Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Le jour des Seigneurs



Είμαι μόνος
ρίχνοντας πέτρες στο σκοτάδι
Χιλιάδες φώτα πάνω σε μια πρύμνη πλοίου λάμπουν
ακολουθώντας τα μάτια μου
Πριν την αυγή
όλοι θα έχουμε πάει στα σπίτια μας
Πριν την αυγή
θα είμαι μακριά απ' αυτό το μέρος
Motorama, Northern Seaside.




Ήταν καθώς προχωρούσε ανύποπτος ο Κ., χαμένος σε σκέψεις μακρινές, που το βουητό του συγκεντρωμένου πλήθους διέκοψε την επαναληπτική κανονικότητα της πορείας του. Στο ναό της Επαναθεμελιώσεως είχε μόλις ολοκληρωθεί η κυριακάτικη λειτουργία και ο αρχιεπίσκοπος στεκόταν δίπλα σε μια γνώριμη φιγούρα έμπλεος χαράς. Ολόκληρη η Κεντρική Επιτροπή ή η Εκτελεστική Γραμματεία ή το Πολιτικό Γραφείο του Κόμματος πρέπει να ήταν μαζεμένο εκείνη τη μέρα, μια σιωπηλή χορωδία ανδρείκελων με στρατιωτικές είτε πολιτικές ενδυμασίες. Υπήρχαν επίσης ιερείς ντυμένοι στα μαύρα, και η απαραίτητη συνοδεία από άντρες της Λαϊκής Πολιτοφυλακής. Κάτω και ολόγυρα από το υπερυψωμένο προαύλιο κόσμος πολύς ήταν συγκεντρωμένος, όπου χαμηλόφωνες συζητήσεις λάμβαναν χώρα και οι εκτιμήσεις έδιναν και έπαιρναν, ενώ ακόμη περισσότεροι άκουγαν με ενδιαφέρον. Ο καιρός ήταν γλυκός σε σχέση με τις τελευταίες εβδομάδες, και γύρω από το προαύλιο οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν κατευθείαν στα πρόσωπα των παρευρισκομένων, δίνοντας την εντύπωση ότι η θερμοκρασία ήταν σημαντικά υψηλότερη του αναμενομένου.

Πριν μόλις λίγες εβδομάδες ήταν που η «Sozialistischenflamme» είχε διαψεύσει με δημοσίευμα της, υπογεγραμμένο από σύσσωμη τη συντακτική επιτροπή, τη φημολογία περί διαστάσεων στο εσωτερικό του Κόμματος. Με άρθρο του ο ο Σύμβουλος επί της Σοσιαλιστικής Οικονομίας εξέφρασε την επόμενη μέρα την ομόνοια του προς τις συλλογικές αποφάσεις, τις δημοκρατικά ειλημμένες σύμφωνα με το καταστατικό, και διακήρυσσε πως ήταν πλήρως συντεταγμένος με την υπόθεση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και προσηλωμένος στη διεκπεραίωση του τρέχοντος, προσεκτικά εκπονηθέντος πενταετούς πλάνου. Οι φήμες ανέφεραν ότι ο Σύμβουλος εκπροσωπούσε την πρόταση μιας σκιώδους φράξιας, προπαρασκευαστική καθεαυτή εν όψει της συγκρότησης συνολικής πολιτικής πλατφόρμας για το επερχόμενο Συνέδριο, με στόχο τη σχετική αποκέντρωση της πλήρως σχεδιοποιημένης οικονομίας, μέσω της πρόσδοσης μιας ορισμένης αυτονομίας στα τοπικά εργοστασιακά συμβούλια, τα οποία θα καθόριζαν κατόπιν συνεννόησης με την κρατική εξουσία τους ρυθμούς της παραγωγής και θα ιδιοποιούνταν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα τα οικονομικά πλεονάσματα, τα οποία θα διανέμονταν στη συνέχεια στους εργαζόμενους με βάση τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων και την αξιολόγηση της προσπάθειας τους. Κύκλοι του Λαϊκού Επιτρόπου Κεντρικού Σχεδιασμού -ο οποίος αποτελούσε προέκταση της ίδιας ανυποχώρητης, συγκρουσιακής ταξικής γραμμής που έφερε στο προσκήνιο την υπάρχουσα υπό τον Καγκελάριο σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής, πριν από τρία συνέδρια- φέρονταν να τοποθετούνται ανεπισήμως επί της πρότασης με κατηγορηματικά αρνητικό τρόπο, εστιάζοντας την κριτική τους στο ανεδαφικό και εν τέλει μικροαστικό στοιχείο που κυριαρχεί στον ιδεολογικό πυρήνα της, εφόσον τυχούσα εφαρμογή της, υποθέτοντας ότι η κατάθεση της βρισκόταν πράγματι στις προθέσεις μιας εσωκομματικής «αντιπολίτευσης», θα οδηγούσε νομοτελειακά στη χαοτική απορρύθμιση της παραγωγικής διαδικασίας, μέσω της εισαγωγής νέων επιμέρους αντιθέσεων που το επαναστατικό προτσές είχε εξαλείψει ή συμβάλει στο να αποφευχθούν, οι οποίες θα μπορούσαν μελλοντικά να απειλήσουν στην πράξη τον εγκαθιδρυθέντα σοσιαλιστικό χαρακτήρα της, καθώς και στην -εφεξής θεσμικά αποκρυσταλλωμένη- υποκατάσταση του σοσιαλιστικού πλάνου από ένα δίκτυο ημι-αυτόνομων, “συλλογικών” μικροκαπιταλιστικών μονάδων. Δε θα ήταν διόλου συνεπές, συνεπώς, προς την ταξική μεροληψία της επαναστατικής θεωρίας, το να λησμονηθεί η απαραμείωτη διαφορά της κολλεκτιβοποιημένης σοσιαλιστικής οικονομίας, όπου δεσπόζει η κοινωνική ιδιοκτησία επί των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις “ενδιάμεσες” εκδοχές που περιλαμβάνουν την ύπαρξη συλλογικών καπιταλιστών υπό “σοσιαλιστική” κάλυψη, εισάγοντας έτσι εκ νέου τις μεταμορφώσεις της από καιρό ηττημένης αστικής ιδεολογίας, περί απρόσκοπτου ατομικού ανταγωνισμού, ελεύθερης αυτοδημιουργίας των ατόμων κλπ, στην καρδιά του εργατικού κινήματος. Θα ήταν κρίμα και άδικο η αστική τάξη -τη στιγμή που τα απομεινάρια της αργοσβήνουν- να σηκώσει κεφάλι, έπειτα από τόσες θυσίες και υπομονή που χρειάστηκε να επιδείξει ο εργαζόμενος λαός και τα σύμμαχα στρώματα μέχρι την υπέρβαση των αρχικών δυσλειτουργιών: αυτή ήταν η μόνιμη επωδός στα ανεπίσημα χείλη των κρατικών αξιωματούχων. Τώρα πάντως αμφότεροι ο Κομισάριος και ο Σύμβουλος, οι φύλακες της κομματικής ορθοδοξίας και οι φερόμενοι ως διαφωνούντες, έστεκαν σιωπηλοί ο ένας δίπλα στον άλλο, όλο περηφάνια και χαρά. Και για κάποιους άλλους είχε ακουστεί ότι βρίσκονταν κατά καιρούς σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά η εφημερίδα το είχε διαψεύσει κατ' επανάληψη, και η τωρινή τους στάση επισημότητας και συντροφικής θέρμης έμοιαζε να τη δικαιώνει.

«Καταπληκτικό», ψιθύριζαν κάποιοι, και το όνομα του λαοφιλούς Reichserzkanzler συχνά έκανε την εμφάνιση του εντός ενός πυκνού συμπλέγματος ανώνυμων στομάτων, που άνοιγαν και έκλειναν χωρίς σταματημό, σαν πεταλουδίτσα που μετέβαινε ανάλαφρα από το ένα μέρος στο άλλο. «Τί συνέβη;» ρώτησε κάποιος και ήταν σαν η φωνή να βγήκε από το στόμα του Κ. «Σύντροφε, δεν τα έμαθες;» απόρησε ο κοντινότερος του. «Θαύμα! Ο Καγκελάριος». «Ο σ. Καγκελάριος θεραπεύτηκε... Έγινε το... το θαύμα! Δόξα σοι ο Χριστός» πρόσθεσε ένας άλλος. Ο Κ. υπέθεσε πως είναι αρκούντως συγχυσμένοι. «Εννοείτε πως ξαναπερπάτησε;» ρώτησε προσπαθώντας να λάβει διευκρινίσεις. «Μα ναι, τι λέμε τόση ώρα;» «Τα λείψανα... Τα λείψανα του παπα-Ντόροθυ το έκαναν να συμβεί!» Τα “λείψανα” πρέπει να βρίσκονταν στο μεταλλικό κουβούκλιο στο οποίο το χέρι του Καγκελάριου ακουμπούσε, σε απόσταση μερικών μέτρων. Οι φωνές και οι ζητωκραυγές ακούγονταν τώρα ανεξέλεγκτα. «Ν' ανακηρυχτεί πάραυτα άγιος!», «ξεκάθαρη θεϊκή παρέμβαση», «άγιος Δωρόθεος!» και άλλα συναφή.

«Αποκλείεται, δε γίνονται αυτά», έφτασε η φωνή στ' αυτιά του. «Είναι συνεννοημένοι μεταξύ τους, να πούμε... Στημένο το κόλπο, συνωμοσία είναι για να τρέχουνε τα πρόβατα. Εκμεταλλεύονται την αμορφωσιά των μαζών», συνέχισε σαν να μη βρισκόταν το παραμικρό εμπόδιο στο δρόμο της, και ήταν τέτοιες σκέψεις που ο Κ. αισθανόταν εγγύτερα στις δικές του. Σύντομα ωστόσο οι φωνές της πίστης επανήλθαν, ανδρικές και γυναικείες, να τραγουδούν το ίδιο θέμα σε παραλλαγές. «Δεν είναι έτσι! Είναι θαύμα!»· «ζητήστε και θα λάβετε, το θαύμα εγένετο!» επανέλαβε κάποιος ακόμη -και ο ίδιος να ήταν πάντα που μιλούσε, ο Κ. δε θα μπορούσε να το πει-, «Ο Θεός είναι μαζί μας! Δε λέγανε παλιά πως είναι σοσιαλιστής; Γιατί λοιπόν να μην είναι μαζί μας; Εγένετο!», είπε, ενώ δίπλα γυναίκες φώναζαν «Αληθώς, αληθώς!» και παρόμοιες εκφράσεις. «Δεν υπήρξε ποτέ παράλυτος!», σαν να ακούστηκε, αλλά κανείς δεν είχε μιλήσει. Το κλίμα ήταν πανηγυρικό.

Σιωπή απλώθηκε προσωρινά όταν ο Καγκελάριος, σηκωμένος καθώς ήταν, και στηριζόμενος σε ένα ραβδί που του είχαν δώσει στο μεταξύ οι αξιωματούχοι του Κόμματος, θέλησε ν' απευθυνθεί στο κοινό. Προηγουμένως είχε αγκαλιαστεί με όλα τα κορυφαία στελέχη, του Συμβούλου επί της Σοσιαλιστικής Οικονομίας μη εξαιρουμένου. Αλλά σύντομα τα βουητά και οι μουρμούρες γέμιζαν κάθε κενό στην ομιλία του. «Η επιστημονική κοσμοθεωρία δε μπιστεύει σε μαγείες κι ανώτερες οντότητες, δε δέχεται θεό κ' υπερφυσικές δυνάμεις», βροντοφώναξε ο Καγκελάριος διαπερνώντας με ένα βλέμμα το συγκεντρωμένο πλήθος. «Ναι, δεν υπάρχει χώρος για μυστικ'στικές εικασίες, δε χρειάζετ' η “'πόθεση Θεός”, όπως το 'πε ο Λαπλάς, το πνέμα είν' αντανάκλασις της ύλης, έτσι είναι... Αλλά τούτο δω το θάμα δε το 'χω ξαναδεί! Μπορώ και περπατώ, έπειτα από χρόνια. Δεν ξέρω ποια δύναμη μου προσέφερε το δώρο, αλλά θα κάνω ό, τι μπορώ για να το διαφυλάξω σα θησαυρό». Κάποιοι από τους μπροστινούς ισχυρίζονταν πως δάκρυσε και δάκρυζαν οι ίδιοι από χαρά και συγκίνηση κι αγκαλιάζονταν.

Ο αρχιεπίσκοπος παρενέβη και, με λόγο θεολογικά μεστό και στοχευμένο, εξέφρασε την άποψη του για τις πιθανές αιτίες και συνέπειες αυτού του εξαιρετικού γεγονότος. Στη συνέχεια ο λόγος πέρασε εκ νέου στον Καγκελάριο, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση ελαχίστως διαφορετική από την προηγούμενη. «Σ'χωράτε με που μιλάω έτσι», είπε, «η συγκίνησις μου πήρε τα μυαλά. Δε λέω ότι πρέπει να πάρετε το λόγο μου τοις μετρητοίς, δε λέω αυτό, κάθε άλλο. Γραμμή δε θυσιάζω τις απόψεις μου και στ' αλήθεια ένας άντρας μετράει όσο οι ιδέες του! Το τελευταίο που χρειαζόμαστε ειναι να επιστρέψει ο φιντεϊσμός απ' το παραθύρι... Αλλά θα 'μουνα ψεύτης αν δε μπαραδεχόμουνα μπροστά σας -“ενώπιο σας”, που λένε- τη σύχυση και το θαμασμό μου, ακριβώς όπως εσείς τα νιώθετε, γιατί ένας από σας είμαι κι εγώ, και μάλλον όχι ο αξιώτερος!» Γέλια κι επιδοκιμασίες ακούστηκαν από το κοινό, και παραξενεύτηκε ο Κ. διότι, ειδικά όσον αφορά την τελευταία διαπίστωση του αγαπητού ηγέτη, η διαφωνία τους ήταν έκδηλη. «Η γυναίκα μου αναρωτήθηκε τον καιρό που ήμουνα καθηλωμένος», συνέχισε εκείνος με κάποιαν ένταση, «γιατί υπάρχουν τα παιδιά. Για ποιο λόγο δηλαδή οι άθρωποι -και όχι μόνον- έρχονται στον κόσμο ως μικροσκοπικά όντα που αναπτύσσονται με τον χρόνο, αντί για ήδη έτοιμοι άντρες. Ξέρω ότι το ζήτημα δεν έχει τεθεί σωστά από εξελιχτική σκοπιά, και λαβάνοντας υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα το διατυπωθέν ερώτημα είναι να πούμε γελοίο. Δε μπορώ ν' αντισταθώ όμως στο μπροβληματισμό. Γιατί; Κοιτάξτε τα μωράκια πως κουνιούνται συνεχώς και χειρονομούν ζωηρά, μιλούν ακατάληπτα και τρώνε και παίζουν και ρεύονται κι αφοδεύουν. Κάθε στιγμή μοιάζει γιορτινή γι' αυτά και μόνο να διδαχτούμε μπορούμε απ' το παράδειγμα που δίνουν. Θαμάστε το υπέροχο παιχνίδισμα τους, όλο απλότητα και χάρη. Ψηλαφίζουν τα πάντα και μαθαίνουν από τα λάθη τους, που τα επαναλαβάνουνε ξανά και ξανά. Τα παιδιά υπάρχουν για να μας καταπλήσσουν και να συγκινούν την ύπαρξη μας -“ως τα βάθη”, που λένε-, για να δοξολογούν τον Χριστό και να μας υπεθυμίζουν διαρκώς πόσο θαμαστός είν' ο κόσμος -και θα ήταν ακόμη και χωρίς αυτά, μολοταύτα υπάρχουν, είν' εδώ μαζί μας-, ώστε μπορούμε ν' αναφωνήσουμε, σε συμφωνία με τας γραφάς, ότι “καλώς εποίησεν”. Τέτοιες σκέψεις τη βασάνιζαν όλα αυτά τα χρόνια, κι εμένα μαζί της, κι ας υπήρξα σ' ολάκερη τη ζωή μου άθεος, κι ας μου ήταν άγνωστο και το σημείο του σταυρού ακόμη». Μόλις τώρα πρόσεξε ο Κ. ότι στεναγμοί ακούγονταν από μητέρες και πατέρες που κουβάλησαν αρρώστους, παιδιά και ηλικιωμένους μέχρι εδώ, πιθανότατα από την αδήριτη παρόρμηση προς αναζήτηση ελπίδας, οσοδήποτε αδιευκρίνιστης.

«Τι ζητούσαν όλοι αυτοί; Ήρθαν να δουν τον σακάτη στο τσίρκο; Υπήρξε στην πραγματικότητα παράλυτος, έστω και μια στιγμή;» Καμία απάντηση, ασφαλώς. Καθώς οι ομιλίες προχωρούσαν, ο Κ. αισθάνθηκε τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της ζέστης και χαλάρωσε τη θηλιά του παλτού του κατά δύο κουμπιά. Αρκετοί από τους υπόλοιπους άρχισαν να κάνουν το ίδιο, και ήταν απορίας άξιο πως δεν το είχαν πράξει ως τότε. Ο αρχιεπίσκοπος επανήλθε εν τω μεταξύ στην αγόρευση του, ως εάν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτε άλλο, αναφέροντας πως οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι όταν έρθει η βασιλεία, πως θα ισοπεδωθούν όλοι οι βράχοι και θα γεμίσουν τα κενά και δε θα υπάρχει πόνος ούτε χρόνος ούτε θάνατος, όταν σημάνει η μέρα του Κυρίου, η οποία θα φέρει την ολοκληρωτική αναγέννηση της ανθρωπότητας. Ο Καγκελάριος αρπάχτηκε απ' αυτές τις επισημάνσεις. «Οι καταπιεσμένοι θα δικαιωθούν», είπε, «αναπόφεκτος ειν' ο θρίαβος τους!» Ο αρχιεπίσκοπος έγνευσε καταφατικά και ξερόβηξε, προτού συνεχίσει. «Νομίζω πως μπορεί πλέον το σώμα της Εκκλησίας δια της Ιεράς Συνόδου να δρομολογήσει την εκκίνηση της διαδικασίας για την άμεση αναγνώριση και ανακήρυξη σε άγιο του πατρός Δωροθέου. Η επευφημία του λαού και το συντελεσθέν θαύμα αποτελούν επαρκείς ενδείξεις, και μαρτυρούν την αλήθεια της Ορθοδόξου πίστεως και της Εκκλησίας μας, η οποία υπάρχει στην ιστορία ως το ζων σώμα του αναστάντος Χριστού». Ο πατήρ Δωρόθεος, γνωστός επί το λαϊκότερον ως παπα-Ντόροθυ, αν και γεννήθηκε και πορεύτηκε για χρόνια στον κόσμο ως Δημήτριος Γκέρστερ-Φλόυντ, ήταν μια αμφιλεγόμενη, περιθωριακή μορφή. Οι φτωχοί και αμόρφωτοι τον αγαπούσαν, ακόμη περισσότεροι τον λάτρευαν ως άγιο ενόσω ήταν ακόμη ζωντανός, ενώ τέλος αρκετοί, προερχόμενοι κυρίως από τα ανώτερα κομματικά κλιμάκια και τα πανεπιστήμια, τον θεωρούσαν έναν χαρισματικό όσο και αντιδραστικό τσαρλατάνο, γέννημα μιας εποχής τόσο μακρινής, που ήταν σαν να μην υπήρξε.

Η όχληση από τον ήλιο επανερχόταν σαν πολιορκητικός κριός, ήταν σίγουρα διαδεδομένη όταν άρχισε η αναστάτωση. Μια ανεπαίσθητη μετατόπιση των ποδιών, ίσως κάποια υποχώρηση στην ένταση της φωνής και τη ζωηράδα των κινήσεων, συνοδευόμενα από το αδιόρατο στράβωμα του προσώπου. Ο Καγκελάριος έδειξε να αισθάνεται δυσφορία, παραπάτησε και πέφτοντας παρέσυρε το καροτσάκι από το οποίο είχε σηκωθεί. Τα πόδια του έμεναν ακίνητα σαν να ζύγιζαν μισό τόνο. Ήταν εξαρχής ζήτημα χρόνου; «Έπεσε, γκρεμίστηκε!» φώναξε κάποιος, και σχεδόν ταυτόχρονα λαλιές που έρχονταν από παντού: «Τίποτα δεν έγινε! Όλα είναι ψέμμα!» ή «Δεν υπάρχει Χριστός!» - «Δεν υπάρχει Καγκελάριος, ούτε Δημήτρης Φλόυντ», σκέφτηκε ο Κ. καθώς το πλήθος εφορμούσε. Από τον όχλο μόνο φασαρία αναδυόταν, κραυγές συχνά ακατάληπτες, ενώ θόρυβοι από χτυπήματα, γροθιές και σπρωξίματα ανέβαιναν μέχρι τον ουρανό. Ήχησε ένας πυροβολισμός από τη μεριά του ανθρώπινου φράγματος της Λαϊκής Πολιτοφυλακής, που συγκρατούσε το χείμαρρο. Οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν από το θόρυβο. Ο Κ. κοίταξε λίγο παραδίπλα, όπου ο όχλος συνέχιζε απτόητος να κάνει ό, τι έκανε, που κατά την εκτίμηση του δεν ήταν τίποτε απολύτως. Φλύαρη αναμονή, αυτό ήταν. Ιντερλούδιο μεταξύ ξεσπασμάτων βίαιων και ρυπαρών. Ο θόρυβος του όπλου, μπαμ!, και σύντομα οι σοσιαλιστές δικτάτορες σμπαραλιαζόντουσαν κάτω από τα τσαλαπατητά του κόσμου που βοούσε, ο Κ. τους είδε και ήταν μάρτυρας σε αυτό. «Όταν ο βρυχηθμός του πλήθους ακουστεί, όλα γύρω θα σωπάσουν». Και ο Reichserzkanzler και ο Volkskommissar και ο Berater και ο Erzbischof ξεγυμνώνονταν σαν πουτανίτσες και περνούσαν από το μπουλούκι και τα διαρκή ποδοπατήματα σαν μέσα από μηχανή του κιμά. Έπειτα από λίγο, τα ουρλιαχτά είχαν σκεπαστεί και ο καθένας υπέκυπτε στην παράξενη αυτή Δικαιοσύνη. Ένας ιερωμένος αγανάκτησε που τον έδερναν: «Φίδια! Φίδια! Ανάθεμα τη μάνα και τον πατέρα που σας γέννησε», είπε κατακεραυνώνοντας τους διώκτες του, χειρονομώντας και προφέροντας τις λέξεις τόσο γρήγορα και σφυριχτά που τα φωνήεντα σχεδόν εξαφανίζονταν. Ένας άλλος, από τους γραφειοκράτες αυτή τη φορά, επιχείρησε να διαφύγει τρέχοντας από τη μάζα, αλλά τον πρόφτασαν και τον έπιασαν. «Άσε με, κτήνος» πρόσταξε εκείνον που τον κράταγε, χωρίς να λάβει απόκριση. «Άσε με σου είπα, παλιογορίλλα!» Ο άνδρας ήταν πράγματι λίγο μεγαλόσωμος και δε δυσκολεύτηκε να πετάξει τον αξιωματούχο κάτω σαν πάνινη κούκλα. Με τη βοήθεια δύο άλλων τον ακινητοποίησαν και του τσάκισαν το γόνατο με ένα τόσο δα σφυράκι. Αφού τελείωσαν με το ένα, στράφηκαν στο άλλο, δίχως να εμφανιστεί κανείς από τη Λαϊκή Πολιτοφυλακή για να τους σταματήσει. Ενώ ο πεσμένος άντρας διαμαρτυρόταν ακόμη για την αντιμετώπιση της οποίας τύγχανε αναίτια, εκείνοι βαθούλωσαν το κρανίο του με κοφτά, επαναληπτικά χτυπήματα. Κάπως έτσι, χάρη σε μιαν ασήμαντη παρεξήγηση, ή λόγω του ανυπόφορου της ζέστης,
   ίσως δε γλίτωσε κανείς εκείνη την Κυριακή,
   από τους υποτιθέμενους ή
   τους πραγματικούς αντιφρονούντες,
   όλα τελείωσαν, το κατάλαβε άραγε κανείς
   από τη μανιασμένη αγέλη;
   σκέφτηκε ο Κ. σαν απέστρεψε το βλέμμα του
   με αηδία.

-------------------------------------------------------------------------------------
* Στον Weltschmerz K. έχω αναφερθεί και στο παρελθόν. Ένα δείγμα της δουλειάς του, γραμμένο δύο ακριβώς χρόνια πριν από αυτό που δημοσιεύουμε σήμερα, φιλοξενήσαμε εδώ. Όπως και εκείνο, έτσι και το σημερινό αποτελεί -δηλαδή φιλοδοξεί να αποτελέσει- τμήμα ενός ευρύτερου μυθοπλαστικού έργου - του ίδιου μυθιστορήματος δηλαδή, που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί μολονότι ξεκίνησε τον Μάιο του 2008! Γνωστό είναι για τον εν λόγω πως αποτελεί έναν δημιουργό του οποίου το έργο χαρακτηρίζεται από μια ανυποχώρητη στράτευση ενάντια στη βλακεία, την ασχήμια και τον Κομμουνισμό. Είναι το ψεύδος, η αδικία, η αντιδραστική ατιμία και οι σοσιαλιστικές ιδέες και πρακτικές (που άλλωστε προϋποθέτουν όλα τα προηγούμενα) που καταγγέλλονται μέσα από την πένα του. Δεν έχω καταλάβει ακόμη εάν γράφει θρησκευτικές παραβολές με -όχι και τόσο- λανθάνοντα πολιτικά μηνύματα, ή αντίστροφα πολιτικές αλληγορίες που αφορούν στην πραγματικότητα θεολογικά ζητήματα ή, θέλω να ελπίζω, ως κριτικός που έχει επενδύσει το επαγγελματικό του μέλλον στην ανάλυση του oeuvre του συγκεκριμένου auteur, τίποτε από τα δύο, αλλά κάτι άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget