Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λινάρδος-Ρυλμόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λινάρδος-Ρυλμόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

Το νέο παραγωγικό πρότυπο και ο κόσμος της εργασίας

 

του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν

 

Τα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη, κατά την περίοδο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εξελίχθηκαν σε συνθήκες που τις χαρακτήριζαν η κατάρρευση του γοήτρου του σοβιετικού κόσμου, αφενός, και η εδραίωση της γοητείας κατά την «ένδοξη τριακονταετία» των παραλλαγών ενός καπιταλιστικού προτύπου, που γνώρισε πρωτόγνωρες επιτυχίες. Το πρότυπο αυτό, που οι διάφορες εκδοχές του απέκτησαν τα χαρακτηριστικά ενός σοσιαλδημοκρατικού προτύπου, ήταν το αποτέλεσμα των δυνατοτήτων ταχείας συσσώρευσης κεφαλαίου, κατά την περίοδο αυτή, αλλά και της προθυμίας τόσο του κεφαλαίου, όσο και των εκπροσωπήσεων του κόσμου της εργασίας για σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο οδήγησε στην αύξηση της απασχόλησης, της κοινωνικής προστασίας και του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών.

Το πρότυπο αυτό διαμόρφωσε για πρώτη φορά μια κοινωνικά γοητευτική εκδοχή του καπιταλισμού και για τις «μεσαίες» και μαζικές κατηγορίες των μισθωτών αποτέλεσε έναν ορίζοντα που παρέμεινε για όλη την περίοδο αυτή επιθυμητός. Όσο μάλιστα επιβίωναν και αυξάνονταν οι θέσεις διανοητικής εργασίας, αποτελούσαν τη δεξαμενή των «οργανικών διανοουμένων» του συστήματος. Οι αντίστοιχες κατηγορίες στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, δεν ασκούσαν καμία γοητεία, ούτε από την άποψη των συνθηκών ζωής τους, ούτε και από την άποψη των γνωσιακών ή τεχνολογικών ικανοτήτων τους. Με εξαίρεση τεχνολογικά προχωρημένες νησίδες, που δεν μπορούσαν να αποτελέσουν τον κανόνα, ούτε από την άποψη του βιοτικού επιπέδου, αλλά και από την άποψη των τεχνολογικών και οικονομικών επιδόσεων.

 

Το σπάσιμο του προσωπείου

Η εξάντληση των δυνατοτήτων μιας καπιταλιστικής συσσώρευσης ικανής να εξασφαλίσει την επιβίωση του κοινωνικού συμβολαίου, και να αναγνωρίσει θεσμικά την επέκταση του διανοητικού περιεχομένου της εργασίας σε όλο και περισσότερες κατηγορίες μισθωτών, αντιμετωπίστηκε από το κεφάλαιο με την υιοθέτηση του νεοφιλελεύθερου προτύπου με τα εξής χαρακτηριστικά:

  • την εξατομίκευση και αποδυνάμωση οργανωτικά του πλήθους της μισθωτής εργασίας,
  • την ενίσχυση μέσω της καλύτερης αμοιβής, και άλλων προνομίων, των μισθωτών με διοικητικά και οργανωτικά καθήκοντα και ρόλο στην εξέλιξη της τεχνολογίας,
  • την εξάρτηση σε μεγάλο βαθμό της κερδοφορίας του κεφαλαίου από την αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας,
  • την εξάρτηση της συντήρησης της μεγέθυνσης από τον δανεισμό.

Η υιοθέτηση του νεοφιλελεύθερου προτύπου οδήγησε στην καθιέρωση της αδυναμίας ή άρνησης των πολιτικών ηγεσιών που υιοθετούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε ό,τι αφορά την επιβίωση και ασφαλή διαβίωση του πληθυσμού. Γίνεται αποδεκτή, αν δεν οικοδομείται, η ανασφάλεια όχι μόνο για το βιοτικό επίπεδο, αλλά και για την προστασία της υγείας, και την εξασφάλιση της αναπαραγωγής ενός βιώσιμου περιβάλλοντος.

Κατά την «ένδοξη τριακονταετία» επιτεύχθηκε μια συμπόρευση της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου και της ικανοποίησης σε μεγάλο βαθμό των αναγκών της κοινωνίας. Το νεοφιλελεύθερο πρότυπο έχει αποδεσμεύσει αυτές τις δύο διαδικασίες και έχει μάλιστα θυσιάσει τη δεύτερη προς όφελος της πρώτης, παρά τις ασθενείς ή προβληματικές επιδόσεις της. Η επιστροφή σε ένα καθεστώς που έχει ως στόχο την ικανοποίηση των αναγκών του πληθυσμού, δεν μπορεί να βασιστεί στις ελληνικές συνθήκες σε μια ασθενή διαδικασία αύξησης του προϊόντος και σε στασιμότητα της συσσώρευσης. Η μόνη κατεύθυνση που μπορεί να καλύπτει αυτές τις ανάγκες, είναι η υιοθέτηση των μεθόδων του σχεδιασμού, που επιδιώκουν την αξιοποίηση παραγωγικών δυνατοτήτων, πόρων και ανθρώπινων ικανοτήτων. Πρόκειται για μεθόδους που δεν μπορούν να βασιστούν σε ένα λειτουργικό και αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο, παρά από τη στιγμή που εξασφαλίζεται η δημοκρατική συμμετοχή της κοινωνίας, ικανή να επιτύχει τον ορισμό και την ικανοποίηση αυτών των αναγκών.

 

Αλληλέγγυα οργάνωση της παραγωγής

Ο διαχωρισμός του κόσμου της εργασίας ανάμεσα στην πλειοψηφία των επισφαλών και άνεργων μισθωτών και τους καλά αμειβόμενους κατόχους διοικητικών, οργανωτικών και τεχνολογικών γνώσεων, μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ξεπεραστεί με τη δημιουργία ισχυρών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Για την πολιτική και οργανωτική συγκρότηση του κόσμου της εργασίας, η μόνη προοπτική είναι η ταυτόχρονη δημιουργία θεσμών αλληλέγγυας οργάνωσης της παραγωγής και δημιουργία θεσμών συλλογικού σχεδιασμού των αναπαραγωγικών αναγκών της κοινωνίας. Και οι δύο αυτές κατηγορίες θεσμών θα επιτρέψουν να τεθούν υπό δημοκρατικό λαϊκό έλεγχο οι δημόσιες δραστηριότητες παραγωγής, προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών και προστασίας του περιβάλλοντος, αποφεύγοντας τη δημιουργία προνομιούχων κρατικών γραφειοκρατιών.

Αυτή η διαδικασία δημιουργίας νέων θεσμικών λειτουργιών, απαιτεί οργανωτικές και γνωσιακές αλλαγές αρκετά σημαντικότερες από αυτές που είχαν σχεδιαστεί την εποχή των μεγάλων προλεταριακών συγκεντρώσεων. Η επεξεργασία των στόχων είναι προϋπόθεση των θεσμικών αλλαγών και επομένως οι γνωσιακές λειτουργίες των πολιτικών συσπειρώσεων προηγούνται των θεσμικών αλλαγών, όσο κι αν το ζητούμενο είναι οι κοινωνικές συσπειρώσεις στη βάση της κοινωνίας. Η «γενική διάνοια» είναι μια πραγματικότητα που ευνοεί τόσο την επεξεργασία ενός σχεδιασμού, όσο και τη συγκρότηση των θεσμικών του στόχων, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί το άθροισμα ολοκληρωμένων γνωσιακών δυνατοτήτων, αλλά μια γνωσιακή βάση που επιτρέπει τη δημιουργία θεσμών σχεδιασμού με νέους στόχους.

Στην ελληνική οικονομία είναι ορατή η ανάγκη πραγματοποίησης ενός παραγωγικού άλματος, που θα στηριχθεί κατά κύριο λόγο στην αξιοποίηση τόσο από ποσοτική, όσο και από ποιοτική άποψη του ανθρώπινου δυναμικού. Με ένα γενικό τρόπο δεν υπάρχει αδυναμία αξιοποίησης του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού, που αποτελεί την πραγματική βάση της ανάπτυξης. Γι’ αυτό είναι ένα θετικό από αυτή την άποψη στοιχείο η δυνατότητα αξιοποίησης του αλλοδαπού δυναμικού (μετανάστες και πρόσφυγες), όταν η πολιτική εξουσία κάνει αυτή την επιλογή. Οι θεσμικές διαδικασίες του δημοκρατικού σχεδιασμού έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν με εσωστρεφείς παραγωγικές διαδικασίες τις αυξανόμενες αρνητικές επιπτώσεις των αλλαγών στις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης, αλλά και την αποτελεσματική διαδικασία της ενεργειακής μετάβασης, όπως και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, χωρίς συγκρούσεις με τον τοπικό κάθε φορά πληθυσμό, όπως και την εξασφάλιση σε μόνιμη βάση της προστασίας της υγείας του πληθυσμού.

Προϋποθέσεις για τα νέα αυτά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης είναι η επιβολή μιας τάσης ελέγχου από το δημόσιο της δημιουργίας και παραχώρησης χρήματος, η οποία να ξεκινήσει σε περιφερειακό επίπεδο ενδεχομένως, πριν επεκταθεί. Μια τέτοια εξέλιξη απαιτεί την ολοκλήρωση της λειτουργίας μιας αναπτυξιακής τράπεζας, αλλά και την καθιέρωση του ελέγχου συστημικών τραπεζών από το δημόσιο. Μια τέτοια αλλαγή, ενώ παραμένει το ζήτημα της διαχείρισης τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού χρέους, απαιτεί φυσικά την καθιέρωση μιας νέας διαπραγμάτευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που να περιλαμβάνει μια στρατηγική συμμαχιών και προτάσεις αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου στο επίπεδο αυτό.

 

Πηγή Εποχή

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

Η Αριστερά μπροστά στην Ανθρωπόκαινο

 

του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Πολλές αποσταθεροποιητικές διαδικασίες χαρακτηρίζουν την εξέλιξη των καπιταλιστικών καθεστώτων, στο σύνολο των ανθρώπινων κοινωνιών. Η στροφή των μοντέλων διακυβέρνησης των κοινωνιών αυτών, εδώ και τέσσερις δεκαετίες, προς παραλλαγές νεοφιλελεύθερων στρατηγικών, και επομένως προς εκδοχές διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, της φτώχειας και της ανασφάλειας, η διαπίστωση από τη δεκαετία του ‘70 ότι η συνέχιση της καπιταλιστικής συσσώρευσης καταναλώνει στον πλανήτη περισσότερους πόρους από αυτούς που μπορούν να αναπαραχθούν, η ανάδειξη και από θεσμούς των Ηνωμένων Εθνών, από τη δεκαετία του ‘80, των σωρευτικών επιπτώσεων της ανόδου της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη, λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου, και τέλος η πρόσφατη πανδημία που προέρχεται από την αύξηση των ζωονόσων, αποτελούν εξελίξεις που απειλούν μεγάλα τμήματα του ανθρώπινου πληθυσμού και δεν είναι υπερβολή να αναφερθεί ότι απειλούν την επιβίωση της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Η εξάντληση της αναπαραγωγικής δυναμικής του καπιταλισμού συμπίπτει με την εκδήλωση των δραματικών επιπτώσεων της Ανθρωπόκαινου.

Με δύο λόγια, οι κυρίαρχες στρατηγικές των οικονομικών και πολιτικών ελίτ πλήττουν τις συνθήκες ζωής των λαϊκών τάξεων και συρρικνώνουν τα τμήματα του πληθυσμού που ζουν καλά, νιώθουν ασφαλή και αυξάνουν την περιουσία και τα εισοδήματά τους. Ενώ οι δυναμικές της κλιματικής αλλαγής και των υγειονομικών κρίσεων και απειλών προστίθενται για να οξύνουν την ανασφάλεια και να επιφέρουν οδυνηρά πλήγματα σε υπολογίσιμα τμήματα του πληθυσμού. Η διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων απαιτεί πλέον την επιδείνωση των συνθηκών ζωής της πλειοψηφίας, την ενίσχυση του κεφαλαίου με δημόσιο χρήμα ή με μεταφορά εισοδήματος από τα κατώτερα εισοδήματα. Ενώ οι πολιτικές που αφορούν τόσο την κλιματική αλλαγή, όσο και τις υγειονομικές κρίσεις και απειλές, δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές, καθώς χαρακτηρίζονται από τη μεταφορά πόρων προς ιδιωτικά συμφέροντα, την ανεπαρκή δημόσια παρέμβαση και την απουσία κάθε είδους σχεδιασμού αποδεκτού από την κοινωνία. Το ελληνικό παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί ακραίο, στο πλαίσιο του δυτικού κόσμου, αλλά δείχνει με καθαρό τρόπο την ευρύτερη τάση, ακόμα και σε ό,τι αφορά την αναπόφευκτη στασιμότητα του συνολικού προϊόντος της οικονομίας, εν μέσω αναπτυξιακών υποσχέσεων.


Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να «πρασινίσει»

Η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η Αριστερά, πέρα από τις μεμονωμένες πολιτικές στον ένα ή τον άλλο τομέα, αφορά την ανάγκη απόσχισης από ένα καθεστώς σε δραματική παρακμή και τη μετάβαση σε ένα άλλο, ικανό να αντιμετωπίσει τις παραγωγικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις. Η επιδίωξη της υιοθέτησης ενός σοσιαλδημοκρατικού υποδείγματος για το διάδοχο καθεστώς, αποτελεί μια επιλογή που φαίνεται να γοητεύει τις πολιτικές ηγεσίες της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη. Υπό αμφισβήτηση δεν πρέπει να είναι πολιτικές ή μέτρα που προέρχονται από το σοσιαλδημοκρατικό οπλοστάσιο και ενισχύουν τη θέση του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών τάξεων, αλλά η αδικαιολόγητη πεποίθηση ότι από την πλευρά του κεφαλαίου μπορεί να υπάρξει συναίνεση και συνεργασία για την αναζωογόνηση, και μάλιστα το «πρασίνισμα», ενός καπιταλιστικού καθεστώτος. Το σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο υλοποιούσε μια στρατηγική συσσώρευσης του ίδιου του κεφαλαίου, ένα σχέδιο που εγκαταλείφθηκε βίαια όταν εξάντλησε τη δυναμική του και αμφισβητήθηκε από τους εργατικούς αγώνες.

Δεν μπορεί να απαντήσει η Αριστερά στη δραματική πρόκληση της εποχής μας, είτε με τη σοσιαλδημοκρατική στρατηγική, είτε με κάποια «σοβιετική» παραλλαγή, καθώς η οργανωτική και πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης έχει κερματιστεί από τις μακροχρόνιες νεοφιλελεύθερες παρεμβάσεις. Η «ταξική συνείδηση» που αποτέλεσε για μια ιστορική περίοδο τη βάση της οργανωτικής, πολιτικής και πολιτιστικής συσπείρωσης του κόσμου της εργασίας, πρέπει να αναβαθμιστεί σε αξιοποίηση της «γενικής διάνοιας», που μπορεί να προσφέρει όχι απλώς τη συνείδηση της κοινωνικής θέσης, αλλά μπορεί να αποτελεί και την ικανότητα συσπείρωσης γύρω από ένα πολιτικό σχέδιο συγκρότησης ενός νέου καθεστώτος, με δημοκρατικούς θεσμούς, όπου θα εκπροσωπείται πραγματικά το σύνολο των λαϊκών τάξεων. Η «γενική διάνοια» πέρα από τη συσσωρευμένη γνώση και γνωσιακή ικανότητα του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, είναι το προϊόν της συνάντησης της συνείδησης της κοινωνικής θέσης με την κεκτημένη γνώση γενικών ζητημάτων που συνδέονται με την επιβίωση των κοινωνιών. Πρακτικά μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών τάξεων, με τις κοινωνικές ομάδες που ασχολούνται επαγγελματικά ή σε εθελοντικές δομές με την παραγωγή και διάδοση γνώσεων σχετικά με τις στρατηγικές και άμεσες επιλογές που αφορούν την οικονομία, τους κοινωνικούς θεσμούς και τις περιβαλλοντικές πολιτικές.


Απαραίτητη η ενεργός συμμετοχή

Ενώ οι περιβαλλοντικές απειλές είναι στην πραγματικότητα εκτός ελέγχου, όπως και η ενεργειακή μετάβαση, ενώ η παραγωγή, οι κοινωνικές υπηρεσίες και η απασχόληση πλήττονται από την ακραία νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, οι αποτελεσματικές διορθωτικές παρεμβάσεις σε αυτούς τους τομείς δεν μπορεί παρά να έχουν δημόσιο χαρακτήρα και να αποφασίζονται και να διοικούνται από θεσμούς διοίκησης κοινών, δηλαδή αναγκαίων για όλους φυσικών πόρων, υπηρεσιών ή αγαθών. Θέματα όπως η περιφερειακή αντιμετώπιση περιβαλλοντικών ζητημάτων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα, η αποκατάσταση σε περιφερειακό επίπεδο αναγκαίων παραγωγικών δραστηριοτήτων και δυνατοτήτων απασχόλησης, η εξασφάλιση των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών, απαιτούν εξειδικευμένες αποφάσεις που δεν μπορούν παρά να υιοθετηθούν με την ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών ως κοινές αποφάσεις, και να υλοποιούνται υπό τον έλεγχο των κατάλληλων πολιτικών οργάνων. Μια τέτοια προσέγγιση δεν αποτελεί μια «κινηματική» θεώρηση των πάντων, καθώς ο ρόλος ενός κόμματος της Αριστεράς, όπως και της διοίκησης των δημόσιων και κοινωνικών θεσμών στην περίπτωση μιας εκλογικής της νίκης, αποτελούν εργαλεία της επεξεργασίας και υλοποίησης σχεδίων που επιδιώκουν να εκφράσουν το σύνολο της κοινωνίας, και δεν προκύπτουν απλώς από κινηματικές παρεμβάσεις, και ακόμα λιγότερο από μαζικές διαδηλώσεις.

Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2015–2019 δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει το σύνολο των αναγκών των κοινωνικών τάξεων και ομάδων, τις οποίες είχε υποσχεθεί να εκφράσει. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η αναγκαστική διαπραγμάτευση με την τρόικα, ήταν ένας μηχανισμός ταυτόχρονης άντλησης εθνικών πόρων από τους δανειστές και επιβολής νεοφιλελεύθερων πληγμάτων. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η προγραμματική προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να ξεφύγει από αναποτελεσματικές πλέον αντιλήψεις για κεϋνσιανή αναθέρμανση και φορντιστική ανασυγκρότηση του καπιταλιστικού καθεστώτος. Σήμερα, πλέον, προέχει η συγκρότηση συλλογικών μορφών συσπείρωσης των λαϊκών τάξεων και του κόσμου της εργασίας, με την από κοινού επεξεργασία και υλοποίηση έστω και μερικής εμβέλειας σχεδίων, που σε τοπικό ή τομεακό επίπεδο διαμορφώνουν νέες καθεστωτικές πρακτικές.


Πηγή Εποχή

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Σκέψεις για τις εμμενείς δυνατότητες μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης

του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Ο οδικός χάρτης της ανατροπής σήμερα


Το πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Λαπαβίτσα (The Left Case Against the EU, Η Υπόθεση της Αριστεράς Κατά της ΕΕ) αξίζει να διαβαστεί ως κριτική του θεσμικού πλαισίου και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως πρόταση για αριστερό πρόγραμμα, η οποία όμως αποκαλύπτει την εντυπωσιακή θεωρητική και πολιτική ανεπάρκεια της Αριστεράς στην οποία θέλει να ανήκει ο συγγραφέας. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πρόγραμμα, αλλά για ένα σύνολο τοποθετήσεων, για ρήξη με τους θεσμούς της ΕΕ και έξοδο από την ΟΝΕ, για φορολογικές και νομισματικές πολιτικές προς όφελος της εσωτερικής ζήτησης, για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, για βιομηχανική πολιτική προς όφελος της εγχώριας παραγωγής, για τράπεζες ελεγχόμενες από το δημόσιο, για πρωτεύοντα ρόλο των δημοσίων επενδύσεων. Η κεντρική ιδέα πίσω από αυτές τις τοποθετήσεις είναι ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς σε μια χώρα της ΕΕ μπορεί να υλοποιήσει αυτό το “πρόγραμμα” χάρη στις αντίστοιχες πολιτικές της αποφάσεις.

Κατά την τρέχουσα ιστορική περίοδο, η προοπτική μιας αριστερής κυβέρνησης είναι συνάρτηση μιας νίκης στις εκλογές, και τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη Λατινική Αμερική, αφορά τη διακυβέρνηση του υπάρχοντος καθεστώτος, παρά την ύπαρξη, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, νησίδων εναλλακτικών τρόπων παραγωγής και μορφών λαϊκής εξουσίας. Μια γενικευμένη όμως ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, απαιτεί αφενός την μαζική εμπλοκή των λαϊκών τάξεων σε ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές και αφετέρου την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος σε ό,τι αφορά τις παραγωγικές σχέσεις, και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και άσκησης των σχετικών πολιτικών, μέσω νέων μορφών δημοκρατικών λειτουργιών. Αν παραβλέπει κάποιος αυτές τις προϋποθέσεις σημαίνει ότι έχει ως πρότυπο την εγκαθίδρυση “σοσιαλιστικών” καθεστώτων στην μεταπολεμική Ανατολική Ευρώπη, όπου όπως γνωρίζουμε εγκαθιδρύθηκαν μη καπιταλιστικά καθεστώτα χάρη στην παρουσία του Κόκκινου Στρατού.

Η κλασική προσέγγιση του επαναστατικού μαρξισμού βασιζόταν στην οργάνωση της εργατικής τάξης στους χώρους παραγωγής, την κατάληψη της εξουσίας σε αυτούς τους χώρους καταρχάς, και την εγκαθίδρυση ενός νέου θεσμικού πλαισίου στο επίπεδο του κρατικού μηχανισμού. Η Οκτωβριανή Επανάσταση έδειξε την κρισιμότητα της εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας και μιας αυθεντικής εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων (σχέσεις της εργατικής εξουσίας με τους αγρότες, εξέγερση της Κροστάνδης), αλλά και την κρισιμότητα της διαθεσιμότητας ενός ανθρώπινου δυναμικού ικανού να στελεχώσει το νέο καθεστώς (αξιωματικοί και κομισάριοι στον Κόκκινο Στρατό). Σε αυτή την κλασική μαρξιστική προσέγγιση τα υπάρχοντα μέσα παραγωγής, τα οποία κατορθώνει να ελέγξει η νέα εξουσία, ήταν η βάση της σχεδιασμένης πλέον παραγωγικής δραστηριότητας, και οι χώροι αυτοί είναι –κατά τον Γκράμσι– ένα από τα φυτώρια των οργανικών διανοουμένων της εργατικής τάξης.

Στις σημερινές συνθήκες, μετά την επέλαση του νεο-φιλελευθερισμού και την ανάπτυξη του γνωσιακού καπιταλισμού, ο κόσμος της εργασίας είναι διάσπαρτος, δεν αφορά μόνο τη μισθωτή εργασία, και διαθέτει ασύγκριτα υψηλότερες γνωσιακές ικανότητες. Η συγκρότησή του σε μια κοινωνική και πολιτική δύναμη που καθορίζει τα χαρακτηριστικά ενός νέου μη καπιταλιστικού καθεστώτος, απαιτεί τη λήψη αποφάσεων σε ό,τι αφορά μεγάλες ανακατανομές των μέσων παραγωγής και της ίδιας της παραγωγής, που είναι συνάρτηση επιλογών στο επίπεδο των αναγκών του συνόλου του πληθυσμού, των περιβαλλοντικών πολιτικών, της κατανομής του παραγόμενου εισοδήματος, στο επίπεδο δηλαδή μιας μεγάλων διαστάσεων ανασυγκρότησης. Είναι επομένως ορατό ότι αυτή η στρατηγική επιλογή απαιτεί μορφές δημοκρατικής οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, που επωμίζονται κατευθύνσεις ανασυγκρότησης, και μορφές γνωσιακής παραγωγής και ενδυνάμωσης που επιτρέπουν τον από κοινού σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτών των κατευθύνσεων.

Στις σημερινές συνθήκες εγκαθίδρυσης αριστερών κυβερνήσεων η δυνατότητα ανταπόκρισης σε αυτές τις ανάγκες, είναι μια διαδικασία η οποία ξεκινάει με τη διαχείριση του υπαρκτού καπιταλιστικού καθεστώτος και απαιτεί την υιοθέτηση μεταβατικών μέτρων και πολιτικών πολύπλευρης ενίσχυσης του κόσμου της εργασίας, και την εγκαθίδρυση νέων θεσμικών κατακτήσεων που ικανοποιούν διαπιστωμένες ανάγκες ή αιτήματα μαζικών κινημάτων, και βελτιώνουν με ορατό τρόπο τις συνθήκες ζωής των πολλών, και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών για την παραγωγή και την απασχόληση, το περιβάλλον και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το σημαντικό δεν είναι να αναγγέλλει κανείς ρήξεις, αλλά να βελτιώνει τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και να εγκαθιδρύει θεσμικές λειτουργίες οι οποίες μπορούν να ενταχθούν στην προοπτική ενός μετα-καπιταλιστικού καθεστώτος.

Η πολιτική στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα είναι ένα θετικό παράδειγμα που επεκτείνει τη δημόσια υγεία προς όφελος της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων είναι μια απόφαση που μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της οργανωτικής ικανότητας του κόσμου της εργασίας, και του βιοτικού του επιπέδου. Στον τομέα της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας δεν φαίνεται να έχει γίνει κατανοητό ότι μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο για την επέκταση κοινωνικών μορφών οργάνωσης της παραγωγής και της προσφοράς υπηρεσιών, και το ίδιο ισχύει και για τους συνεταιρισμούς στον αγροτικό τομέα. Τα εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής μπορεί να γίνουν πολύ πιο αποτελεσματικά αν γίνουν εργαλεία άσκησης σχεδιασμένων δημόσιων πολιτικών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Μια αναπτυξιακή τράπεζα και η ενίσχυση θεσμών ελέγχου της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος μπορούν να συμβάλουν επίσης στην μεγέθυνση της παραγωγής και της απασχόλησης με ταχύτερους ρυθμούς, ενώ η αξιοποίηση συμπληρωματικών μέσων πληρωμών μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο.

Η εμπειρία των “κινηματικών” δήμων στην Ισπανία δείχνει ότι η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος μιας καθεστωτικής αλλαγής. Από την άλλη μεριά οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής, δείχνουν ότι μια αριστερή κυβέρνηση που δεν φροντίζει να ενισχύσει αποφασιστικά και με διάρκεια τις κοινωνικές τάξεις που την επέλεξαν και να εγκαθιδρύσει και ενισχύσει θεσμούς που μπορούν να εμποδίσουν την επιστροφή στο παρελθόν, κινδυνεύει από τη μεταστροφή του εκλογικού σώματος που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απογοήτευσης σε κρίσιμα ζητήματα.

Η αξιοποίηση των πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού ενός κρατικού ή αυτοδιοικητικού μηχανισμού, για την υλοποίηση νέων στρατηγικών επιλογών, είναι αναμφίβολα μια δυνατότητα που δεν προκύπτει όμως αυτόματα με την εγκατάσταση των νέων υπουργών. Η πολιτική απόφαση είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, αλλά η επιλογή στόχων, προτεραιοτήτων, και η επιλογή διαδικασιών προετοιμασίας του πολιτικού και τεχνικού δυναμικού, και η εφεύρεση νέων θεσμικών λειτουργιών είναι αναπόφευκτες.


Προς το Νέο Παραγωγικό Μοντέλο

Σε πολλές διατυπώσεις της Αριστεράς και των αριστερών, η αναφορά στο Νέο Παραγωγικό Μοντέλο, μια αναφορά προφανώς σε παραγωγικές επιλογές και παραγωγικές σχέσεις, μπορεί να αφορά εύκολες υποσχέσεις και παρουσιάσεις πολιτικών, ή και πιο σοβαρές προσπάθειες περιγραφής στόχων και στρατηγικών. Η επιλογή της ευκολίας είναι η πιο συνηθισμένη εκδοχή, καθώς επιχειρείται να αποκτήσουν ανατρεπτική πατίνα, χρήσεις αυτής της διατύπωσης κοινότοπες και σχεδόν συστημικές. Για να σκεφτεί κανείς πώς μπορεί να αντικατασταθεί το σημερινό παραγωγικό μοντέλο, και να σχεδιαστεί το νέο, δεν αρκεί να περιγράφει κάποιες αλλαγές που συντελούνται ή που αναμένεται να συντελεστούν στο πλαίσιο του σημερινού παραγωγικού συστήματος. Χρειάζεται να αναδειχθούν και να σχεδιαστούν παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να ενταχθούν σε ένα σχέδιο ενίσχυσης του παραγωγικού και πολιτικού ρόλου των λαϊκών τάξεων, και των θεσμών που κατοχυρώνουν την προτεραιότητα του δημοσίου συμφέροντος και της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών.

Η δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος, ο συνδυασμός του εξογκούμενου περιβαλλοντικού κόστους, με την αντιπαραγωγική και αντικοινωνική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, και με την ενίσχυση δραματικών κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στην Ελλάδα ειδικότερα αυτή η δυναμική επιδεινώθηκε από το πελατειακό σύστημα διαχείρισης και την προσαρμογή σε αυτό το σύστημα της διοίκησης του δημόσιου τομέα. Και επομένως η αναζήτηση νέων θεσμικών επιλογών σε ό,τι αφορά την οργάνωση της οικονομίας περιλαμβάνει την ανάγκη να γίνουν σοβαρές αλλαγές στη διοίκηση των πολιτικών που αφορούν την πραγματική οικονομία αλλά και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι νέες μορφές οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, η απομάκρυνση δηλαδή από το μοντέλο των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, το πέρασμα από την εργατική τάξη στο “πλήθος”, οι αλλαγές που οφείλονται σε τελευταία ανάλυση στην προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού να υποτάξει τη γνωσιακή εργασία, είναι εξελίξεις που πρέπει να οδηγήσουν σε νέες στρατηγικές επιλογές οι οποίες επιδιώκουν την άμεση συλλογική παρέμβαση του κόσμου της εργασίας στα επίπεδα της παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής.

Αλλά και στο επίπεδο των διεθνών οικονομικών σχέσεων δεν είναι δυνατόν να αναπαραχθεί από την Αριστερά το σύνολο των επιλογών του παρελθόντος. Η παγκοσμιοποίηση ως στρατηγική του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, έχει οδηγήσει σε οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις τις χώρες που αποδέχθηκαν την καθαρή μορφή αυτής της στρατηγικής, και σε σχετικές επιτυχίες τις χώρες που αντιστάθηκαν στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Η ανάγκη της εξωστρέφειας των οικονομικών δραστηριοτήτων, στις συνθήκες μιας κρίσης που οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό σε μια μακρόχρονη διαδικασία διεύρυνσης του εξωτερικού ελλείμματος, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Από την άλλη μεριά όμως, δεν μπορεί να βασιστεί στην εξωστρέφεια και μόνο η ανάκτηση παραγωγικών δυνατοτήτων και η αύξηση της απασχόλησης, όταν μάλιστα το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον δεν χαρακτηρίζεται από αναπτυξιακό δυναμισμό. Όταν επιπλέον η ανασυγκρότηση της παραγωγής και η κάλυψη κοινωνικών αναγκών πρέπει να συνδεθούν με συστηματικές διαρθρωτικές περιβαλλοντικές παρεμβάσεις, ο τοπικός χαρακτήρας του αναπτυξιακού σχεδιασμού (που συμπεριλαμβάνει τις εξωστρεφείς δραστηριότητες) είναι ένας αναπόφευκτος προσανατολισμός.


Ξανά για την κρίση

Τα υπολείμματα του παλαιού δικομματισμού αλληλοκατηγορούνται σχετικά με τις επιλογές που οδήγησαν στην κρίση το 2009. Το γεγονός όμως ότι το ελληνικό παραγωγικό σύστημα οδηγήθηκε σε ένα θεαματικό αδιέξοδο, είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης περιόδου, κατά την οποία το ανανεωμένο από τον “εκσυγχρονισμό” πελατειακό σύστημα, συρρίκνωσε τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, αναπαρήγαγε έναν αναποτελεσματικό διοικητικό μηχανισμό, οδήγησε άφθονους πόρους στη σπατάλη και τη διαφθορά, και συρρίκνωσε την εφαρμοσμένη οικονομική σκέψη στην επανάληψη των θαυματουργών ιδιοτήτων της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Η φυγή προς τον δανεισμό, που κορυφώθηκε κατά τη δεκαετία του 2000, δεν ήταν μόνο μια φυγή προς ένα αδιέξοδο, αλλά ήταν και η κατάληξη της αδυναμίας της οικονομικής και πολιτικής ελίτ να σκεφτεί την οικονομία έξω από τη μυθοποίηση του ιδιωτικού συμφέροντος.

Η ενσωμάτωση αυτού του δόγματος στη σύγχρονη οικονομική σκέψη, και η αναπαραγωγή του για τρεις δεκαετίες, αποδυνάμωσε όλες τις πλευρές των καπιταλιστικών θεσμικών πλαισίων υποστήριξης των αναπτυξιακών πολιτικών, και κατά κύριο λόγο τις λειτουργίες που αφορούν τον σχεδιασμό των οικονομιών και τη διοίκησή τους, όπως και την αξιοποίηση της παραγωγής νέας γνώσης σε ό,τι αφορά την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον. Οι υστερήσεις σε ό,τι αφορά την εισαγωγή καινοτομιών (τεχνολογικού ή οργανωτικού χαρακτήρα) στην παραγωγή, οι άφθονες κακοτεχνίες και ελλιπείς συντηρήσεις στον τομέα των υποδομών (που παρατηρούνται σε όλη τη χώρα), οι παραβιάσεις της νομοθεσίας και οι δραματικές υστερήσεις σε θέματα περιβάλλοντος, υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των αναπόφευκτων αδυναμιών του πελατειακού συστήματος, με τις ανορθολογικές ειδικές επιλογές, τη λήψη αποφάσεων με την υποταγή σε μεμονωμένα συμφέροντα, τη στρέβλωση πολιτικών προς όφελος ειδικών συμφερόντων. Ο συνδυασμός αυτών των δυσλειτουργιών με τις νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, συνέβαλε στην επιδείνωση της κρίσης, οδηγώντας τόσο στην απώλεια του ελέγχου των παραγόντων που την τροφοδότησαν, όσο και στην ακαμψία διαδικασιών και εργαλείων που αφορούν την άσκηση αναπτυξιακών πολιτικών.

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα της αναπαραγωγής αυτών των δυσλειτουργιών είναι ότι σε μια στιγμή κατά την οποία είναι αναγκαίες μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο και τα εργαλεία άσκησης πολιτικής, για την υλοποίηση μιας στρατηγικής ανασυγκρότησης, η επιχειρηματική τάξη –συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών– παραμένει αναδιπλωμένη στην υπεράσπιση της κερδοφορίας χωρίς την παραμικρή αναζήτηση κατευθύνσεων για το σύνολο της οικονομίας. Παραμένει δηλαδή προσκολλημένη στην ποιότητα των πολιτικών που καθιερώθηκαν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, διεκδικώντας μάλιστα την ενίσχυσή τους προς κατευθύνσεις εξασφάλισης της κερδοφορίας με δημόσιες πολιτικές, όπως συμβαίνει με καθαρό τρόπο στην περίπτωση των συστημικών τραπεζών (στην εποχή της υπερφορολόγησης, πετυχαίνουν αναβολή των πληρωμών φόρων). Παράλληλα, έχει ελαχιστοποιηθεί το προσωπικό του δημόσιου τομέα που έχει τις κατάλληλες γνώσεις και εμπειρίες ώστε να μπορεί να αναλάβει την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα εξασφαλίσουν την απεξάρτηση των αναπτυξιακών πολιτικών από την απόλυτη υποταγή στις επιδιώξεις και τις δυνατότητες του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα.

Ένα σύνολο παραγόντων κάνουν ώστε η ριζική ανανέωση του θεσμικού πλαισίου και των κατευθύνσεων των αναπτυξιακών πολιτικών να είναι ταυτοχρόνως απαραίτητη και ιδιαίτερα δύσκολη. Η εμμονή των δυνάμεων του κεφαλαίου με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι στρατηγικού χαρακτήρα, και δεν υπάρχει καμία πρόθεση αλλαγής αυτού του προσανατολισμού τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Από την άλλη μεριά οι πολιτικές απέναντι στην εργασία που υλοποιήθηκαν κατά την 30ετή περίοδο και κατά την 8ετία των μνημονίων έχουν αποδυναμώσει συστηματικά τις λαϊκές δυνάμεις, και η κινητοποίησή τους έχει μεν οδηγήσει στις εκλογικές νίκες της Αριστεράς το 2015, αλλά δεν μπόρεσε να επιτύχει τον επηρεασμό των μορφών κοινωνικής οργάνωσης και των κινηματικών πολιτικών παρεμβάσεων. Το βάρος των πρακτικών του πελατειακού συστήματος παραμένει, ακόμα κι αν έχουν αφαιρεθεί σε καθοριστικό βαθμό από τη σημερινή κυβέρνηση οι πρακτικές που συνδέονται με τη διαφθορά και εν μέρει αυτές που οδηγούσαν σε σπατάλη πόρων. Καθώς είναι ακόμα κανόνας η αποσπασματική επιλογή και χρηματοδότηση έργων και δράσεων, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής και πόσο μάλλον υλοποίησης αναπτυξιακών στόχων, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.

Η αποσπασματική προσέγγιση αυτών των πολιτικών συνυπήρχε και συνεχίζει να συνυπάρχει με την εξάρτηση από πολλαπλές και αυτοτελείς κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης (της αναμενόμενης αύξησης της παραγωγής και της απασχόλησης), όπως η ελκυστικότητα του τουριστικού τομέα, οι ξένες επενδύσεις, οι αυξήσεις των δημοσίων και των κοινωνικών δαπανών, οι δημιουργία των start up's. Η ιδέα ότι η δημιουργία ή η εγκατάσταση κάποιων επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα των αυξήσεων της ζήτησης, και χάρη στις πρωτοβουλίες του νεφελώδους χώρου της επιχειρηματικότητας, μπορούν να γεννήσουν ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, είναι –δυστυχώς– μια επανάληψη της μυθολογίας που διέδωσε και εγκαθίδρυσε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, πείθοντας ιδιοτελείς επιχειρηματίες, ανεπαρκείς δημόσιους λειτουργούς και πολιτικούς όλων των παρατάξεων, για τον αναντικατάστατο χαρακτήρα των αυτοματισμών της αγοράς.


Από την εργατική τάξη στο πλήθος

Η μορφή που μπορεί να πάρει η ένταξη του κόσμου της εργασίας σε ένα νέο μοντέλο, δεν μπορεί πλέον να είναι η υλοποίηση του φορντιστικού οράματος, το οποίο ματαίωσε στην Ελλάδα ο “εκσυγχρονισμός”. Του οράματος δηλαδή που επιδιώκει τον συνδυασμό της οργάνωσης της εργατικής τάξης στα συνδικάτα, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, και του κοινωνικού κράτους. Σήμερα ο κόσμος της εργασίας είναι κατά κύριο λόγο ένα πλήθος επισφαλώς απασχολούμενων και ανέργων, εκ των οποίων κάποιοι μπορούν να κατακτήσουν δικαιώματα που είχαν κατακτηθεί παλαιότερα στον φορντιστικό ευρωπαϊκό κόσμο, αλλά πρέπει να είναι στην πραγματικότητα σε αναζήτηση, όχι μόνο μισθού και δικαιωμάτων, αλλά και ρόλου στην οικονομία και την κοινωνία. Είναι προφανές ότι λόγω της κατάρρευσης της παραγωγής, αλλά και της αναδίπλωσης των επιχειρηματιών και των μετόχων στην εξασφάλιση της τρέχουσας κερδοφορίας, υπάρχει ένα τεράστιο κενό ως προς τους παράγοντες ενεργοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, και μόνο οι συλλογικές μορφές άσκησης πολιτικών και οργάνωσης της παραγωγής μπορούν να δώσουν λύσεις που έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν ανάγκες αλλά και να αξιοποιήσουν τις υπαρκτές γνώσεις αυτού του δυναμικού.

Οι παρεμβάσεις σε ό,τι αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα, τόσο τα διεθνή όσο και τα τοπικά, απαιτούν και αυτές συλλογικές μορφές απόφασης για ασκούμενες πολιτικές, και το ίδιο ισχύει πόσο μάλλον για τον αναγκαίο συνδυασμό πολιτικών για το περιβάλλον και αναπτυξιακών πολιτικών. Σε ό,τι αφορά τόσο την επεξεργασία, όσο και την υλοποίηση αυτών των πολιτικών, η εκδήλωση της συλλογικής θέλησης δεν μπορεί να προκύψει μόνο “από τα κάτω”, και πρέπει μάλλον να είναι και το αποτέλεσμα μιας εκδήλωσης της θέλησης της κοινωνίας και με αποφάσεις σε επίπεδο θεσμών κεντρικής διοίκησης και αυτοδιοίκησης, οι οποίες αφορούν οικονομικούς πόρους και συνδυασμούς πολιτικών παρεμβάσεων. Απέναντι σε κατόχους των μέσων παραγωγής και των μέσων δημιουργίας και διαχείρισης του χρήματος, που δεν επιδιώκουν την ολοκληρωμένη συγκρότηση ενός συστήματος παραγωγής και αξιοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, αλλά επιδιώκουν αντίθετα την αξιοποίηση ευκαιριών κερδοφορίας σε μια κοινωνία αποδιοργανωμένη και φτωχοποιημένη, ο ρόλος του κόσμου της εργασίας είναι να ανασυγκροτήσει την κοινωνία και την παραγωγή μέσω πρωτοβουλιών που αφορούν επιλογές για τις κατευθύνσεις της παραγωγής, και τις μορφές σχεδιασμού και διοίκησής της.

Υπάρχουν ορατές δυνατότητες υλοποίησης ενός τέτοιου προσανατολισμού που αφορούν την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, τις Ενεργειακές Κοινότητες, τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς, τις μορφές συνεργασίας Μικρών Επιχειρήσεων, των οποίων η αξιοποίηση εμποδίζεται ή αναστέλλεται από ελλείψεις στον σχεδιασμό της ανάπτυξης και τη διοίκηση της υλοποίησής αυτού του σχεδιασμού. Παράλληλα είναι δυνατή η ενεργοποίηση των εργαζομένων σε μεγάλες δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις και σε δημόσιες υπηρεσίες, με την ανάληψη πρωτοβουλιών από τους ίδιους του εργαζόμενους σε ό,τι αφορά τον αναπτυξιακό ρόλο αυτών των επιχειρήσεων και υπηρεσιών. Επίσης, είναι δυνατή η ενεργοποίηση των πολιτών με τις κατάλληλες συμμετοχικές δομές, σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, για να ενισχυθεί ο ρόλος της, και να αντιμετωπιστούν προς όφελος των τοπικών κοινωνιών ζητήματα αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά.

Ένας τέτοιος γενικός προσανατολισμός αποτελεί την οδό για τη συγκρότηση του κόσμου της εργασίας στις νέες συνθήκες, και για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της καταστροφικής δυναμικής του καπιταλισμού, χωρίς να παραβλέπουμε και την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών με την πλήρη σημασία του όρου. Πρόκειται για έναν προσανατολισμό ο οποίος μπορεί να ξεκινήσει να υλοποιείται με μια μεταβατική λογική, κατακτώντας θεσμικές λειτουργίες που δεν είναι πάντα ξένες προς ιστορικές ή και σύγχρονες μορφές ρύθμισης καπιταλιστικών κοινωνιών, αλλά στην σημερινή συγκυρία μπορούν να ενταχθούν σε μια διαφορετική δυναμική.


Η μεταβατικότητα

Η χάραξη πολιτικών για την επίτευξη στόχων με μεταβατικό χαρακτήρα, που ενισχύουν τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και των μετακαπιταλιστικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και παραγωγής, σε ένα διεθνές περιβάλλον που είναι ακόμα εχθρικό και με αφετηρία ένα θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης που αναπαράγει την κυριαρχία του κεφαλαίου, είναι η αναπόφευκτη κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν αριστερές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο. Τέτοιες δυνατότητες υπάρχουν, και τα εμπόδια που συναντάει η αξιοποίησή τους δεν είναι η αδιάσπαστη συνοχή των υποστηρικτών του νεοφιλελευθερισμού, αλλά πολύ περισσότερο οι ελλείψεις των αριστερών πολιτικών δυνάμεων ως προς τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μεταβατικών στόχων. Δεν είναι δύσκολο να αποδειχθεί ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, η οποία έχει προφανή αντι-αναπτυξιακά αποτελέσματα, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις επιδιώξεις καταρχάς των δανειστών, οι οποίοι θα είναι πρόθυμοι να δεχτούν ετερόδοξες πολιτικές και στόχους, όταν είναι ορατά τα μακροοικονομικά τους αποτελέσματα.

Αλλά σε συνθήκες εξασθένισης της οικονομικής ισχύος του κεφαλαίου, είτε του επιχειρηματικού, είτε του τραπεζικού (που είναι η σκιά του εαυτού του και συντηρείται από ισχυρές ενέσεις δημοσίου χρήματος), υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων από συλλογικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής, ειδικότερα από συνεργασίες και δικτυώσεις μικρών επιχειρήσεων, με τις οποίες είναι δυνατόν να επιτευχθούν παραγωγικοί και κοινωνικοί στόχοι, που μπορούν μάλιστα να ικανοποιήσουν και μέρος ενός εκ των προτέρων αρνητικού επιχειρηματικού κόσμου. Τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να αξιοποιήσουν θεσμικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες προέρχονται εν μέρει από το θεσμικό οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών χωρών, και ενισχύουν τόσο τις δυνατότητες ενός αναπτυξιακού ρόλου του δημόσιου τομέα, όσο και τις δυνατότητες ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο, συλλογικών οικονομικών δραστηριοτήτων και δράσεων προστασίας του περιβάλλοντος. Από τη στιγμή που επιτυγχάνονται τέτοιοι στόχοι, μέσω του συνδυασμού της υιοθέτησης των κατάλληλων πολιτικών αποφάσεων και της ενεργοποίησης των ενδιαφερομένων παραγωγών και πολιτών, δεν χρειάζεται να καταληφθούν τα Χειμερινά Ανάκτορα για να διαπιστωθεί ότι μπορεί να αμφισβητηθεί όχι μόνο η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, αλλά και η πρωτεύουσα σημασία της καπιταλιστικής λογικής. Μιας λογικής που έχει προ πολλού υποβαθμιστεί καθώς η αναπαραγωγή του συστήματος δεν αφορά πλέον κατά κύριο λόγο τη συσσώρευση κεφαλαίου, αλλά την αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος κεφαλαιούχων που υποστηρίζονται και προστατεύονται από την τάξη των πολιτικών. Πρόκειται για τη λογική που αναπαράγει και εμβαθύνει τις κρίσεις.

Η παρέμβαση της Τρόικα είχε δύο διαστάσεις. Η μια αφορούσε την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους και η άλλη την υιοθέτηση “διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων” που αναμενόταν ότι θα είχαν αναπτυξιακές επιπτώσεις. Όταν ολοκληρώθηκε η τρομερή τριετία 2015-2018, είχαν υιοθετηθεί αποφάσεις σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους, με τα υπερβολικά και αμφισβητούμενα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά ήταν συγχρόνως σαφές ότι οι “διαρθρωτικές” αποφάσεις δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, και επομένως ότι ήταν λογικό να ληφθούν μέτρα ικανά να τονώσουν τη μεγέθυνση του προϊόντος της οικονομίας κι επομένως να επιτρέψουν στην ελληνική κυβέρνηση να τηρήσει για κάποια χρόνια τις υποσχέσεις της. Είναι προφανές ότι το πεδίο της διαπραγμάτευσης για την μείωση του δημόσιου χρέους δεν πρέπει να κλείσει (σε ευρωπαϊκό επίπεδο), αλλά πρέπει να ενεργοποιηθεί το πεδίο της επιλογής θεσμικών αλλαγών ως προς την άσκηση αναπτυξιακών πολιτικών, που να είναι αποτελεσματικές για την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον. Πολιτικές που πρέπει να είναι ετερόδοξες και αντίθετες όχι μόνο με την εγχώρια νεοφιλελεύθερη στρατηγική, αλλά και με τις λογικές αναπαραγωγής μιας παρακμασμένης, παραγωγικά και θεσμικά, καπιταλιστικής οικονομίας. Η προοπτική ουσιαστικών αλλαγών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα τροφοδοτηθεί από τη δυνατότητά τους να ενισχύσουν την κοινωνική και πολιτική συγκρότηση των λαϊκών τάξεων σε περισσότερες από μια χώρες.

Πρόκειται για μια συγκυρία πρωτοφανή για την Αριστερά. Έχουμε μαζικά κινήματα συνολικής αμφισβήτησης καθεστώτων όπως στη Γαλλία σήμερα (αλλά και την Αλγερία και τα Βαλκάνια), σε συνδυασμό με νησίδες μεταβατικών συστημάτων παραγωγής (Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία) και διοίκησης (Δήμοι στην Ισπανία), ενώ η διακυβέρνηση ή η προοπτική διακυβέρνησης από αριστερά κόμματα αναμένεται να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές που μεταβάλουν τους κοινωνικούς συσχετισμούς προς όφελος του κόσμου της εργασίας και συνθέτουν από την αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού ως την αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου σε ένα παρακμασμένο καπιταλιστικό σύστημα. Τα κόμματα της Αριστεράς έχουν να παίξουν σε αυτή τη συγκυρία, έναν πρωτεύοντα ρόλο, να συμβάλουν στην επεξεργασία σχεδίων και στόχων, να αποκτήσουν σε διάλογο με την κοινωνία και τα κινήματα έναν καθαρό προγραμματικό ρόλο.


Πηγή μέσα από το πλήθος 1, 2



Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Τάξη, συνείδηση, γνώση


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η Αριστερά, τα αριστερά κόμματα, αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν μέσα από τον 19ο αιώνα ως κόμματα που εξέφραζαν την εργατική τάξη, τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, ως κόμματα που διαμόρφωναν τις πολιτικές τους με βάση δύο επιρροές: αφενός μεν την οργανωτική και κοινωνική συγκρότηση της εργατικής τάξης και την ανάδειξη μιας δικής της ταξικής συνείδησης, αφετέρου δε την ανάπτυξη μιας θεωρίας της ταξικής κινητοποίησης και δράσης, όπου κυριάρχησε η μαρξιστική ανάλυση και προγραμματική επεξεργασία.

Η ταξική συνείδηση δεν σήμαινε αναγκαστικά την ύπαρξη ενός σχεδίου για το μέλλον και από την άλλη μεριά η θεωρία δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί χωρίς τις κινηματικές και οργανωτικές μορφές που αποτελούσαν εκδηλώσεις της ταξικής συνείδησης.

Κατά την ιστορική περίοδο ως την Επανάσταση του 1917, την οργανωτική και πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης συνόδευαν μια θεωρητική επεξεργασία και συζήτηση που αφορούσαν τον χαρακτήρα και τους στόχους των εργατικών κινημάτων, τον χαρακτήρα των κομμάτων που τα εκπροσωπούσαν και τις στρατηγικές αυτών των κομμάτων.

Επρόκειτο για μια περίοδο δημιουργική, όπου η ανυποχώρητη στράτευση και το ακούραστο θεωρητικό έργο του ίδιου του Μαρξ είχε δώσει τον πολιτικό και ηθικό τόνο.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, και για τον υπόλοιπο 20ό αιώνα, ξεκίνησαν διεργασίες που με πολλαπλούς τρόπους υπέταξαν την εργατική τάξη και ανέδειξαν τα αριστερά κόμματα ως εργαλεία αυτής της υποταγής, που υπάκουαν πλέον σε δικά τους συμφέροντα και εγκατέλειπαν την αναζήτηση επαναστατικής θεωρίας του εργατικού κινήματος.

Η κυριαρχία του σταλινισμού στην 3η Διεθνή ήταν η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, που κορυφώθηκε με τον Ισπανικό Εμφύλιο και την επίθεση κατά των επαναστατικών πρωτοβουλιών του αναρχικού κινήματος.

Ήταν μια νέα εντελώς περίοδος για το εργατικό κίνημα, καθώς είχε πλέον εδραιωθεί στην ΕΣΣΔ η μετεξέλιξη του κόμματος σε μια κοινωνική τάξη με δικά της συμφέροντα, και η θεωρία ήταν πλέον η προσπάθεια αιτιολόγησης αυτής της κυριαρχίας. Η οποία θεμελίωνε και τις μεθόδους και πολιτικές των υπόλοιπων κομμουνιστικών κομμάτων, τα οποία δεν μπορούσαν παρά να κατακτήσουν την εξουσία με τη δύναμη του σοβιετικού στρατού ή να αναζητήσουν μια μορφή συνεργασίας με τα κόμματα της αστικής τάξης.

Η διαμόρφωση των μεταπολεμικών κοινωνικών συμβολαίων με την υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας αποτέλεσε το επόμενο στάδιο της αποδυνάμωσης των εργατικών κινημάτων και της παρακμής των κομματικών γραφειοκρατιών, που κατέφυγαν στην υποστήριξη διαχειριστικών λογικών και στις άνευρες θεωρητικές επαναλήψεις.

Το τελευταίο στάδιο αυτής της παρακμής ήταν η εφεύρεση του ευρωκομμουνισμού, της επιδίωξης να ενταχθούν στον αστικό κρατικό μηχανισμό οι εκπρόσωποι της κομματικής νομενκλατούρας, και να εδραιώσουν τη θέση τους όσοι από αυτούς είχαν ενταχθεί στην κυρίαρχη πλέον τάξη των μάνατζερ.

Έτσι χάθηκε περαιτέρω η κριτική πρακτική της εργατικής τάξης, η ανατρεπτική στρατηγική των αριστερών κομμάτων και η θεωρητική επεξεργασία των νέων μορφών εναλλακτικής εξουσίας και των μεθόδων για την εμφάνιση και εδραίωσή τους.

Οι αναζητήσεις και στα τρία αυτά επίπεδα δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αφορούσαν και αφορούν το περιθώριο της κινηματικής και πολιτικής ζωής και το περιθώριο της παραγωγής γνώσης, ακόμα και στον πολιτικό χώρο που παρουσιάζεται ως Αριστερά.

Ο νεοφιλελευθερισμός ως θεωρητικό ρεύμα κατανόησε ότι η κρίση των κοινωνικών συμβολαίων εγκυμονούσε την αναζωπύρωση των μαχητικών εργατικών κινημάτων, ότι η αυξανόμενη ένταση γνώσης στους χώρους εργασίας θα ανέτρεπε ιεραρχίες και παραγωγικούς σχεδιασμούς και ότι, από την άλλη μεριά, το εκτεταμένο κοινωνικό στρώμα των μάνατζερ –η νέα μεσαία τάξη– που ήδη συμμαχούσε με το κεφάλαιο, έπρεπε να διαφυλαχτεί.

Όταν, λοιπόν, έγινε πολιτική αυτό το ρεύμα, για να διατηρηθεί η κυριαρχία του κεφαλαίου, διέλυσε τις όποιες μορφές συγκρότησης του κόσμου της εργασίας, επεδίωξε να καταπνίξει την αναπτυσσόμενη «μαζική διανοητικότητα» των εργαζομένων με την ανασφάλεια και τη φτώχεια, και εκτόξευσε τις αμοιβές και την πρόσβαση στην ιδιοκτησία των μάνατζερ.

Το τοπίο των κοινωνικών κινητοποιήσεων άλλαξε ριζικά: η ταξική συνείδηση αντικαταστάθηκε από τη συνειδητοποίηση από πολλές κοινωνικές ομάδες -και όχι μόνο από τους μισθωτούς- της εναντίωσης με τις ολιγαρχίες, της άρνησης των ανισοτήτων, της επιδίωξης της δημοκρατίας. Χωρίς όμως να υπάρχουν κόμματα ικανά να περάσουν από την έκφραση αυτών των συνειδητοποιήσεων (μέσω των ανεπαρκών μορφών λαϊκισμού), στη χάραξη της στρατηγικής που θα ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα. Κάτι που πρέπει να γίνει μέσω της μετάβασης σε μετα-καπιταλιστικά καθεστώτα, που θα ανατρέψουν και θα αντιστρέψουν τις συνεχιζόμενες καταστροφικές επιπτώσεις των στρατηγικών του κεφαλαίου για το οικονομικό σύστημα, τις κοινωνίες και το περιβάλλον.

Όπως κατά την περίοδο συγκρότησης της Αριστεράς στο τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, ο κρίσιμος παράγοντας για την εξεύρεση απαντήσεων στα πολιτικά ερωτήματα είναι η θεωρητική και προγραμματική επεξεργασία. Δεν υπάρχει άλλη οδός για την επίτευξη ενός κοινωνικού, παραγωγικού και οικολογικού ορθολογισμού.


Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Μετασχηματίζεται ο καπιταλισμός;


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η έκδοση στα ελληνικά των Ρεαλιστικών Ουτοπιών του Erik Olin Wright, προκάλεσε από διάφορες πλευρές το ενδιαφέρον του κοινού της Αριστεράς. Έγινε δεκτό αυτό το έργο από αρκετούς κυβερνητικούς παράγοντες ως μια ανάλυση που νομιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο τις βασικές υποθέσεις της κυβερνητικής πολιτικής, οι οποίες εκ των πραγμάτων υιοθετούν ένα όραμα (και όχι αναγκαστικά μια προοπτική) που μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλ-δημοκρατικό. Αφήνει όμως ανοιχτό και το ενδεχόμενο να υπάρξουν στρατηγικές μετασχηματισμών οι οποίες επιτρέπουν να ξεπεραστούν τα όρια ενός καπιταλιστικού θεσμικού πλαισίου. Πρόκειται για μια προσέγγιση η οποία έχει οπωσδήποτε ένα ιστορικό βάθος, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα επίκαιρη αν θεωρήσουμε ότι η ιδέα ενός μετασχηματισμού με τη σταθεροποίηση ενός μοντέλου νέου καπιταλισμού, αναζωογονημένου χάρη στις κοινωνικές κινητοποιήσεις, χάρη ειδικότερα σε ένα νέο “ταξικό συμβιβασμό”, ανήκει στις “μη ρεαλιστικές ουτοπίες”. Η προοπτική μετασχηματισμών με ανατρεπτική κατάληξη θέτει, μετά από τις πρόσφατες εμπειρίες στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, νέα ερωτήματα που δεν απαντώνται αν αναφερθούν μόνο οι “κατάλληλες στρατηγικές διάμεσων μετασχηματισμών”, ή η υπέρβαση των καπιταλιστικών ορίων με “τη διαδικασία ενδυνάμωσης της κοινωνικής εξουσίας”.

Η ιδέα ότι μια από τις διαθέσιμες εκδοχές μετασχηματισμού είναι ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού μέσω κάποιου νέου ταξικού συμβιβασμού, είναι προφανώς διαδεδομένη, αλλά είναι αδύνατο να υποστηριχθεί αν με κάποια σχολαστικότητα εξετάσει κανείς τις διαστάσεις και το βάθος της κρίσης αυτού του συστήματος. Ο νεοφιλελευθερισμός, που συνδυάζει την εξασφάλιση τραπεζικών “ολιγοπωλίων” με μια πολύπλευρη επίθεση κατά του κόσμου της εργασίας, δεν αφήνει να εμφανιστούν διαθέσεις για ταξικό συμβιβασμό, και ακόμα κι αν υιοθετήσει κανείς την άποψη ότι ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται σε κρίση, πάλι δεν βρίσκει από την πλευρά του κεφαλαίου και των συμμάχων του, ταξικών και πολιτικών, παρά την πρόθεση της εμβάθυνσης των βασικών χαρακτηριστικών του, που αδιαφορεί απέναντι στην αναπόφευκτη επιδείνωση όλων των διαστάσεων της κρίσης.

Ας σημειωθεί όμως και το γεγονός ότι αυτοί που φαίνεται να πιστεύουν στις δυνατότητες μετασχηματισμού του καπιταλισμού, δεν δίνουν έμφαση στην υιοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που αναπτύχθηκαν κατά την ωρίμανση του καπιταλισμού, και μπορεί να αξιοποιηθούν από μεταβατικές διαδικασίες για την ενίσχυση του συλλογικού και δημοκρατικού χαρακτήρα των αναπτυξιακών επιλογών. Πρόκειται για τις διαδικασίες σχεδιασμού οι οποίες στήριξαν όλες τις εκδοχές επιτυχημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης, και οι οποίες είναι σε μάς απαραίτητες για να βγούμε από το αδιέξοδο των αποσπασματικών χρηματοδοτήσεων και δράσεων. Κανείς όμως από την πλευρά του κεφαλαίου (ή ακόμα και των υποστηρικτών σοσιαλ-δημοκρατικών προοπτικών) δεν έχει εκδηλώσει την επιθυμία για την ανάπτυξη τέτοιων θεσμικών λειτουργιών, που στην Ελλάδα έχουν καταπολεμηθεί συστηματικά και για μακρά χρονικά διαστήματα από την οικονομική και πολιτική ελίτ.

Χρειάζεται επιπλέον να αμφισβητήσουμε την ιδέα μιας τροχιάς αργής αλλά αέναης ανάπτυξης. Έχουμε ήδη πάρει μια γεύση των αλλαγών που επιφέρει η κλιματική αλλαγή, και των προσαρμογών που πρέπει να γίνουν τόσο σε ότι αφορά τις παρεμβάσεις δημοσίων φορέων, όσο και στο κόστος που συνεπάγονται οι παρεμβάσεις αυτές για την προστασία των πληθυσμών, την φροντίδα των καλλιεργειών και των άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, ειδικότερα δε την εξασφάλιση της επάρκειας υδάτινων πόρων. Μόνο και μόνο απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, που δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα τεθούν υπό κάποιον έλεγχο σε σύντομο χρονικό διάστημα σε διεθνές επίπεδο, είναι απαραίτητη μια ταχεία αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων, ώστε μετά την κατάρρευση που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία, να είναι διαθέσιμοι οι πόροι που θα κάνουν δυνατές τέτοιες παρεμβάσεις. Ένας διαφορετικός δυναμισμός της ανάπτυξης απαιτεί την αποτελεσματικότερη διαχείριση των αναπτυξιακών πολιτικών, τον συντονισμό τους με τις δημόσιες πολιτικές, και την αναζήτηση και εξεύρεση πρόσθετων πόρων και ρευστότητας.

Χρειάζεται επίσης να πάρουμε στα σοβαρά τις εκτιμήσεις σχετικά με την αστάθεια του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, που είναι συνάρτηση της αναγνώρισης του δικαιώματος των τραπεζών να αντιμετωπίζονται ως ολιγοπώλια των οποίων την επιβίωση και την κερδοφορία εξασφαλίζουν οι κρατικές πολιτικές και οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών. Μόνο που αυτή η προστασία δεν επαρκεί για να παίξουν και κάποιο ρόλο σε ότι αφορά την ανάπτυξη. Οι ελληνικές “συστημικές” τράπεζες που μπόρεσαν να αποφύγουν τον δημόσιο έλεγχο μετά τις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, είναι μόνο μηχανισμοί εξασφάλισης των κερδών των μεγαλομετόχων, αλλά με κανένα τρόπο μηχανισμοί χρηματοδότησης της οικονομίας. Η ανάγκη ταχείας αύξησης των παραγωγικών δυνατοτήτων, όχι μόνο για λόγους που σχετίζονται με το περιβάλλον, αλλά και για λόγους καθαρά κοινωνικούς -απασχόληση, κοινωνικές και δημόσιες υπηρεσίες-, όπως και για την αντιμετώπιση της καθήλωσης της οικονομίας που ενισχύει η στάσιμη παγκοσμιοποίηση (και μπορεί να επιδεινώσει μια νέα κρίση), σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί η μάχη για την κατάκτηση του ελέγχου του δημοσίου επί της δημιουργίας και αξιοποίησης του χρήματος.

Ο Erik Olin Wright διαπιστώνει σωστά οτι υπάρχουν ρωγμές στο καπιταλιστικό σύστημα, οι οποίες επιτρέπουν την ανάδειξη “διάμεσων μετασχηματισμών”, αλλά διατηρεί μια “παραδοσιακή” θα λέγαμε προσέγγιση, αναφερόμενος στην ενίσχυση της κοινωνικής εξουσίας, που είναι αντιμέτωπη με το κράτος και τους θεσμούς του καπιταλισμού. Οι πρόσφατες εμπειρίες σε χώρες όπου τέτοιοι μετασχηματισμοί συνυπήρξαν ή συνυπάρχουν με αριστερές κυβερνήσεις, ή κινηματικές τοπικές αυτοδιοικήσεις, δείχνουν ότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν πραγματικοί μετασχηματισμοί που υπερβαίνουν τα καπιταλιστικά όρια, αν δεν συνδυαστούν τα κινήματα για μετα-καπιταλιστικούς θεσμούς και κοινωνικές σχέσεις, με αντίστοιχες πρακτικές σε επίπεδο κράτους ή τοπικής αυτοδιοίκησης. Το πεδίο των δυνατών μετασχηματισμών δεν βρίσκεται σε θεσμικά κενά, αλλά ενυπάρχει σε θεσμούς άσκησης πολιτικής που μπορούν να αξιοποιηθούν με μια λογική σύγκρουσης με το καπιταλιστικό καθεστώς, μέσω της συσσώρευσης κατακτήσεων μιας κοινωνικής εξουσίας.

Η ανάπτυξη της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, η ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος στον αγροτικό τομέα, ακόμα και η επέκταση του μικρού τομέα των συνεταιριστικών τραπεζών, η δημιουργία και κυριαρχία μιας δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας, η δημιουργία και ενίσχυση θεσμών σχεδιασμού και υλοποίησης τοπικών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών, είναι πεδία τα οποία μπορούν να ενταχθούν σε λογικές μετασχηματισμών, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς θα αποφασίσουν να συνοδεύσουν ένα τέτοιο προσανατολισμό. Οι αδυναμίες που μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν σε ότι αφορά τη δυνατότητα χάραξης και υλοποίησης αυτού του προσανατολισμού, οφείλονται στο γεγονός ότι έχουμε κληρονομήσει ένα θεσμικό πλαίσιο και εργαλεία άσκησης πολιτικής που έχουν φτιαχτεί για να μην είναι δυνατό να γίνουν μετασχηματισμοί, και ακόμα χειρότερα να μην υπάρχουν γενικότερα δυνατότητες αξιολόγησης και διόρθωσης των υπαρκτών θεσμών και λειτουργιών. Το βάρος αυτής της αδράνειας είναι τόσο μεγάλο που δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή μιας ουσιαστικής συζήτησης για αναγκαίους μετασχηματισμούς, ακόμα κι αν είναι προφανές ότι θα εξυπηρετούσαν σε κάποιο βαθμό και τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.


Πηγή Εποχή, 13.01.2019

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Τρία κείμενα του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η Ελλάδα ένα εργαστήρι του Πλήθους


Η αριστερή διακυβέρνηση έχει εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς με τα εξής χαρακτηριστικά: την αναμονή αφενός μιας ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της διαχείρισης των μνημονιακών πολιτικών και του προϋπάρχοντος πλαισίου άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής, και αφετέρου την πραγματοποίηση αισθητών παρεμβάσεων σε θέματα προνοιακής πολιτικής και καταπολέμησης της διαφθοράς. Έτσι, οι θεσμοί και οι πρακτικές που οδήγησαν στην κατάρρευση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, και του κοινωνικού κράτους, όπως και οι “μεταρρυθμίσεις” που επιβλήθηκαν από τους δανειστές στην αγορά εργασίας, μετατράπηκαν σε παράγοντες ανάκαμψης της οικονομίας. Και αναμένεται οτι μπορούν να ακολουθήσουν και μια πορεία εκδημοκρατισμού.

Αυτή η στρατηγική έχει βασιστεί σε μια εντυπωσιακή υποβάθμιση της σοβαρότητας της καπιταλιστικής κρίσης. Η αύξηση της απασχόλησης, και η καταπολέμηση της ανεργίας, που αφορά το ένα τέταρτο, ως το ένα τρίτο του ενεργού πληθυσμού, αναμένεται να ακολουθήσει μια αργή εξέλιξη, που δεν πρόκειται να αναστείλει τη δραματική απώλεια ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Η διαχείριση των διαθέσιμων πόρων για την πραγματοποίηση επενδύσεων, όπως και η εξεύρεση πρόσθετων τέτοιων πόρων, παραμένει μια υπόθεση που βρίσκεται στα χέρια ενός ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος, διαπλεκόμενου και αναποτελεσματικού. Οι επιλογές που αφορούν το περιβάλλον και ειδικότερα την κλιματική αλλαγή, βρίσκονται κατά κανόνα στα χέρια συμφερόντων με αντίθετες ακριβώς επιδιώξεις.

Ποιοι είναι οι λόγοι που οδήγησαν σε μια τόσο εντυπωσιακή συρρίκνωση του βάθους της κριτικής ανάλυσης σχετικά με την εξέλιξη και την κρίση του καπιταλισμού, και σε μια εξίσου εντυπωσιακή υποχώρηση των επιδιώξεων μιας Αριστερής στρατηγικής; Αποτελεί σήμερα ψευδαίσθηση η πεποίθηση οτι η Αριστερά εκφράζει πολιτικά, προγραμματικά και πόσο μάλλον οργανωτικά το κόσμο της εργασίας. Οι προγραμματικές θέσεις που κυριαρχούν εκφράζουν ένα σύνολο επιδιώξεων μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, που δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τη βολική αναμονή μιας συμμαχίας με το κεφαλαίο και τη διαιώνιση των υπαρκτών κρατικών θεσμών και πρακτικών.

Οι νεο-φιλελεύθερες πολιτικές πριν και μετά την κρίση, έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα τις δυνάμεις της εργασίας, μέσω των απορρυθμίσεων της αγοράς εργασίας αλλά και της δραματικής αύξησης της ανεργίας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν συγκροτημένες δυνάμεις μισθωτών, ικανές να παρέμβουν πολιτικά και προγραμματικά. Αλλά μπορεί επίσης να ισχυριστεί κανείς οτι αυτή η απομάκρυνση βασικών κατηγοριών μισθωτών από τα μεσαία στρώματα με τα οποία είχαν ιστορικά συμμαχήσει, είναι μια διαδικασία πολύ πιο παλιά, που εκδηλώθηκε στην Ευρώπη με τη μαζική μεταστροφή αριστερών πολιτικών ηγεσιών προς “ιστορικούς συμβιβασμούς” και σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές.

Η Ελλάδα είναι σήμερα μια χώρα όπου ο συντηρητισμός των μεσαίων στρωμάτων έχει καθηλώσει την παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική στρατηγική στην επανάληψη συμμαχιών και θεσμικών πρακτικών του παρελθόντος. Αλλά είναι ταυτοχρόνως και μια χώρα όπου έχει δημιουργηθεί ένα μαζικό ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο είναι ταυτοχρόνως άνεργο ή υποαπασχολούμενο, μορφωμένο και με υψηλά επίπεδα ειδίκευσης, και με ένα επίσης υψηλό επίπεδο κατανόησης ζητημάτων αλληλεγγύης, προστασίας και προσφοράς κοινών αγαθών, δημοκρατικής διαχείρισης παραγωγικών μονάδων και δομών προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών. Βρισκόμαστε σε μια χώρα την οποία, η συνύπαρξη μιας βαθιάς κρίσης και μιας εκτεταμένης μαζικής διανοητικότητας, μετατρέπουν με ορατούς ρυθμούς σε ένα εργαστήρι της οργανωτικής και πολιτικής συγκρότησης του Πλήθους.

Η δημιουργία συνεργατικών εγχειρημάτων δεν αφορά μόνο προσφορά υπηρεσιών και εστίαση, αλλά επεκτείνεται στην παραγωγή ανοιχτής καινοτομίας, στην παραγωγή ανοιχτού λογισμικού, και στη δημιουργία του πρώτου δορυφόρου ανοιχτής σχεδίασης. Την τελευταία δεκαετία έχουν αναδειχθεί νέα επιχειρηματικά εγχειρήματα στον τομέα των νέων τεχνολογιών, και έχουν δημιουργηθεί συστάδες με συνεργασία ερευνητικών ιδρυμάτων και μικρών επιχειρήσεων, και αυτή η τάση επεκτείνεται πλέον και σε συνεργατικά σχήματα ανοιχτής τεχνολογίας.

Πρωτοβουλίες πανελλαδικής εμβέλειας για το νερό ως κοινό αγαθό, και για την κοινωνική, ολοκληρωμένη και αποκεντρωμένη διαχείριση απορριμμάτων, έχουν σταθεροποιηθεί και κατέχουν πλέον πολυετή εμπειρία και αξιόπιστη τεχνογνωσία. Στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί Λαϊκό Πανεπιστήμιο για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, το οποίο υλοποιεί τη διαπίστωση οτι η δημιουργία συμπληρωματικών παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών εγχειρημάτων είναι σε μεγάλο βαθμό μια διαδικασία αξιοποίησης υπαρκτών γνώσεων, παραγωγής νέων γνώσεων, και άρα εκμάθησης.

Το πανελλαδικό δίκτυο των Κοινωνικών Ιατρείων, σημάδεψε τα χρόνια της κρίσης και δημιούργησε τις συνθήκες για να επιτευχθεί η φροντίδα των ανασφάλιστων από το σύστημα υγείας, θέτοντας ταυτοχρόνως το πολιτικό ζήτημα του εκδημοκρατισμού τόσο των προσφερόμενων υπηρεσιών, όσο και της διοίκησης του συστήματος. Πρωτοβουλίες που επιδιώκουν να μιμηθούν τη ΒΙΟΜΕ, βρίσκονται σε εξέλιξη, διεκδικώντας θεσμικές μεταβολές και πολιτικές στήριξή τους.

Στην Καρδίτσα, το οικοσύστημα που έχει δημιουργηθεί από την Αναπτυξιακή Καρδίτσας και τη Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας, αποτελεί σήμερα πρότυπο μηχανισμό υποστήριξης και χρηματοδότησης συνεταιριστικών ή μικρών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, με μια λογική τοπικού αναπτυξιακού σχεδιασμού. Στην Καβάλα, δεκάδες επιστημόνων, επαγγελματιών και επιχειρηματιών, έχουν επεξεργαστεί το σχέδιο για το “Πάρκο Φιλίππων”, ένα ολιστικό μοντέλο ανάπτυξης για την περιοχή τους.

Αναδεικνύεται έτσι μια νέα δυναμική που συνδυάζει επιτεύγματα, πολιτικούς στόχους και στρατηγικές επιλογές. Μια δυναμική που μας εισάγει σε αυτό που ονομάζουμε “παραγωγική ανασυγκρότηση”, με έναν τρόπο που συνδυάζει τον σχεδιασμό, τη δημοκρατική νομιμοποίηση του σχεδιασμού, την αξιοποίηση διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, και διαθέσιμων πόρων, την εγκαθίδρυση μιας λογικής εξασφάλισης εισοδημάτων και όχι κερδοφορίας.

Πρόκειται για μια νέα κινηματική διαδικασία, πέρα από τη διαμαρτυρία και τη διεκδίκηση, που είναι δημοκρατική, πρακτική, δημιουργική και ταυτόχρονα λαϊκή και εξισωτική, για να μη πούμε κομμουνιστική. Χρειάζεται να κατακτήσει και να δημιουργήσει νέες θεσμικές λειτουργίες, να αξιοποιήσει, να συγκεντρώσει και να εγκαθιδρύσει νέους χρηματοδοτικούς πόρους, να ενισχύσει και να επεκτείνει τις νησίδες ενός νέου μετα-καπιταλιστικού καθεστώτος.



Μπορεί ν'ανανεωθεί ο (ελληνικός) καπιταλισμός;


Γιατί τόση εμπιστοσύνη εκ μέρους της Αριστεράς στην ικανότητα του καπιταλισμού να ανανεωθεί; Πρόκειται στην πραγματικότητα για ευρωπαϊκό φαινόμενο και οχι απλά ελληνικό. Σε μας έκανε πρόσφατα την εμφάνισή της η θεωρία του “ελατηρίου”: η οικονομία συμπιέστηκε, πού θα πάει θα εκτιναχθεί! Υπάρχει και “μαρξιστική” θεμελίωση: ο καπιταλισμός γνωρίζει κύκλους και μέσα από την ύφεση και τη μείωση του εργατικού κόστους αναζωογονείται! Πρόκειται βέβαια για μια προσέγγιση που μας καλεί να αναβάλουμε τα κοινωνικά αιτήματα, αλλά και να αγνοήσουμε τα οξυνόμενα και επείγοντα περιβαλλοντικά προβλήματα.

Μια τελευταία έκδοση της γαλλικής ΑΤΤΑC[1] απαντάει στο ερώτημα για τη σημερινή δυναμική του καπιταλισμού: η μεγέθυνση του προϊόντος χαρακτηρίζεται πλέον από στασιμότητα, η υπερχρέωση συνεχίζεται ως παγκόσμιο φαινόμενο και οι “αναδυόμενες” οικονομίες πέρασαν σε φάση επιβράδυνσης. Πώς μπορεί σε αυτό το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον να “εκτιναχθεί” η ελληνική οικονομία; Αρκούν το μειωμένο εργατικό κόστος, τα φτηνά κτίρια και χωράφια; Είναι δυνατόν να κατακτηθούν αγορές, από υπαρκτές ή νέες επιχειρήσεις, που θα παρασείρουν το σύνολο της οικονομίας;

Οι οικονομολόγοι της ATTAC[2] αναδεικνύουν μια ιστορική τάση μείωσης της παραγωγικότητας η οποία οδήγησε από τη δεκαετία του 70 στην καθήλωση της κερδοφορίας, και στην αμφισβήτηση του φορντικού μοντέλου στο πλαίσιο του οποίου μοιραζόταν οι αυξήσεις της παραγωγικότητας μεταξύ κερδών και αμοιβών. Αυτή η αλλαγή περιόδου αντιμετωπίστηκε από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, της αύξησης του δανεισμού, και επιπλέον μέσω της αξιοποίησης των αγορών στις “αναδυόμενες” οικονομίες.

Τα κέρδη πράγματι αυξήθηκαν από τη δεκαετία του 80 και μετά, αλλά δημιουργήθηκε ταυτοχρόνως μια τεράστια πυραμίδα “εικονικού κεφαλαίου”, που για να αποδώσει στους κατόχους τίτλων έπρεπε και πρέπει να συνεχίζονται οι αναδιανομές εισοδήματος. Χαρακτηριστική είναι όπως γνωρίζουμε η περίπτωση του “ελληνικού χρέους”. Αφού τονώθηκε η ελληνική ταχεία ανάπτυξη με δάνεια, μετατράπηκαν τα δάνεια αυτά σε δημόσια και επιβλήθηκε η λιτότητα η οποία εξασφάλισε (ως πότε θα το δούμε) την απόδοση τίτλων που δεν μπορούσε να εξυπηρετεί ένα νέο εισόδημα, αποτέλεσμα μιας νέας παραγωγής.

Αλλά οι πολιτικές λιτότητας και η υπερχρέωση, ενώ συνεχίζουν να αποτελούν προϋποθέσεις για την κερδοφορία του κεφαλαίου, συντηρούν και την στασιμότητα της παραγωγικότητας. Οι καινοτομίες και η “έξυπνη εξειδίκευση” που αποτελεί την κατ'εξοχήν αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ανατρέπουν αυτή την κατάσταση διότι είναι πλέον μειωμένη η ικανότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα συνολικά. Κατά την ομάδα οικονομολόγων της ATTAC, η εξάντληση των αυξήσεων της παραγωγικότητας σε συνδυασμό με την επιβράδυνση των αναδυόμενων οικονομιών, οδηγούν πλέον στο οτι δεν μπορεί ο διεθνής καπιταλισμός να εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς και συνεχίζει να διαχειρίζεται την κρίση με σπασμωδικές κινήσεις και αβέβαιες προοπτικές.

Σε αυτές τις συνθήκες, ποιές είναι οι δυνατότητες για την τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα και ποιά είναι τα εμπόδια; Οι πολιτικές των μνημονίων, με την 'εσωτερική υποτίμηση” και τις 'διαρθρωτικές αλλαγές' στην αγορά εργασίας, δεν είχαν ως τώρα αποτελέσματα σχετικά με τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, ή καλύτερα, όλες οι αισιόδοξες προβλέψεις της Τρόϊκα έπεσαν έξω. Γιατί συνέβει αυτό; Η ελληνική παραγωγή αφορά σε μεγάλο βαθμό την εγχώρια αγορά και η λιτότητα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του παραγωγικού δυναμικού, αλλά και τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης. Ο εξωστρεφής τομέας δεν είχε έναν αξιοσημείωτο δυναμισμό και ήταν – και παραμένει – οργανικά εξαρτημένος από δραστηριότητες κατά βάση εσωστρεφείς.

Αλλά ακόμα κι αν παρατηρηθεί μια ανάκαμψη των επενδύσεων, από το πολύ χαμηλό σημείο όπου έχουν φθάσει, δεν σημαίνει οτι θα αφορά επιχειρήσεις που θα ηγηθούν μιας δυναμικής εξωστρεφούς ανάκαμψης, και πόσο μάλλον μιας συνολικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Για να συμβούν αυτά χάρη σε ιδιωτικές επενδύσεις πρέπει να υπάρχει κερδοφορία ελκυστική, αγορές προσιτές και σε διαδικασία μεγέθυνσης (μια σοβαρή δυσκολία στις συνθήκες στασιμότητας), και θεσμικό πλαίσιο άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών που να μην περιορίζεται σε επιδοτήσεις διαφόρων ειδών, αλλά να καλύπτει όλα τα στάδια της αλυσίδας της αξίας, από την έρευνα ως την πώληση. Το συμπέρασμα είναι οτι ενώ έχουμε αξιοποιήσιμους συντελεστές παραγωγής, ανθρώπινο δυναμικό, γή, κτίρια, φυσικούς πόρους, πολιτισμό, κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, δεν μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε αν βασιστούμε στις φιλοδοξίες και τις γνώσεις ιδιωτών επιχειρηματιών.

Η έκδοση της ATTAC καταλήγει στο ότι πρέπει να πάρουμε έναν “άλλο δρόμο” και να βασιστούμε στις εξής προϋποθέσεις: “από την μία στην ανάπτυξη της σφαίρας των μη αγοραίων δραστηριοτήτων, των δημοσίων υπηρεσιών και της κάλυψης των κοινωνικών αναγκών που βρίσκονται εκτός της λογικής του κέρδους, και από την άλλη στη συλλογική διαχείριση των φυσικών πόρων, που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως κοινά αγαθά. Τα κοινά απαιτούν μια διαφορετική οργάνωση που βασίζεται στην κατανομή του πλούτου και τη συνεργασία, σε νέα παραγωγικά πρότυπα, στην ανοιχτή συμμετοχή υπεύθυνων πολιτών και την κοινωνική καινοτομία”.

“Η αγορά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ανώτερη σε σχέση με τους άλλους οικονομικούς θεσμούς, και πρέπει να “επανενσωματωθεί” στην κοινωνία, σύμφωνα με την έκφραση του Karl Polanyi. Οι αγορές πρέπει να πλαισιωθούν αυστηρά και να ανταποκριθούν στους μακροπρόθεσμους στόχους της οικολογικής και κοινωνικής μετάβασης, που ορίζονται από τον δημόσιο σχεδιασμό”

Η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας δείχνει πώς η λογική της ιδιωτικής κερδοφορίας γενναιόδωρα τροφοδοτημένης με δημόσιους πόρους οδήγησε στην απώλεια παραγωγικού δυναμικού και στη φυγή προς την υπερχρέωση, δημόσια και ιδιωτική. Οι πολιτικές των μνημονίων δεν αποτέλεσαν παράγοντες ανανέωσης του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά καθήλωσής του σε καταστάσεις, από παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη, από τις οποίες δεν μπορεί να βγεί η οικονομία και η κοινωνία χωρίς μια μεγάλη αλλαγή προσανατολισμού. Μια αλλαγή που θα μας βγάλει από το “όραμα” μιας καπιταλιστικής ανάπτυξης και θα μας βάλει στις λογικές του σχεδιασμού, της ορθολογικής αξιοποίησης πόρων και δυνατοτήτων, της ανανεωμένης δημοκρατίας.



Στόχοι και περιεχόμενο της στρατηγικής ανασυγκρότησης


Η εξέλιξη της οικονομίας μετά την εκδήλωση της κρίσης το 2009 χαρακτηρίζεται από δραματικές διαρθρωτικές υποχωρήσεις σε όλους τους τομείς. Η ανεργία – και όχι η ανεργία που εκτιμάει η Στατιστική Αρχή, αλλά η υψηλότερη ανεργία όπως την υπολογίζει το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ σε όλη τη διάρκεια της κρίσης – βρίσκεται σε πρωτοφανή ύψη, κιαι αφορά σε μεγάλο βαθμό τους νέους με υψηλά προσόντα, με το γνωστό αποτέλεσμα μιας φυγής αυτών των νέων στο εξωτερικό. Το παραγωγικό δυναμικό της χώρας έχει συρρικνωθεί μέσω μιας διαδικασίας αποεπένδυσης, που για να αντισταθμιστεί σε σχέση με τα προ της κρίσης επίπεδα χρειάζονται επενδύσεις της τάξης των 100 δις Ευρώ. Παρά την “εσωτερική υποτίμηση”, και την περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν σημειώθηκε αύξηση των εξαγωγών και το ισοζύγιο ισορρόπησε χάρη στην κατάρρευση των εισαγωγών. Η πορεία της εγχώριας παραγωγής χαρακτηρίζεται από ύφεση ή στασιμότητα καθ'όλη την περίοδο μετά το 2010, ενώ σήμερα οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις εκτιμούν αυξήσεις του ΑΕΠ κοντά στο 1 και 1,5%.

Όταν μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση αναφερόμαστε σε μια στρατηγική ανασυγκρότησης, εννοούμε πριν απ'όλα την ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης δραστηριοτήτων και δημιουργίας νέων, μέσω ενός σχεδιασμού σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο: η άποψη οτι μια τέτοια στρατηγική μπορεί να αποτελέσει το αποτέλεσμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της λειτουργίας της αγοράς αποτελεί έναν επικίνδυνο μύθο. Ανασυγκρότηση σημαίνει επίσης ταχεία αύξηση της απασχόλησης και του εγχωρίου προϊόντος, με την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων (κάτι που δεν χαρακτηρίζει τις εφαρμοζόμενες πολιτικές), και την αναβάθμιση των δημοσίων αναπτυξιακών παρεμβάσεων, σε συνδυασμό με τον προσανατολισμό των ιδιωτικών και κοινωνικών πρωτοβουλιών. Σημαίνει επίσης ενσωμάτωση στην αναπτυξιακή στρατηγική σαφών κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, ώστε να αποκατασταθούν αξιοπρεπείς κοινωνικές υπηρεσίες και παροχές, και να υλοποιηθούν ουσιαστικές παρεμβάσεις προστασίας του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, και αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Ένας βασικός στόχος της ανασυγκρότησης είναι και η διαθεσιμότητα πόρων για τη διαχείριση του δημοσίου χρέους που παρά τις όποιες περικοπές θα παραμείνει μια δέσμευση κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί μια στρατηγική παραγωγικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανασυγκρότησης, με την χρησιμοποίηση των ίδιων θεσμών και εργαλείων άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής που μας οδήγησαν στη σημερινή κατάρρευση. Ο σχεδιασμός μιας νέας στρατηγικής προϋποθέτει μια θεσμική ανανέωση, που θα αφορά και την αναβάθμιση των δημοκρατικών λειτουργιών σε όλα τα επίπεδα, καθώς ο σχεδιασμός της ανασυγκρότησης προϋποθέτει και την εγκαθίδρυση διαδικασιών κοινωνικής νομιμοποίησης των στόχων, και των διαδικασιών υλοποίησης των νέων σχεδίων. Η κάλυψη των επειγουσών αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας, δεν θα πραγματοποιηθεί με ένα συνδυασμό αποτυχημένων θεσμικών λειτουργιών του παρελθόντος και νεοφιλελεύθερων – και εξίσου αποτυχημένων - καινοτομιών που αρχικά επέβαλε η Τρόϊκα και τώρα φαίνεται να υιοθετούμε. Η αναγκαία ανανέωση του καθεστώτος άσκησης αναπτυξιακής στρατηγικής μπορεί επιπλέον να οδηγήσει στη ριζική βελτίωση της αποτελεσματικότητας σχεδιασμένων πολιτικών, και να περιορίσει σημαντικά τις πιέσεις που ασκούν οι “θεσμοί” σε οτι αφορά τους στόχους και το περιεχόμενο της διαχείρισης της οικονομίας.

---------------------------
1. Cette crise qui n'en finit pas PAR ICI LA SORTIE (Η κρίση που δεν τελειώνει ΑΠΟ ΔΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ)

2. Jean-Marie Harribey, Michel Husson, Esther Jeffers, Fréderic Lemaire, Dominique Plihon.


Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Η Αριστερά πέρα από την ανάπτυξη


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η προσέγγιση της «ανάπτυξης» από τους θεσμούς αποτελεί την απόδειξη του καθαρά κερδοσκοπικού και καταστροφικού χαρακτήρα των πολιτικών που επιβάλλουν για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας.

Οι προβλέψεις για ένα εξωφρενικό 3,5% του ΑΕΠ, στο οποίο πρέπει να φτάσει το πρωτογενές πλεόνασμα, βασίζονται σε ένα αντίστοιχο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ, για το οποίο υπάρχουν έντονες διαφωνίες μεταξύ των θεσμών αλλά και με την Τράπεζα της Ελλάδος.

Επιβάλλεται έτσι ένας «κόφτης» που θα εξασφαλίσει σε κάθε περίπτωση την εξυπηρέτηση του χρέους, ανεξαρτήτως της εξέλιξης της οικονομίας.

Σημασία δεν έχει πλέον η αβέβαιη πορεία της οικονομίας, αλλά μόνο η εξυπηρέτηση του χρέους.

Η αντιμετώπιση της ελληνικής οικονομίας από τους θεσμούς, κυρίως δε από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δεν είναι αυτή μιας καπιταλιστικής οικονομίας που μετά μια ύφεση αναμένεται να ανακάμψει.

Από πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης και πολύ περισσότερο μετά τις μνημονιακές πολιτικές δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με έναν καπιταλισμό ο οποίος διαθέτει θεσμούς και κοινωνικές τάξεις ικανές να του προσδώσουν έναν δυναμισμό.

Το εγχώριο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έχει μηδενιστεί, οι κάτοχοι χρηματικών κεφαλαίων έχουν μεταφέρει τα χρήματά τους στο εξωτερικό, το βιομηχανικό κεφάλαιο δεν έχει ούτε την ισχύ αλλά ούτε και το σχέδιο για να επηρεάσει την πορεία της εθνικής οικονομίας, το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού της χώρας είναι άνεργο, ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού είναι φτωχοποιημένο, και οι κοινωνικοί και εργασιακοί θεσμοί παραμένουν σε μια πορεία συνεχούς αποδόμησης.

Ο ορίζοντας που έχει διαμορφωθεί, και τον οποίο τα εκτός Αριστεράς κόμματα θεωρούν αναπόφευκτο και φυσιολογικό, είναι αυτός μιας χώρας που εξελίσσεται σε μια κοινωνική έρημο με οξυνόμενα περιβαλλοντικά προβλήματα, όπου υπάρχουν και θα υπάρχουν κάποιες ευκαιρίες επενδύσεων, όχι μόνο χάρη στις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά ενδεχομένως και σε αξιόλογες πλην μεμονωμένες παραγωγικές δραστηριότητες, καινοτόμες ή όχι.

Ενώ αναγκαία επιδίωξη πρέπει να είναι η ανασυγκρότηση και μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας, δεν υπάρχει σήμερα επιχειρηματικό ενδιαφέρον ή σχέδιο επιχειρηματικών φορέων που να ξεπερνάει τις μεμονωμένες ή μερικές στοχεύσεις και δεν υπάρχει κανένας παράγοντας -ούτε φυσικά η εσωτερική υποτίμηση- που να έχει ανατρέψει την κατακόρυφη πτώση των επενδύσεων (και του συνολικού αποθέματος κεφαλαίου) η οποία χαρακτηρίζει τη μνημονιακή περίοδο.

Η προοπτική που υποστηρίζουν οι θεσμοί και το σύνολο της αντιπολίτευσης είναι στην πραγματικότητα η επωφελής συνύπαρξη μιας οικονομικής και μιας πολιτικής ελίτ, που συνεργάζονται για να διαχειριστούν σε μια ολιγαρχική δημοκρατία μια κατεστραμμένη οικονομία και μια κοινωνία με τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά.

Ο ιστορικός ρόλος της Αριστεράς σε αυτές τις συνθήκες και η αναγκαία στρατηγική, την οποία πρέπει να υλοποιήσει, αφορούν μια παρέμβαση καθεστωτικού χαρακτήρα σχετικά με την οικονομία, την κοινωνία και τη δημοκρατία και όχι απλώς τη διαχείριση των υπαρκτών θεσμών άσκησης πολιτικών.

Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρχει ένα κράτος που εκφράζει την ευρεία λαϊκή συμμαχία η οποία στηρίζει την Αριστερά, παράλληλα με τη δραστηριοποίηση κοινωνικών φορέων και κοινωνικών κινηματικών πρωτοβουλιών που συμβάλλουν στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών αυτής της παρέμβασης αλλά και στη δημοκρατική νομιμοποίησή της.

Με την παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανασυγκρότηση να είναι το προϊόν ενός σχεδιασμού που αποδίδει καθοριστικό ρόλο στις δημόσιες πολιτικές επενδύσεων ή δαπανών και στην υποστήριξη των κοινωνικών πρωτοβουλιών, χωρίς να αγνοεί όμως τις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα.

Ένας τέτοιος σχεδιασμός, ο οποίος προϋποθέτει έναν νέο προσανατολισμό της λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών, των περιφερειών και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και ισχυρές κοινωνικές και κινηματικές δράσεις, απαιτεί και μια νέα προσέγγιση της διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων.

Η αξιοποίηση των δημόσιων χρημάτων, ευρωπαϊκής ή εγχώριας προέλευσης, μπορεί να βελτιωθεί αισθητά αν κατευθυνθούν οι χρηματοδοτήσεις σε δραστηριότητες που είναι μέρος εφικτών αναπτυξιακών σχεδίων.

Ακόμα και οι προτεινόμενες χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ή άλλες διεθνείς τράπεζες μπορούν να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο του σχεδιασμού, υπό την προϋπόθεση ότι τους πόρους αυτούς τους διαχειρίζεται μια ελληνική αναπτυξιακή τράπεζα.

Αλλά και η χρησιμοποίηση εναλλακτικών χρηματοδοτικών μέσων μπορεί να αξιοποιηθεί για την άμεση ενεργοποίηση τοπικών οικονομιών και την ταχεία αύξηση της απασχόλησης.

Η υιοθέτηση αυτού του προσανατολισμού και το ξεκίνημα τη υλοποίησής του, ενώ θα συνεχίζεται για πολλά χρόνια μια διαπραγμάτευση για το χρέος, θα είναι έναρξη μιας μάχης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Μιας μάχης που θα επιδιώξει να διαμορφώσει πολύπλευρες συμμαχίες και ισχυρούς συσχετισμούς σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε θέματα που αφορούν την παραγωγική ανασυγκρότηση, τις κοινωνικές αλλά και τις περιβαλλοντικές πολιτικές και να ενδυναμώσει την κοινωνική συμμαχία που στηρίζει την Αριστερά στην Ελλάδα.

Θα είναι μια νέα περίοδος διαπραγμάτευσης κατά την οποία θα επιδιώκεται η παραμονή στο ευρώ και η οικοδόμηση ευρωπαϊκών συμμαχιών που θα αποσκοπούν στη θεσμική αναμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αλλά θα είναι και μια περίοδος κατά την οποία θα επιτυγχάνεται η ενδυνάμωση της οικονομίας και της κοινωνίας στην Ελλάδα, ώστε να μπορεί να επιλεγεί, αν χρειαστεί, η έξοδος από την ευρωζώνη, χωρίς την απειλή της δραματικής αποδυνάμωσης της διεθνούς θέσης της οικονομίας και της κατάρρευσης του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας του πληθυσμού.

Η Αριστερά δεν είναι έτοιμη να επεξεργαστεί και να υλοποιήσει μια τέτοια στρατηγική, που είναι όμως απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική της επιβίωση.

Και στο ότι δεν ήταν έτοιμη οφείλεται και η υποχώρηση του Ιουλίου 2015 και η άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να πραγματοποιήσει ένα άλμα στο κενό, υιοθετώντας μια «ρήξη» χωρίς περιεχόμενο.

Αλλά η έντιμη διαχείριση του ίδιου θεσμικού πλαισίου άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής που οδήγησε στην κρίση και η αναμονή της δραστηριοποίησης ενός ιδιωτικού κεφαλαίου που δεν μπορεί και δεν θέλει να ανταποκριθεί δεν θα ανατρέψουν την προδιαγεγραμμένη πορεία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής.

Η κοινωνία χρειάζεται ένα σχέδιο και ειδικά σχέδια κάλυψης των επειγουσών αναγκών της, χρειάζεται ενθάρρυνση των πρωτοβουλιών και της εφευρετικότητάς της, ενδυνάμωση της παρουσίας και του ρόλου της σε παλιούς και νέους δημοκρατικούς θεσμούς.

Η Αριστερά ως πολιτική δύναμη, ως σύνολο πολιτικών οργανώσεων, πρέπει να υιοθετήσει λειτουργίες που σχεδιάζουν ένα μέλλον εφικτό και γοητευτικό, ορατό στα άμεσα αποτελέσματα των κοινωνικών αγώνων, αλλά και στις μορφές οργάνωσής τους, όπως πόσο μάλλον και στις διαδικασίες στο εσωτερικό των πολιτικών οργανώσεων.

Από εκεί όπου βρισκόμαστε ο δρόμος αυτός είναι μακρύς, αλλά αναγκαίος.


Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Η ανασυγκρότηση, η απειλή μιας νέας οικονομικής κρίσης, και ο ανατρεπτικός χαρακτήρας ενός εναλλακτικού σχεδίου


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


1. Εισαγωγή

Η φιλολογία σχετικά με την “ανάπτυξη” είναι ο πλέον δημοφιλής αλλά και σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματικός τρόπος να συγκαλύπτεται ο δραματικός χαρακτήρας των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και η μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τις εξελίξεις της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Η χρήση του όρου “ανασυγκρότηση” χρησιμοποιείται πλέον διστακτικά γιατί υπαινίσσεται ότι είναι αναγκαίες μεγάλες αλλαγές που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω της προοδευτικής αύξησης του εθνικού προϊόντος για μια μακρά περίοδο, η οποία θα προκληθεί από το αμφίβολο ενδιαφέρον ιδιωτών επενδυτών.

Η ανεργία, η φτώχεια, η υποβάθμιση των κοινωνικών πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών, η απώλεια παραγωγικού δυναμικού, η συσσώρευση των περιβαλλοντικών αδιεξόδων, δεν αποτελούν συγκυριακά ζητήματα που μια ανάκαμψη μπορεί να λύσει, αλλά είναι τα στρατηγικά αποτελέσματα του θριάμβου του νεο-φιλελεύθερου μοντέλου, που και ως παγκόσμιο σύστημα, ή ως σύστημα με το οποίο επιχειρείται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, έχει πλέον φθάσει στα όριά του, ακόμη και σχετικά με την ομαλή αναπαραγωγή του.

Πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι ενώ έχουμε φθάσει σε ένα σημείο καμπής της καπιταλιστικής διαχείρισης, και είναι αναγκαίες ριζοσπαστικές νέες επιλογές για να αποκατασταθούν παραγωγικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ισορροπίες, οι ηγεσίες των αριστερών κομμάτων στην Ευρώπη, αλλά και των οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων, πολύ απέχουν από το να έχουν ως πρόγραμμα την αντικατάσταση των σημερινών μεθόδων, και την εγκαθίδρυση λογικών ενός πολύπλευρου, παραγωγικού και κοινωνικού ορθολογισμού, δημοκρατικά νομιμοποιημένου.

Στην Ελλάδα η στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας, το αδιέξοδο στο οποίο έχει φθάσει το τραπεζικό σύστημα στο πλαίσιο του Ευρω-συστήματος, και τα περιορισμένα περιθώρια στα οποία μπορεί να κινηθεί το δημοσιονομικό μαζί με το ασφαλιστικό ζήτημα, αποτελούν καταλήξεις της νεο-φιλελεύθερης διαχείρισης, που έχουν εμφανιστεί με πιο ήπια μορφή στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά θα πάρουν κατά πάσα πιθανότητα παρόμοιες διαστάσεις σε αυτές τις χώρες, κυρίως αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για νέα ύφεση.

Ανεξάρτητα όμως από τους ρυθμούς που θα ακολουθήσει η επιδείνωση του αδιεξόδου της νεο-φιλελεύθερης στρατηγικής, η αναζήτηση νέων δημοκρατικών μεθόδων διαχείρισης της παραγωγής, και των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων, αποτελεί μια απαραίτητη εναλλακτική επιλογή, η οποία στην περίπτωση της Ελλάδας επείγει με δραματικό τρόπο. Όταν αναφερόμαστε σε εναλλακτικό προσανατολισμό, ή σε νέο αναπτυξιακό πρότυπο, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επιδίωξη μιας άμεσης μετάβασης σε μετα-καπιταλιστικές θεσμικές λειτουργίες οι οποίες συνδυάζουν το σχεδιασμό για την επίτευξη παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, και την επιλογή των στόχων αυτών μέσω δημοκρατικών συναινετικών διαδικασιών.


2. Προϋποθέσεις της ανασυγκρότησης

Η πίστη στην ικανότητα της αγοράς να παράγει ισορροπημένες οικονομικές σχέσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της νεο-φιλελεύθερης αφήγησης. Αυτή η πίστη αναπαράγεται διαφορετικά ανάλογα με την ιστορία της κάθε χώρας, και αναπαράγεται με τη χρήση ιδεολογικών τεχνασμάτων που είναι κοινά ή και ειδικά κάθε φορά. Στην Ελλάδα όπου η διείσδυση των ιδιωτικών συμφερόντων στον κρατικό μηχανισμό είναι πολύ προχωρημένη και έχει προκαλέσει και συντηρήσει την αναποτελεσματικότητα του κράτους και τη δυνατότητα δημιουργίας ολιγοπωλιακών καταστάσεων σε πολλές ειδικές αγορές, η καταγγελία του κράτους εμπόδιο στην επιχειρηματικότητα και του κράτους που ανέχεται τα ολιγοπώλια και την καταπάτηση της νομοθεσίας γενικώς, είναι σταθερά μοτίβα της αναπαραγόμενης ιδεολογίας της αγοράς.

Οι λειτουργίες που αποδίδονται στην αγορά, η κατανομή των πόρων με ορθολογικό τρόπο από ενημερωμένους επιχειρηματίες οι οποίοι αξιοποιούν όλες τις επιχειρηματικές δυνατότητες, και άρα κατευθύνουν προς τη σωστή κατεύθυνση τους διαθέσιμους επενδυτικούς πόρους, δεν έχουν σχέση με τις πραγματικές και καθοριστικές επιχειρηματικές συμπεριφορές. Οι συμπεριφορές αυτές εξαρτώνται από τις δυνατότητες υπερκερδών, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαφθορά, τις ολιγοπωλιακές συμπεριφορές ή ακόμα και τις ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Η ελληνική οικονομία είναι εξάλλου ένα λαμπρό παράδειγμα αποτυχίας πολιτικών με αποκλειστικό στόχο την υποστήριξη των επιχειρήσεων, πολιτικές οι οποίες τροφοδοτήθηκαν γενναιόδωρα με χρήμα και ιδεολογήματα, με αποτέλεσμα όμως τη ραγδαία απώλεια ανταγωνιστικότητας και τη βύθιση τελικά της οικονομίας σε παρατεταμένη ύφεση.

Όταν έχουν εντοπιστεί ανάγκες σε μια οικονομία, που αφορούν την παραγωγική δραστηριότητα υπό όρους κοινωνικού ή περιβαλλοντικού χαρακτήρα, και επιδιώκεται η ικανοποίηση αυτών των αναγκών και συνθηκών, μιλάμε πλέον για σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός όμως αποτελείται αναγκαστικά από ένα σύνολο επιλογών, οι οποίες αφορούν αφενός την παραγωγή και την προσφορά υπηρεσιών, αλλά και το χρήμα, ή την κατανομή του εισοδήματος. Πρόκειται δηλαδή για πολυδιάστατη αλλαγή, η οποία έχει ως συνολικό σκοπό να θέσει υπό δημόσιο έλεγχο, με την έννοια του ελέγχου από την κοινωνία, τις αξιοποιήσεις πόρων, τη δημιουργία χρήματος, τις επενδύσεις, την κατανομή του εισοδήματος ανάμεσα σε κατανάλωση και επενδύσεις, ανάμεσα σε παραγωγή και υπηρεσίες, ανάμεσα σε αμοιβές της εργασίας και κερδοφορία, ανάμεσα σε ιδιωτικό, δημόσιο και κοινωνικό τομέα.

Μια τέτοια αλλαγή προσανατολισμού στις στρατηγικές επιλογές, έχει αναμφίβολα ριζοσπαστικό χαρακτήρα, και επιδιώκει ταυτοχρόνως να αποσπάσει τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας από τους συνασπισμένους κεφαλαιούχους κάθε είδους, και να επιβάλει μια λογική δημοσίου και συλλογικού συμφέροντος, χωρίς όμως να καταργήσει αναγκαστικά την ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα σε σημαντικούς τομείς. Μια τέτοια αλλαγή είναι προφανώς αναγκαία με ορατό τρόπο, και είναι επομένως δυνατόν να γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία του πληθυσμού (την οποία αφορά κατά κύριο λόγο), και να ενσωματώσει σε ένα τέτοιο σχέδιο και κατηγορίες ιδιωτικών επιχειρήσεων οι οποίες συμβάλουν στην υλοποίηση των στόχων της ανασυγκρότησης, αλλά χάνουν πλέον τον πρωτεύοντα ρόλο σχετικά με την οικονομική στρατηγική.

Η ανασυγκρότηση απαιτεί επίσης τη διαχείριση με νέο τρόπο των διεθνών οικονομικών σχέσεων της χώρας. Η εξωστρέφεια είναι δεδομένη, αλλά η υποκατάσταση εισαγωγών και η ανάπτυξη εσωστρεφών κλάδων, αποτελούν σημαντικές στρατηγικές επιλογές από τη στιγμή μάλιστα που η επέκταση των εξωτερικών αγορών είναι σήμερα αμφίβολη, ενώ πληθαίνουν οι προβλέψεις για επερχόμενη διεθνή ύφεση. Στην περίπτωση μιας τέτοιας δυσμενέστερης διεθνούς συγκυρίας, η εσωστρέφεια θα παίξει αναγκαστικά ακόμη σημαντικότερο ρόλο για την κάλυψη αναγκών σε υλικά και άυλα αγαθά, αλλάζοντας και τις ισορροπίες στη σύνθεση της κατανάλωσης. Χρειάζεται να υπάρξει προετοιμασία σε σχέση τόσο με την υιοθέτηση μεθόδων προστασίας της εγχώριας παραγωγής με ένα γενικό τρόπο, όσο και τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς ύφεσης.


3. Οι πόροι και το χρήμα

Η χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας πραγματοποιείται με διαθέσιμους δημόσιους ή ιδιωτικούς πόρους, ή με τραπεζικό δανεισμό. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημόσιοι πόροι απορροφώνται από την εξυπηρέτηση του δημοσίου δανεισμού, ενώ οι πολιτικές λιτότητας περιορίζουν τα δημόσια έσοδα αλλά και το διαθέσιμο ιδιωτικό εισόδημα, η δημιουργία χρήματος μέσω δανεισμού ή άλλων μέσων, καλείται να παίξει έναν σημαντικότερο ρόλο.

Η αύξηση των διαθέσιμων δημοσίων πόρων μέσω της διαγραφής δημοσίου χρέους, είναι μια δυνατότητα, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα αύξησης των πόρων αυτών μέσω της ευρύτερης αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου, που μπορεί όμως να πάρει περιορισμένες διαστάσεις. Η αξιοποίηση του δανεισμού από την ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά, που προσφέρεται να θέσει στη διάθεσή μας σημαντικά ποσά, μπορεί να πάρει τη μορφή της χρηματοδότησης ιδιωτικών επενδύσεων, αλλά και δημοσίων επενδύσεων, που έτσι κι αλλιώς πρέπει να παίξουν σημαντικό ρόλο σχετικά με την ανασυγκρότηση, αλλά και την ανταγωνιστικότητα.

Δεν υπάρχει κατά κανόνα δυνατότητα διαμόρφωσης αναπτυξιακού σχεδίου σε εθνικό, περιφερειακό, ή τοπικό επίπεδο χωρίς να συνδυαστούν ιδιωτικές επενδύσεις με δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές και υπηρεσίες, με δημόσιες δαπάνες για έρευνα, εκπαίδευση και προσφορά άυλων αγαθών, ή ακόμα με χρηματοδότηση και υποστήριξη δραστηριοτήτων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Αλλά σημαντικές επιδιώξεις ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου μπορούν να ενσωματωθούν σε ευρωπαϊκά σχέδια (τα οποία μπορούν μάλιστα να διεκδικήσουν χρηματοδότηση από δημόσιους ευρωπαϊκούς πόρους), όπως στην περίπτωση των σχεδίων για το περιβάλλον ή την παραγωγική ανασυγκρότηση, τα οποία θα ενίσχυαν σημαντικά με τις αντίστοιχες κοινωνικές συμμαχίες τις στοχεύσεις στην κλίμακα της Ελλάδας.

Η δυνατότητα δημιουργία συμπληρωματικών νομισμάτων σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, είναι συστατικό του σχεδιασμού και όχι απλώς ένα μέτρο στο νομισματικό πεδίο. Η δημιουργία τέτοιων νομισμάτων προϋποθέτει την ύπαρξη μιας δυναμικής εσωτερικής οικονομικής δικτύωσης (περιφερειακά ή εθνικά) η οποία δεν μπορεί να διαμορφωθεί αυθόρμητα, αλλά πρέπει να βασιστεί σε συγκεκριμένες σχεδιασμένες επιλογές, ώστε να αξιοποιηθούν αυτές οι δυνατότητες για την κάλυψη υπαρκτών αναγκών και να ενισχυθεί επίσης η ευρύτερη παραγωγική δυναμική. Αν, όπως είναι αναγκαίο, επιδιώξει ο σχεδιασμός της ανασυγκρότησης την ταχεία αύξηση της απασχόλησης και κάλυψης αναγκών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, είναι δύσκολο να μην αξιοποιηθεί η δυνατότητα συμπληρωματικών νομισμάτων ή άλλων μέσων πληρωμών.

Περιεχόμενο του σχεδιασμού και ειδικότερα της αξιοποίησης της ρευστότητας που μπορούν να γεννήσουν τα συμπληρωματικά νομίσματα είναι και οι υπάρχουσες ή δυνητικές πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ως επιχειρηματικά εγχειρήματα, ή ως κοινωνικές παρεμβάσεις για κάλυψη αναγκών. Η ενίσχυση και υποστήριξη των πρωτοβουλιών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας είναι μέρος της προσπάθειας ενδυνάμωσης του κόσμου της εργασίας, και της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Εγχειρήματα ομότιμης οικονομίας, ή fablab μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο μιας προσπάθειας ενσωμάτωσης ειδικών παραγωγικών δραστηριοτήτων σε ευρύτερα σχέδια.


4. Για μια νέα στρατηγική επιλογή

Σχετικά με τα χαρακτηριστικά μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας, η Αριστερά έχει στην πραγματικότητα δυο ιστορικά προηγούμενα από τα οποία αντλεί ιδέες και σχήματα: το σοβιετικό μοντέλο το οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπνέει τις νεο-σταλινικές παραλλαγές και τους λίγους συνεχιστές της τριτοδιεθνιστικής κληρονομιάς, και το φορντικό μοντέλο το οποίο έχει αμφισβητηθεί και ξεπεραστεί από το νεο-φιλελευθερισμό (παρόλο που σε πολλές χώρες συνεχίζουν να υπάρχουν υπόλοιπα φορντικών θεσμών και πολιτικών), αλλά συνεχίζει να αποτελεί ένα μοντέλο αναφοράς για τα δικαιώματα του κόσμου της εργασίας, όπως και για το “δικαίωμα στην ευημερία” των μεσαίων στρωμάτων στα οποία εξάλλου ανήκει η πλειοψηφία του στελεχικού δυναμικού των αριστερών κομμάτων.

Η επιτυχία της νεο-φιλελεύθερης στρατηγικής σε ότι αφορά την αποδυνάμωση της αντιπροσωπευτικότητας της πλειοψηφίας των μισθωτών έχει στην πραγματικότητα ενισχύσει την βαρύτητα μιας νοσταλγικής αναφοράς στην εμπειρία των μεσαίων στρωμάτων κατά την περίοδο του φορντισμού στην Ευρώπη και των υποσχέσεων που γεννούσε. Η αίσθηση, αν όχι η πεποίθηση, ότι ένας βελτιωμένος καπιταλισμός αποτελεί σήμερα μια ρεαλιστική στρατηγική προοπτική είναι πολύ διαδεδομένη σήμερα στην Αριστερά, ενώ οι νοσταλγοί του σοβιετικού μοντέλου έχουν πλέον περιθωριοποιηθεί.

Η Αριστερά έχει βέβαια συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει ευρεία απήχηση χωρίς να υποστηρίξει τη διατήρηση και διεύρυνση των δημοκρατικών διαδικασιών σε σχέση με το καθεστώς των καπιταλιστικών οικονομιών, και χωρίς να επιδιώκεται και να επιτυγχάνεται κάποια ευρεία κοινωνική συμμαχία σχετικά με τις βασικές πολιτικές επιλογές. Η διεκδίκηση για δημοκρατία και συναίνεση είναι πολύ ισχυρή, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης αυτών των επιλογών. Οι κοινωνικές συμμαχίες όμως που μπορούν να στηρίξουν την υλοποίηση ενός σχεδίου κάλυψης παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναγκών, δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθούν υπό την ηγεσία των συνιστωσών του κεφαλαιοκρατικού στρατοπέδου, αλλά ως συμμαχίες όπου κυριαρχούν οι οργανωμένες λαϊκές τάξεις και ορισμένα μεσαία στρώματα. Για να υπάρξει όμως μια τέτοια δυνατότητα είναι ταυτοχρόνως αναγκαίο να ανασυγκροτηθεί η οργάνωση των λαϊκών τάξεων, να βρεθούν νέα οργανωτικά σχήματα για την ορατότητα και παρουσία του κόσμου της εργασίας, και για τη δυνατότητά του να προβάλει αιτήματα και προτάσεις.

Η μετα-καπιταλιστική κοινωνία είναι επομένως μια κοινωνία της δημοκρατίας και της συναίνεσης, αλλά είναι και μια κοινωνία που καταργεί την αγορά, την επιδίωξη του ατομικού κέρδους και την ιδιωτική πρόσβαση στους δημόσιους πόρους και τη δημόσια διοίκηση, ως μηχανισμούς αναπαραγωγής της, και υιοθετεί τον σχεδιασμό της κάλυψης και ικανοποίησης των αναγκών της. Από τη στιγμή που η Αριστερά ως σκεπτόμενη πολιτική δύναμη, και οι λαϊκές τάξεις μέσω της δραστηριοποίησής τους και της θεσμικής εφευρετικότητάς τους, θα μπορέσουν να θέσουν τις βάσεις ενός τέτοιου προσανατολισμού, θα επιτύχουν την αποδυνάμωση των ταξικών και πολιτικών τους αντιπάλων, και τη διαμόρφωση ευρύτατων κοινωνικών συμμαχιών, που θα υποστηρίξουν την κατάργηση του νεο-φιλελευθερισμού και της πολυκέφαλης κυριαρχίας του κεφαλαίου.