Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Επιστροφή της αρχής της πραγματικότητας - παρουσίαση του Μπρούνο Λατούρ από τον Γκρέιαμ Χάρμαν*



Αυτή την εβδομάδα, το Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο του Καΐρου καλωσορίζει τον Μπρούνο Λατούρ ως Διακεκριμένο Επισκέπτη Καθηγητή Φιλοσοφίας. Ο Λατούρ διδάσκει στο Κέντρο Κοινωνιολογίας της Καινοτομίας στην École des Mines του Παρισιού. Μαζί με τη φημισμένη του ευστροφία ως κοινωνιολόγος, ανθρωπολόγος, και ιστορικός της επιστήμης και της τεχνολογίας, ο Λατούρ έχει αναδυθεί ως ίσως ο πλέον πρωτότυπος φιλόσοφος στην Ευρώπη σήμερα. Η επίσκεψη του στο ΑΠΚ σηματοδοτεί την πρώτη παρουσίαση των ιδεών του σε αιγυπτιακό κοινό.

Τις πρόσφατες δεκαετίες ο κόσμος της διανόησης έχει αισθανθεί την επίδραση των μειζόνων μορφών του γαλλικού μεταμοντερνισμού, καθώς οι Μισέλ Φουκώ, Ζακ Λακάν, και Ζακ Ντερριντά έχουν γίνει οικεία ονόματα. Όλες αυτές οι μορφές, αλλά κυρίως οι Λακάν και Ντερριντά, δείχνουν την αξιοσημείωτη επιρροή του Γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγγερ, ο οποίος έγινε γνωστός το 1927 με το αριστούργημα του Είναι και Χρόνος. Από πολλές πλευρές, το έργο του Χάιντεγγερ θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η συνέχιση μιας ακόμη προγενέστερης και σπουδαιότερης φιλοσοφικής έξαρσης στη Γερμανία: της λεγόμενης “Κοπερνίκειας Επανάστασης” του Ιμμάνουελ Καντ. Το 1781, ο Καντ δημοσίευσε την Κριτική του Καθαρού Λόγου, στην οποία οι παραδοσιακές μορφές μεταφυσικής δέχτηκαν ένα καταστροφικό πλήγμα του οποίου οι συνέπειες γίνονται ακόμη αισθητές σήμερα. Ενώ οι μεγάλοι κλασσικοί φιλόσοφοι ελεύθερα πραγματεύονταν μεταφυσικά ζητήματα όπως της δομής του χώρου και του χρόνου, της φύσης της ψυχής, και των ουσιωδών και συμπτωματικών ιδιοτήτων των αντικειμένων, ο Καντ έθεσε ένα τέλος σε αυτού του είδους τη φιλοσοφία με ένα ξακουστά ριζοσπαστικό βήμα. Στην οπτική του Καντ, η φιλοσοφία είναι αδύνατη εάν αποπειράται να πραγματευτεί τα πράγματα όπως είναι καθεαυτά· επομένως, είναι αναγκαίο να περιοριστούμε στην πραγμάτευση των τρόπων ανθρώπινης πρόσβασης στον κόσμο. Από τη στιγμή που κανείς από μας δεν μπορεί να εξέλθει των ορίων που τίθενται από τη φύση της ανθρώπινης νόησης, η φιλοσοφία πρέπει να γίνει ταπεινότερη, περιοριζόμενη σε μια θεωρία της φύσης και των ορίων της ανθρώπινης εμπειρίας. Ένα αποτέλεσμα αυτής της επανάστασης ήταν η εγκατάλειψη άμεσων ισχυρισμών για τη φύση της πραγματικότητας καθεαυτήν προς όφελος νέων εμμονών με τη γλώσσα, τη λογική, την αισθητηριακή αντίληψη, τις διαθέσεις, ή την ερμηνεία των κειμένων – εμμονές που καθορίζουν το έργο σχεδόν κάθε σημαντικού φιλοσόφου τους δυο τελευταίους αιώνες. Από τον Καντ και μετά, οι φιλόσοφοι είτε κατέφυγαν σε κάποιο προνομιακό κενό μεταξύ των ανθρώπων και ενός ατελώς γνώσιμου κόσμου, είτε επέμειναν εξαρχής ότι υπάρχει μονάχα ένα παίγνιο φαινομένων και καθόλου πράγματα καθεαυτά. Αλλά προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και να ριχτεί το ντόμινο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις είναι το ανθρώπινο ον που βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλοσοφίας. 

Ο Λατούρ απορρίπτει εντελώς αυτή την παράδοση, γεγονός που δίνει στη φιλοσοφία του έναν εντυπωσιακό και παράδοξο αέρα. Ενώ οι Λακάν και Ντερριντά απηχούν πιστά τις ανακαλύψεις της μετα-καντιανής φιλοσοφίας, ο Λατούρ επικαλείται ένα αρκετά διαφορετικό σύνολο συμμάχων, περιλαμβανομένων ανορθόδοξων μορφών όπως οι Μισέλ Σερ, Ζιλ Ντελέζ, Ιζαμπέλ Στανζέρ, Πέτερ Σλότερντάικ, και των σκοτεινών Γάλλων στοχαστών Γκαμπριέλ Ταρντ και Ετιέν Σουριώ. Ωστόσο το σημαντικότερο πρότυπο του είναι πιθανότατα ο ντροπαλός αλλά τολμηρός Βρετανός φιλόσοφος Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ, το καλύτερο έργο του οποίου τοποθετείται χρονικά στην ίδια περίοδο με εκείνο του Χάιντεγγερ. Ήταν ο Γουάιτχεντ ο οποίος προέβη στην πρώτη μετωπική πρόκληση προς την καντιανή παράδοση, ενθαρρύνοντας μιαν επιστροφή στους διανοητικούς τζογαδόρους της φιλοσοφίας του δεκάτου εβδόμου αιώνα, με τις ατρόμητες απόπειρες τους να ορίσουν τη φύση του Θεού, του χρόνου, της ψυχής, και της φυσικής ύλης. Το είδος μεταφυσικής του Λατούρ είναι πολύ πιο γειωμένο από εκείνο του Γουάιτχεντ, αποφεύγοντας την κοσμολογική θεωρητικολογία προς όφελος λεπτομερών μελετών νομικών συστημάτων, εργαστηριακών πειραμάτων και δικτύων του μετρό. Αλλά ο Λατούρ ενώνεται με τον Γουάιτχεντ στην κοινή τους άποψη ότι όλες οι μορφές πραγματικότητας θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν ισότιμα. Οι φιλόσοφοι δε θα έπρεπε να μιλούν μόνο για την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά επίσης για ιούς, δέντρα, στρατούς, φήμες, πλανήτες, υπολογιστές, και μαϊμούδες. Όλα αυτά τα πράγματα είναι δράστες/ηθοποιοί [actors] στο δράμα του κόσμου, και [είναι] όλα εγκλωβισμένα σε συνεχείς διαπραγματεύσεις ή ανταλλαγές ισχύος – των ανθρώπων περιλαμβανομένων. Αυτή είναι η διάσημη “θεωρία του δράστη-δικτύου” [actor-network theory] που είναι τόσο ευρέως συνδεδεμένη με το όνομα του Λατούρ. 

Ο Λατούρ γεννήθηκε το 1947 στην Μπον κοντά στη Ντιζόν, από τη γνωστή οικογένεια οινοπαραγωγών του Λουί Λατούρ. Μετά από μιαν αυστηρή κλασσική εκπαίδευση, ακολούθησε τις υποχρεώσεις υπηρεσίας στο έθνος στην Ακτή Ελεφαντοστού. Ενώ ήταν εκεί, αναστοχάστηκε πάνω στις αρετές της ανθρωπολογίας, η οποία είχε φανεί ως καλύτερα εξοπλισμένη από τη φιλοσοφία για να πραγματευτεί πολυάριθμες διαστάσεις της πραγματικότητας επί ίσης βάσεως – τέχνη, γλώσσα, θρησκεία, γεωργία, νομολογία, δεισιδαιμονίες, και στρατιωτικές υποθέσεις. Αργότερα, επηρεάστηκε από τη λεγόμενη Σχολή Κοινωνιολογίας της Επιστήμης του Εδιμβούργου, ξακουστής για το “Ισχυρό Πρόγραμμά” της που επιχειρηματολογεί υπέρ της [θέσης της] κοινωνικής κατασκευής της πραγματικότητας. Ενώ σταδιακά αποκοβόταν από αυτή την επίδραση, ο Λατούρ συνέγραψε το πρώτο του βιβλίο με τον συνάδελφο Στηβ Γούλγκαρ, Η Ζωή του Εργαστηρίου (1979), το οποίο εξετάζει λεπτομερώς τη διαδικασία επιστημονικής ανακάλυψης στο εργαστήριο. Ο αρχικός υπότιτλος του βιβλίου, “Η Κοινωνική Κατασκευή των Επιστημονικών Δεδομένων”, συντομεύθηκε αργότερα σε “Η Κατασκευή των Επιστημονικών Δεδομένων”, και όχι για λόγους συντομίας: ο νέος υπότιτλος, αρνούμενος λεπτοφυώς ότι η κοινωνία κατασκευάζει γεγονότα περισσότερο από τη φύση, σηματοδοτεί ήδη τη γέννηση της ανεξάρτητης θέσης του Λατούρ. 

Η θέση αυτή γίνεται πλήρως εμφανής στο κλασσικό βιβλίο του Λατούρ του 1984 πάνω στις ιατρικές ανακαλύψεις του Λουί Παστέρ, μεταφρασμένο στα εγγλέζικα ως Η παστερίωση της Γαλλίας. Το βιβλίο αυτό μας δίνει ένα νέο ύφος γραφής της ιστορίας της επιστήμης και έναν νέο τρόπο ανάλυσης της διαμόρφωσης της αλήθειας. Ενώ ετοίμαζε αυτό το βιβλίο, ο ακούραστος Λατούρ όχι μόνο μελέτησε εξαντλητικά τα γραπτά του ίδιου του Παστέρ, αλλά ερεύνησε τη μείζονα ιατρική λογοτεχνία της Γαλλίας από το 1870 ως το 1919, προσπαθώντας να μετρήσει την πρόοδο της παστεριανής επανάστασης στη βιολογία. Από τη μία μεριά, ο Λατούρ αναγκάστηκε να απορρίψει τη συνήθη εικόνα του Παστέρ ως ενός μεγάλου υπερήρωα της γνώσης ο οποίος έφερε φως για πρώτη φορά στον συρφετό των αμαθών Γάλλων γιατρών. Εάν ο Παστέρ ήταν σε θέση να δείξει τη σύνδεση μεταξύ πολύτιμων λίθων και ασθένειας, δεν το έκανε τραβώντας μια κουρτίνα και δείχνοντας μια προηγουμένως κρυμμένη απόλυτη αλήθεια. Απεναντίας, έπρεπε να θέσει σε κίνηση πολυάριθμους δράστες και να σχηματίσει συχνά πολύπλοκες συνδέσεις μεταξύ τους, κάνοντας διεπαφές μεταξύ του κινήματος υγιεινής του δεκάτου ενάτου αιώνα, των κουρασμένων από τους νοσούντες εργάτες ιδιοκτητών εργοστασίων, λυσσασμένων σκυλιών, ακαδημαϊκών περιοδικών, δειγμάτων ιστών, φιαλών, και δοχείων. Καθένα από αυτά τα αντικείμενα συνεισέφερε με τον τρόπο του στην υποστήριξη ή την αντίσταση στις θεωρίες του Παστέρ. Ο ρόλος των μικροβίων στην ασθένεια δεν ήταν ένα χτυπητό απομονωμένο γεγονός που απεκαλύφθη δια παντός σε μια στιγμή, αλλά έπρεπε να καθιερωθεί μέσω εκείνου που ο Λατούρ αποκαλεί “δοκιμασίες δύναμης”, ζυγίζοντας προσεκτικά τα διάφορα στοιχεία που μιλούσαν τόσο υπέρ όσο και κατά της υποθέσεως. Αλλά από την άλλη μεριά, ο Λατούρ ήταν επίσης υποχρεωμένος να απορρίψει κάθε κατασκευασιοκρατική θεώρηση των ανακαλύψεων του Παστέρ. Στην τελική, παιδιά αρρωσταίνουν από μικρόβια και όχι από αυθαίρετες κοινωνικές δυνάμεις, ενώ η δριμεία αντίσταση των συναδέλφων του Παστέρ δεν ήταν μόνο η διεφθαρμένη σοφιστεία μετρίων κακοποιών, αλλά απλά ένας διαφορετικός τρόπος εκτίμησης των δοκιμασιών δύναμης μεταξύ πραγματικών αντικειμένων. Κατ' αυτόν τον τρόπο η αρχή της πραγματικότητας, η οποία τείνει να εκλείψει εντελώς από τους κοινωνικούς κονστρουξιονιστές του Εδιμβούργου, βεβαιώνεται στην καρδιά του βιβλίου του Λατούρ. Ήδη, τον βλέπουμε να ακολουθεί το τρίτο μονοπάτι μεταξύ παραδοσιακού ρεαλισμού και κοινωνικού κονστρουξιονισμού, την εναλλακτική οδό για την οποία έχει γίνει διάσημος.

Ο Λατούρ τελειώνει το λεπτομερές έργο του πάνω στον Παστέρ με μια σύντομη φιλοσοφική πραγματεία που λέγεται “Μη-αναγωγές” [“Irreductions”], [και που αποτελεί] σίγουρα το σημαντικότερο παράρτημα σε φιλοσοφικό βιβλίο της δεκαετίας του 1980. Αυτή η πραγματεία δείχνει τη βαριά επίδραση του Νίτσε, όχι μόνο στο αφοριστικό της ύφος, αλλά στο περιεχόμενο της επίσης. Το νόημα της “μη-αναγωγής” είναι ότι κανένα αντικείμενο δεν είναι εγγενώς είτε αναγώγιμο είτε μη αναγώγιμο σε οποιοδήποτε άλλο. Όλες οι οντότητες, ανεξαρτήτως του αν είναι φυσικές ή τεχνητές, ανθρώπινες ή μη-ανθρώπινες, διαγκωνίζονται για θέση στο ίδιο σύμπαν, αντιστεκόμενες ή θρυμματιζόμενες ή παραδιδόμενες η μία στην άλλη. Όλες οι δυνάμεις βρίσκονται σε μια ίση φιλοσοφική βάση, ανεξαρτήτως του αν είναι επιστημονικά γεγονότα, φυσικές εκρήξεις, κυβερνητικά διατάγματα, απόκρυφες προλήψεις, ή κύρια άρθρα εφημερίδων. Μολονότι κάθε μια από αυτές τις οντότητες ενδέχεται να έχει ισχυρότερες ή πιο αδύναμες αξιώσεις αλήθειας, οι αξιώσεις αυτές μπορούν να διαχωριστούν μόνο μέσω δοκιμασιών δύναμης στις οποίες τα αντικειμενικά στοιχεία παίζουν έναν προεξέχοντα αλλά όχι αποκλειστικό ρόλο, από κοινού με τη ρητορική, το έθος, και κάποιες φορές την ωμή βία - θυμίζοντας την ενδιάμεση τοποθέτηση του Αριστοτέλη μεταξύ του Πλάτωνα και των σοφιστών. Αρνούμενος ότι κάποια συγκεκριμένη ζώνη πραγματικότητας έχει εγγενώς προνόμιο επί των άλλων, ο Λατούρ προεκτείνει τη μεταμοντέρνα κριτική της μεταφυσικής. Αλλά με ένα βαθύτερο νόημα, αναβιώνει τη μεταφυσική πηγαίνοντας πέρα από την ανθρώπινη σφαίρα στον κόσμο ως όλον, επιτρέποντας στους φιλοσόφους να μιλούν όχι μόνο για την ανθρώπινη νόηση, αλλά επίσης για άτομα, εργοστάσια, πυρηνικές κεφαλές, ή αρώματα. 

Το 1991, ο Λατούρ δημοσίευσε ένα βιβλίο που συχνά θεωρείται ως κάποιου είδους μανιφέστο: το Ουδέποτε Υπήρξαμε Μοντέρνοι (πρόσφατα μεταφρασμένο στα Αραβικά). Το βιβλίο αυτό είναι πιθανότατα η καλύτερη εισαγωγή στη φιλοσοφία του, αρκετά μεστό και διαυγές ώστε να διαβαστεί σε δυο μέρες. Σύμφωνα με τον Λατούρ, η νεωτερικότητα φιλοδοξεί να αναλάβει μια διπλή αποκαθαρτική κίνηση: το επιστημονικό δεδομένο πρόκειται να καθαρθεί από οιεσδήποτε κοινωνικές προκαταλήψεις, ενώ η κοινωνική πραγματικότητα πρόκειται να ερμηνευθεί ως η αυθαίρετη παραγωγή ανθρώπινων διευθυντών [decision-makers]. Όθεν και οι άγριες ταλαντεύσεις των σύγχρονων διανοουμένων μεταξύ αλαζονικού σκληροπυρηνικού ρεαλισμού και κοινωνικής κονστρουξιονιστικής σοφιστικής. Αυτή η αμοιβαία καραντίνα που διαχωρίζει την κοινωνία από τη φύση είναι ουσιωδώς η ίδια διάκριση [με εκείνην] που έγινε από τον Καντ μεταξύ ενός δομημένου αλλά περιορισμένου κόσμου φαινομένων και ενός απατηλού υπογείου [κόσμου] απόλυτων πραγμάτων καθεαυτά. Αλλά η διάκριση αυτή τίθεται εν αμφιβόλω από την αχαλίνωτη εξάπλωση των υβριδίων, [δηλαδή] αντικειμένων που δεν είναι τόσο εύκολα ταξινομήσιμα ως φύση ή πολιτισμός. Αυτά τα υβρίδια είναι παντού: ο Λατούρ σημειώνει ότι μια μόνο διαμάχη πάνω στα αντισυλληπτικά θα φέρει στο παιχνίδι “τον Πάπα, Γάλλους επισκόπους, τη Monsanto [αμερικανική πολυεθνική βιοτεχνολογίας], τους φαλλοπιανούς σωλήνες [σάλπιγγες], και μερικούς τεξανούς φονταμενταλιστές,” όλοι εκ των οποίων βγαίνουν μπροστά για να προβούν σε διάφορους ισχυρισμούς υπέρ και κατά του υπό διερώτηση χαπιού. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι ένα τέρας του Φρανκενστάιν δημιουργημένο από επιστημονικά δεδομένα και τις αποφάσεις παγκοσμίων συνεδρίων. Εκείνο που έχουμε δεν είναι ούτε αμιγής φύση ούτε αμιγής κοινωνία, αλλά ένα παρδαλό Κοινοβούλιο των Πραγμάτων. Και μολονότι οι προηγμένες κοινωνίες τείνουν να παράγουν υβριδικά αντικείμενα με τους πλέον προφανείς τρόπους, τα υβρίδια ήταν στην πραγματικότητα πάντοτε μαζί μας. Το σύμπαν δε χωρίζεται σε δυο διακριτές ζώνες, όπως θα το ήθελε ο Καντ, αλλά σε εκατομμύρια δραστών οι οποίοι αντιστέκονται και γνέφουν ο ένας στον άλλο. Ουδέποτε υπήρξαμε μοντέρνοι – τουτέστιν, ουδέποτε ήμαστε στη θέση του να κάνουμε μια τελική, ριζική τομή μεταξύ φύσης και κοινωνίας. Δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή κατά την οποίαν οι άνθρωποι μεταβαίνουν από την αφελή πεποίθηση στον κριτικό διαφωτισμό, αλλά πάντοτε μόνο μια επαναδιευθέτηση της αλυσίδας αντικειμένων και δυνάμεων. Και από τη στιγμή που δεν υπήρξαμε ποτέ μοντέρνοι, δεν υπάρχει κανένα απόλυτο κενό μεταξύ των υποτιθέμενων “νεωτερικών” και των “μη-νεωτερικών” κοινωνιών.  

Όπως ενδεχομένως αναμενόταν, η μέση οδός του Λατούρ δέχτηκε επιθέσεις και από τα δύο άκρα. Στα μάτια της Σχολής του Εδιμβούργου, ο Λατούρ είναι τώρα ένας ξεπουλημένος στον πατροπαράδοτο αφελή ρεαλισμό, όπως εκφράστηκε με τον πλέον ζωηρό τρόπο στο άρθρο του 1999 του Ντέιβιντ Μπλουρ “Αντι-Λατούρ”. Εν τω μεταξύ, πολλοί στις σκληρές επιστήμες έβλεπαν τον Λατούρ ως έναν ακόμη Γάλλο σκεπτικιστή  της πραγματικότητας, όπως φαινόταν από την αινιγματική περίληψη του έργου του από τον Άλαν Σόκαλ στην κακόφημη απάτη του στο [περιοδικό] “Κοινωνικό Κείμενο”. Ωστόσο η κατηγορηματική θέση του Λατούρ είναι ότι ούτε τα φυσικά γεγονότα ούτε οι κοινωνικές δυνάμεις ούτε οι κειμενικοί λόγοι [textual discourses] αποτελούν το σύνολο της πραγματικότητας. Η φιλοσοφία του κάνει λόγο για μιαν απόλυτη δημοκρατία των αντικειμένων. 

Ανάμεσα στα πρόσφατα έργα του Λατούρ, Η Ελπίδα της Πανδώρας (1999) και Η Πολιτική της Φύσης (αναμένεται προσεχώς στα εγγλέζικα [2004]) είναι οι πληρέστερες διακηρύξεις της νέας φιλοσοφικής του θέσης. Το 2002 παρασύρθηκε σε μια νέα καριέρα ως έφορος τέχνης, καταλήγοντας στην επιτυχημένη έκθεση “Εικονοκλασία” [“Iconoclash”, εικονομαχία, εικονοσύρραξη] στην Καρλσρούη της Γερμανίας. Η επίσκεψη του Λατούρ προσφέρει στην κοινότητα του Καΐρου μια σπάνια ευκαιρία να ακούσουν έναν σημαντικό φιλόσοφο του οποίου το έργο είναι ακόμη στην πρώτη φάση ανάπτυξης.

----------------------------------------------------------------------
* Παρουσιάζουμε μια σύντομη -προ δεκαετίας γραμμένη- παρουσίαση του Μπρούνο Λατούρ από τον Γκρέιαμ Χάρμαν, με αφορμή μια διάλεξη που θα έδινε ο πρώτος. Πρόχειρη μετάφραση από τα εγγλέζικα - Weltschmerz K.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Για την επανίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ: το καταστατικό


της Ελένης Πορτάλιου

Τα αριστερά κόμματα δεν είναι εργαλειακά μορφώματα, μέσα για την επίτευξη σκοπών. Η υλικότητά τους συμπυκνώνει ιδέες, σύμβολα, βιωμένη και παραδιδόμενη ιστορία. Ενσαρκώνουν την έννοια του συνανήκειν και του συμμερίζεσθαι, νοηματοδοτούν, αν και όχι μοναδικά, την ένταξη στην πολιτική για την αλλαγή του κόσμου. Τα αριστερά κόμματα πρέπει να αποτελούν, με τη μορφή και τις διαδικασίες τους, υποδείγματα της κοινωνίας που οραματίζονται και των νέων θεσμών που θα οικοδομήσουν.

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πολλοί και πολλές από εμάς, θέλοντας να ενταχθούμε αδιαμεσολάβητα στο κόμμα που αισθανόμασταν δικό μας, διεκδικούσαμε την ταυτότητα του μέλους ως τη μόνη καθαρή συνθήκη για να οικειοποιηθούμε ότι μέχρι τότε αποτελούσε τον ΣΥΡΙΖΑ και ότι επιθυμούσαμε να γίνει στο μέλλον, με τη δική μας συμβολή στη δημιουργία του. Γι' αυτό και δεν θα θέλαμε να δούμε τις διαδικασίες επανίδρυσης του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή του μαζικού, δημοκρατικού κόμματος της Αριστεράς, που αναλαμβάνει την ιστορική ευθύνη της κυβερνητικής ανατροπής και της κοινωνικής απελευθέρωσης, ως ένα άψυχο επεισόδιο για να τακτοποιηθούν εκκρεμότητες από το παρελθόν και να ρυθμιστούν ισορροπίες στη νέα εποχή. Χρειαζόμαστε πίστη και ελπίδα για να βαδίσουμε στην εποχή των τεράτων και να επινοήσουμε το νέο καθώς πεθαίνει το παλιό. Χρειαζόμαστε εσωτερική δύναμη και αλληλεγγύη για να συνομιλήσουμε με την κοινωνία, για να πείσουμε και να πειστούμε ότι η δυναστεία του χρήματος δεν είναι ανίκητη και ότι ο λαός μας μπορεί να ζήσει ελεύθερος από την ανάγκη, με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.


Περί του καταστατικού, λοιπόν.

Το καταστατικό του κόμματος είναι το συμβόλαιο των μελών του και ταυτόχρονα το διαβατήριο για την κοινωνία. Έχοντας καταθέσει από την επόμενη των εκλογών, όταν ξεκινήσαμε τις διαδικασίες αναβάθμισης του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ σε μαζικό αριστερό κόμμα, τρία εκτενή σχετικά κείμενα, θα περιοριστώ στα βασικά θέματα που κρίνονται στο σχέδιο καταστατικού, με το οποίο διεξάγεται ο προσυνεδριακός διάλογος.


Το κράτος

Αν και, όπως γνωρίζουμε, η ταξική πάλη διαπερνά το κράτος και απ' αυτή την άποψη το αριστερό κόμμα δεν αποτελεί ένα συμπαγές σώμα που στρατοπεδεύει «εκτός των τειχών», το κόμμα πρέπει να διαφοροποιείται ριζικά από τη συγκεκριμένη υλικότητα και τη μορφή των μηχανισμών του κράτους.

Τα αστικά κόμματα συγκροτούνται σήμερα κατ' εικόνα και ομοίωση του συνόλου των αντιδημοκρατικών αυταρχικών θεσμών έκτακτης ανάγκης, για να εξυπηρετήσουν την αστική κυριαρχία. Καθώς δεν διαμεσολαβούν ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα πέραν των ισχυρών και ηγεμονικών κεφαλαίων, αφού η όποια συναίνεση υπήρχε στην αυταρχική δημοκρατία έχει προ πολλού διαρραγεί, χάνουν την ελάχιστη αυτονομία που διέθεταν απέναντι στους κυβερνητικούς και συναφείς κρατικούς θεσμούς, μέσα στους οποίους συγκροτούν την πολιτική τους ύπαρξη. Αυτό αποτυπώνεται στη μορφή τους, που αποδίδει με ακρίβεια την τυπολογία του κράτους. Οι οργανώσεις βάσης καταργούνται πολιτικά, λειτουργεί μόνο η κορυφή : η κοινοβουλευτική ομάδα ως χώρος ελέγχου και απορρόφησης τριβών και ο αρχηγός / πρόεδρος της Κ.Ο., ο οποίος συγκεντρώνει - με προσωπικά γραφεία, επιτελεία και αδιαφανή κέντρα - όλη την πολιτική εξουσία. Όταν ο πρόεδρος του κόμματος είναι και πρωθυπουργός, τότε επέρχεται η απόλυτη ταύτιση κόμματος / κράτους.

Το μαζικό αριστερό κόμμα έχει δύο βασικές αρχές για ν' ανατρέψει το αστικό θεσμικό πρότυπο : την ισότητα και τη δημοκρατία, στη βάση των οποίων θ' ανασυγκροτήσει με κοινωνική εντολή τους δημόσιους θεσμούς και θα αποδώσει ουσιαστικά πολιτικά δικαιώματα σε κάθε πολίτη και συνολικά στην κοινωνία.


Η δημοκρατία

Σε μια δημοκρατία, ο λαός μπορεί να κάνει οτιδήποτε και ξέρει ότι δεν πρέπει να κάνει οτιδήποτε. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς του αυτοπεριορισμού, είναι συνεπώς επίσης το καθεστώς του ιστορικού ρίσκου - άλλος τρόπος να πούμε ότι είναι το καθεστώς της ελευθερίας - και ένα καθεστώς τραγικό.

Κορνήλιος Καστοριάδης


Δεν έχω συναντήσει πυκνότερη διατύπωση για τη δημοκρατία απ' αυτή τη φράση του Καστοριάδη, στο κείμενό του «Η Ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας», το οποίο αναφέρεται στη δημοκρατική συγκρότηση της Αθηναϊκής πόλεως.

Η επινόηση της δημοκρατίας συγκρούεται με την παράδοση των αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων που, ενώ από μέσα τους ξεπήδησαν σε ιστορικές στιγμές υποδειγματικά εγχειρήματα δημοκρατίας και ελευθερίας, τα ίδια αυτά τα κόμματα δεν στοχάστηκαν πάνω στη δημοκρατία ως ιστορική δυνατότητα μετασχηματισμού του κόμματος της πρωτοπορίας, το οποίο δομήθηκε σε επικίνδυνους καιρούς στη βάση της σιδηράς πειθαρχίας και συνακόλουθα της ιεραρχίας και της μυστικής αντιμετώπισης των διαφορών και των αντιφάσεων. Το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο από ό,τι επιτρέπει ένα άρθρο, γι' αυτό και θα περάσω αμέσως στο επίδικο της συζήτησης.

Ο δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό αναδιατάσσει τις σχέσεις κόμματος/κοινωνίας και μεταμορφώνει τα ίδια τα αριστερά κόμματα ως μορφές οργάνωσης. Δεν χρειάζεται να προβλέψουμε κανένα μέτρο αναστολής της δημοκρατίας, αντίθετα πρέπει να διδάξουμε τη δημοκρατία ως διαρκή άσκηση στην ελευθερία και ταυτόχρονα στον αυτοπεριορισμό και την αμεροληψία.

Τα ρεύματα ιδεών είναι αυτονόητα ελεύθερα όπως και οι τάσεις, που δεν πρέπει να περιοριστούν θεσμικά - εδώ αναφέρομαι και στο θέμα της χωριστής λίστας - αν το επιλέξουν. Βεβαίως γνωρίζουμε ότι, αν ένα κόμμα συντίθεται από παγιωμένες τάσεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πλειοψηφία, τότε η αμεροληψία, η δημοκρατία των μελών, η συνομιλία και η ελευθερία της σκέψης και της απόφασης τελούν υπό αίρεση. Αλλά, όπως είπαμε, τόσο η δημοκρατία ως πολίτευμα όσο και η δημοκρατία ως εσωκομματική συνθήκη είναι ταυτόχρονα το καθεστώς του αυτοπεριορισμού. Το συλλογικό, δηλαδή το κοινό μας κόμμα, είναι το σημαντικό και στο όνομά του ασκούνται η ελευθερία και τα δημοκρατικά δικαιώματα των μελών, των ρευμάτων και των τάσεων. Όπως αναφέρει ο Καστοριάδης η δημοκρατία ως καθεστώς ελευθερίας είναι τραγικό, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να αυτοαναιρεθεί και να εκπέσει χωρίς την αυτοδέσμευση και τον αυτοπεριορισμό.


Η ισότητα

Η ιδέα μιας ουσιαστικής πολιτικής και κοινωνικής ισότητας είναι μια κοινωνική φαντασιακή σημασία και ακριβέστερα μια ιδέα που αφορά στους θεσμούς της κοινωνίας ως πολιτικής κοινότητας. Είναι μια ιστορική δημιουργία και μια δημιουργία, αν μπορούμε να το πούμε, άκρως απίθανη.

Κορνήλιος Καστοριάδης, από το προηγούμενο κείμενο


Ο Ρανσιέρ αναφέρεται στην ισότητα ως «μια προϋπόθεση προς επαλήθευση. Αυτή η επαλήθευση είναι η δυναμική της ισότητας. Όσοι ξεκινούν από την ανισότητα επαληθεύουν την ανισότητα».

Η ισότητα δεν είναι επί της ουσίας δεδομένη. Είναι μια διαδικασία που οφείλει να ασκείται στο πλαίσιο της δημοκρατίας, την οποία περιγράψαμε. Γι' αυτό και ό,τι εμποδίζει τα μέλη του κόμματος ν' αναπτύξουν δράση και πρωτοβουλίες, ό,τι τα καθηλώνει στο όνομα εξωτερικών προς τη συμβολή τους σκοπιμοτήτων, αναπαράγει και πολλαπλασιάζει την ανισότητα, η οποία μεταφέρεται, ούτως ή άλλως, από την υπαρκτή κοινωνία στο κόμμα. Από την άλλη, η ισότητα προϋποθέτει ένα κόμμα αντι-ιεραρχικό. Εννοώ ένα κόμμα που δομείται σε δημοκρατικά επίπεδα αλλά δεν μετατρέπει τα επίπεδα αυτά σε ιεραρχίες, οι οποίες καταλύουν την ισότητα των μελών. Οι διακρίσεις, βεβαίως, υπάρχουν, αλλά είναι απόρροια αναγνώρισης, στο πλαίσιο του δημόσιου χώρου του κόμματος και της κοινωνίας, όχι θεσμικά κατοχυρωμένες εξουσίες. Γι' αυτό όλοι οι θεσμοί πρέπει να αποτρέπουν τη συγκέντρωση ισχύος σε ένα πρόσωπο ή πρόσωπα, την αναπαραγωγή εξουσίας μέσω πολυετούς ανάληψης θέσεων και ρόλων, καθώς και να προβλέπουν την ανακλητικότητα των οργάνων. Ισότητα σημαίνει να δίνονται ευκαιρίες δοκιμασίας σε πολλούς/ες, σύμφωνα με τη διακηρυγμένη αρχή μας για ένα κόμμα των μελών του


Συμπέρασμα

Αν και η άσκηση της δημοκρατίας και της ισότητας επαφίενται, σε τελευταία ανάλυση, στη συνείδηση των μελών - κατ' αναλογίαν προς το σύνταγμα που επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων - οι θεσμοί του κόμματος πρέπει να ενισχύουν αυτή τη δυνατότητα.

* Η Ελένη Πορτάλιου είναι μέλος της Κ.Ε. Του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ

Από Αυγή, left.gr

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Πάουλ Μάτικ - Μαρξισμός: Χθες, σήμερα, και αύριο (μέρος ΙΙΙ)


Η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η αυταρχική διοίκηση της κυβέρνησης σίγουρα διαφοροποίησαν το μπολσεβίκικο σύστημα από εκείνο του δυτικού καπιταλισμού. Αλλά αυτό δεν μετέβαλε τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, οι οποίες σε αμφότερα τα συστήματα βασίζονται στο διαχωρισμό των εργατών από τα μέσα παραγωγής και τη μονοπωλιοποίηση της πολιτικής εξουσίας στα χέρια του κράτους. Δεν ήταν πλέον το ιδιωτικό κεφάλαιο αλλά το κρατικά-ελεγχόμενο κεφάλαιο που τώρα εναντιωνόταν στην εργατική τάξη και διαιώνιζε τη μορφή μισθωτή-εργασία της παραγωγικής δραστηριότητας, ενόσω επέτρεπε την ιδιοποίηση της υπερεργασίας μέσω της δράσης [agency] του κράτους. Μολονότι το σύστημα απαλλοτρίωσε το ιδιωτικό κεφάλαιο, δεν κατέστρεψε τη σχέση κεφάλαιο-εργασία επί της οποίας εδράζεται η σύγχρονη ταξική κυριαρχία. Ήταν επομένως απλά ζήτημα χρόνου πριν [να έρθει η στιγμή για] την ανάδυση μιας νέας άρχουσας τάξης, της οποίας τα προνόμια θα εξαρτώνταν ακριβώς από τη διατήρηση και αναπαραγωγή του κρατικά-ελεγχόμενου συστήματος παραγωγής και διανομής ως της μόνης “ρεαλιστικής” μορφής μαρξιανού σοσιαλισμού. 

Ο μαρξισμός, ωστόσο, ως κριτική της πολιτικής οικονομίας και ως πάλη για μια μη εκμεταλλευτική αταξική κοινωνία, έχει νόημα μόνον εντός των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ένα τέλος του καπιταλισμού θα συνεπαγόταν επίσης το τέλος του μαρξισμού. Για μια σοσιαλιστική κοινωνία, ο μαρξισμός θα ήταν ένα γεγονός της ιστορίας όπως κάθε άλλο στο παρελθόν. Ήδη η περιγραφή του “σοσιαλισμού” ως μαρξιστικού συστήματος αρνείται την αυτο-ανακηρυγμένη σοσιαλιστική φύση του κρατικο-καπιταλιστικού συστήματος. Η μαρξιστική ιδεολογία δε λειτουργεί εδώ ως τίποτε παραπάνω από μιαν απόπειρα να δικαιολογήσει τις νέες ταξικές σχέσεις ως αναγκαία προαπαιτούμενα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και έτσι να κερδίσει τη συναίνεση των εργαζόμενων τάξεων. Όπως στον καπιταλισμό των παλαιών [καιρών], τα ειδικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης τείνουν να εμφανίζονται ως γενικά συμφέροντα.

Αλλά ακόμη κι έτσι, στην αρχή ο μαρξισμός-λενινισμός ήταν ένα επαναστατικό δόγμα, γιατί ήταν θανατηφόρα σοβαρός σχετικά με την πραγματοποίηση της ίδιας του της αντίληψης του σοσιαλισμού μέσα από ευθέα, πρακτικά μέσα. Ενώ αυτή η αντίληψη δε συνεπαγόταν τίποτε παραπάνω από τον σχηματισμό ενός κρατικο-καπιταλιστικού συστήματος, αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο, στην καμπή του αιώνα, ο σοσιαλισμός είχε γίνει σε γενικές γραμμές κατανοητός. Δεν είναι επομένως δυνατό να μιλούμε για μια μπολσεβίκικη “προδοσία” των επικρατουσών μαρξιστικών αρχών· απεναντίας, πραγματοποίησε [η παρέμβαση τους] τον κρατικο-καπιταλιστικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού της ατομικής ιδιοκτησίας, ο οποίος [μετασχηματισμός] είχε υπάρξει επίσης ο διακηρυγμένος στόχος μαρξιστών ρεβιζιονιστών και ρεφορμιστών. Οι τελευταίοι, ωστόσο, είχαν απολέσει κάθε ενδιαφέρον στο να δράσουν σύμφωνα με τις δηλωμένες αρχές τους και προτιμούσαν να προσαρμόζονται στην υπάρχουσα κατάσταση. Εκείνο που έκαναν οι μπολσεβίκοι ήταν να πραγματώσουν το πρόγραμμα της Δεύτερης Διεθνούς μέσω επανάστασης.  

Από τη στιγμή που ήταν στην εξουσία, ωστόσο, η κρατικο-καπιταλιστική δομή της Ρωσσίας των μπολσεβίκων καθόρισε την μετέπειτα ανάπτυξη της, τώρα γενικώς περιγραφόμενη με τον υποτιμητικό όρο “σταλινισμός”. Το ότι εξέλαβε αυτόν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα εξηγήθηκε μέσω αναφοράς στη γενική οπισθοδρομικότητα της Ρωσσίας και μέσω [αναφοράς] της καπιταλιστικής της περικύκλωσης, η οποία απαιτούσε την υπέρτατη συγκεντροποίηση εξουσίας και απάνθρωπες θυσίες από τη μεριά του εργατικού πληθυσμού. Υπό διαφορετικές συνθήκες, όπως εκείνες που επικρατούσαν σε καπιταλιστικά περισσότερο προηγμένα έθνη και υπό πολιτικά περισσότερο ευνοϊκούς διεθνείς συσχετισμούς, ειπώθηκε, ο μπολσεβικισμός δε θα απαιτούσε τη συγκεκριμένη σκληρότητα που έπρεπε να ασκήσει στην πρώτη σοσιαλιστική χώρα. Εκείνοι που ήταν λιγότερο θετικά διακείμενοι προς αυτό το πρώτο "πείραμα στο σοσιαλισμό" υποστήριξαν ότι η κομματική δικτατορία ήταν απλά μια έκφραση της ακόμη “ημι-ασιατικής” φύσης του μπολσεβικισμού και δε θα μπορούσε να επαναληφθεί στα περισσότερο προηγμένα δυτικά έθνη. Το ρωσσικό παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογηθούν ρεφορμιστικές πολιτικές ως ο μόνος τρόπος για να βελτιωθούν οι συνθήκες [διαβίωσης] της εργατικής τάξης στη Δύση. 

Σύντομα, ωστόσο, οι φασιστικές δικτατορίες στη δυτική Ευρώπη απέδειξαν ότι ο μονοκομματικός έλεγχος του κράτους δεν περιοριζόταν στη ρωσσική σκηνή αλλά ήταν εφαρμόσιμος σε οποιοδήποτε καπιταλιστικό σύστημα. Μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εξίσου για τη διατήρηση των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής όσο [και] για τον μετασχηματισμό τους στον κρατικό καπιταλισμό. Φυσικά, ο φασισμός και ο μπολσεβικισμός συνέχιζαν να διαφέρουν αναφορικά με την οικονομική δομή, ακόμη κι ενώ γίνονταν πολιτικά αδιαχώριστοι. Αλλά η συγκέντρωση πολιτικού ελέγχου στα ολοκληρωτικά καπιταλιστικά έθνη συνεπαγόταν τον κεντρικό συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για τους συγκεκριμένους σκοπούς των φασιστικών πολιτικών και επομένως μια στενότερη προσέγγιση του ρωσσικού συστήματος. Για τον φασισμό αυτό δεν ήταν στόχος αλλά ένα προσωρινό μέτρο, ανάλογο προς τον “πολεμικό σοσιαλισμό” του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Παραταύτα, ήταν μια πρώτη ένδειξη ότι ο δυτικός καπιταλισμός δεν ήταν απρόσβλητος από κρατικο-καπιταλιστικές τάσεις.

Με την ελπιδοφόρα αλλά αρκετά απρόσμενη παγίωση του καθεστώτος των μπολσεβίκων και τη σχετικά ανενόχλητη συνύπαρξη των αντίπαλων κοινωνικών συστημάτων μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ρωσσικά συμφέροντα χρειάζονταν τη μαρξιστική ιδεολογία για εσωτερικούς αλλά και για εξωτερικούς σκοπούς, ώστε να διασφαλίσει την υποστήριξη του διεθνούς εργατικού κινήματος στην εθνική ύπαρξη της Ρωσσίας. Αυτή αφορούσε ένα μόνο μέρος του εργατικού κινήματος, να είμαστε βέβαιοι, αλλά το μέρος αυτό θα μπορούσε να διαρρήξει το αντι-μπολσεβίκικο μέτωπο, το οποίο τώρα περιελάμβανε τα παλιά σοσιαλιστικά κόμματα και τις ρεφορμιστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Καθώς αυτές οι οργανώσεις είχαν ήδη εγκαταλείψει τη μαρξιστική κληρονομιά, η υποτιθέμενη μαρξιανή ορθοδοξία του μπολσεβικισμού έγινε πρακτικά το όλον της μαρξιστικής θεωρίας ως μια αντι-ιδεολογία σε όλες τις μορφές του αντι-μπολσεβικισμού και [σε] όλες τις απόπειρες να αποδυναμωθεί ή να καταστραφεί το ρωσσικό κράτος. Ταυτόχρονα, ωστόσο, απόπειρες έγιναν για να διασφαλιστεί το καθεστώς συνύπαρξης μέσω διαφόρων παραχωρήσεων προς τον καπιταλιστικό αντίπαλο και να αποδειχθούν τα αμοιβαία πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να κερδηθούν από το διεθνές εμπόριο και άλλα μέσα συνεργασίας. Αυτή η διπρόσωπη πολιτική υπηρέτησε τον μοναδικό σκοπό της συντήρησης του κράτους των μπολσεβίκων και της διασφάλισης των εθνικών συμφερόντων της Ρωσσίας.

Με αυτό τον τρόπο, ο μαρξισμός ανήχθη σε ένα ιδεολογικό όπλο που υπηρετούσε αποκλειστικά τις αμυντικές ανάγκες ενός συγκεκριμένου κράτους και μιας μόνο χώρας. Μην τρέφοντας πλέον διεθνείς επαναστατικές φιλοδοξίες, χρησιμοποίησε την Κομμουνιστική Διεθνή ως ένα περιορισμένο όργανο πολιτικής για τα ειδικά συμφέροντα της Ρωσσίας των μπολσεβίκων. Αλλά τα συμφέροντα αυτά περιελάμβαναν τώρα, σε αυξημένο βαθμό, τη διατήρηση της διεθνούς υπάρχουσας κατάστασης προκειμένου να διασφαλιστεί εκείνη του ρωσσικού συστήματος. Εάν αρχικά ήταν η αποτυχία της παγκόσμιας επανάστασης που επέφερε την πολιτική οχυρώματος της Ρωσσίας, ήταν τώρα η σταθερότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού που έγινε όρος της ρωσσικής ασφάλειας, και την οποία το σταλινικό καθεστώς επιχειρούσε να ενισχύσει. Η εξάπλωση του φασισμού και η υψηλή πιθανότητα νέων αποπειρών να βρεθούν ιμπεριαλιστικές λύσεις στην παγκόσμια κρίση έθεταν σε κίνδυνο όχι μόνον το καθεστώς συνύπαρξης αλλά επίσης τις εσωτερικές συνθήκες της Ρωσσίας, οι οποίες απαιτούσαν κάποιο βαθμό διεθνούς ηρεμίας. Η μαρξιστική προπαγάνδα έπαψε να ασχολείται με προβλήματα του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού αλλά, στη μορφή του αντι-φασισμού, κατευθύνθηκε εναντίον μιας συγκεκριμένης πολιτικής μορφής καπιταλισμού που απειλούσε να προκαλέσει έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό συνεπαγόταν, φυσικά, την αποδοχή των αντιφασιστικών καπιταλιστικών δυνάμεων ως δυνητικών συμμάχων και έτσι την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας έναντι επιθέσεων είτε από τα αριστερά είτε από τα δεξιά, όπως έγινε παραδειγματικά στον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία.  

Ακόμη και πριν από αυτή την κρίσιμη ιστορική στιγμή, ο μαρξισμός-λενινισμός είχε καταλάβει την ίδια αμιγώς ιδεολογική λειτουργία που χαρακτήριζε τον μαρξισμό της Δεύτερης Διεθνούς. Δε συνδεόταν πλέον με μια πολιτική πρακτική της οποίας τελικός στόχος ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, έστω και μόνο για να φέρει το κρατικο-καπιταλιστικό σύστημα μεταμφιεσμένο σε σοσιαλισμό, αλλά ήταν τώρα ικανοποιημένος με την ύπαρξη του εντός του καπιταλιστικού συστήματος με την ίδια έννοια που το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα απεδέχθη τις δοσμένες συνθήκες της κοινωνίας ως απαράβατες. Το μοίρασμα της εξουσίας σε διεθνή κλίμακα προϋπέθετε το ίδιο στο εθνικό επίπεδο, και ο μαρξισμός-λενινισμός έξω από τη Ρωσσία μετετράπη σε ένα αυστηρά ρεφορμιστικό κίνημα. Έτσι μόνο οι φασίστες απέμειναν ως δυνάμεις που απέβλεπαν πραγματικά στον πλήρη έλεγχο του κράτους. Καμιά σοβαρή απόπειρα δεν έγινε για να αποτρέψει την άνοδο τους στην εξουσία. Το εργατικό κίνημα, περιλαμβανομένης της μπολσεβίκικης πτέρυγας του, στηριζόταν αποκλειστικά στις παραδοσιακές δημοκρατικές διαδικασίες για να απαντήσουν στη φασιστική απειλή. Αυτό σήμαινε την συνολική του παθητικότητα και προοδευτική εξαχρείωση και διασφάλισε τη νίκη του φασισμού ως της μόνης οργανωμένης δύναμης [dynamic force] που δρούσε εντός της παγκόσμιας κρίσης.  

Δεν ήταν βέβαια μόνον ο πολιτικός έλεγχος της Ρωσσίας επί του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, μέσω της Τρίτης Διεθνούς, που εξηγεί τη συνθηκολόγηση του με το φασισμό, αλλά επίσης η γραφειοκρατικοποίηση του κινήματος, η οποία συγκέντρωσε όλη τη σχετική με τη λήψη αποφάσεων εξουσία στα χέρια επαγγελματιών πολιτικών οι οποίοι δε μοιράζονταν τις κοινωνικές συνθήκες του εξαθλιωμένου προλεταριάτου. Αυτή η γραφειοκρατία βρέθηκε στο “ιδανικό” σημείο του να είναι σε θέση να εκφράζει τη λεκτική αντίθεση της στο σύστημα και παραταύτα, την ίδια στιγμή, να μετέχει όλων των προνομίων που η μπουρζουαζία παραχωρεί στους πολιτικούς ιδεολόγους της. Δεν είχαν κανέναν κατευθυντήριο λόγο να εναντιωθούν στις στις γενικές πολιτικές της Τρίτης Διεθνούς, οι οποίες συνέπιπταν με τις δικές τους άμεσες ανάγκες ως αναγνωρισμένων ηγετών της εργατικής τάξης σε μια αστική δημοκρατία. Τελικά, ωστόσο, είναι η γενική απάθεια των ίδιων των εργατών, ανετοιμότητα τους να αναζητήσουν τη δική τους ανεξάρτητη επίλυση του κοινωνικού ερωτήματος, που εξηγεί αυτή την κατάσταση πραγμάτων μαζί με τη φασιστική της έκβαση. Μισός αιώνας μαρξιστικού ρεφορμισμού υπό την αρχή της ηγεσίας, και ο τονισμός της στον μαρξισμό-λενινισμό, παρήγαγαν ένα εργατικό κίνημα ανίκανο να δράσει επί των συμφερόντων του και επομένως ανίκανο να εμπνεύσει την εργατική τάξη ως όλον να αποπειραθεί να αποτρέψει το φασισμό και τον πόλεμο μέσω μιας προλεταριακής επανάστασης.

Δεύτερο Μέρος

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Να ξανασκεφτούμε τον Άγγελο Ελεφάντη


ΠENTE ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Α. ΕΛΕΦΑΝΤΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑ
Μια συζήτηση με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά
με αφορμή την εκδήλωση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς «Ένα κρασί για τον Άγγελο», την Τρίτη 4 Ιουνίου

επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος



Πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν την Τετάρτη 29 Mαΐου από τον θάνατο του Άγγελου Ελεφάντη και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς  μας καλεί, μεθαύριο Τρίτη, στην αυλή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στο Θησείο, σε μια βραδιά με τίτλο «Ένα κρασί για τον Άγγελο», όπου θα συζητήσουμε για τον Άγγελο, τον Πολίτη και την πολιτική (προηγήθηκε, την Τρίτη 28.5, η εκδήλωση που οργάνωσε ο «Πουλαντζάς» μαζί με τους Φίλους του περιοδικού Ο Πολίτης στην Πάτρα, με πρωτοβουλία της Βαρβάρας Δεσποινιάδου, και ομιλητές τη Σία Αναγνωστοπούλου, τον Γιάννη Ζαρκάδη και τον Στρατή Μπουρνάζο). Την Τρίτη, «με τον τρόπο του Άγγελου Ελεφάντη», θα ανταμώσουμε, θα πιούμε, θα τραγουδήσουμε και θα μιλήσουμε. Επίσης, θα πάρουμε στα χέρια μας το βιβλίο Για τον Άγγελο. Στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, 1936-2008 (έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς) μια συναγωγή κειμένων για τον Άγγελο και τον Πολίτη, γραμμένων λίγο μετά τον θάνατό του, το οποίο μόλις εκδόθηκε. Με την ευκαιρία της εκδήλωσης μιλήσαμε με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά, διευθυντή και πρόεδρο αντίστοιχα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Τη συζήτηση την είχαμε προγραμματίσει να γίνει στο εντευκτήριον των «Ενθεμάτων» ή στον «Πουλαντζά». Πλην όμως, τελικά, διεξήχθη στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο, όπου βρέθηκε ο Αριστείδης για εξετάσεις. Μάχιμος, στο κρεβάτι και τις πολυθρόνες του πόνου, συζήτησε με τον Χάρη — σε συνθήκες ελαφρώς διαφορετικές, είναι αλήθεια, από την αυλή της Κέκροπος, αλλά με ισοδύναμο πάθος και διάρκεια, όπως τότε.
ΕΝΘΕΜΑΤΑ


Αριστείδης Μπαλτάς: Πέντε χρόνια απουσίας είναι πολλά – ιδίως όταν ο πολιτικός χρόνος είναι τόσο πυκνός, και γενικά, αλλά και ειδικότερα για την Αριστερά. Εγώ προσωπικά, αλλά και πολλοί άλλοι, είχαμε πολλές φορές το ερώτημα, στα χρόνια αυτά, τι θα έλεγε ο Άγγελος για το ένα ή το άλλο, πώς θα τοποθετούνταν στο δείνα, τι καινούργια ιδέα θα μας έφερνε. Σκεφτήκαμε να γίνει μια ανοιχτή κουβέντα επ’ αυτού. Όχι με τη μορφή της τυπικής επετειακής εκδήλωσης («τι σπουδαίος διανοούμενος ήταν» κλπ. κλπ.), αλλά με έναν τρόπο που του ταιριάζει – άρα με ένα κρασί. Το ξέρετε, οι πιο ενδιαφέρουσες και μακρές συζητήσεις με τον Άγγελο γίνονταν στο κρασί. Και ελπίζουμε ότι η εκδήλωση της Τρίτης θα πάρει και αυτό τον χαρακτήρα.

Χάρης Γολέμης: Ακόμα κι αν θα διαφωνούσαμε σε κρίσιμα θέματα, η παρουσία του σήμερα θα ήταν καθοριστική. Η συζήτηση μαζί του, ακόμα και οι καυγάδες, άνοιγαν δρόμους, ιδιαίτερα σε θέματα της στρατηγικής της Αριστεράς.

Α. Μπαλτάς: Άνοιγε τη συζήτηση σε έναν ορίζοντα έλλογης συμφωνίας.

Χ. Γολέμης: Πολλές από τις σημαντικότερες συζητήσεις που έχουμε κάνει με τον Άγγελο ήταν τρώγοντας και πίνοντας. Είτε στον σπίτι του είτε στο εστιατόριο του «Τζάρου» στην Πλάκα είτε στο μέσα δωμάτιο των γραφείων του Πολίτη στη Ζωναρά είτε στα φεστιβάλ. Ο Άγγελος ήταν παρών σε όλα τα φεστιβάλ, από τα πρώτα της Αυγής-Θούριου μέχρι τα αντιρατσιστικά. Και δεν πήγαινε απλώς, αλλά έψηνε σουβλάκια, έκοβε αποδείξεις, έβγαζε τις μπύρες από τα βαρέλια.

Η εκδήλωση της Τρίτης είναι ένα πρώτο βήμα σε μια γενικότερη αποτίμηση του έργου του. Θυμίζω, εδώ, ότι ο Άγγελος Ελεφάντης υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς από την ίδρυσή του μέχρι τη μέρα που πέθανε. Ήδη έχουμε κάνει κάποιες προκαταρκτικές συζητήσεις με τον Σπύρο Ασδραχά και τα ΑΣΚΙ, που θα μπορούσαν να καταλήξουν στην οργάνωση ενός «συνεδρίου», όπου θα ερευνούσαμε και θα συζητούσαμε πιο επισταμένα την όλη πολιτική και πολιτισμική συνεισφορά του στην ελληνική Αριστερά αλλά και γενικότερα. Προς θεού, δεν έχουμε στο μυαλό μας ένα κλασικό πανεπιστημιακό συνέδριο! Όταν πέθανε ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Άγγελος στην Αυγή τόνιζε την πολιτική παρέμβαση που έκανε με τα γραπτά του ο φίλος και σύντροφός του ως μαχητής της Αριστεράς, σαρκάζοντας εκείνους που ήθελαν να ασχοληθούν απλώς ακαδημαϊκά με το έργο του, στο πλαίσιο κάποιας έδρας… «πουλαντζολογίας». Δεν θα τιμούσαμε τη μνήμη του, λοιπόν, αν κι εμείς κάναμε ένα συνέδριο… «ελεφαντολογίας».

Σε ποια λογική, λοιπόν, σήμερα, θα πούμε ότι πρέπει να ξαναδιαβάσουμε, οι αριστεροί, τον Ελεφάντη (όπως έγραφε ο Άγγελος για τον Αλτουσέρ και τον Πουλαντζά), και ιδίως οι νεότεροι; Γιατί να ξαναδιαβάσουν τα κείμενα του Ελεφάντη, και γενικότερα τον Πολίτη;

Α. Μπαλτάς: Προτείνω να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα, όπως λένε οι φυσικοί. Παίρνουμε το τεύχος 5, λ.χ., του Πολίτη, αφαιρούμε κάποια κείμενα και αναφορές στενά συνδεδεμένες με την επικαιρότητα, πιθανόν και μερικά ονόματα πολύ αναγνωρίσιμα. Και το κυκλοφορούμε σαν τεύχος με κείμενα που γράφτηκαν σήμερα. Αν τα ξαναδιαβάσουμε χωρίς ημερομηνία και υπογραφές, θα δούμε πόσο δραστικά είναι σήμερα, θα ανακαλύψουμε στοιχεία διαχρονικότητας που τα έχει καλύψει η τύρβη. Σε αυτή τη λογική, λοιπόν, προφανώς να διαβάζουμε Ελεφάντη αλλά όχι για να κάνουμε διατριβές περί του έργου του. Στον Πολίτη, θα το θυμάστε, έλεγε, «δεν θέλουμε τα άρθρα που γράφονται για να γίνουν οι συγγραφείς τους επίκουροι».

Χ. Γολέμης: Πριν αναφερθούμε στις ιδεολογικές και πολιτικές τομές που έκανε με τη σκέψη του στην εποχή που έζησε, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε γιατί αποτελούν μέρος της ιστορίας της Αριστεράς του τόπου μας, υποστηρίζω ότι υπάρχει ένας βασικός λόγος για να διαβάζουν οι νεότεροι τα κείμενα του Ελεφάντη: να μάθουν πώς ένας αριστερός μπορεί να γράφει καλά, να γράφει κείμενα που χαίρεσαι να τα διαβάζεις. Και, επίσης, πώς μπορείς να είσαι συγκρουσιακός με έναν επιθετικά κόσμιο τρόπο. Τα γραφτά του είναι υπόδειγμα ευγενούς αλλά αμείλικτης πολεμικής — διακριτά από τις προσωπικές του σχέσεις, όπου πολλές φορές μπορούσε να είναι τραχύς, σκληρός.

Α. Μπαλτάς: Πώς γράφονται τα καλά κείμενα: πώς ένας καλός αριστερός συγγραφέας δομεί το επιχείρημα, πώς φτιάχνει τη φράση, τη ροή, πώς αναζητά τις λέξεις.

Χ. Γολέμης: Και αυτό απαιτεί χρόνο και μόχθο, όχι λιγότερο από όσο χρειάζεται για να γίνει ένα πανώ. Ο Άγγελος ήταν ο κατεξοχήν άνθρωπος που πίστευε ότι στην πολιτική συμμετέχεις οπωσδήποτε διά του σώματος, γι’ αυτό κατέβαινε σε όλες τις διαδηλώσεις, θεωρούσε όμως ότι και το γράψιμο θέλει αφοσίωση και χρόνο — κι αυτό παρόλο που ο ίδιος έγραφε με εξαιρετική ευχέρεια.

Α. Μπαλτάς: Τα κομματικά κείμενα, και πολλά κείμενα στελεχών, και τότε και τώρα, πολλές φορές μοιάζουν σχεδόν αυτιστικά: απευθύνονται στον εαυτό τους, χωρίς αποδέκτες. Η έννοια «κείμενο» για ένα στέλεχος σημαίνει συχνά κάτι πολύ απλό, κάτι που ξεπετάς. Ο Ελεφάντης το μισούσε αυτό. Όλη η διδαχή του είναι ότι το plot –παρότι θα με έβριζε, αν άκουγε να χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις, «διδαχή» και «plot»…– είναι το λιγότερο σημαντικό. Στο σινεμά, η υπόθεση είναι κοινή παντού: νεαρός αγάπησε νεαράν και την κέρδισε ή δεν την κέρδισε. Tο όλο παιχνίδι, για να πείσεις, είναι το επιχείρημα, η λέξη, η άρθρωση του επιχειρήματος.

Όταν τον ρώταγες τι να γράψω σου έλεγε: — Ό,τι θέλεις. Γιατί θεωρούσε ότι μπορείς να πιάσεις οποιοδήποτε θέμα, λ.χ. την καρέκλα που καθόμαστε ή έναν περαστικό που έβλεπες από το τζάμι και με αφετηρία αυτό να γράψεις κάτι καλό από τη σκοπιά της Αριστεράς, να το αναπτύξεις, να αναδείξεις το σημαντικό. Όπως έκανε στα γραφτά του ο ίδιος.

Χ. Γολέμης: Προχωράω στο περιεχόμενο αυτών που έγραφε. Ο Ελεφάντης ήταν πολιτικά τολμηρός, δεν ήταν «σιγουράντζα». Πάντα έπαιρνε θέση, ακόμα και αν αυτή δεν ήταν αναμενόμενη ή δημοφιλής· είχε διορατικότητα και έκανε υπερβάσεις. Να θυμίσω, επιγραμματικά, μερικά μεγάλα «μέτωπα» που άνοιξε ή στα οποία παρενέβη στην εποχή του. Την αντιπαράθεσή του με τον λαϊκισμό, τον πασοκικό λαϊκισμό…

Α. Μπαλτάς: Είναι αντιλαϊκιστής και ταυτόχρονα λαϊκός.

Χ. Γολέμης: Απολύτως λαϊκός, όχι μόνο με την έννοια ότι τον απασχολεί ο λαός, ο λαϊκός πολιτισμός κλπ., αλλά σαν άνθρωπος: στις παρέες, στο πώς μιλάει με τον «Τζάρο» και τα άλλα γκαρσόνια στις ταβέρνες, στη δεξιοσύνη του να βάφει τοίχους, να φτιάχνει έπιπλα, να μαγειρεύει…

Αλλά ας συνεχίσω για τα άλλα μέτωπα της εποχής του, στα οποία η παρουσία του Άγγελου ήταν καθοριστική. Η απέχθειά του για την τρομοκρατία, η κριτική του από την πλευρά ενός «αριστερού ευρωπαϊσμού» στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με αποκορύφωμα την έντονη διαφωνία του για τη συνθήκη του Μάαστριχτ, η αντιπαράθεσή του στον εθνικισμό. Μια απόλυτη αντιπαράθεση στον εθνικισμό, την περίοδο του Μακεδονικού, από έναν άνθρωπο ο οποίος παράλληλα, θεωρητικά, πιστεύει στην έννοια του έθνους. Και, φυσικά, η αντίθεσή του στον δογματισμό, και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» — μια αντίθεση από τη σκοπιά της κομμουνιστικής ανανέωσης. Ας θυμηθούμε, όμως, και τη δυσπιστία του απέναντι στον Γκορμπατσόφ, σε μια περίοδο που κυριαρχούσε μια γενική ευφορία για το «πείραμά» του.

Α. Μπαλτάς: Ναι, εκτιμά η πολιτική Γκορμπατσόφ δεν οδηγεί κατά κανένα τρόπο σε ανανέωση του σοσιαλισμού και της κομμουνιστικής επαγγελίας...

Μεγάλη τομή και σοκ για πάρα πολλούς, και για μένα τότε, ήταν η στάση του έναντι της Ιρανικής Επανάστασης. Σε μια στιγμή όπου μεσουρανεί η δόξα της Ιρανικής Επανάστασης, που τα πλήθη είναι στους δρόμους, υπάρχει ενθουσιασμός σε όλη την Αριστερά, ο Άγγελος, με μεγάλη διορατικότητα, γράφει το κείμενο «Ποιος δεν φοβάται τους αγιοταλλάδες;» ενάντια στον Χομεϊνί. Διαβλέπει την ιδεολογία του νέου καθεστώτος από τις πρώτες μέρες, τη σφαγή που θα ακολουθήσει.

Χ. Γολέμης: Στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας είναι κατά των νατοϊκών βομβαρδισμών, παρότι στην ίδια γραμμή είναι και οι εθνικιστές, δεν τον δεσμεύει αυτό. Και πολλά άλλα.

Θεωρώ ότι η σκέψη του Ελεφάντη, το ρεύμα σκέψης που καλλιέργησε είναι εξαιρετικά χρήσιμο και απολύτως απαραίτητο στη νέα συγκυρία. Ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί, κατά την γνώμη μου, να μακροημερεύσει αποσιωπώντας ή κουκουλώνοντας τις σφοδρές ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις του παρελθόντος. Το στοίχημα για κάποιους από εμάς είναι πώς μπορούμε να μπολιάσουμε όσα πήραμε από τον Άγγελο στο νέο πολιτικό υποκείμενο, όχι βέβαια με έπαρση ή περιφρόνηση σε σχέση με άλλες παραδόσεις, αλλά ούτε με αποσιωπήσεις ή σχετικισμούς. Πρέπει να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για τις εντάσεις που είχαμε τότε, να τις αποτιμήσουμε, αλλά να δούμε και τις σημερινές μας διαφορές. Έτσι μόνο μπορεί να υπάρξει μια νέα σύνθεση.

Α. Μπαλτάς: Ο τρόπος σκέψης του Ελεφάντη, πέρα από τις συγκεκριμένες συνεισφορές που αναφέραμε παραπάνω, μας είναι εξαιρετικά χρήσιμος σήμερα, επειδή, εκτός όλων των άλλων, ήταν κατεξοχήν πολιτικός. Το μυαλό ήταν συνέχεια στο ποια πρωτοβουλία μπορεί να βάλει μπρος την κατάσταση στο κίνημα.

Χ. Γολέμης: Δυο παραδείγματα σε αυτό που λες. Ο Ελεφάντης, και όλος Ο Πολίτης, κάνουν έντονη κριτική στο ΚΚΕ εσωτερικού από τα αριστερά. Αλλά στις εκλογές ψηφίζουν –και το δηλώνουν δημόσια– ΚΚΕ εσωτερικού για να μη χαθεί ο χώρος αυτός και επικρατήσει ο δογματισμός.

Δεύτερο παράδειγμα. Την κρίσιμη στιγμή που παίζεται ο κομμουνιστικός χαρακτήρας του κόμματος πρωτοστατεί στο εγχείρημα του ΚΚΕ εσωτερικού-Α.Α. Κάποια στιγμή κρίνει, όμως, ότι η ιστορία αυτή δεν έχει μέλλον. Και το 1993 θα γράψει τρία άρθρα στην Εποχή: στα δύο πρώτα κατακεραυνώνει τον Συνασπισμό, ενώ στο τρίτο λέει ότι πρέπει να ψηφίσουμε Συνασπισμό, επειδή αυτός είναι ο δημόσιος χώρος της Αριστεράς. Τα χαλάσαμε τότε, αλλά λίγα χρόνια μετά υιοθέτησα το σκεπτικό του και εντάχθηκα στο συγκεκριμένο κόμμα, ενώ ο ίδιος παρέμεινε ανένταχτος.

Α. Μπαλτάς: Με την ίδια ακριβώς τη λογική, του δημόσιου χώρου της Αριστεράς, πήγαινε σταθερά στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ. Παρότι διαφωνούσε με τον αριστερισμό, τον κινηματισμό, αν και δεν του άρεσαν διάφορα, ήθελε να είναι εκεί, στο Αντιρατσιστικό, γιατί και αυτός ήταν ένας κατεξοχήν χώρος της Αριστεράς.

Χ. Γολέμης: Δεν στήριζε, ως ανένταχτος, τους διάφορους σχηματισμούς της Αριστεράς με ευχαρίστηση· το αντίθετο θα έλεγα. Το έκανε γιατί τον ενδιέφερε να μη χαθεί η φύτρα, για να συνεχίσουμε. Και δεν ξέρω αν θα είχαν αλλάξει οι συσχετισμοί στην ελληνική Αριστερά, στην περίπτωση που χανόταν ο χώρος της ανανεωτικής κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστεράς, ο οποίος διατηρήθηκε με την «ξεροκεφαλιά» της ΑΚΟΑ και του Γιάννη Μπανιά, αλλά και την ουσιαστική, ιδεολογική κυρίως, συμβολή του Ελεφάντη και του Πολίτη. Αυτό είναι πολιτικό μάθημα και για σήμερα. Θα μιλήσω προσωπικά. Μπορεί να υπάρχουν ένα σωρό πράγματα στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ που δεν μου αρέσουν, αλλά αυτός είναι ο χώρος μου, «το κόμμα που μου έλαχε». Αυτό είναι το μείζον, και όχι κάποιες περιπτώσεις εκφοράς λόγου, απόψεων ή συμπεριφορών με τις οποίες διαφωνώ. Το μείζον είναι ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια μεγάλη νέα Αριστερά με μια ταξικότητα που δεν την είχε ποτέ μέχρι σήμερα. Και από τον Ελεφάντη έμαθα, μετά από πολλές συγκρούσεις μαζί του, να με ενδιαφέρει το μείζον.

Α. Μπαλτάς: Αν μιλάμε για το τις οφειλές μας στον Ελεφάντη, δεν μπορούμε να μη μιλήσουμε για τη στάση ζωής του: το σώμα και το πνεύμα σε διαδικασίας ενοποίησης. Το τι γράφω, πώς μορφώνω τα παιδιά μου, πώς ζω, τι πιστεύω, πώς μιλάω με φίλους … όλα αυτά είναι ένα. Και αν θέλεις να βρεις το κέντρο αυτού του πολυσύνθετου πράγματος είναι το να αλλάξει η πολιτική και η κοινωνία, ώστε αυτό τον πλούτο να τον μοιραζόμαστε όλοι, να γίνει κοινός.

Ο Πολίτης είναι περιοδικό πολιτικής παιδείας. Και αυτό σημαίνει καλλιέργεια, γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Και είναι συναρτημένος, ταυτόχρονα με ένα ήθος καθημερινότητας. Ένα ήθος, με την έννοια την κοινωνιολογική, που φτιάχνει μια επίδραση, η οποία δεν αποτιμάται μόνο με τις τοποθετήσεις στα μεγάλα ερωτήματα. Τα μεγάλα ερωτήματα έρχονται και δένουν με το ήθος. Το ήθος είναι αυτό που υπόκειται. Όλα όσα λέμε για τη ζωή του, τις σχέσεις του κλπ. είναι η πρακτική όψη αυτού του ήθους ως μορφωτικού και πολιτικού ιδεώδους.

Χ. Γολέμης: Είναι ένας τρόπος ζωής σκληρός και γοητευτικός μαζί. Και η επίδρασή του σε πολλούς από εμάς ασφαλώς οφείλεται και σε αυτό, στη στάση ζωής του. Περιφρονούσε τα αξιώματα, το χρήμα.

Α. Μπαλτάς: Και τους αντιμετώπιζε όλους στη βάση μιας προσωπικής σχέσης, μιας ισχυρής προσωπικής σχέσης, και όχι με βάση το στάτους ή τη θέση που είχαν. Είτε ήταν ο Μιτεράν είτε ο Χρήστος, ο Αλβανός, που δούλευε στον Πολίτη: «Έλα να πιούμε καφέ, κάτσε να τα πούμε».

Ο Ελεφάντης –του το είχα πει κάποτε και του άρεσε– ήταν αριστοκράτης. Δεν θα ασχολούνταν με το διάφορο, τη μιζέρια της θέσης, της καρεκλίτσας, τα ευτελή μικροπράγματα κλπ. Τυπικά, κοινωνιολογικά, όπως όλοι μας, ήταν βέβαια μικροαστός. Ωστόσο, για λόγους ιστορικούς, καταγωγικούς, διαπαιδαγώγησης, είναι αριστοκράτης με την έννοια ότι δεν έχει ανάγκη να διεκδικήσει: γνωρίζει την υπεροχή του, πνευματική και πολιτική. Αυτό δύσκολα το βρίσκεις – και είναι κάτι διαφορετικό από τη γενναιοδωρία.

Χ. Γολέμης: Ας μην ξεχνάμε ότι γράφει αποκλειστικά, και με άποψη, στα έντυπα της Αριστεράς: Πολίτη, Εποχή, Κάπα, Αυγή. Και ενώ έχει απόλυτη ανάγκη οικονομική, αρνείται προτάσεις να αναλάβει να γράφει, για θέματα παιδείας, αν θυμάμαι καλά, στα Νέα. Αυτή του η στάση σχετίζεται με πολλά –πρώτα απ’ όλα με το ότι φτιάχνουμε και στηρίζουμε τα δικά μας έντυπα–, αλλά και με αυτή την αριστοκρατικότητα που λέει ο Αριστείδης: δεν θα κάνω κάτι κατώτερο, κάτι που δεν υπηρετεί.

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Le jour des Seigneurs



Είμαι μόνος
ρίχνοντας πέτρες στο σκοτάδι
Χιλιάδες φώτα πάνω σε μια πρύμνη πλοίου λάμπουν
ακολουθώντας τα μάτια μου
Πριν την αυγή
όλοι θα έχουμε πάει στα σπίτια μας
Πριν την αυγή
θα είμαι μακριά απ' αυτό το μέρος
Motorama, Northern Seaside.




Ήταν καθώς προχωρούσε ανύποπτος ο Κ., χαμένος σε σκέψεις μακρινές, που το βουητό του συγκεντρωμένου πλήθους διέκοψε την επαναληπτική κανονικότητα της πορείας του. Στο ναό της Επαναθεμελιώσεως είχε μόλις ολοκληρωθεί η κυριακάτικη λειτουργία και ο αρχιεπίσκοπος στεκόταν δίπλα σε μια γνώριμη φιγούρα έμπλεος χαράς. Ολόκληρη η Κεντρική Επιτροπή ή η Εκτελεστική Γραμματεία ή το Πολιτικό Γραφείο του Κόμματος πρέπει να ήταν μαζεμένο εκείνη τη μέρα, μια σιωπηλή χορωδία ανδρείκελων με στρατιωτικές είτε πολιτικές ενδυμασίες. Υπήρχαν επίσης ιερείς ντυμένοι στα μαύρα, και η απαραίτητη συνοδεία από άντρες της Λαϊκής Πολιτοφυλακής. Κάτω και ολόγυρα από το υπερυψωμένο προαύλιο κόσμος πολύς ήταν συγκεντρωμένος, όπου χαμηλόφωνες συζητήσεις λάμβαναν χώρα και οι εκτιμήσεις έδιναν και έπαιρναν, ενώ ακόμη περισσότεροι άκουγαν με ενδιαφέρον. Ο καιρός ήταν γλυκός σε σχέση με τις τελευταίες εβδομάδες, και γύρω από το προαύλιο οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν κατευθείαν στα πρόσωπα των παρευρισκομένων, δίνοντας την εντύπωση ότι η θερμοκρασία ήταν σημαντικά υψηλότερη του αναμενομένου.

Πριν μόλις λίγες εβδομάδες ήταν που η «Sozialistischenflamme» είχε διαψεύσει με δημοσίευμα της, υπογεγραμμένο από σύσσωμη τη συντακτική επιτροπή, τη φημολογία περί διαστάσεων στο εσωτερικό του Κόμματος. Με άρθρο του ο ο Σύμβουλος επί της Σοσιαλιστικής Οικονομίας εξέφρασε την επόμενη μέρα την ομόνοια του προς τις συλλογικές αποφάσεις, τις δημοκρατικά ειλημμένες σύμφωνα με το καταστατικό, και διακήρυσσε πως ήταν πλήρως συντεταγμένος με την υπόθεση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και προσηλωμένος στη διεκπεραίωση του τρέχοντος, προσεκτικά εκπονηθέντος πενταετούς πλάνου. Οι φήμες ανέφεραν ότι ο Σύμβουλος εκπροσωπούσε την πρόταση μιας σκιώδους φράξιας, προπαρασκευαστική καθεαυτή εν όψει της συγκρότησης συνολικής πολιτικής πλατφόρμας για το επερχόμενο Συνέδριο, με στόχο τη σχετική αποκέντρωση της πλήρως σχεδιοποιημένης οικονομίας, μέσω της πρόσδοσης μιας ορισμένης αυτονομίας στα τοπικά εργοστασιακά συμβούλια, τα οποία θα καθόριζαν κατόπιν συνεννόησης με την κρατική εξουσία τους ρυθμούς της παραγωγής και θα ιδιοποιούνταν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα τα οικονομικά πλεονάσματα, τα οποία θα διανέμονταν στη συνέχεια στους εργαζόμενους με βάση τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων και την αξιολόγηση της προσπάθειας τους. Κύκλοι του Λαϊκού Επιτρόπου Κεντρικού Σχεδιασμού -ο οποίος αποτελούσε προέκταση της ίδιας ανυποχώρητης, συγκρουσιακής ταξικής γραμμής που έφερε στο προσκήνιο την υπάρχουσα υπό τον Καγκελάριο σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής, πριν από τρία συνέδρια- φέρονταν να τοποθετούνται ανεπισήμως επί της πρότασης με κατηγορηματικά αρνητικό τρόπο, εστιάζοντας την κριτική τους στο ανεδαφικό και εν τέλει μικροαστικό στοιχείο που κυριαρχεί στον ιδεολογικό πυρήνα της, εφόσον τυχούσα εφαρμογή της, υποθέτοντας ότι η κατάθεση της βρισκόταν πράγματι στις προθέσεις μιας εσωκομματικής «αντιπολίτευσης», θα οδηγούσε νομοτελειακά στη χαοτική απορρύθμιση της παραγωγικής διαδικασίας, μέσω της εισαγωγής νέων επιμέρους αντιθέσεων που το επαναστατικό προτσές είχε εξαλείψει ή συμβάλει στο να αποφευχθούν, οι οποίες θα μπορούσαν μελλοντικά να απειλήσουν στην πράξη τον εγκαθιδρυθέντα σοσιαλιστικό χαρακτήρα της, καθώς και στην -εφεξής θεσμικά αποκρυσταλλωμένη- υποκατάσταση του σοσιαλιστικού πλάνου από ένα δίκτυο ημι-αυτόνομων, “συλλογικών” μικροκαπιταλιστικών μονάδων. Δε θα ήταν διόλου συνεπές, συνεπώς, προς την ταξική μεροληψία της επαναστατικής θεωρίας, το να λησμονηθεί η απαραμείωτη διαφορά της κολλεκτιβοποιημένης σοσιαλιστικής οικονομίας, όπου δεσπόζει η κοινωνική ιδιοκτησία επί των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις “ενδιάμεσες” εκδοχές που περιλαμβάνουν την ύπαρξη συλλογικών καπιταλιστών υπό “σοσιαλιστική” κάλυψη, εισάγοντας έτσι εκ νέου τις μεταμορφώσεις της από καιρό ηττημένης αστικής ιδεολογίας, περί απρόσκοπτου ατομικού ανταγωνισμού, ελεύθερης αυτοδημιουργίας των ατόμων κλπ, στην καρδιά του εργατικού κινήματος. Θα ήταν κρίμα και άδικο η αστική τάξη -τη στιγμή που τα απομεινάρια της αργοσβήνουν- να σηκώσει κεφάλι, έπειτα από τόσες θυσίες και υπομονή που χρειάστηκε να επιδείξει ο εργαζόμενος λαός και τα σύμμαχα στρώματα μέχρι την υπέρβαση των αρχικών δυσλειτουργιών: αυτή ήταν η μόνιμη επωδός στα ανεπίσημα χείλη των κρατικών αξιωματούχων. Τώρα πάντως αμφότεροι ο Κομισάριος και ο Σύμβουλος, οι φύλακες της κομματικής ορθοδοξίας και οι φερόμενοι ως διαφωνούντες, έστεκαν σιωπηλοί ο ένας δίπλα στον άλλο, όλο περηφάνια και χαρά. Και για κάποιους άλλους είχε ακουστεί ότι βρίσκονταν κατά καιρούς σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά η εφημερίδα το είχε διαψεύσει κατ' επανάληψη, και η τωρινή τους στάση επισημότητας και συντροφικής θέρμης έμοιαζε να τη δικαιώνει.

«Καταπληκτικό», ψιθύριζαν κάποιοι, και το όνομα του λαοφιλούς Reichserzkanzler συχνά έκανε την εμφάνιση του εντός ενός πυκνού συμπλέγματος ανώνυμων στομάτων, που άνοιγαν και έκλειναν χωρίς σταματημό, σαν πεταλουδίτσα που μετέβαινε ανάλαφρα από το ένα μέρος στο άλλο. «Τί συνέβη;» ρώτησε κάποιος και ήταν σαν η φωνή να βγήκε από το στόμα του Κ. «Σύντροφε, δεν τα έμαθες;» απόρησε ο κοντινότερος του. «Θαύμα! Ο Καγκελάριος». «Ο σ. Καγκελάριος θεραπεύτηκε... Έγινε το... το θαύμα! Δόξα σοι ο Χριστός» πρόσθεσε ένας άλλος. Ο Κ. υπέθεσε πως είναι αρκούντως συγχυσμένοι. «Εννοείτε πως ξαναπερπάτησε;» ρώτησε προσπαθώντας να λάβει διευκρινίσεις. «Μα ναι, τι λέμε τόση ώρα;» «Τα λείψανα... Τα λείψανα του παπα-Ντόροθυ το έκαναν να συμβεί!» Τα “λείψανα” πρέπει να βρίσκονταν στο μεταλλικό κουβούκλιο στο οποίο το χέρι του Καγκελάριου ακουμπούσε, σε απόσταση μερικών μέτρων. Οι φωνές και οι ζητωκραυγές ακούγονταν τώρα ανεξέλεγκτα. «Ν' ανακηρυχτεί πάραυτα άγιος!», «ξεκάθαρη θεϊκή παρέμβαση», «άγιος Δωρόθεος!» και άλλα συναφή.

«Αποκλείεται, δε γίνονται αυτά», έφτασε η φωνή στ' αυτιά του. «Είναι συνεννοημένοι μεταξύ τους, να πούμε... Στημένο το κόλπο, συνωμοσία είναι για να τρέχουνε τα πρόβατα. Εκμεταλλεύονται την αμορφωσιά των μαζών», συνέχισε σαν να μη βρισκόταν το παραμικρό εμπόδιο στο δρόμο της, και ήταν τέτοιες σκέψεις που ο Κ. αισθανόταν εγγύτερα στις δικές του. Σύντομα ωστόσο οι φωνές της πίστης επανήλθαν, ανδρικές και γυναικείες, να τραγουδούν το ίδιο θέμα σε παραλλαγές. «Δεν είναι έτσι! Είναι θαύμα!»· «ζητήστε και θα λάβετε, το θαύμα εγένετο!» επανέλαβε κάποιος ακόμη -και ο ίδιος να ήταν πάντα που μιλούσε, ο Κ. δε θα μπορούσε να το πει-, «Ο Θεός είναι μαζί μας! Δε λέγανε παλιά πως είναι σοσιαλιστής; Γιατί λοιπόν να μην είναι μαζί μας; Εγένετο!», είπε, ενώ δίπλα γυναίκες φώναζαν «Αληθώς, αληθώς!» και παρόμοιες εκφράσεις. «Δεν υπήρξε ποτέ παράλυτος!», σαν να ακούστηκε, αλλά κανείς δεν είχε μιλήσει. Το κλίμα ήταν πανηγυρικό.

Σιωπή απλώθηκε προσωρινά όταν ο Καγκελάριος, σηκωμένος καθώς ήταν, και στηριζόμενος σε ένα ραβδί που του είχαν δώσει στο μεταξύ οι αξιωματούχοι του Κόμματος, θέλησε ν' απευθυνθεί στο κοινό. Προηγουμένως είχε αγκαλιαστεί με όλα τα κορυφαία στελέχη, του Συμβούλου επί της Σοσιαλιστικής Οικονομίας μη εξαιρουμένου. Αλλά σύντομα τα βουητά και οι μουρμούρες γέμιζαν κάθε κενό στην ομιλία του. «Η επιστημονική κοσμοθεωρία δε μπιστεύει σε μαγείες κι ανώτερες οντότητες, δε δέχεται θεό κ' υπερφυσικές δυνάμεις», βροντοφώναξε ο Καγκελάριος διαπερνώντας με ένα βλέμμα το συγκεντρωμένο πλήθος. «Ναι, δεν υπάρχει χώρος για μυστικ'στικές εικασίες, δε χρειάζετ' η “'πόθεση Θεός”, όπως το 'πε ο Λαπλάς, το πνέμα είν' αντανάκλασις της ύλης, έτσι είναι... Αλλά τούτο δω το θάμα δε το 'χω ξαναδεί! Μπορώ και περπατώ, έπειτα από χρόνια. Δεν ξέρω ποια δύναμη μου προσέφερε το δώρο, αλλά θα κάνω ό, τι μπορώ για να το διαφυλάξω σα θησαυρό». Κάποιοι από τους μπροστινούς ισχυρίζονταν πως δάκρυσε και δάκρυζαν οι ίδιοι από χαρά και συγκίνηση κι αγκαλιάζονταν.

Ο αρχιεπίσκοπος παρενέβη και, με λόγο θεολογικά μεστό και στοχευμένο, εξέφρασε την άποψη του για τις πιθανές αιτίες και συνέπειες αυτού του εξαιρετικού γεγονότος. Στη συνέχεια ο λόγος πέρασε εκ νέου στον Καγκελάριο, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση ελαχίστως διαφορετική από την προηγούμενη. «Σ'χωράτε με που μιλάω έτσι», είπε, «η συγκίνησις μου πήρε τα μυαλά. Δε λέω ότι πρέπει να πάρετε το λόγο μου τοις μετρητοίς, δε λέω αυτό, κάθε άλλο. Γραμμή δε θυσιάζω τις απόψεις μου και στ' αλήθεια ένας άντρας μετράει όσο οι ιδέες του! Το τελευταίο που χρειαζόμαστε ειναι να επιστρέψει ο φιντεϊσμός απ' το παραθύρι... Αλλά θα 'μουνα ψεύτης αν δε μπαραδεχόμουνα μπροστά σας -“ενώπιο σας”, που λένε- τη σύχυση και το θαμασμό μου, ακριβώς όπως εσείς τα νιώθετε, γιατί ένας από σας είμαι κι εγώ, και μάλλον όχι ο αξιώτερος!» Γέλια κι επιδοκιμασίες ακούστηκαν από το κοινό, και παραξενεύτηκε ο Κ. διότι, ειδικά όσον αφορά την τελευταία διαπίστωση του αγαπητού ηγέτη, η διαφωνία τους ήταν έκδηλη. «Η γυναίκα μου αναρωτήθηκε τον καιρό που ήμουνα καθηλωμένος», συνέχισε εκείνος με κάποιαν ένταση, «γιατί υπάρχουν τα παιδιά. Για ποιο λόγο δηλαδή οι άθρωποι -και όχι μόνον- έρχονται στον κόσμο ως μικροσκοπικά όντα που αναπτύσσονται με τον χρόνο, αντί για ήδη έτοιμοι άντρες. Ξέρω ότι το ζήτημα δεν έχει τεθεί σωστά από εξελιχτική σκοπιά, και λαβάνοντας υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα το διατυπωθέν ερώτημα είναι να πούμε γελοίο. Δε μπορώ ν' αντισταθώ όμως στο μπροβληματισμό. Γιατί; Κοιτάξτε τα μωράκια πως κουνιούνται συνεχώς και χειρονομούν ζωηρά, μιλούν ακατάληπτα και τρώνε και παίζουν και ρεύονται κι αφοδεύουν. Κάθε στιγμή μοιάζει γιορτινή γι' αυτά και μόνο να διδαχτούμε μπορούμε απ' το παράδειγμα που δίνουν. Θαμάστε το υπέροχο παιχνίδισμα τους, όλο απλότητα και χάρη. Ψηλαφίζουν τα πάντα και μαθαίνουν από τα λάθη τους, που τα επαναλαβάνουνε ξανά και ξανά. Τα παιδιά υπάρχουν για να μας καταπλήσσουν και να συγκινούν την ύπαρξη μας -“ως τα βάθη”, που λένε-, για να δοξολογούν τον Χριστό και να μας υπεθυμίζουν διαρκώς πόσο θαμαστός είν' ο κόσμος -και θα ήταν ακόμη και χωρίς αυτά, μολοταύτα υπάρχουν, είν' εδώ μαζί μας-, ώστε μπορούμε ν' αναφωνήσουμε, σε συμφωνία με τας γραφάς, ότι “καλώς εποίησεν”. Τέτοιες σκέψεις τη βασάνιζαν όλα αυτά τα χρόνια, κι εμένα μαζί της, κι ας υπήρξα σ' ολάκερη τη ζωή μου άθεος, κι ας μου ήταν άγνωστο και το σημείο του σταυρού ακόμη». Μόλις τώρα πρόσεξε ο Κ. ότι στεναγμοί ακούγονταν από μητέρες και πατέρες που κουβάλησαν αρρώστους, παιδιά και ηλικιωμένους μέχρι εδώ, πιθανότατα από την αδήριτη παρόρμηση προς αναζήτηση ελπίδας, οσοδήποτε αδιευκρίνιστης.

«Τι ζητούσαν όλοι αυτοί; Ήρθαν να δουν τον σακάτη στο τσίρκο; Υπήρξε στην πραγματικότητα παράλυτος, έστω και μια στιγμή;» Καμία απάντηση, ασφαλώς. Καθώς οι ομιλίες προχωρούσαν, ο Κ. αισθάνθηκε τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της ζέστης και χαλάρωσε τη θηλιά του παλτού του κατά δύο κουμπιά. Αρκετοί από τους υπόλοιπους άρχισαν να κάνουν το ίδιο, και ήταν απορίας άξιο πως δεν το είχαν πράξει ως τότε. Ο αρχιεπίσκοπος επανήλθε εν τω μεταξύ στην αγόρευση του, ως εάν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτε άλλο, αναφέροντας πως οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι όταν έρθει η βασιλεία, πως θα ισοπεδωθούν όλοι οι βράχοι και θα γεμίσουν τα κενά και δε θα υπάρχει πόνος ούτε χρόνος ούτε θάνατος, όταν σημάνει η μέρα του Κυρίου, η οποία θα φέρει την ολοκληρωτική αναγέννηση της ανθρωπότητας. Ο Καγκελάριος αρπάχτηκε απ' αυτές τις επισημάνσεις. «Οι καταπιεσμένοι θα δικαιωθούν», είπε, «αναπόφεκτος ειν' ο θρίαβος τους!» Ο αρχιεπίσκοπος έγνευσε καταφατικά και ξερόβηξε, προτού συνεχίσει. «Νομίζω πως μπορεί πλέον το σώμα της Εκκλησίας δια της Ιεράς Συνόδου να δρομολογήσει την εκκίνηση της διαδικασίας για την άμεση αναγνώριση και ανακήρυξη σε άγιο του πατρός Δωροθέου. Η επευφημία του λαού και το συντελεσθέν θαύμα αποτελούν επαρκείς ενδείξεις, και μαρτυρούν την αλήθεια της Ορθοδόξου πίστεως και της Εκκλησίας μας, η οποία υπάρχει στην ιστορία ως το ζων σώμα του αναστάντος Χριστού». Ο πατήρ Δωρόθεος, γνωστός επί το λαϊκότερον ως παπα-Ντόροθυ, αν και γεννήθηκε και πορεύτηκε για χρόνια στον κόσμο ως Δημήτριος Γκέρστερ-Φλόυντ, ήταν μια αμφιλεγόμενη, περιθωριακή μορφή. Οι φτωχοί και αμόρφωτοι τον αγαπούσαν, ακόμη περισσότεροι τον λάτρευαν ως άγιο ενόσω ήταν ακόμη ζωντανός, ενώ τέλος αρκετοί, προερχόμενοι κυρίως από τα ανώτερα κομματικά κλιμάκια και τα πανεπιστήμια, τον θεωρούσαν έναν χαρισματικό όσο και αντιδραστικό τσαρλατάνο, γέννημα μιας εποχής τόσο μακρινής, που ήταν σαν να μην υπήρξε.

Η όχληση από τον ήλιο επανερχόταν σαν πολιορκητικός κριός, ήταν σίγουρα διαδεδομένη όταν άρχισε η αναστάτωση. Μια ανεπαίσθητη μετατόπιση των ποδιών, ίσως κάποια υποχώρηση στην ένταση της φωνής και τη ζωηράδα των κινήσεων, συνοδευόμενα από το αδιόρατο στράβωμα του προσώπου. Ο Καγκελάριος έδειξε να αισθάνεται δυσφορία, παραπάτησε και πέφτοντας παρέσυρε το καροτσάκι από το οποίο είχε σηκωθεί. Τα πόδια του έμεναν ακίνητα σαν να ζύγιζαν μισό τόνο. Ήταν εξαρχής ζήτημα χρόνου; «Έπεσε, γκρεμίστηκε!» φώναξε κάποιος, και σχεδόν ταυτόχρονα λαλιές που έρχονταν από παντού: «Τίποτα δεν έγινε! Όλα είναι ψέμμα!» ή «Δεν υπάρχει Χριστός!» - «Δεν υπάρχει Καγκελάριος, ούτε Δημήτρης Φλόυντ», σκέφτηκε ο Κ. καθώς το πλήθος εφορμούσε. Από τον όχλο μόνο φασαρία αναδυόταν, κραυγές συχνά ακατάληπτες, ενώ θόρυβοι από χτυπήματα, γροθιές και σπρωξίματα ανέβαιναν μέχρι τον ουρανό. Ήχησε ένας πυροβολισμός από τη μεριά του ανθρώπινου φράγματος της Λαϊκής Πολιτοφυλακής, που συγκρατούσε το χείμαρρο. Οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν από το θόρυβο. Ο Κ. κοίταξε λίγο παραδίπλα, όπου ο όχλος συνέχιζε απτόητος να κάνει ό, τι έκανε, που κατά την εκτίμηση του δεν ήταν τίποτε απολύτως. Φλύαρη αναμονή, αυτό ήταν. Ιντερλούδιο μεταξύ ξεσπασμάτων βίαιων και ρυπαρών. Ο θόρυβος του όπλου, μπαμ!, και σύντομα οι σοσιαλιστές δικτάτορες σμπαραλιαζόντουσαν κάτω από τα τσαλαπατητά του κόσμου που βοούσε, ο Κ. τους είδε και ήταν μάρτυρας σε αυτό. «Όταν ο βρυχηθμός του πλήθους ακουστεί, όλα γύρω θα σωπάσουν». Και ο Reichserzkanzler και ο Volkskommissar και ο Berater και ο Erzbischof ξεγυμνώνονταν σαν πουτανίτσες και περνούσαν από το μπουλούκι και τα διαρκή ποδοπατήματα σαν μέσα από μηχανή του κιμά. Έπειτα από λίγο, τα ουρλιαχτά είχαν σκεπαστεί και ο καθένας υπέκυπτε στην παράξενη αυτή Δικαιοσύνη. Ένας ιερωμένος αγανάκτησε που τον έδερναν: «Φίδια! Φίδια! Ανάθεμα τη μάνα και τον πατέρα που σας γέννησε», είπε κατακεραυνώνοντας τους διώκτες του, χειρονομώντας και προφέροντας τις λέξεις τόσο γρήγορα και σφυριχτά που τα φωνήεντα σχεδόν εξαφανίζονταν. Ένας άλλος, από τους γραφειοκράτες αυτή τη φορά, επιχείρησε να διαφύγει τρέχοντας από τη μάζα, αλλά τον πρόφτασαν και τον έπιασαν. «Άσε με, κτήνος» πρόσταξε εκείνον που τον κράταγε, χωρίς να λάβει απόκριση. «Άσε με σου είπα, παλιογορίλλα!» Ο άνδρας ήταν πράγματι λίγο μεγαλόσωμος και δε δυσκολεύτηκε να πετάξει τον αξιωματούχο κάτω σαν πάνινη κούκλα. Με τη βοήθεια δύο άλλων τον ακινητοποίησαν και του τσάκισαν το γόνατο με ένα τόσο δα σφυράκι. Αφού τελείωσαν με το ένα, στράφηκαν στο άλλο, δίχως να εμφανιστεί κανείς από τη Λαϊκή Πολιτοφυλακή για να τους σταματήσει. Ενώ ο πεσμένος άντρας διαμαρτυρόταν ακόμη για την αντιμετώπιση της οποίας τύγχανε αναίτια, εκείνοι βαθούλωσαν το κρανίο του με κοφτά, επαναληπτικά χτυπήματα. Κάπως έτσι, χάρη σε μιαν ασήμαντη παρεξήγηση, ή λόγω του ανυπόφορου της ζέστης,
   ίσως δε γλίτωσε κανείς εκείνη την Κυριακή,
   από τους υποτιθέμενους ή
   τους πραγματικούς αντιφρονούντες,
   όλα τελείωσαν, το κατάλαβε άραγε κανείς
   από τη μανιασμένη αγέλη;
   σκέφτηκε ο Κ. σαν απέστρεψε το βλέμμα του
   με αηδία.

-------------------------------------------------------------------------------------
* Στον Weltschmerz K. έχω αναφερθεί και στο παρελθόν. Ένα δείγμα της δουλειάς του, γραμμένο δύο ακριβώς χρόνια πριν από αυτό που δημοσιεύουμε σήμερα, φιλοξενήσαμε εδώ. Όπως και εκείνο, έτσι και το σημερινό αποτελεί -δηλαδή φιλοδοξεί να αποτελέσει- τμήμα ενός ευρύτερου μυθοπλαστικού έργου - του ίδιου μυθιστορήματος δηλαδή, που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί μολονότι ξεκίνησε τον Μάιο του 2008! Γνωστό είναι για τον εν λόγω πως αποτελεί έναν δημιουργό του οποίου το έργο χαρακτηρίζεται από μια ανυποχώρητη στράτευση ενάντια στη βλακεία, την ασχήμια και τον Κομμουνισμό. Είναι το ψεύδος, η αδικία, η αντιδραστική ατιμία και οι σοσιαλιστικές ιδέες και πρακτικές (που άλλωστε προϋποθέτουν όλα τα προηγούμενα) που καταγγέλλονται μέσα από την πένα του. Δεν έχω καταλάβει ακόμη εάν γράφει θρησκευτικές παραβολές με -όχι και τόσο- λανθάνοντα πολιτικά μηνύματα, ή αντίστροφα πολιτικές αλληγορίες που αφορούν στην πραγματικότητα θεολογικά ζητήματα ή, θέλω να ελπίζω, ως κριτικός που έχει επενδύσει το επαγγελματικό του μέλλον στην ανάλυση του oeuvre του συγκεκριμένου auteur, τίποτε από τα δύο, αλλά κάτι άλλο.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Δυο κείμενα για τον Χέγκελ


Με μεγάλη χαρά παρουσιάζουμε δυο τοποθετήσεις, άμεσα σχετιζόμενες μεταξύ τους, από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών*: 


Θάνος Λιάπας: Το σύστημα του Χέγκελ και μια προσπάθεια απομυστικοποίησης της "Ιδέας"



Μία εξαιρετικά ευσύνοπτη αλλά πολύ αποκαλυπτική περιγραφή του συστήματός του μας δίνει ο Χέγκελ στο κεφάλαιο για την «Απόλυτη Ιδέα»: «Η φύση και το πνεύμα είναι εν γένει διαφορετικοί τρόποι για να παρουσιάζει η Ιδέα το προσδιορισμένο Είναι της· τέχνη και θρησκεία οι διαφορετικοί τρόποι για να αυτοσυλλαμβάνεται και να δίνει στον εαυτό της ένα σύμμετρο προσδιορισμένο-Είναι. Η φιλοσοφία έχει το ίδιο περιεχόμενο και τον ίδιο σκοπό με την τέχνη και τη θρησκεία· αλλά αυτή είναι ο ύψιστος τρόπος της για να συλλαμβάνουμε την απόλυτη Ιδέα, επειδή ο τρόπος της είναι ο ύψιστος, η έννοια. Η φιλοσοφία, συνεπώς, περιλαμβάνει εντός της τόσο εκείνους τους σχηματισμούς της ρεαλιστικής και ιδεατής περατότητας όσο και εκείνους της απειρότητας και της αγιότητας, τους συλλαμβάνει κατανοητικά (begreifen δηλαδή στο επίπεδο της έννοιας - ΘΛ) όπως και τον ίδιο τον εαυτό της. Η εκπόρευση και η γνώση αυτών των μερικών τρόπων είναι τώρα η απώτερη υπόθεση των επιμέρους φιλοσοφικών επιστημών. Το Λογικό στοιχείο της απόλυτης Ιδέας μπορούμε επίσης να το αποκαλέσουμε έναν τρόπο αυτής της ίδιας… ο καθολικός τρόπος, μέσα στον οποίο είναι ανηρημένοι και συμπεριλαμβανόμενοι όλοι οι μερικοί τρόποι». (σελίδα 621, Διδασκαλία περί της Έννοιας, μτφ. Δ. Τζωρτζόπουλος)

Θα επιχειρήσουμε τώρα να παρουσιάσουμε όσα παραπάνω παραθέτουμε: Δεν υπάρχει Φιλοσοφία εν γένει ή αλλιώς η Φιλοσοφία εν γένει είναι μία αφαίρεση, κενή περιεχομένου. Από τη στιγμή που κάνουμε λόγο για Φιλοσοφία πρέπει να επιλέξουμε την επιμέρους μορφή αυτής. Αν θέλουμε να νοήσουμε την Φιλοσοφία ως συγκεκριμένη ολότητα θα πρέπει να εκκινήσουμε από εκείνη την μορφή, η οποία είναι η πλέον αφηρημένη και άρα περιλαμβάνει όλες τις άλλες μορφές εντός της. Μας έχει ήδη πει στον Πρόλογο της Φαινομενολογίας ότι έφθασε ο καιρός να υψωθεί η Φιλοσοφία σε επιστήμη, όπου ως επιστήμη έχει κατά νου την ύψωση στον Λόγο (και την έννοια), όπου έχει εξαλειφθεί η αντίθεση υποκειμένου-αντικειμένου. Επομένως όλες οι επιμέρους Φιλοσοφίες είναι επιστήμες που συλλαμβάνουν το αντικείμενό τους εννοιακά και άρα όχι αισθητηριακά. Η πλέον αφηρημένη μορφή της Φιλοσοφίας είναι η επιστήμη της Λογικής, η οποία μελετά την Ιδέα στην πλέον αφηρημένη της μορφή, με άλλα λόγια μελετά το αντικείμενό της με τις πλέον αφηρημένες κατηγορίες της σκέψης. Στο βαθμό που η επιστήμη της Λογικής έχει ολοκληρώσει τον πλέον στοιχειώδη κύκλο της σπείρας της Φιλοσοφίας ,μεταβαίνουμε στις άλλες πιο συγκεκριμένες επιστήμες όπως είναι η Φιλοσοφία της Φύσης που μελετά την φύση (η ιδέα στην ετερότητά της) καθώς και η Ψυχολογία ,η Φαινομενολογία και η Άνθρωπολογία που μελετούν το υποκειμενικό πνεύμα. Στην συνέχεια η Φιλοσοφία του δικαίου μελετά το αντικειμενικό πνεύμα, δηλαδή τις αυτό που συγκροτείται από τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Η τέχνη και η θρησκεία τώρα είναι δύο μορφές αυτό-συνειδητοποίησης της όλης πορείας του πνεύματος, δηλαδή συλλαμβάνουν όλη την προηγούμενη πορεία υπό την αισθητηριακή μορφή διαισθητικά και μέσω παραστάσεων. Όμως η θρησκεία και η τέχνη καθεαυτές δεν είναι επιστήμες και αυτό που ενδιαφέρει τον Χέγκελ είναι οι επιστήμες. Έτσι εκλαμβάνει ως δεδομένα τα περιεχόμενα της τέχνης και της θρησκείας και τα μελετά στο επίπεδο της έννοιας και έτσι εμφανίζεται η Φιλοσοφία της τέχνης(Αισθητική) και η Φιλοσοφία της θρησκείας. Μέσα από όλη αυτή την πορεία ο Χέγκελ φθάνει να προσδιορίσει εντέλει την Φιλοσοφία στην πιο συγκεκριμένη μορφή της, δηλαδή ως αποτελούμενη από όλες τις επιμέρους Φιλοσοφίες, την Φιλοσοφία ως ολότητα, αλλά πλέον ως εν δυνάμει ολότητα αλλά ως ενεργό πραγματικότητα.

Είδαμε στο απόσπασμα από τον Χέγκελ να γίνεται λόγος για κάποια "Ιδέα". Πράγματι η μυστηριώδης «Ιδέα» πέρα το ότι είναι δύσληπτη δημιουργεί και προβλήματα σε μία αυστηρά επιστημονική πραγμάτευση. Το πρόβλημα είναι ότι η Ιδέα παρουσιάζεται αδημιούργητη και άρα αυτό που μένει από την πλευρά των επιστημών είναι να την συλλάβουν στις διάφορες μορφές της. Για να απομυστικοποιηθεί η Ιδέα θα πρέπει να εξετάσουμε την δημιουργία της γιατί σε καμία περίπτωση δεν είναι causa sui. 

Την δημιουργία της Ιδέας δεν επιχείρησε να την εξετάσει ο Χέγκελ. Ο Χέγκελ μπορεί να είπε ότι της σκέψης προηγούνται οι αισθήσεις, η εμπειρία κτλ. αλλά δεν μπόρεσε να αντιληφθεί υπό ποιες διαδικασίες γεννάται ακόμα και η ίδια η εμπειρία. Με άλλα λόγια εξέλαβε την νόηση(τη νόηση με την ευρεία έννοια που περιλαμβάνει ακόμα και τα συν- αισθήματα) ως δεδομένη και ως προϊόν συγκεκριμένων διαδικασιών. Εδώ έχουμε κατά νου βεβαίως την παραγωγή τόσο ως σχέση ανταλλαγής ύλης με την φύση όσο και ως σχέση μεταξύ των παραγωγών. Η ανάπτυξη των αισθήσεων, η συλλογή εμπειριών, η αισθητική μορφή συνείδησης  και οι επιστημονικές γνώσεις αναπτύσσονται στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Φυσικά η φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη ιδίως στην εποχή μέχρι τον Χέγκελ(γιατί σήμερα η επιστήμη είναι άμεση παραγωγική δύναμη) είχε σχετικά μεγάλη αυτονομία από την παραγωγή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να γεννηθεί Φιλοσοφία δίχως την παραγωγή. Όταν ο Αριστοτέλης έλεγε ότι πρέπει να λυθούν τα βιοτικά προβλήματα για να ασχοληθεί κανείς με την Φιλοσοφία και ότι το κίνητρο είναι το «θαυμάζειν» δεν έκανε λάθος. Αυτό που δεν μπορούσε να αντιληφθεί ήταν ότι θα ήταν αδύνατο να υπάρξει η δυνατότητα τόσο αφηρημένης σκέψης όπως είναι η φιλοσοφική δίχως την διαμόρφωση μέσω της εργασίας της ανθρωπότητας επί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Ο Χέγκελ αντιλαμβανόταν ότι η Φιλοσοφία προϋποθέτει και προκύπτει μέσα από κατώτερες μορφές νόησης, δηλαδή την τέχνη και την θρησκεία. Όμως με αυτή την ορθή του θέση  απλά μεταθέτει το ερώτημα, δηλαδή  στο υπό ποιες προϋποθέσεις δημιουργείται η τέχνη και η θρησκεία και σε τελική ανάλυση υπό ποιες προϋποθέσεις γεννάται η νόηση. Αυτό το καθήκον ανέλαβε η μαρξική και μαρξιστική σκέψη να υλοποιήσει. Από αυτή την άποψη δικαιολογείται και ο τίτλος ιστορικός υλισμός, δηλαδή ως εξέταση της ιστορικής διαδικασίας γένεσης της νόησης ως προϊόν υλικών διαδικασιών. Αυτή η αδυναμία του Χέγκελ είναι η βασική πηγή που οδηγεί στο να τον κατηγορούν για ιδεαλισμό και για απολυτοποίηση της νόησης. Δεν θα ασχοληθούμε επί της παρούσης με το αν είναι και που ο Χέγκελ ιδεαλιστής. Αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι ότι η Ιδέα την οποία μελετά πχ. η Λογική έχει ως πυρήνα της(και από εκεί και πέρα αυτονομείται) την σχέση του ανθρώπου με την φύση και τους άλλους ανθρώπους εντός της παραγωγής.  


Ονειρμάρξ: Η υλικοτεχνική ρίζα της εγελιανής διαλεκτικής (με αφορμή την ανάρτηση του σ. Θάνου Λιάπα)

    

Για κάποιους η σχέση του μαρξισμού με τον Χέγκελ υπήρξε ντροπιαστική. Για μένα το μόνο που μπορεί να γονιμοποιήσει ξανά το μαρξισμό είναι η επιστροφή στον Χέγκελ υπό το πρίσμα των σύγχρονων επιστημονικοτεχνικών εξελίξεων. 

Καταθέτω εδώ κάποιες σκέψεις σε συνέχεια των σκέψεων του συντρόφου και συνblogger Θάνου Λιάπα, με αφορμή την ανάρτησή του εδώ http://bestimmung.blogspot.gr/2013/05/blog-post_25.html. Οι σκέψεις αυτές έχουν τη μορφή δύο παρατηρήσεων, με τη πρώτη να προετοιμάζει το έδαφος για τη δεύτερη. Είναι προφανές πως δεν ''λήγω'' κάποιο θέμα, παρά μόνο προσπαθώ να προεκτείνω το προβληματισμό σε μια ορισμένη κατεύθυνση. 

Παρατήρηση 1: Νομίζω είναι ωραία η τοποθέτηση του προβλήματος της (ιστορικής) ''γέννησης'' της ίδιας της (εγελιανής) Ιδέας. Στο σύστημα του Χέγκελ ανακαλύπτουμε εκ των υστέρων (a posteriori) αυτό που ίσχυε εκ των προτέρων (a priori). Στην ''Επιστήμη της Λογικής'', η Αλήθεια του Είναι, αυτό που προϋπέθετε εξ αρχής όλη η διδασκαλία του Είναι, αποδεικνύεται τελικά πως ήταν η Ουσία, και έτσι γίνεται το πέρασμα στη Διδασκαλία περί της Ουσίας. Ως Αλήθεια της Ουσίας αποδεικνύεται η Έννοια, και έτσι γίνεται το πέρασμα στη διδασκαλία της Έννοιας. Στο τέλος της διδασκαλίας της Έννοιας, βλέπουμε πως η Ιδέα, και τελικά η Απόλυτη Ιδέα, ως το ίδιο το (διαλεκτικό-εγελιανό) γνωρίζειν, η ίδια η μέθοδος, ήταν τελικά η Αλήθεια που προϋπέθεταν απριορικά όλες οι διδασκαλίες. Γιατί αυτό που είναι πρότερο των εκάστοτε περιεχομένων της νόησης είναι η μέθοδος, όχι ως αποξενωμένη, από τα έξω επιβαλλόμενη μορφή, αλλά ως εκείνη η μορφή που είναι εμμενής στο περιεχόμενο, η λογική-μορφική ροπή των ίδιων των περιεχομένων. Αυτό είναι η μέθοδος, το γνωρίζειν, η Απόλυτη Ιδέα. Εδώ η αναζήτηση του Απόλυτου (άνευ προϋποθέσεων, δηλαδή το αληθινό a priori), της Αλήθειας, του Θεού, αναστοχάζεται τον εαυτό της και τον συλλαμβάνει στην παραγωγική, μορφοπλαστική κίνησή του. 

Όμως αυτή η κίνηση από μόνη της δεν αρκεί, ακόμη και νοημένη στο σύνολό της. Πρέπει να είναι κίνηση της Ιδέας μέσα σε μια συγκεκριμένη επικράτεια. Επικράτειες του Λόγου: Φύση, Υποκειμενικό Πνεύμα, Αντικειμενικό Πνεύμα...

Πιστεύω πως η Επιστήμη της Λογικής, ως σύλληψη του διαλεκτικού γνωρίζειν ''ως τέτοιου'', μπορεί να διαβαστεί ως συγκροτούσα ένα ''μοντέλο μοντέλων'' (metamodelisation). Είναι το διαλεκτικό μοντέλο συγκρότησης των επιμέρους μοντέλων στις διάφορες γνωστικές επικράτειες. Η Επιστήμη της Λογικής δεν είναι ακόμα συγκεκριμένη. Η Ιδέα γίνεται συγκεκριμένη ''αλλοτριώνοντας τον εαυτό της'' ως Φύση. 

''Η Ιδέα που είναι δι' εαυτήν (=αυθύπαρκτη), όταν βλέπεται σύμφωνα προς αυτή την ενότητα με τον εαυτό της, είναι εποπτεύειν και η εποπτεύουσα ιδέα είναι φύση. Αλλά ως εποπτεύειν η ιδέα, μέσω εξωτερικής ανασκόπησης, έχει τεθεί μέσα στον μονόπλευρο προσδιορισμό της αμεσότητας ή της άρνησης. Αλλά η απόλυτη ελευθερία της ιδέας έγκειται στο ότι η ιδέα δεν μεταβαίνει απλώς στη ζωή, ούτε ως πεπερασμένο γνωρίζειν αφήνει τη ζωή να εμφανίζεται εντός της. Μέσα στην απόλυτη αλήθεια του εαυτού της αποφασίζει να αποπέμψει από τον εαυτό της το στάδιο της μερικότητάς της, δηλαδή του πρώτου προσδιορισμού και της πρώτης ετερότητας, να αποπέμψει την άμεση ιδέα ως αντανάκλασή της, και να προβεί ελεύθερα ως φύση'' (Γκέοργκ Χέγκελ, Επιστήμη της Λογικής [''Μικρή Λογική''], εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Γιάννη Τζαβάρα, εκδόσεις Δωδώνη, παράγραφος 244, σελίδα 482).

Ο Γιάννης Τζαβάρας σε υποσημείωση περιγράφει την παραπάνω εξωτερίκευση της Ιδέας ως το ακριβές αντίστοιχο της ενσάρκωσης ενός Θεού ως πράξη της απόλυτης ελευθερίας του. Η ερμηνεία αυτή σωστά λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη σημασία που έχει ο χριστιανισμός από άποψη λογικής σύμφωνα με τον Χέγκελ. Η απλώς Λογική Ιδέα είναι μονόπλευρη, περι-ορίζεται από το αντίθετό της, την ετερότητά της, και αυτή η εξωτερικότητα πρέπει να αρθεί. Έτσι περνάμε στη φιλοσοφία της Φύσης. Σε μια προφορική προσθήκη ο Χέγκελ λέει πως το πέρασμα στη Φύση είναι μια επιστροφή στο Είναι, στην αμεσότητα της Ιδέας. Αυτή η επιστροφή όμως είναι συνάμα και πρόοδος, ως ανακάλυψη των εξ αρχής δοσμένων προϋποθέσεων. 

Το ερώτημά μου είναι, με βάση τα παραπάνω, αν μπορεί με το ίδιο σκεπτικό, να τεθεί η ''Φύση'' ως προϋπόθεση της Επιστήμης της Λογικής, το ''Πνεύμα'' (υποκειμενικό και αντικειμενικό) ως προϋπόθεση της ''Φύσης'' (για να συλληφθεί η Φύση πρέπει να δια-κριθεί από το Πνεύμα), κ.ο.κ. Μία ένδειξη αυτού του κύκλου βλέπουμε στο ζήτημα της θέσης της ''Φαινομενολογία του Πνεύματος''. Η Φαινομενολογία του Πνεύματος, που σύμφωνα με τον Χέγκελ θέτει τις προϋποθέσεις του περάσματος στην Επιστήμη της Λογικής, επανεμφανίζεται στο ''Υποκειμενικό Πνεύμα'' αφού έχει γίνει η έκθεση του συστήματος των λογικών όρων της ''Επιστήμης της Λογικής''. Από τις δύο αυτές τοπο-θετήσεις της ''Φαινομενολογίας'', θα πρέπει είτε να θεωρήσουμε μία από τις δύο ως έγκυρη (εκείνη ''πριν'' και εκείνη ''μετά'' την παρουσίαση της Επιστήμης της Λογικής), είτε να θεωρήσουμε και τις δύο έγκυρες και να εξηγήσουμε αυτή την επανάληψη ή επαναφορά της Φαινομενολογίας σε δεύτερο επίπεδο (μετά την Επιστήμη της Λογικής, στο Υποκειμενικό Πνεύμα). Είναι σαφές πως η δεύτερη ''Φαινομενολογία'' έχει οργανική θέση στη διδασκαλία του Πνεύματος, ως μέρος του Υποκειμενικού Πνεύματος. Οργανική θέση όμως έχει και η πρώτη Φαινομενολογία, ως θέση των προϋποθέσεων της Επιστήμης της Λογικής. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την ''Επιστήμη της Λογικής'' απόλυτη εκκίνηση, η αρχή με το Είναι και το Μηδέν στο πρώτο στάδιο της Επιστήμης της Λογικής (διδασκαλία περί του Είναι) προϋποθέτει μια καθαρή εποπτεία δηλαδή μια καθαρή Νόηση. Αυτή η καθαρή Νόηση είναι κατάκτηση της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, είναι το αμέσως επόμενο βήμα από την Απόλυτη Γνώση, χωρίς να ταυτίζεται μαζί της. 

Ας επιστρέψουμε έτσι στο ζήτημα της γέννησης της Ιδέας. Το να θεωρήσουμε πως για τον Χέγκελ η ''Ιδέα'' υπάρχει εξ αρχής και άνευ όρων, θα σήμαινε πως δεν υπήρχε η αναγκαιότητα ούτε της ''Φαινομενολογίας του Πνεύματος'' να προετοιμάσει το έδαφος για την ''Επιστήμη της Λογικής'', ούτε της ''Φύσης'' να αποτελέσει το πρώτο στάδιο εξωτερίκευσης της Ιδέας. Δηλαδή, στο βαθμό που ''Φαινομενολογία του Πνεύματος'' και ''Φύση'' παρουσιάζονται ως αναγκαίες στιγμές του εγελιανού συστήματος, δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλήσουμε για έναν Χέγκελ που θεωρεί την Ιδέα περίπου ''αυτοφυή''. Είδαμε στο παραπάνω απόσπασμα πως Η Απόλυτη Ιδέα δεν έχει κατακτήσει την απόλυτη ελευθερία της ακόμα. Η Απόλυτη Αλήθεια της Ιδέας στον εαυτό της σημαίνει την απόφασή της να αποπέμψει από τον εαυτό της το στάδιο της μερικότητάς της, δηλαδή του πρώτου προσδιορισμού και της πρώτης ετερότητας, να αποπέμψει την άμεση ιδέα ως αντανάκλασή της, και να προβεί ελεύθερα ως φύση''.

Το να θεωρήσουμε την εγελιανή Απόλυτη Ιδέα απόλυτη Αλήθεια είναι λάθος παρόμοιο με το να θεωρήσουμε την ''Ουσία'' απόλυτη αλήθεια, όπως κάνουν οι ουσιοκράτες (η εγελιανή ''διδασκαλία περί της Ουσίας'' αποτελεί μια σκληρή κριτική στην ουσιοκρατία). Ο Χέγκελ το λέει ξεκάθαρα, η Απόλυτη Αλήθεια της Απόλυτης Ιδέας δεν είναι το να μείνει ακίνητη στον εαυτό της, αλλά το να γίνει Φύση. Και στη ''Φιλοσοφία της Φύσης'' βλέπουμε επόμενα περάσματα. Ο αγώνας για την ελευθερία συνεχίζεται, σε καμία περίπτωση δεν σταματά στην Απόλυτη Ιδέα, όπως και ο αγώνας για την Αλήθεια. 

Όλα αυτά άραγε είναι μια ''υλιστική ερμηνεία'' του Χέγκελ ή μήπως η ''αληθής ανάγνωση'' του έργου του από τον ίδιο; Ή μήπως τίποτα από τα δύο; 


Παρατήρηση 2:

Ας μείνουμε στην εικόνα της διαλεκτικής μεθόδου ως κίνησης και διαδικασίας. Μιλάμε για μια διαλεκτική κίνηση και μια διαλεκτική διαδικασία, όχι για κίνηση και διαδικασία γενικά και αόριστα. Η διαλεκτική αυτή κίνηση είναι μια ενέργεια που παίρνει διαφορικές μορφές. Χρησιμοποιούμε εδώ τη λέξη ''ενέργεια'' σε όλο της το σημασιολογικό εύρος, από τη λέξη ''ενέργεια'' με το νόημα της αφαίρεσης που πραγματοποιούν οι φυσικές επιστήμες, μέχρι τη λέξη ''ενέργεια'' ως δραστηριότητα. Είναι γνωστή η θέση του Χέγκελ για την ''εργασία του αρνητικού''. Επιπλέον, ο Χέγκελ γράφει για το ''ομιλείν'' της Έννοιας ή την ενεργό πραγματικότητά της. Γενικά η Ιδέα είναι όπως είπαμε μέθοδος, γνωρίζειν, αλλά και κίνηση, δραστηριότητα (δραστηριότητα γιατί συλλαμβάνεται η κίνηση του Πνεύματος ως Υποκειμένου που αίρει τη παραδοσιακή εξωτερικότητα υποκειμένου-αντικειμένου). Θα λέγαμε πως στην ''Επιστήμη της Λογικής'' έχουμε το διαλεκτικό γνωρίζειν, τη μέθοδο που είναι η εγελιανή Ιδέα, ενώ μέσα στην Ιστορία (τη φυσική και την πνευματική ιστορία) έχουμε τη δραστηριότητα της Ιδέας (και χωρίς τη δραστηριότητά της η Ιδέα μένει μια κενή αφαίρεση). 

Όπως είπαμε, μπορούμε σαν κοινό παρονομαστή των δύο επιπέδων να κρατήσουμε μια ορισμένη έννοια της κίνησης, σε συνάφεια με μια ορισμένη έννοια ενέργειας, ώστε να περιγραφεί αυτό που ο Χέγκελ ονομάζει γενικά, και σε όλα τα επίπεδα, ''εργασία του αρνητικού''. Ο όρος εργασία επιλέγεται από τον Χέγκελ γιατί αναφέρεται στο Υποκείμενο. 
  
Ενέργεια -> κίνηση = κινητήρας. 

Έτσι θα συνδέσουμε το εγχείρημα του Χέγκελ με τη προσπάθεια ανακάλυψης του αεικίνητου. Ένα καλό παράδειγμα είναι η παρουσίαση του ''καλού απείρου'' από τον Χέγκελ στη ''διδασκαλία περί του Είναι'' (πρόσφατα κυκλοφόρησε σε μετάφραση του Δ. Τζωρτζόπουλου).

http://sfrang.com/historia/parart089.htm

αεικίνητο: Μια μηχανή η οποία, αφού τεθεί σε λειτουργία, συνεχίζει να λειτουργεί επ' άπειρον χωρίς την παροχή ενέργειας.

Η ''παροχή ενέργειας'' είναι μια εξωτερική ώθηση. Η εγελιανή μηχανή λειτουργεί χωρίς εξωτερική ώθηση. Είναι αυτοκινούμενη, η ίδια η λειτουργία της είναι η πηγή της αυτοκίνησής της. Πράγμα που αποτελεί την πλησιέστερη αναπαράσταση μιας απόλυτης ελευθερίας. 

Οι αποδείξεις που προσκόμισε η θερμοδυναμική περί αδυναμίας κατασκευής της αεικίνητης μηχανής είναι βασική ''κρυφή'' προϋπόθεση του μαρξικού ισχυρισμού πως μόνο η ζωντανή, και όχι η νεκρή εργασία (μηχανές), παράγει υπεραξία. Παρ'όλα αυτά, πιστεύω πως το ζήτημα αυτό πρέπει να τεθεί σε κάπως διαφορετική βάση, με εκκίνηση το παραπάνω σκεπτικό. Αφήνουμε όμως στην άκρη αυτό το θέμα προς το παρόν. 

Η μαρξική επιστημονική θέση έχει μια εξαίρεση: Το μακρινό σενάριο μιας αυτοματοποίησης τέτοιας, ώστε οι μηχανές να έχουν ''συνειδητότητα''. Ή, σε μια διαφορετική και πιο ρεαλιστική εκδοχή αυτού του σεναρίου, σε περίπτωση που άνθρωποι και μηχανές αποτελούν από κοινού και στη συνάρθρωσή τους μια παραγωγική μηχανή με νοημοσύνη. Αυτή είναι η περίπτωση που περιγράφει ο Μαρξ στα Grundrisse ως γενική εποπτεία-επιστασία-έλεγχο των ανθρώπων πάνω σε αυτοματοποιημένες διαδικασίες, με τις οποίες αυτοί αποτελούν μια παραγωγική ενότητα. 
Υποθέτουμε λοιπόν εδώ πως η εγελιανή μέθοδος προσπαθεί να αναπαραστήσει το αληθινό αεικίνητον, την απόλυτη ελευθερία, την κίνηση που εσωτερικεύει τους εξωτερικούς της όρους. Ο Χέγκελ στη Φιλοσοφία της Φύσης δείχνει πως η κίνηση στη νευτώνεια μηχανική είναι ακόμη αναληθής, γιατί χρειάζεται εξωτερική ώθηση (παρ. 265 στη μετάφραση του Σταμάτη Γιακουμή). Επισημαίνει πως η ακινησία στην οποία περιπίπτει ένα ''αεικίνητο'', όσο καλά και αν υπολογιστεί ή αποδειχθεί στη θεωρία, αποδίδεται από τους φυσικούς της εποχής εξ ολοκλήρου στη τριβή, δηλαδή σε κάτι εξωτερικό (ίδια παράγραφος). Δηλαδή η ώθηση και το πρόσκομμα της κίνησης στην πεπερασμένη μηχανική είναι κάποιο εξωτερικό αίτιο.

Ο Έγελος αναζητά την αυτοκίνηση πέρα από την πεπερασμένη μηχανική. Το ''αεικίνητον'' προσπαθεί να συλλάβει στο επίπεδο της μηχανής, της μηχανικής, την απόλυτη κίνηση. Μόνο που η κίνηση αυτή δεν αρμόζει στον κόσμο της πεπερασμένης μηχανικής, αλλά στον κόσμο της εμμενούς τελολογίας, της Έννοιας, όπως δείχνει παρακάτω στην Επιστήμη της Λογικής.

Το εγελιανό γνωρίζειν, η μέθοδος, είναι μια ορισμένη τεχνική σχέση με τον εαυτό. Όχι όμως τεχνική με τη μηχανιστική έννοια, αλλά τεχνική με συνειδητότητα, τεχνική νοημοσύνη ή νοημοσύνη της (διαλεκτικής) τεχνικής. Είναι το γνωρίζειν του γνωρίζειν, η αυτοσυνειδησία της διαλεκτικής ''τεχνικής'' μεθόδου. Το σύστημα των λογικών όρων του Χέγκελ είναι ένα Τεχνικό Σύστημα που έχει Νοημοσύνη και για αυτό το λόγο η εγελιανή φιλοσοφία συλλαμβάνει το Υποκείμενο ως διαδικασία. Διαδικασία ειδικού τύπου, διαδικασία συστηματικής αυτο-συγκρότησης. Διαδικασία ζωντανή, που υπερβαίνει εκ των έσω την τεχνική. 

Το πλησιέστερο προς αυτή τη διαδικασία που έχουμε σήμερα είναι οι διαδικασίες αυτομάθησης και επίλυσης προβλημάτων από μηχανές-ρομπότ με αυτόματο τρόπο. Οι άνθρωποι εξασφαλίζουν την απαιτούμενη ενέργεια που χρειάζονται μέσα από την εργασία τους, με τα μέσα παραγωγής της ύπαρξής τους. Όσο τα μέσα παραγωγής κατέχονται από κάποιους λίγους, η ελευθερία της καταπιεζόμενης πλειοψηφίας είναι αδύνατη. Ο μισθός λειτουργεί σαν εξωτερική ώθηση της εργασίας και εξωτερική παροχή της ενέργειας που χρειάζεται ο παραγωγός που πουλά την εργασιακή του δύναμη. Για να πάρει ενέργεια ο παραγωγός δίνει ενέργεια αξιοποιώντας, δίνοντας ζωή στα υλικοτεχνικά μέσα και τη πληροφορία που κατέχει ο κεφαλαιοκράτης, και δίνοντας ζωή χάνει από τη ζωή του. 

Η βασική θέση του κειμένου λοιπόν είναι ότι ο Χέγκελ συλλαμβάνει μια ''πραγματική αφαίρεση'', όπως ο Μαρξ είπε για την αφηρημένη εργασία. ''Πραγματική αφαίρεση'' σημαίνει όχι στο μυαλό των δρώντων απλώς, αλλά ούτε και στον ''Κόσμο'' ανεξάρτητα από τους ανθρώπους. Πρόκειται για μια πραγματική λειτουργικότητα. Η λειτουργία δεν είναι ούτε ''υλική'' ούτε ''άυλη''. 

Μιλήσαμε για ''τεχνική νοημοσύνη ή νοημοσύνη της τεχνικής''. Όμως αυτό αφορά το σήμερα και το αύριο, όχι την εποχή του Χέγκελ. Τί πρέπει να αναζητήσουμε λοιπόν ως το ιστορικό αντίστοιχο της εγελιανής μεθόδου μέσα στην ιστορική εποχή που έζησε ο Χέγκελ; 

Στο πνεύμα του έργου του Michel Serres συνδέουμε, λοιπόν, τον Χέγκελ με τον κινητήρα ως προς τις ιστορικές υλικοτεχνικές προϋποθέσεις εμφάνισης της σκέψης του. Τον συνδέουμε με την ατμομηχανή και τη συνολική ''βιομηχανική επανάσταση'', την νεωτερική και αστική εποχή. Αν η προεγελιανή νεωτερική φιλοσοφία παραμένει εγκλωβισμένη (με εξαίρεση δυνατές διαλεκτικές στιγμές που εντοπίζονται για παράδειγμα στη διαλεκτική του Καντ και την υπερβατολογική φιλοσοφία του Σέλλινγκ) στην τεχνική ενός ανθρώπου-Υποκειμένου που μετασχηματίζει σαν αντικείμενο τη Φύση, ο Χέγκελ επιχειρεί να συλλάβει την ενότητα υποκειμένου-αντικειμένου, πνεύματος-φύσης, ώθησης-κίνησης, ανθρώπου-μηχανής. Επιχειρεί να συλλάβει το αεικίνητο και όχι απλώς το ''νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων''. Επιχειρεί να συλλάβει τη τεχνική της επίλυσης των αντιφάσεων, παραδόξων ή προβλημάτων που ανακύπτουν εμμενώς στην κίνηση των περιεχομένων, και μάλιστα την τεχνική αυτοεπίλυσης, πράγμα που προσπαθεί να κάνει, με ανολοκλήρωτο όμως τρόπο, ο ιστορικός υλισμός στη διαλεκτική παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων και την αυτοεπίλυση της προβληματικής σχέσης ανθρώπων-φύσης (που θέτει το ενεργειακό πρόβλημα). 

Έτσι ο κινητήρας και η α-δυνατότητα του αεικίνητου λειτουργούν, υποστηρίζω, σαν ιστορικό-τεχνικό a priori της εγελιανής μεθόδου, της εγελιανής Ιδέας, που αποτελεί η ίδια το εμμενές a priori κάθε επιμέρους περιεχομενικής κίνησης. 

Για την επαναστατική θεωρία, η εγελιανή σύλληψη προετοιμάζει νοητικά τη προοπτική μιας ''αειφόρου ανάπτυξης'' των κοινωνικών και ατομικών ικανοτήτων και αναγκών, όπου η ''ελεύθερη ανάπτυξη του ενός είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων''. Η σύλληψη αυτή ήταν δυνατή, σε ένα γενικό λογικό της περίγραμμα, από τον Χέγκελ, ακριβώς με την έννοια που λέει ο Μαρξ, πως η ανθρωπότητα θέτει τα προβλήματα που μπορεί να επιλύσει. Και ο καπιταλισμός, πάλι σύμφωνα με τον Μαρξ, έθεσε τη δυνατότητα της κομμουνιστικής ανθρωπότητας, έθεσε τη δυνατότητα της νοητικής ου-τοπικής σύλληψης αυτής πέρα από τον ορίζοντα της καπιταλιστικής κοινωνίας. 

H κίνηση προς την ανθρώπινη χειραφέτηση είναι η άρση της βιο-λογικής αναγκαιότητας και των ενεργειακών περιορισμών, που θέτει τη δυνατότητα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Σήμερα, η σφοδρή γεωπολιτική πάλη για την ενέργεια και η μεθοδική καταπίεση εκατομμυρίων ανθρώπων με πείνα, φτώχεια, ανεργία, μισθωτή σκλαβιά, στην τρομαχτική αντίθεσή τους με τις τεράστιες παραγωγικές, ιατρικές, πληροφοριακές δυνάμεις και τον παραγόμενο πλούτο, δείχνουν σε καθαρή μορφή ποιό μπορεί να είναι το μέλλον της ανθρωπότητας. Δημιουργία ή καταστροφή, δουλεία ή ελευθερία. 

Y.Ρ: Έτσι περιγράφει ο μεγάλος C.S.Peirce την εγελιανή λογική: 

The whole movement is that of a vast engine, impelled by a vis a tergo, with a blind and mysterious fate of arriving at a lofty goal. I mean that such an engine it would be, if it really worked; but in point of fact, it is a Keely motor. Grant that it really acts as it professes to act, and there is nothing to do but accept the philosophy. 

Για τη μηχανή Keely http://en.wikipedia.org/wiki/John_Ernst_Worrell_Keely

--------------------------------------------------
* για κομπλιμάν προορίζεται, σύντροφοι! - Κ.