Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Τόνι Νέγκρι: Μέσα στην ΕE και εναντίον των κυρίαρχων πολιτικών




Ο Τόνι Νέγκρι, ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών, μιλάει στην «Εποχή» για την παγκόσμια τάξη και τις εξελίξεις στην Ευρώπη, σχολιάζει την κρίση του νεοφιλελευθερισμού και επιμένει ότι η Ευρώπη παραμένει το έδαφος για την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων.

Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης.


- Πώς θα περιγράφατε σήμερα την παγκόσμια τάξη; Τι έχει αλλάξει από τότε που γράψατε την «Αυτοκρατορία»;

Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που μαζί με τον Μάικλ Χαρντ αρχίσαμε να γράφουμε την «Αυτοκρατορία». Με ρωτάς τι έχει αλλάξει στον κόσμο από τότε… Τα πάντα και τίποτα. Τα πάντα, με την έννοια ότι έχει αποκεντρωθεί η αυτοκρατορική ισχύς, ουσιαστικά από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό, και εν τω μεταξύ έχουμε δει την εμφάνιση και άλλων δυνάμεων που ισχυρίζονται ότι είναι παγκόσμιες, από την Ινδία ως τη Βραζιλία. Τίποτα, επειδή το γενικό πλαίσιο έχει επιβεβαιωθεί και είναι πλέον απαραίτητο σε κάθε πολιτική και γεωπολιτική θεώρηση. Η κληρονομιά της «Αυτοκρατορίας» και η αξία της συνίσταται όχι μόνο στον καθορισμό της εικόνας της τάξης (αταξίας) στην περίοδο αμέσως μετά την πτώση του τείχους, αλλά στο ότι «επιβάλλει» νέες κατηγορίες στην πολιτική σκέψη. Σήμερα, η εμβάθυνση στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική διάρθρωση και οι επιπτώσεις της άσκησης μιας αστυνόμευσης (κατά της τρομοκρατίας) ενωμένης σε παγκόσμια κλίμακα, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουν την αλλαγή του παραδείγματος που σηματοδοτεί η «Αυτοκρατορία». Ένα άλλο στοιχείο που μου φαίνεται ότι επαληθεύτηκε, είναι ότι δύσκολα υπάρχουν, για την ώρα, ανταγωνιστικές αντιπαραθέσεις, που να αγγίζουν τον τρόπο παραγωγής και το μοντέλο ανάπτυξης στο παγκόσμιο καπιταλιστικό πεδίο.


- Ποιες ανταγωνιστικές θέσεις βλέπετε σήμερα;

Η κατάσταση είναι προφανώς πάντα ρευστή, η ενότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών μπορεί να σπάσει και να προκαλέσει πολεμικές αντιπαραθέσεις. Παρόλα αυτά, η υπόθεσή μου, που είναι συνεπής με εκείνες που διατυπώνονται στην «Αυτοκρατορία», είναι ότι αυτές οι αντιφάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα δεν θα εκραγούν. Οι μόνες ανταγωνιστικές θέσεις που καταγράφονται σήμερα, παραμένουν εκείνες που καθορίζονται από τους λαϊκούς αγώνες αντίστασης, όχι τόσο στην παγκοσμιοποίηση, όσο στους κανόνες του νεοφιλελευθερισμού, που έχουν κατακλύσει τον κόσμο. Αναζητάμε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Το μεγάλο θύμα των παλιών αντιφάσεων έγινε η Ελλάδα. Μόνο όταν ένα κατάλληλο υποκείμενο (δηλαδή, η δημιουργία μιας νέας διεθνούς οργάνωσης των εκμεταλλευμένων) μπορέσει να επέμβει σε αυτά τα βήματα, θα σπάσει η τάξη της «Αυτοκρατορίας».


- Πώς βλέπετε την κρίση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη;

Μου φαίνεται σαφές ότι η κρίση του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη, και φυσικά λίγο πολύ σε όλο τον πλανήτη, φθάνει σε μια φάση σταθεροποίησης. Η κυκλική διαδικασία της κρίσης επαναρρύθμισης διακόπηκε και την αντικατέστησε ένας μακρύς κύκλος οικονομικής αποτελμάτωσης και αντιδραστικής σταθεροποίησης. Από την άλλη πλευρά, είναι μη αναστρέψιμα τα βήματα που έχουν γίνει προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η κρίση της νομισματικής τάξης που αντισταθμίζεται από την λιτότητα, η κρίση της μετανάστευσης αντιρροπούμενη από τους συμβιβασμούς γύρω από την Συνθήκη Σένγκεν, το Brexit, που ωστόσο αντισταθμίζεται από τη διατήρηση του Σίτι ως κέντρο της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς, δείχνουν ότι όλες αυτές οι κρίσεις τείνουν στην σταθεροποίηση του νεοφιλελευθερισμού.


- Οι τοποθετήσεις σας σε κορυφαία πολιτικά ζητήματα που προέκυψαν την τελευταία δεκαετία σχετικά με την Ευρώπη και την ενοποίηση (δημοψήφισμα για το ευρωσύνταγμα στη Γαλλία, ελληνική υπόθεση, μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα), διαπνέονταν από τη θέση «μέσα και εναντίον», δηλαδή μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εναντίον των κυρίαρχων πολιτικών. Πώς αξιολογείτε πλέον τις εξελίξεις, και πώς αποτιμάτε τις εν λόγω τοποθετήσεις σας;

Οι καπιταλιστές χρειάζονται μια ενωμένη Ευρώπη, χωρίς αυτήν θα ήταν στο έλεος όλων των παγκόσμιων αναταραχών. Αλλά και μια ανατρεπτική και ανταγωνιστική θέση απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο έχει ανάγκη το ευρωπαϊκό έδαφος, σαν μοναδικό χώρο στον οποίο είναι δυνατόν να διατηρηθεί μια συνεχής αντίσταση, σαν τον χώρο που μπορεί να επαναμορφοποιηθεί και να επαναμετρηθεί η δύναμη της ταξικής πάλης. Δεν μπορούμε να έχουμε ψευδαισθήσεις σχετικά με αυτήν την καταραμένη προϋπόθεση. Το «μέσα και εναντίον» παραμένει το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν οι αγώνες.


- Η Ιταλία φαίνεται ότι είναι ο «αδύναμος κρίκος» στον ευρωπαϊκό Νότο. Θεωρείτε ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να ξαναδούμε μια ισχυρή ιταλική Αριστερά;

Η ιταλική κατάσταση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη στο θέμα της ανοικοδόμησης μιας νέας Αριστεράς, επειδή το πτώμα του PCI (του οποίου θυμόμαστε την ιδεολογική υποκρισία και το ριζοσπαστικό ρεφορμισμό), φράζει το δρόμο σε πολλές πρωτοβουλίες.


- Πώς βλέπετε σήμερα τον κύκλο των αγώνων που άρχισε το 2011 με τα κινήματα της αντίστασης και της αξιοπρέπειας (15M, Occupy, κλπ); Θεωρείτε ότι εξακολουθούν να επηρεάζουν τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης; Και αν ναι, με ποιο τρόπο;

Θέλω πρώτα να επιμείνω στο γεγονός ότι ο κύκλος των αγώνων που ξεκίνησε το 2011 διατηρεί τη δυναμική του. Η αντίσταση αναδύεται με διαβρωτική μορφή, αναζητεί νέες μορφές οργάνωσης, αλλά εξακολουθεί να είναι παρούσα και αποδυναμώνει (είτε άμεσα είτε μέσω της έκφρασης μιας οριστικής απομάκρυνσης) τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Αυτά γίνονται σε όλη την Ευρώπη. Όμως, όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υπάρχουν δύσκολες συνθήκες για την ανοικοδόμηση μιας ισχυρής Αριστεράς. Η διαδικασία ωστόσο έχει αρχίσει και συνεχίζεται. Το ελληνικό δημοψήφισμα, η αριστερή μετατόπιση της πορτογαλικής κυβέρνησης, η ανάδειξη του Κόρμπιν στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, και ιδιαίτερα το σπάσιμο του μεγάλου «ισπανικού κέντρου» από το Ποδέμος, όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει ακόμα ένα έδαφος που μπορούμε να διανύσουμε και ότι προχωράμε.


- Πρόσφατα δημοσιεύσατε την αυτοβιογραφία σας, με τίτλο «Η ιστορία ενός κομμουνιστή». Τι σας οδήγησε στην απόφαση να την γράψετε; Η διαδικασία της συγγραφής της σας οδήγησε μήπως να ξαναδείτε αλλιώς πράγματα που κάνατε ή σκεφτήκατε στο παρελθόν;

H πρόσφατη αυτοβιογραφία μου, που φτάνει μέχρι και το 1979, που είναι η στιγμή της καταστολής των κινημάτων της δεκαετίας του ’70, δεν μιλάει μόνο για την ιστορία μου, αλλά για την ιστορία μιας γενιάς. Της μοναδικής, αυτής των Ιταλών αυτονομιστών, η οποία προσπάθησε στην Ευρώπη να σπάσει το καπιταλιστικό σύστημα που χτίστηκε μετά τον πόλεμο και να ανοίξει μια ιδρυτική πρωτοβουλία. Είναι προφανές, ότι η αυτοκριτική μου και γενικά η αναθεώρηση πολλών στόχων εκείνης της εποχής είναι απαραίτητη. Αλλά όλα αυτά δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση μεταμέλεια: υπάρχει υπερηφάνεια για ότι έγινε, και το οποίο τροφοδότησε την ανασυγκρότηση των επαναστατικών δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη. Το μίσος του καθεστωτικού Τύπου εναντίον του βιβλίου, αποδεικνύει τις δυσκολίες που έχουν αυτού του είδους οι άνθρωποι στο να θυμούνται την «τουρκικού τύπου» καταστολή, την οποία πραγματοποίησαν τότε εναντίον των αυτονομιστών βέβαια, αλλά πάνω από όλα ενάντια στους κοινωνικούς και εργατικούς αγώνες. Η Αριστερά βγήκε νεκρή από αυτή τη διαδικασία της καταστολής.


* Η συνέντευξη έγινε με την πολύτιμη βοήθεια του Μιχάλη Μπαρτσίδη


Πηγή Εποχή

Πάντα μπροστά μας τα θεμελιώδη διλήμματα του ευρωκομουνισμού




Στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει» (Ακαδημίας 32) στις 28 Ιανουαρίου έγινε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πολυπρισματική του βιβλίου του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με τίτλο «Ευρωκομμουνισμός: Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή αριστερά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις». Με τον συγγραφέα, στην κυριολεξία με το έργο του, συζήτησαν ο Νίκος Θεοτοκάς, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο Γιάννης Βούλγαρης και ο Αντώνης Μανιτάκης. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συζήτηση δεν περιορίστηκε μόνο στο περιεχόμενο και την αξία του βιβλίου, για το οποίο και οι τέσσερις ομιλητές συμφώνησαν ότι πρόκειται για εξαιρετική δουλειά που καλύπτει ένα κενό στην πολιτική ιστορία, ειδικότερα της αριστεράς των δεκαετιών ’60-70. Έφτασε στο τρέχον παρόν στην αριστερά, που βρίσκεται σήμερα στην κυβέρνηση, τον ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του θα ορίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως απόγονο του ευρωκομουνισμού και όσον αφορά την Ελλάδα, το ΚΚΕ Εσωτερικού. Οι απόψεις, ως προς αυτό, διασταυρώθηκαν, δεν ταυτίστηκαν και συχνά ήταν αντίθετες.

Η σάλα του «Επί Λέξει» όχι απλώς γέμισε, αλλά είχε και πολλούς όρθιους. Κυρίως έβλεπε κανείς πολλούς που υπήρξαν στελέχη και μέλη της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος και του ΚΚΕ Εσωτερικού. Του μικρού αυτού κόμματος, αλλά με πολύ μεγαλύτερη επιρροή στις εξελίξεις της αριστεράς και στη συγκρότηση της ριζοσπαστικής αριστεράς, που έφτασε ως σήμερα μέσα από μια ενδιαφέρουσα υπόγεια διαδρομή. Η «Εποχή» δημοσιεύει, με την ευθύνη μιας δικής της απομαγνητοφώνησης, την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.


του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

To βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με έκανε να πάω πίσω στη νιότη μου, να αναπολήσω όλες αυτές τις κοσμοϊστορικές εποχές, που δίκην ύστερης εφηβείας διαπραγματεύτηκα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Την εποχή που μέσα στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς ιστορικής συμπύκνωσης και ώσμωσης, συνέβησαν άπειρα γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο: ο Μάης του ’68, τα γεγονότα της Πράγας, η πολιτιστική επανάσταση της Κίνας, ο Τσε κ.ά. Από τη στιγμή αυτή και πέρα, μαζί με τη διάσπαση του ΚΚΕ και τη χούντα, βρεθήκαμε όλοι σε ένα εντελώς νέο πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Πρόκειται ουσιαστικά για μια θεμελιώδους σημασίας πολιτιστική, όχι απλώς πολιτική, επανάσταση. Αυτή η περίοδος σήμανε το τέλος όλων των βεβαιοτήτων, όλων των από καθέδρας αληθειών, των μονοθεϊσμών και μια προσπάθεια να θυσιάσουμε ό,τι έχουμε στον άγνωστο θεό. Ήταν η εποχή των πειραματισμών, των αναστοχασμών και των αναζητήσεων, όχι μόνο θεωρητικών και επιστημολογικών, αλλά κυρίως υπαρξιακών. Όλοι όσοι βρεθήκαμε σε εκείνη τη χοάνη, αλλάξαμε και γίναμε αυτό που είμαστε σήμερα λόγω και χάρη σε αυτήν την εποχή, την οποία εξέφρασε ο ευρωκομουνισμός.


Η αδυσώπητη εμπλοκή του τότε με το τώρα

Διάβασα το βιβλίο και δεύτερη φορά και προσπάθησα να το δω πιο κριτικά, πιο αποστασιοποιημένα, πιο επιστημονικά. Απέτυχα, διότι είδα πόσο το τότε εμπλέκεται αδυσώπητα με το τώρα. Ο στοχασμός στον οποίο μας οδηγεί ο συγγραφέας είναι κατ’ ανάγκη επικαιρικός. Η ανάλυση μας εγκαλεί να ξαναστρατευτούμε σε μια σειρά από προβλήματα και διλήμματα, στα οποία δεν είμαστε ίσως συνειδητά ενταγμένοι. Αυτό νομίζω είναι το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου αυτού: Ότι πίσω από την επιστημονική του επάρκεια κρύβεται ένα στρατευμένο πάθος, που δεν ξέρει ούτε το ίδιο πού πηγαίνει, αλλά μεταφέρει στον αναγνώστη την ανάγκη να πάρουμε όλοι θέση στα τεράστια ζητήματα που μπαίνουν μπροστά μας σήμερα. Το βιβλίο αυτό μας εγκαλεί να μετέχουμε, να γνωρίσουμε, να κατανοήσουμε και κυρίως να ξαναερμηνεύσουμε πράγματα τα οποία ξέραμε και μας έχουν σφραγίσει, αλλά τα οποία πολλοί από εμάς έχουμε αρχίσει να θεωρούμε ως δεδομένα. Αυτή την αμφιβολία καλούμαστε τώρα να επανερμηνεύσουμε. Πολύ περισσότερο που σε μεγάλο βαθμό ένα μεγάλο κομμάτι αυτής της ιστορίας παραμένει γενικά άγνωστο. Όπως άγνωστες παραμένουν πολλές πτυχές της νεότερης ιστορίας μας. Αυτό ισχύει για καίριες στιγμές της μεταπολεμικής ιστορίας, για τη χούντα, ακόμα και για τον εμφύλιο, και πάντως για τη μεταπολίτευση. Οι ιστορικοί που θα επιχειρήσουν να φωτίσουν αυτά τα περίπλοκα και αντιφατικά σχήματα, και ακόμα περισσότερο τον ευρωκομουνισμό και το ΚΚΕ Εσωτερικού, βρίσκονται μπροστά σε μια τεράστιας σημασίας δοκιμασία.

Εκείνο που με συγκινεί είναι ότι πολλά από τα διλήμματα και προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Αριστερά, και μαζί της η ελληνική κοινωνία, είναι παραπλήσια από πολλές πλευρές και σε πολλά επίπεδα με εκείνα που αναδύθηκαν στη δεκαετία του ’60.  Σήμερα, όπως και τότε, η ριζοσπαστική αριστερά καλείται να αναδιατυπώσει το όραμά της από την αρχή. Καλείται να πάψει να είναι δεσμευμένη από δόγματα, ορθοδοξίες και πεπατημένες οδούς. Οφείλει να προσαρμοστεί σε μια περιρρέουσα πραγματικότητα, αλλά οφείλει επίσης επί ποινή αυτοακύρωσης να επινοήσει νέες μορφές πάλης, νέα διακυβεύματα και νέες πολιτικές αλλά και πολιτιστικές ημερήσιες διατάξεις. Σήμερα, όπως τότε, η ριζοσπαστική αριστερά, για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο, βρίσκεται ιστορικά σε θέση να ασκήσει εξουσία ή τουλάχιστον να μετάσχει ενεργά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Τέλος, σήμερα, όπως και τότε, η ριζοσπαστική αριστερά είναι υποχρεωμένη να χαράξει νέους δρόμους σε εντελώς άλλα κοινωνικά πλαίσια.


Από την κυβέρνηση στη διακυβέρνηση

Εκεί διαφέρει η κατάσταση από την εποχή του ευρωκομουνισμού. Διότι καλείται η Αριστερά να ξανασκεφτεί ποια είναι η κοινωνία -αν μπορούμε να μιλάμε ακόμα για κοινωνίες-, ποιο είναι το πλαίσιο, ποιες είναι οι κοινωνικές δομές, επί των οποίων καλείται να παρέμβει ενεργά και να αλλάξει ριζικά. Έχει αλλάξει εκ βάθρων η οργάνωση της παραγωγής, τα νέα μεσοστρώματα ανέρχονται και κλυδωνίζονται ταυτόχρονα, ο παραδοσιακός εργατισμός έχει πάψει να είναι δυνατόν να λειτουργεί ως επίπεδο γενικής στράτευσης του πληθυσμού, τα εισοδηματικά και κοινωνικά συνεχή, τα οποία είχαμε μάθει να είναι σταθεροποιημένα, υπό συνθήκες κρίσης έχουν αρχίσει να διαλύονται, οι εργασιακές σχέσεις έχουν αποσαρθρωθεί και απορρυθμιστεί τελείως και η εισροή προσφύγων, μεταναστών, αλλοεθνών, αλλοθρήσκων αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι δυνατόν μια πολιτική να κινείται και να στοχεύει.

Ταυτόχρονα, στο επίπεδο της παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων, η ΤΙΝΑ (=δεν υπάρχει εναλλακτική) είναι η θεσμοποιημένη συρρίκνωση των ευκαιριών, αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων του πολιτικού υποσυστήματος παντού. Σε άλλο επίπεδο, αυτό εκφράζεται με τα ιδεολογήματα περί τέλους της ιστορίας, της ιδεολογίας και της πολιτικής. Εκφράζεται, επίσης, με την ορολογική αλλαγή της έννοιας της κυβέρνησης με την έννοια της διακυβέρνησης.

Έτσι, λοιπόν, τότε και τώρα η ριζοσπαστική αριστερά βρίσκεται στην κόψη όχι ενός αλλά πολλών ιστορικών ξυραφιών. Γι’ αυτό ακριβώς, στον απολογισμό που επιχειρεί να κάνει ο Γ. Μπαλαμπανίδης στο βιβλίο του, και στο ερώτημα που θέτει: Νίκησε ή νικήθηκε ο ευρωκομουνισμός, δεν επιδέχεται απάντηση. Διότι, τότε όπως και τώρα, τα γεγονότα είναι μπροστά μας ανοιχτά, ενδεχομενικά και απρόβλεπτα. Γι’ αυτό όλοι μας αντιμετωπίζουμε το μέλλον με αγωνία. Είναι βέβαιο ότι δεν έχει νικήσει η Αριστερά, αλλά είναι επίσης βέβαιο ότι δεν έχει νικηθεί. Παλεύει, προσβλέπει και ελπίζει. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχουν ασφαλή κριτήρια για να κρίνουμε ή να αξιολογήσουμε την ιστορική συμβολή της Αριστεράς στην πορεία του κόσμου. Η ουτοπία, αυτό που δεν υπάρχει ακόμα, δεν παραμένει μόνο, όπως και πριν, αχνό και αναποκρυστάλλωτο, αρχίζει και γίνεται ανονόμαστο. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε εκείνο το οποίο δεν υπάρχει ακόμα.


Το μη διαπραγματεύσιμο της δημοκρατίας

Όπως ακριβώς είχε συμβεί και την περίοδο του ευρωκομουνισμού, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά από αδυσώπητα διλήμματα, τα οποία δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε. Υπάρχει, όμως, ένα σημείο για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει πια κανένα δίλημμα για τη ριζοσπαστική αριστερά: το ζήτημα της δημοκρατίας. Όπως συμβαίνει με το σοσιαλισμό, σύμφωνα με τον Ν. Πουλαντζά, η ριζική μεταρρύθμιση ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα υπάρξει. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα διλήμματα που αντιμετωπίζουμε συνδέονται με το αίτημα για διεύρυνση και αναδιατύπωση της θεμελιώδους και απαραβίαστης ιδέας της δημοκρατίας. Η μη διαπραγματευσιμότητα της δημοκρατίας δεν σημαίνει ότι δεν έχει προβλήματα. Από τη μια, το θετικό και αναγκαίο στοιχείο είναι ότι σηματοδοτείται η πλήρης και ανεπίστρεπτη ρήξη με το σταλινικό παρελθόν και με όλες τις μορφές ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, η εμμονή στη δημοκρατία οδηγεί και σε κάτι αρνητικό: στον κατακερματισμό των αριστερών δυνάμεων και στην οργανωτική χαλαρότητα των ριζοσπαστικών στρατεύσεων. Ίσως και σε μια ιδεολογική σύγχυση, δύσκολο να ξεπεραστεί. Να επισημάνω εδώ μια εγγενή διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Η Δεξιά όταν κινδυνεύει να χάσει την εξουσία έχει τον τρόπο να αναγεννάται από τις τέφρες της, να ανακατασκευάζει τα μέτωπά της δίχως προκαταλήψεις. Αντίθετα, η Αριστερά παραμένει δέσμια του καθρέφτη της, των αρχών και των αξιών της και της συνείδησης της. Δεν μπορεί παρά να το κάνει αυτό, διότι αυτή είναι η φύση της Αριστεράς. Δεν συγκροτείται μέσα από συμφέροντα, τα οποία είναι πάντοτε δυνατό να συγκλίνουν, αλλά μέσα από αξίες και ιδέες, οι οποίες μέσα σε ένα ευρύτερο δημοκρατικό πλαίσιο μπορεί πάντοτε να αποκλίνουν. Συνεπώς, ο δημοκρατικός πλουραλισμός ίσως να ευνοεί εκείνους που δεν δεσμεύονται από οποιαδήποτε ηθική ή αξιακή παρωπίδα. Πρόκειται για ένα τίμημα που καλούμαστε να πληρώνουμε ες αεί.


Τα θεμελιώδη διλήμματα

Κλείνοντας, θέλω να αναφερθώ σε πέντε θεμελιώδη διλήμματα τα οποία ενυπάρχουν στο ευρωκομουνιστικό πρόταγμα. Πρώτον: Ποια είναι η θέση της ριζοσπαστικής αριστεράς ή του ευρωκομουνιστικού πειράματος για την εξουσία που έχει την τάση να φθείρει και να διαφθείρει ακόμα και τις αγνότερες των προθέσεων; Δεν μπορούμε παρά να θέλουμε να την κατακτήσουμε. Εδώ τίθεται το μείζον ερώτημα: Τι είναι καλύτερο, να παραμένουμε πιστοί στις απαράβατες αρχές μας ή να αποφασίσουμε να παίξουμε το δημοκρατικό παιχνίδι; Τι είναι καλύτερο, να κινδυνεύουμε να φθαρούμε και να διαφθαρούμε ή να προκρίνουμε την αναζήτηση της αλήθειας σαν τους καλογέρους του μεσαίωνα πίσω από κλειστά τείχη μοναστηριών; Πρόκειται για ένα δίλημμα που δεν μπορεί να απαντηθεί εκ των προτέρων, αλλά ενυπάρχει στην καθημερινότητα της Αριστεράς.

Δεύτερον: Πολιτική συμμαχιών. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε μόνοι, είτε διότι δεν είμαστε αρκετοί είτε διότι αυτό που ονομάζουμε «εμείς» κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να κατατμηθεί σε διάφορα διάσπαρτα «εμείς». Επομένως, χρειάζεται να βρούμε πολιτικές συμμαχιών οι οποίες να υπερβαίνουν το ιδεολογικό πλαίσιό μας. Εδώ τίθεται το ζήτημα, τι κάνουμε το κράτος, είτε το θεωρήσουμε ετερόνομο είτε ως μια σχέση που χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία και επομένως μπορεί να δώσει αγώνες μαζί με άλλους συμμάχους. Ποια είναι, λοιπόν, η δυνατότητα σύμπλευσης με συγγενείς δυνάμεις και ποιες είναι αυτές; Είναι η σοσιαλδημοκρατία; Προφανώς είναι και αυτή ή τουλάχιστον ένα μέρος της. Είναι τα οικολογικά κινήματα. Είναι επίσης ορισμένες κινήσεις που εμπνέονται από το αίτημα αυτονόμησης της ατομικής ταυτότητας. Ωστόσο, όσο πιο πολύ διευρύνεις τις συμμαχίες σου, τόσο δημιουργούνται εσωτερικά προβλήματα ιδεολογικά και πολιτικά.

Τρίτο δίλημμα: Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το προαιώνιο μαρξιστικό πρόβλημα της σχέσης παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων; Μήπως θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να συμπλεύσουν οι υλιστικές με τις μεταϋλιστικές αξίες; Πώς θα τοποθετηθούμε απέναντι στην αντίφαση που μπορεί να εμπεριέχει η άνευ όρων ανάπτυξη σε αντιδιαστολή με τη χειραφέτηση;

Τέταρτον και σημαντικότερο είναι το ζήτημα της σχέσης της ριζοσπαστικής αριστεράς με άλλα κινήματα που βρίσκονται αλλού, αλλά την εποχή του ευρωκομουνισμού ήδη συμπλέανε. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, διότι τότε το εθνικό κράτος μπορούσε ακόμα να σκέφτεται με όρους ενός εθνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό. Αμφιβάλλω αν σήμερα, υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης, είναι δυνατόν να υπάρξει η ριζοσπαστική αριστερά σε μία μόνο χώρα. Όταν το κεφάλαιο έχει αποσπαστεί εντελώς από την επικράτεια, όταν το παγκόσμιο κεφάλαιο έχει πλέον αναπτύξει πρακτικές και αξίες που στηρίζονται στην υπερεπικρατειακότητα, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να σκεφτούμε τρόπους ώστε το οποιοδήποτε πολιτικό πρόταγμα να είναι δυνατό να περιοριστεί στο πλαίσιο μιας εθνικής επικράτειας.

Πέμπτο και τελευταίο δίλημμα: Ποια είναι η σχέση λογική, πολιτική και ιδεολογική ανάμεσα στη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας και στη συνεχή βούληση ανατροπών και ρήξεων μέσα από διαρκείς αγώνες; Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους αγρότες είναι απλώς ένα παράδειγμα για το πόσο δύσκολα μπορεί να είναι συμβατές οι ρεαλιστικές πραγματιστικές κυβερνητικές θέσεις και αρχές με μια άνευ όρων υποστήριξη του αγώνα. Ίσως η εξαιρετικά αμφίσημη έννοια της διαλεκτικής μπορεί να δώσει απαντήσεις για τη σχέση αυτόνομων κινημάτων και κυβέρνησης, αλλά αυτή δεν λύνει τα καθημερινά πολιτικά προβλήματα.

Τα πέντε αυτά στρατηγικά διλήμματα δεν είναι βέβαια καινοφανή. Είναι δε τεράστια η ιστορική σημασία του ευρωκομουνισμού κατά το ότι για πρώτη φορά η ευρωκομουνιστική θεωρία και πρακτική τολμά να τοποθετήσει αυτά τα άλυτα διλήμματα στο επίκεντρο του επίσημου λόγου. Η ιστορική νίκη και σημασία αυτής της τοποθέτησης είναι μια νίκη απαράγραπτη και πολιτιστική. Για πρώτη φορά κατέστη σαφές ότι τα μονοπάτια που οδηγούν στη χειραφέτηση του ανθρώπου από τα αιώνια δεσμά του δεν είναι μόνο δύσβατα, αλλά και αντιφατικά πολλές φορές. Το βιβλίο αυτό, μέσα από τις αναλύσεις του, καταδεικνύει ότι η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί και πρέπει να επιζήσει και να νικήσει ακόμα και ως απομυθοποιημένη, έστω και μόνο επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά από το να προβληματιστούμε. Ρητά και απερίφραστα πιστεύω ότι μόνο στο χώρο αυτό είναι δυνατόν να ξανατεθεί το θέμα της χειραφέτησης του ανθρώπου.


Πηγή Εποχή

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Από την εργασία ποιος θα μας προστατεύσει;


του Άκη Γαβριηλίδη

Ληστέψανε την τράπεζα.
Και τι με νοιάζει εμένα;
Δεν είμαι με κανένα.
Π. Σιδηρόπουλος



Η τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση[1] έχει ήδη γεννήσει έναν μεγάλο όγκο κειμένων.

Κάθε τέτοιο κείμενο που σέβεται τον εαυτό του, είθισται να εξηγεί τρία στοιχεία: α) πώς φτάσαμε στην κρίση, β) τι πρέπει να γίνει από δω και πέρα, γ) γιατί κάνουν λάθος όσοι λένε διαφορετικά πράγματα για τα α) και β).

Κι εγώ στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να κάνω κάτι διαφορετικό. Αυτά λοιπόν που έχω να πω είναι τα εξής:



α) η κρίση είναι αποτέλεσμα της εξόδου του πλήθους από τη μισθωτή σχέση.

Ο δανεισμός και η «υπερχρέωση των λαϊκών νοικοκυριών», για την οποία φρίττουν συντηρητικοί και προοδευτικοί σχολιαστές, μαρτυρεί μια –γνήσια και όχι «κατασκευασμένη»- επιθυμία των ανθρώπων να εξασφαλίζουν τα προς το ζην ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία· διότι μας δείχνει ότι ο κόσμος, εάν έχει την επιλογή, προτιμά να δανείζεται παρά να εργάζεται. Και η προτίμηση αυτή είναι απολύτως φυσιολογική και θεμιτή· δυνάμει μάλιστα είναι αντικαπιταλιστική. Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε και να ανησυχούμε γι’ αυτή ή να την κρύβουμε κάτω απ’ το χαλί· αντιθέτως πρέπει να την φέρουμε στο φως, να διδαχτούμε απ’ αυτήν και με βάση αυτήν να χαράξουμε την πολιτική μας.



β) Πώς θα γίνει αυτό; Είπα προηγουμένως ότι η επιθυμία είναι γνήσια και αξιόπιστη, αλλά φυσικά ο τρόπος ο οποίος προσφέρθηκε για την εξυπηρέτησή της –δηλ. ο δανεισμός από καπιταλιστικές επιχειρήσεις- ήταν απρόσφορος και διαστροφικός. Δική μας δουλειά είναι να επινοήσουμε έναν πιο πρόσφορο τρόπο, και έναν τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας με βάση αυτή την επιθυμία. Ένας τέτοιος τρόπος είναι να ζητήσουμε την καθιέρωση πολιτικού μισθού, δηλαδή εξασφαλισμένο εισόδημα για όλους /-ες ασχέτως εάν έχουν θέση εργασίας ή όχι.



γ) Αν τα παραπάνω ευσταθούν, ποιοι –και σε τι ακριβώς- έχουν άδικο;

Για να το εξηγήσω, θα πάρω ως παράδειγμα τη συνέντευξη του Κώστα Λαπαβίτσα στην Εποχή τής 9.11. Εκεί αναφέρεται:



Ο βαθύτερος μετασχηματισμός έχει να κάνει με το πώς άλλαξε καταρχήν το πιστωτικό σύστημα (…). Οι μεγάλες επιχειρήσεις δανείζονται πλέον ελεύθερα πηγαίνοντας στις ανοιχτές αγορές (ομόλογα κτλ) και όχι στις τράπεζες. Όμως για τις τράπεζες αυτό συνιστά περιορισμό του πεδίου κερδοφορίας. Γι΄ αυτό στράφηκαν προς το προσωπικό εισόδημα, προς τα άτομα. Έχουμε έτσι διεύρυνση του δανεισμού για κατοικία, κατανάλωση, εκπαίδευση, υγεία κ.τ.λ.

–Και αυτό συναντήθηκε με κενό της πολιτικής.

-Ακριβώς, συναντήθηκε με την έλλειψη κοινωνικής πολιτικής, την αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια με την υποχώρηση του κράτους από τους τομείς αυτούς που οδήγησε τον κόσμο, εκόντες άκοντες, για να ικανοποιήσουν αυτές τις βασικές ανάγκες τους, στην αγκαλιά του χρηματοπιστωτικού συστήματος.



Η αφήγηση αυτή, όσον αφορά την περιγραφική-τεχνοκρατική πτυχή της οικονομίας, είναι ακριβής. Από πολιτική σκοπιά, όμως, βασίζεται σε μια θεμελιώδη ερμηνευτική επιλογή: ότι η πρωτοβουλία ανήκει αποκλειστικά στο κεφάλαιο. Όλες οι εξελίξεις εμφανίζονται ως αποτέλεσμα των κινήσεων του κράτους, των τραπεζών κ.λπ. τις οποίες ο κόσμος απλώς ακολουθεί «εκών άκων».

Την ερμηνευτική αυτή επιλογή συμμερίζονται όλοι όσες έγραψαν στο σχετικό αφιέρωμα του «Εντός Εποχής» (τ. 33). Για παράδειγμα, ο Ρικ Γουλφ αναφέρει:



Τη δεκαετία του 1970, οι εργοδότες είχαν βρει ένα τρόπο να φρενάρουν τη σε μακροπρόθεσμη κλίμακα βραδεία αύξηση των μισθών των εργαζόμενων. Βγάζοντας με το outsourcing τις θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, για να εκμεταλλευτούν φθηνότερους μισθούς, βάζοντας γυναίκες μέσα στην εργατική δύναμη, αντικαθιστώντας εργάτες με υπολογιστές κι άλλα μηχανήματα και φέρνοντας τα φθηνά εργατικά χέρια των μεταναστών (…). Αφού οι εργοδότες κατάφερναν να κρατούν τους μισθούς χαμηλούς, ο μόνος τρόπος για να πουλούν τους καρπούς της ολοένα και αυξανόμενης παραγωγής ήταν με το να δανείζουν στους εργάτες χρήματα.



Σε αυτή την αφήγηση, υπάρχει ένας μόνο ενεργός παράγων, μία μόνο δύναμη προικισμένη με αυτενέργεια: οι εργοδότες. Οι άλλοι –στο βαθμό που υπάρχουν καν- σκηνοθετούνται απλώς ως άβουλα όντα που απλώς υφίστανται τη δράση του κεφαλαίου. Η επιθυμία τους δεν υπάρχει πουθενά, η ύπαρξή τους δεν παράγει καθόλου αποτελέσματα. Ο αρθρογράφος δεν φαίνεται ούτε στιγμή να αναρωτιέται: ωραία, οι εργοδότες έβγαλαν θέσεις στο εξωτερικό· αυτοί που κατέλαβαν αυτές τις θέσεις, τι έκαναν μετά; Επίσης, έβαλαν γυναίκες στην παραγωγή. Αυτές οι γυναίκες γιατί μπήκαν; Μήπως αυτό ανταποκρινόταν σε κάποια δική τους σκέψη/ σχέδιο/ επιθυμία; Και αν ναι, μήπως την επιθυμία αυτή πρέπει κάπως να την λάβουμε υπόψη; Έπειτα, έφεραν μετανάστες. Οι μετανάστες αυτοί γιατί ήρθαν; Και, αφού ήρθαν, έκαναν μήπως τίποτε αγώνες, διεκδίκησαν πράγματα; Ή απλώς ήταν και παρέμειναν μια αδρανής ύλη, πιόνια στα χέρια των εργοδοτών; Διότι αν το δεύτερο, τότε το μόνο που μένει είναι να ζητήσουμε να γυρίσουν οι ξένοι στις χώρες τους και οι γυναίκες στις κουζίνες τους.

Τέλος, οι εργοδότες έδωσαν δάνεια. Αυτοί που πήραν δάνεια, γιατί τα πήραν;

Εφόσον ο αρθρογράφος δεν δίνει καμία απάντηση σε αυτό, θα δώσω εγώ μία για λογαριασμό του, η οποία όμως φοβάμαι ότι διευρύνει σε βαθμό υπονόμευσης το βασικό του σχήμα: Τα πήραν διότι ο βασικότερος ταξικός αγώνας των εργαζομένων δεν αφορά την αύξηση των μισθών, αλλά την κατάργησή τους, την έξοδο από αυτούς. Το κεφάλαιο και το κράτος είναι που ακολούθησε εκόν-άκον αυτή την έξοδο, και φυσικά σε δεύτερο χρόνο προσπάθησε να τη διαχειριστεί, να επωφεληθεί απ’ αυτή και να την «βάλει να δουλέψει» για λογαριασμό του. Δεν την προκάλεσε όμως, ούτε ήταν ένα σατανικό σχέδιο που εκπόνησε για να εξαπατήσει τις μάζες και να τις βγάλει από τη θαλπωρή της σταθερής απασχόλησης.



Μια πιο συγκεκριμένη απάντηση όμως ίσως μας δίνει ο Λαπαβίτσας:



[το σύστημα] ωθούσε τις τράπεζες να δώσουν δάνεια στα φτωχά στρώματα και το παρουσίαζε τότε μάλιστα, ως εκδημοκρατισμό του τραπεζικού συστήματος! Είχε να κάνει με την επίλυση, υποτίθεται, κοινωνικών προβλημάτων μέσω του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. (…) Τα στρώματα του πληθυσμού που δανείστηκαν, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, είναι οι λατινοαμερικανοί, αφροαμερικανοί, γυναίκες πάρα πολλές, και ήταν αποκομμένα από τον πιστωτικό τομέα. (…). Κατέληξαν στον ιδιωτικό δανεισμό μέσω της τιτλοποίησης υποστηρίζοντας ότι η μέθοδος αυτή και ο μηχανισμός δεν είναι μόνο ο ιδανικότερος για να λύσει τα οικονομικά προβλήματα αλλά και τα κοινωνικά!.



Ας προσέξουμε λίγο εδώ: προς τι ακριβώς ο σκανδαλισμός και τα θαυμαστικά; Με την περιγραφή του αυτή, ο ίδιος ο ομιλών παραδέχεται ότι πράγματι υπήρξε εκδημοκρατισμός του τραπεζικού συστήματος! (εφόσον ομάδες που ως τότε ήταν αποκλεισμένες απ’ αυτό, και από όλα τα άλλα συστήματα, εντάχθηκαν σε αυτό και απέκτησαν πρόσβαση στον κοινωνικό πλούτο). Το ότι αυτό δεν ήταν η «ιδανική λύση», είναι ένα άλλο ζήτημα. Ασφαλώς δεν ήταν. Ποια θα ήταν όμως μία καλύτερη λύση;

Συνεχίζει η συνέντευξη:



Οι τράπεζες, όπως γνωρίζουμε από την Πολιτική Οικονομία και το Μαρξ αλλά και τους νεοκλασικούς, είναι μια επιχείρηση που μεσολαβεί, συλλέγει τα πλεονάσματα και τα κατευθύνει σ’ αυτούς που έχουν έλλειμμα και επιθυμούν να παράγουν. (…) Για να γίνει αυτό συλλέγουν πληροφορίες για την αξιοπιστία του δανειζόμενου και προχωρούν. Το τραπεζικό σύστημα είναι το νευρικό σύστημα του καπιταλιστικού συστήματος. Τα τελευταία χρόνια, όμως, είδαμε ότι δεν λειτουργεί έτσι. (…) Αντί να συλλέγουν πληροφορίες για τους δανειζόμενους στην ουσία λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι στην κίνηση τίτλων. Δάνειζαν στον οποιονδήποτε. Δεν τους ενδιέφερε.



Και εγώ, εν τη αφελεία μου, αναρωτιέμαι: αφού δεν ενδιέφερε αυτούς, γιατί θα πρέπει να ενδιαφέρει εμάς; Δηλαδή η δουλειά μας είναι να ζητήσουμε από τις τράπεζες να «συλλέγουν πληροφορίες» καλύτερα και να ελέγχουν πιο αυστηρά σε ποιον δανείζουν; Ποιο είναι το πρόβλημα αν οι τράπεζες δανείζουν «στον οποιονδήποτε», ιδίως αν αυτός ο «οποιοσδήποτε» είναι οι λατινοαμερικανοί, οι αφροαμερικανοί και οι γυναίκες;

Αυτό είναι πρόβλημα μόνο για όσους έχουν ως απόλυτο ορίζοντα της πολιτικής τους φαντασίας τη νοσταλγία του εθνικού-κοινωνικού κράτους, τη λεγόμενη «πραγματική οικονομία» και την εργασιολαγνεία.

Στην ίδια πάντα συνέντευξη, διατυπώνεται (ως ερώτηση) ο εξής ισχυρισμός:

Όμως, όλα αυτά συνδέονται με την απασχόληση. Χωρίς αυτή ούτε αποπληρωμή δανείου θα γίνει, ούτε αποταμίευση.

Κι εγώ ρωτάω: τι πειράζει αν δεν γίνει αποπληρωμή δανείου, ούτε αποταμίευση; Ας μη γίνει! Τόσο το καλύτερο.

Είναι βεβαίως πολύ καλό να διακηρύσσουμε, με το ξέσπασμα της κρίσης, ότι θέλουμε να εργαστούμε «για τις ανάγκες των εργαζομένων». Καλό όμως είναι επίσης να θυμόμαστε ότι η πιο βασική, και η πιο υγιής, ανάγκη ενός εργαζόμενου είναι να πάψει να είναι εργαζόμενος. Όσοι θριαμβολογούνε για τη «δικαίωση του Μαρξ εις βάρος του Κέινς», θα πρέπει να βρουν και τον καιρό να θυμηθούν ότι ακριβώς ο Μαρξ όριζε ως ιστορική αποστολή του προλεταριάτου «να καταργήσει τον εαυτό του ως τάξη». Και βεβαίως, να βρουν επίσης την υπομονή να ανιχνεύσουν πώς εκδηλώνεται αυτή η τάση αυτοκατάργησης στις παρούσες συνθήκες. Αλλιώς, αρχίζει να γίνεται δυσδιάκριτο ποια τέλος πάντων είναι αυτή η τόσο ασυμφιλίωτη διαφορά τους από τον Κέινς. Αντί λοιπόν να ζητάμε «προστασία από την ανεργία», ίσως θα ήταν καλύτερο να δούμε πώς θα προστατευθούμε από την εργασία. Αν επιτευχθεί το δεύτερο, επιτυγχάνεται –ή μάλλον, καθίσταται άνευ αντικειμένου- και το πρώτο.

Υποθέτω ότι η λογική μέσω της οποίας αυτό το αίτημα χρίζεται αριστερό/ επαναστατικό, είναι κάποιου είδους «θεωρία των σταδίων»: αν γίνει αυτό, πιο πολλοί άνθρωποι θα γίνουν μισθωτοί, μετά θα καταλάβουν ότι η μισθωτή εργασία είναι σκλαβιά, θα γραφτούν στο συνδικάτο, μετά στο κόμμα, θα κάνουν την επανάσταση, θα φέρουν το σοσιαλισμό και μετά από ογδόντα χρόνια θα καταργηθεί η μισθωτή εργασία.

Αυτός όμως δεν είναι ο μόνος τρόπος. Η άλλη, εναλλακτική συνεπαγωγή θα ήταν: από την κρίση αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι ο κόσμος δεν γουστάρει να δουλεύει, δεν αντέχει η επιβίωσή του και όλη η ύπαρξή του να εξαρτάται από το αν έχει θέση απασχόλησης ή όχι, και δραπετεύει ήδη τώρα από τη φυλακή της μισθωτής εργασίας αντί να ζητά από το κράτος την διά νόμου κατάργησή της (ή μάλλον τη διάδοσή της ώστε μετά να καταργηθεί). Αυτό ας το ωθήσουμε ως το τέλος, ας αντλήσουμε τις λογικές του συνεπαγωγές.

Η εργασία δεν είναι δικαίωμα, είναι εκβιασμός. Οι άνθρωποι δεν επιθυμούν να δουλεύουν. Επιθυμούν να ζουν, και ζητούν εργασία απλώς επειδή (όταν) αυτός είναι ο μόνος διαθέσιμος τρόπος για να επιβιώνουν. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε κάποιον καλύτερο, ο οποίος να βαίνει προς την κατεύθυνση της αποδέσμευσης από τον εκβιασμό του μισθού και όχι της μεγαλύτερης πρόσδεσης σε αυτόν.

---------------------------------
[1] To άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην Εποχή την πρώτη Κυριακή του Δεκεμβρίου του 2008. Επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει διαθέσιμο ηλεκτρονικά πουθενά, σκέφτηκα να το αναρτήσω εδώ να υπάρχει.


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Η Καφκική συνθήκη "Μπροστά στον Νόμο"


του Στέφανου Ροζάνη


Θα υποστηρίξω ότι η παραβολή του Franz Kafka "Μπροστά στον Νόμο", εκτός του ότι είναι μια αινιγματική ή παραδοξολογική λύση ενός αινίγματος (του αινίγματος του νόμου), είναι κατ' ουσίαν ένα κείμενο για τη γραφή του νόμου ως βασανιστικού και αγωνιώδους αποκλεισμού της ουτοπικής ελευθερίας που προσφέρει η γλώσσα πέραν της γραφής, ή καλύτερα της ουτοπικής ελευθερίας που συγκροτεί την αληθινή αφήγηση του νόμου, μια αφήγηση σε μια γλώσσα της προφορικότητας με άγνωστες λέξεις.

Την Καφκική συνθήκη "Μπροστά στον Νόμο" έχει αρχικά υποδείξει ο Gerhom Scholem. Μιλώντας για τις μυστικιστικές πηγές των έργων του Kafka γράφει: "Ο Ωριγένης αναφέρει, στα σχόλιά του πάνω στους Ψαλμούς, ότι ένας 'Εβραίος' σοφός [...] του είπε ότι οι ιερές Γραφές μοιάζουν με ένα μεγάλο σπίτι με πάρα πολλά δωμάτια∙ μπροστά σε κάθε δωμάτιο υπάρχει ένα κλειδί, αλλά δεν είναι το σωστό κλειδί. Τα κλειδιά όλων των δωματίων έχουν ανακατευτεί και πρέπει (έργο που είναι συγχρόνως σπουδαίο και δύσκολο) να βρεθούν τα σωστά κλειδιά που θα ανοίξουν τα δωμάτια. Αυτή η ομοιότητα, που η Καφκική συνθήκη δανείζεται από την ταλμουδική παράδοση σε πλήρη ανάπτυξη, χωρίς με κανέναν τρόπο να χάσει την αξία της, μάς δείχνει σε ποιον βαθμό ο Καφκικός κόσμος ανήκει βαθιά στη γενεαλογία του εβραϊκού μυστικισμού. Ο σοφός, του οποίου η παραβολή εντυπωσίασε τόσο βαθιά τον Ωριγένη, γνωρίζει ακόμη την αποκάλυψη, αλλά λέει επίσης ότι ο ίδιος, δεν διαθέτει το σωστό κλειδί και βρίσκεται στην αναζήτησή τους"[1].

Θα πρέπει ασφαλώς να συμπεράνουμε ότι η Καφκική συνθήκη, την οποία ο Scholem υποδεικνύει, μετατοπίζει το Καφκικό αίνιγμα μπροστά στον νόμο σε αίνιγμα "Μπροστά στη Γραφή του νόμου", δηλαδή στο αίνιγμα των κλειδιών που διανοίγουν τις πύλες της γραφής του νόμου, τις πύλες του κειμένου που για τον Kafka διατηρεί μιαν αινιγματική ιερότητα, και ο σωρός των ανακατεμένων κλειδιών για την είσοδο στο κείμενο του νόμου, είναι ένα βασανιστικό και αγωνιώδες έργο (έργο συγχρόνως σπουδαίο και δύσκολο), το οποίο εναποτίθεται στους ώμους του αναγνώστη, καθώς ο αναγνώστης προσκρούει διαρκώς στην ανάγκη της εισόδου στο κείμενο, αναζητώντας, μάλλον ψυχαναγκαστικά, το σωστό κλειδί για κάθε εγχείρημα εισόδου.

Στην Καφκική παραβολή, η κάθε πύλη εισόδου φυλάσσεται από φύλακες, οι οποίοι απαγορεύουν την είσοδο, και η απαγόρευση αυτή διόλου δεν προέρχεται από την εξωτερική ύπαρξη του νόμου, αλλά αντίθετα, είναι μια ουσιώδης φραγή μέσα στην ύφανση του κειμένου, μέσα στην εσωτερική του ύπαρξη, ή καλύτερα, μέσα στους τρόπους μέσω των οποίων το κείμενο υπάρχει: δηλαδή μέσα στη γραμμένη γλώσσα που το συγκροτεί, μέσα στις ίδιες τις λέξεις που το κείμενο προαπαιτεί για να υπάρξει και για να είναι πράγματι κείμενο. Εντέλει, οι φύλακες είναι οι λέξεις του νόμου.

Ο Scholem προσθέτει μιαν επιπλέον πηγή, η οποία εμφανίζει μιαν επίσης εντυπωσιακή ομοιότητα με την Καφκική παραβολή: "Μια ευρύτατα αποδεκτή πίστη της ύστερης Kabbalah", γράφει, "διακηρύσσει ότι η Torah [το κείμενο του γραμμένου Νόμου] αποκαλύπτει σε κάθε έναν Εβραίο μιαν ιδιαίτερη πλευρά που ανήκει σε αυτόν και γίνεται κατανοητή μόνον από αυτόν. Έτσι, κάθε Εβραίος, κατανοεί πραγματικά το δικό του πεπρωμένο, συλλαμβάνοντας την πλευρά εκείνη [της Torah] που απευθύνεται ιδιαίτερα σε αυτόν και τη συσσωματώνει στην παράδοση"[2].

Στο τέλος της παραβολής του ο Kafka φανερώνει το αίνιγμα με τη φράση του φύλακα της εισόδου: "Κανένας άλλος δεν μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω"[3]. Ο Karl Erich Grozinger σωστά συμπεραίνει: "όπως και με τον άνθρωπο της υπαίθρου τον Kafka [αυτό το έργο της ιδιαίτερης κατανόησης μιας πλευράς του Νόμου που απευθύνεται μόνο σε αυτόν] είναι το έργο ζωής κάθε ατόμου. Τα Καββαλιστικά κείμενα, που αναφέρει ο Scholem, μας δείχνουν επίσης ότι η θνητή ζωή κάθε ατόμου δεν είναι τελικά τίποτε περισσότερο από μια σταθερή διείσδυση στην ατομική του ερμηνεία, της Torah, η οποία με τη σειρά της δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διά βίου συγκεκριμένη είσοδος και επάνοδος στις και από τις ουράνιες οπές της Torah"[4]. Ωστόσο, ενώ αυτό είναι πράγματι το έργο ζωής του ατόμου, οι φύλακες της παραβολής το εμποδίζουν. Αυτό σημαίνει ότι στην παραβολή το ίδιο το κείμενο του Νόμου εμποδίζει το έργο της εισόδου, επειδή ακριβώς είναι κείμενο και επιπλέον, επειδή οι λέξεις του - φύλακες δεν επιτρέπουν παρά μόνο τη βασανιστική αναζήτηση των κλειδιών που τελικά θα τον διανοίξουν.

Δύο είναι οι θεμελιώδεις αινιγματικότητες που δομούν την παραβολή του Kafka: οι πύλες εισόδου στο κείμενο του Νόμου και ο άνθρωπος της υπαίθρου που περιμένει μπροστά τους. Σύμφωνα με την Καββαλιστική παράδοση, η πύλη είναι το άνοιγμα που οδηγεί από έναν κόσμο σε έναν άλλο κόσμο. Κατά συνέπεια, είναι το κατώφλι μεταξύ δύο κόσμων. Αυτό σημαίνει επίσης ότι η πύλη μοιάζει με μιαν αόριστη μεμβράνη η οποία διαχωρίζει το εκτός από το εντός και τελικά είναι το πέρασμα από τον εγκόσμιο στον ιερό κόσμο, εκεί όπου οι νόμοι είναι παντελώς διαφορετικοί από τους νόμους της εγκοσμιότητας[5].

Στην παραβολή του Kafka, οι πόρτες λειτουργούν με τον Καββαλιστικό προορισμό των πυλών, των ανοιγμάτων που οδηγούν από έναν κόσμο σε έναν άλλο κόσμο, από το εκτός στο εντός, από το εκτός του κειμένου του Νόμου στο εντός του κειμένου. Οι πόρτες είναι το κατώφλι που πρέπει απαραίτητα να διατρεχθεί, προκειμένου το εντός του κειμένου του Νόμου να αποκαλυφθεί ως προς την ατομική του απεύθυνση, δηλαδή ως σημασία ατομική για όποιον στέκεται "Μπροστά στο κείμενο του Νόμου", επιχειρώντας να διεισδύσει στη γραφή του κειμένου.

Ωστόσο, τα κατώφλια στο εσωτερικό του κειμένου του Νόμου είναι τόσα πολλά όσες και οι διαστρωματώσεις του κειμένου και οι σημασίες που αναδύονται από κάθε διαστρωμάτωση, από κάθε υφάδι, της ύφανσης του κειμένου. Μπροστά στη γραφή του Νόμου, ο αναγνώστης οφείλει να περιμένει, αναζητώντας κάθε φορά, μέσα από τον σωρό, το σωστό "κλειδί" για κάθε υφάδι της γραφής. Αλλά οι λέξεις είναι εκείνες που εμποδίζουν. Οι λέξεις είναι, στην παραβολή του Kafka, ο φύλακας που γελά και λέει: "Αν το τραβά η όρεξή σου, δοκίμασε να μπεις, μ' όλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είναι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω απ' όλους τους φύλακες. Από δωμάτιο σε δωμάτιο είναι και άλλοι φύλακες, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο".

Η αλληγορικότητα αυτών των λόγων σε συνδυασμό με την Καββαλιστική προέλευση της μυθοπλασίας μετατοπίζουν το αίνιγμα του Νόμου σε αίνιγμα της γραφής του Νόμου, σε αίνιγμα της γραφής του κειμένου, και τελικά σε αίνιγμα των λέξεων που είναι τα υφάδια στην ύφανση του κειμένου και με τρομακτικό τρόπο απαγορεύουν τη θέαση της ίδιας της ύφανσης, δηλαδή του εντός της ύφανσης. Οι λέξεις είναι τώρα τα κατώφλια που δεν μπορεί να διαβεί ο άνθρωπος, ο οποίος ίσταται μπροστά στον Νόμο, που περιμένει μάταια την είσοδό του και ξοδεύει μάταια όλη του τη σκεύη, όλη του την αγωνία: "ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, τα ξόδεψε όλα ακόμη και ό,τι πολύτιμο είχε, σε δωροδοκίες για τον φύλακα. Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μην νομίσεις πως παρέλειψες τίποτα". Προς το παρόν βρισκόμαστε στο εσωτερικό του αινίγματος.

Για τον άνθρωπο της υπαίθρου που περιμένει "Μπροστά στον Νόμο", ο Philippe Refabert δίνει μια πειστική ερμηνεία. Εξηγεί: "Ορισμένοι σχολιαστές μεταφράζουν τον Mannvorn Lande του Kafka ως 'χωρικό'. Όχι, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι χωρικός, αλλά ένας Άνθρωπος της υπαίθρου. Αυτός ο άνθρωπος είναι συγχρόνως ο Amoretz, που σημαίνει στα Yiddish ο βιωτικός άνθρωπος, ο οποίος δεν μελετά τη Βίβλο, δεν ακολουθεί τις τελετουργίες και ο Am Haaretz, που στα εβραϊκά σημαίνει ο άνθρωπος που διατρέχει την ύπαιθρο και εκχωρεί τα πρωτοτόκια στον Ιακώβ για ένα πιάτο φακές. Από τη μια μεριά τα Yaddish μας προσκαλούν να φαντασθούμε έναν ακαλλιέργητο άνθρωπο σε αντίθεση με έναν σοφό που αφοσιώνεται στη μελέτη του Νόμου, και από την άλλη, τα εβραϊκά μας μεταφέρουν σε μια σκηνή ανεξάντλητης πολυπλοκότητας, όπου ο Ισαύ παραιτείται από τα πρωτοτόκιά του, από τις ευθύνες του και αντιτίθεται στον Ιακώβ, στον οξύνου, δηλαδή στον πανούργο, ευνοούμενο της μητέρας του, ο οποίος ματαιώνει το σχέδιο του πεπρωμένου, κάνει το άλμα και διασχίζει [τον ποταμό] Ιαβόκ για να πολεμήσει με τον άνθρωπο που δεν του δίνει το όνομά του, αλλά του δίνει ένα καινούργιο όνομα, Ισραήλ [...]. Όμως αυτός ο Άνθρωπος της υπαίθρου δικαιολογεί και έναν άλλο τίτλο που του επιτρέπει να παίξει έναν ρόλο στη σκηνή που εκτυλίσσεται 'Μπροστά τον Νόμο'. Στο Ημερολόγιό του, ο Kafka σημειώνει ότι ο Ταλμούδ συνιστά στον Εβραίο σοφό να συνοδεύεται από έναν Amoretz όταν αναζητά σύζυγο, διότι ο σοφός δεν μπορεί ο ίδιος να διακρίνει πράγματα που είναι αναγκαία σε τέτοιες περιπτώσεις. Ένας Άνθρωπος της υπαίθρου, ένας αμαθής, ξέρει ότι η ομιλία, η οποία χωρίς αμφιβολία, είναι η κατ' εξοχήν γλώσσα, δεν μπορεί εντούτοις σε αυτή την περίπτωση να υποκατασταθεί από άλλες γλώσσες [...] Το εδάφιο αυτό δίνει ότι ο Kafka γνώριζε τον τερατώδη πληθωρισμό μιας ομιλίας όταν αυτή προφασίζεται ότι συγκαλύπτει τη στέρηση άλλων γλωσσών, και φαίνεται να λέει ότι ο νόμος που αναγγέλλεται από τον Goethe και επαναλαμβάνεται από τον Freud: 'Εν αρχή ην η πράξις', παραμένει ξένος για τον ήρωά του"[6].

Δύο είναι τα αφετηριακά σημεία του ερμηνευτικού εγχειρήματος του Refubert: Το πρώτο υποδεικνύει ότι ο Άνθρωπος της υπαίθρου του Kafka είναι ο άνθρωπος που αγνοεί την αγωνία της ανάγνωσης του Νόμου (αμαθής), που αποφεύγει τις ευθύνες οι οποίες απορρέουν από την ισχυρή βούληση και τον διαρκή μόχθο που απαιτεί η ανάγνωση - ένας βιβλικός Ησαύ που παραιτείται τόσο εύκολα από την προνομία της ανάγνωσης και διείσδυσης στο εσωτερικό του Νόμου (πρωτοτόκια), εκεί που η περιοχή είναι κλειστή από τους φύλακες και απαγορευμένη.

Αλλά τότε, γιατί ένας αμαθής και ακαλλιέργητος να διαθέτει την διά βίου υπομονή, περιμένοντας την είσοδό του στο εσωτερικό του Νόμου; Για να απαντηθεί αυτή η απορία θα πρέπει, ίσως, να ανατρέξουμε στην Καφκική απόγνωση, ή καλύτερα, στην Καφκική άρνηση μπροστά στους κινδύνους που εγκλείει το "περιλαίμιο του ουρανού", το οποίο στραγγαλίζει την κίνηση από τον ουρανό προς τη γη, την κίνηση προς το εγκόσμιο, προς το έξω που είναι σε κάθε στιγμή εδώ και προκαλεί τον νου και τις αισθήσεις. Ο Kafka γράφει με απελπισία: "Αν θέλει να κατέβει στη γη τον στραγγίζει το περιλαίμιο του ουρανού, αν θέλει ν' ανέβει στον ουρανό, εκείνο της γης"[7]. Και αλλού: "Στον αγώνα ανάμεσα σ' εσένα και στον κόσμο, υποστήριξε τον κόσμο [...] Δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από έναν πνευματικό κόσμο∙ αυτό που ονομάζουμε κακό είναι μόνο μία αναγκαιότητα μιας στιγμής της αιώνιάς μας εξέλιξης"[8]. Μήπως ο Kafka στο πρόσωπο του Mannvom Lande, του Ησαύ, διακρίνει τη δική του αγωνία μεταξύ ουρανού και γης; Ή μήπως διακρίνει ανάμεσα σε εκείνον και στον Ησαύ την ίδια παραίτηση από την ευθύνη του Νόμου για ένα πιάτο φακές, για μια στιγμή αναγκαιότητας του κόσμου, της υλικότητάς του, της τρομακτικής έλξης που ασκεί πάνω του η στιγμή της αναγκαιότητας, του παρ' όλα ταύτα, ανακουφιστικού στραγγαλισμού που το "περιλαίμιο της γης" του επιβάλλει σε κάθε κίνησή του προς τον ουρανό του γραμμένου Νόμου; Αυτή η στιγμή της αναγκαιότητας του Κακού μέσα στο πνευματικό, του υλικού μέσα στο ιερό, του εκτός μέσα στο εντός (η πόλη) είναι η στιγμή που μεταμορφώνει τον Kafka σε Ησαύ, σε Mannvom Lande, περιμένοντας "Μπροστά στον Νόμο". Διότι πράγματι, στα εβραϊκά ο Ησαύ συμβολίζει "αυτούς που εγκαταλείπουν τις ελπίδες τους να δοξασθούν προς χάριν των πραγμάτων που φαίνονται και δεν είναι αιώνια"[9].

Το δεύτερο αφετηριακό σημείο είναι η γνωστή του Mannvom Lande ότι η ομιλία είναι η κατ' εξοχήν γλώσσα και ότι υπάρχει μέσα σε έναν τερατώδη πληθωρισμό οσάκις προφασίζεται ότι συγκαλύπτει τη στέρηση άλλων γλωσσών. Κατά την αντίληψή μου, αυτές οι άλλες γλώσσες των οποίων η ομιλία προφασίζεται ότι καλύπτει τη στέρηση, είναι οι γραμμένες γλώσσες του Νόμου, οι οποίες τοποθετούν στο εσωτερικό του Νόμου τις λέξεις-φύλακες, ενώ, αντίθετα η κατ' εξοχήν γλώσσα της προφορικότητας που είναι ο Νόμος στη θεμελιώδη και ουσιαστική ύπαρξη του [Torah], επιβάλλει πληθωριστικές ερμηνείες, και μάλιστα κατά τρόπο που καθιστούν την πράξη του Νόμου αμφίβολη και ασαφή - ένα αίνιγμα. Το "Εν αρχή ην η πράξις" δεν ταιριάζει στον Mannvom Lande. Γι' αυτόν θα ταίριαζε το "Εν αρχή ην η ομιλία-προφορικότητα" και έτσι είναι πράγματι ακατάλληλες, ως αμαθής και ακαλλιέργητος στη γραμμένη διατύπωση του Νόμου, να αναζητήσει και τελικά να βρει το σωστό κλειδί, τη σωστή λέξη, που διανοίγει την κλειστότητα του Νόμου και φανερώνει την ιδιαίτερη πλευρά του που είναι προορισμένη μόνο γι' αυτόν.

Θα φανεί, ίσως, ότι η επιχειρούμενη ερμηνεία της ερμηνείας του Refabert πάσχει από μια προγραμματική αντίληψη της Καββαλιστικής σχέσης μεταξύ μη γραμμένου και γραμμένου Νόμου (Totah Shebal - peh και Totah Sebikh - tab). Αλλά και σε αυτή την περίπτωση παρανάγνωσης και/ή υπερερμηνείας του Refabert, εντούτοις πιστεύω ότι η παραβολή του Kafka στηρίζεται κατ' ουσίαν σε αυτή την αντίθεση, όταν θέτει τον Mannvom Lande ομοίωμα του Am Haaretz, ο οποίος διατρέχει την ύπαιθρο και αποποιείται τις ευθύνες και τον μόχθο που επιβάλλει ως ανάγνωση του Νόμου και η εξεύρεση του σωστού κλειδιού για την είσοδό του στο εντός, ενώ τα μάτια του είναι καρφωμένα στο εκτός, σε αυτά που φαίνονται και δεν είναι αιώνια, να περιμένει μάταια "Μπροστά στον Νόμο".

Η ερμηνευτική της Καφκικής συνθήκης "Μπροστά στον Νόμο", που έχει επιχειρήσει ο Massimo Cacciari, μπορεί πράγματι να σημάνει τη λύση, ή κάποια λύση, του Καφκικού αινίγματος που ταυτόχρονα τη λύση του αινίγματος της γραφής του κειμένου του Νόμου. Ο Cacciari γράφει συμπερασματικά: "Ο θρύλος τον οποίο υπαινίσσεται ο Ωριγένης συγκροτεί, λοιπόν, το κείμενο του Kafka αυτό που ο Kafka έχει μπροστά του, το δικό του problema, το κείμενο το οποίο πρέπει να επιχειρήσει να αφηγηθεί εκ νέου, να το εκφράσει, να το επαναδημιουργήσει. Όμως, αυτές διόλου δεν είναι οι λέξεις του. Είναι το προϋποτιθέμενο κείμενο, το Προαπαιτούμενο. Το ότι οι λέξεις θα προδώσουν αναγκαστικά - είναι κάτι που θα καταστήσει πολύ περισσότερο αυτό το Προαπαιτούμενο, αντικείμενο μιας ψυχαναγκαστικής προσοχής και μιας ολοκληρωτικής και απόλυτης αφοσίωσης"[10].

--------------------------------------------------------------
1. Gershom G. Scholem, La Kabbale et sa symbolique, μτφρ. Jean Boesse, Payot, Παρίσι 1989, σσ. 23-24.

2. Όπως αναφέρεται από τον Karl Erich Grozinger, στο βιβλίο του Kafka and Kabbalah, Continumm Publishing Company, Νέα Υόρκη 1994, σ. 46.

3. Τα αποσπάσματα από την Καφκική παραβολή, κάποιες φορές ελαφρά τροποποιημένα, είναι από το Φραντς Κάφκα μεταμόρφωση, μτφρ. Τέας Ανεμογιάννη, εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα 1968.

4. ό.π., σ. 47.

5. Βλ. Frank Lalon, Les Lattres Hebraiques, Edition Alternatives, Παρίσι 2005, σσ. 111-119.

6. Phlippe Refarbert, De Frend a Kafka, Calmann - Levy, Παρίσι 2001, σσ. 101, 102.

7. Franz Kafk, Αφορισμοί, μτφρ. Γιώργου Βαμβαλή, Επίκουρος, Αθήνα 1970, σ. 24. Βλέπε σχετικά και την εργασία μου: "Η Λύτρωση μέσω της Απουσίας" εκδ. Παρουσία, Αθήνα 1994.

8. ό.π., σ. 21.

9. Βλ. The New Bible Dictomary, The Inter - Varsity Fellowship, Λονδίνο 1962, σ. 386.

10. Massimo Cacciari, Icones de la loi, μτφρ. Marilen Raiola, Christian Bonrgois Editeur, Παρίσι 1990, σ. 75.


Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Ποια εργατική τάξη και ποιο κόμμα; Σχόλια σχετικά με το άρθρο του Δημήτρη Μπελαντή, “Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση”


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η διερεύνηση από θεωρητική και ιστορική άποψη, από τον Δημήτρη Μπελαντή, της σχέσης μεταξύ αριστερών κομμάτων και εργατικής τάξης, αποτελούν μια ευπρόσδεκτη απόπειρα ανάδειξης αναλυτικών εργαλείων που θα μπορούσαν να μας επιτρέψουν την καλύτερη κατανόηση της σημερινής σύνθετης κατάστασης, σε ότι αφορά τις σχέσεις λαϊκών τάξεων και αριστερών κομμάτων και οργανώσεων.

Απέναντι στις πολλές εκδοχές κομμάτων και οργανώσεων που διεκδικούν την εκπροσώπηση του κόσμου της εργασίας, ο Δ. Μπελαντής μας θυμίζει πολύ σωστά πως άλλο πράγμα το κόμμα και άλλο η “τάξη”. Και ότι στην πραγματικότητα η εξέλιξη της δυνατότητας ενός κόμματος να εκφράσει μια κοινωνική τάξη, και η αποδοχή από αυτή την τάξη της ιδεολογίας και της στρατηγικής ενός κόμματος, μπορεί να ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις.


Αλλά και η ίδια η συμπεριφορά της εργατικής τάξης και των ξεχωριστών ομάδων της μπορεί να διαφέρουν, ή να διαφοροποιούνται: το σύνολο αυτής της τάξης μπορεί να εκφράζεται κατά κύριο λόγο εκλογικά σε συνδυασμό με ελάχιστες ή υπολογίσιμες οργανωτικές συγκροτήσεις, οι επιδιώξεις και συμπεριφορές των διαφόρων ομάδων της μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, και μπορεί να ενσωματώνονται, να εξεγείρονται ή να επαναστατούν.

Σε σχέση με αυτές τις διαφορετικές καταστάσεις που έχουν παρατηρηθεί, υπήρχε, μας θυμίζει επίσης ο Δ. Μπελαντής, μια αφήγηση της επανάστασης που πραγματοποιεί η ίδια η εργατική τάξη, μέσα από “την ανάδυση ενός εργαζόμενου που αντιλαμβάνεται καλύτερα και συνολικότερα την κοινωνικοποιημένη παραγωγική διαδικασία και έχει γνώσεις και δεξιότητες για να την αναλάβει μέσα από τα συμβούλια και τον εργατικό έλεγχο – ενός εργαζόμενου που αποσπά με αγώνες μορφές κατανόησης και διεύθυνσης της παραγωγικής διαδικασίας από τον διευθυντικό μηχανισμό του κεφαλαίου ...[με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας τάξης που] οικοδομεί τον δικό της 'συλλογικό εργάτη' και τον δικό της 'συλλογικό διανοούμενο'”.

Η πραγματικότητα των εργατικών κινημάτων του 20ού αιώνα δείχνει οτι μόνο στιγμιαία ή εν μέρει ανταποκρίθηκαν σε αυτή την γοητευτική και ορθόδοξη θα μπορούσε να πει κανείς αφήγηση. Οι νικηφόρες εργατικές επαναστάσεις ήταν περισσότερο επαναστάσεις που οδήγησαν στην κυριαρχία των κομμουνιστικών κομμάτων, σε καθεστώτα που δεν εξέφραζαν την θέληση εργατικών τάξεων (που δεν είχε τρόπο να εκφραστεί), και ήταν για αυτό αυταρχικά, ιεραρχημένα και εσωστρεφή. Ως τη στιγμή που οι κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες τους, επέλεξαν με διάφορους τρόπους να επιβιώσουν μέσω της ένταξής τους στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό.

Δεν αρκεί όμως σήμερα να επισημάνουμε αυτή την πολυπλοκότητα της εμπειρίας του 20ου αιώνα, γιατί πρέπει να αναδείξουμε και το πόσο βαραίνει αυτή η εμπειρία με διάφορους τρόπους σχετικά με τις προσεγγίσεις που κυριαρχούν στο εσωτερικό της σημερινής αριστεράς. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, η κρίση και η εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού έχουν διαλύσει τις οργανωτικές δομές της εργατικής τάξης, και έχουν εξατομικεύσει τις εργασιακές σχέσεις σε πρωτοφανή βαθμό, ενώ έχει καταστραφεί μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού και έχουμε έκρηξη της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας. Βρισκόμαστε δηλαδή σε μία εντελώς νέου τύπου διαχείριση μιας καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά παρόλα αυτά αντιγράφονται στην αριστερά πολιτικές προσεγγίσεις του παρελθόντος, όπως η αναφορά στα εργατικά συμβούλια των καπιταλιστικών εργοστασίων, η νοσταλγία ενός υποτιθέμενου επαναστατικού σταλινισμού, αλλά και η αναδίπλωση στην ενσωμάτωση μέσω της εκλογικής διαδικασίας και επομένως η αναζήτηση ενός κοινωνικού συμβολαίου με την άρχουσα τάξη.

Με συγχυσμένο τρόπο γίνεται και η αναφορά στα “κινήματα” και τη σχέση τους με το εργατικό κίνημα, καθώς οι οργανώσεις που αναφέρονται στην εργατική τάξη, είτε κάνουν γενικές και ανεπαρκείς αναφορές σε ότι αφορά τα περιβαλλοντικά και οικολογικά κινήματα, είτε δεν εντάσσουν τα άλλα κοινωνικά κινήματα σε ολοκληρωμένες προγραμματικές θέσεις και δράσεις, και τα αντιμετωπίζουν κατά κανόνα ως διαδικασίες και συγκροτήσεις στο περιθώριο των κεντρικών κοινωνικών συγκρούσεων.

Όταν όμως αναδεικνύουμε το σύνολο των αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν την ιστορία των σχέσεων κόμματος και τάξης, όπως και τις χωριστές συμπεριφορές των δυο αυτών οντοτήτων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, δεν έχουμε καταλήξει σε μια κατανόηση των σημερινών χαρακτηριστικών της καπιταλιστικής ταξικής κοινωνίας, ούτε έχουμε καταλήξει στις μορφές που πρέπει να πάρει η συγκρότηση – οργανωτική και πολιτική – του κόσμου της εργασίας, ώστε να επιβάλει ένα σχέδιο για μια κοινωνία ισότητας, δικαιοσύνης και δημοκρατίας.

Είναι καταρχάς εντυπωσιακό το πώς ακόμη και δηλωμένες “αντικαπιταλιστικές” τοποθετήσεις στο πλαίσιο της αριστεράς, δεν κατανοούν την κεντρικότητα της διαδικασίας καταστροφής φυσικών πόρων και περιβάλλοντος. Διότι δεν βρισκόμαστε σε μια περίοδο άλλης μιας κυκλικής κρίσης του καπιταλισμού, αλλά βρισκόμαστε σε μια περίοδο ραγδαίας και καταστροφικής για την πλειοψηφία του πληθυσμού των ανθρώπινων κοινωνιών εξέλιξης, η οποία πρέπει επειγόντως να τεθεί υπό έλεγχο. Και είναι προφανές ότι μόνο η κατάργηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων μπορεί να επιτύχει κάτι τέτοιο, όπως δείχνει διεξοδικά στο τελευταίο της βιβλίο η Naomi Klein.

Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός δεν είναι μια εκδοχή της κυκλικής αναπαραγωγής του παλιού καλού καπιταλισμού, αλλά ένα σύστημα δημιουργίας και αναπαραγωγής μιας νέας ολιγαρχίας που συσσωρεύει πλούτο και εξουσία, οδηγώντας σε ένα κύκλο διεύρυνσης των ανισοτήτων και συρρίκνωσης παραγωγικών δυνατοτήτων και κοινωνικών θεσμών. Το σύστημα αυτό έχει ως ορατό αποτέλεσμα τόσο τη στασιμότητα της μεγέθυνσης (της διευρυμένης αναπαραγωγής) σε συνθήκες περιορισμού εργατικών εισοδημάτων και κοινωνικών δικαιωμάτων, όσο και την αναπαραγωγή της υπερχρέωσης. Αυτή η μετεξέλιξη του καπιταλισμού που έχει ενθουσιάσει την οικονομική ελίτ και τα μεσαία στρώματα που είναι προσκολλημένα σε αυτήν, μπορεί να υπάρξει μόνο μέσω της πολύπλευρης επίθεσης στον κόσμο της εργασίας. Και δεν μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί χωρίς την απόσπαση του ελέγχου του χρήματος από την ολιγαρχία και τη ριζική αναδιανομή πλούτου και εισοδήματος.

Το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται οι τάσεις της αριστεράς που κληρονομήσαμε από τον 20ο αιώνα, οφείλεται στο ότι τόσο η “συνδικαλιστική” μεταρρυθμιστική αριστερά, όσο και η σταλινική-κρατιστική, ή και η συμβουλιακή τις περισσότερες φορές, προσεγγίζουν τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας από τη σκοπιά της ανταλλακτικής αξίας της εργασίας (της πάλης του μισθού με την υπεραξία) και αγνοούν το ζήτημα του καθορισμού της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης, αγνοούν δηλαδή τι συμβαίνει πραγματικά με την υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Η διαδικασία αυτή βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, και είναι μια γνωσιακή διαδικασία, που ορίζει τι θα παραχθεί, πώς θα παραχθεί, με ποιές γνώσεις και φυσικά με ποιά ανταλλακτική αξία της εργασίας. Σταθεροποιήθηκε στο μεταπολεμικό μοντέλο με τον τεϋλορικό καταμερισμό εργασίας, τη φορντιστική ρύθμιση, και την οργάνωση της επιστημονικής και τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά η κρίση του μοντέλου αυτού, μια κρίση που οφειλόταν σε τελική ανάλυση στη γνωσιακή ενδυνάμωση της εργατικής τάξης, οδήγησε στην πλήρη αναδιοργάνωση της διαχείρισης του καπιταλισμού, με κεντρικό στόχο την αντιμετώπιση αυτής της ιστορικής αλλαγής.

Από τη στιγμή που είχε εκλείψει το μονοπώλιο της γνώσης και των θεσμών παραγωγής και διαχείρισής της από την αστική τάξη και τις σύμμαχες κοινωνικές ομάδες, η μόνη μέθοδος για τη σταθεροποίηση της ταξικής κυριαρχίας ήταν ο συνδυασμός εξαγοράς, διάσπασης και εξατομίκευσης του κόσμου της εργασίας. Η κερδοφορία (δηλαδή τα υπερκέρδη που κινούν τις καπιταλιστικές οικονομίες) βασίζεται στην ειδική σχέση τραπεζικού κεφαλαίου και καινοτόμων παραγωγικών δυνατοτήτων που προσφέρει ένα ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ειδίκευσης, ή αντίθετα στην υπερεκμετάλλευση μιας αποδιοργανωμένης εργατικής μάζας, ικανής όμως να προσαρμόζεται σε συχνές αλλαγές χάρη στο υψηλό πλέον μορφωτικό της επίπεδο. Έχει φανεί καθαρά οτι αυτή η διαχείριση σήμανε το τέλος του ρυθμισμένου, αναπαραγόμενου και μεγεθυνόμενου καπιταλισμού, που κατέφυγε αντίθετα στην έκρηξη των χρεών και των ανισοτήτων, στο πλαίσιο των εθνικών οικονομιών όπως και στην παγκόσμια οικονομία. Ενός καπιταλισμού που παρέμεινε ενοποιημένος, μετά την μερική ή πλήρη καταστροφή των φορντιστικών θεσμών, μόνο μέσω του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Η έλλειψη κατανόησης από όλες σχεδόν τις αποχρώσεις της αριστεράς αυτής της μετεξέλιξης του καπιταλισμού και του βάθους και χαρακτήρα της κρίσης του, τις έχει εγκλωβίσει σε προσεγγίσεις όπου κυριαρχούν οι γενικόλογες αναφορές στην εργατική τάξη, οι άκριτες επικλήσεις της δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων, και η πλήρης απουσία ενός σχεδίου για την οργανωτική και προγραμματική ανασυγκρότηση του κόσμου της εργασίας, με αφετηρία την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Και δεν γίνεται επίσης κατανοητό ότι οι ριζοσπαστικές αμφισβητήσεις των καπιταλιστικών σχέσεων δεν προκύπτουν μόνο από τη μετεξέλιξη της δράσης συνδικαλιστικών οργανώσεων (που σε πολλές περιπτώσεις επιδιώκουν να ενταχθούν στις κυρίαρχες ταξικές συμμαχίες). Αλλά και από νέες παραγωγικές συγκροτήσεις που έχουν ως προτεραιότητα τον εκτός καπιταλιστικών σχέσεων καθορισμό της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης, με τις δομές της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με την ομότιμη παραγωγή, με την αξιοποίηση εγκαταλειμμένου παραγωγικού δυναμικού και ακόμα και με πρωτοβουλίες με ένταση εθελοντικής εργασίας, ή και ριζοσπαστικές και δημοκρατικές μορφές δράσης εργαζομένων σε δημόσιες επιχειρήσεις. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις μετα-καπιταλιστικών εγχειρημάτων, εγκαταλείπεται η λογική της πάλης για την ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης, και υιοθετούνται λογικές που συνδυάζουν την μακροπρόθεσμη προοπτική κάλυψης αναγκών, την ισότητα των εισοδημάτων (ή την ισότιμη προσφορά χρόνου εργασίας) και τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων και διαχείριση.

Σε τι διαφέρουν αυτές οι νέες πρακτικές σχετικά με την παραδοσιακή προσέγγιση του εργατικού ελέγχου σε μεγάλα εργοστάσια, όπου αναμενόταν στο παρελθόν να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την ανάληψη της ευθύνης για το σχεδιασμό και τη διαχείριση της παραγωγής από τους ίδιους τους εργαζόμενους; Από επιτροπές σε χώρους εργασίας θα προέκυπταν κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με τον Γκράμσι, οι οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης, όλοι αυτοί που πρέπει να είναι ικανοί να σχεδιάσουν και να διαχειριστούν, σε διάλογο προφανώς και συνεργασία με το σχεδιασμό και τη διαχείριση σε ένα ανώτερο επίπεδο της παραγωγικής ιεραρχίας. Δεν πρέπει προφανώς να αποκλείσει κανείς το ρόλο που μπορεί να παίξουν στην μετάβαση σε μια μετα-καπιταλιστική οικονομία και κοινωνία, οι εργαζόμενοι σε μεγάλες επιχειρήσεις ιδιωτικές ή δημόσιες, όπως και οι εργαζόμενοι στη διοίκηση, αλλά χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι αυτή η μετάβαση δεν μπορεί να είναι απλά η μεταβίβαση της εξουσίας στους εργαζόμενους σε υπαρκτές επιχειρήσεις και υπαρκτούς θεσμούς. Ο νεο-φιλελευθερισμός έχει πετάξει εκτός απασχόλησης, και εκτός δικαιωμάτων εργασιακών και κοινωνικών, το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου της εργασίας, έχει στρέψει το σύνολο των μακροοικονομικών πολιτικών προς την εξυπηρέτηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, και έχει εφαρμόσει τομεακές πολιτικές οι οποίες έχουν αρνητικές επιπτώσεις για τον παραγωγικό ιστό, για τις κοινωνικές υπηρεσίες και για τις εργασιακές σχέσεις.

Αυτές οι διαπιστώσεις σημαίνουν ότι οι εργαζόμενοι σε χώρους μεγάλων ιδιωτικών ή δημόσιων συγκεντρώσεων, δεν μπορούν να δουν τη δράση τους ως απλή προέκταση των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων, αλλά πρέπει να περάσουν στην επεξεργασία και υλοποίηση προγραμμάτων δράσης με ευρύτερη οικονομική και κοινωνική σημασία, μέσω των οποίων μπορούν να διαμορφωθούν κοινωνικές συμμαχίες ακόμα και για αιτήματα αμυντικού χαρακτήρα. Και βέβαια σημαίνουν ότι οι πρωτοβουλίες εργαζομένων εκτός της καπιταλιστικής αγοράς, και ειδικότερα εκτός της αγοράς εργασίας, πρέπει να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο σε ότι αφορά τόσο την ανασυγκρότηση παραγωγής και υπηρεσιών, όσο και την απασχόληση του διαθέσιμου δυναμικού εργαζομένων και ανέργων. Πρόκειται για τη ανάγκη γενίκευσης μιας προσέγγισης που αποδίδει πρωτεύοντα ρόλο σε γνωσιακές διαδικασίες προγραμματικής επεξεργασίας και σχεδιασμού, που είναι δυνατό να συγκροτηθούν στις σημερινές συνθήκες επέκτασης των εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι γίνεται κατανοητή αυτή η ανάγκη σε επίπεδο πολιτικών στελεχών, στελεχών συνδικαλιστικών οργανώσεων, κινηματικών διαδικασιών και απασχολουμένων σε θεσμούς παραγωγής γνώσης.

Ο τρόπος σκέψης στην κομμουνιστική αριστερά ιδιαίτερα, έχει πάντοτε στραφεί γύρω από την ανάλυση της εξέλιξης του καπιταλισμού, τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας, την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού από την εργατική τάξη και τη μορφή της εργατικής εξουσίας. Από εκεί και πέρα όλα θα βρουν το δρόμο τους. Όπως χαρακτηριστικά είχε γράψει η Χάνα Άρεντ, τα εργατικά συμβούλια είναι πολιτικά όργανα και όχι διαχειριστικά. Σήμερα όμως, που δεν επιτρέπεται καμία αισιοδοξία σε ότι αφορά την αέναη “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, δεν έχουμε μόνο να μοιράσουμε μια πολύ σχετική αφθονία, αλλά είμαστε αναγκασμένοι να δράσουμε με βάση προβολές στο μέλλον των σημερινών τάσεων και των σημερινών αναγκών. Η περιβαλλοντική στρατηγική από μόνη της βασίζεται πριν απ' όλα σε επιστημονικές προβλέψεις σχετικά το τι θα συμβεί κατά τις επόμενες δεκαετίες (προβλέψεις που δυστυχώς επαληθεύονται) από τις οποίες πρέπει να προκύψει ένας αρκετά αυστηρός σχεδιασμός. Ο κόσμος της εργασίας πρέπει να υιοθετήσει μια περιβαλλοντική και οικολογική στρατηγική με βάση τις σημερινές γνώσεις, όπως πρέπει να σχεδιάσει με μακροχρόνιες βλέψεις ένα παραγωγικό σύστημα όπου η κάλυψη των αναγκών είναι δομικό χαρακτηριστικό και όχι το αποτέλεσμα μιας μελλοντικής “ανάπτυξης”.


Αν δει κανείς την πολιτική δραστηριότητα από αυτή τη σκοπιά, μπορεί να συμβάλει με έναν πιο επίκαιρο τρόπο στη συζήτηση για το χαρακτήρα των πολιτικών οργανώσεων της αριστεράς. Η ταξική συνείδηση σήμερα δεν είναι η ικανότητα καταγγελίας και περιγραφής των επιπτώσεων της νεο-φιλελεύθερης διαχείρισης, τις οποίες όλοι γνωρίζουν, αλλά δεν μπορεί παρά να είναι η γνώση των δυνατοτήτων ενός άλλου προσανατολισμού για τα παραγωγικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Και όταν μιλάμε για γνώση εννοούμε ένα συγκροτημένο πρόγραμμα το οποίο περιγράφει τους στόχους και τα μέσα για την επίτευξη αυτών των δυνατοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι ένα κόμμα πρέπει να είναι ένας μηχανισμός παραγωγής προγραμματικής γνώσης, ο οποίος προσφέρει, συζητάει και αναθεωρεί τα αποτελέσματα αυτής της παραγωγής, σε συνεργασία με τις διάφορες μορφές κοινωνικής δράσης και τους θεσμούς άσκησης πολιτικών. Ένας μηχανισμός που προτείνει λύσεις, συνολικές και μερικές, σχετικά με τους τρόπους αξιοποίησης της ανθρώπινης εργασίας, σε δομές δημοκρατικής οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής.


Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Μπροστά στο 2016. Ή, μήπως, το 1937;


του Χρήστου Λάσκου


Οταν αλλάζει ο χρόνος συνηθίζουν οι άνθρωποι να κάνουν απολογισμούς και προβλέψεις. Δεδομένου, όμως, πως ο απολογισμός για το έτος που φεύγει δεν είναι και πολύ ευχάριστος (και όχι μόνο για τους αριστερούς) -στο μέτρο που ξεκίνησε με την ελπίδα να έρχεται, συνέχισε με μειωμένες προσδοκίες και κατέληξε με μηδενικές- ίσως είναι καλύτερα ν’ ασχοληθούμε με προγνώσεις.

Τι μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε πως θα συμβεί τον χρόνο που έρχεται ως προς τα μεγάλα και τα καθοριστικά; Αν κρίνουμε από την κατάσταση την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχουν ίσως δυνατότητες για σχετικά ασφαλείς προγνώσεις.

Με πρώτη κι εύκολη, μάλλον, πως η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ούτε το 2016 –ίσως, μάλιστα, βρεθούμε μπροστά σε μια νέα όξυνση, όπως το 1937 σε σχέση με το 1929.

Στην πραγματικότητα, σε αυτό συγκλίνουν όλοι οι σοβαροί αναλυτές, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προτίμησης –από μεγάλα φαντς μέχρι έγκυρους ακαδημαϊκούς. Ο πιο ασφαλής δείκτης είναι η πορεία των παραγωγικών επενδύσεων, η οποία χαρακτηρίζεται από σχεδόν μηδενικούς ρυθμούς αύξησης, αν όχι από μείωση, 8 ολόκληρα χρόνια έπειτα από το εναρκτήριο κραχ στις ΗΠΑ.

Πράγμα που πείθει, π.χ., τους νεοκεϊνσιανούς τύπου Σάμερς και Κρούγκμαν να προτείνουν ως μόνη λύση, προκειμένου να μην επανέλθει το 2008, την αποενοχοποίηση της φούσκας, «από όπου και αν προέρχεται»: στο μέτρο που οι παραγωγικές επενδύσεις δεν φτουράνε, ας τρομπάρουμε κι άλλο το χρηματοπιστωτικό σκέλος γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε με νέο κραχ.

Είναι φανερό πως πρόκειται για λύση απελπισίας, αν αναλογιστούμε πόσο μελάνι ξόδεψαν οι συγκεκριμένοι για να πείσουν πως στη βάση της κρίσης βρισκόταν η αστάθεια, που συνδέεται με τον υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα και την έλλειψη ρύθμισής του.

Σήμερα, λοιπόν, όχι λόγω ασυνέπειας, αλλά λόγω αδιεξόδου, παρόλο που το παγκόσμιο δημόσιο –κυρίως, όμως, ιδιωτικό- χρέος αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μέσα στην κρίση, γελοιοποιώντας ουσιαστικά τις νεοφιλελεύθερες συνταγές, οι ίδιοι είναι που προτείνουν νομισματικές πολιτικές που ενισχύουν και άλλο τις φούσκες.

Τι άλλο να κάνουν, όμως; Οταν ακόμη και οι αναδυόμενες, με την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία πρώτες, που αποτέλεσαν τις κύριες δυνάμεις ανάσχεσης της ολοκληρωτικής, πιθανά, κατάρρευσης μετά το 2008, φανερά «δεν αισθάνονται καθόλου καλά» πλέον, είναι αναμενόμενο πως όλοι πιάνονται από τα μαλλιά τους.

Ποσοτική χαλάρωση, «τύπωμα χρήματος» με τους πιο ευφάνταστους τρόπους, «χαλάρωση της λιτότητας» με περαιτέρω, όμως, συμπίεση των δικαιωμάτων των εργαζομένων –να οι ιδέες, για να συνεχίσει το πράγμα κουτσά-στραβά μέχρις ότου ο καλός Θεός της καπιταλιστικής ανάπτυξης κάνει το θαύμα του.

Γιατί, υπό τις παρούσες συνθήκες, μόνο σε θαύματα –με όλο το μεταφυσικό βάρος της λέξης– οι, όλων των αποχρώσεων, υποστηρικτές του καπιταλισμού μπορούν να ελπίσουν.

Οι μαρξιστές το λένε καλά, νομίζω, στην ανάλυσή τους. Δεδομένου πως το αποκλειστικό κίνητρο της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι η μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους, στη βάση της κρίσης βρίσκεται η έλλειψη κερδοφόρων παραγωγικών επιλογών για τους κατόχους κεφαλαίου.

Έλλειψη, η οποία, ειρωνικώ τω τρόπω, προκύπτει ακριβώς λόγω του τεράστιου συσσωρευμένου κεφαλαίου που δύσκολα μπορεί να υπεραξιωθεί χωρίς την καταστροφή ενός μεγάλου μέρους του. Ας θυμηθούμε πώς συνέβη αυτό την τελευταία φορά: η Μεγάλη Κρίση του 1929 δεν ξεπεράστηκε παρά με την τρομακτική καταστροφή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Έτσι δουλεύει ο καπιταλισμός. Ολα τα άλλα, με πρώτη και καλύτερη την άγρια επίθεση στον κόσμο της εργασίας, που αυξάνει την άμεση εκμετάλλευση και διαμορφώνει το κοινωνικό τοπίο με όρους 19ου αιώνα και Καρόλου Ντίκενς, ενισχύουν ασύλληπτα και προκλητικά τη θέση των κατόχων κεφαλαίου -και των πλούσιων, γενικότερα. Το πρόβλημα, όμως, που αφορά την επανεκκίνηση της συσσώρευσης –της «ανάπτυξης», δηλαδή– δεν το λύνουν.

Γιατί το πρόβλημα, όπως πάντα στην Ιστορία του καπιταλισμού, είναι η υπερσυσσώρευση. Και αυτή μόνο με καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων λύνεται. Ενώ οι κυρίαρχοι του κόσμου σήμερα ούτε το πλασματικό κεφάλαιο, που αποτελείται από υπερσυσσωρευμένα χρέη, διανοούνται «θεραπευτικά» να διαγράψουν.

Γι’ αυτό έχουν δίκιο όσοι αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό ως ύβρι πλανητικών διαστάσεων –και χωρίς να βάλουμε στο ζύγι την οικολογική διακινδύνευση ή την πλανητική διατροφική απειλή.

Γι’ αυτό έχουν δίκιο οι μαρξιστές. Και επειδή έχουν δίκιο είναι η ανάλυσή τους πολύ περισσότερο ακριβής και συνεκτική από αυτή τόσο των νεοκλασικών όσο και των κεϊνσιανών όλων των ειδών.

Συνιστά, δε, δυστύχημα πως η, παρ’ ολίγον μαρξιστική, ελληνική κυβέρνηση βασίζει όλη της την αφήγηση στην «ανάπτυξη» που θα έρθει μέσα στο 2016! Η «ανάπτυξη» δεν θα έρθει –μιμούμενη, ίσως, την ελπίδα. Μόνο τα βάσανα της πλειοψηφίας θα συνεχιστούν –αποφεύγοντας τη «ρήξη», με μόνη βεβαιότητα τη συνέχιση της κοινωνικής καταστροφής. Όποιος βγάζει νόημα, ας το πει.


Πηγή Εφημερίδα των συνταχτών

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Τι [θα μπορούσε (;) να] είναι το παράλληλο πρόγραμμα;


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η συζήτηση για το παράλληλο πρόγραμμα, ή καλύτερα για ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τι είναι ακριβώς; Η αναζήτηση διορθώσεων του υπαρκτού προγράμματος του “μνημονίου”, ή η υλοποίηση πολιτικών που συνδέονται με ένα διαφορετικό στρατηγικό σχέδιο, το οποίο εξυπακούει μια πλήρη ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση;

Το σχέδιο στο οποίο περιλαμβάνεται η “μνημονιακή” λογική παραμένει η νεοφιλελεύθερη στρατηγική, της οποίας οι κύριοι στόχοι είναι η εξασφάλιση και διατήρηση της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των κοινωνικών υπηρεσιών, ο εκμηδενισμός της συλλογικής οργάνωσης των μισθωτών, και η εξατομίκευση του κόσμου της εργασίας. Έχει σημασία αυτή τη στιγμή να κατανοήσουμε ότι βρισκόμαστε σε μια πολύ προχωρημένη φάση υλοποίησης του νεοφιλελεύθερου προγράμματος, καθώς έχει επιβληθεί μια διαχείριση της οικονομίας η οποία εξασφαλίζει τα εξής:


- σταθεροποίηση της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους και της βιωσιμότητας του τραπεζικού συστήματος στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού,

- πολύ προχωρημένη διαδικασία ιδιωτικοποίησης δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών,

- εξασφάλιση της κερδοφορίας του ιδιωτικού τομέα που έχει απομείνει, με ταυτόχρονη “απεργία” επενδύσεων και δραματικά ποσοστά ανεργία, ιδιαίτερα των νέων,

- αποδυνάμωση έως εξαφάνιση του συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα,

- αποδεδειγμένη και συνεχιζόμενη ανεπάρκεια των περιβαλλοντικών πολιτικών,

- οριακή κατάσταση των κοινωνικών υπηρεσιών και της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.


Η εξέλιξη αυτή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα των μνημονίων της τελευταίας 5ετίας, καθώς η προηγούμενη περίοδος χαρακτηριζόταν από την ενίσχυση του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος, την απώλεια παραγωγικού δυναμικού την ίδια στιγμή που υποστηριζόταν η κερδοφορία της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, την επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και της αδήλωτης εργασίας, και την αμφισβήτηση της χρηματοδότησης των κοινωνικών υπηρεσιών. Η υπερχρέωση της οικονομίας που οδήγησε στην κρίση του 2009, ήταν η κινητήρια δύναμη της μεγέθυνσης κατά την τελευταία περίοδο της δεκαετίας του 2000.

Πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται περισσότερο ως μια συγκυριακή κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας και πολύ λιγότερο ως μια τελική φάση κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι μια ιδιαίτερη ελληνική περίπτωση, αλλά η οξύτερη και προφητική εκδοχή μιας ευρύτερης κρίσης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών. Είναι με άλλα λόγια δύσκολο να σκεφτεί κανείς πόσο μεγαλύτερες διαστάσεις πρέπει να πάρει η κοινωνική, παραγωγική και περιβαλλοντική καταστροφή, για να αντιληφθούμε ότι η συζήτησή μας αφορά πλέον με άμεσο τρόπο τη μετάβαση σε μια μετα-καπιταλιστική εποχή. Σε μια τέτοια εποχή καλούμαστε να ετοιμάσουμε το σχεδιασμό μιας άμεσης εξέλιξης προς μια κοινωνία ισότητας, με αξιοπρεπή εργασία και βιοτικό επίπεδο για τα μέλη της, ικανής να προστατεύει το περιβάλλον και ειδικότερα τους φυσικούς πόρους, ενώ θα αναπαράγεται με βάση αυτές τις στρατηγικές επιλογές.

Ξεκινώντας από το σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα, πρέπει να εγκαταλείψουμε τη λογική της κλασσικής κεϋνσιανής “ανάπτυξης”, καθώς αυτή η λογική  – όπως μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε – κάνει ότι δεν καταλαβαίνει τα ζητήματα περιβαλλοντικής στρατηγικής, και παραπέμπει στο μακρινό μέλλον την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, ειδικότερα δε της ανεργίας. Είμαστε υποχρεωμένοι να υιοθετήσουμε μια λογική σχεδιασμού με στόχους οι οποίοι υπηρετούν άμεσες περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανάγκες, προσαρμόζοντας την εξέλιξη της παραγωγής και τη συνολική εξέλιξη της οικονομίας σε αυτό το σχεδιασμό. Χρειάζεται να τεθούν στόχοι που είναι δυνατόν να επιτευχθούν μέσω της διαμόρφωσης μιας ευρείας συναίνεσης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και ομάδων οι οποίες έχουν κάθε συμφέρον να τους υποστηρίξουν. Όταν μιλάμε για σχεδιασμό αναφερόμαστε στη δημοκρατική εμπλοκή της κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων σε ότι αφορά τις πολιτικές στοχεύσεις και τις μεθόδους υλοποίησής τους, που πρέπει όμως να ξεκινήσει από την παρουσίαση σχετικών προτάσεων από την πλευρά των αρμόδιων εθνικών και περιφερειακών θεσμών.

Η ανάγκη επεξεργασίας ενός τέτοιου σχεδιασμού, τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, πρέπει να αποτελεί την αφετηρία της επεξεργασίας ενός αριστερού προγράμματος, με σαφή οικολογικό και κοινωνικό προσανατολισμό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι ένα σημερινό παράλληλο πρόγραμμα μπορεί να έχει αυτή την πληρότητα. Δεν μπορεί όμως το πρόγραμμα αυτό να συμβολίζει απλώς με μεμονωμένες παρεμβάσεις έναν διαφορετικό προσανατολισμό, αλλά πρέπει να θέτει θεσμικές και κοινωνικές βάσεις ικανές να παράγουν αυτό το νέο σχεδιασμό, να συγκροτούν ταυτοχρόνως κοινωνικές συμμαχίες ικανές να στηρίξουν πολιτικά μια νέα στρατηγική, και να αποδομούν το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.

Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι σήμερα μια δοκιμασμένη τακτική, αλλά μια υπόθεση εργασίας σε ότι αφορά τη δυνατότητα αντιμετώπισης της δραματικής αποδυνάμωσης και αποδιοργάνωσης του κόσμου της εργασίας, και της εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας κεφαλαιούχων, πλουσίων και μεσοαστών που στηρίζει ως τώρα επιτυχώς το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Βρισκόμαστε σε μια ανεξερεύνητη περιοχή στην πραγματικότητα, ενώ γνωρίζουμε ήδη από την εμπειρία της Λατινικής Αμερικής ότι ακόμα και εκτεταμένες πρωτοβουλίες ανασυγκρότησης του κόσμου της εργασίας και του πλήθους των ανέργων και φτωχών, δεν κατορθώνουν εύκολα να επιβάλουν μια αλλαγή οικονομικής στρατηγικής, καθώς ο καπιταλιστικός τομέας της οικονομίας ακολουθεί τη δική του λογική, την οποία δεν τροποποιεί ακόμη και σε στιγμές έντονης οικονομικής και πολιτικής κρίσης (όπως στη Βραζιλία κατά την τρέχουσα περίοδο).

Ανεξάρτητα από την πληρότητα που μπορεί να έχει ένα παράλληλο πρόγραμμα σήμερα, δεν μπορεί να αποφύγει το να εγκαινιάσει τρεις απαραίτητες στρατηγικές κατευθύνσεις: τον σχεδιασμό αλλαγών στον παραγωγικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό τομέα, την εφαρμογή ενός συστήματος διοίκησης αυτού του σχεδιασμού με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων και της κοινωνίας, και την πραγματοποίηση μιας αναδιανομής του εισοδήματος και του πλούτου, η οποία αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την εξεύρεση πρόσθετων πόρων και την ενίσχυση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το σημαντικό είναι βέβαια ο βαθμός στον οποίο προχωράει ένας τέτοιος προσανατολισμός, αλλά ακόμη περισσότερο ο βαθμός στον οποίο οι πολιτικές και οι δράσεις που υλοποιούνται ενισχύουν τις δυνάμεις της εργασίας, τις οργανώνουν, τους επιτρέπουν να αναλαμβάνουν έναν ενεργό ρόλο στο επίπεδο του σχεδιασμού και της υλοποίησης της ανασυγκρότησης.

Σχετικά με τη συγκρότηση του κόσμου της εργασίας, και την οργάνωση του σε σχέση με την παραγωγή και τη λήψη αποφάσεων για την παραγωγή, έχουν μεγάλη σημασία η στήριξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, η υποστήριξη της ανάληψης επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους (περιπτώσεις ΒΙΟΜΕ, “Λαναρά”), αλλά και η προώθηση της συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση δημοσίων επιχειρήσεων ή υπηρεσιών, όπως και μεγάλων ιδιωτικών (πρόκειται για μια κατεύθυνση ανάδειξης  κυβερνητικών ή συνδικαλιστικών πρωτοβουλιών που έχει ως σήμερα παραμεληθεί).

Η προώθηση της λογικής του σχεδιασμού, σε εθνικό, περιφερειακό, ή τοπικό επίπεδο, προϋποθέτει τόσο τη δραστηριοποίηση μελετητικών ομάδων (σε συνεργασία ή όχι με ερευνητικά και πανεπιστημιακά ιδρύματα), όσο και την ενεργοποίηση διαδικασιών διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων με ευρεία κοινωνική συναίνεση, σε ότι αφορά τους στόχους του σχεδιασμού και τις μεθόδους και διαδικασίες υλοποίησής του.

Σημαντικό ρόλο σε σχέση με την επεξεργασία και υλοποίηση ενός παράλληλου προγράμματος, έχει η σύνδεση κοινωνικών στόχων ή και στόχων που συνδέονται με την απασχόληση, με μεθόδους ανακατανομής του εισοδήματος και του πλούτου. Είναι μια προοπτική δίκαιη και υλοποιήσιμη, η οποία δεν μπορεί  μόνο να βρει νέους πόρους, αλλά νομιμοποιεί και την αξιοποίησή τους για κοινωνικούς και παραγωγικούς σκοπούς. Η ανασυγκρότηση της χώρας, με αφετηρία τα σημερινά επίπεδα ανεργίας και φτώχειας, τη σημερινή ανισότητα σε ότι αφορά την κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου, δεν μπορεί να υλοποιηθεί με το σεβασμό και τη διατήρηση του σημερινού βαθμού ανισότητας.