Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πουλαντζάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πουλαντζάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Αστικό κράτος και "κυβέρνηση της αριστεράς": δύο κείμενα από το Red NoteBook


2014: Χρόνος της Αριστεράς 

του Χρήστου Λάσκου


Είναι περισσότερο από πιθανό πως το 2014 θα σημάνει την αναμενόμενη πολιτική ανατροπή στην Ελλάδα. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς τους επόμενους μήνες συνιστά μια πολύ αληθοφανή δυνατότητα.

Μετά από τέσσερα χρόνια άγριων μνημονιακών πολιτικών, οι οποίες αποδείχτηκαν εξαιρετικά επιτυχημένες στην πραγματική τους στόχευση, που δεν ήταν άλλη από το φόρτωμα της καπιταλιστικής κρίσης στους εργαζόμενους και τους φτωχούς, η ελληνική Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ κατεξοχήν, φαίνεται πως θα αναλάβει να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων και από κυβερνητικές θέσεις.

Οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτή η πολιτική αλλαγή θα επέλθει δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως είναι εξαιρετικά δυσμενείς. Η συντελεσμένη οικονομική και κοινωνική καταστροφή κάνει τα πράγματα ασφυκτικά. Ο διεθνής συσχετισμός, από την άλλη, οφθαλμοφανώς ευνοεί τον αντίπαλο. Δεδομένου, μάλιστα, αυτού που διακυβεύεται η αντίδραση θα είναι λυσσαλέα.

Με άλλα λόγια, η προβλεπόμενη πορεία δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί μια μεγάλη πολιτική και κοινωνική σύγκρουση. Πράγμα που σημαίνει πως αυτό στο οποίο καλούμε τον κόσμο να εμπλακεί πολύ απέχει από την λίγο ως πολύ ομαλή πορεία εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου (;) προγράμματος.

Πρέπει να το λέμε, συνεχώς. Κυβέρνηση της Αριστεράς σημαίνει σύγκρουση μέχρις εσχάτων. Χωρίς μεγάλα περιθώρια τόσο στις επιλογές όσο και στους ρυθμούς.

Το καλό νέο είναι πως η σύγκρουση συνιστά μονόδρομο –να μια χρήση της λέξης, που έχει πραγματική σημασία. Θέλω να πω, αν δεν υπάρξει σύντομα ανάσχεση και αναστροφή της μνημονιακής πορείας δεν είναι απίθανη ακόμη και η ολοσχερής κατάρρευση. Πράγμα που είμαστε υποχρεωμένοι να εμποδίσουμε. Η ολοσχερής κατάρρευση, όνειρο μόνο μηδενιστών σε παράκρουση, προδιαγράφει ένα μέλλον αναντίστρεπτης, μάλλον, βαρβαρότητας.

Με όρους Μπένγιαμιν, η πολιτική ανατροπή στην Ελλάδα είναι αναγκαία ακριβώς για να βάλει φρένο στην καταστροφή. Να δώσει τη δυνατότητα στους «μικρούς ανθρώπους» να ανασάνουν μετά από πολύ καιρό, να πιστέψουν πως μια ζωή με αξιοπρέπεια είναι διεκδικήσιμη ξανά. Κι έτσι να δημιουργήσει τους όρους ενός αληθινά ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού.


Όπως ήδη ειπώθηκε, οι συνθήκες είναι εξαιρετικά προβληματικές. Με μια οικονομία στο χείλος της διάλυσης και με τα αφεντικά έτοιμα να μας πνίξουν. Με τον κόσμο της εργασίας σε μια κατάσταση βουβής αναμονής και την κοινωνική κινητοποίηση σε, προσωρινή έστω, αναστολή. Και, κυρίως, με το αντικειμενικό δεδομένο πως οι συνθήκες ακραίας βιοτικής ανασφάλειας εκτρέφουν πρωταρχικά φόβο, ατομικισμό, κτητικότητα και θανάσιμο ανταγωνισμό σε έναν πληθυσμό που ιδεολογικά ακόμη είναι, από πολλές απόψεις, στην «άλλη πλευρά».


Τι απαιτείται για να τα καταφέρουμε; Αποφασιστικότητα, ανυποχώρητο φρόνημα πως το δίκιο είναι μαζί μας και ξεκάθαρες στοχεύσεις. Όχι πολλά, αλλά σαφή πράγματα.

Στην πραγματικότητα, αυτά που ήδη λέμε. Άμεσο σταμάτημα της δολοφονικής λιτότητας, επαναφορά του εργατικού δικαίου και των εργασιακών σχέσεων στη προμνημονιακή κατάσταση, διασφάλιση της καθολικής και χωρίς όρους πρόσβασης όλων στα δημόσια αγαθά του νερού, του ηλεκτρικού ρεύματος, της υγείας, εξασφάλιση ενός βασικού εισοδήματος για όλον τον πληθυσμό. Και, μαζί, εκκίνηση μιας διαδικασίας ριζικής αναδιανομής του εισοδήματος υπέρ των κατώτερων τάξεων και κατηγοριών και μιας προσπάθειας παραγωγικού μετασχηματισμού με δημόσιες επενδύσεις και μεγάλη ενίσχυση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας -και πρώτη μέριμνα τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Αυτά μπορούν να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα ασφάλειας και μια διάθεση, επομένως, μεγαλύτερης εμπλοκής του κρίσιμου αριθμού ανθρώπων στους αγώνες. Αντί να θέτουμε τα ζήτημα της ανάγκης για αντιμετώπιση της «ανάθεσης» με διακηρυκτικούς όρους έκκλησης θα πρέπει να κατανοήσουμε πως η διαλεκτική ανάθεσης και συμμετοχής, προσμονής και εγρήγορσης είναι εξαιρετικά σύνθετη και αστάθμητη. Αν κάτι, όμως, είναι βέβαιο αυτό είναι πως η σαφήνεια και η εμφανής μεροληπτικότητα των πολιτικών πρωτοβουλιών θα παίξουν καθοριστικό ρόλο.

* * *

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των ριζοσπαστικών πολιτικών και κοινωνικών μετασχηματισμών είναι, όπως συχνά έχει δείξει η ιστορία, πως έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να ξεσπάσουν μέσα στις πλέον αντίξοες συνθήκες. Που σημαίνει πως η Αριστερά εμφανίζεται ως λύση όταν τα προβλήματα γίνονται εξαιρετικά δύσκολα.

Εδώ βρισκόμαστε. Τίποτε δεν θα είναι εύκολο. Και τίποτε δεν είναι προδιαγεγραμμένο –ας λέει ό,τι θέλει το ΚΚΕ. Ο φόβος που επέδειξε το διεθνές σύστημα στην περίοδο των εκλογών του 2012 είναι ένας δείκτης αυτού του απροσδιόριστου, με την θετική έννοια, χαρακτήρα της σύγκρουσης.

Η μακροχρόνια υποχώρηση της Αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες οφείλονταν, σε μεγάλο βαθμό, σε μια βαθειά απογοήτευση σχετικά με τη δυνατότητα αλλαγής του συστήματος, σε μια αποπνικτική, καταθλιπτική, αίσθηση πολιτικής ανικανότητας. Η ανάκαμψή της, έτσι ώστε να αναλάβει το μεγάλο έργο του απαραίτητου και απολύτως επίκαιρου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, θα κριθεί κατεξοχήν από την επιτυχία της να ανταποκριθεί στα πρώτα βήματα, μερικά από τα οποία επισήμανα παραπάνω.

Γιατί ο περίφημος συσχετισμός δυνάμεων, εγχώριος και διεθνής, δεν υπάρχει στατικά και αναλλοίωτα, αλλά παράγεται συνεχώς. Από αυτά που κάνουμε και από αυτά που δεν κάνουμε. Από αυτά που λέμε και από το πώς τα λέμε, από την αίσθηση που αποπνέουμε.


Ασυνέχεια και αριστερή αντιπολίτευση στο κράτος:
για τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση της Αριστεράς

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Η απάντηση στο ερώτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ “θα κάνει τελικά αυτά που λέει” δεν εξαρτάται μόνο ή πρωτίστως από την αποφασιστικότητα και την ηθική ακεραιότητα των στελεχών του. Αν και οι ποιότητες αυτές θα παίξουν φυσικά ρόλο σε κρίσιμες στιγμές, η δραστικότητά τους θα κρίνεται κάθε φορά σε συνθήκες πολυπλοκότερες. Όπως και να το διατυπώσουμε, λοιπόν, το ερώτημα περί “συνέπειας” του ΣΥΡΙΖΑ ρωτά, στην πραγματικότητα, αν μια μη αστική κυβέρνηση μπορεί να “επιβιώσει” πολιτικά στο πλαίσιο ενός αστικού κράτους. Αυτό θα είναι μια κυβέρνηση της Αριστεράς: μία μη αστική κυβέρνηση εντός ενός καπιταλιστικού κράτους, καθώς το τελευταίο δεν ταυτίζεται φυσικά με την κυβέρνηση – εξ ου και δεν αλλάζει με κάθε πολιτική μεταβολή. Απο εκεί, νομίζω, ξεκινά μια (απαιτητική) συζήτηση για το τι πρέπει και τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση της Αριστεράς.

Στο βαθμό που μια τέτοια κυβέρνηση δεν είναι “σαν τις άλλες”, δεν μπορεί εξ ορισμού να στηριχτεί στα θεμέλια των προηγούμενων: στο δόγμα “έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα πάμε”. Από αυτή τη σκοπια, λοιπόν, το να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ “αυτά που λέει” σημαίνει υποχρεωτικά μια ασυνέχεια μέσα στο κράτος, όψεις της οποίας περιγράφει με σαφήνεια η πολιτική απόφαση του Ιδρυτικού του Συνεδρίου [1]. Ασυνέχεια στο κράτος: ανατροπές του νομικού και θεσμικού πλαισίου που μέχρι τώρα θεωρούνταν δεδομένο (στην οικονομική πολιτική, τη δημόσια διοίκηση, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό, το περιβάλλον, τις διεθνείς σχέσεις κ.ά), τουλάχιστον στις βασικές γραμμές, σε ό,τι αφορά δηλαδή το κυρίαρχο μοντέλο συσσώρευσης διά της αφαίρεσης πλούτου, τη διεύρυνση των όρων εκμετάλλευσης και την επιβολή μιας σειράς κοινωνικών ιεραρχιών (εθνικών, έμφυλων κ.ο.κ).

Το εύρος αυτής της ασυνέχειας δεν θα κριθεί από τις αγαθές προθέσεις του προσωπικού μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Θα εξαρτηθεί από την έκβαση συγκρούσεων με “μηχανισμούς και κατεστημένες νοοτροπίες”, που θά΄ λεγαν και οι νεοφιλελεύθεροι, καθώς και με το σημερινό προσωπικό του κράτους, που αν και δεν θεωρεί ότι επιτελεί πολιτικό ρόλο, επιτελεί πολιτικότατο. Ας ακούσουμε τι λέει ο Αλτουσέρ για την περίπτωση της Γαλλίας:

“Η τεράστια πλειοψηφία των υψηλόβαθμων δημόσιων υπαλλήλων, πολιτικών, στρατιωτικών ή αστυνομικών, είναι μεγαλοαστοί καταγωγής ή καριέρας. Και καθώς προχωράμε στην ιεραρχία και στην υπευθυνότητα, [τ]ο κράτος γίνεται πια τόσο πολύπλοκο που καθώς φτάνουμε μπροστά σ’ ένα γκισέ του PTT, του SNCF ή της Κοινωνικής Ασφάλισης, έχουμε χάσει εδώ και καιρό την ταξική πολιτική που από απόσταση αλλά επίμονα κυβερνά όλους τους διοικητικούς μηχανισμούς, και μπορούμε να έχουμε την εντύπωση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε, σύνθετες ασφαλώς, «τυπικότητες», οι οποίες θα μπορούσαν να απλοποιηθούν και είναι «φυσικές». Τι πιο φυσικό από το να αγοράσουμε ένα καρνέ εισιτηρίων για το λεωφορείο ή μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών; Ακριβώς όμως, στη Γαλλία σχετικά με την κάρτα απεριορίστων διαδρομών, υπάρχει ένα ολόκληρο κίνημα διαμαρτυρίας, που αμφισβητεί το καλώς-θεμελιωμένο της αύξησης της τιμής της. Από τη στιγμή δε που πρόκειται για χρήματα, δεν έχουμε καθόλου πλέον την ίδια εντύπωση αυτής της «φυσικής τυπικότητας» όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ταμείο της εφορίας, ούτε ακόμα όταν καταπίνουμε τους τρομερούς έμμεσους φόρους που υφαρπάζουν υπεραξία από το λαϊκό πορτοφόλι” [2].

Με πιο θεωρητικούς όρους, ο Πουλαντζάς εξηγεί ότι

το καπιταλιστικό κράτος, μέσα από μια σειρά “τελετουργιών, μορφών λόγου και δομικών τρόπων θεματοποίησης και πραγμάτευσης των προβλημάτων”, μονοπωλεί τη γνώση και αποκλείει με αυτόν τον τρόπο τις μάζες από οποιαδήποτε αποτελεσματική συμμετοχή στην πολιτική εξουσία [3].

Μπροστά στις συγκρούσεις αυτές, λοιπόν, η έκβαση των οποίων είναι φυσικά άγνωστη εκ των προτέρων, θα δοκιμάζεται διαρκώς η δυνατότητα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς να λειτουργεί στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που περιγράφουν οι προαναφερθέντες: η δυνατότητά της, τελικά, να ασκεί αριστερή “αντιπολίτευση” στο κράτος. Και είναι γι΄ αυτό που, μπροστά στις συγκρούσεις αυτές, θα δοκιμάζεται η ισορροπία ανάμεσα σε δύο διαφορετικές λειτουργίες που χαρακτηρίζουν κάθε κόμμα: η πρώτη αφορά το κόμμα ως οργανωτή κοινωνικών συμμαχιών, σχέσεων κοινωνικής εκπροσώπησης· η δεύτερη έχει να κάνει με το κόμμα ως παραγωγό κρατικής πολιτικής [4].

Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει ότι τα κόμματα της Αριστεράς που άσκησαν κυβερνητικά καθήκοντα μέχρι σήμερα, σε άλλες δεκαετίες μάλιστα με προγράμματα πιο συγκρουσιακά από το δικό του, υπέκυψαν στην “πεπατημένη”: στη συνέχεια του κράτους. Αυτός, εξάλλου, ήταν ένας από τους λόγους που παράτησαν τις ταξικές και κοινωνικές τους αναφορές, υιοθετώντας πιο εθνικά ιδιώματα - λες και κάτι τέτοιο θα ήταν χωρίς συνέπειες. 

Προκρίνοντας λοιπόν την αποτελεσματικότητα ως προς τη δεύτερη λειτουργία, αυτήν της κρατικής πολιτικής, σε βάρος της πρώτης, τα κόμματα αυτά αφέθηκαν να μετατραπούν από “μεσίτες” της κοινωνίας προς το κράτος, σε “μεσίτες”-διαμεσολαβητές του κράτους προς την κοινωνία, απογοητεύοντας τα βασικά κοινωνικά τους στηρίγματα. Δεν συνέβη γιατί το πολιτικό τους προσωπικό υπήρξε ανέντιμο και “πρόδωσε” ή “βολεύτηκε”: ασφαλώς υπήρξαν και τέτοιες διαστάσεις. Συνέβη, αντίθετα, γιατί τα κόμματα αυτά έχασαν (αν υποτεθεί ότι την έδωσαν στα σοβαρά) μία πολιτική μάχη, υποτιμώντας ή αποτυγχάνοντας στο κοινωνικό πεδίο: σ΄ αυτό που, κάπως αφηρημένα και παραδοσιακά, λέμε ακόμα “οργάνωση του λαού” -σε κομματικές οργανώσεις, σωματεία, πολιτιστικά κέντρα, συνεταιρισμούς, συλλόγους φοιτητών, γυναικείες οργανώσεις και κινήματα- και στα ιδεολογικά-“ταυτοτικά περιεχόμενα” αυτής της οργανωτικής λειτουργίας.

Όσο κι αν οι επικείμενες εκλογικές μάχες έχουν τα δικά τους, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, νομίζω ότι είναι κρίσιμο ο ΣΥΡΙΖΑ να τις δώσει (και) υπ΄ αυτό το πρίσμα. Εξίσου κρίσιμο, από άλλη σκοπιά, είναι να κατοχυρώσει τις προϋποθέσεις μιας κομματικής λειτουργίας στην κατεύθυνση αυτή, με συγκεκριμένες επεξεργασίες και με “πρακτικά” παραδείγματα. Έχει πολύ σοβαρούς λόγους για να το αποπειραθεί, και ακόμα περισσότερους να το πετύχει. Κατά τα άλλα, το κράτος, όπως ξέρουμε και από άλλες περιπτώσεις, δεν είναι καθόλου ανίκητο.

______________________

Σημειώσεις

[1] Πολιτική Απόφαση, κεφάλαιο στ΄, 13-13.29 [http://goo.gl/DlWqGV]

[2] Λουί Αλτουσέρ, “Γιατί το κράτος είναι μία μηχανή” (μετάφραση: Μιχάλης Σκομβούλης), Θέσεις τχ. 113 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) [http://goo.gl/y2B2uD]

[3] Θέμης Ανδριόπουλος, “Νίκος Πουλαντζάς - Μισέλ Φουκώ: ΄Μονομάχοι" ή "Συνδαιτυμόνες΄, Ουτοπία τχ. 72 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2006) [http://goo.gl/zdfqKC]

[4] Μεταξύ άλλων: Σπουρδαλάκης, Μ. (1998) (επιμ.), ΠΑΣΟΚ: Κόμμα– Κράτος– Κοινωνία, Πατάκης· Βερναρδάκης, Χ. (2004), Η ίδρυση και η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ: Από το«κόμμα μαζών» στο «κόμμα του κράτους» [http://www.vernardakis.gr/uplmed/8_evolution%20pasok.pdf]

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Μερικές σκέψεις με αφορμή το συνέδριο


των Σταμάτη Λεκάτη και Οδυσσέα Αϊβαλή


Η Συγκυρία και η Ριζοσπαστική Αριστερά

Το αντικείμενο της πολιτικής πρακτικής είναι η μετατόπιση της εκάστοτε συγκυρίας, δηλαδή της εκπροσώπησης, της συμπύκνωσης και της ολοκλήρωσης των ταξικών συσχετισμών δύνα-μης. Η συγκυρία αλλάζει ή μετατοπίζεται διαρκώς μέσω των συγκρούσεων που αναπτύσσονται σε όλα τα επίπεδα και σε όλους τους χώρους του κοινωνικού σχηματισμού, από τον  εργασιακό χώρο και την γειτονιά μέχρι το κοινοβούλιο και το εσωτερικό των κομμάτων. Η πολιτική πρακτική ωθεί τη συγκυρία στην κατεύθυνση των ταξικών συμφερόντων που θέλει να εκπροσωπήσει [1].

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η αντικειμενική πραγματικότητα της υποτίμησης της εργασίας, της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας, πρέπει να μετατοπιστεί προς τη διεκδίκηση αιτημάτων του κόσμου της εργασίας με την αδιαπραγμάτευτη ταξική αλληλεγγύη και την αποδόμηση του κοινωνικού αυτοματισμού, όπως  επιτυχημένα έγινε στην ΕΡΤ. 

Η αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις -που έχουν στόχο τη δημιουργία νέων σφαιρών κερδοφορίας για το κεφάλαιο, σε τμήματα που ανήκαν στο κράτος ως δημόσια αγαθά (νερό, κ.α.)- αποτελεί σημείο συσπείρωσης των εργαζόμενων τάξεων. Η διεκδίκηση δημόσιων αγαθών εμπεριέχει το πρόταγμα της παραγωγής αγαθών που δεν ανήκουν στην σφαίρα των εμπορευμάτων, αμφισβητώντας την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα στον κόσμο των εμπορευμάτων και του κέρδους,  δημιουργούνται κύτταρα όπου οι σχέσεις δεν είναι χρηματικές, τα αγαθά δε θα είναι εμπορεύματα και θα έχουν πρόσβαση σε αυτά ως κοινωνικό δικαίωμα, όλοι οι κάτοικοι της χώρας ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη, φύλο και φυλή.  Η αριστερή στρατηγική δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει τον αγώνα για δωρεάν πρόσβαση σε όλο και περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες, για κοινωνικό έλεγχο σε σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Αυτοί οι αγώνες για την κοινωνική ιδιοποίηση του παραγόμενου πλούτου, εκκινούν ως αμυντικοί αγώνες ενάντια στην τάση επέκτασης του κεφαλαίου και κρυσταλλώνουν την τάση για τον κοινωνικό έλεγχο, τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό κρατικών θεσμών και αμφισβητούν την ηγεμονία του κεφαλαίου. 


Κρίση και συγκυρία 

Η δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος αποτελεί μια φάση επαναπροσδιορισμού του συσχετισμού κεφαλαίου-εργασίας. Προκειμένου να διευρυνθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου ακυρώνονται οι προηγούμενοι ταξικοί συμβιβασμοί και η κρίση κεφαλαίου διαφαίνεται ως ευκαιρία πραγματοποίησης των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που δεν μπορούσαν να γίνουν κοινωνικά αποδεκτές το προηγούμενο διάστημα μετατρέποντας την σε κρίση εργασίας. Ο στόχος της στρατηγικής του κεφαλαίου είναι η υποτίμηση της εργατικής δύναμης μέσα από την ανίχνευση του χαμηλότερου δυνατού σημείου αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων τάξεων. Η λιτότητα προωθείται ως βασικός στόχος του ελληνικού καπιταλισμού ώστε να επιτευχθεί η αύξηση της κερδοφορίας. Η αύξηση του κέρδους γίνεται κυρίως, με τη μείωση των κατώτατων μισθών και της διάλυσης των εργασιακών σχέσεων που προστατεύουν την εργασία, δημιουργώντας φθηνό εργατικό δυναμικό μειώνοντας το κόστος του μεταβλητού κεφαλαίου. Παράλληλα με την καταστροφή κεφαλαίων που δεν αποδίδουν την αναμενόμενη κερδοφορία γίνεται και καταστροφή εργατικού δυναμικού με την παρατεταμένη καθήλωση στην ανεργία ενός μεγάλου κομματιού των εργαζόμενων τάξεων. Έτσι, η αστική τάξη δεν μπορεί να πείσει ότι το συμφέρον της αποτελεί γενικό συμφέρον της κοινωνίας αφού δεν μπορεί να εξασφαλίσει την επιβίωση και την αναπαραγωγή των κυριαρχούμενων τάξεων, και δημιουργείται μία κρίση πολιτικής νομιμοποίησης. 

H Αριστερά, έχοντας ως στόχο την κατάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας προς το συμφέρον των εργαζόμενων τάξεων, πρέπει να διαθέτει πολιτική ικανότητα, κατανόηση της κοινωνικής δομής και του πολιτικού χρόνου. Η πολιτική ικανότητα είναι η δυνατότητα του συλλογικού υποκειμένου να αναγνωρίζει κάθε στιγμή τις συνθήκες της εκάστοτε συγκυρίας, να αντιλαμβάνεται τι απαιτεί η συγκεκριμένη στιγμή και να διαθέτει πολιτική δύναμη ώστε να οδηγεί τη συγκυρία προς την κατεύθυνση της δικής του πολιτικής στόχευσης. Η δεύτερη συνθήκη είναι η γνώση των ρυθμών κίνησης του κοινωνικού σχηματισμού και της συγκεκριμένης φάσης από την οποία διέρχεται τη δεδομένη στιγμή.  

Η εσωτερική υποτίμηση ως επιλογή του ελληνικού καπιταλισμού οδήγησε σε ανάκαμψη των κερδών μετά το πρώτο μνημόνιο. Η εσωτερική υποτίμηση αποτελεί γενίκευση της υποτίμησης που είχε επιβληθεί πριν από την κρίση σε τμήματα της εργατικής τάξης όπως τους μετανάστες, τους νέους εργαζόμενους και τις γυναίκες.  

Αντίθετα, είναι λανθασμένη ανάλυση περί «νέο-αποικιοκρατίας» και «αποικίας χρέους» καθώς αθωώνει  τον ελληνικό καπιταλισμό, παρουσιάζοντας το μνημόνιο ως έξωθεν επιβεβλημένο και τους έλληνες ως ένα σώμα που θα παλέψουν όλοι μαζί. Η συγκεκριμένη ανάλυση υιοθετεί πλήρως την κυρίαρχη αστική ιδεολογία, που όντας ηγεμονική, παρουσιάζει το δικό της συμφέρον ως εθνικό συμφέρον. Έτσι, ο έλληνας εκμεταλλευόμενος παρουσιάζεται σαν να έχει κοινά συμφέροντα με τον έλληνα εκμεταλλευτή και αντίθετα συμφέροντα με τον γερμανό εκμεταλλευόμενο ή τον μετανάστη που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα. 

Επίσης, θεωρούμε λανθασμένη την αναγωγή σε κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα της συγκυρίας, και πρόταγμα από δυνάμεις της αριστεράς, το δίλημμα ευρώ ή δραχμή. Εάν, σύμφωνα και με το σκεπτικό που διατυπώσαμε, ο στόχος είναι η κατάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας προς όφελος των εργαζόμενων τάξεων και της ταξικής και πολιτικής εμβάθυνσης, τότε πρέπει να εντοπίσουμε και να αναδείξουμε εκείνες τις αξίες, που οδηγούν σε αυτήν την κατεύθυνση: δημοκρατία, αλληλεγγύη, συνεργατική οικονομία, κατάργηση των μνημονίων λιτότητας, μεταναστευτικό, οικολογία, φεμινισμός, δικαιώματα, διεθνισμός.

Η κουβέντα ευρώ ή δραχμή και με ποιό νόμισμα θα διαχειριστούμε την κρίση, δεν παράγει τέτοια ηγεμονία, για τρεις κυρίως λόγους:  

-ο πρώτος έχει να κάνει  με την ανυπαρξία ταξικής διαφοροποίησης στο συγκεκριμένο αίτημα. Υπάρχουν δεξιοί και αριστεροί, αστοί και προλετάριοι που συμφωνούν τόσο με την έξοδο όσο και με την παραμονή στην Ο.Ν.Ε. Ο σ. Λάσκος στο άρθρο του στο rednotebook, το θέτει πολύ εύστοχα, και δεν έχουμε να συμβάλλουμε σε τίποτα περισσότερο.  

-ο δεύτερος έχει να κάνει με την τοποθέτηση  στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας περί εξόδου, της έννοιας της ανταγωνιστικότητας.

Η ανταγωνιστικότητα είναι ο κεντρικός πυλώνας της Πολιτικής Οικονομίας του καπιταλισμού, από τον Κέυνς μέχρι τον Φρίντμαν, και  η επίκλησή της από αριστερούς οικονομολόγους ως κεντρικό επίδικο στη διαδικασία ανάκαμψης και εξόδου από την κρίση στο σχήμα υποτίμηση εθνικού νομίσματος-> μείωση κόστους εργασίας-> αύξηση ανταγωνιστικότητας-> αύξηση εξαγωγών, μαρτυρά την πλήρη ηγεμόνευση από την ιδεολογία του αντιπάλου και του οικονομισμού. 

Καμία αριστερή πρόταση κοινωνικού μετασχηματισμού και εξόδου από την κρίση δεν μπορεί, κατ΄ αρχήν, να υπάρξει, εάν δε βάζει στο κέντρο της ανάλυσής της τη διεθνιστική αλληλεγγύη των εργατικών τάξεων, των ανθρώπων που φτωχοποιούνται και περιθωριοποιούνται, σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, κλίμακα.

 Η πύκνωση των διασυνδέσεων, επαφών και κοινών αγώνων αυτού του κόσμου, των συνδικάτων, κινημάτων, κομμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς -τουλάχιστον της Ευρώπης-  είναι εκ των ων ουκ άνευ, σε κοινά μέτωπα και αγώνες κατά της ανεργίας και των μνημονίων, για την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους και του κράτους πρόνοιας, για δίκαιο φορολογικό σύστημα, για την κοινωνικοποίηση και το δημοκρατικό έλεγχο των τραπεζών και των δημόσιων αγαθών.  

- ο τρίτος έχει να κάνει με τον αντιδιαλεκτικό χαρακτήρα του αιτήματος:   

Το δίλημμα ευρώ ή δραχμή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια στιγμή της ταξικής σύγκρουσης που θα έρθει όταν έρθει, αν έρθει και θα απαντηθεί στις συνθήκες που θα μπει από το κίνημα. Και όσο πιο στερεή είναι η ηγεμονία που θα έχουμε χτίσει ως αριστερά και κυβέρνηση, τόσο πιο πειστική θα είναι η απάντηση του κινήματος. Όσο περισσότερο χειραφετείται η κοινωνία στη σύγκρουσή της με την ευρωπαϊκή και ελληνική αστική τάξη, και εμπλέκεται ο λαϊκός παράγοντας, αντί να αναθέτει,  τόσο  περισσότερες είναι οι πιθανότητες να κερδίσουμε χώρο μέσα στην Ε.Ε. και τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες, σε μια πιθανή έξοδο από την Ο.Ν.Ε,  να τη διαχειριστούμε προς μια κοινωνικά δίκαιη, ριζοσπαστική και κινηματική κατεύθυνση. 

 Η από πριν συμφωνία του κόσμου για έξοδο και δραχμή στο δεδομένο ταξικό συσχετισμό και ηγεμονία, είναι σχήμα αντιδιαλεκτικό, και δεν παρέχει καμία δέσμευση, όταν μάλιστα μια τέτοια έξοδος θα είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις στην κοινωνία και στην υλική της αναπαραγωγή.


Κινήματα   

Η ανυποχώρητη στήριξη των κινημάτων και η ανάδειξη τους στην κεντρική πολιτική Η ΕΡΤ και το κίνημα αλληλεγγύης δείχνει τον δρόμο, ενώ η στάση στην επιστράτευση των καθηγητών (ΟΛΜΕ) ως αντιπαράδειγμα φανερώνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός με την μνημονιακή πολιτική. Η ένταση της επίθεσης του κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας δεν θα σταματήσει όσο δεν υπάρχουν σοβαρές αντιστάσεις που θα τολμούν να επιτίθενται και να επαναδιεκδικούν κεκτημένα συνδεδεμένα με την κεντρική πολιτική ανατροπής. 

Η μετατροπή της κρίσης κεφαλαίου σε κρίση εργασίας με αφορμή καταρχήν την κρίση χρέους, αντιμετωπίζεται με ξεκάθαρη ταξική μεροληψία υπέρ της εργατικής τάξης, με την στήριξη κινημάτων και με την καλλιέργεια της διεθνιστικής αλληλεγγύης. 

Η μαζική κινητοποίηση στην ΕΡΤ δείχνει τον δρόμο πάλης ενός κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς που έχει στόχο να εντάξει στις γραμμές του τον κόσμο της εργασίας και να αντεπιτεθεί στο κεφάλαιο, δημιουργώντας ρηγματώσεις στην πολιτική του έως την τελικά νίκη. 

Η συμμετοχή και η ενδυνάμωση αυθόρμητων κινημάτων, με σεβασμό στην αυτονομία τους και η ενσωμάτωση τους στο κεντρικό πολιτικό πρόταγμα, πρέπει να είναι ένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Το παράδειγμα της ΕΡΤ και της Τουρκίας επιβεβαιώνει ότι τοπικά ή μεμονωμένα κινήματα μπορούν να μετατραπούν σε θρυαλλίδα, για κεντρικά επίδικα που αμφισβητούν την κυρίαρχη πολιτική. Ενώ σε πιο προωθημένη μορφή μπορούν να διεκδικούν αιτήματα που αμφισβητούν τους μονόδρομους της αστικής τάξης και παλεύουν για μία οικονομία όπου οι ανάγκες των ανθρώπων θα είναι πάνω από τα κέρδη και την κοινωνική ιδιοποίηση του παραγόμενου πλούτου. 


Αλληλέγγυα Οικονομία και Αυτοδιαχείριση 

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί μία σειρά δράσεων και συνεταιριστικών εγχειρημάτων, που θα μπορούσαν να καταχωρηθούν με τον τίτλο της Αλληλέγγυας Οικονομίας, και ενδεικτικά αφορά κοινωνικά φαρμακεία, κοινωνικά ιατρεία και ωδεία, κοινωνικούς συνεταιρισμούς και παντοπωλεία, τράπεζες χρόνου, χωρίς μεσάζοντες, αυτοδιαχειριζόμενα  εργοστάσια, συνεταιριστικά καφενεία, ελεύθερο λογισμικό κ.α.

Πρόκειται για εγχειρήματα που λειτουργούν με γενικές συνελεύσεις στη βάση της ισότητας, της αυτοδιαχείρισης και αυτοοργάνωσης, θέτοντας στο κέντρο τις κοινωνικές ανάγκες, τη δημοκρατία, την ισότητα στις αμοιβές και την κοινωνικοποίηση των κερδών, αμφισβητώντας στην πράξη τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και τη σχέση κεφάλαιο-εργασία, το κέρδος και την εκμετάλλευση.

Ουσιαστικά είναι μία διαδικασία που βάζει το κίνημα και τις συλλογικότητες να υλοποιήσουν τις διεκδικήσεις τους, και να σταματήσουν το στείρο καταγγελτικό λόγο, υλοποιώντας συνθήκες και δομές στον αντίποδα των κυρίαρχων, βάζοντας σε κίνηση τη δημιουργικότητα του δυναμικού τους, προκαλώντας όλους να πραγματοποιήσουν το σύνθημα «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

Με την έννοια αυτή η Αλληλέγγυα Οικονομία δεν έρχεται να απαντήσει στην οικονομική κρίση ή να υποκαταστήσει το κράτος πρόνοιας, αλλά να συγκροτήσει το δικό μας αντιπαράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης, παραγωγικών σχέσεων και δομών κοινωνικής πρόνοιας, με εργαζόμενους και χρήστες των υπηρεσιών –όπου αυτό είναι δυνατό-  της κάθε δομής να συναποφασίζουν δημοκρατικά.

Σε αυτή τη λογική ο ΣΥΡΙΖΑ και μία κυβέρνηση της αριστεράς πρέπει όχι μόνο να δώσει χώρο σε τέτοιες δομές, αλλά να εκπονήσει ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, όπου η Α.Ο. να αποτελεί έναν από τους πυλώνες της. Πυλώνας που μετασχηματίζει κοινωνικά και ανατρέπει τον ταξικό συσχετισμό, τοποθετώντας το λαϊκό παράγοντα στο κέντρο αποφάσεων της οργάνωσης οικονομίας και κοινωνίας. Πυλώνας που εμβαθύνει στη δημοκρατία, την αλληλεγγύη και τη συνεργασία, αναδεικνύει τις κοινωνικές ανάγκες, διαπαιδαγωγεί ακόμα και στη συνδιαμόρφωση αυτών των αναγκών, αποδυναμώνοντας τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες ατομοκεντρικές αντιλήψεις και πρακτικές.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στη ΒΙΟ.ΜΕ., ως το κορυφαίο ουσιαστικά και συμβολικά παράδειγμα εργατικής αυτοδιαχείρισης. Τη στιγμή που το σύστημα καταστρέφει κεφάλαιο, κλείνοντας εργοστάσια και απολύοντας χιλιάδες εργαζόμενους/ες, οι τελευταίοι αναλαμβάνουν την ανάκτηση του εργοστασίου, και μέσα από τη λαϊκή τους συνέλευση και την αλληλεγγύη του κινήματος, επανεκκίνει την παραγωγή  διεκδικώντας τη συλλογική και ατομική αυτονομία και αξιοπρέπεια.

Η στήριξη από μεριάς της αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ του εγχειρήματος ΒΙΟ.ΜΕ. με όλες τις δυνάμεις μας, είναι μονόδρομος, απαντώντας στην πράξη για τον τρόπο ανάσχεσης των απολύσεων και της ανεργίας,   αφαιρώντας πόρους από το κεφάλαιο και διαθέτοντας τους στον αγώνα υπέρ της κοινωνικής χειραφέτησης.

Δημιουργώντας το κόμμα του κόσμου της εργασίας Η κοινωνική βάση του Σύριζα που τον στήριξε εκλογικά τον Μάη και τον Ιούνη του 2012 αποτελείται κατά πλειοψηφία από μισθωτούς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, άνεργους και νέους σε ηλικία, τους ηττημένους δηλαδή από την μνημονιακή πολιτική. Ένας από τους βασικούς στόχους θα πρέπει να είναι η πολιτική έκφραση και η ένταξη αυτού του κόσμου στις γραμμές του κόμματος και η δημιουργία οργανικών σχέσεων με τις εργαζόμενες τάξεις εκεί που ζουν και εκεί που δουλεύουν. 

Το πολιτικό επίδικο μιάς στρατηγικής της αριστεράς είναι το «πώς  να συλλάβουμε ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελευθεριών με την ανάπτυξη μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών εστιών» [2].

Ξεκινώντας από τη βάση, φαίνεται απαραίτητη η δημιουργία και η ενίσχυση δομών γειτονιάς, όπως λαϊκές συνελεύσεις και εργατικές λέσχες, με οριζόντια επικοινωνία με άλλες δομές. Οι δομές γειτονιάς μπορούν να αποτελέσουν κύτταρα αντίστασης, διεκδίκησης και ριζοσπαστικοποίησης. Αρχίζοντας από άμεσα ζητήματα και τοπικά κινήματα (περιβάλλον, ιδιωτικοποιήσεις, αντιφασιστικό, υπερχρεωμένα νοικοκυριά) με στόχο την αναγωγή όλων αυτών των αιτημάτων σε κεντρικά πολιτικά επίδικα, όπου όλα τα χτυπήματα θα έχουν τον ίδιο στόχο, την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής και την κυβέρνηση του κόσμου της εργασίας. Στις δομές της γειτονιάς χρειάζεται να ενταχθούν άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι και μετανάστες ώστε να μετατραπούν σε κοινωνικές ομάδες διεκδίκησης. Παράλληλα, χρειάζεται να δοθεί έμφαση στην λειτουργία κλαδικών οργανώσεων εντός του κόμματος που θα οδηγούν τον κόσμο που εντάσσεται στο κόμμα σε μία εργατική ρι-ζοσπαστικοποίηση, διεκδικώντας άμεσα εργασιακά αιτήματα. 

Σε επίπεδο τοπικών οργανώσεων, με βάση την μέχρι τώρα εμπειρία, το κόμμα μπορεί να αποτελέσει τον συλλογικό διανοούμενο, που θα έρχεται σε αντιπαράθεση με τα δομικά στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τον σεξισμό, οικοδομώντας μία νέα ταυτότητα στα μέλη. 

Η ένταξη στο κόμμα μισθωτών εργαζομένων, ανέργων και επισφαλώς εργαζομένων είναι βασικός στόχος για τη διατήρηση της ριζοσπαστικότητας του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κόσμος της εργασίας που στήριξε εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αναγκαίο να ενταχθεί κομματικά, να συνδιαμορφώσει την πολιτική του και να ενεργοποιηθεί στον συλλογικό αγώνα.  

Βασικό χαρακτηριστικό του κόμματος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι η εσωτερική δημοκρατία έτσι ώστε το κόμμα να αποτελεί πρόπλασμα της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε. O μόνος τρόπος αντιμετώπισης της γραφειοκρατίας είναι οι δομές άμεσης δημοκρατίας μέσα στο κόμμα και η πολιτικοποίηση όλων των μελών, ώστε να μειώνεται η απόσταση μεταξύ στελεχών και μελών [3].

 Σημειώσεις:

 1.Πουλαντζάς, Ν. (1975α): Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, θεμέλιο, Αθήνα. 

2. Πουλαντζάς, Ν. (1977): Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα.

 3. Γιώργος Σκουλάς:  «Εννοιολόγηση της θεωρίας του Γκράμσι για την Ηγεμονία και το Κράτος»,  Θέσεις

Πηγή Red NoteBook

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Για την επανίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ: το καταστατικό


της Ελένης Πορτάλιου

Τα αριστερά κόμματα δεν είναι εργαλειακά μορφώματα, μέσα για την επίτευξη σκοπών. Η υλικότητά τους συμπυκνώνει ιδέες, σύμβολα, βιωμένη και παραδιδόμενη ιστορία. Ενσαρκώνουν την έννοια του συνανήκειν και του συμμερίζεσθαι, νοηματοδοτούν, αν και όχι μοναδικά, την ένταξη στην πολιτική για την αλλαγή του κόσμου. Τα αριστερά κόμματα πρέπει να αποτελούν, με τη μορφή και τις διαδικασίες τους, υποδείγματα της κοινωνίας που οραματίζονται και των νέων θεσμών που θα οικοδομήσουν.

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πολλοί και πολλές από εμάς, θέλοντας να ενταχθούμε αδιαμεσολάβητα στο κόμμα που αισθανόμασταν δικό μας, διεκδικούσαμε την ταυτότητα του μέλους ως τη μόνη καθαρή συνθήκη για να οικειοποιηθούμε ότι μέχρι τότε αποτελούσε τον ΣΥΡΙΖΑ και ότι επιθυμούσαμε να γίνει στο μέλλον, με τη δική μας συμβολή στη δημιουργία του. Γι' αυτό και δεν θα θέλαμε να δούμε τις διαδικασίες επανίδρυσης του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή του μαζικού, δημοκρατικού κόμματος της Αριστεράς, που αναλαμβάνει την ιστορική ευθύνη της κυβερνητικής ανατροπής και της κοινωνικής απελευθέρωσης, ως ένα άψυχο επεισόδιο για να τακτοποιηθούν εκκρεμότητες από το παρελθόν και να ρυθμιστούν ισορροπίες στη νέα εποχή. Χρειαζόμαστε πίστη και ελπίδα για να βαδίσουμε στην εποχή των τεράτων και να επινοήσουμε το νέο καθώς πεθαίνει το παλιό. Χρειαζόμαστε εσωτερική δύναμη και αλληλεγγύη για να συνομιλήσουμε με την κοινωνία, για να πείσουμε και να πειστούμε ότι η δυναστεία του χρήματος δεν είναι ανίκητη και ότι ο λαός μας μπορεί να ζήσει ελεύθερος από την ανάγκη, με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.


Περί του καταστατικού, λοιπόν.

Το καταστατικό του κόμματος είναι το συμβόλαιο των μελών του και ταυτόχρονα το διαβατήριο για την κοινωνία. Έχοντας καταθέσει από την επόμενη των εκλογών, όταν ξεκινήσαμε τις διαδικασίες αναβάθμισης του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ σε μαζικό αριστερό κόμμα, τρία εκτενή σχετικά κείμενα, θα περιοριστώ στα βασικά θέματα που κρίνονται στο σχέδιο καταστατικού, με το οποίο διεξάγεται ο προσυνεδριακός διάλογος.


Το κράτος

Αν και, όπως γνωρίζουμε, η ταξική πάλη διαπερνά το κράτος και απ' αυτή την άποψη το αριστερό κόμμα δεν αποτελεί ένα συμπαγές σώμα που στρατοπεδεύει «εκτός των τειχών», το κόμμα πρέπει να διαφοροποιείται ριζικά από τη συγκεκριμένη υλικότητα και τη μορφή των μηχανισμών του κράτους.

Τα αστικά κόμματα συγκροτούνται σήμερα κατ' εικόνα και ομοίωση του συνόλου των αντιδημοκρατικών αυταρχικών θεσμών έκτακτης ανάγκης, για να εξυπηρετήσουν την αστική κυριαρχία. Καθώς δεν διαμεσολαβούν ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα πέραν των ισχυρών και ηγεμονικών κεφαλαίων, αφού η όποια συναίνεση υπήρχε στην αυταρχική δημοκρατία έχει προ πολλού διαρραγεί, χάνουν την ελάχιστη αυτονομία που διέθεταν απέναντι στους κυβερνητικούς και συναφείς κρατικούς θεσμούς, μέσα στους οποίους συγκροτούν την πολιτική τους ύπαρξη. Αυτό αποτυπώνεται στη μορφή τους, που αποδίδει με ακρίβεια την τυπολογία του κράτους. Οι οργανώσεις βάσης καταργούνται πολιτικά, λειτουργεί μόνο η κορυφή : η κοινοβουλευτική ομάδα ως χώρος ελέγχου και απορρόφησης τριβών και ο αρχηγός / πρόεδρος της Κ.Ο., ο οποίος συγκεντρώνει - με προσωπικά γραφεία, επιτελεία και αδιαφανή κέντρα - όλη την πολιτική εξουσία. Όταν ο πρόεδρος του κόμματος είναι και πρωθυπουργός, τότε επέρχεται η απόλυτη ταύτιση κόμματος / κράτους.

Το μαζικό αριστερό κόμμα έχει δύο βασικές αρχές για ν' ανατρέψει το αστικό θεσμικό πρότυπο : την ισότητα και τη δημοκρατία, στη βάση των οποίων θ' ανασυγκροτήσει με κοινωνική εντολή τους δημόσιους θεσμούς και θα αποδώσει ουσιαστικά πολιτικά δικαιώματα σε κάθε πολίτη και συνολικά στην κοινωνία.


Η δημοκρατία

Σε μια δημοκρατία, ο λαός μπορεί να κάνει οτιδήποτε και ξέρει ότι δεν πρέπει να κάνει οτιδήποτε. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς του αυτοπεριορισμού, είναι συνεπώς επίσης το καθεστώς του ιστορικού ρίσκου - άλλος τρόπος να πούμε ότι είναι το καθεστώς της ελευθερίας - και ένα καθεστώς τραγικό.

Κορνήλιος Καστοριάδης


Δεν έχω συναντήσει πυκνότερη διατύπωση για τη δημοκρατία απ' αυτή τη φράση του Καστοριάδη, στο κείμενό του «Η Ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας», το οποίο αναφέρεται στη δημοκρατική συγκρότηση της Αθηναϊκής πόλεως.

Η επινόηση της δημοκρατίας συγκρούεται με την παράδοση των αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων που, ενώ από μέσα τους ξεπήδησαν σε ιστορικές στιγμές υποδειγματικά εγχειρήματα δημοκρατίας και ελευθερίας, τα ίδια αυτά τα κόμματα δεν στοχάστηκαν πάνω στη δημοκρατία ως ιστορική δυνατότητα μετασχηματισμού του κόμματος της πρωτοπορίας, το οποίο δομήθηκε σε επικίνδυνους καιρούς στη βάση της σιδηράς πειθαρχίας και συνακόλουθα της ιεραρχίας και της μυστικής αντιμετώπισης των διαφορών και των αντιφάσεων. Το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο από ό,τι επιτρέπει ένα άρθρο, γι' αυτό και θα περάσω αμέσως στο επίδικο της συζήτησης.

Ο δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό αναδιατάσσει τις σχέσεις κόμματος/κοινωνίας και μεταμορφώνει τα ίδια τα αριστερά κόμματα ως μορφές οργάνωσης. Δεν χρειάζεται να προβλέψουμε κανένα μέτρο αναστολής της δημοκρατίας, αντίθετα πρέπει να διδάξουμε τη δημοκρατία ως διαρκή άσκηση στην ελευθερία και ταυτόχρονα στον αυτοπεριορισμό και την αμεροληψία.

Τα ρεύματα ιδεών είναι αυτονόητα ελεύθερα όπως και οι τάσεις, που δεν πρέπει να περιοριστούν θεσμικά - εδώ αναφέρομαι και στο θέμα της χωριστής λίστας - αν το επιλέξουν. Βεβαίως γνωρίζουμε ότι, αν ένα κόμμα συντίθεται από παγιωμένες τάσεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πλειοψηφία, τότε η αμεροληψία, η δημοκρατία των μελών, η συνομιλία και η ελευθερία της σκέψης και της απόφασης τελούν υπό αίρεση. Αλλά, όπως είπαμε, τόσο η δημοκρατία ως πολίτευμα όσο και η δημοκρατία ως εσωκομματική συνθήκη είναι ταυτόχρονα το καθεστώς του αυτοπεριορισμού. Το συλλογικό, δηλαδή το κοινό μας κόμμα, είναι το σημαντικό και στο όνομά του ασκούνται η ελευθερία και τα δημοκρατικά δικαιώματα των μελών, των ρευμάτων και των τάσεων. Όπως αναφέρει ο Καστοριάδης η δημοκρατία ως καθεστώς ελευθερίας είναι τραγικό, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να αυτοαναιρεθεί και να εκπέσει χωρίς την αυτοδέσμευση και τον αυτοπεριορισμό.


Η ισότητα

Η ιδέα μιας ουσιαστικής πολιτικής και κοινωνικής ισότητας είναι μια κοινωνική φαντασιακή σημασία και ακριβέστερα μια ιδέα που αφορά στους θεσμούς της κοινωνίας ως πολιτικής κοινότητας. Είναι μια ιστορική δημιουργία και μια δημιουργία, αν μπορούμε να το πούμε, άκρως απίθανη.

Κορνήλιος Καστοριάδης, από το προηγούμενο κείμενο


Ο Ρανσιέρ αναφέρεται στην ισότητα ως «μια προϋπόθεση προς επαλήθευση. Αυτή η επαλήθευση είναι η δυναμική της ισότητας. Όσοι ξεκινούν από την ανισότητα επαληθεύουν την ανισότητα».

Η ισότητα δεν είναι επί της ουσίας δεδομένη. Είναι μια διαδικασία που οφείλει να ασκείται στο πλαίσιο της δημοκρατίας, την οποία περιγράψαμε. Γι' αυτό και ό,τι εμποδίζει τα μέλη του κόμματος ν' αναπτύξουν δράση και πρωτοβουλίες, ό,τι τα καθηλώνει στο όνομα εξωτερικών προς τη συμβολή τους σκοπιμοτήτων, αναπαράγει και πολλαπλασιάζει την ανισότητα, η οποία μεταφέρεται, ούτως ή άλλως, από την υπαρκτή κοινωνία στο κόμμα. Από την άλλη, η ισότητα προϋποθέτει ένα κόμμα αντι-ιεραρχικό. Εννοώ ένα κόμμα που δομείται σε δημοκρατικά επίπεδα αλλά δεν μετατρέπει τα επίπεδα αυτά σε ιεραρχίες, οι οποίες καταλύουν την ισότητα των μελών. Οι διακρίσεις, βεβαίως, υπάρχουν, αλλά είναι απόρροια αναγνώρισης, στο πλαίσιο του δημόσιου χώρου του κόμματος και της κοινωνίας, όχι θεσμικά κατοχυρωμένες εξουσίες. Γι' αυτό όλοι οι θεσμοί πρέπει να αποτρέπουν τη συγκέντρωση ισχύος σε ένα πρόσωπο ή πρόσωπα, την αναπαραγωγή εξουσίας μέσω πολυετούς ανάληψης θέσεων και ρόλων, καθώς και να προβλέπουν την ανακλητικότητα των οργάνων. Ισότητα σημαίνει να δίνονται ευκαιρίες δοκιμασίας σε πολλούς/ες, σύμφωνα με τη διακηρυγμένη αρχή μας για ένα κόμμα των μελών του


Συμπέρασμα

Αν και η άσκηση της δημοκρατίας και της ισότητας επαφίενται, σε τελευταία ανάλυση, στη συνείδηση των μελών - κατ' αναλογίαν προς το σύνταγμα που επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων - οι θεσμοί του κόμματος πρέπει να ενισχύουν αυτή τη δυνατότητα.

* Η Ελένη Πορτάλιου είναι μέλος της Κ.Ε. Του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ

Από Αυγή, left.gr

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Ο Πουλαντζάς και ο «δημοκρατικός σοσιαλισμός»


Αναδημοσιεύουμε από το Lenin Reloaded ένα καταστατικό κείμενο για την ταυτότητα και τη στρατηγική της ανανεωτικής-ευρωκομμουνιστικής αριστεράς, με την υποσημείωση ότι δε χρειάζεται να διαβαστεί, εφόσον ο συγγραφέας αντέγραψε σε σύγχρονο μαρξίζον ιδίωμα τον Κάουτσκυ:


Νίκος Πουλαντζάς, “Προς ένα δημοκρατικό σοσιαλισμό”, από: Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αρχ. έκδοση 1978, Μτφρ.: Γιάννης Κρητικός

...Σοσιαλισμός και δημοκρατία, δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό; το ζήτημα τούτο ανακύπτει σήμερα από δύο ιστορικές εμπειρίες, που λειτουργούν κάπως σαν στηθαία, σαν δύο παραδείγματα προς αποφυγήν: το παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό παράδειγμα, που το βλέπουμε σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες, και το παράδειγμα των ανατολικών χωρών του λεγόμενου υπαρκτού "σοσιαλισμού". Παρ' όλα όσα διαφοροποιούν τα δύο τούτα ιστορικά παραδείγματα, παρ' όλα όσα αντιθέτουν μεταξύ τους σοσιαλδημοκρατία και σταλινισμό ως θεωρητικο-πολιτικά ρεύματα, αυτά παρουσιάζουν ωστόσο μια ομοιότητα ουσίας: τον κρατισμό και την βαθιά δυσπιστία προς τις πρωτοβουλίες των λαϊκών μαζών, κοντολογίς την καχυποψία προς τα δημοκρατικά αιτήματα.

[...] Φύτρα του σταλινισμού υπήρχαν οπωσδήποτε στον Λένιν και όχι μόνον εξαιτίας των ιδιομορφιών της ιστορικής κατάστασης που ειχε ν' αντιμετωπίσει ο Λένιν (η Ρωσία και το τσαρικό Κράτος): το σφάλμα της 3ης Διεθνούς δεν ήταν απλώς ότι θέλησε να καθολικεύσει --παρεκτρέποντάς το-- ένα μοντέλο μετάβασης στον σοσιαλισμό που, στην αρχική του καθαρότητα, έπρεπε να ταιριάζει στη συγκεκριμένη κατάσταση της τσαρικής Ρωσίας. Τέλος, τα φύτρα αυτά δεν μπορούν να βρεθούν στον ίδιο τον Μαρξ: έχω εξηγήσει τους λόγους στην εισαγωγή. Ο Λένιν, πρώτος, είχε να λύσει το πρόβλημα της μετάβασης στον σοσιαλισμό και του μαρασμού του Κράτους, πρόβλημα για το οποίο ο Μαρξ είχε αφήσει μόνο μερικές πολύ αόριστες υποδείξεις, όλες εξάλλου προς την κατεύθυνση μιας στενής συσχέτισης σοσιαλισμού και δημοκρατίας.

[...] Ποιο είναι το λενινιστικό νόημα αυτού του αφανισμού του αστικού Κράτους; Οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και οι πολιτικές ελευθερίες θεωρήθηκαν από τον Λένιν (αλλά ποτέ από τον Μαρξ) σκέτο προϊόν της αστικής τάξης: αντιπροσωπευτική δημοκρατία=αστική δημοκρατία=δικτατορία της αστικής τάξης. Πρέπει επομένως να ξεριζωθούν ολότελα και ν' αντικατασταθούν μόνο με την άμεση δημοκρατία στη βάση, με ρητή και ανακλήσιμη εντολή, κοντολογίς με την πραγματική προλεταριακή δημοκρατία (τα Σοβιέτ).

[...]

Το θέλουμε ή όχι, η κεντρική γραμμή του Λένιν ήταν αρχικά, απέναντι στο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, στον κοινοβουλευτισμό του και στην τρομάρα που ένιωθε για το καθεστώς τον συμβουλίων, η γραμμή μιας ριζικής υποκατάστασης της λεγόμενης τυπικής δημοκρατίας με τη λεγόμενη πραγματική δημοκρατία, της αντιπροσπευτικής δημοκρατίας με μόνη την άμεση δημοκρατία, τη λεγόμενη δημοκρατία των συμβουλίων (την εποχή εκείνη δεν χρησιμοποιούσαν τον όρο αυτοδιαχείριση). Πράγμα που με κάνει να θέσω το αληθινό ερώτημα: μήπως ήταν μάλλον αυτή η ίδια η κατάσταση αυτή η ίδια η γραμμή (της ριζικής υποκατάστασης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με μόνη την άμεση δημοκρατία στη βάση) που στάθηκε ο κύριος παράγοντας των όσων συνέβηκαν στην Σοβιετική Ένωση, όταν ακόμα ζούσε ο Λένιν, και που δημιούργησε τον συγκεντρωτικό και κρατιστή Λένιν του οποίου γνωρίζουμε τους επιγόνους;

Λέω ότι θέτω το ερώτημα: είχε ήδη τεθεί από την εποχή εκείνη και είχε λάβει μιαν απάντηση, που τώρα φαίνεται σαν ένα δραματικό προμήνυμα. Την έδωσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, για την οποία ο Λένιν έλεγε πως ήταν αητός της επανάστασης. Του αητού είχε και τη ματιά. Η πρώτη σωστή και θεμελιακή κριτική στη μπολσεβίκικη επανάσταση και στον Λένιν είναι η κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Είναι αποφασιστική διότι δεν έρχεται από τη μεριά της σοσιαλδημοκρατίας (που δεν ήθελε ούτε να ακούσει για άμεση δημοκρατία και για καθεστώς συμβουλίων), αλλά ακριβώς από τη μαχήτρια την πεισμένη για τη δημοκρατία των συμβουλίων για την οποία έδωσε τη ζωή της, αφού εκτελέστηκε κατά τη συντριβή των εργατικών συμβουλίων στη Γερμανία από τη σοσιαλδημοκρατία. Εκείνο λοιπόν για το οποίο η Ρόζα ψέγει τον Λένιν δεν είναι ότι αμέλησε ή περιφρόνησε την άμεση δημοκρατία στη βάση, αλλά ακριβώς το αντίθετο: ότι δηλαδή στηρίχτηκε αποκλειστικά πάνω στην τελευταία (αποκλειστικά, διότι για τη Ρόζα η δημοκρατία των συμβουλίων παραμένει πάντα απαραίτητη) καταλύοντας απλούστατα την αντιπροσωπευτική δημοκρατία --συγκεκριμένα κατά την αποπομπή της Συντακτικής συνέλευσης, που είχε εκλεγεί υπό μπολσεβίκικη κυβέρνηση--, προς όφελος μόνο των Σοβιέτ. Θα χρειαστεί να ξαναδιαβάσουμε τη Ρωσική επανάσταση, της οποίας παραθέτω μόνο ένα απόσπασμα: "Ο Λένιν και ο Τρότσκυ, αρνούμενοι τα αντιπροσωπευτικά σώματα που βγήκαν από τις γενικές λαϊκές εκλογές, εγκατέστησαν τα Σοβιέτ ως τη μοναδική γνήσια αντιπροσώπευση των εργαζόμενων μαζών. Αλλά με την κατάπνιξη της πολιτικής ζωής σ' όλη τη χώρα, η ζωή των ίδιων των Σοβιέτ δεν θα μπορέσει να ξεφύγει μια εκτεταμένη παράλυση. Σίχως γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία Τύπου και συγκεντρώσεων, δίχως ελεύθερη διαπάλη των διάφορων απόψεων, η ζωή σβήνει σε κάθε πολιτικό θεσμό και θριαμβεύει μόνη η γραφειοκρατία."

[...] το βασικό ζήτημα είναι αυτό που έθεσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: πέρα από τις τοποθετήσεις του Λένιν σε μια σειρά άλλα προβλήματα, πέρα ακόμα κι από τις ιστορικές ιδιομορφίες της Ρωσίας, εκείνο που ακολούθησε, όταν ακόμα ζούσε ο Λένιν, αλλά κυρίως κατοπινά (μονοκομματισμός, γραφειοκρατικοποίηση του κομματος, μπέρδεμα κόμματος και Κράτους, κρατισμός, τέλος κι αυτών των Σοβιέτ, κτλ.), ήταν ήδη εγγεγραμμένο μέσα σ' αυτή την κατάσταση που επέκρινε η Ρ. Λούξεμπουργκ.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, ας δούμε για τώρα το επαναστατικό "μοντέλο" που κληροδότησε η 3η Διεθνής, πάνω στο οποίο ο σταλινισμός άσκησε, στο μεταξύ, τη δική του επίδραση. Ίδια τοποθέτηση έναντι της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με την προσθήκη τώρα και του κρατισμού και της περιφρόνησης της άμεσης δημοκρατίας στη βάση, κοντολογίς με τη διαστρέβλωση του νοήματος όλης της προβληματικής πέρα για πέρα από την εργαλειακή αντίληψη για το Κράτος.

Το καπιταλιστικό Κράτος εξακολουθεί να θεωρείται ένα απλό αντικείμενο ή εργαλείο, που το χειρίζεται κατά βούληση η αστική τάξη της οποίας είναι απόρροια: υποτίθεται ότι δεν τη διαπερνούν εσωτερικές αντιφάσεις. Οι αγώνες των λαϊκών μαζών, όχι μόνο δεν μπορούν να είναι, στην αντίθεσή τους προς την αστική τάξη, ένας από τους παράγοντες συγκρότησης αυτού του κράτους (στην περίπτωση αυτή, των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας), αλλά ούτε μπορούν να διαπερνούν το Κράτος που νοείται ως αρραγές μονολιθικό συγκρότημα. Οι ταξικές αντιφάσεις βρίσκονται τάχα ανάμεσα στο Κράτος και τις έξω από το Κράτος λαϊκές μάζες. Κι αυτό ως το σημείο μιας κρίσης της διπλής εξουσίας, ως τη στιμή που το Κράτος αυτό εξαρθρώνεται ουσιαστικά λόγω της κεντρικοποίησης σε εθνικό επίπεδο παράλληλων εξουσιών, που γίνονται η πραγματική εξουσία (τα Σοβιέτ).

[...]

Ποια μορφή παίρνει, μέσα σε τούτο το γενικό πλαίσιο, το πρόβλημα του μετασχηματισμού του κρατικού μηχανισμού σε μία μετάβαση στον σοσιαλισμό; Πρέπει να καταληφθεί πρώτα η κρατική εξουσία και, αφού πραγματοποιηθεί η άλωση του φρουρίου, να σαρωθεί μεμιάς ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός και να υποκατασταθεί με τη δεύτερη εξουσία (τα Σοβιέτ) που θα συγκροτηθεί σε Κράτος νέου τύπου. [...] Τα Σοβιέτ, που πρόκειται να υποκαταστήσουμ μονομιάς το αστικό Κράτος, δεν είναι πια η άμεση δημοκρατία στη βάση που αντικαθιστά την αστική δημοκρατία. Δεν είναι τόσο το αντι-Κράτος αλλά το παρακράτος που αντιγράφει το εργαλειακό μοντέλο του υφιστάμενου Κράτους, ένα προλεταριακό Κράτος, καθόσον θα ελέγχεται καταλαμβάνεται εκ των άνω από το "ενιαίο" επαναστατικό κόμμα, κόμμα που λειτουργεί κι αυτο κατά το πρότυπο του Κράτους. Η δυσπιστία για τις δυνατότητες παρέμβασης των λαϊκών μαζών μέσα στο αστικό Κράτος έχει γίνει δυσπιστία για το λαϊκό κίνημα γενικά. Αυτό λέγεται ενδυνάμωση του κράτους-Σοβιέτ για να γίνει ευκολότερος ο μαρασμός του κάποια μέρα....Έτσι γεννήθηκε ο σταλινικός κρατισμός.

Σταλινικός κρατισμός του οποίου μπορούμε να δούμε τώρα τη στενή ομοιότητα με τον κρατισμό της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας. Κι αυτή επίσης χαρακτηρίζεται από τη βαθύτερη δυσπιστία για την άμεση δημοκρατία στη βάση και για τις λαϊκές πρωτοβουλίες. Γι αυτήν επίσης, η σχέση των λαϊκών μαζών με το Κράτος είναι μια σχέση εξωτερικότητας, όπου το Κράτος έχει εξουσία και αποτελεί μια οντότητα. Πρόκειται για το Κράτος-Υποκείμενο, κάτοχο μιας ενδογενούς ορθολογικότητας, που την ενσαρκώνουν οι πολιτικές ελίτ και μόνοι οι μηχανισμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το Κράτος αυτό κυριεύεται εμ την αντικατάσταση των κορυφών από μια φωτισμένη αριστερή ελίτ και με ορισμένες διορθώσεις στη λειτουργία των θεσμών. Εξυπονοείται ότι το κράτος αυτό θα φέρει έτσι στις μάζες τον σοσιαλισμό από τα πάνω: έχουμε εδώ τον τεχνο-γραφειοκρατικό κρατισμό των εμπειρογνωμόνων.

Σταλινική κρατολατρία, σοσιαλδημοκρατική κρατολατρία: μία από τις παραδόσεις του λαϊκού κινήματος, όπως σωστά έχει ειπωθεί. Το να πιστέυει όμως κανείς ότι γλυτώνει απ' αυτήν με την άλλη παράδοση, της άμεσης δημοκρατίας στη βάση ή του αυτοδιαχειριστικού κινήματος και μόνο, είναι κάτι πάρα πολύ ωραίο για να είναι αληθινό: δεν πρέπει να εξχνάμε την περίπτωση του Λένιν και τα φύτρα του κρατισμού που περιείχε το πρώτο πείραμα των συμβουλίων. Το δίλημμα από το οποίο πρέπει να βγούμε είναι στο βάθος το ακόλουθο: είτε να διατηρήσουμε το υφιστάμενο Κράτος, να αρκεστούμε μόνο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία επιφέροντας τις δευτερεύουσες αλλαγές, πράγμα που καταλήγει στον σοσιαλδημοκρατικό κρατισμό και στον λεγόμενο φιλελεύθερο κοινοβουλευτισμό· είτε να αρκεστούμε μόνο στην άμεση δημοκρατία πστη βάση ή στο αυτοδιαχειριστικό κίνημα, πράγμα που οδηγεί απαπόφευκτα, αργά ή γρήγορα, σ έναν κρατιστικό δεσποτισμό ή σε μια δικτατορία των εμπειρογνωμόνων. Πώς να συλλάβουμε έναν ριζικό μετασχηματισμό του Κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχεριστικών εστιών, αυτό είναι το βασικό πρόβλημα ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό και ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Πρόβλημα που η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου όχι μόνο δεν έθεσε, αλλά τελικά το κουκούλωσε.

Θα πω τούτο μόνο: η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν για τον Μαρξ μια στρατηγική έννοια με πρακτικό περιεχόμενο που λειτουργούσε το πολύ σαν πίνακας-οδηγός. Αναφερόταν στην ταξική φύση του Κράτους, στην ανάγκη του μετασχηματισμού του για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό και στη διαδικασία του μαρασμού του Κράτους. Αν και όλα τούτα στα οποία αναφερόταν παραμένουν πραγματικά, ωστόσο η έννοια αυτή είχε, κατοπινά, μια συγκεκριμένη λειτουργία: να κουκουλώσει το θεμελιακό πρόβλημα, το πρόβλημα ακριβώς της σπονδύλωσης μιας μετασχηματισμένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με την άμεση δημοκρατία στη βάση. Να ποιοι είναι οι αληθινοί λόγοι που, κατά τη γνώμη μου, δικαιώνουν την εγκατάλειψή της και όχι επειδή η έννοια αυτή κατέληξε να ταυτιστεί μόνο με τον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Ακόμα κι όταν πήρε διαφορετικά νοήματα, εξακολούθησε να διατηρεί την πιο πάνω ιστορική λειτουργία της: αυτό έγινε με τον Λένιν στις αρχές της Οκτωβριανής επανάστασης, αυτό έγινε, πιο κοντά σε μας, και με τον Γκράμσι. Ασφαλώς, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη σημαντική θεωρητικο-πολιτική συνεισφορά του Γκράμσι και είναι γνωστή η απόσταση που πήρε από το σταλινικό πείραμα. Παραμένει γεγονός ωστόσο ότι ούτε αυτός (κι ας τον τραβάνε σήμερα πότε αριστερά και πότε δεξιά) μπόρεσε να θέσει το πρόβλημα σ' όλη του την έκταση. Οι περίφημες αναλύσεις του για τις διαφορές ανάμεσα στον πόλεμο κινήσεων (τον πόλεμο των μπολσεβίκων στη Ρωσία) και στον πόλεμο θέσεων νοούνται βασικά ως εφαρμογή της λενινιστικής στρατηγικής-μοντέλου σε "διαφορετικές συγκεκριμένες καταστάσεις", τις καταστάσεις της Δύσης. Πράγμα που, παρά τις αξιοσημείωτες ενοράσεις του τον οδηγεί σε ολόκληρη σειρά αδιέξοδα στα οποία δεν υπάρχει λόγος να σταθούμε εδώ.

Να ποιο είναι επομένως το πρόβλημα ουσίας ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού: δεν αφορά μόνο τις λεγόμενες αναπτυγμένες χώρες, με την έννοια ότι πρόκειται εδώ για ένα στρατηγικό μοντέλο προσαρμοσμένο μόνο στην κατάσταση αυτών των χωρών. [...] το πρόβλημα αυτό αφορά κάθε μετάβαση στο σοσιαλισμό, έστω κι αυτή παρουσιάζεται με πολύ διαφορετικό τρόπο στις διάφορες χώρες. Είναι τώρα γνωστό ότι δεν μπορεί να υπάρχει, ανάλογα με τις διάφορες χώρες, πότε ένας δημοκρατικός σοσιαλισμός, πότε ένας άλλος. Το ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις είναι διαφορετικές, το ότι οι στρατηγικές οφείλουν να προσαρμόζονται στις ιδιομορφίες των διαφόρων χωρών δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αλλά δεν μπορεί να υπάρχει σοσιαλισμός παρά μόνο δημοκρατικός.

Όσο για αυτόν τον σοσιαλισμό, όσο για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη παρουσιάζει ολοφάνερες ιδιομορφίες: αυτές αφορούν ταυτόχρονα τις νέες κοινωνικές σχέσεις, την κρατική μορφή που επιβάλλεται, τη μοναδικότητα της κρίσης του Κράτους. Αυτές οι ιδιομορφίες αποτελούν, για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, ισάριθμες ευκαιρίες και δυνατότητες, ίσως για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, μίας επιτυχίας του πειράματος ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού, μιας επιτυχημένης συνάρθρωσης ανάμεσα σε μια μετασχηματισμένη αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την άμεση δημοκρατία στη βάση. Πράγμα που συνεπάγεται μια νέα στρατηγική, τόσο για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τις λαϊκές μάζες και τις οργανώσεις όσο και για τις μεταβολές του Κράτους: είναι αυτό που ονομάζεται δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό.

Το Κράτος είναι σήμερα λιγότερο από ποτέ ένας φιλντισένιος πύργος αποκομμένος από τις λαϊκές μάζες. Οι αγώνες των τελευταίων διαπερνούν συνεχώς το Κράτος, ακόμα κι όταν πρόκειται για μηχανισμούς όπου οι μάζες δεν είναι παρούσες οι ίδιες. Η κατάσταση διπλής εξουσίας, κατάσταση μετωπικού αγώνα συγκεντρωμένου σε μία συγκεκριμένη στιγμή, δεν είναι η μόνη που επιτρέπει μια δράση λαϊκών μαζών μέσα στο Κράτος. Ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό είναι μια μακρά πορεία, όπου ο αγώνας των λαϊκών μαζών δεν αποβλέπει στην δημιουργία μιας πραγματικής εξουσίας, παράλληλης και εξωτερικής προς το Κράτος, αλλά εφαρμόζεται στις εσωτερικές αντιφάσεις του Κράτους. Η κατάληψη της εξουσίας προϋποθέτει ασφαλώς πάντα μία κρίση του Κράτους (αυτού που υπάρχει σήμερα σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες), αλλά η κρίση αυτή, που οξύνει ακριβώς τις εσωτερικές αντιφάσεις του Κράτους, δεν ανάγεται σε μια κρίση κατάρρευσης του κράτους. Κατάληψη ή κατάκτηση της κρατικής εξουσίας δεν μπορεί να σημαίνει ένα απλό πάρσιμο των εξαρτημάτων της κρατικής μηχανής, με σκοπό την υποκατάστασή της υπέρ της δεύτερης εξουσίας. Η εξουσία δεν είναι μια ουσία ποσοποιήσιμη που την κατέχει το Κράτος και που θα πρέπει να του την αφαιρέσουμε. Η εξουσία συνίσταται σε μια σειρά σχέσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις, κατεξοχήν συγκεντρωμένες στο Κράτος που αποτελεί την συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Το Κράτος δεν είναι ούτε ένα πράγμα-εργαλείο που μπορεί κανείς να βάλει χέρι πάνω του, ούτε ένα φρούριο όπου εισδύει κανεις με δούρειους ίπους, ούτε ένα χρηματοκιβώτιο που το ανοίγει κανείς με διάρρηξη: είναι το κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας.

Πάρσιμο της κρατικής εξουσίας σημαίνει ανάπτυξη ενός μαζικού αγώνα, τέτοιου που να αλλάζει τον συσχετισμό δυνάμεων μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς, μέσα στο ίδιο δηλαδή το στρατηγικό πεδίο των πολιτικών αγώνων. Ενώ για τη στρατηγική του τύπου διπλής εξουσίας η αποφασιστική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων δεν συντελείται μέσα στο Κράτος αλλά ανάμεσα στο Κράτος και τη δεύτερη εξουσία, το αντι-Κράτος που υποτίθεται ότι βρίσκεται ριζικά εκτός Κράτους, ανάμεσα στο Κράτος και τις μάζες που υποτίθεται πως είναι εξωτερικές προς το Κράτος.

Αυτή η μακρόχρονη πορεία για την κατάληψη της εξουσίας σ' ένα δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό συνίσταται βασικά στην ανάπτυξη, ενίσχυση, συντονισμό και καθοδήγηση των σκόρπιων κέντρων αντίστασης που διαθέτουν πάντα οι μάζες μέσα στα κρατικά δίκτυα, με τη δημιουργία και ανάπτυξη και νέων, έτσι που τούτα τα κέντρα να γίνουν, πάνω στο στρατηγικό κέντρο που είναι το Κράτος, τα ουσιαστικά κέντρα της πραγματικής εξουσίας.

Δεν πρόκειται επομένως για μιαν απλή διάζευξη ανάμεσα στον μετωπικό πόλεμο κινήσεων και στον πόλεμο θέσεων, αφού ο τελευταίος, κατά τον Γκράμσι, συνίσταται πάντα σε μια περικύκλωση του Κράτους-φρουρίου.

Προβάλλει το ερώτημα: μήπως αποδεχόμαστε έτσι τον παραδοσιακό ρεφορμισμό; Για ν' απαντήσουμε πρέπει να δούμε πώς έχει τεθεί το ζήτημα του ρεφορμισμού από την 3η Διεθνή. Γι' αυτήν, ρεφορμιστική είναι κάθε στρατηγική που ξεχωρίζει από εκείνην της διπλής εξουσίας. Η μόνη ριζική ρήξη ως προς την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, η μόνη χαρακτηριστική ρήξη που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τον ρεφορμισμό είναι η ρήξη ανάμεσα στο Κράτος (απλό εργαλείο της αστικής τάξης έξω από τις μάζες) και στο υποτιθέμενο απόλυτο εξωτερικό του, τη δεύτερη εξουσία (τις μάζες/ Σοβιέτ). Πράγμα που --μικρή παρένθεση-- δεν εμπόδισε, το αντίθετο μάλιστα, έναν ιδιαίτερο ρεφορμισμό της 3ης Διεθνούς, που οφειλόταν ακριβώς στην εργαλειακή αντίληψη του Κράτους. [...] στην περίπτωση ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, το κριτήριο του ρεφορμισμού δεν είναι τόσο αποφασιστικό όσο στη στρατηγική της διπλής εξουσίας, και οι κίνδυνοι σοσιαλδημοκρατικοποίησης -περιττό να το αρνηθούμε-- είναι μεγαλύτεροι. Οπωσδήποτε, αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων [...] σημαίνει κατηγορηματικά μια πορεία ουσιαστικών ρήξεων που το κορυφαίο σημείο τους --και θα υπάρξει αναγκαστικά ένα τέτοιο σημείο-- βρίσκεται στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των λαϊκών μαζών πάνω στο στρατηγικό έδαφος του Κράτους.

Αυτός ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν είναι επομένως απλός κοινοβουλευτικός ή εκλογικός δρόμος. Το να κερδηθεί η εκλογική πλειοψηφία (στη Βουλή ή για τη θέση του Προέδρου) δεν μπορεί να αποτελεί παρά μια φάση, όσο κι αν αυτή είναι σπουδαία: δεν είναι άλλωστε κατανάγκη το κορυφαίο σημείο των ρήξεων μέσα στο Κράτος. Η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο Κράτος αφορά το σύνολο των μηχανισμών και των οργάνων του: δεν αφορά μόνο το Κοινοβούλιο ή, όπως επαναλαμβάνεται σήμερα κατά κόρον, τους κρατικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς, που υποτίθεται ότι κατέχουν τώρα τον καθοριστικό ρόλο στο "σύγχρονο" Κράτος. Η διαδικασία αυτή απλώνεται επίσης, και κατά πρώτο λόγο, στους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, εκείνους που κατέχουν το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας: τον στρατό και την αστυνομία κυρίως. [...] Eίναι φανερό ότι η εσωτερική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στους κατασταλτικούς μηχανισμούς θέτει προβλήματα ιδιαίτερα και, κατά συνέπεια, επίφοβα:  αλλά --η περίπτωση της Πορτογαλίας το έδειξε περίτρανα-- οι ίδιοι αυτοί μηχανισμοί διαπερνούνται από τους αγώνες των λαϊκών μαζών.

Κάτι περισσότερο, η εναλλακτική λύση όσον αφορά τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό είναι οπωσδήποτε ο αγώνας των λαϊκών μαζών που αποβλέπει στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο Κράτος, αντί της μετωπικής στρατηγικής τύπου διπλής εξουσίας. [...] Κάτι ακόμα: οι λαϊκοί αγώνες οφείλουν πάντα να εκδηλώνονται και με την ανάπτυξη κινημάτων και την εξάπλωση οργάνων άμεσης δημοκρατίας στη βάση και αυτοδιαχειριστικών εστιών.

Πράγμα που συνδέεται με το ζήτημα των μετασχηματισμών του Κράτους αλλά και --ας μην το ξεχνάμε-- με το θεμελιακό ζήτημα της κρατικής εξουσίας και, γενικότερα, της εξουσίας. Το ζήτημα: ποιος είναι στην εξουσία και για να κάνει τι, δεν μπορεί να μείνει ξένο προς τους αγώνες για την αυτοδιαχείριση ή την άμεση δημοκρατία. Ωστόσο, αυτοί οι αγώνες και αυτά τα κινήματα δεν μπορούν --προκειμένου να συμβάλουν στην αλλαγή των σχέσεων εξουσίας-- να τείνουν προς μια συγκέντρωση σε μια δεύτερη εξουσία, χώρο που υποτίθεται ότι βρίσκεται απόλυτα έξω από το Κράτος, αλλά στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων πάνω στο ίδιο το έδαφος του Κράτους. Αυτοί οι αγώνες κι αυτά τα κινήματα, εφόσον είναι πολιτικού χαρακτήρα, έστω κι αν τοποθετούνται έξω από τον φυσικό χώρο του Κράτους, δεν είναι εκτός Κράτους: οπωσδήποτε είναι πάντα τοποθετημένοι μέσα στο στρατηγικό του πεδίο. Εδώ επομένως βρίσκεται η πραγματική εναλλακτική λύση και όχι εκείνη, η απλή ενός "εσωτερικού αγώνα" έναντι ενός "εξωτερικού αγώνα". Σ' έναν δημοκρατικό δρόμος προς τον σοσιαλισμό, οι δύο αυτές μορφές αγώνα πρέπει να συνδυάζονται.

Η "ενσωμάτωση" ή όχι στους κρατικούς μηχανισμούς, η υπηρέτηση ή όχι των συμφερόντων της εξουσίας, δεν ανάγεται στην εκλογή ανάμεσ σ' έναν αγώνα εξωτερικό και σ' έναν αγώνα εσωτερικό. Η ενσωμάτωση αυτή δεν είναι εξάλλου η αναγκαία συνέπεια μιας στρατηγικής που αποβλέπει σε αλλαγές στον χώρο του Κράτους, λες και μπορούσε ποτέ ένας πολιτικός αγώνας να τοποθετηθεί απόλυτα έξω από το Κράτος.

Αυτή η στρατηγική για το πάρσιμο της εξουσίας παραπέμπει κατευθείαν στο ζήτημα των μετασχηματισμών του Κράτους σ' έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Μόνο μια συνάρθρωση των δύο τρόπων ενέργειας, δηλαδή του μετασχηματισμού της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ανάπτυξης των μορφών άμεσης δημοκρατίας ή του κινήματος για την αυτοδιαχείριση, μπορεί να αποτρέψει τον αυταρχικό κρατισμό. Αυτή όμως η συνάρθρωση θέτει νέα προβλήματα.

[...] ριζικός μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού σ' έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνεται πια λόγος για εκείνο που ονομάστηκε από παλιά σπάσιμο ή καταστροφή αυτού του μηχανισμού. Ο όρος σπάσιμο, που υπήρξε κι αυτός ένας όρος ενδεικτικός στον Μαρξ, κατέληξε ωστόσο να δηλώσει ιστορικά κάτι το πολύ συγκεκριμένο: το ξερίζωμα ακριβώς κάθε μορφής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των λεγομένων τυπικών ελευθεριών, αποκλειστικά υπέρ της άμεσης δημοκρατίας στη βάση και των λεγόμενων πραγματικών ελευθεριών. Πρέπει να πάρουμε θέση πάνω σε τούτο το ζήτημα: αν ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός σημαίνουν επίσηε πλουραλισμό πολιτικό (κομμάτων) και ιδεολογικό, αναγνώριση του ρόλου της καθολικής ψηφοφορίας, επέκταση και βάθεμα όλων των πολιτικών ελευθεριών, μαζί και για τους αντιπάλους, κτλ, τότε δεν μπορούμε πια να χρησιμοποιούμε τον όρο σπάσιμο ή καταστροφή του κρατικού μηχανισμού, εκτός κι αν παίζουμε με τις λέξεις. Πρόκειται ασφαλώς, μέσα απ' όλους αυτούς τους μετασχηματισμούς, για μια ορισμένη νομιμότητα και συνέχεια των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας: συνέχεια με την έννοια όχι μιας θλιβερής επιβίωσης που υφιστάμεθα εφόσον αδυνατούμε να κάνουμε αλλιώς, αλλά ενός αναγκαίου όρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

[...] Ένας μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού που κατευθύνεται προς τον μαρασμό του Κράτους δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε μια όλο και μεγαλύτερη παρέμβαση των λαϊκών μαζών στο Κράτος, διαμέσου βέβαια των συνδικαλιστικών και πολιτικών τους αντιπροσωπειών, αλλά και με την ανάπτυξη των δικών τους πρωτοβουλιών μέσα στο ίδιο το Κράτος. Πορεία κι εδώ κατά στάδια, αλλά που δεν μπορεί να περιορίζεται σ' έναν απλό εκδημοκρατισμό του Κράτους. Οπωσδήποτε, αυτή είναι η κατεύθυνση που πρέπει ν' ακολουθήσουν οι αναγκαίες μεταβολές του Κράτους, είτε πρόκειται για το κοινοβούλιο, είτε για τις ελευθερίες, για τον ρόλο των κομμάτων, τον εκδημοκρατισμό των ίδιων των συνδικαλιστικών και πολιτικών μηχανισμών της Αριστεράς ή για την αποκέντρωση.

Όλα τούτα πρέπει να συνοδεύονται από την ανάπτυξη νέων μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών δικτύων και εστιών. Ένας μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού και μια ανάπτυξη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν μπορούν μόνοι τους να ξεφύγουν από τον κρατισμό. [...] στην πραγματικότητα, δεν μπαίνει ζήτημα να κάνουμε τη "σύνθεση" των δύο παραδόσεων του λαϊκού κινήματος, της κρατικιστικής και της αυτοδιαχειριστικής, που θα πρέπει τάχα να τις συγκολλήσουμε. Μπαίνει ζήτημα να τοποθετηθούμε σε μια σφαιρική προοπτική μαρασμού του Κράτους, προοπτική που περιλαμβάνει δύο συναρθρωμένες διαδικασίες: τον μετασχηματισμό του Κράτους και την ανάπτυξη της άμεσης δημοκρατίας στη βάση. Η αποσύνδεση αυτών των δύο πορειών είναι εκείνη που προκάλεσε μια διάσπαση υπό τη μορφή των δύο παραδόσεων, διάσπαση που τ' αποτελέσματά της μας είναι γνωστά.

Ο δρόμος αυτός, ο μόνος που μπορεί να οδηγήσει στον δημοκρατικό σοσιαλισμό, έχει την ανάποδή του: δύο κίνδυνοι τον παραμονεύουν.

Πρώτα πρώτα, ένας παλιός κίνδυνος, πολύ γνωστός, αλλά που εδώ παρουσιάζεται έντονος: η αντίδραση του αντιπάλου, στην προκειμένη περίπτωση της αστικής τάξης. [...] εφόσον δεν έχουμε να κάνουμε με μια καταστροφή του κρατικού μηχανισμου και την υποκατάστασή του από τη δεύτερη εξουσία, αλλά με τον μετασχηματισμό του στη διάρκεια μιας μακρόχρονης πορείας, αυτό -έστω και μόνο η ανάπτυξη και η επέκταση των ελευθεριών και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας- προσφέρει μεγαλύτερες δυνατότητες στον αντίπαλο, είτε για να μποϋκοτάρει ένα πείραμα δημοκρατικού σοσιαλισμού, είτε για να επέμβει βίαια και να βάλει τέρμα σ' αυτό. Ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν θα είναι ασφαλώς ένα ειρηνικό πέρασμα.

Ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί ν' αντιμετωπιστεί παρά μόνο με την υποστήριξη ενός πλατιού λαϊκού κινήματος. Ας το πούμε ξεκάθαρα: οπωσδήποτε, κι αντίθετα προς την "αβανγκαρντίστικη" στρατηγική της διπλής εξουσίας, η πραγμάτωση αυτού του δρόμου και των στόχων που συνεπάγεται, η συνάρθρωση των δύο πορειών που αποβλέπει στην αποτροπή του κρατισμού και του σοσιαλδημοκρατικού αδιεξόδου, προϋποθέτουν την αποφασιστική και συνεχή υποστήριξη ενός μαζικού κινήματος βασισμένου σε πλατιές λαϊκές συμμαχίες. [...] Αυτό το πλατύ λαϊκό κίνημα αποτελεί ένα εχέγγυο έναντι της αντίδρασης του αντιπάλου, έστω κι αν δεν είναι αρκετό και πρέπει να συνδυάζεται πάντα με ριζικούς μετασχηματισμούς του Κράτους. Αυτό είναι το διπλό δίδαγμα που μπορούμε ν' αντλήσουμε από τη Χιλή [...] Για να μπορέσει η Αριστερά να ξεσηκώσει τούτο το πλατύ κίνημα οφείλει να πάρει τα κατάλληλα μέτρα και κυρίως να επωμιστεί τα νέα λαϊκά αιτήματα στα μέτωπα εκείνα που ονομάστηκαν κάποτε, εντελώς λαθεμένα, "δευτερεύοντα μέτωπα" (αγώνες των γυναικών, αγώνες για το "περιβάλλον", κλπ).

Το δεύτερο ζήτημα αφορά τις μορφές συνάρθρωσης των δύο διαδικασιών, της διαδικασίας των μετασχηματισμών του Κράτους και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, και της διαδικασίας της άμεσης δημοκρατίας και του αυτοδιαχειριστικού κινήματος. Πρόβλημα νέο από τη στιγμή που δεν μπαίνει ζήτημα κατάργησης της μιας προς όφελος της άλλης, είτε με σκέτη αποβολή της μιας από τις δύο είτε με ενσωμάτωση της μιας στην άλλη [...] Μία κατάσταση διπλής εξουσίας, ακόμη και μεταξύ δύο αριστερών εξουσιών, δεν μοιάζει καθόλου με ένα παιχνίδι εξουσιών και αντεξουσιών που εξισορροπούνται αμοιβαία για το καλό του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας. Η κατάσταση αυτή οδηγεί γρήγορα σε μια αντοιχτή αντίθεση ανάμεσα στους δύο, με κίνδυνο εξοβελισμού του ενός για χάρη του άλλου. Στη μία περίπτωση έχουμε τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση (περίπτωση της Πορτογαλίας), στην άλλη (εξοβελισμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας) δεν θα έχουμε τον μαρασμό του Κράτους και τον θρίαμβο της άμεσης δημοκρατίας, αλλά, αργά ή γρήγορα, μια αυταρχική δικτατορία νέου τύπου. Και στις δύο περιπτώσεις, το κράτος θα είναι εκείνο που θα βγει τελικά κερδισμένο.

[...] η ιστορία δεν μας έχει δώσει ως τώρα επιτυχημένο πείραμα δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό: απεναντίας μας έδωσε αρνητικά παραδείγματα προς αποφυγήν και σφάλματα για μελέτη, πράγμα όχι αμελητέο. Ασφαλώς, μπορεί κανείς ν' αντιτείνει, στο όνομα φυσικά του ρεαλισμού (του ρεαλισμού της δικτατορίας του προλεταριάτου ή του ρεαλισμού των άλλων, των υγιώς σκεπτόμενων νεοφιλελεύθερων) πως αν αυτός ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν υπήρξε ακόμη πουθενά είναι διότι είναι ανέφικτος. Ίσως: δεν έχουμε πια τη χιλιαστική πίστη, τη βασισμένη σε μερικούς σιδερένιους νόμους μιας αναπόφευκτης δημοκρατικής και σοσιαλιστικής επανάστασης. Ένα όμως είναι βέβαιο: ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός. Επιπλέον, η αισιοδοξία μας για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό δεν θα πρέπει να μας κάνει να τον θεωρούμε σαν μια "βασιλική ατραπό", ευκολοδιάβατη και δίχως κινδύνους. Κίνδυνοι υπάρχουν, αλλά κάπως μετατοπισμένοι: τελικά, οι κίνδυνοι είναι να πάρουμε το δρόμο που οδηγεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις σφαγές και να είμαστε εμείς τα διαλεχτά τους θύματα.

Σ' αυτό θα απαντήσω ότι, κίνδυνος για κίνδυνος, είναι πάντως προτιμότερος παρά να σφάζουμε τους άλλους για να καταλήξουμε κι οι ίδιοι κάτω από το λεπίδι κάποιας Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας ή κάποιου Δικτάτορα του προλεταριάτου.

Κίνδυνοι του δημοκρατικού σοσιαλισμού που δεν μπορούσαμε σίγουρα ν' αποφύγουμε παρά μόνο μ' έναν τρόπο: να κάτσουμε φρόνιμα και να βαδίσουμε χωρίς λοξοδρομήματα υπό την προστασία και την επιτήρηση της προχωρημένης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία...

Τέλος.