Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαλτάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαλτάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Μιχάλης Παπαγιαννάκης - εκ του πλαγίου


του Αριστείδη Μπαλτά


Πρώτοι καιροί του περιοδικού «Ο Πολίτης». Άγγελος Ελεφάντης από τότε και μέχρι τέλους. Δίπλα του από την αρχή ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης. Φίλος του στενός από το Παρίσι. Παρά τις αμοιβαία αποδεκτές διαφωνίες. Ιδεολογικές θα τις έλεγα. Ο Άγγελος, «κομμουνιστής της ανανέωσης», ο Μιχάλης, «αριστερός σοσιαλιστής». Επίσης της ανανέωσης. Και επ’ ουδενί «σοσιαλδημοκράτης». Με τις συνδηλώσεις που εξακολουθεί να φέρει ο όρος από τότε. Κοινός τόπος η «ανανέωση» της Αριστεράς. Παρά την ασάφεια του όρου και μολονότι αυτός δεν άρεσε τότε σε αρκετούς. Γιατί φαινόταν να παραπέμπει σε αναπαλαίωση μνημείου και σε δοξαστικό μιας απροσδιόριστης «νεότητας». Γιατί ο όρος κάλυπτε και δεν αναδείκνυε τα ζητήματα της κομμουνιστικής και της αριστερής παράδοσης που όφειλαν να τεθούν αυτοκριτικά σε ριζική επανέξεταση. Σε σχέση, π.χ., με την πορεία τού «διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος», όπως λεγόταν τότε, και με τις εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση και στα «καθεστώτα σοβιετικού τύπου», όπως επίσης λέγονταν τότε. 


Απέναντι στον καπιταλισμό και τον «σοβιετισμό»

Αλλά ας είναι. «Ανανεωτική Αριστερά» λοιπόν. Ένα όνομα και μια σημαία που επέτρεπαν να περι-γραφεί ένας τόπος ιδεολογικών και πολιτικών ευαισθησιών. Με κοινό καταστατικό αντίπαλο, οιονεί υπαρξιακό, όχι μόνο τον καπιταλισμό (έτσι οριζόταν η Αριστερά επί αιώνες), αλλά και τον «σοβιετισμό» που συμπύκνωναν οι ηγεσίες «σοβιετικού τύπου». Με ανοιχτά, βέβαια, πλείστα ιστορικά, θεωρητικά και πραγματολογικά ζητήματα ως προς το τι και το πώς του «σοβιετισμού».

Ανανεωτική Αριστερά λοιπόν. Με δύο ιδεολογικά προσδιορισμένους πόλους. Τον Άγγελο και τον Μιχάλη. Τουλάχιστον στο πλαίσιο του περιοδικού «Ο Πολίτης».

Οι δύο «πόλοι» συνυπήρχαν για πολλά χρόνια με πλήρη σύμπνοια και σε αγαστή συνεργασία. Υπό όρους αμοιβαίας γονιμοποίησης. Γιατί το πολιτικό αιτούμενο ήταν κοινό. Κανένας δεν ζητούσε να κηρυχθεί η (κομμουνιστική, τι άλλο;) επανάσταση, κανένας δεν εξελάμβανε ότι αυτή θα προέκυπτε «αυθορμήτως» από τη διαρκή ανάπτυξη του «μαζικού κινήματος» ή από την πεφωτισμένη δράση «πρωτοποριών», όλοι θεωρούσαν ότι το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς -το ΚΚΕ Εσωτερικού που μας έλαχε- έπρεπε να ενισχυθεί κριτικά και να διεκδικήσει -συμμαχώντας με πολιτικά όμορους χώρους- τις δομικές αλλαγές που είχε ανάγκη ο τόπος. Κατά τους όρους του εκάστοτε εφικτού και της διαρκούς προσπάθειας για τη διεύρυνσή του. Γιατί μόνο αυτή μπορεί να είναι η έμπρακτη πολιτική τής Αριστεράς όλων των αποχρώσεων. 

Ως προς το εφικτό και τη διεύρυνσή του, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης υπήρξε εξαιρετικά σαφής, με ρηξικέλευθες ιδέες και προτάσεις που μπορούσαν να κινητοποιήσουν. Πολιτική οικολογία, όροι και μορφές ανάπτυξης της χώρας, παρα-οικονομία, κριτική στην οικονομική και κοινωνική πρακτική των μεσοστρωμάτων, ανάλυση της παγκοσμιοποίησης, διεθνείς σχέσεις της χώρας, ευρωπαϊκές συντεταγμένες και παράμετροι, μορφές οργάνωσης ενός αριστερού κόμματος που θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών. Επεξεργασμένες θεματικές σε πολλά επίπεδα, που πλούτισαν καίρια όλους μας. Γιατί, ακριβώς, το πολιτικό αιτούμενο ήταν κοινό και ανοιχτό το πεδίο αμοιβαίας μόρφωσης και από κοινού εμβάθυνσης. Εν πολλοίς ανεξάρτητα από ιδεολογικές, όπως τις ονόμασα, διαφορές. Όπου κι αυτές μπορούσαν να συζητηθούν απροκατάληπτα και γόνιμα για όλους. 


Η ένταξη στην ΕΑΡ 

Αλλά κάποτε ενέσκηψε ο Γκορπματσόφ, τα απόνερα της ανατροπής έφτασαν στα καθ’ ήμας, το «ιδεολογικό» ανήλθε με άκρα επιθετικότητα στο προσκήνιο και το ΚΚΕ Εσωτερικού διασπάστηκε. Με συμβολικό -δηλαδή βαθέως ιδεολογικό- επίδικο τη χρήση του «Κ». Να διατηρηθεί ή όχι ο προσδιορισμός «κομμουνιστικό» στον τίτλο του; Έτσι, αφενός δημιουργήθηκε η Ελληνική Αριστερά και αφετέρου το ΚΚΕ Εσωτερικού - Ανανεωτική Αριστερά. Οπότε και οι θιασώτες του περιοδικού «Ο Πολίτης» διαχωρίστηκαν. Γιατί οι υπαρξιακές δεσμεύσεις και τα κύρια σύμβολά τους δεν υπόκεινται ούτε μπορεί να τους ζητηθεί να υπόκεινται στον αφρό της συγκυρίας, στα καπρίτσια της μόδας, στους ισολογισμούς πολιτικού κόστους και πολιτικού οφέλους. Γι’ αυτό ο Μιχάλης προσχώρησε στην ΕΑΡ, γι’ αυτό ο Άγγελος και άλλοι του περιοδικού «Ο Πολίτης» εντάχθηκαν στο ΚΚΕ Εσωτερικού - Ανανεωτική Αριστερά.

Οι διασπάσεις είναι πάντα πράγμα βαρύ. Διαρρηγνύουν τόπους εγκαρδιότητας, οξύνουν πάθη, στρεβλώνουν απόψεις, δημιουργούν ρήγματα. Κάποτε αγεφύρωτα. Παρακολουθούσα πλέον από απόσταση τις τοποθετήσεις του Μιχάλη και διαπίστωνα ότι, παρά τον αυστηρά έλλογο και κάποτε καινοτόμο χαρακτήρα τους, είχαν μικρότερη απήχηση στην ΕΑΡ και κατόπιν στον Συνασπισμό απ’ όσο τους άξιζε. Άλλοι καιροί, ωστόσο, άλλα μελήματα. Το ιδεολογικό κυριαρχούσε, το πολιτικό υποστελλόταν, οι γέφυρες κόβονταν, οι παρεξηγήσεις φούντωναν.

Ανακαλώ συχνά τον Μιχάλη στη μνήμη. Για να αναρωτηθώ πού θα βρισκόταν κατά ετούτη την πυκνή πενταετία των παντελώς απροσδόκητων εξελίξεων. Μνήμη ενεργή. Που, εκτός των άλλων, μου υπενθυμίζει αυτοκριτικά, δηλαδή πολύ χρήσιμα, κάποιες δικές μου ολιγωρίες... Συνιστώντας ταυτόχρονα προτροπή προς εαυτόν και αλλήλους: Να σκύψουμε περισσότερο στην κληρονομιά του. Κληρονομιά που έχει να προσφέρει πολλά. Για το σήμερα και για το αύριο.


Πηγή Αυγή, 01.01.2020 

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Ζακ Ντεριντά


του Αριστείδη Μπαλτά


Τούτες τις μέρες, ακριβώς δέκα χρόνια πριν, πέθανε ο Ζακ Ντεριντά. Σίγουρα του αξίζουν δυο λόγια. Εκεί που θα χρειάζονταν τόμοι. Για να βοηθηθούμε να καταλάβουμε τον κόσμο. Το πού βρίσκεται και το πού βαδίζει.

Ζακ Ντεριντά λοιπόν. Γάλλος της Αλγερίας, από εβραϊκή μικροαστική οικογένεια. Διωγμένος από το σχολείο λόγω νόμων ναζιστικής έμπνευσης. Που έπαιζε ποδόσφαιρο στα σοκάκια του Αλγερίου και ονειρευόταν να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Που βρέθηκε στο μητροπολιτικό Παρίσι προκειμένου να σπουδάσει στην περίφημη Εκόλ Νορμάλ. Για να αποτύχει την πρώτη φορά στις εισαγωγικές εξετάσεις. Συνηθίζοντας από τότε να αποτυγχάνει σχεδόν κάθε πρώτη φορά…

Φιλόσοφος. Με τα πολλά που προικίζουν τον όρο το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα και οι γαλλικές παραδόσεις. Με έργο ιδιαζόντως πρωτότυπο, πλούσιο και πολυδιάστατο. Που τον καθιστά έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές των καιρών. Με καθοδηγητικό μίτο και κεντρικό μέλημα την καθολική δικαιοσύνη. Της οποίας η δυναμική, όπως είναι ανεξίτηλα εγγεγραμμένη στις ανθρώπινες κοινωνίες, τείνει πάντα να υπερβαίνει την ισότητα που ορθώς επιτάσσει το δίκαιο του νόμου. Την τάση προς την καθολική δικαιοσύνη ο ίδιος ονομάζει τάση προς τη δημοκρατία-που-έρχεται, προς τη δημοκρατία-μέλλον. Το περιεχόμενο του όρου δεν διαφέρει από το περιεχόμενο που δίναμε παλιά στον κομμουνισμό. Όπου η ισότητα δεν καταστέλλει τη διαφορά που υπονοεί η ελευθερία. Αντίθετα, την προϋποθέτει.

Ο Ντεριντά θεωρεί συνώνυμη την καθολική -ή άπειρη, όπως τη χαρακτηρίζει- δικαιοσύνη με την “αποδόμηση”. Δηλαδή τον όρο – κλειδί που έχει ταυτιστεί με την όλη προσέγγισή του. Όμως γιατί; Τι είναι “αποδόμηση”;

Η αποδόμηση είναι μια πρακτική ανάγνωσης. Που εστιάζει σε κάποιο περιθωριακό στοιχείο του εκάστοτε αντικειμένου της. Και αποδεικνύει, μέσα από μια εξαντλητικά αυστηρή εργασία, που δεν παρεκκλίνει στο ελάχιστο από εκεί όπου εστιάζει ούτε υποτάσσεται σε γενικότητες, ότι το περιθωριακό μπορεί να είναι κύριο. Πράγμα που ανατρέπει ολόκληρη τη δομή του αντικειμένου όπως θα την ήθελαν οι κυρίαρχες αναγνώσεις. Κυρίαρχες επί μακρόν. Κάποιες από την εποχή του Πλάτωνα. Αποδόμηση είναι λοιπόν η έλλογη πειθαρχημένη υπονόμευση των θεμελιωδών διακρίσεων που οργανώνουν τη σκέψη μας. Αλλά έτσι αποδίδεται δικαιοσύνη γιατί το περιθωριακό και το δευτερεύον αποκτά την καθοριστική θέση που του αξίζει. Το αποτέλεσμα είναι να αποσταθεροποιείται η σκέψη μας αλλά ταυτόχρονα να ανοίγεται σε απρόσμενες κατευθύνσεις.

Η εμπειρία που κομίζει η ανάγνωση έργων του Ντεριντά είναι εμπειρία απελευθέρωσης. Την οποία όμως αρκετοί δεν αντέχουν. Γιατί θίγει καίρια βαθιά εμπεδωμένες προκαταλήψεις. Και ίσως πάνω απ’ όλα την ίδια την εικόνα του εαυτού. Που προσδιορίζει, όπως προσδιορίζει, τη ζωή μας, τη δράση μας, το τι νομίζουμε πως αξίζουμε ή πετύχαμε, τα ρητά μας πιστεύω. Γι’ αυτό ο Ντεριντά πολεμήθηκε όπως πολεμήθηκε. Και αντίστροφα, για όμοιους λόγους, το έργο του Ντεριντά επέφερε τα αποτελέσματα που επέφερε. Συμβάλλοντας ίσως περισσότερο από όλα της γενιάς του στο να αλλάξουν άρδην οι ανθρωπιστικές σπουδές στα πανεπιστήμια του κόσμου. Και όχι μόνον αυτές ούτε μόνον εκεί.

Παρά τις φήμες, η ανάγνωση ενός έργου του Ντεριντά δεν είναι δύσκολη. Χρειάζεται μόνο λίγη υπομονή και κάποια προετοιμασία. Όπως απαιτεί κάθε σημαντικό θεωρητικό έργο.


Πηγή Αυγή, ecoleft

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ποιός μετέχει στο Ιερό και οι ψήφοι του Ζουράρη (LLS)


Στη  διαπραγμάτευση των κοινών ζητημάτων αριστεράς και θεολογίας υπάρχουν πολλές οπτικές.

Επικρατούν οι κοινωνικές αναλύσεις όπου το επίδικο είναι να αναδειχθούν οι κοινές αξίες εκκλησίας και αριστεράς: κλασσικά θέματα η θεολογία της απελευθέρωσης, η ιεραποστολική αλληλεγγύη κλπ. Στο κλίμα αυτό έγινε και το συνέδριο στην Θεσσαλονίκη.

Μια άλλη σειρά αναλύσεων, προέρχεται από τον κλασσικό φιλελεύθερο χώρο, όπου το επίδικο είναι ότι η κομμουνιστική ουτοπία έχει θρησκευτική προέλευση και επομένως οδηγεί σε ιδεοληψίες, τυραννίες κλπ. 

Μετά, όμως, από τον Καρλ Σμιτ, η διαπραγμάτευση είναι ευρύτερη. Εκκινώντας από τη βασική θέση, πως όλες οι έννοιες της πολιτικής είναι προέκταση εννοιών της θεολογίας, γίνεται μια ανάλυση σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Εδώ δεν αναδεικνύεται το ζήτημα των κοινωνικών αξιών, ούτε η έννοια της ουτοπίας, αλλά η ουσιαστική ισομορφία των εννοιολογικών αρχιτεκτονημάτων πολιτικής και θεολογίας. Συμβατικές σηματοδοτήσεις της πολιτικής φιλοσοφίας -πχ η κυριαρχία, η επανάσταση-, αντιστοιχίζονται με ισοδύναμες της θεολογίας. Σύμφωνα με τον Κ. Σμιτ δεν είναι η αριστερή ουτοπία που αναδύει μια θεολογία, αλλά ολόκληρο το φιλελεύθερο κοσμικό πολιτικό οικοδόμημα, αυτοκατανοείται ως ορθολογικό, αλλά ουσιαστικά δεσμεύεται από θεολογικού τύπου όρια. Το απώτατο αυτό όριο είναι η κυριαρχία, η οποία αντιστοιχεί στην Θεϊκή κυριαρχία. Το project του Σμιτ έχει την αντιδημοκρατική του ανάγνωση: αν το όριο είναι η κρατική κυριαρχία τότε η δημοκρατική ή μη νομιμοποίηση είναι δευτερεύουσα.

Αυτή την επιστημολογική κατεύθυνση ακολουθεί ο G. Agamben, ο οποίος πραγματοποιεί μια μοναδικού εύρους ιστορική έρευνα, με αυθεντικά πρωτόγεννη ευρήματα. Ο G. Agamben αποκαλύπτει ποιες άλλες θεμελιακές συντεταγμένες της μοντέρνας πολιτικής έχουν θρησκευτικό υπόβαθρο, και δεν επιβιώνουν απλώς, αλλά ουσιαστικά επικαθορίζουν τα όρια της πολιτικής και της εννοιολόγησής της. Homo Sacer, Iustitium είναι τα πολιτικο-θεολογικά μοτίβα με τα οποία ο GA μπορεί "διαβάσει" την τρέχουσα συγκυρία. Ανεξάρτητα από τις ενστάσεις για το έργο αυτό, είναι σαφές ότι ανοίγει νέους δρόμους. Στο τελευταίο μεγάλο έργο του The Kingdom and the Glory προχωρεί ένα ακόμη βήμα περαιτέρω: Δεν είναι μόνο η πολιτική [της οποίας η εννοιολογική σκευή προέρχεται από την (Κ.)] θεολογία, αλλά και η οικονομία είναι μια θεολογία με μια ενδιαφέρουσα γενεαλογία. Το θεολογικό σχήμα της Τριαδικότητας "στερεώνεται"  δανειζόμενο την αριστοτελική έννοια  της οικονομίας, αλλά, όταν η οικονομία γίνεται μοντέρνα επιστήμη, δανείζεται από την Θεολογία την Οικονομία χωρίς την Αγία Τριάδα. Συμπτωματικά, το πρώτο συνέδριο Οικονομικής Θεολογίας, βασισμένο κυρίως στο The Kingdom and the Glory, γίνεται σε ένα μήνα στη Ρώμη.

Η μικρή εισαγωγή γίνεται για να σημειωθεί κατ' αρχάς η μοναδική επικαιρότητα της πολιτικής θεολογίας, η διεισδυτικότητα της. Ταυτόχρονα, πρέπει να στοιχειοθετηθεί με ακρίβεια και χωρίς συγχύσεις το επίπεδο, το επίδικο και η οπτική της κριτικής που ακολουθεί.

Δημοσιεύθηκε στη Αυγή της Κυριακής ένα επίκαιρο κείμενο Πολιτικής Θεολογίας. Το κείμενο υπογράφεται από τον Α. Μπαλτά και είναι ευπρόσδεκτο τεκμήριο μιας τακτοποίησης των σχέσεων αριστεράς και ιερού, πέραν του γνωστού ζητήματος των κοινών αξιών και πρακτικών (αλληλεγγύη, πρωτείο του ανθρώπου κλπ). Η βασική θέση του κειμένου συμπεραίνεται ως εξής:

"Η Αριστερά μετέχει πλήρως στο ιερό. Πρόχειρες αποδείξεις: Το δέος απέναντι στους μάρτυρές της. Η ιερουργία που συνιστά το Άξιον Εστί. Το τέμπλο που ζωγράφισε ο Κατζουράκης. Απόδειξη, ακόμη, η κατανυκτική συμμετοχή πολλών αριστερών στην περιφορά του Επιταφίου ή στη λειτουργία της Ανάστασης. Στα καθ΄ ημάς ανάσταση και επανάσταση συνδέονται. Η επανάσταση δεν είναι περιστροφή (revolution). Είναι εκ νέου στάση, εκ νέου έγερση. Όπου στάση είναι διακοπή του χρόνου, είναι όρθωση αναστήματος - αλλά και εξέγερση. Εξέγερση είναι έγερση που απευθύνεται. Που αναλαμβάνει την ευθύνη της. Για μας επανάσταση είναι επί και ανάσταση. Ανάσταση επί τούτω. Καλή Ανάσταση παντού. Αφού στο δικό μας Πάσχα δεν μετέχουν μόνον οι ορθόδοξοι. Ούτε μόνον οι αριστεροί".

Ο ΑΜ κάνει μια ατυχή εννοιολογική ταύτιση Αριστεράς και Αριστερών. Ενώ ορθότατα με ενάργεια περιγράφει το Ιερό, ως προσωπικό  βίωμα, ως απώτατο  όριο [1], κατόπιν  διατυπώνει «το αίσθημα του ιερού είναι καθολικό». Τότε η γνωμάτευση "Η Αριστερά μετέχει του Ιερού" γίνεται αυτονόητη, γιατί όλα τα υποσύνολα του καθολικού μετέχουν του ιερού, πχ οι ποδοσφαιρικές ομάδες, οι σύλλογοι ιππασίας κλπ. Ωστόσο, αυτό είναι μια προφανής ιδεολογική υπαναχώρηση προς την προνεωτερικότητα. Αν ακολουθήσουμε τη σκέψη του ΣΜ [sic!] τότε και η κεντροαριστερά, η φιλελεύθερη δεξιά, η ναζιστική δεξιά κλπ μετέχουν του Ιερού και η κόλαση της πολιτικής αγιοσύνης είναι ανοικτή. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων «έχει αίσθημα του ιερού», δεν σημαίνει ότι και οι συλλογικότητες τους, εκούσιες ή ακούσιες, μετέχουν σε Ιερά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ομοίως, η Αριστερά μετέχει στο Ορεκτικό, το Υπνικό, το Ηδονικό κλπ.

Καμία πολιτική παράταξη της Αριστεράς δεν μετέχει κανενός Ιερού. Στο Ιερό μετέχουν πρόσωπα, υποκείμενα. Νομίζουν ότι συμμετέχουν μόνον οι παγανιστικές κοινότητες της ακροδεξιάς, οι Τζιχαντιστές κλπ κλπ. Όσο για τις αποδείξεις για την «μετοχή της Αριστεράς στο Ιερό», αυτές είναι πολύ περίεργες:

Δέος προς τους μάρτυρές του μπορεί να έχει και ο Κασιδιάρης για τον Λεωνίδα.

Ιερουργία, όπως αναφέρεται, είναι και οι συναυλίες του Καιάδα για τους μυημένους στο Satan Rock.

Όσο για τους αριστερούς στον επιτάφιο, άσε τους ρε αδελφέ μόνους τους να τα βρουν, θα τους δώσουμε και ιδεολογικό laisser faire;

Η ευγενής πρόθεση του ΑΜ είναι διακριτή.

Προσπαθεί να οργανώσει έναν  πολιτικο-θεολογικό στοχασμό για τη συγκυρία. Κάνοντας όμως ένα τέτοιο σφάλμα, δηλαδή να κοινωνικοποιεί το ατομικό βίωμα ως μηχανική αθροιστική διεργασία, κατασκευάζει μιαν ιερουργούσα αριστερά, την οποία μόνο ποιητική αδεία μπορούμε να σκεφτούμε. Κάτι ξέρουν και οι θρησκείες, που αποδέχονται τις ιερές κοινότητες μόνο  με την διαμεσολάβηση ιερέων, τελετών κλπ. Τέλος, η γιανναρικής τεχνοτροπίας υπόμνηση, ότι η επανάσταση δεν είναι περιστροφή, αποτελεί άλλη μια περίεργη διατύπωση. Και εδώ η προσωπική χριστιανική «ανάσταση» γίνεται κοινωνική-συλλογική. Μάλιστα φαίνεται να έχει το αληθές περιεχόμενο της μόνο στα «καθ’ ημάς».

Είπαμε η πολιτική θεολογία είναι ερεθιστική, αλλά από αυτό μέχρι την «καθ’ ημάς» επανάσταση η απόσταση είναι μεγάλη. Εκτός και αν μας χρειάζονται και οι ψήφοι του Ζουράρη...

--------------------------------------------
[1] Η διατύπωση του ΑΜ για το Ιερό, είναι πανομοιότυπη με τις διατυπώσεις των ορθόδοξων θεολόγων που γοητεύτηκαν από τον πρώιμο Wittgenstein και τον διάβασαν ως θεολογία: To άρρητο του Tractatus είναι τελικά το ιερό επέκεινα. (Ζ. Λορεντζάτος, Δευκαλίων, 1972, για το Tractatus)

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

ΝΝ: ο Νίτσε του Νεχαμά





του Αριστείδη Μπαλτά


Ο ΝΝ θέτει –πρώτος και μόνος αυτός– το ερώτημα του πώς ο καθένας γίνεται αυτό που ο ίδιος είναι. Και απαντά δείχνοντας τον εαυτό του και εκθέτοντας το πώς έγινε αυτός αυτό που πάντοτε ήταν. Και εγώ στηρίζομαι με συνέπεια στον ΝΝ, παίρνω ερώτηση και απάντηση γι’ αυτό που οι ίδιες θέλουν να είναι –απλό παράδειγμα που μισεί τη μίμηση και γελοιοποιεί τις απομιμήσεις, πρότυπο για κανέναν– και διαβάζω για δικό μου λογαριασμό: Πώς μπορώ να παρέμβω εγώ στη δική μου προσωπική στάση για να γίνω αυτό που η στάση αυτή με κάνει να είμαι, πώς μπορώ να προσδώσω στην αξιοπρέπεια αυτής της στάσης το δικό της πολιτικό περιεχόμενο;

Ποιος, λοιπόν, είμαι; Ο ΝΝ με πείθει πως δεν είμαι παρά το σύνολο των αποτελεσμάτων που έχω, δηλαδή αυτών που επιφέρουν η σκέψη και η δράση μου, οι πράξεις μου και η συμπεριφορά μου. Η ενότητά μου δεν είναι δεδομένη. Γίνομαι αυτός που είμαι μόνον όσο αναλαμβάνω την ευθύνη των αποτελεσμάτων που έχω, μόνον όσο τα αποτελέσματα αυτά –δηλαδή αυτός που είμαι– είναι και γίνονται όψεις μια ενιαίας σκέψης και μιας ενιαίας δράσης, οι εκφάνσεις ενός ενιαίου τρόπου ζωής, του τρόπου ζωής που φτιάχνω από τον εαυτό μου, με τον εαυτό μου, για τον εαυτό μου. Γίνομαι αυτός που είμαι μόνον όσο είμαι και γίνομαι το ενιαίο αποτέλεσμα μιας ενειαίας θέλησης, της θέλησης που απορρέει από αυτό ακριβώς που είμαι. 

Ο ΝΝ ξεκαθαρίζει ακόμα κάτι που ήδη υποπτευόμουν. Όχι μόνο εγώ αλλά το κάθε πράγμα στον κόσμο αυτόν είναι το σύνολο των αποτελεσμάτων που αυτό επιφέρει στα άλλα πράγματα. Ο κόσμος δεν είναι μια στατική παράθεση ανεξάρτητων πραγμάτων αλλά μια αέναα μεταβαλλόμενη συνάρθρωση αποτελεσμάτων. Και αυτό σημαίνει ότι εγώ δεν είμαι ποτέ απομονωμένος από τα άλλα πράγματα του κόσμου τούτου –το σύνολο των αποτελεσμάτων που έχω- δεν αφορά ποτέ μόνον εμένα. Έτσι, για να γίνω αυτός που είμαι, πρέπει ο κόσμος όλος να γίνει αντάξιός μου, πρέπει όλα τα πράγματα του κόσμου τούτου –το σύνολο των αμοιβαίων αποτελεσμάτων τους– να αποκτήσουν τη συνοχή αυτού που εγώ είμαι. Η θέλησή μου να γίνω αυτός που είμαι είναι θέληση να αλλάξει ολόκληρος ο κόσμος για να γίνει ικανός να με δεχτεί.

Η περιστολή, λοιπόν, της παράταξής μας στην αξιοπρέπεια της προσωπικής μας στάσης κατά κανέναν τρόπο δεν συνεπάγεται το αποτράβηγμα μας στη θαλπωρή του δήθεν αυτόνομου εσωτερικού κόσμου του καθενός μας. Ιδιωτικός κόσμος άσπιλος, αμόλυντος και αγνός δεν υπάρχει, γιατί ακόμη κι αυτός που φαίνεται έτσι απλώς κρύβει το γεγονός του, δηλαδή ότι είναι ο ίδιος αποτέλεσμα των όσων έχουν συμβεί και όσων συμβαίνουν έξω από αυτόν. Η ιδιώτευση, δηλαδή ο ασκητισμός που προσπαθεί να αποφύγει κάθε δοσοληψία με την περιρρέουσα αθλιότητα, δεν είναι παρά στάση ηθικολόγα, τυφλά υπεροπτική και απόλυτα στείρα, η οποία υποτάσσεται πλήρως σε ό,τι η ίδια υποκρίνεται ότι αρνείται. Τέτοιες στάσεις και τέτοιες εγωπάθειες δεν έχουν τίποτα να κάνουνε με μας, δεν έχουν τίποτε να κάνουνε μ’ εμένα.

Η δική μας προσωπική στάση –η δική μου– δεν είναι εγκλεισμός μέσα στον ανύπαρκτο εσωτερικό μου κόσμο –είναι οξείδωση μέσα στη νοτιά των ανθρώπων. Δεν είναι άρνηση συμμετοχής –είναι προσπάθεια προσανατολισμένης δράσης στο κέντρο των πραγμάτων. Δεν είναι περιστολή στα όσα πεζά λίγα φαίνονται πως φτιάχνουν την καθημερινότητα μου –είναι άνοιγμα στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον του κόσμου ολόκληρου.

Η ανυπόφορη οίηση την οποία με περισσή ευκολία θα μου προσάψουν εδώ κόλακες εχθροί και άσπονδοι φίλοι με αφήνει αδιάφορα. Τους χαρίζω τις μετρημένες ωλέψεις τους, τα ασήμαντα ονειρά τους, τη δειλία της αυταρέσκειάς τους, το ρεαλισμό της πολιτικής τους. Τους χαρίζω ακόμη τη φτηνή ειρωνεία –σήμερα που είμαι αδύναμος, γιατί αύριο δε θα διστάσουν να επιστρατεύσουν εντελώς άλλα μέσα– με την οποία θα σπεύσουν να κρύψουν τον τρόμο που τους προκαλεί μια θέληση που δηλώνει καθαρά πως δεν μετριέται με τα μέτρα τους. Οι μόνοι αντίπαλοι που με ενδιαφέρουν είναι οι αντάξιοί μου, αυτοί που θα μπορέσουν να με υποχρεώσουν να κάνω λάθη και να διδαχθώ από αυτά, αυτοί που θα με καταστήσουν έτσι ισχυρότερο και πιο αποτελεσματικό απέναντί τους. Και για συμμαχητές και φίλους αναγνωρίζω μόνον αυτούς που παρεμβαίνουν στη δική τους προσωπική στάση και αναλαμβάνουν, ενάντια σε κάθε εκμαυλισμό, την ευθύνη της δικής τους αξιοπρέπειας, ώστε να γίνουν αυτοί που οι ίδιοι είναι. Αναγνωρίζω αυτούς για συμμαχητές και φίλους –και ξέρω πως και αυτοί με αναγνωρίζουν– έστω και αν δεν ανήκουν τυπικά σε ό,τι ονόμασα παράταξή μας. Και αυτό γιατί η παράταξή μας ποτέ δεν θα μπορέσει να γίνει αυτή που η ίδια είναι αν δεν συγκροτηθεί ακριβώς από ολους αυτούς που σήμερα στέκονται έτσι.

Με αυτόν τον τρόπο ο ΝΝ μου παρέχει το πραγματικό περιεχόμενο του αντι-δογματισμού μου, αλλά και με κάνει να συλλάβω καλύτερα το χαρακτήρα της δημοκρατίας που διεκδικώ. Για να γίνω αυτός που είμαι πρέπει ολόκληρος ο κόσμος να αλλάξει για να γίνει ικανός να με δεχτεί. Όμως δεν απαιτώ από κανέναν να αποδεχτεί αμαχητί τον κόσμο αυτόν και να γονατίσει μπροστά στην αλήθεια που εγώ φέρω. Για να γίνω αυτός που είμαι, μάχομαι ενάντια σ’ όλους τους ανέμους, αλλά χρησιμοποιώ μόνον τα μέσα που δεν με κάνουν άλλον από αυτόν που ο ίδιος είμαι. Γι’ αυτό μισώ τους οπαδούς, γι’ αυτό αρνούμαι να κολακέψω για να πείσω, γι’ αυτό η δουλική υποταγή ή έστω ο θαυμασμός των άλλων εμένα με προσβάλλει καίρια. Ο κόσμος που χωράει υποτελείς δεν είναι δικός μου. 

Εγώ ανοίγω μόνος τον δικό μου δρόμο, σφυραλατώ τον κόσμο μου και σμιλεύω τον εαυτό μου καλώντας στη γιορτή, όπου μόνος εγώ τιμώ τον εαυτό μου, μόνον όσους αντέχουν και θέλουν να δουν για πού ακριβώς τραβάω. Από τους άλλους ζητώ μόνο να μου δείξουν τον δικό τους δρόμο. Και ζητώντας το αυτό αναζητώ συμμαχητές και αντιπάλους αντάξιούς μου, τέτοιους που ο καθένας τους να θέλει να γίνει αυτός που ο ίδιος είναι, για να αναμετρήσει τη θέλησή τους και τον κόσμο του με την δική μου θέληση και τον δικό μου κόσμο. Και ούτε εδώ ούτε πουθενά δεν υπακούω σε υπερβατικά ηθικά προστάγματα. Περιφρονώ την Ηθική που με πλήττει αφόρητα, γιατί η δική μου μεγαλοφροσύνη είναι μόνο έκφανση της απόλυτης, της κυριολεκτικής ιδιοτέλειάς μου.

Ζητάω συμμαχητές και αντιπάλους αντάξιούς μου, γιατί μόνον αυτοί μπορούν να με διδάξουν, μόνον αυτοί μπορούν να κάνουν τα όπλα μου αιχμηρότερα, μόνον αυτοί μπορούν να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά μου. Η δημοκρατία που διεκδικώ είναι το καθεστώς εκείνο όπου όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι θα είναι αντάξιοί μου. Είναι το καθεστώς όπου η κατάσταση του είναι έχει αποδοθεί στο γίγνεσθαι, δηλαδή το καθεστώς εκείνο όπου ο καθένας είναι και παραμένει αυτός που ο ίδιος γίνεται. Η δημοκρατία που διεκδικώ είναι η δημοκρατία αυτών που ο ΝΝ ονομάζει ελεύθερα πνεύματα. Είναι η δημοκρατία αυτών που εγώ ονομάζω κομμουνιστές.

Αυτή η δημοκρατία, ο κόσμος που εγώ απαιτώ, για να γίνω αυτός που ο ίδιος είμαι, κι ο μόνος κόσμος που είναι ικανός να με δεχτεί δεν είναι άλλος από τον κόσμο που διεκδίκησε ατελέσφορα η πρώτη χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου, όπως δεν είναι άλλος από τον κόσμο που θα κερδίσει η ύστατη, πριν από την έλευσή του, εξέγερση των κομμουνιστών. Ο κόσμος αυτός είναι ο μόνος που θα δικαιώσει όχι μόνον αυτή την πρώτη ευχή και αυτήν την ύστατη εξέγερση, αλλά και όλα όσα έγιναν στο μεταξύ, είναι ο μοναδικός κόσμος όπου όλα τα όνειρα θα λάβουν επιτέλους εκδίκηση. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν μοπρώ να κατακτήσω αυτό τον κόσμο, αν δεν μετρήσω το τι είναι για μένα δικαίωση, αν δεν αναμετρηθώ με το ίδιο το δικό μου παρελθόν. Ο ΝΝ διδάσκει πως το μέλλον καθ’ εαυτό είναι ένα παθητικό και άμορφο κενό που δεν αφορά τίποτε και κανέναν. Το μέλλον ενδιαφέρει μόνον, γιατί αυτό μπορεί να αλλάξει το παρελθόν. Και αυτό είναι το τελευταίο και κορυφαίο του μάθημα. 

Αν πραγματικά ο κόσμος είναι συνάρθρωση αποτελεσμάτων, αν η συνάρθρωση είναι τέτοια που τίποτε δεν μπορεί να πειραχτεί χωρίς αυτός ν’ αλλάξει ολότελα, τότε το κάθε πράγμα έγινε αυτό που είναι, μόνον επειδή ολόκληρος ο κόσμος ακολούθησε ακριβώς εκείνη την πορεία που ακολούθησε και καμία άλλη, τότε και εγώ έγινα αυτός που είμαι, μόνον επειδή ολόκληρος ο κόσμος δούλεψε επί γενεές γενεών, για να φτάσει στο αποτέλεσμα που εγώ συνιστώ. Οπότε, για να γίνω εγώ αυτός που είμαι και για να κερδίσω εγώ τον κόσμο που διεκδικώ, είμαι υποχρεωμένος να πλάσω εγώ ακόμη και το δικό μου παρελθόν. Για να γίνω αυτός που είμαι, είμαι υποχρεωμένος να φτιάξω εκείνη την ενότητα με τον εαυτό μου όπου οι πράξεις που εξετέλεσα, οι σκέψεις που εξέφρασα, η δράση που ανέπτυξα, η συμπεριφορά που εξεδήλωσα να αποκτήσουν τη συνοχή του ενιαίου τρόπου ζωής που με κάνει αυτόν που είμαι, να αποτελέσουν τις αμοιβαία συνεπείς εκφάνεις της ενιαίας θέλησής μου. Για να γίνω αυτός που είμαι, έχω να εντάξω αυτό που ήμουνα σ’ αυτό που γίνομαι γιατί είμαι. Για να κερδίσω το μέλλον μου πρέπει να κατακτήσω το παρελθόν μου. 

Και για να κρίνω αν έγινα πραγματικά αυτός που είμαι και αν ο κόσμος που κατέκτησα είναι αυτός που μπορεί πραγματικά να με δεχτεί, ο ΝΝ με τοποθετεί, ριγώντας και ο ίδιος από δέος, μπροστά στο ακρότατο όριο της εσχάτης ευθύνης και μου απευθύνει το φρικτό και μεγαλειώδες εκείνο ερώτημα, που αποτελεί το απόλυτο κριτήριο της υπέρτατης δικαίωσης: Δέχομαι να περάσω ξανά μέσα από ανεξαιρέτως όλα όσα πέρασα, να ζήσω ξανά τα ίδια ακριβώς που έζησα, κι αυτό όχι μονάχα μία φορά, αλλά πάλι και πάλι και πάλι ώς το άπειρο, προκειμένου να φτάσω ξανά, αλλά και να φτάνω πάλι και πάλι και πάλι για πάντα, εκεί ακριβώς που έφτασα; Όχι μόνο αυτός που εγώ έγινα, αλλά και η αναπνοή του κόσμου ολόκληρου, κρέμεται από την απάντησή μου, γιατί εγώ και το εκεί που εγώ έφτασα είναι αποτελέσμα της πορείας του κόσμου. Και αν η πορεία αυτή διέφερε ακόμη και στο ελάχιστο, άλλος θα ήμουν εγώ και αλλού θα είχα φτάσει. Δεχόμενος το ερώτημα κάνω αυτό που εγώ έγινα μέτρο του κόσμου, και μόνος εγώ αποφασίζω και αποφαίνομαι αν, με μόνο μέτρο αυτό, όλα όσα έγιναν και όσα μέλλουν ακόμη να συμβούν άξιζε να γίνουν. Ο ΝΝ με ρωτάει: Προκειμένου να γίνω εγώ αυτός που είμαι και να είμαι πια αυτός που γίνομαι, δέχομαι να γυρίσει ξανά ολόκληρος ο κόσμος, για να διαβεί και πάλι τον ίδιο ακριβώς δρόμο, να επιστρέψουν όλα για να γίνουν ξανά ακριβώς όπως έγιναν; Και αυτό όχι μονάχα μια φορά, αλλά πάλι και πάλι και πάλι ώς το άπειρο;

Δέχομαι εγώ να διεξαχθούν ξανά όλοι οι πόλεμοι, να ενσκήψουν ξανά όλοι οι λιμοί, να καταπνιγούν ξανά όλες οι εξεγέρσεις, να διαπραχθούν ξανά όλα τα εγκλήματα, να τσαλαπατηθούν ξανά όλες οι ευαισθησίες; Κι αυτό πάλι και πάλι και ξανά και ξανά, φορές άπειρες; Και αν το θλιβερό σαρκίο μου δε λυγίσει μπροστά στο βάρος της απροσμέτρητης ευθύνης, και αν απαντήσω αδίστακτα πως, δέχομαι, γιατί άξιον εστί το τίμημα, τότε ο ήλιος θα γυρίσει, για να φωτίσει με το νόημά τους όλα όσα έγιναν και όσα μέλλουν ακόμη να συμβούν, τότε το πρελθόν του κόσμου θα αλλάξει, γιατί θα έχει δικαιωθεί, τότε η νίκη των κομμουνιστών θα φτιάξει την αλήθεια του κόσμου. 

Ως εκεί και σε τίποτε λιγότερο καλώ τη δική μου παρέμβαση πάνω στην ίδια την προσωπική μου στάση να φτάσει, έτσι ζητώ να συγκροτήσω το πολιτικό περιεχόμενο της αξιοπρέπειας αυτής της στάσης. Ξέρω πως έτσι σηκώνω μόνος τις τύχες του κόσμου ολόκληρου, ξέρω πως έτσι αναλαμβάνω μόνος εγώ, με μόνο μέτρο αυτό που ο ίδιος είμαι, να δικαιώσω και την πρώτη χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου και την ύστατη εξέγερση των κομμουνιστών και όλα όσα έγιναν στο μεταξύ. Αυτό είναι το τίμημα για να γίνω εγώ αυτός που είμαι, αυτό είναι το τίμημα που καλείται ο καθένας από μας να πληρώσει για να γεφυρώσει την άβυσσο που χωρίζει σήμερα την πολιτική ανυπαρξία της παράταξής μας από αυτό το οποίο η παράταξη αυτή είναι, και είναι γιατί μπορεί, και μπορεί γιατί ο καθένας θέλει, να γίνει. Και αν ο καθένας μας αναλάβει, με τον απαράγραπτο δικό του προσωπικό τρόπο, την ευθύνη της δικής του αξιοπρέπειας, τότε δεν υπάρχει εμπόδιο που μπορεί να σταθεί μπροστά μας. Η θεωρία και η πρακτική μας, οι προτάσεις και η δράση μας θα γίνουν αντάξιές μας, θα γίνουν τα ανίκητά μας όπλα. Γινόμενοι αυτό που είμαστε δεν έχουμε να χάσουμε παρά τις αλυσίδες που μας κάνουν άλλους. Κερδίζουμε ολόκληρο έναν κόσμο: Τον ίδιο τον εαυτό μας μέσα σ’ έναν κόσμο που είναι ο μόνος αντάξιός μας, ο μόνος ικανός να μας δεχτεί.


Απόσπασμα από το βιβλίο του Αριστείδη Μπαλτά Αντικείμενα και Όψεις του εαυτού (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2001) [κεφ. «Κομμουνισμός ή Κουραφέξαλα;», 1987]

Πηγή Red NoteBook

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Συνέντευξη με τον Αριστείδη Μπαλτά


Το Ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ήταν η αφορμή για μια εφ΄ όλης της ύλης συζήτηση με τον Αριστείδη Μπαλτά, πρόεδρο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και επικεφαλής της Επιτροπής Θέσεων του Συνεδρίου. Κουβεντιάσαμε μαζί του για τις διεθνείς εξελίξεις και τις δυνατότητες της ευρωπαϊκής Αριστεράς, τους στόχους του ΣΥΡΙΖΑ και τα επίμαχα ζητήματα στον προσυνεδριακό διάλογο. Η συζήτηση δημοσιεύεται στο Ενημερωτικό Δελτίο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς (Ιούλιος-Ιούνιος 2013) και το Red Notebook. 



Ήσουν από αυτούς που διέγνωσαν έγκαιρα το ενδεχόμενο η κρίση να αντιμετωπιστεί μεταξύ άλλων και με μια γενικευμένη σύρραξη στην οποία θα εμπλέκονται και χώρες της ΕΕ. Η εκτίμηση αυτή αποτυπώνεται στο Σχέδιο των Θέσεων και δικαιώνεται, δυστυχώς, από τη ρευστότητα σε διεθνές επίπεδο. Θεωρείς ότι η ευρωπαϊκή Αριστερά διαθέτει το εκτόπισμα και τη «σκέψη» για να εμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη; Ποιος θα είναι ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτήν την υπόθεση;

Η διεθνής κατάσταση είναι πράγματι εξαιρετικά ρευστή και στη ρευστότητα αυτή έχει προστεθεί τελευταία αυτό που ονομάζουμε «ο λαϊκός παράγοντας», ο οποίος κάνει την εμφάνισή του με μορφές απολύτως μη αναμενόμενες. Σταχυολογώ: Στη γειτονιά μας, στην Τουρκία, η πλατεία Ταξίμ με τυχαία περίπου και «αμελητέα» αφορμή· η Βραζιλία και η οιονεί εξέγερση σε ένα καθεστώς πολύ πιο φιλολαϊκό από άλλα· η συνέχεια των φοιτητικών κινητοποιήσεων στη Χιλή· οι τελευταίες εξελίξεις στην Αίγυπτο που στέλνουν πλήρως αντιφατικά μηνύματα για το που πηγαίνει η κατάσταση· οι εξελίξεις σε Ισπανία, Πορτογαλία και αλλού.

Ο κόσμος ολόκληρος βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης αναταραχής και οποιοδήποτε περίπου τυχαίο συμβάν μπορεί να προκαλέσει μείζονα γεγονότα, τα οποία η Αριστερά καλείται να αναμένει ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν ενδείξεις. 

Ταυτοχρόνως, από τη μεριά των κυρίαρχων δυνάμεων νομίζω ότι όλοι βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους αμηχανίας. Φοβούνται όχι μόνο τέτοιες εξεγέρσεις, αλλά και μετεξελίξεις της κρίσης, οι οποίες μπορούν να προκληθούν και αυτές από κάτι εντελώς τυχαίο. Η υπόθεση Σνόουντεν, για παράδειγμα, έγινε ξαφνικά θέμα των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ, της Αμερικής και των χωρών της Λατινικής Αμερικής που οξύνει περαιτέρω την παγκόσμια κατάσταση, χωρίς να είναι εμφανές προς τα πού οδηγείται.

Η Αριστερά στην Ευρώπη αλλά και παγκοσμίως δεν μοιάζει να έχει ακόμη τις δυνάμεις να δώσει το δικό της στίγμα στην όλη υπόθεση, όσο και αν αυτές οι εξελίξεις ενισχύουν εμμέσως κάποιες φωνές της Αριστεράς. 

Θα έλεγα ότι ένα από τα στοιχεία που έδωσαν στην Ελλάδα και στον ΣΥΡΙΖΑ ένα παγκόσμιο ενδιαφέρον είναι πως, υπερβάλλοντας έστω, πρόκειται για τη μόνη χώρα όπου ένα μέρος της Αριστεράς κατόρθωσε να συνενώσει μια διάσταση κινηματική (που έλκεται από το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα από την εποχή του Σιάτλ και της Γένοβας), με μια παράδοση πολιτικής Αριστεράς, που συνδέεται με όλες τις περιπέτειες της πολιτικής Αριστεράς του 20ου αιώνα, και να φτιάξει έτσι ένα πολιτικό υποκείμενο που διεκδικεί την κυβέρνηση βάσιμα, χωρίς να απεμπολεί τη ριζοσπαστική του καταγωγή. Αυτό είναι το καινούργιο στοιχείο, το οποίο προσφέρει ένα στίγμα με δυνάμει παγκόσμια εμβέλεια.


Κεντρικός στόχος στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτός της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Για μια πλευρά του κόμματος, οι εθνικοποιήσεις αναδεικνύονται σε βασικό εργαλείο της ανασυγκρότησης αυτής. Αρκεί αυτό; Και από την άλλη, συμμετρικά, μπορεί κανείς να στηρίξει το εγχείρημα σε ευρωπαϊκούς πόρους με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό σε επίπεδο ΕΕ και άρα τη δυσκολία να εξασφαλιστεί εξωτερικός δανεισμός; 

Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχάς ότι οι εθνικοποιήσεις δεν είναι πανάκεια. Με τον τρόπο που έγιναν σε άλλες εποχές, μετατράπηκαν σε κρατικοποιήσεις (και μάλιστα με μια λειτουργία πελατειακού κράτους), παρά σε εργαλεία για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. 

Ως εκ τούτου, όταν λέμε στο πρόγραμμα εθνικοποιήσεις ή κοινωνικοποιήσεις, εννοούμε κάτι πολύ διαφορετικό. Εννοούμε εγχειρήματα με πολύ περισσότερα στοιχεία λαϊκής συνέργειας, με πιο σαφή σύνδεση με την οικονομία των αναγκών. Δεν υπάρχει στη λογική μας κάποιο επιχείρημα, βάσει του οποίου, αν εθνικοποιήσουμε όλους ή τους περισσότερους τομείς της οικονομίας, λύσαμε και το πρόβλημα. Αξίζει νομίζω στο πλαίσιο του προβληματισμού για την παραγωγική ανασυγκρότηση να δώσουμε μεγαλύτερο βάρος στην κοινωνική αλληλεγγύη, στα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης και σε όλες τις μορφές οικονομίας των αναγκών που αναπτύσσονται σε διάφορους χώρους, είτε ανά κλάδους είτε τοπικά. Θα πρέπει να δούμε τι έχει να μας δώσει η πείρα και οι πιέσεις τέτοιων εγχειρημάτων και γι΄ αυτό η πολιτική μας πρέπει να είναι σύνθετη και πολύπλευρη.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η κουβέντα έχει περιοριστεί αποκλειστικά στα οικονομικά μεγέθη –πόροι, δάνεια, χρέη, πού θα βρούμε τα λεφτά κοκ. Έχει φύγει, έτσι, από το προσκήνιο κάτι που ακόμα και οι κλασικοί οικονομολόγοι αναγνωρίζουν ως οικονομική δύναμη: το φρόνημα. Ακόμα και σε μια πλήρως κατεστραμμένη χώρα η αίσθηση ότι κρατάμε τις τύχες μας στα δικά μας χέρια -και άρα ό,τι φτιάχνουμε, ό,τι παράγουμε με το μυαλό μας και τα χέρια μας έχει ανταποδοτικά αποτελέσματα για την κοινωνία- δεν είναι αμελητέος παράγοντας ούτε με stricto sensu οικονομικούς όρους.

Από εκεί και πέρα σε σχέση με την ΕΕ ο ΣΥΡΙΖΑ ρητά έχει διευκρινίσει ότι τάσσεται υπέρ της κατάργησης των μνημονίων και της διαπραγμάτευσης σε νέα βάση, και ταυτόχρονα ότι είναι έτοιμος να αναμετρηθεί και με τη χειρότερη έκβαση, αν σταματήσει κάθε ροή πόρων από την ΕΕ - με ό,τι κόστος έχει αυτό και για την ίδια την ΕΕ. Εμμένουμε σε αυτή τη θέση. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν εντυπωσιακά πολλές ομάδες που μελετούν όλες τις πτυχές του προβλήματος. Συγκεντρώνουν επιστήμονες και ανθρώπους που ξέρουν εκ των έσω την κατάσταση σε όλους τους τομείς και παράγουν προγραμματικές θέσεις οι οποίες είτε θάβονται πλήρως από τα ΜΜΕ είτε διαστρεβλώνονται συστηματικά. Με αυτή την έννοια, για να το πω προκλητικά δανειζόμενος μια φράση του Γιάννη Δραγασάκη, είμαστε περισσότερο προετοιμασμένοι προγραμματικά από κάθε άλλη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή.


Η Αριστερή Πλατφόρμα θέτει επιτακτικά το ζήτημα της προετοιμασίας του λαού για το ενδεχόμενο η Ελλάδα να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την ευρωζώνη αν μια κυβέρνηση της Αριστεράς εμμείνει στο πρόγραμμά της. Ο τρόπος που τίθεται όμως ορισμένες φορές μοιάζει να ανταποκρίνεται κατοπτρικά στη στρατηγική των κυρίαρχων: λύσεις ad hoc για κάθε χώρα ξεχωριστά. Ποιες οι προκείμενες μιας τέτοιας θέσης; 

Υπάρχει όντως το ενδεχόμενο μια κυβέρνηση της Αριστεράς να υποστεί όλων των ειδών τους εκβιασμούς. Ωστόσο, η ψύχραιμη ανάλυση των συσχετισμών στην Ευρώπη λέει ότι τέτοιοι εκβιασμοί δεν είναι τόσο εύκολα υλοποιήσιμοι όσο παρουσιάζεται. Με αυτήν την έννοια, όταν εμείς υποστηρίζουμε ότι δεν αποτελεί αίτημά μας η έξοδος της χώρας από την ΕΕ, δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε και τέτοιου είδους πολιτικές πιέσεις εντός του υπάρχοντος πλαισίου. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι το περίφημο Grexit θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εκτίναξη της κρίσης πιθανόν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που προκάλεσε η πτώχευση της Lehman Brothers.  

Έχουν βεβαίως δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και για τέτοια ενδεχόμενα σε όλα τα δυνατά επίπεδα –διπλωματικά, πολιτικά, οικονομικά. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι διακηρύσσουμε ότι θέλουμε να φύγουμε ή ότι οπωσδήποτε πρόκειται να συμβεί το α ή το β σενάριο. Διακρίνω λοιπόν σε μια τέτοια άποψη ένα είδος στατικότητας: μια ανάλυση των καταστάσεων που δεν λαμβάνει υπόψη τις ραγδαίες εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα.


Στο κείμενο των θέσεων γίνεται αναφορά στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών του ΣΥΡΙΖΑ. Οι συμμαχίες αυτές περιλαμβάνουν, εκτός από τη μισθωτή εργασία, και τα μεσαία στρώματα που συμπιέζονται. Δεδομένου ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στο κράτος της μεταπολίτευσης που στήριξε μια εύρωστη μεσαία τάξη, τι μπορεί να «υποσχεθεί» ο ΣΥΡΙΖΑ στα στρώματα αυτά; Πώς και πού μπορεί να τα εκπαιδεύσει στη λογική της οικονομίας των αναγκών;

Η λέξη υπόσχεση δεν μου αρέσει. Πρόκειται περισσότερο για πρόσκληση σε συμμετοχή σε έναν κοινό αγώνα, παρά για υποσχέσεις. Μεγάλα κομμάτια των μεσαίων στρωμάτων καταστρέφονται, κάποια άλλα συμπιέζονται στο έπακρο και, υπό αυτήν την έννοια, δημιουργείται μια αντικειμενική βάση συνεργασίας με τη μισθωτή εργασία υπό κάποιους όρους σαφείς και κοινά αποδεκτούς. Η μοίρα των στρωμάτων αυτών από την υφιστάμενη διαχείριση της κρίσης, όπως αποδεικνύεται καθημερινά, είναι η πλήρης προλεταριοποίησή τους. Εμείς θέλουμε να βάλουμε ένα τέλος σε αυτό. Δεν έχει καμία λογική να περιμένουμε την πλήρη εξαθλίωση όλης της κοινωνίας ώστε όλο το προλεταριάτο ενωμένο να κάνει τη φοβερή εξέγερση. Και νομίζω πως αυτό ήδη είναι κατανοητό - αλλιώς δεν μπορούν να εξηγηθούν ούτε τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές ούτε η διατήρησή τους μέχρι σήμερα. 

Από εκεί και πέρα υπάρχει μια ολόκληρη ιδεολογική και αξιακή συζήτηση γύρω από την κυβέρνηση της Αριστεράς και τις προοπτικές που ανοίγει. Η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι μια υπόθεση που αφορά την κοινωνία ολόκληρη πλην των καπιταλιστών και των μονοπωλίων. Για να θυμίσω και μια φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, το προλεταριάτο δεν θα απελευθερωθεί αν δεν απελευθερώσει την κοινωνία ολόκληρη. Αυτή η απελευθέρωση δεν είναι μόνο οικονομική. Έχει στοιχεία αξιοπρέπειας, περηφάνιας, αίσθησης συμμετοχής σε μια κοινή προσπάθεια, συναδελφικών για να μην πω συντροφικών σχέσεων. Σε μια τέτοια προοπτική, η μικροαστική αντίληψη του συμφέροντος μπορεί να σπάσει μέσα από την αίσθηση της συμμετοχής σε αυτή την ευρύτερη προσπάθεια. Άλλωστε σήμερα, και με υλικούς όρους, πλέον δεν φαίνεται να έχει να χάσει κανείς τίποτα. 


Έχει επισημανθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να συνεχίσει ως ένα άθροισμα κομμάτων, οργανώσεων και στρατηγικών, με αυτονομήσεις και παραμερισμό των συλλογικών αποφάσεων. Πώς επιχειρεί να το αντιμετωπίσει αυτό το καταστατικό;

Κατά τη γνώμη μου οι τάσεις ήταν ευτύχημα και πολύ ευφυής κίνηση όταν συγκροτήθηκε ο Συνασπισμός. Θα ήταν αδύνατον να λειτουργήσει ο Συνασπισμός ως ενιαίο κόμμα αν δεν είχε θεσμοθετημένες τάσεις με απλή αναλογική, διαπήδηση κτλ. Αυτού του είδους το καταστατικό τότε ήταν συνθήκη σωτηρίας του Συνασπισμού ως ενιαίου φορέα. 

Η πορεία αυτή έδειξε –και είναι ενδιαφέρον– ότι οι πλειοψηφίες αλλάζουν, ότι οι άνθρωποι αλλάζουν άποψη κ.ο.κ. Η συμμαχία που έφτιαξε το ΣΥΡΙΖΑ κράτησε στοιχεία αυτής της λειτουργίας του Συνασπισμού και με ιδιαίτερη δημοκρατική ευαισθησία διατήρησε το δικαίωμα βέτο των συνιστωσών – ακόμη και αν ήταν πολύ μικρές, ακόμη και αν προέκυπταν από διασπάσεις ιδρυτικών συνιστωσών κ.ο.κ. Αυτή η πορεία αξίζει την προσοχή μας. 

Όμως, ήδη από τις προηγούμενες εκλογές, αυτή η λειτουργία άρχισε να δείχνει τα όρια της. Έχει αλλάξει η κατάσταση σε επίπεδο πνευμάτων, ζυμώσεων, αλληλοκατανόησης και όλο αυτό φτιάχνει ένα αίτημα συγκρότησης ενός πλουραλιστικού ενιαίου κόμματος. Δίνεται ακόμα, δυστυχώς, υπερβολική έμφαση στο πώς εκλέγονται οι άνθρωποι στα όργανα, άρα το θέμα των λιστών. Η λίστα προϋποθέτει ότι ψηφίζω ανεξαρτήτως από το αν εκτιμώ όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτήν, ακόμη και αν αυτό μου απαγορεύει να ψηφίσω άλλους που εκτιμώ από άλλη λίστα παρά σε ελάχιστο αριθμό. 

Όλα αυτά τα προβλήματα κατά τη γνώμη μου λύνονται αν πούμε ότι δεν υπάρχουν κόμματα μέσα στο κόμμα, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα διπλής ένταξης και ότι, από εκεί και πέρα, οι πολιτικές θέσεις κάλλιστα μπορούν να εκφράζονται ως τάσεις μέσα στο κόμμα, όχι όμως κατ’ ανάγκην ως παγιωμένες τάσεις.  

Να λάβουμε λοιπόν υπόψη και τα αρνητικά και να κρατήσουμε τις τάσεις ως ρεύματα ιδεών και όχι ως μηχανισμούς. Να κρατήσουμε ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο που να δείχνει ότι το κόμμα είναι ενιαίο. Να έχουμε καταγραφή της ιδεολογικής καταγωγής κάποιου, αν το θέλει, και να μπορεί ο κόσμος να ψηφίζει ό,τι θέλει γιατί επιπλέον το κόμμα διευρύνθηκε και πια θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στους σχεδιασμούς μας και όλους αυτούς που δεν προέρχονται από κάποια από τις συνιστώσες. 


Σε κάποιες περιπτώσεις η προσέλευση στον προσυνεδριακό διάλογο δεν ήταν αυτή που θα αντιστοιχούσε στη συγκυρία. Πού το αποδίδεις; Η καταστατική πρόβλεψη για τη θεσμική αναγνώριση της ιδιότητας του ανένταχτου υποστηριχτή εκτιμάτε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει φαινόμενα οργανωτικής πλαδαρότητας; 

Από την εμπειρία όλων μας, το κομματικό φαινόμενο συνολικά φαίνεται πως δεν έλκει πλέον με μαζικούς όρους τον κόσμο. Άρα υπάρχει μια καχυποψία γύρω από το τι σημαίνει γράφομαι σε ένα κόμμα, αναλαμβάνω τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που αναλογούν κτλ. Αυτή είναι η μία διάσταση του ζητήματος. Η άλλη έχει να κάνει με τον ΣΥΡΙΖΑ συγκεκριμένα. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει μια ιστορικότητα, έχει καταβολές. Οι καταβολές αυτές από τη μια έχουν σχέση με τα κινήματα όπως το αντιπαγκοσμιοποιητικό – θυμίζω ότι έφερε σε επαφή οργανώσεις, κόμματα, μερικότητες, μονοθεματικές ομάδες ενόψει κάποιων συγκεκριμένων στόχων. Από την άλλη έχουν σχέση με την πολιτική ιστορία της Αριστεράς. Αυτό φτιάχνει μια συνθήκη που κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ εξ ορισμού και λίγο κίνημα, τον κάνει μια εστία πρωτοβουλιών σε τοπικό, κλαδικό ή όποιο άλλο επίπεδο που επιτρέπει σε έναν κόσμο να συμμετέχει σε αυτές τις πρωτοβουλίες χωρίς να παίρνει υποχρεωτικά κάρτα μέλους. Αυτό δεν συνιστά μια κατηγορία φίλων του ΣΥΡΙΖΑ κατά το αλήστου μνήμης σύνθημα «είσαι φίλος, γίνε μέλος». Φτιάχνει όμως μια δυνατότητα ζύμωσης και μια δυνατότητα να διακλαδιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ στον κοινωνικό ιστό με διαφορετικούς όρους από ό,τι τα κλασικού τύπου κόμματα, αριστερά ή μη. Αυτή νομίζω είναι η βασική ιδέα. 

Από εκεί και πέρα, πράγματι υπήρχαν περιπτώσεις που η προσέλευση ήταν μικρότερη από όσο θα θέλαμε. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν ήταν αμελητέα. Ήρθε κόσμος, και μάλιστα κόσμος που δεν είναι ενταγμένος από παλιά στην Αριστερά, κόσμος που δεν κουβαλάει όλες τις «αμαρτίες» της Αριστεράς. Αυτός ο κόσμος θέλει να ζυμωθεί, να κουβεντιάσει, να καταλάβει. Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι τόσο τι λέει κάποιος που προέρχεται από την τροτσκιστική παράδοση ή από εκείνην της ανανεωτικής Αριστεράς. Εκείνο που θέλει είναι να καταλάβει το σήμερα με τους όρους της Αριστεράς. Να καταλάβει τις αξίες της, τα προτάγματά της κοκ. Αυτή η συνθήκη φτιάχνει μια ανάγκη να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ πιο ανοικτός από ό,τι τα κόμματα που έχουμε συνηθίσει. Και σε αυτή την προοπτική το ιδρυτικό συνέδριο προφανώς δεν είναι το τελικό. 


Είναι πλέον σαφές πως αν το 27% των προηγούμενων εκλογών ήταν σε κάποιο βαθμό και προϊόν κοινωνικής διαμαρτυρίας σήμερα, ένα χρόνο μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να μετουσιώσει τη διαμαρτυρία αυτή σε συγκεκριμένες πολιτικές προκείμενες. Πώς θα συνοψίζατε αυτές τις πολιτικές και προγραμματικές καταφάσεις με τις οποίες θα πρέπει να βγούμε από το συνέδριο;

Θα έλεγα ότι το μεγάλο στοίχημα για εμάς είναι να σπάσει η καχυποψία του κόσμου απέναντί μας –ότι δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε, ότι δεν είμαστε προγραμματικά επαρκείς– και να δείξουμε ότι υπάρχει ελπίδα. Όμως η υλοποίηση της ελπίδας δεν είναι δουλειά μόνο ενός κόμματος ή μιας κυβέρνησης: είναι δουλειά ολόκληρης της κοινωνίας. Σε σχέση με αυτό, η κουβέντα που κάνουμε στη διακήρυξη των θέσεων για το σοσιαλισμό είναι σημαντική καθεαυτή, γιατί αυτό το ερώτημα δεν συζητιέται πουθενά στον κόσμο. Τολμούμε να το ανοίξουμε –και εδώ το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς καλείται να παίξει σημαντικό ρόλο– προσπαθώντας να πούμε ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς έχει αυτό το δρόμο μπροστά της και αυτός ο δρόμος δεν χωρίζεται σε χρονικά στάδια –στάδιο πρώτο να σταματήσουμε την καταστροφή, στάδιο δεύτερο να κάνουμε ένα άλμα μπροστά κτλ–, αλλά αρχίζει από σήμερα, πριν από την κυβέρνηση της Αριστεράς, ότι η ελπίδα που εμπεριέχει η έννοια σοσιαλιστική κοινωνία φτιάχνει η ίδια παραγωγικότητα, φτιάχνει εικόνα και δεσμό αλληλεγγύης, φτιάχνει την αίσθηση αξιοπρέπειας του λαού μας. Για αυτό θα πρέπει να επεξεργαστούμε τη συνάφεια ανάμεσα στα διάφορα αιτήματα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή και που καλούμαστε να αποφασίσουμε ποια θα υλοποιήσουμε ως κυβέρνηση της Αριστεράς. Αυτό θέλει πολλή δουλειά. Όμως, αν δει κανείς την αισιοδοξία που φτιάχνεται σε κάποιες από τις δομές αλληλεγγύης, την ανιδιοτέλεια και την αίσθηση προσφοράς εύκολα καταλαβαίνει ότι η διάδοση αυτών των μορφών αυτοοργάνωσης μπορεί να φτιάξει πραγματικά ένα πολιτικό ρεύμα ελπίδας. 


Τη συνέντευξη επιμελήθηκαν η Βαγγία Λυσικάτου και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος.

Πηγή Red NoteBook

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Να ξανασκεφτούμε τον Άγγελο Ελεφάντη


ΠENTE ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Α. ΕΛΕΦΑΝΤΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑ
Μια συζήτηση με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά
με αφορμή την εκδήλωση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς «Ένα κρασί για τον Άγγελο», την Τρίτη 4 Ιουνίου

επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος



Πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν την Τετάρτη 29 Mαΐου από τον θάνατο του Άγγελου Ελεφάντη και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς  μας καλεί, μεθαύριο Τρίτη, στην αυλή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στο Θησείο, σε μια βραδιά με τίτλο «Ένα κρασί για τον Άγγελο», όπου θα συζητήσουμε για τον Άγγελο, τον Πολίτη και την πολιτική (προηγήθηκε, την Τρίτη 28.5, η εκδήλωση που οργάνωσε ο «Πουλαντζάς» μαζί με τους Φίλους του περιοδικού Ο Πολίτης στην Πάτρα, με πρωτοβουλία της Βαρβάρας Δεσποινιάδου, και ομιλητές τη Σία Αναγνωστοπούλου, τον Γιάννη Ζαρκάδη και τον Στρατή Μπουρνάζο). Την Τρίτη, «με τον τρόπο του Άγγελου Ελεφάντη», θα ανταμώσουμε, θα πιούμε, θα τραγουδήσουμε και θα μιλήσουμε. Επίσης, θα πάρουμε στα χέρια μας το βιβλίο Για τον Άγγελο. Στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, 1936-2008 (έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς) μια συναγωγή κειμένων για τον Άγγελο και τον Πολίτη, γραμμένων λίγο μετά τον θάνατό του, το οποίο μόλις εκδόθηκε. Με την ευκαιρία της εκδήλωσης μιλήσαμε με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά, διευθυντή και πρόεδρο αντίστοιχα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Τη συζήτηση την είχαμε προγραμματίσει να γίνει στο εντευκτήριον των «Ενθεμάτων» ή στον «Πουλαντζά». Πλην όμως, τελικά, διεξήχθη στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο, όπου βρέθηκε ο Αριστείδης για εξετάσεις. Μάχιμος, στο κρεβάτι και τις πολυθρόνες του πόνου, συζήτησε με τον Χάρη — σε συνθήκες ελαφρώς διαφορετικές, είναι αλήθεια, από την αυλή της Κέκροπος, αλλά με ισοδύναμο πάθος και διάρκεια, όπως τότε.
ΕΝΘΕΜΑΤΑ


Αριστείδης Μπαλτάς: Πέντε χρόνια απουσίας είναι πολλά – ιδίως όταν ο πολιτικός χρόνος είναι τόσο πυκνός, και γενικά, αλλά και ειδικότερα για την Αριστερά. Εγώ προσωπικά, αλλά και πολλοί άλλοι, είχαμε πολλές φορές το ερώτημα, στα χρόνια αυτά, τι θα έλεγε ο Άγγελος για το ένα ή το άλλο, πώς θα τοποθετούνταν στο δείνα, τι καινούργια ιδέα θα μας έφερνε. Σκεφτήκαμε να γίνει μια ανοιχτή κουβέντα επ’ αυτού. Όχι με τη μορφή της τυπικής επετειακής εκδήλωσης («τι σπουδαίος διανοούμενος ήταν» κλπ. κλπ.), αλλά με έναν τρόπο που του ταιριάζει – άρα με ένα κρασί. Το ξέρετε, οι πιο ενδιαφέρουσες και μακρές συζητήσεις με τον Άγγελο γίνονταν στο κρασί. Και ελπίζουμε ότι η εκδήλωση της Τρίτης θα πάρει και αυτό τον χαρακτήρα.

Χάρης Γολέμης: Ακόμα κι αν θα διαφωνούσαμε σε κρίσιμα θέματα, η παρουσία του σήμερα θα ήταν καθοριστική. Η συζήτηση μαζί του, ακόμα και οι καυγάδες, άνοιγαν δρόμους, ιδιαίτερα σε θέματα της στρατηγικής της Αριστεράς.

Α. Μπαλτάς: Άνοιγε τη συζήτηση σε έναν ορίζοντα έλλογης συμφωνίας.

Χ. Γολέμης: Πολλές από τις σημαντικότερες συζητήσεις που έχουμε κάνει με τον Άγγελο ήταν τρώγοντας και πίνοντας. Είτε στον σπίτι του είτε στο εστιατόριο του «Τζάρου» στην Πλάκα είτε στο μέσα δωμάτιο των γραφείων του Πολίτη στη Ζωναρά είτε στα φεστιβάλ. Ο Άγγελος ήταν παρών σε όλα τα φεστιβάλ, από τα πρώτα της Αυγής-Θούριου μέχρι τα αντιρατσιστικά. Και δεν πήγαινε απλώς, αλλά έψηνε σουβλάκια, έκοβε αποδείξεις, έβγαζε τις μπύρες από τα βαρέλια.

Η εκδήλωση της Τρίτης είναι ένα πρώτο βήμα σε μια γενικότερη αποτίμηση του έργου του. Θυμίζω, εδώ, ότι ο Άγγελος Ελεφάντης υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς από την ίδρυσή του μέχρι τη μέρα που πέθανε. Ήδη έχουμε κάνει κάποιες προκαταρκτικές συζητήσεις με τον Σπύρο Ασδραχά και τα ΑΣΚΙ, που θα μπορούσαν να καταλήξουν στην οργάνωση ενός «συνεδρίου», όπου θα ερευνούσαμε και θα συζητούσαμε πιο επισταμένα την όλη πολιτική και πολιτισμική συνεισφορά του στην ελληνική Αριστερά αλλά και γενικότερα. Προς θεού, δεν έχουμε στο μυαλό μας ένα κλασικό πανεπιστημιακό συνέδριο! Όταν πέθανε ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Άγγελος στην Αυγή τόνιζε την πολιτική παρέμβαση που έκανε με τα γραπτά του ο φίλος και σύντροφός του ως μαχητής της Αριστεράς, σαρκάζοντας εκείνους που ήθελαν να ασχοληθούν απλώς ακαδημαϊκά με το έργο του, στο πλαίσιο κάποιας έδρας… «πουλαντζολογίας». Δεν θα τιμούσαμε τη μνήμη του, λοιπόν, αν κι εμείς κάναμε ένα συνέδριο… «ελεφαντολογίας».

Σε ποια λογική, λοιπόν, σήμερα, θα πούμε ότι πρέπει να ξαναδιαβάσουμε, οι αριστεροί, τον Ελεφάντη (όπως έγραφε ο Άγγελος για τον Αλτουσέρ και τον Πουλαντζά), και ιδίως οι νεότεροι; Γιατί να ξαναδιαβάσουν τα κείμενα του Ελεφάντη, και γενικότερα τον Πολίτη;

Α. Μπαλτάς: Προτείνω να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα, όπως λένε οι φυσικοί. Παίρνουμε το τεύχος 5, λ.χ., του Πολίτη, αφαιρούμε κάποια κείμενα και αναφορές στενά συνδεδεμένες με την επικαιρότητα, πιθανόν και μερικά ονόματα πολύ αναγνωρίσιμα. Και το κυκλοφορούμε σαν τεύχος με κείμενα που γράφτηκαν σήμερα. Αν τα ξαναδιαβάσουμε χωρίς ημερομηνία και υπογραφές, θα δούμε πόσο δραστικά είναι σήμερα, θα ανακαλύψουμε στοιχεία διαχρονικότητας που τα έχει καλύψει η τύρβη. Σε αυτή τη λογική, λοιπόν, προφανώς να διαβάζουμε Ελεφάντη αλλά όχι για να κάνουμε διατριβές περί του έργου του. Στον Πολίτη, θα το θυμάστε, έλεγε, «δεν θέλουμε τα άρθρα που γράφονται για να γίνουν οι συγγραφείς τους επίκουροι».

Χ. Γολέμης: Πριν αναφερθούμε στις ιδεολογικές και πολιτικές τομές που έκανε με τη σκέψη του στην εποχή που έζησε, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε γιατί αποτελούν μέρος της ιστορίας της Αριστεράς του τόπου μας, υποστηρίζω ότι υπάρχει ένας βασικός λόγος για να διαβάζουν οι νεότεροι τα κείμενα του Ελεφάντη: να μάθουν πώς ένας αριστερός μπορεί να γράφει καλά, να γράφει κείμενα που χαίρεσαι να τα διαβάζεις. Και, επίσης, πώς μπορείς να είσαι συγκρουσιακός με έναν επιθετικά κόσμιο τρόπο. Τα γραφτά του είναι υπόδειγμα ευγενούς αλλά αμείλικτης πολεμικής — διακριτά από τις προσωπικές του σχέσεις, όπου πολλές φορές μπορούσε να είναι τραχύς, σκληρός.

Α. Μπαλτάς: Πώς γράφονται τα καλά κείμενα: πώς ένας καλός αριστερός συγγραφέας δομεί το επιχείρημα, πώς φτιάχνει τη φράση, τη ροή, πώς αναζητά τις λέξεις.

Χ. Γολέμης: Και αυτό απαιτεί χρόνο και μόχθο, όχι λιγότερο από όσο χρειάζεται για να γίνει ένα πανώ. Ο Άγγελος ήταν ο κατεξοχήν άνθρωπος που πίστευε ότι στην πολιτική συμμετέχεις οπωσδήποτε διά του σώματος, γι’ αυτό κατέβαινε σε όλες τις διαδηλώσεις, θεωρούσε όμως ότι και το γράψιμο θέλει αφοσίωση και χρόνο — κι αυτό παρόλο που ο ίδιος έγραφε με εξαιρετική ευχέρεια.

Α. Μπαλτάς: Τα κομματικά κείμενα, και πολλά κείμενα στελεχών, και τότε και τώρα, πολλές φορές μοιάζουν σχεδόν αυτιστικά: απευθύνονται στον εαυτό τους, χωρίς αποδέκτες. Η έννοια «κείμενο» για ένα στέλεχος σημαίνει συχνά κάτι πολύ απλό, κάτι που ξεπετάς. Ο Ελεφάντης το μισούσε αυτό. Όλη η διδαχή του είναι ότι το plot –παρότι θα με έβριζε, αν άκουγε να χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις, «διδαχή» και «plot»…– είναι το λιγότερο σημαντικό. Στο σινεμά, η υπόθεση είναι κοινή παντού: νεαρός αγάπησε νεαράν και την κέρδισε ή δεν την κέρδισε. Tο όλο παιχνίδι, για να πείσεις, είναι το επιχείρημα, η λέξη, η άρθρωση του επιχειρήματος.

Όταν τον ρώταγες τι να γράψω σου έλεγε: — Ό,τι θέλεις. Γιατί θεωρούσε ότι μπορείς να πιάσεις οποιοδήποτε θέμα, λ.χ. την καρέκλα που καθόμαστε ή έναν περαστικό που έβλεπες από το τζάμι και με αφετηρία αυτό να γράψεις κάτι καλό από τη σκοπιά της Αριστεράς, να το αναπτύξεις, να αναδείξεις το σημαντικό. Όπως έκανε στα γραφτά του ο ίδιος.

Χ. Γολέμης: Προχωράω στο περιεχόμενο αυτών που έγραφε. Ο Ελεφάντης ήταν πολιτικά τολμηρός, δεν ήταν «σιγουράντζα». Πάντα έπαιρνε θέση, ακόμα και αν αυτή δεν ήταν αναμενόμενη ή δημοφιλής· είχε διορατικότητα και έκανε υπερβάσεις. Να θυμίσω, επιγραμματικά, μερικά μεγάλα «μέτωπα» που άνοιξε ή στα οποία παρενέβη στην εποχή του. Την αντιπαράθεσή του με τον λαϊκισμό, τον πασοκικό λαϊκισμό…

Α. Μπαλτάς: Είναι αντιλαϊκιστής και ταυτόχρονα λαϊκός.

Χ. Γολέμης: Απολύτως λαϊκός, όχι μόνο με την έννοια ότι τον απασχολεί ο λαός, ο λαϊκός πολιτισμός κλπ., αλλά σαν άνθρωπος: στις παρέες, στο πώς μιλάει με τον «Τζάρο» και τα άλλα γκαρσόνια στις ταβέρνες, στη δεξιοσύνη του να βάφει τοίχους, να φτιάχνει έπιπλα, να μαγειρεύει…

Αλλά ας συνεχίσω για τα άλλα μέτωπα της εποχής του, στα οποία η παρουσία του Άγγελου ήταν καθοριστική. Η απέχθειά του για την τρομοκρατία, η κριτική του από την πλευρά ενός «αριστερού ευρωπαϊσμού» στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με αποκορύφωμα την έντονη διαφωνία του για τη συνθήκη του Μάαστριχτ, η αντιπαράθεσή του στον εθνικισμό. Μια απόλυτη αντιπαράθεση στον εθνικισμό, την περίοδο του Μακεδονικού, από έναν άνθρωπο ο οποίος παράλληλα, θεωρητικά, πιστεύει στην έννοια του έθνους. Και, φυσικά, η αντίθεσή του στον δογματισμό, και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» — μια αντίθεση από τη σκοπιά της κομμουνιστικής ανανέωσης. Ας θυμηθούμε, όμως, και τη δυσπιστία του απέναντι στον Γκορμπατσόφ, σε μια περίοδο που κυριαρχούσε μια γενική ευφορία για το «πείραμά» του.

Α. Μπαλτάς: Ναι, εκτιμά η πολιτική Γκορμπατσόφ δεν οδηγεί κατά κανένα τρόπο σε ανανέωση του σοσιαλισμού και της κομμουνιστικής επαγγελίας...

Μεγάλη τομή και σοκ για πάρα πολλούς, και για μένα τότε, ήταν η στάση του έναντι της Ιρανικής Επανάστασης. Σε μια στιγμή όπου μεσουρανεί η δόξα της Ιρανικής Επανάστασης, που τα πλήθη είναι στους δρόμους, υπάρχει ενθουσιασμός σε όλη την Αριστερά, ο Άγγελος, με μεγάλη διορατικότητα, γράφει το κείμενο «Ποιος δεν φοβάται τους αγιοταλλάδες;» ενάντια στον Χομεϊνί. Διαβλέπει την ιδεολογία του νέου καθεστώτος από τις πρώτες μέρες, τη σφαγή που θα ακολουθήσει.

Χ. Γολέμης: Στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας είναι κατά των νατοϊκών βομβαρδισμών, παρότι στην ίδια γραμμή είναι και οι εθνικιστές, δεν τον δεσμεύει αυτό. Και πολλά άλλα.

Θεωρώ ότι η σκέψη του Ελεφάντη, το ρεύμα σκέψης που καλλιέργησε είναι εξαιρετικά χρήσιμο και απολύτως απαραίτητο στη νέα συγκυρία. Ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί, κατά την γνώμη μου, να μακροημερεύσει αποσιωπώντας ή κουκουλώνοντας τις σφοδρές ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις του παρελθόντος. Το στοίχημα για κάποιους από εμάς είναι πώς μπορούμε να μπολιάσουμε όσα πήραμε από τον Άγγελο στο νέο πολιτικό υποκείμενο, όχι βέβαια με έπαρση ή περιφρόνηση σε σχέση με άλλες παραδόσεις, αλλά ούτε με αποσιωπήσεις ή σχετικισμούς. Πρέπει να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για τις εντάσεις που είχαμε τότε, να τις αποτιμήσουμε, αλλά να δούμε και τις σημερινές μας διαφορές. Έτσι μόνο μπορεί να υπάρξει μια νέα σύνθεση.

Α. Μπαλτάς: Ο τρόπος σκέψης του Ελεφάντη, πέρα από τις συγκεκριμένες συνεισφορές που αναφέραμε παραπάνω, μας είναι εξαιρετικά χρήσιμος σήμερα, επειδή, εκτός όλων των άλλων, ήταν κατεξοχήν πολιτικός. Το μυαλό ήταν συνέχεια στο ποια πρωτοβουλία μπορεί να βάλει μπρος την κατάσταση στο κίνημα.

Χ. Γολέμης: Δυο παραδείγματα σε αυτό που λες. Ο Ελεφάντης, και όλος Ο Πολίτης, κάνουν έντονη κριτική στο ΚΚΕ εσωτερικού από τα αριστερά. Αλλά στις εκλογές ψηφίζουν –και το δηλώνουν δημόσια– ΚΚΕ εσωτερικού για να μη χαθεί ο χώρος αυτός και επικρατήσει ο δογματισμός.

Δεύτερο παράδειγμα. Την κρίσιμη στιγμή που παίζεται ο κομμουνιστικός χαρακτήρας του κόμματος πρωτοστατεί στο εγχείρημα του ΚΚΕ εσωτερικού-Α.Α. Κάποια στιγμή κρίνει, όμως, ότι η ιστορία αυτή δεν έχει μέλλον. Και το 1993 θα γράψει τρία άρθρα στην Εποχή: στα δύο πρώτα κατακεραυνώνει τον Συνασπισμό, ενώ στο τρίτο λέει ότι πρέπει να ψηφίσουμε Συνασπισμό, επειδή αυτός είναι ο δημόσιος χώρος της Αριστεράς. Τα χαλάσαμε τότε, αλλά λίγα χρόνια μετά υιοθέτησα το σκεπτικό του και εντάχθηκα στο συγκεκριμένο κόμμα, ενώ ο ίδιος παρέμεινε ανένταχτος.

Α. Μπαλτάς: Με την ίδια ακριβώς τη λογική, του δημόσιου χώρου της Αριστεράς, πήγαινε σταθερά στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ. Παρότι διαφωνούσε με τον αριστερισμό, τον κινηματισμό, αν και δεν του άρεσαν διάφορα, ήθελε να είναι εκεί, στο Αντιρατσιστικό, γιατί και αυτός ήταν ένας κατεξοχήν χώρος της Αριστεράς.

Χ. Γολέμης: Δεν στήριζε, ως ανένταχτος, τους διάφορους σχηματισμούς της Αριστεράς με ευχαρίστηση· το αντίθετο θα έλεγα. Το έκανε γιατί τον ενδιέφερε να μη χαθεί η φύτρα, για να συνεχίσουμε. Και δεν ξέρω αν θα είχαν αλλάξει οι συσχετισμοί στην ελληνική Αριστερά, στην περίπτωση που χανόταν ο χώρος της ανανεωτικής κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστεράς, ο οποίος διατηρήθηκε με την «ξεροκεφαλιά» της ΑΚΟΑ και του Γιάννη Μπανιά, αλλά και την ουσιαστική, ιδεολογική κυρίως, συμβολή του Ελεφάντη και του Πολίτη. Αυτό είναι πολιτικό μάθημα και για σήμερα. Θα μιλήσω προσωπικά. Μπορεί να υπάρχουν ένα σωρό πράγματα στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ που δεν μου αρέσουν, αλλά αυτός είναι ο χώρος μου, «το κόμμα που μου έλαχε». Αυτό είναι το μείζον, και όχι κάποιες περιπτώσεις εκφοράς λόγου, απόψεων ή συμπεριφορών με τις οποίες διαφωνώ. Το μείζον είναι ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια μεγάλη νέα Αριστερά με μια ταξικότητα που δεν την είχε ποτέ μέχρι σήμερα. Και από τον Ελεφάντη έμαθα, μετά από πολλές συγκρούσεις μαζί του, να με ενδιαφέρει το μείζον.

Α. Μπαλτάς: Αν μιλάμε για το τις οφειλές μας στον Ελεφάντη, δεν μπορούμε να μη μιλήσουμε για τη στάση ζωής του: το σώμα και το πνεύμα σε διαδικασίας ενοποίησης. Το τι γράφω, πώς μορφώνω τα παιδιά μου, πώς ζω, τι πιστεύω, πώς μιλάω με φίλους … όλα αυτά είναι ένα. Και αν θέλεις να βρεις το κέντρο αυτού του πολυσύνθετου πράγματος είναι το να αλλάξει η πολιτική και η κοινωνία, ώστε αυτό τον πλούτο να τον μοιραζόμαστε όλοι, να γίνει κοινός.

Ο Πολίτης είναι περιοδικό πολιτικής παιδείας. Και αυτό σημαίνει καλλιέργεια, γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Και είναι συναρτημένος, ταυτόχρονα με ένα ήθος καθημερινότητας. Ένα ήθος, με την έννοια την κοινωνιολογική, που φτιάχνει μια επίδραση, η οποία δεν αποτιμάται μόνο με τις τοποθετήσεις στα μεγάλα ερωτήματα. Τα μεγάλα ερωτήματα έρχονται και δένουν με το ήθος. Το ήθος είναι αυτό που υπόκειται. Όλα όσα λέμε για τη ζωή του, τις σχέσεις του κλπ. είναι η πρακτική όψη αυτού του ήθους ως μορφωτικού και πολιτικού ιδεώδους.

Χ. Γολέμης: Είναι ένας τρόπος ζωής σκληρός και γοητευτικός μαζί. Και η επίδρασή του σε πολλούς από εμάς ασφαλώς οφείλεται και σε αυτό, στη στάση ζωής του. Περιφρονούσε τα αξιώματα, το χρήμα.

Α. Μπαλτάς: Και τους αντιμετώπιζε όλους στη βάση μιας προσωπικής σχέσης, μιας ισχυρής προσωπικής σχέσης, και όχι με βάση το στάτους ή τη θέση που είχαν. Είτε ήταν ο Μιτεράν είτε ο Χρήστος, ο Αλβανός, που δούλευε στον Πολίτη: «Έλα να πιούμε καφέ, κάτσε να τα πούμε».

Ο Ελεφάντης –του το είχα πει κάποτε και του άρεσε– ήταν αριστοκράτης. Δεν θα ασχολούνταν με το διάφορο, τη μιζέρια της θέσης, της καρεκλίτσας, τα ευτελή μικροπράγματα κλπ. Τυπικά, κοινωνιολογικά, όπως όλοι μας, ήταν βέβαια μικροαστός. Ωστόσο, για λόγους ιστορικούς, καταγωγικούς, διαπαιδαγώγησης, είναι αριστοκράτης με την έννοια ότι δεν έχει ανάγκη να διεκδικήσει: γνωρίζει την υπεροχή του, πνευματική και πολιτική. Αυτό δύσκολα το βρίσκεις – και είναι κάτι διαφορετικό από τη γενναιοδωρία.

Χ. Γολέμης: Ας μην ξεχνάμε ότι γράφει αποκλειστικά, και με άποψη, στα έντυπα της Αριστεράς: Πολίτη, Εποχή, Κάπα, Αυγή. Και ενώ έχει απόλυτη ανάγκη οικονομική, αρνείται προτάσεις να αναλάβει να γράφει, για θέματα παιδείας, αν θυμάμαι καλά, στα Νέα. Αυτή του η στάση σχετίζεται με πολλά –πρώτα απ’ όλα με το ότι φτιάχνουμε και στηρίζουμε τα δικά μας έντυπα–, αλλά και με αυτή την αριστοκρατικότητα που λέει ο Αριστείδης: δεν θα κάνω κάτι κατώτερο, κάτι που δεν υπηρετεί.