Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέγκρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέγκρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2023

Ο φιλόσοφος της εξεγερμένης επιθυμίας

 

του Νικόλα Σεβαστάκη

 

Ο Αντόνιο (Τόνι) Νέγκρι που πέθανε στα 90 του δεν ήταν ένας ακαδημαϊκός φιλόσοφος, ο ειδικός στη σκέψη τού Μπαρούχ Σπινόζα ή του Μαρξ. Μάλλον έγινε μια πολιτισμική αναφορά τής παγκόσμιας ριζοσπαστικής σκηνής αφού πρώτα έζησε στη σάρκα του την περιπέτεια της ανατρεπτικής δράσης. Νέος που βγήκε και αυτός από το φυτώριο του κοινωνικού καθολικισμού τής δεκαετίας τού ΄50, μέλος τού Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος συνδέθηκε γρήγορα με μια ιδιαίτερη εκδοχή ιταλικού μαρξισμού: τον «εργατισμό» (operaismo). Οι εργατιστές κοινωνιολόγοι επιχείρησαν να ερευνήσουν τους μετασχηματισμούς τής μισθωτής εργασίας και τις νέες πραγματικότητες του «καπιταλιστικού εργοστασίου» σε μια εποχή εμπέδωσης της νέας καταναλωτικής κοινωνίας. Οι άλλες μεγάλες φυσιογνωμίες τού εργατισμού, ο Μάριο Τρόντι και ο Αλμπέρτο Αζορ Ρόζα κατέληξαν πάλι στην αγκαλιά τού Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος αποκρούοντας την άγρια δυναμική τής νέας ιταλικής άκρας αριστεράς που διαμορφώθηκε σε χίλιες δυο συγκρούσεις και διασπάσεις τού τέλους τής δεκαετίας τού ‘60. Ο Νέγκρι, αντιθέτως, άντλησε από τον εργατισμό ιδέες που βάθυναν τη συναισθηματική και ιδεολογική του ρήξη με τις βασικές επιλογές τής ιταλικής Αριστεράς και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Βρέθηκε στην αντίπερα όχθη από τη λεγόμενη «ευρωκομμουνιστική» πορεία και ήταν εξαρχής και έως τέλους ξένος προς τον δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την προτεραιότητα της κοινοβουλευτικής και πολιτικής δράσης.

Οι αρχές της δεκαετίας τού ΄70 στάθηκαν γι’ αυτόν ένα εργαστήριο ιδεών και συναισθημάτων που ιχνηλατούσαν μια εμπειρία διαχωρισμού: τον διαχωρισμό από την αστική πολιτική κοινότητα και τη διαλεκτική μεταξύ της αστικής και της κοινωνικής-εργατικής δημοκρατίας. Η ιδέα της εργατικής αυτονομίας, προτού γίνει τίτλος ενός ολόκληρου κινηματικού γαλαξία, βρισκόταν στην αιχμή τής επίθεσης του Νέγκρι στην βασική παράδοση του ιταλικού κομμουνισμού. Ο Νέγκρι θα αρνηθεί να δει το εργατικό κίνημα ως κέντρο μιας εθνικής δημοκρατικής αναγέννησης, ως υποκείμενο μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων που θα γεννούσαν μια πιο προοδευτική Ιταλία. Αυτή η γλώσσα και οι στόχοι της τού έφερναν αηδία και θα αποκαλούσε το ΚΚ του Μπερλινγκουέρ «άθλια σοσιαλδημοκρατία». Όσο το ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έριχνε το βάρος του στους θεσμούς και προσανατολιζόταν σε μια κουλτούρα κόμματος διακυβέρνησης (αφήνοντας πίσω τη λενινιστική αντίληψη για την κατάληψη της εξουσίας), τόσο εντονότερα ο Νέγκρι και ο χώρος του αναζητούσαν μια εμπειρία «προλεταριακής χαράς» πέρα και εναντίον των θεσμών και του κράτους των κομμάτων. Η κριτική στα εργατικά συνδικάτα και στο Κομμουνιστικό Κόμμα γινόταν όλο και οξύτερη. Κατηγορούνταν πως επιδίωκαν τον έλεγχο των μαζών και τον εγκλωβισμό τους σε μια ηθική τής παραγωγικής εργασίας και της συνδιαλλαγής με τον εχθρό. Και με τη σειρά τους, οι άνθρωποι του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος αναφέρονταν με πολύ σκληρά λόγια στον «εξτρεμισμό» τού Νέγκρι και στην Αυτονομία στην οποία έφτασαν να βλέπουν το ύφος των αποσπασμάτων δρόμου τού πρώιμου φασισμού. Ήταν πια η στιγμή τής μεγάλης αντιπαράθεσης όπου στις διαδηλώσεις αλλά και στις παράνομες δράσεις τής Αυτονομίας υπήρχαν πια στοιχεία ένοπλου αγώνα, ακόμα και αν ο Νέγκρι θα κόψει ταχύτητα.

Τον Απρίλιο του 1979, στην ατμόσφαιρα ανελέητης πολιτικής και αστυνομικής σύγκρουσης μετά την απαγωγή και τη δολοφονία τού μετριοπαθούς χριστιανοδημοκράτη Άλντο Μόρο, ο εισαγγελέας Πιέτρο Καλότζερο, δικαστικός με δεσμούς στην Αριστερά, θα κατηγορήσει ευθέως τον Νέγκρι ως στρατηγικό εγκέφαλο όλου του ακροαριστερού ένοπλου χώρου. Ο Καλότζερο και πολλοί άλλοι ήταν πεπεισμένοι ότι ο «καθηγητής Νέγκρι» δεν ήταν απλώς ένας θεωρητικός τού εξεγερσιακού κομμουνισμού αλλά ένας παίκτης στην καρδιά τής ένοπλης αριστερής βίας. Η ιστορία στη συνέχεια αποδείχτηκε πιο περίπλοκη και οι μαρτυρίες, τα αρχεία και οι έρευνες συνεχίζονται ακόμα. Έχει αποδειχτεί σε μεγάλο βαθμό ότι ο Νέγκρι διατηρούσε επαφές με στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών μέχρι το 1976, είναι πάντως φανερό πως από ένα σημείο και μετά η οπτική του οδηγήθηκε αλλού: θα διαφωνήσει έτσι με αυτό που ονομάζουμε ιταλική τρομοκρατία όχι τόσο γιατί είχε ενστάσεις για την επιθετική και βίαιη δράση όσο γιατί αντιλαμβάνεται ως ξεπερασμένη την ανάλυση των Ερυθρών Ταξιαρχιών για τον χαρακτήρα του ιταλικού καπιταλισμού, το παγκόσμιο σύστημα και τον ρόλο τής πολιτικής πρωτοπορίας. Ο Νέγκρι θα δώσει έμφαση στη σφαίρα των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, στους επισφαλείς και άνεργους των μητροπόλεων, στις δυνάμεις μιας νέας, «άγριας» νεολαίας που ζητούν να ζήσουν πέρα από τη θλίψη τής μισθωτής εργασίας και την καταστολή των επιθυμιών τους. Σε επικοινωνία με το πνεύμα φιλοσόφων ενός αριστερού νιτσεϊσμού όπως ο Ζιλ Ντελέζ και ο Μισέλ Φουκώ, ο Νέγκρι δίνει μεγάλη σημασία στην επιθυμία και στις εμπειρίες κατάφασης σε έναν «διονυσιακό» κομμουνισμό. Βρίσκει έτσι στον μαρξισμό-λενινισμό των τρομοκρατών μια συντηρητική και ακατάλληλη μορφή σκέψης για την έκφραση των επιθυμιών αυτών των νέων τύπου προλετάριων που θα ονομαστούν «κοινωνικοί εργάτες».

Ο Νέγκρι επιλέγει επίσης, με τον δικό του τρόπο, την οδό τής διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς αν και η σκέψη του έχει ως αιχμή την ακαταπόνητη επιθυμία για υπέρβαση της μορφής τού κράτους, της εργασιακής δομής και της ιεραρχικής συνθήκης. Η πυκνότερη ενασχόλησή του με τη φιλοσοφική και θεωρητική εργασία, οι δεσμοί του με Γάλλους και Αμερικανούς στοχαστές (ακόμα και η καμπάνια τού φιλελεύθερου και αντικομμουνιστή Μπερνάρ Ανρί Λεβί υπέρ του παίζει τον ρόλο της) θα μετατρέψουν τον Νέγκρι σε φιλόσοφο τής νέας διεθνούς ριζοσπαστικής σκηνής. Η μελέτη του για τον Σπινόζα αναγνωρίζεται ως εξαιρετικά σημαντική και οι αναλύσεις του για τις νέες μορφές κυριαρχίας και γνώσης στον «παγκόσμιο ενοποιημένο καπιταλισμό» θα γεννήσουν διάλογο σε ευρύτερη βάση. Είναι ένας radical leftist philosopher που αποκτά καινούρια ακροατήρια, πέρα από αυτά που είχε ως πολιτικός ηγέτης και στρατευμένος διανοούμενος.

Φυσικά οι δικαστικές και ποινικές εκκρεμότητες θα τον ακολουθούν, θα εκτίσει τέσσερα χρόνια φυλάκισης και ύστερα πάλι (όταν επιστρέψει στην Ιταλία το 1997) θα συναντήσει κάποιους έγκλειστους-φαντάσματα των παλαιών οργανώσεων - εκείνος όμως έχει πια ένα άλλο status. Η ποιότητα των φιλοσοφικών του εργασιών είναι αναμφισβήτητη. Όπως είπε ο Μάσιμο Κατσιάρι, παλαιός σύντροφος του Νέγκρι που πήρε πολύ διαφορετικό δρόμο, δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει τον στοχαστή Νέγκρι ακόμα και αν είναι αντίπαλός του.

Τώρα βέβαια οι νέοι υπερδεξιοί υπουργοί και παράγοντες της Μελόνι αναφέρονται στον θάνατο του Νέγκρι επαναλαμβάνοντας την έκφραση «κακός δάσκαλος» (cattivo maestro). H έκφραση είχε τις δόξες της στα χρόνια τής τρομοκρατίας όταν στον Τύπο ή στα κόμματα έψαχναν τις σκοτεινές μορφές κάποιων διανοουμένων και καθηγητών πίσω από τους σχεδιασμούς των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ο Νέγκρι δεν υπήρξε φυσικά περιστερά ή συνηθισμένος ριζοσπάστης δάσκαλος σαν αυτούς που συναντούμε πλέον παντού, από το Harvard μέχρι το Πάντειο. Μερικά από τα κείμενά του πετούσαν σπίθες. Ύμνησε άλλωστε την κουκούλα και την αίσθηση της θερμής, συγκρουσιακής κοινότητας. Είδε τον αγώνα ως μια σχεδόν σωματική, πυρετική και υπαρξιακή εμπειρία που δεν είχε πρόβλημα με κάποιες παραβατικές πρακτικές: την απαλλοτρίωση αγαθών ή διάφορες εκδοχές αστικού «σαμποτάζ». Αυτό το γράφω γιατί υπάρχει ο πειρασμός να παρουσιαστεί ο Νέγκρι σαν να είναι άλλος ένας διανοούμενος της ριζοσπαστικής Αριστεράς που, απλώς, υπήρξε θύμα κάποιας σκευωρίας.

Η φιλοσοφική αποτίμηση των έργων του είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Η κρίση όμως για τις μεγάλες πολιτικές και ηθικές του επιλογές είναι κάτι διαφορετικό. Το βέβαιο είναι πως ο Αντόνιο Νέγκρι που όλοι τον φώναζαν Τόνι υπήρξε μια από τις σύνθετες, εν μέρει σαγηνευτικές και από άλλες πλευρές απαράδεκτες, προσωπικότητες μιας άλλης σκηνής, μιας αντισυμβατικής –θερμής– εμπειρίας. Το ίχνος του ήταν ένας ιδιόμορφος μαρξισμός που μιλούσε μια αναρχική, νιτσεϊκή και σχεδόν εκστατική γλώσσα. Από την άλλη, έγραψε κοπιώδη, λεπτά και ενημερωμένα κείμενα φιλοσοφίας τού δικαίου και κοινωνικής θεωρίας. Κυρίως όμως προϋπάντησε τη δύναμη του πλήθους απέναντι στην Αυτοκρατορία. Υπονόμευσε πολλά από τα είδωλα του παλιού σοσιαλισμού για να γιορτάσει την πολλαπλότητα των επιθυμιών και των σχεδίων ενός κόσμου που ήθελε και ίσως θέλει να «ζήσει τον κομμουνισμό» στο τώρα.

Κάποιοι από τους συντρόφους του τής παλιάς εποχής δεν τού συγχώρησαν που έγινε διάσημος και αποκήρυξε ορισμένα πρόσωπα και ιδέες. Άλλοι, μάλλον περισσότεροι, δεν μπόρεσαν ποτέ να τον αποδεχτούν γιατί συνέχισε να διεκδικεί ανατρεπτικές ιδέες κλείνοντας πάντα το μάτι στις αποκοτιές τού παρελθόντος του (είχε παραδεχτεί τη συμμετοχή του σε ένοπλες ληστείες που ήταν μια από τις πρακτικές τής Αυτονομίας, ιδίως στην αρχική της φάση).

Με μια έννοια, ο Νέγκρι, καθηγητής στην Πάντοβα, ηγετική φυσιογνωμία  επαναστατικών οργανώσεων και στοχαστής των μεταφυσικών θεμελίων τής κυριαρχίας και της ζωής μπόρεσε να συνυφάνει πολλές διαστάσεις τής εποχής του: να πειραματιστεί πολιτικά με τα όρια, να διδάξει και να γράψει, να δημιουργήσει κύματα συμπαράστασης αλλά και μεγάλη εχθρότητα και αντιπάθειες σε φίλους και αντιπάλους.

Υπήρξε, εντέλει, ένα μεγάλο μέγεθος. Και εγγράφεται ασφαλώς στην ιστορία τού ανατρεπτικού στοχασμού ως μια ιδιαίτερη περίπτωση επιμονής και επινοητικότητας, μέσα στις έννοιες της φιλοσοφίας και στις πρακτικές των αγώνων όπως αυτός τους εννοούσε.

 

Πηγή LiFO

 

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Deleuze-Negri: To επαναστατικό γίγνεσθαι και τα πολιτικά δημιουργήματα



Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος (άνοιξη 1990) του περιοδικού Futur Anterieur [τετελεσμένος μέλλων], το οποίο εξέδιδε ο Νέγκρι μετά τη φυγή του στο Παρίσι μαζί με μία ομάδα συνεργατών. Μία πρώτη μορφή της συνέντευξης, με αρκετές περικοπές και μετατροπές λόγω χώρου, είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εποχή το 1995, αμέσως μετά το θάνατο του Ντελέζ. Την αναδημοσιεύουμε εδώ συμπληρωμένη ώστε να υπάρχει και διαδικτυακά στα ελληνικά.


Στην πνευματική σας ζωή το πρόβλημα της πολιτικής φαίνεται να ήταν πάντα παρόν. Από τη μια, η συμμετοχή σε κινήματα (φυλακές, ομοφυλόφιλοι, ιταλική αυτονομία, Παλαιστίνιοι), από την άλλη, η συνεχής προβληματοποίηση των θεσμών αλληλοδιαδέχονται και αλληλοδιαπλέκονται μέσα στο έργο σας, από το βιβλίο για τον Χιουμ μέχρι αυτό για τον Φουκώ. Από πού γεννιέται αυτή η συνεχής προσέγγιση στο ζήτημα της πολιτικής και πώς καταφέρνει να παραμείνει εκεί σε όλη την πορεία της δουλειάς σας; Γιατί η σχέση κίνημα/ θεσμοί είναι πάντα προβληματική;


Αυτό που με ενδιέφερε ήταν περισσότερο τα συλλογικά δημιουργήματα παρά οι αναπαραστάσεις. Μέσα στους « θεσμούς» υπάρχει μια ολόκληρη κίνηση που διακρίνεται ταυτόχρονα από τους νόμους και από τα συμβόλαια. Αυτό που έβρισκα στον Χιουμ ήταν μια πολύ δημιουργική σύλληψη του θεσμού και του δικαίου. Στην αρχή ενδιαφερόμουν περισσότερο για το δίκαιο παρά για την πολιτική. Αυτό που με ευχαριστούσε ακόμη στον Μάζοχ και στον Σαντ ήταν η τελείως στριμμένη αντίληψή τους για το συμβόλαιο κατά τον Μάζοχ, για το θεσμό κατά τον Σαντ. Σήμερα ακόμα, η εργασία του François Ewald για να αποκαταστήσει μια φιλοσοφία του δικαίου μου φαίνεται ουσιώδης. Αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι ο νόμος ούτε οι νόμοι (ο πρώτος είναι έννοια κενή, οι δεύτεροι έννοιες απλώς βολικές), ούτε ακόμη το δίκαιο ή τα δικαιώματα, είναι η νομολογία. Πραγματική δημιουργός του δικαίου είναι η νομολογία: δεν θα έπρεπε να την αφήσουμε στους δικαστές. Υπάρχουν ήδη σκέψεις να καθιερωθεί το δίκαιο της σύγχρονης βιολογίας: τα πάντα όμως στη σύγχρονη βιολογία και οι νέες καταστάσεις που αυτή δημιουργεί, τα νέα συμβάντα που καθιστά δυνατά, είναι υπόθεση της νομολογίας. Αυτό που έχουμε ανάγκη δεν είναι μια επιτροπή ειδημόνων, ηθική και ψευδο-αρμόδια, αλλά ομάδες χρηστών. Εκεί είναι που περνάμε από το δίκαιο στην πολιτική. ΄Ενα είδος περάσματος στην πολιτική έκανα και εγώ για λογαριασμό μου, με το Μάη του 68, στο μέτρο που ερχόμουν σε επαφή με συγκεκριμένα προβλήματα, χάρη στον Γκουαταρί, χάρη στον Φουκώ, χάρη στον Ελί Σαμπάρ. Ο Αντι-Οιδίπους υπήρξε καθ’ ολοκληρίαν ένα βιβλίο πολιτικής φιλοσοφίας.


Αισθανθήκατε τα γεγονότα του 68 ως τον θρίαμβο του παράκαιρου, την πραγματοποίηση της αντι-πραγμάτωσης [contre-effectuation]. Ήδη στα χρόνια πριν το 68, στο έργο για τον Νίτσε, καθώς και λίγο αργότερα στον Ζάχερ Μαζόχ, το πολιτικό ανακτάται σ’ εσάς ως δυνατότητα, συμβάν, μοναδικότητα. Υπάρχουν σύντομες οδοί που ανοίγουν το παρόν στο μέλλον. Και που τροποποιούν, επομένως, τους ίδιους τους θεσμούς. Αλλά μετά το 68 η αξιολόγησή σας φαίνεται να εκλεπτύνεται: η νομαδική σκέψη εμφανίζεται πάντα, με την πάροδο του χρόνου, με τη μορφή στιγμιαίας αντι- πραγμάτωσης· στον χώρο, μόνο ένα «μειονοτικό γίγνεσθαι είναι καθολικό». Τι είναι όμως αυτή η καθολικότητα του άκαιρου;


Το θέμα είναι ότι, όλο και περισσότερο, ευαισθητοποιήθηκα ως προς τη δυνατότητα μιας διάκρισης ανάμεσα στο γίγνεσθαι και την ιστορία. Ο Νίτσε ήταν που έλεγε ότι τίποτε σημαντικό δεν γίνεται χωρίς μια «μη ιστορική νέφωση». Δεν πρόκειται για μια αντίθεση ανάμεσα στο αιώνιο και το ιστορικό, ούτε ανάμεσα στο στοχασμό και τη δράση: ο Νίτσε μιλά γι’ αυτό που γίνεται, για το ίδιο το συμβάν ή το γίγνεσθαι. Αυτό που η ιστορία κρατά από το συμβάν είναι η πραγμάτωσή του μέσα σε καταστάσεις πραγμάτων, αλλά το συμβάν μέσα στο γίγνεσθαί του εκφεύγει της ιστορίας. Η ιστορία δεν είναι ο πειραματισμός, είναι απλώς το σύνολο των σχεδόν αρνητικών προϋποθέσεων που επιτρέπουν να πειραματισθούμε με κάτι που εκφεύγει της ιστορίας. Χωρίς την ιστορία ο πειραματισμός θα παρέμενε ακαθόριστος, απόλυτος, αλλά ο πειραματισμός δεν είναι ιστορικός. Σε ένα σπουδαίο βιβλίο φιλοσοφίας, το Clio, ο Péguy εξηγούσε ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να εξετάσουμε το συμβάν: ο ένας συνίσταται στο να διατρέχεις όλο το μήκος του συμβάντος, να καταγράφεις την επίδρασή του στην ιστορία, τη δημιουργία των προϋποθέσεων και τη φθορά του μέσα στην ιστορία· αλλά ο άλλος είναι να ανασυναρμολογείς το συμβάν, να εγκαθίστασαι μέσα σε αυτό σαν μέσα σε ένα γίγνεσθαι, να ξανανιώνεις και να γερνάς ταυτόχρονα μέσα σε αυτό, να περνάς από όλες τις συνιστώσες ή ενικότητές του. Το γίγνεσθαι δεν είναι ιστορία· η ιστορία δηλώνει μόνο το σύνολο των, έστω και πρόσφατων, προϋποθέσεων, από τις οποίες απομακρυνόμαστε για να προκύψει το γίγνεσθαι, δηλαδή για να δημιουργήσουμε κάτι νέο. Αυτό ακριβώς αποκαλεί ο Νίτσε Παράκαιρο. Ο Μάης του 68 υπήρξε η εκδήλωση, η εισβολή ενός γίγνεσθαι σε καθαρή μορφή. Σήμερα η μόδα είναι να καταγγέλλουμε τη φρίκη της επανάστασης. Αυτό δεν είναι ούτε καν καινούριο, όλος ο αγγλικός ρομαντισμός είναι γεμάτος από έναν προβληματισμό πάνω στον Κρόμγουελ τελείως ανάλογο με το σημερινό προβληματισμό πάνω στον Στάλιν. Λέγεται ότι οι επαναστάσεις έχουν κακό μέλλον. Δεν παύουμε όμως να συγχέουμε δύο πράγματα, το μέλλον των επαναστάσεων στην ιστορία και την επαναστατικοποίηση [le devenir-revolutionnaire] των ανθρώπων. Δεν πρόκειται καν για τους ίδιους ανθρώπους στις δύο περιπτώσεις. Η μόνη ελπίδα των ανθρώπων έγκειται στο επαναστατικό γίγνεσθαι, που μόνο αυτό μπορεί να ξορκίσει το αίσχος ή να δώσει μια απάντηση στο ανυπόφορο.


Το Mille Plateaux, το οποίο θεωρώ ως ένα από τα μεγάλα φιλοσοφικά έργα αυτού του αιώνα, μου φαίνεται ταυτόχρονα ένας κατάλογος από ανεπίλυτα προβλήματα ιδιαίτερα στον τομέα της πολιτικής φιλοσοφίας. Τα συγκρουσιακά ζεύγη διαδικασία-έργο, ενικότητα-υποκείμενο, σύνθεση-οργάνωση, γραμμές φυγής-μηχανισμοί [dispositifs] και στρατηγικές, μικρο-μακροεπίπεδο κ.λπ., όχι μόνο μένουν πάντοτε ανοιχτά, αλλά και ξανανοίγουν ακατάπαυστα, με μία πρωτοφανή θεωρητική θέληση και με μια βία που θυμίζει τον τόνο των αιρέσεων. Δεν έχω τίποτε εναντίον μιας τέτοιας ανατροπής, κάθε άλλο … Κάποτε όμως μου φαίνεται ότι ακούω μια τραγική νότα, εκεί όπου δεν ξέρουμε πού οδηγεί η «πολεμική μηχανή».


Με συγκινεί αυτό που μου λέτε. Πιστεύω ότι ο Φελίξ Γκουαταρί και εγώ παραμείναμε και οι δυο μαρξιστές –ίσως με δύο διαφορετικούς τρόπους, αλλά και οι δύο. Πιστεύουμε ότι μια πολιτική φιλοσοφία δεν είναι νοητή αν δεν επικεντρώνεται στην ανάλυση του καπιταλισμού και των εξελίξεών του. Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο στον Μαρξ είναι η ανάλυση του καπιταλισμού ως εμμενούς συστήματος που δεν παύει να εξωθεί τα ίδια του τα όρια και που τα ξαναβρίσκει πάντα σε μια μεγεθυμένη κλίμακα, διότι το όριο είναι το ίδιο το Κεφάλαιο. Το Mille Plateaux υποδεικνύει πολλές κατευθύνσεις, από τις οποίες οι τρεις κυριότερες είναι οι εξής: κατ’ αρχάς μια κοινωνία μάς φαίνεται ότι ορίζεται όχι τόσο από τις αντιφάσεις της αλλά από τις γραμμές φυγής της: διαφεύγει από παντού, και είναι πολύ ενδιαφέρον να δοκιμάσει κανείς να ακολουθήσει κάποια δεδομένη στιγμή τις γραμμές φυγής που διαγράφονται. Έστω το παράδειγμα της Ευρώπης σήμερα: οι πολιτικοί άνδρες της Δύσης ταλαιπωρήθηκαν πολύ για να τη φτιάξουν, οι τεχνοκράτες κοπίασαν πολύ για να εναρμονίσουν νομοθεσίες και κανονισμούς, αλλά αφενός ίσως μας επιφυλάσσουν εκπλήξεις στο μέλλον οι πιθανές εκρήξεις από τη μεριά των νέων και των γυναικών, από μόνο το γεγονός της διεύρυνσης των ορίων (αυτό δεν είναι «τεχνοκρατικοποιήσιμο»)· και, αφετέρου, είναι αρκετά διασκεδαστικό να παρατηρήσει κανείς ότι αυτή η Ευρώπη είναι ήδη τελείως ξεπερασμένη πριν καν ξεκινήσει –την ξεπερνούν οι κινήσεις που έρχονται από την Ανατολή. Όλα αυτά είναι σοβαρές γραμμές φυγής. Υπάρχει μια άλλη κατεύθυνση στο Mille Plateaux, η οποία συνίσταται στο να προτιμούμε όχι πλέον τις γραμμές φυγής έναντι των αντιφάσεων, αλλά τις μειονότητες έναντι των τάξεων. Τέλος, μία τρίτη κατεύθυνση συνίσταται στο να ερευνήσουμε ένα καθεστώς των «πολεμικών μηχανών» το οποίο να μην ορίζεται διόλου από τον πόλεμο, αλλά από έναν ορισμένο τρόπο να καταλαμβάνουν, να πληρούν τον χωρο-χρόνο, ή να επινοούν νέους χωρο-χρόνους: τα επαναστατικά κινήματα (δεν έχουμε προσέξει αρκετά, για παράδειγμα, πώς η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης χρειάστηκε να επινοήσει ένα χωρο-χρόνο μέσα στον αραβικό κόσμο), αλλά και τα καλλιτεχνικά κινήματα είναι τέτοιου είδους πολεμικές μηχανές.


Λέτε ότι απ’ όλα αυτά δεν λείπει ένας τραγικός ή μελαγχολικός τόνος. Νομίζω ότι βλέπω γιατί. Μου έκαναν μεγάλη αίσθηση όλες αυτές οι σελίδες του Πρίμο Λέβι, όπου εξηγεί ότι τα ναζιστικά στρατόπεδα γέννησαν μέσα μας «τη ντροπή να είσαι άνθρωπος». ΄Οχι, λέει ο Λέβι, ότι είμαστε όλοι υπεύθυνοι για το ναζισμό, όπως θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά ο ναζισμός μάς έχει κηλιδώσει: ακόμη και αυτοί που επέζησαν από τα στρατόπεδα χρειάστηκε να κάνουν συμβιβασμούς, έστω και μόνο για να επιζήσουν. Ντροπή που υπήρξαν άνθρωποι ώστε να υπάρξουν ναζιστές, ντροπή που δεν μπορέσαμε να το εμποδίσουμε, ντροπή που συμβιβαστήκαμε, όλα αυτά αποκαλεί ο Πρίμο Λέβι «γκρίζα ζώνη». Και τη ντροπή του να είσαι άνθρωπος συμβαίνει να τη νιώθουμε σε περιστάσεις απλώς γελοίες: μπροστά σε μια φοβερή χυδαιότητα της σκέψης, μπροστά σε μια τηλεοπτική εκπομπή, μπροστά σε μια ομιλία υπουργού, μπροστά στα λόγια των καλοπερασάκηδων. Είναι ένα από τα πιο ισχυρά κίνητρα της φιλοσοφίας, αυτό που αναγκαστικά την κάνει πολιτική φιλοσοφία.


Στον καπιταλισμό υπάρχει ένα μόνο πράγμα που να είναι οικουμενικό, και αυτό είναι η αγορά. Δεν υπάρχει οικουμενικό κράτος, ακριβώς επειδή υπάρχει μια οικουμενική αγορά ως προς την οποία τα κράτη χρησιμεύουν ως εστίες, ως χρηματιστήρια. Ο καπιταλισμός λοιπόν δεν είναι πλέον γενικευτικός, ομογενοποιητικός, είναι μια φανταστική κατασκευή πλούτου και αθλιότητας. Δεν υπάρχει δημοκρατικό κράτος που να μην εμπλέκεται μέχρι το μεδούλι σε αυτή την κατασκευή της ανθρώπινης αθλιότητας. Η ντροπή είναι ότι δεν έχουμε κανένα σίγουρο μέσο για να διατηρήσουμε και, κατά μείζονα λόγο, να επεκτείνουμε τα γίγνεσθαι, ακόμη και μέσα μας. Το πώς μια ομάδα θα στραφεί, πώς θα ξαναπέσει μέσα στην ιστορία, αυτό επιβάλλει μια αιώνια «έγνια». Δεν διαθέτουμε πλέον μια εικόνα του προλετάριου, τον οποίο να αρκεί απλώς να συνειδητοποιήσουμε.


Πώς μπορεί το μειονοτικό γίγνεσθαι να γίνει ισχυρό; Πώς μπορεί η αντίσταση να γίνει εξέγερση; Διαβάζοντάς σας, έχω πάντα αμφιβολίες για τις απαντήσεις που πρέπει να δώσω σε τέτοια ερωτήματα, ακόμα κι αν στα έργα σας βρίσκω πάντα την ώθηση που με υποχρεώνει να αναδιατυπώσω θεωρητικά και πρακτικά τέτοια ερωτήματα. Κι όμως, όταν διαβάζω τις σελίδες σας για τη φαντασία ή τις κοινές έννοιες στον Σπινόζα, ή όταν παρακολουθώ στο Χρόνος-εικόνα την περιγραφή σας για τη σύνθεση του επαναστατικού κινηματογράφου στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, και που συλλαμβάνω μαζί σας το πέρασμα από την εικόνα στη μυθοπλασία, στην πολιτική πράξη, σχεδόν έχω την εντύπωση ότι βρήκα την απάντηση… Ή μήπως κάνω λάθος; Υπάρχει λοιπόν τρόπος ώστε η αντίσταση των καταπιεσμένων να γίνει τελικά αποτελεσματική και να εξαλειφθεί οριστικά το ανυπόφορο; Υπάρχει τρόπος ώστε η μάζα των ενικοτήτων και των ατόμων [atomes] που είμαστε να εμφανιστεί ως συντακτική εξουσία, ή μήπως, αντίθετα, πρέπει να δεχτούμε το νομικό παράδοξο κατά το οποίο η συντακτική εξουσία δεν μπορεί να οριστεί παρά μόνο από την συνεστημένη εξουσία;


Οι μειονότητες και οι πλειονότητες δεν διακρίνονται από τον αριθμό. Μια μειονότητα μπορεί να είναι πολυαριθμότερη από μια πλειονότητα. Αυτό που ορίζει την πλειονότητα είναι ένα πρότυπο, προς το οποίο πρέπει να συμμορφώνεται: για παράδειγμα ο μέσος ενήλικας Ευρωπαίος άνδρας που κατοικεί στις πόλεις … Ενώ μια μειονότητα δεν έχει πρότυπο, είναι ένα γίγνεσθαι, μια διαδικασία. Μπορούμε να πούμε ότι η πλειονότητα είναι ο Κανένας. Όλος ο κόσμος, από μια συγκεκριμένη άποψη, εμπλέκεται σε ένα μειοψηφικό γίγνεσθαι το οποίο θα τον οδηγούσε σε άγνωστους δρόμους αν το ακολουθούσε. Όταν μια μειονότητα δημιουργεί πρότυπα, είναι επειδή θέλει να γίνει πλειοψηφική, και αυτό αναμφίβολα είναι αναγκαίο για την επιβίωση ή τη σωτηρία της (για παράδειγμα το να έχει ένα κράτος, να αναγνωριστεί, να επιβάλλει τα δικαιώματά της). Αλλά η δύναμή της προέρχεται από αυτό που μπόρεσε να δημιουργήσει και που θα περάσει λίγο-πολύ στο πρότυπο, χωρίς να εξαρτάται απ’ αυτό. Ο λαός είναι πάντοτε μια δημιουργική μειονότητα, και τέτοια παραμένει ακόμη και όταν κατακτά την πλειονότητα: τα δυο πράγματα μπορούν να συνυπάρχουν γιατί δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες (και καθόλου λαϊκιστές καλλιτέχνες) αναφέρονται σε ένα λαό και διαπιστώνουν ότι «ο λαός απουσιάζει»: ο Μαλαρμέ, ο Ρεμπώ, ο Κλέε, ο Μπεργκ. Στο σινεμά, οι Στράουμπ. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε ένα λαό, τον έχει ανάγκη στη βαθύτερη ουσία του εγχειρήματός του και δεν οφείλει, ούτε μπορεί να τον δημιουργήσει. Η τέχνη είναι αυτό που αντιστέκεται στο θάνατο, στη σκλαβιά, στην ατιμία, στο όνειδος. Αλλά ο λαός δεν μπορεί να ασχοληθεί με την τέχνη. Όταν ένας λαός δημιουργείται, το κάνει με τα δικά του μέσα, κατά τρόπο όμως που να ξαναβρίσκει κάτι από την τέχνη –ή κατά τρόπο που η τέχνη να ξαναβρίσκει κάτι που της έλειπε. Η ουτοπία δεν είναι καλή έννοια: υπάρχει μάλλον μια «μυθοπλασία» κοινή στο λαό και στην τέχνη. Θα έπρεπε να ξαναπιάσουμε τη μπεργκσονική έννοια της μυθοπλασίας [fabulation] και να της δώσουμε πολιτική σημασία.


Στο βιβλίο σας για τον Φουκώ και στη συνέχεια και στην τηλεοπτική συνέντευξη στο INA, προτείνετε να εμβαθύνoυμε τη μελέτη τριών πρακτικών εξουσίας: της Κυρίαρχης, της Πειθαρχικής και ειδικά εκείνης του Ελέγχου επί της «επικοινωνίας» που σήμερα γίνεται ηγεμονική. Αφενός, αυτό το τελευταίο σενάριο αναφέρεται στην ύψιστη τελειότητα της κυριαρχίας που αγγίζει επίσης την ομιλία και τη φαντασία, αλλά από την άλλη, ποτέ τόσο πολύ όσο σήμερα, όλοι οι άνθρωποι, όλες οι μειονότητες, όλες οι ενικότητες είναι δυνητικά ικανές να πάρουν το λόγο και, μαζί με αυτόν, τον υψηλότερο βαθμό ελευθερίας. Στη μαρξική ουτοπία των Grundrisse, ο κομμουνισμός σκιαγραφείται ακριβώς ως μια εγκάρσια οργάνωση ελεύθερων ατόμων, σε μια τεχνική βάση που εγγυάται τις προϋποθέσεις της. Είναι ακόμα νοητός ο κομμουνισμός; Στην επικοινωνιακή κοινωνία, μήπως είναι λιγότερο ουτοπικός απ’ ό,τι χθες; 


Είναι βέβαιο ότι μπαίνουμε σε κοινωνίες «ελέγχου» οι οποίες πλέον δεν είναι ακριβώς πειθαρχικές. Ο Φουκώ συχνά θεωρείται ως ο στοχαστής των κοινωνιών πειθαρχίας και εγκλεισμού, και της κύριας τεχνικής τους, του εγκλεισμού (όχι μόνο το νοσοκομείο και η φυλακή, αλλά το σχολείο, το εργοστάσιο, οι στρατώνες). Ήταν όμως στην πραγματικότητα ένας από τους πρώτους που είπαν ότι οι πειθαρχικές κοινωνίες είναι αυτό που ακριβώς τώρα εγκαταλείπουμε, αυτό που ήδη δεν είμαστε πια. Μπαίνουμε σε κοινωνίες ελέγχου που δεν λειτουργούν με τον εγκλεισμό, αλλά με συνεχή έλεγχο και με στιγμιαία επικοινωνία. Την ανάλυσή τους την ξεκίνησε ο Μπάρροους. Βεβαίως δεν παύουμε να μιλάμε για φυλακή, για σχολείο, για νοσοκομείο: οι θεσμοί αυτοί βρίσκονται σε κρίση. Αν όμως βρίσκονται σε κρίση, αυτό συμβαίνει ακριβώς σε μάχες οπισθοφυλακών. Ψηλαφητά, αρχίζουν να καθιερώνονται νέοι τύποι κυρώσεων, εκπαίδευσης, φροντίδας. Τα ανοικτά νοσοκομεία, οι ομάδες κατ’ οίκον μέριμνας κ.ο.κ. έχουν εμφανιστεί εδώ και καιρό. Μπορούμε να προβλέψουμε ότι η εκπαίδευση θα χάνει ολοένα το χαρακτήρα του κλειστού χώρου που διακρίνεται από το επαγγελματικό περιβάλλον ως έναν άλλο κλειστό χώρο, και ότι και οι δύο θα εκλείψουν προς όφελος μιας τρομερής συνεχούς κατάρτισης, ενός διαρκούς ελέγχου που θα ασκείται επί του εργάτη-μαθητή λυκείου ή επί του στελέχους-πανεπιστημιακού. Προσπαθούν να μας κάνουν να πιστέψουμε σε μια μεταρρύθμιση του σχολείου, τη στιγμή που πρόκειται για διάλυσή του. Εσείς ο ίδιος εδώ και καιρό αναλύσατε μια μεταλλαγή της εργασίας στην Ιταλία, με μορφές εργασίας προσωρινές, κατ’ οίκον, που έκτοτε ενισχύθηκαν (και νέες μορφές κυκλοφορίας και διανομής των προϊόντων). Σε κάθε τύπο κοινωνίας μπορούμε προφανώς να αντιστοιχίσουμε έναν τύπο μηχανής: απλές ή δυναμικές μηχανές για τις κοινωνίες κυριαρχίας, μηχανές ενεργείας για τις πειθαρχίες, κυβερνητική και υπολογιστές για τις κοινωνίες ελέγχου. Αλλά οι μηχανές δεν εξηγούν τίποτε: πρέπει να αναλύσουμε τα συλλογικά συναρμολογήματα [agencements], μέρος μόνο των οποίων αποτελούν οι μηχανές. Μπροστά στις προσεχείς μορφές ασταμάτητου ελέγχου σε ανοιχτό χώρο, οι σκληρότεροι εγκλεισμοί μπορεί να μας φαίνεται ότι ανήκουν σε ένα ξένοιαστο και ευτυχισμένο παρελθόν. Η αναζήτηση των «καθολικών [universels] της επικοινωνίας» πρέπει να μας κάνει να τρέμουμε. Είναι αλήθεια ότι, πριν καν οργανωθούν πραγματικά οι κοινωνίες ελέγχου, εμφανίζονται και μορφές παραβατικότητας ή αντίστασης (που δεν είναι το ίδιο). Για παράδειγμα οι πειρατείες ή οι ιοί των υπολογιστών, που θα αντικαταστήσουν τις απεργίες και τα εργοστασιακά σαμποτάζ του 19ου αιώνα (το τσόκαρo μέσα στη μηχανή[1]). Ρωτάτε μήπως οι κοινωνίες ελέγχου ή επικοινωνίας γεννήσουν μορφές αντίστασης ικανές να ξαναδώσουν ελπίδες σε έναν κομμουνισμό νοούμενο ως «εγκάρσια οργάνωση ελεύθερων ατόμων». Δεν ξέρω, ίσως. Αλλά αυτό δεν θα συμβεί στο βαθμό που οι μειονότητες θα μπορούσαν να ξαναπάρουν το λόγο. Ίσως ο λόγος, η επικοινωνία έχουν διαφθαρεί. Μέσα τους έχει πλήρως διεισδύσει το χρήμα – όχι συμπτωματικά, αλλά εκ φύσεως. Απαιτείται μια υπεξαίρεση του λόγου. Η επικοινωνία ποτέ δεν ήταν δημιουργία. Το σημαντικό θα είναι ίσως να δημιουργήσουμε κενά μη-επικοινωνίας, διακόπτες, για να ξεφεύγουμε από τον έλεγχο.


Στο Φουκώ και στην Πτύχωση, φαίνεται ότι παρατηρείτε τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης με περισσότερη προσοχή από ό,τι σε κάποια έργα σας. Το υποκείμενο είναι το όριο μιας συνεχούς κίνησης ανάμεσα σε ένα μέσα και σε ένα έξω. Τι πολιτικές συνέπειες έχει αυτή η αντίληψη του υποκειμένου; Αν το υποκείμενο δεν μπορεί να αναχθεί στην εξωτερική όψη της ιδιότητας του πολίτη, μπορεί άραγε να εμφυσήσει σε αυτή την τελευταία δύναμη και ζωή; Μπορεί να κάνει δυνατή μια νέα αγωνιστική πραγματιστική, ταυτόχρονα pietas για τον κόσμο όσο και ριζοσπαστική οικοδόμηση; Ποια πολιτική χρειάζεται για να παρατείνουμε μέσα στην ιστορία το μεγαλείο του συμβάντος και της υποκειμενικότητας; Πώς να σκεφτούμε μια κοινότητα χωρίς θεμέλια αλλά ισχυρή, χωρίς ολότητα, αλλά, όπως στο Σπινόζα, απόλυτη;


Μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για διαδικασία υποκειμενοποίησης όταν θεωρήσουμε τους διάφορους τρόπους με τους οποίους τα άτομα ή οι συλλογικότητες συγκροτούνται ως υποκείμενα: τέτοιες διαδικασίες δεν έχουν αξία παρά στο μέτρο που, όταν φτιάχνονται, εκφεύγουν ταυτόχρονα από τους συνεστημένους τομείς γνώσης [savoirs] και από τις κυρίαρχες εξουσίες. Έστω και αν στη συνέχεια γεννούν νέες εξουσίες και ξαναπερνούν σε νέους τομείς γνώσης. Τη συγκεκριμένη στιγμή, όμως, έχουν όντως μια επαναστατική αυθορμησία. Αυτό δεν ενέχει καμία επιστροφή στο «υποκείμενο», δηλαδή σε μία βαθμίδα προικισμένη με καθήκοντα, με εξουσία και με γνώση. Αντί για διαδικασία υποκειμενοποίησης, θα ήταν εξίσου δυνατό να μιλήσουμε για νέους τύπους συμβάντος: τα συμβάντα που δεν εξηγούνται από τις καταστάσεις πραγμάτων οι οποίες τα γεννούν, ή μέσα στις οποίες ξαναπέφτουν. Υψώνονται σε μια στιγμή, και η στιγμή αυτή είναι το σημαντικό, είναι η ευκαιρία που πρέπει να αδράξεις.


Ή, πάλι, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε απλώς για τον εγκέφαλο: ο εγκέφαλος είναι ακριβώς εκείνο που αποτελεί αυτό το όριο μιας αναστρέψιμης συνεχούς κίνησης μεταξύ ενός Μέσα και ενός Έξω, αυτή η μεμβράνη μεταξύ των δύο. Νέα μονοπάτια του εγκεφάλου, οι νέοι τρόποι σκέψης δεν εξηγούνται με τη μικροχειρουργική, αντίθετα η επιστήμη πρέπει να προσπαθήσει να ανακαλύψει τι μπορεί κάλλιστα να υπήρχε στον εγκέφαλο για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε έτσι ή με τον άλλο τρόπο. Υποκειμενοποίηση, συμβάν ή εγκέφαλος, μου φαίνεται ότι είναι λίγο-πολύ το ίδιο πράγμα. Η πίστη στον κόσμο, αυτό είναι που μας λείπει περισσότερο· έχουμε τελείως χάσει τον κόσμο, μας τον έχουν στερήσει. Το να πιστεύουμε στον κόσμο σημαίνει επίσης να παράγουμε συμβάντα, έστω μικρά, που εκφεύγουν του ελέγχου, ή να γεννούμε νέους χωρο-χρόνους, έστω περιορισμένης επιφάνειας ή όγκου. Αυτό σημαίνει αυτό που εσείς αποκαλείτε με το σπινοζικό όρο pietas. Η ικανότητα αντίστασης ή, αντίθετα, η υποταγή σε έναν έλεγχο κρίνεται στο επίπεδο της κάθε προσπάθειας. Τόσο η δημιουργία, όσο και ο λαός είναι εξίσου απαραίτητοι.


--------------------------

[1] Η γαλλική λέξη sabotage παράγεται από το sabot, που είναι ένας τύπος ξύλινων παπουτσιών τα οποία φορούσαν οι εργάτες. Σύμφωνα με μία ετυμολόγηση, η χρήση της με τη σημερινή έννοια της παρακώλυσης/ διακοπής της παραγωγής οφείλεται στο γεγονός ότι εργάτ(ρι)ες στη Λιέγη του Βελγίου πετούσαν τα sabot μέσα στις μηχανές για να τις μπλοκάρουν (Σ.τ.μ.).

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης


Πηγή Nomadic universality

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Τόνι Νέγκρι: Μέσα στην ΕE και εναντίον των κυρίαρχων πολιτικών




Ο Τόνι Νέγκρι, ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών, μιλάει στην «Εποχή» για την παγκόσμια τάξη και τις εξελίξεις στην Ευρώπη, σχολιάζει την κρίση του νεοφιλελευθερισμού και επιμένει ότι η Ευρώπη παραμένει το έδαφος για την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων.

Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης.


- Πώς θα περιγράφατε σήμερα την παγκόσμια τάξη; Τι έχει αλλάξει από τότε που γράψατε την «Αυτοκρατορία»;

Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που μαζί με τον Μάικλ Χαρντ αρχίσαμε να γράφουμε την «Αυτοκρατορία». Με ρωτάς τι έχει αλλάξει στον κόσμο από τότε… Τα πάντα και τίποτα. Τα πάντα, με την έννοια ότι έχει αποκεντρωθεί η αυτοκρατορική ισχύς, ουσιαστικά από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό, και εν τω μεταξύ έχουμε δει την εμφάνιση και άλλων δυνάμεων που ισχυρίζονται ότι είναι παγκόσμιες, από την Ινδία ως τη Βραζιλία. Τίποτα, επειδή το γενικό πλαίσιο έχει επιβεβαιωθεί και είναι πλέον απαραίτητο σε κάθε πολιτική και γεωπολιτική θεώρηση. Η κληρονομιά της «Αυτοκρατορίας» και η αξία της συνίσταται όχι μόνο στον καθορισμό της εικόνας της τάξης (αταξίας) στην περίοδο αμέσως μετά την πτώση του τείχους, αλλά στο ότι «επιβάλλει» νέες κατηγορίες στην πολιτική σκέψη. Σήμερα, η εμβάθυνση στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική διάρθρωση και οι επιπτώσεις της άσκησης μιας αστυνόμευσης (κατά της τρομοκρατίας) ενωμένης σε παγκόσμια κλίμακα, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουν την αλλαγή του παραδείγματος που σηματοδοτεί η «Αυτοκρατορία». Ένα άλλο στοιχείο που μου φαίνεται ότι επαληθεύτηκε, είναι ότι δύσκολα υπάρχουν, για την ώρα, ανταγωνιστικές αντιπαραθέσεις, που να αγγίζουν τον τρόπο παραγωγής και το μοντέλο ανάπτυξης στο παγκόσμιο καπιταλιστικό πεδίο.


- Ποιες ανταγωνιστικές θέσεις βλέπετε σήμερα;

Η κατάσταση είναι προφανώς πάντα ρευστή, η ενότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών μπορεί να σπάσει και να προκαλέσει πολεμικές αντιπαραθέσεις. Παρόλα αυτά, η υπόθεσή μου, που είναι συνεπής με εκείνες που διατυπώνονται στην «Αυτοκρατορία», είναι ότι αυτές οι αντιφάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα δεν θα εκραγούν. Οι μόνες ανταγωνιστικές θέσεις που καταγράφονται σήμερα, παραμένουν εκείνες που καθορίζονται από τους λαϊκούς αγώνες αντίστασης, όχι τόσο στην παγκοσμιοποίηση, όσο στους κανόνες του νεοφιλελευθερισμού, που έχουν κατακλύσει τον κόσμο. Αναζητάμε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Το μεγάλο θύμα των παλιών αντιφάσεων έγινε η Ελλάδα. Μόνο όταν ένα κατάλληλο υποκείμενο (δηλαδή, η δημιουργία μιας νέας διεθνούς οργάνωσης των εκμεταλλευμένων) μπορέσει να επέμβει σε αυτά τα βήματα, θα σπάσει η τάξη της «Αυτοκρατορίας».


- Πώς βλέπετε την κρίση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη;

Μου φαίνεται σαφές ότι η κρίση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη, και φυσικά λίγο πολύ σε όλο τον πλανήτη, φθάνει σε μια φάση σταθεροποίησης. Η κυκλική διαδικασία της κρίσης επαναρρύθμισης διακόπηκε και την αντικατέστησε ένας μακρύς κύκλος οικονομικής αποτελμάτωσης και αντιδραστικής σταθεροποίησης. Από την άλλη πλευρά, είναι μη αναστρέψιμα τα βήματα που έχουν γίνει προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η κρίση της νομισματικής τάξης που αντισταθμίζεται από την λιτότητα, η κρίση της μετανάστευσης αντιρροπούμενη από τους συμβιβασμούς γύρω από την Συνθήκη Σένγκεν, το Brexit, που ωστόσο αντισταθμίζεται από τη διατήρηση του Σίτι ως κέντρο της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς, δείχνουν ότι όλες αυτές οι κρίσεις τείνουν στην σταθεροποίηση του νεοφιλελευθερισμού.


- Οι τοποθετήσεις σας σε κορυφαία πολιτικά ζητήματα που προέκυψαν την τελευταία δεκαετία σχετικά με την Ευρώπη και την ενοποίηση (δημοψήφισμα για το ευρωσύνταγμα στη Γαλλία, ελληνική υπόθεση, μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα), διαπνέονταν από τη θέση «μέσα και εναντίον», δηλαδή μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εναντίον των κυρίαρχων πολιτικών. Πώς αξιολογείτε πλέον τις εξελίξεις, και πώς αποτιμάτε τις εν λόγω τοποθετήσεις σας;

Οι καπιταλιστές χρειάζονται μια ενωμένη Ευρώπη, χωρίς αυτήν θα ήταν στο έλεος όλων των παγκόσμιων αναταραχών. Αλλά και μια ανατρεπτική και ανταγωνιστική θέση απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο έχει ανάγκη το ευρωπαϊκό έδαφος, σαν μοναδικό χώρο στον οποίο είναι δυνατόν να διατηρηθεί μια συνεχής αντίσταση, σαν τον χώρο που μπορεί να επαναμορφοποιηθεί και να επαναμετρηθεί η δύναμη της ταξικής πάλης. Δεν μπορούμε να έχουμε ψευδαισθήσεις σχετικά με αυτήν την καταραμένη προϋπόθεση. Το «μέσα και εναντίον» παραμένει το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν οι αγώνες.


- Η Ιταλία φαίνεται ότι είναι ο «αδύναμος κρίκος» στον ευρωπαϊκό Νότο. Θεωρείτε ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να ξαναδούμε μια ισχυρή ιταλική Αριστερά;

Η ιταλική κατάσταση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη στο θέμα της ανοικοδόμησης μιας νέας Αριστεράς, επειδή το πτώμα του PCI (του οποίου θυμόμαστε την ιδεολογική υποκρισία και το ριζοσπαστικό ρεφορμισμό), φράζει το δρόμο σε πολλές πρωτοβουλίες.


- Πώς βλέπετε σήμερα τον κύκλο των αγώνων που άρχισε το 2011 με τα κινήματα της αντίστασης και της αξιοπρέπειας (15M, Occupy, κλπ); Θεωρείτε ότι εξακολουθούν να επηρεάζουν τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης; Και αν ναι, με ποιο τρόπο;

Θέλω πρώτα να επιμείνω στο γεγονός ότι ο κύκλος των αγώνων που ξεκίνησε το 2011 διατηρεί τη δυναμική του. Η αντίσταση αναδύεται με διαβρωτική μορφή, αναζητεί νέες μορφές οργάνωσης, αλλά εξακολουθεί να είναι παρούσα και αποδυναμώνει (είτε άμεσα είτε μέσω της έκφρασης μιας οριστικής απομάκρυνσης) τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Αυτά γίνονται σε όλη την Ευρώπη. Όμως, όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υπάρχουν δύσκολες συνθήκες για την ανοικοδόμηση μιας ισχυρής Αριστεράς. Η διαδικασία ωστόσο έχει αρχίσει και συνεχίζεται. Το ελληνικό δημοψήφισμα, η αριστερή μετατόπιση της πορτογαλικής κυβέρνησης, η ανάδειξη του Κόρμπιν στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, και ιδιαίτερα το σπάσιμο του μεγάλου «ισπανικού κέντρου» από το Ποδέμος, όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει ακόμα ένα έδαφος που μπορούμε να διανύσουμε και ότι προχωράμε.


- Πρόσφατα δημοσιεύσατε την αυτοβιογραφία σας, με τίτλο «Η ιστορία ενός κομμουνιστή». Τι σας οδήγησε στην απόφαση να την γράψετε; Η διαδικασία της συγγραφής της σας οδήγησε μήπως να ξαναδείτε αλλιώς πράγματα που κάνατε ή σκεφτήκατε στο παρελθόν;

H πρόσφατη αυτοβιογραφία μου, που φτάνει μέχρι και το 1979, που είναι η στιγμή της καταστολής των κινημάτων της δεκαετίας του ’70, δεν μιλάει μόνο για την ιστορία μου, αλλά για την ιστορία μιας γενιάς. Της μοναδικής, αυτής των Ιταλών αυτονομιστών, η οποία προσπάθησε στην Ευρώπη να σπάσει το καπιταλιστικό σύστημα που χτίστηκε μετά τον πόλεμο και να ανοίξει μια ιδρυτική πρωτοβουλία. Είναι προφανές, ότι η αυτοκριτική μου και γενικά η αναθεώρηση πολλών στόχων εκείνης της εποχής είναι απαραίτητη. Αλλά όλα αυτά δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση μεταμέλεια: υπάρχει υπερηφάνεια για ότι έγινε, και το οποίο τροφοδότησε την ανασυγκρότηση των επαναστατικών δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη. Το μίσος του καθεστωτικού Τύπου εναντίον του βιβλίου, αποδεικνύει τις δυσκολίες που έχουν αυτού του είδους οι άνθρωποι στο να θυμούνται την «τουρκικού τύπου» καταστολή, την οποία πραγματοποίησαν τότε εναντίον των αυτονομιστών βέβαια, αλλά πάνω από όλα ενάντια στους κοινωνικούς και εργατικούς αγώνες. Η Αριστερά βγήκε νεκρή από αυτή τη διαδικασία της καταστολής.


* Η συνέντευξη έγινε με την πολύτιμη βοήθεια του Μιχάλη Μπαρτσίδη


Πηγή Εποχή

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Για μια πολιτική των αγώνων: ο ΣΥΡΙΖΑ, το Ποδέμος και εμείς


των Σάντρο Μετζάντρα και Τόνι Νέγκρι



Το 2014 έκλεισε με την αποτυχία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, και άρα με την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Πρόκειται για μια εξέλιξη μεγάλης πολιτικής σημασίας, που μέλλει να σηματοδοτήσει μια χρονιά η οποία, στην Ευρώπη, θα κλείσει με εκλογές στην Ισπανία (όπου ήδη το Μάιο ψηφίζουν για τους δήμους και τις «αυτονομίες»). Και είναι αρκετά σαφές ότι οι ελληνικές εκλογές δεν θα είναι απλώς «εθνικές»: η χονδροειδείς παρεμβάσεις της γερμανικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που σίγουρα θα ενταθούν μέσα στις επόμενες εβδομάδες, δείχνουν σαφώς ότι μπαίνει στο παιχνίδι ολόκληρο το οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών θεσμών, επαναπροσδιορισμένο τα τελευταία χρόνια μέσα απ’ τη διαχείριση της κρίσης. Άλλωστε η αντίδραση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας, που έπεσε πάνω από 12% με την απλή αναγγελία της απόφασης Σαμαρά για πρόωρες προεδρικές εκλογές στις 9 Δεκεμβρίου, είχε ήδη δείξει ποιος θα ήταν ο ρόλος ενός άλλου βασικού παίκτη: του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το παιχνίδι που ετοιμάζεται να παίξει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανώς περίπλοκο, και ειλικρινά μας φαίνονται κάπως αφελείς –όσο και αν επενδύονται με έναν μανδύα πολιτικού ρεαλισμού- οι θέσεις που, στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής αριστεράς, προτείνουν γραμμικά σενάρια υπέρβασης του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας μέσα από μια ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας. Θεωρούμε αντίθετα ότι στις επόμενες εκλογές στην Ελλάδα και την Ισπανία, ειδικά εάν τις δούμε μαζί, παίζεται μια καθοριστική ευκαιρία για να ανοίξουμε νέους πολιτικούς χώρους στην Ευρώπη. Και γι’ αυτό εξάλλου στηρίζουμε μέχρι τέλους το στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ, και προσπαθούμε να συμβάλουμε σε αυτό κυρίως αποσαφηνίζοντας τις προϋποθέσεις ώστε η εκλογική επιτυχία του να μην οδηγήσει, όπως πολύ συχνά συνέβη στην ιστορία της «αριστεράς», σε σκλήρυνση και μπλοκάρισμα, αλλά αντίθετα να πυροδοτήσει μια εκτατική κίνηση, δυνητικά συντακτικού χαρακτήρα.

Πάντoτε σκεπτόμασταν και ασκούσαμε την πολιτική πέρα από την εκλογική στιγμή, με το βλέμμα πρώτα απ’ όλα στα κινήματα και τους αγώνες όσων παλεύουν ενάντια στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση. Και αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε. Αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να δούμε τη σημασία που μπορεί να έχουν συγκεκριμένες εκλογικές αναμετρήσεις από την άποψη της ταξικής πάλης. Έτσι συνέβη σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία, και μπορεί να ξανασυμβεί στην Ελλάδα και την Ισπανία –και άρα: στην Ευρώπη- το 2015.

Η ευκαιρία που παρουσιάζεται είναι σπάσουμε, μαζί με το διπολισμό μεταξύ Λαϊκού και Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, και την κυριαρχία της ενιαίας σκέψης, δηλαδή αυτού του «εξτρεμισμού του κέντρου» που αποτέλεσε το πλαίσιο πολιτικής για τη διαχείριση της κρίσης στην Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια. Στο εσωτερικό αυτού του πλαισίου αναπτύσσονται σενάρια νεο-συντηρητικής σταθεροποίησης και ουσιαστικής εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού, τα οποία είναι ριζικά εχθρικά προς την κατάκτηση νέων χώρων ελευθερίας και ισότητας. Η επίθεση στις συνθήκες ζωής, συνεργασίας και εργασίας ήταν πραγματικά ιδιαίτερα βίαιη, ειδικά (αλλά όχι μόνο) στις χώρες της νότιας Ευρώπης. Και ο «εξτρεμισμός του κέντρου» κατέληξε να γεννήσει το δίδυμο αδελφάκι του, που αυτό είναι λιγότερο ευπαρουσίαστο στην κοινωνία: μια πληθώρα από «εθνικές» δεξιές, συχνά ανοιχτά φασιστικές, που ήδη εισάγουν στον κοινωνικό ιστό στοιχεία βίαιης πειθάρχησης και νέας ιεράρχησης.

Αυτές οι διαδικασίες και αυτές οι τάσεις έχουν ισχυρές ρίζες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες· ασφαλώς δεν θα τις σταματήσουν οι εκλογές. Και όμως, οι διαδοχικές εκλογές στην Ελλάδα και την Ισπανία μπορούν να ανοίξουν ένα ρήγμα στην συνέχειά τους, μπορούν να δημιουργήσουν εκείνο το χάσμα που έχουμε ανάγκη για να βγάλουμε τους αγώνες κατά της λιτότητας από μια απλή διάσταση «αντίστασης»· να συναρθρώσουμε επιτέλους τις τάσεις επανοικειοποίησης του πλούτου και οικοδόμησης νέων οργανωτικών μορφών, τις οποίες εξέφρασαν οι αγώνες, σε ένα συντακτικό πρόγραμμα.

Πολιτικές δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το Ποδέμος δεν κατατείνουν σε αυτό, και πιστεύουμε ότι θα ήταν λάθος να κρίνουμε τη δράση τους από αυτή την άποψη. Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το Ποδέμος (τα οποία παραμένουν πολύ διαφορετικές δυνάμεις, από άποψη τόσο πολιτικής κουλτούρας όσο και ιστορίας και σχέσης με τα κινήματα), μιλούν πλέον ρητά για την ανάγκη να οικοδομηθεί μια υπόθεση «σοσιαλδημοκρατική». Εννοούμε: τείνουν να ορίσουν ένα ρεφορμιστικό πρόγραμμα που να μπορεί να αναμετρηθεί με την οριστική πλέον κρίση της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας και τους βαθείς μετασχηματισμούς τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργασίας. Ένα ανάλογο πείραμα βρίσκεται κατ’ ουσίαν σε εξέλιξη στη Θουριγγία, με την είσοδο της Linke δίπλα στο SPD και τους Πράσινους στην κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους. Αυτό δεν το θεωρούμε σκάνδαλο: η διάρρηξη του «κεντρώου εξτρεμισμού» δεν μπορεί παρά να εγείρει το θέμα της συγκρότησης ενός νέου ιστού διαμεσολαβήσεων, ενός ανοίγματος χώρων στους οποίους, για να το θέσουμε πολύ απλά, να είναι λιγότερο σκληρό, λιγότερο επώδυνο και λιγότερο κουραστικό να ζούμε και να εργαζόμαστε μαζί.

Έχουμε συχνά υπογραμμίσει τις δομικές δυσκολίες που συναντά ένα τέτοιο σχέδιο απέναντι στις χρηματιστικές και «εξορυκτικές» λογικές του σύγχρονου καπιταλισμού. Αλλά το ίδιο το γεγονός ότι διατυπώνεται (ειδικά υπό την πίεση των μεγάλων αγώνων των τελευταίων ετών στην Ελλάδα και την Ισπανία), μας φαίνεται σημαντικό από μόνο του. Αυτό μπορεί να καθορίσει τις προϋποθέσεις για την έκρηξη νέων κινημάτων, μπορεί να συμβάλει ώστε να διατυπωθούν με πιο προχωρημένους όρους οι αγώνες –ή να τεθεί ρητά το ζήτημα μιας «πολιτικής των αγώνων». Είναι εφικτό: πάνω σε αυτό παίζεται το πιο σημαντικό παιχνίδι.

Λέγεται κατά τις τελευταίες εβδομάδες, στην ευρωπαϊκή συζήτηση, ότι το ζητούμενο είναι να νικήσουμε τον φόβο και «να επιστρέψουμε στις νίκες.» Και εμείς το πιστεύουμε. Με τη διευκρίνιση ότι η «νίκη» δεν συνίσταται απλώς στην εκλογική επιβεβαίωση μιας δύναμης «αριστερής» όπως ο ΣΥΡΙΖΑ (ή «λαϊκιστικής», με την έννοια που δίνει στον όρο ο Eρνέστο Λακλάου, όπως το Ποδέμος). Έχουμε ήδη πει πόσο σημαντικά μας φαίνονται τα αποτελέσματα των προσεχών ελληνικών και ισπανικών εκλογών. Και τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το Ποδέμος κομίζουν σημαντικά νέα στοιχεία, στο βαθμό που έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν (επαναλαμβάνουμε: υπό την πίεση μεγάλων αγώνων) νέους πολιτικούς χώρους, μη αναγώγιμους σε παλιές και φθαρμένες ονοματολογίες. Αλλά είναι ακριβώς ένας ανανεωμένος πολιτικός ρεαλισμός που μας επιβάλλει να μην θεωρήσουμε ως «νίκη» το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης από μόνο του. Χωρίς να επαναλάβουμε εδώ το σύνολο των προβληματισμών που διατυπώσαμε όλα αυτά τα χρόνια για την κρίση της αντιπροσώπευσης, τις διαδικασίες χρηματιστικοποίησης ή τους μετασχηματισμούς του κράτους εντός της παγκοσμιοποίησης, νομίζουμε ότι τα όρια που συναντά σήμερα η κυβερνητική δράση –ιδίως μέσα στην ΕΕ- είναι πολύ εμφανή, και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά και οι ίδιοι οι πλέον ενήμεροι ιθύνοντες του ΣΥΡΙΖΑ και του Ποδέμος.

Τα όρια αυτά δεν μπορούν να ξεπεραστούν από ένα μόνο κόμμα, πολύ λιγότερο στη βάση μιας απλής διεκδίκησης της «εθνικής κυριαρχίας». Οι τάσεις προς σκλήρυνση και προς κλείσιμο, που από πολλές μεριές καταγγέλλονται όσον αφορά είτε τον ΣΥΡΙΖΑ είτε το Ποδέμος, είναι ίσως κατανοητές αν λάβουμε υπόψη τις επείγουσες ανάγκες των εκλογικών προθεσμιών. Εάν παγιωθούν, ωστόσο, θα ήταν καταστροφικές. Αυτό που χρειάζεται, αντιθέτως, είναι μία πειραματική προσέγγιση ανοίγματος απέναντι στην οικοδόμηση και την παγίωση ενός νέου ιστού αντιεξουσιών, νέων θεσμών, ώριμων πειραμάτων κοινωνικής αυτο-οργάνωσης. Και ταυτόχρονα πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η μάχη παίζεται εξ ολοκλήρου σε ευρωπαϊκό επίπεδο: ακόμη και μια υποθετική κυβερνητική δράση κατά της λιτότητας σε εθνικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να θέτει ως στόχο τη διάρρηξη των ισορροπιών που έχουν εδραιωθεί μέσα από τη διαχείριση της κρίσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών οργάνων, τη διάνοιξη νέων χώρων (για παράδειγμα ξεκινώντας από μια αδιάλλακτη διαπραγμάτευση για το θέμα του χρέους) για την εισβολή ριζοσπαστικών κοινωνικών κινημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και με βάση αυτή τη διπλή ικανότητα ανοίγματος προς κοινωνικά κινήματα ικανά να παράγουν τις δικές τους μορφές θεσμοθέτησης, αφενός, και προς την ευρωπαϊκή διάσταση αφετέρου, είναι που θα αξιολογηθεί κατά τους προσεχείς μήνες η δράση δυνάμεων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το Ποδέμος. Άλλωστε, ισορροπώντας σε αυτή τη διπλή κορυφογραμμή μπορούν τα ίδια τα κινήματα να συνεισφέρουν σημαντικά στον καθορισμό ενός προγράμματος και την έναρξη μιας συντακτικής διαδικασίας. Πρόκειται προφανώς για θέματα που τίθενται με επείγοντα τρόπο και στην Ιταλία, με βάση, μεταξύ άλλων, την πείρα και τη διαδρομή της «κοινωνικής απεργίας»: θα επανέλθουμε σύντομα στο ζήτημα αυτό. Σε ένα συντακτικό πρόγραμμα, μπορούμε να κατακτήσουμε νέο πολιτικό έδαφος πηγαίνοντας πέρα από εκκλήσεις προς αγανάκτηση και έκφραση θυμού, οι οποίες, αν και κατανοητές, ενδέχεται να αντανακλούν επί της ουσίας μια πολιτική ανημπόρια.

Το 2015 θα είναι μια καλή χρονιά στην Ευρώπη, αν μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πιο προωθημένους όρους για να αντιμετωπίσουμε σε μια συντακτικού τύπου οπτική παλιά προβλήματα (όπως η σχέση μεταξύ κομμάτων , συνδικάτων και κινημάτων, ο διεθνισμός, η ίδια η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης) που επανεμφανίζονται σήμερα με ριζικά νέες μορφές. Μια πολιτική των αγώνων μπορεί να αναγνωρίζει τα ανεπίλυτα προβλήματα, και δεν ξαναασχολείται μ’ αυτά παρά μόνο για να ανανεώσει την υφή τους: αυτό δεν συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη;


Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

Πρώτη δημοσίευση: euronomade

Πηγή: Nomadic universality