδηλες. Η άνθηση της υπόγειας οικονομίας, που έχει υπολογισθεί στο εξωφρενικό 35-40% του ΑΕΠ, η διάχυτη πολυπασχόληση και η άνθηση των ευκαιριακών επιχειρηματικών δράσεων δεν είναι παρά συμπτώματα αυτής της εκ πρώτης ίσως όψεως ασταθούς, αλλά στην πραγματικότητα σταθερής κοινωνικής δομής. Και στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η εκτεταμένη φοροδιαφυγή, η εμμονή στα πελατειακά πλέγματα που διαμεσολαβούν ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες, η πανταχού παρούσα διαφθορά, ο συνδυασμός κρατοφοβίας και κρατολατρίας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι η σχετική πρόοδος και ευημερία των επιμέρους ιδιωτών δεν συνοδεύθηκε από έναν ανάλογο εκσυγχρονισμό των κρατικών δόμων. Όλο και περισσότεροι Έλληνες κατέληξαν να λειτουργούν και να επιβιώνουν ως λαθρεπιβάτες της ίδιας τους της χώρας.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι η συνολική παραγωγική ικανότητα της χώρας υποχωρούσε συνεχώς. Από την άποψη αυτή λοιπόν, το μακροϊστορικό τίμημα της σταθεροποίησης των πολυσθενών μικρομεσαίων στρωμάτων υπήρξε βαρύτατο. Από το 1990 και πέρα, ήταν σαφές ότι η θεαματική αποβιομηχάνιση, η βαθμιαία απο-γεωργοποίηση και η συνεχής πτώση της ανταγωνιστικότητας οδηγούσαν σε αύξουσες αντιφάσεις και σωρευόμενα αδιέξοδα. Η επικράτηση της ιδέας του «εκσυγχρονισμού» στο πολιτικό λεξιλόγιο όλων των παρατάξεων σηματοδοτούσε ότι τα αδιέξοδα ήσαν πλέον ορατά διά γυμνού οφθαλμού.

Τα προβλήματα εντάθηκαν με τις αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον. Η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη συνέπεσε χρονικά με την καθολική πια επικράτηση των νεοφιλελεύθερων απόψεων και την άμεση αποδυνάμωση των αλληλέγγυων αναδιανεμητικών πολιτικών, όπως τα ΜΟΠ. Στο εξής, το κοινοτικό οικονομικό πλεόνασμα όχι μόνον δεν ανακατανεμόταν προς τους αδύνατους, αλλά συγκεντρωνόταν με βάση ανεξέλεγκτες αγοραίες διαδικασίες. Στα νέα πλαίσια, οι λιγότερο ανταγωνιστικοί καλούνταν να πληρώσουν το τίμημα της ανεπάρκειάς τους, την ίδια στιγμή που η δημιουργία του κοινού νομίσματος περιόριζε το κόστος του εξωτερικού δανεισμού. Μοιραία λοιπόν ίσως, γιγαντώνονταν η παραγωγική και δημοσιονομική εξάρτηση των «μικρών χωρών» από τους δανειοδότες, και μαζί με αυτούς από τις ισχυρές εξαγωγικές χώρες. Η φιλόδοξη επιδίωξη μιας βαθμιαίας «σύγκλισης» των βιοτικών επιπέδων των λαών που σημάδευε την προηγούμενη περίοδο έδινε τη θέση της στην προϊούσα και δομική «απόκλιση» ανάμεσά τους. Έτσι, οποιοδήποτε πρόταγμα μιας κοινωνικής ενοποίησης που θα επιτυγχάνονταν μέσα από μια σύγκλιση των επιπέδων ζωής θα μετατεθεί στις ελληνικές (ή μάλλον στις γερμανικές) καλένδες. Ο κύκλος εξελίσσονταν ως φαύλος. Η προϊούσα μείωση της ανταγωνιστικότητας επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά και η δημοσιονομική επιβάρυνση στραγγάλιζε τα περιθώρια αυτόνομης ανάπτυξης.

Σε ό,τι αφορά την ελληνική κοινωνία, οι συνέπειες υπήρξαν καταλυτικές, κυρίως μετά την έκρηξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οπότε και το κακό φαινόταν κυριολεκτικά να «τριτώνει». Στην έμμονα αντιπαραγωγική δομή της ελληνικής κοινωνίας προστέθηκαν η ριζική μεταβολή των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων, η ευρύτερη ανακοπή της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Δύση και ο συνακόλουθος αναπροσανατολισμός των σπεκουλαδόρικων κεφαλαίων. Η αντιπαραγωγική και ελάχιστα ανταγωνιστική Ελλάδα υπήρξε η πρώτη που θα πληρώσει το τίμημα. Ποτέ άλλοτε και σε καμιά άλλη χώρα σε καιρό ειρήνης δεν παρατηρήθηκε τόσο ραγδαία κατάρρευση του επιπέδου ζωής, και μαζί της όλων των άμεσων προοπτικών ανάκαμψης. Η μη διαχειρισιμότητα του δημοσιονομικού ελλείμματος και η εμμονή του παραγωγικού ελλείμματος εμφανίζονταν μακροπροθέσμως καταλυτικές.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται, πιστεύω, η ιδιαίτερη δυσκολία της τρέχουσας συγκυρίας. Τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, ακόμα και αν «πετύχαινε» η μνημονιακή δημοσιοσιονομική εξυγίανση, ακόμα και αν εξασφαλιζόταν το κούρεμα των δανειακών υποχρεώσεων, βιώσιμες λύσεις δεν μπορεί να εμφανισθούν στον ορίζοντα αν δεν υπάρξουν οι προϋποθέσεις για μια ανταγωνιστική αναπτυξιακή και παραγωγική «απογείωση». Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι δυνατόν να επισυμβεί παρά μόνον μακροπρόθεσμα. Με δεδομένη την αντιπαραγωγική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές που να οδηγούν σε άμεσες λύσεις. Πολλώ μάλλον που, σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, η μαζική μεταβολή των επιβιωτικών προτύπων και των εσωτερικευμένων στρατηγικών επιβίωσης δεν μπορεί παρά να προσκρούει σε ανυπέρβλητες αντιστάσεις.

Σε δημοκρατικές κοινωνίες, κανένας λαός δεν μπορεί να αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα ότι το επίπεδο ζωής στο οποίο είχε εθισθεί είναι δυνατόν να «πρέπει» να περιορισθεί μέσα σε μια νύχτα κατά το ήμισυ, κατά 60% ή κατά όσον ήθελε προκύψει. Κανένας λαός δεν μπορεί να απαλλαγεί, από τη μια μέρα στην άλλη, από τις «επιβιωτικές συνήθειες» που του επέβαλαν οι ιστορικές περιστάσεις. Κανένας λαός δεν μπορεί να «φαντασθεί» ότι η σχετικά άνετη μέχρι πρόσφατα ζωή του θα μετατραπεί σε μια κόλαση φτώχειας, αγωνίας και αβεβαιότητας. Και κανένας λαός δεν μπορεί να αποστερηθεί από το όνειρο της επανόδου σε μιαν εξιδανικευμένη «χρυσή εποχή», ακόμα και αν η εποχή αυτή φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.



Η Ελλάδα ως οικονομικό και, κυρίως, πολιτικό πειραματόζωο

Εδώ ακριβώς αποκτά τη σημασία του ο «παραδειγματικός» χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης. Στο μέτρο που τέτοια σχέδια φαίνεται να αντιστοιχούν στα οικουμενικά συμφέροντα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, τίθεται κατ’ ανάγκην επί τάπητος το ζήτημα της πολιτικής και ιδεολογικής αντοχής των λαών. Και αυτός ακριβώς είναι ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο το «ελληνικό πρόβλημα» βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής. Περισσότερο από οικονομικό «πειραματόζωο», η Ελλάδα λειτουργεί ως πολιτικό πειραματόζωο.

Η αναγκαστική και βίαια αναπροσαρμογή των εργασιακών και επιβιωτικών προοπτικών όλο και περισσότερων ανθρώπων αγγίζει όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο. Από την άποψη αυτή, βρισκόμαστε ίσως σε σημείο καμπής. Μιας καμπής που θυμίζει την εποχή των βίαιων «περιφράξεων», που είχαν εκβιάσει τη μαζική εμφάνιση του ανέστιου βρετανικού προλεταριάτου. Με τη διαφορά ότι σήμερα διέξοδοι δεν υπάρχουν: η ανεργία καλπάζει, η παραγωγή και η παραγωγικότητα λιμνάζουν και οι μη απασχολήσιμες «άχρηστες» ψυχές πλεονάζουν στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου συστήματος από το οποίο κανείς δεν φαίνεται πια να μπορεί να απαγκιστρωθεί μονομερώς. Σε οικουμενική κλίμακα λοιπόν, το μείζον πολιτικό στοίχημα των επόμενων δεκαετιών είναι η εκλογικευμένη κατασκευή κοινωνιών που οφείλουν να είναι ολοένα πιο άδικες και ανισοποιητικές. Στο πλαίσιο αυτό, μετατοπίζονται αποφασιστικά οι κυρίαρχες μορφές νομιμοποίησης. Στις αναδυόμενες ατομικιστικές κοινωνίες, οι απόκληροι καλούνται να συναινέσουν στην αθλιότητα στο όνομα της ατομικής τους ανεπάρκειας και της ατομικής ευθύνης απέναντι στη μοίρα τους. Έτσι λοιπόν, η ελληνική κρίση οφείλει να ερμηνεύεται ως προέκταση της ανεπάρκειας και ανευθυνότητας των θυμάτων. Έτσι, οι σκοπιμότητες που υποκρύπτονται πίσω από τις συστηματικές προσπάθειες ηθικής μαστίγωσης και ενοχοποίησης του ελληνικού λαού είναι προφανείς. Από τις αθλιότητες του κίτρινου ευρωπαϊκού Τύπου που καταγγέλλει την εγγενή τεμπελιά και αναξιοπιστία όλων των Ελλήνων μέχρι το αλήστου μνήμης «Όλοι μαζί τα φάγαμε» ή την κατ’ επίφασιν τεχνοκρατικότερη --και εκ πρώτης και μόνον όψεως ουδέτερη-- διαπίστωση ότι «ζούσαμε υπεράνω των δυνάμεών μας», καλούμαστε να αποδεχθούμε, εν σώματι και εν χορώ, ότι θα πρέπει να «πληρώσουμε» για το εθνικό μας «λάθος». Στο μέτρο που, όπως λέγεται, «δεν υπάρχει άλλη λύση», πρέπει να υποκύψουμε στο υπερκείμενο σύστημα, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, αποδεχόμενοι δηλαδή πως η «Νέμεση» είναι το αναγκαίο και εύλογο αποτέλεσμα της συστημικής «Ύβρης». Έχοντας υπάρξει αμαρτωλοί, οφείλουμε να αποδεχτούμε την κόλαση, ή, έστω, το καθαρτήριο.



Το πραγματικό «αμάρτημα» των Ελλήνων

Όμως, στην πραγματικότητα, το «λάθος» των Ελλήνων δεν είναι ότι «απέκλιναν» και «αμάρτησαν», αλλά ότι οι συνθήκες δεν τους άφησαν να αγιάσουν. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως ο ασύδοτος ατομικιστικός νεοελληνικός καταναλωτισμός --κοινός τόπος για τους απανταχού αυτόκλητους ηθικοπλάστες-- δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αντανακλά ευθέως τα παγκοσμίως ισχύοντα πρότυπα συμπεριφοράς του μαζικού καταναλωτικού καπιταλισμού. Όπως και αλλού, έτσι και στην Ελλάδα, το δόγμα του laser faire συμπληρώνεται με την οικουμενική παραίνεση: Μεγιστοποιήστε, εκμεταλλευτείτε, απολαύστε, καταναλώστε και, αν χρειαστεί --ή ακόμα και αν δεν χρειάζεται--, δανεισθείτε. Σε πλήρη αντιδιαστολή με τις καλβινιστικές ρίζες που κάποτε εξιδανίκευαν την ατομική εργασιακή πειθαρχία και τη λιτότητα, στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα η υπερκατανάλωση και η ατομική υπεραπόλαυση εμφανίζονται πλέον σαν καθήκοντα. Η άνθηση της μικρομεσαίας νεοελληνικής κοινωνίας δεν είναι παρά απλό σύμπτωμα της προσαρμογής τής οικουμενικά κυρίαρχης ατομικής μεγιστοποίησης στις ιδιαίτερες ιστορικές περιστάσεις.

Στο επίπεδο των ατομικών συμπεριφορών και προτεραιοτήτων λοιπόν, οι Έλληνες όχι μόνο δεν απέκλιναν από τα ατομοκεντρικά ωφελιμιστικά ήθη, αλλά αντίθετα εμφανίστηκαν σαν οι καλύτεροι μαθητές. Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι, στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, οι πρακτικές των ακόρεστων νομαδικών «αγορών» φαίνεται να έχουν απαλλαγεί και από τα τελευταία υπολείμματα ηθικών ανασχέσεων και συλλογικών αξιακών μελημάτων. Είναι σαφές ότι η καπιταλιστική ασυδοσία των «αγορών» και η άνευ όρων και ορίων πλεονεξία συνιστούν πλέον τον ύπατο κανόνα. Χαρακτηριστικά όμως, αυτό συμβαίνει μόνον στις μεγάλες κλίμακες. Πράγματι, στους χώρους που ασκείται ευθέως η οικονομική και η πολιτική εξουσία, η απόλυτη «ορθολογική» ιδιοτέλεια είναι όχι μόνο ανεκτή, αλλά «αναγκαία» και ανενδοίαστη. Σε πλήρη όμως αντιδιαστολή, στις μικροκλίμακες όπου δρουν και επιβιώνουν οι μικρομεσαίοι και μαζί τους οι απόκληροι εργαζόμενοι υποτίθεται πως πρέπει να πρυτανεύει η εσωτερικευμένη και πειθαρχημένη «ανορθολογική» ανιδιοτέλεια. Σε τελική ανάλυση λοιπόν, οι ισχύοντες κανονιστικοί κώδικες διαφοροποιούνται με σαφέστατα ταξικά κριτήρια. Στο όνομα του παραγωγικού ορθολογισμού, οι μεν άνεργοι και απόκληροι καλούνται να αποδεχθούν απλώς την εξαθλίωσή τους, ενώ οι πειθήνιοι και ευγνώμονες εργαζόμενοι καλούνται να είναι εργατικοί, συνεπείς, έντιμοι και υπεύθυνοι.

Αν λοιπόν υπάρχει μια πραγματική συλλογική «ευθύνη» των απόκληρων πλέον μικρομεσαίων Ελλήνων, έγκειται στο γεγονός ότι υπέκυψαν, και υποκύπτουν ίσως ακόμα, στις παραπλανητικές εξαγγελίες των συστημικών ηθικολόγων και ιδεολόγων. Μαζί με όλους τους άλλους, είχαν την αφέλεια να πιστέψουν πως το «δικαίωμα στην ιδιοτέλεια» και στην άνευ ορίων μεγιστοποίηση των ατομικών απολαύσεων δεν είναι ταξικό προνόμιο των ήδη κατεχόντων και ότι μπορεί να επεκτείνεται ακόμη και σε αυτούς. Αν λοιπόν «φταίνε» σε κάτι, αυτό είναι επειδή δεν αντέδρασαν εν σώματι και προφητικά στο κυρίαρχο σύστημα ιδεών, επειδή ενστερνίστηκαν τις χίμαιρες με τις οποίες τους είχαν θρέψει και αναθρέψει, επειδή υπέκυψαν αδιαμαρτύρητα στις σειρήνες της συστημικής προόδου, επειδή πίστεψαν πως η ατομική ευημερία και η συνεχής ανάπτυξη είναι ιστορικά κεκτημένα για όλους, επειδή δηλαδή θεώρησαν ότι ο ρους της Ιστορίας μπορεί να είναι ρόδινος για τους ανίσχυρους.

Όμως, φυσικά, τέτοιες εκ των υστέρων προγνώσεις ξεπερνούσαν τα όριά τους. Ακόμα μια φορά, αποδεικνύεται πως η Ιστορία εκδικείται πρωτίστως εκείνους που δεν έχουν ούτε την αντικειμενική δυνατότητα και βούληση να αντιδράσουν ούτε την εξουσία να εκμεταλλευθούν τις αντιφάσεις για λογαριασμό τους. Για να ξαναστηθεί λοιπόν η κοινωνία, και μαζί της η δημοκρατία στα ποδάρια της, θα πρέπει να απαλλαγούμε κατ’ απόλυτη προτεραιότητα από τις υποβολιμαίες ηθικολογίες που μας περιβάλλουν. Δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον από τη στιγμή που αμφισβητούνται όλα τα έσχατα θεμέλια του αποστασιοποιημένου «καλού» και που ο ορίζοντας του γίγνεσθαι περιλαμβάνει όλα τα νοητά ριζικά «άλλα».