Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Η Αριστερά και το Ευαγγέλιο



 του Χρήστου Λάσκου

Φραντσέσκο Μπονέρι, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1610
Φραντσέσκο Μπονέρι, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1610


Να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής πως δεν μιλώ ως ειδικός. «Κόκκινος και όχι ειδικός», είναι ο προσδιορισμός που ταιριάζει καλύτερα, νομίζω, στην περίσταση. Επιπλέον, εξηγούμαι πως δεν πρόκειται να ανακοινώσω τη «γραμμή» του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα θέματα της θρησκείας. Όσα ακολουθoύν είναι η προσωπική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είναι από χρόνια ενταγμένος στη ριζοσπαστική Αριστερά και θεωρεί αυτή την ένταξη κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Όπως ακριβώς οι πιστοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τον εαυτό τους χωρίς την πίστη, έτσι κι εγώ αδυνατώ να υπάρχω χωρίς την κομμουνιστική και ελευθεριακή μου ένταξη. Και αυτό δεν συνιστά μια ιδιωτική μου υπόθεση. Όσο δεν μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς Εκκλησία, άλλο τόσο δεν μπορείς να είσαι κομμουνιστής χωρίς κόμμα.

Να κάνω, ακόμη, μια προκαταρκτική, περισσότερο θεωρητική, διευκρίνιση: ο μαρξισμός είναι θεωρία της Ιστορίας, και όχι φιλοσοφικό σύστημα. Απεχθάνεται μάλιστα σφόδρα τα συστήματα. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν έχει αντιθεολογικές, ειδικά, αξιώσεις.


Ο Μαρξ και η θρησκεία
Ρέμπραντ, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1626
Ρέμπραντ, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1626

«Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Η συγκεκριμένη πρόταση είναι από τις γνωστότερες που αποδίδονται στο Μαρξ. Συγκρίσιμο ως σήμα-κατατεθέν του μαρξικού ανθολογίου είναι, ίσως, μόνο το «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!», άντε και το «Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους» ή το «Οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, πολύ συχνά ο αποδέκτης ή και ο χρήστης του έχει μια στρεβλή ή τουλάχιστον ελλειμματική άποψη σχετικά με το νόημα που του απέδιδε ο αρχικός του δημιουργός. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο τελευταίος δεν το φαντάστηκε ως μότο ή σύνθημα, αλλά το διατύπωσε ως τμήμα ενός ευρύτερου κειμένου με συγκεκριμένα συμφραζόμενα.

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι ακριβώς έγραψε ο Μαρξ στη Συμβολή στην κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Λέει: «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, το πνεύμα μιας χωρίς πνευματικότητα κατάστασης. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού […] Η κριτική της θρησκείας είναι, επομένως, η εμβρυακή κριτική της κοιλάδας των δακρύων, που φωτοστέφανό της είναι η θρησκεία […] Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει απαίτηση της πραγματικής της ευτυχίας. Η απαίτηση της εγκατάλειψης των ψευδαισθήσεων για την κατάστασή του είναι η απαίτηση της εγκατάλειψής του μιας κατάστασης που χρειάζεται τις ψευδαισθήσεις». Κι αυτό βγάζει εντελώς άλλο νόημα.

Φυσικά, ο Μαρξ υποβάλλει σε απηνή κριτική τη θρησκεία. Η κριτική του, ωστόσο, αφορά πρωτίστως τον ρόλο της θεσμικής Εκκλησίας στο εξουσιαστικό πλέγμα των ταξικών κοινωνιών. Την κρίνει ως εξουσία, που ασκήθηκε πολλές φορές σκληρά απέναντι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους, στους οποίους ο λόγος του Χριστού ευαγγελίστηκε πως σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Ως οπαδός της εξισωτικής χειραφέτησης, στο όνομα της υπέρτατης αξίας της ισότητας δεν θα μπορούσε παρά να είναι εχθρός κάθε ιεραρχίας — και της ιερής.


Εκλεκτικές συγγένειες: Εξισωτισμός

Αντίθετα με την κρατούσα άποψη, ο μαρξισμός αισθάνεται διαχρονικά πολύ οικεία με τα σχήματα των ευαγγελίων. Και όχι μόνο.

Στη μακριά σειρά των χειραφετητικών κινημάτων, από τον Κλεομένη και τον Αριστόνικο, τον Σπάρτακο, τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης, τον Τόμας Μύντσερ και τους Αναβαπτιστές, τους βρετανούς Levelers και τους γάλλους εξισωτιστές επαναστάτες μέχρι τις μεγάλες εργατικές επαναστάσεις του 19ου ή του 20ού αιώνα, ο χριστιανισμός κατέχει περίβλεπτη θέση.

Για το σύνολο των μαρξιστών ιστορικών ο χριστιανισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη εξέγερση των ταπεινών της ύστερης δουλοκτητικής αρχαιότητας. Και τα τεκμήρια, ως προς αυτό, δεν είναι μόνο ιστορικοϋλιστικά ή κοινωνιολογικά. Τα Ευαγγέλια, καθαυτά, αλλά και οι κοινοκτημονικές πρακτικές του πρώιμου χριστιανισμού είναι ο σημαντικότερος δείκτης.

Η οικειότητα, μάλιστα, γίνεται βαθιά, όταν ο αριστερός ακούει τα λόγια του Χριστού «Μακάριοι είναι οι φτωχοί…» ή, ακόμη περισσότερο, πως «ευκολότερο είναι να περάσει καραβόσκοινο από το μάτι της βελόνας, παρά να εισέλθει πλούσιος στο Βασίλειο του Θεού». Το ίδιο κι όταν διαβάζει την Ομιλία προς τους πλουτούντας του Μεγάλου Βασιλείου, που δώρισε η Αυγή στους αναγνώστες της, σε μετάφραση Γιώργου Κοροπούλη, τη μέρα των Θεοφανείων. Πραγματικά δεν νομίζω πως οι προηγούμενες διατυπώσεις είναι λιγότερο ριζοσπαστικές από το επαναστατικό απόφθεγμα πως «δεν αρκεί να είσαι με τους φτωχούς, πρέπει να είσαι και εναντίον των πλουσίων». Η βίαιη επίθεση του Ιησού εναντίον των εμπόρων του Ναού, μαζί και η διαχρονική αντιμετώπιση του χρήματος ως μιαρού και του τόκου ως αμαρτίας, τουλάχιστον από τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς, εικονοποιεί με πολύ σαφή τρόπο αυτήν την πρακτική στάση.

Ο Χριστός είναι με τους αναγουήμ αδιάλλακτα, είναι στην πλευρά των ενδεών και των απόκληρων. Τον Χριστό των Ευαγγελίων, όπως γράφει ο Τέρυ Ήγκλετον (Λογική, Πίστη και Επανάσταση, μετ. Πέτρος Γεωργίου Πατάκης, 2011), «θα τον γνωρίσεις αληθινά όταν δεις το πεινασμένο πλάσμα να χορταίνει με όλα τα καλά και τους πλούσιους να αποδιώχνονται, μένοντας με άδεια χρόνια».

Αν, όμως, το κεντρικό μήνυμα των Ευαγγελίων είναι πως «η τραυματική αλήθεια της ανθρώπινης ιστορίας είναι ένα βασανισμένο και παραμορφωμένο σώμα», που είναι προορισμένο να αναστηθεί, τότε οι μαρξιστές δεν μπορεί παρά να δείχνουν το μέγιστο ενδιαφέρον.


Νεοφιλελεύθερος αθεϊσμός

Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια ένας αριθμός, αγγλοσαξόνων κυρίως, διανοητών (Ο Ντώκινς με την Περί Θεού αυταπάτη, ο Χίτσενς με το Ο Θεός δεν είναι μεγάλος, ο Ντάνιελ Ντένετ κ.ά.) έχουν, στο όνομα της πάλης εναντίον του φονταμενταλισμού, επιτεθεί με μεγάλη σφοδρότητα στην θρησκεία. Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου.

Φτιάχνουν, έτσι, μια καρικατούρα αυτού που υπήρξε χωρίς αμφιβολία ίσως η πιο εκτεταμένη και διαχρονική λαϊκή κουλτούρα της ανθρώπινης ιστορίας. Και αφιερώνουν εκατοντάδες σελίδες χωρίς να παραδέχονται το παραμικρό ανθρώπινο όφελος, που να έχει απορρεύσει από την θρησκευτική εμπειρία. Γι’ αυτούς, οι μυριάδες ανθρώπων που θυσίασαν το βόλεμά ή και τη ζωή τους ακόμη για τους άλλους στο όνομα του Χριστού, του Αλλάχ απλά είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Εξαχνώνονται από την ιστορία χωρίς ίχνος.

Στην πραγματικότητα, αυτό που έχουμε εδώ είναι η τεράστια διαστροφή, που ονομάζεται επιστημονισμός και τείνει να περιλάβει ως αντικείμενο αποδόμησης ακόμη και όσα –ή, κυρίως, όσα– δεν μπορεί ούτε στοιχειωδώς να κατανοήσει.

Είναι η άλλη πλευρά της καπιταλιστικής νεοτερικότητας, στην οποία οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο, ήδη από τη δεκαετία του 1940, με τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εντάσσουν τόσο την πενικιλίνη όσο και το Άουσβιτς. Είναι η πλευρά, από την οποία ο κοινός νεοφιλελεύθερος «υλισμός» και η τεχνοκρατία παράγει τέρατα.

Με δεδομένο πως η καπιταλιστική κουλτούρα είναι βουτηγμένη στο αίμα όσο καμιά άλλη στην ανθρώπινη ιστορία ο Ήγκλετον και πάλι σημειώνει πως «το προηγμένο καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς αθεϊστικό. Είναι άθεο τόσο στις απτές υλικές προοπτικές του όσο και στις υπονοούμενες σε αυτές αξίες και πεποιθήσεις, ό,τι κι αν διατείνονται ορισμένοι από τους απολογητές του. Υπό αυτήν την έννοια, το καπιταλιστικό σύστημα είναι αθεϊστικό με όλους τους λάθος τρόπους, ενώ ο Μαρξ και ο Νίτσε είναι αθεϊστές με τους σωστούς κατά κανόνα τρόπους».

* * *

Πρέπει να υπογραμμιστεί το συγκεκριμένο σημείο γιατί συνήθως είναι ο μαρξισμός, που ελέγχεται ως φορέας του μηχανιστικού υλισμού. Ουδέν αναληθέστερον για όποιον έχει στοιχειώδη γνώση του μαρξιστικού φιλοσοφικού προβληματισμού. Ο μαρξισμός δεν ισχυρίζεται πως «η ψυχή έχει μάζα». Αυτό που λέει είναι πως «οι ιδέες είναι πρακτικές» κι όχι όντα πτερόεντα. Αυτή η πρακτική του διάσταση είναι η καρδιά αυτού που αντιλαμβάνεται ως υλισμό και, από αυτήν την άποψη, και πάλι προσεγγίζει έναν ορισμένο χριστιανισμό. Συμφωνεί με τον Πασκάλ, όταν αυτός ισχυρίζεται πως «δεν πιστεύεις κι έτσι γονατίζεις και προσεύχεσαι», αλλά «γονατίζεις, προσεύχεσαι, πιστεύεις».

Ο υλισμός, που συνήθως προσάπτεται από τους ανθρώπους της θρησκείας στον μαρξισμό, είναι αυτό που οι ίδιοι οι μαρξιστές αποκαλούν «χυδαίο υλισμό» και ταιριάζει ακριβώς στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό φαντασιακό. Και, από αυτήν την άποψη, η «αποδόμηση» του μαρξισμού από την θρησκεία μοιάζει με αυτήν που κάνουν οι φιλελεύθεροι αθεϊστές στη χριστιανική διδασκαλία.

Η εχθρότητα, βέβαια, είναι εξηγήσιμη. Προκύπτει από την σφοδρότητα, με την οποία το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα συγκρούστηκε με την εκκλησιαστική εξουσία, η οποία συχνά στην ιστορία του κόσμου υπήρξε από τις βαρύτερες μορφές εξουσίας.

Εξηγείται, όμως, και από τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». Μόνο που η αλήθεια αυτής της εμπειρίας δεν μπορεί να σβήσει την εντελώς διαφορετική, ανοιχτή και μεγαλόκαρδη, πρακτική της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης, για την οποία αν δεν εκλείψει η κοιλάδα των δακρύων κανείς δεν μπορεί να διαγράψει με διατάγματα την θρησκεία.


Λύτρωση και (ή) απελευθέρωση

Αν θα έπρεπε να ονομάσουμε έναν κομμουνιστή, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική συνείδηση του καιρού του και του κινήματος, στο οποίο συμμετείχε, νομίζω πως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα ήταν ο κατεξοχήν υποψήφιος.

Εμμένοντας –στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»– πως η επανάσταση επιβάλλεται όχι ως δώρο προς τις μέλλουσες γενιές, αλλά ως υποχρέωση προς τις παρελθούσες ταπεινωμένες και καταπιεσμένες γενιές των ταξικών κοινωνιών θύμισε πως «ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο ως λυτρωτής, αλλά και ως νικητής του Αντίχριστου».

Και χρησιμοποίησε την χριστιανική-μεσσιανική αντίληψη του χρόνου, για να αρνηθεί τη νομοτελειακή εικόνα τους αναπόφευκτου της ανοδικής προόδου, που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του σοσιαλδημοκρατικού θετικισμού.

Ο Μπένγιαμιν, μαζί με τους φίλους του σπαρτακιστές εξεγερμένους του 1919 –και, κυρίως, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τη μάρτυρα της Γερμανικής Επανάστασης– ήξερε πως «το κάθε δευτερόλεπτο είναι η μικρή πύλη, από την οποία μπορεί να περάσει ο Μεσσίας». Και, έτσι, διάβαζε τη Βασιλεία του Θεού ως εκείνες τις σκόρπιες, συχνά καταδικασμένες σε αποτυχία, μάχες εξ ονόματος των καταπιεσμένων, ιδωμένες, κατά κάποιον τρόπο, από την σκοπιά της αιωνιότητας.

Όπως ακριβώς ο Χριστός ήρθε μια τυχαία στιγμή και μπορεί να επιστρέψει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιακή χρονική αλυσίδα να μπορεί να προβλέψει την ώρα, έτσι και η Επανάσταση είναι συμβάν μη προσδιορίσιμο. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, οι άνθρωποι πρέπει να προετοιμάζονται.

Ο Σάββας Μιχαήλ προβλέπει για την εποχή μας: «Όπως τον καιρό εκείνο, στην αυγή της Ρωσικής και της Γερμανικής Επανάστασης, καθόλου τυχαία ο Μπένγιαμιν και ο Ερνστ Μπλοχ ή ο αναρχικός Λαντάουερ ξαναβλέπουν τη Βίβλο με άλλο μάτι, μέσα σε μια Ευρώπη παραδομένη στις φλόγες, πιστεύω πως και τώρα υπάρχουν βαθύτατα ιστορικά ρεύματα που οδηγούν στην επανεμφάνιση μιας τέτοιου είδους προβληματικής» (στον συλλογικό τόμο Ο θεός της Βίβλου και ο θεός των φιλοσόφων, επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2012).

Δεν ξέρω αν θα επιβεβαιωθεί η πρόβλεψή του, αλλά, σε ό, τι αφορά το σύγχρονο μαρξισμό, δεν είναι τυχαία, νομίζω, η κεντρικότητα της φιλοσοφικής αναφοράς στον Σπινόζα, αυτό τον «Χριστό των φιλοσόφων», για τον οποίο ο Ιησούς υπήρξε ο κορυφαίος των σοφών, χάρη στη διδασκαλία του οποίου ακόμη και οι αδαείς και οι αμαθείς μπορούν πλέον να σωθούν.

* * *

Οι κομμουνιστές αγωνίζονται για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας ισότητας και ελευθερίας. Δεν είναι, όπως προείπαμε, μόνο με τους φτωχούς, αλλά και μαχητικά εναντίον των πλουσίων. Κι αυτό σημαίνει προσανατολισμό σε μεγάλη, ακραία ταξική σύγκρουση.

Γιατί, όπως είπε ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος του 20ού αιώνα Καρλ Μπαρτ, το καπιταλιστικό σύστημα είναι «σχεδόν αναμφίβολα δαιμονικό». Η υπέρβασή του είναι προϋπόθεση για την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπινου προσώπου.

 --------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος, μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ. Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησής του στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, 22-23.1.2013.


Και δυο ωραία σχόλια:
α) Σχόλιο από: Λ.

Θα σταθώ σε ελάχιστα σημεία: 

O συγγραφέας επισημαίνει: "Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου". 

Αν οι φιλελεύθεροι διανοητές που το κάνουν αυτό, είναι σε κάποιο βαθμό ένοχοι, αναρωτιέμαι δεν είναι ένοχοι τα κόμματα και οι πολιτικοί της Αριστεράς, που αν και θεσμικά υπόχρεα, σωπαίνουν απόλυτα μπροστά στα αδύνατα σημεία της κρατικής Εκκλησίας Α.Ε. ας πούμε για παράδειγμα στη φοροδιαφυγή, στον προσηλυτισμό και στη στρατολόγηση ανήλικων σε διάφορες μοναστικές αδελφότητες, στην καλλιέργεια μιας βαρβαρικής δεισιδαιμόνίας (αυτή η εκκωφαντική σιωπή στην υποδοχή του βλάσφημου Αγίου Φωτός με τιμές αρχηγού Κράτους), στην καλλιέργεια του φυλετισμού από την εθνική Εκκλησία, στην καταδίκη των προγαμιαίων ερωτικών σχέσεων, στην δαιμονοποίηση της ομοφυλοφιλίας, στην παρεμπόδιση στοιχειωδών θεσμικών μεταρρυθμίσεων (σύμφωνο συμβίωσης, ευθανασία, καύση νεκρών, μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων-εξαιρείται ο Χριστόδουλος), στην άρνηση της Ιεραρχίας να εκδώσει εγκύκλιο καταδίκης της Χρυσής Αυγής, στους Αγιασμούς που οι ιερείς κατά δεκαδες τελούν στα γραφεία αυτής της σατανιστικής και εγκληματικής οργάνωσης χωρίς να διαφωνεί ούτε ένας επίσκοπος, και σταματώ σε αυτά. 

Με την ευκαιρία να ρωτήσω σε ποιό σημείο ο Χριστός λέει Μακάριοι είναι οι φτωχοί..., γιατί υποψιάζομαι ότι αυτό το λέει μόνο ο συγγραφέας. 

Ο συγγραφέας σωστά επισημαίνει ...τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». 

Αναρωτιέμαι όμως δυο πράγματα. 
1. Πότε και που η Αριστερά του έκανε την αυτοκριτική της γιαυτό. 
2. Να υποθέσω ότι αποτελεί αυτοκριτική το πέρασμα του Μανώλη Γλέζου, από οπαδός της χειρότερης κρατικής τυραννικής κομμουνιστικής αθεϊας (Εμβέρ Χότζα)στη συμπροσευχή στη Βουλή με τη Χρυσή Αυγή (Αγιασμός) και στη συνέχεια η συμμετοχή του στην όχι μόνο μαγική και βλάσφημη, αλλά και ακυρωτική της ιδέας της ανεξιθρησκείας και του χωρισμού Κράτους Εκκλησίας, διαδικασία του όρκου, μπροστά στο φιλοχουντικό Αρχιεπίσκοπο; 

Έχω την αίσθηση ότι καλό θα ήταν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που βαρύνεται με σειρά ολόκληρη από καραγκιοζιλίκια, ασυνέπειες, παλινωδίες, μεταμορφώσεις και κυρίως σιωπές (ακόμη και σε προκλητικά ιερά οικονομικά σκάνδαλα) και συνενοχές στο εκκλησιαστικό, να πάψουν να προκαλούν τη νοημοσύνη μας. 
Λ.

β) Σχόλιο από: aftercrisis

Ακόμη και άν δεν υπήρχε πιά καμμιά κοινωνική ουτοπία, πάντα θα είναι η Βίβλος το εγχειρίδιό της. Ο Χριστιανικός πολιτισμός, στην ουσία του είναι ένας ουτοπικός πολιτισμός. Στο φόντο του Χριστιανισμού ακούγεται πάντοτε o μουρμουριστός ήχος της διαμαρτυρίας. Μ αυτή την όμορφη λέξη 
(στη Γερμανική γλώσσα Murren) περιέγραψε ο Λούθηρος την έκφραση της παθιασμένης λαχτάρας για έναν καλύτερο κόσμο... 

Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία των καταπιεσμένων. Και δεν πρέπει να ξεχνά κανείς, ότι ο ο ίδιος Ιησούς ήταν ο πρώτος Κομμουνάρος, καθώς μας λένε οι Πράξεις των Αποστόλων: Το πλήθος των πιστών ήταν μια καρδιά και μιά ψυχή. Κανένας δεν μιλούσε για τα δικά του αγαθά, αλλά τα πάντα ήταν κοινά μεταξύ τους... 

Ο Έρνστ Μπλόχ, στο βιβλίο του Η αρχή της ελπίδας (Prinzip Hoffnung), έγραψε μια διάσημη φράση: Ο άνθρωπος ζεί ακόμη στην προϊστορία, όλα και το κάθε τί βρίσκονται ακόμη σε χρόνο πρίν την δημιουργία του κόσμου ως δίκαιου κόσμου. Η αληθινή Γένεση δεν βρίσκεται στην αρχή αλλά στο τέλος, και θ αρχίσει για πρώτη φορά τότε, όταν η κοινωνία και η ύπαρξη (Dasein) γίνουν ριζοσπαστικά, δηλαδή όταν καταπιαστούν με τη ρίζα. 
Μόνον το ριζοσπαστικό είναι ρεαλιστικό. 

Η θρησκεία ως κοινωνική ουτοπία: Η εναλλακτική λύση του Ιησού 
(του Γιάκομπ Άουγκστάϊν - © SPIEGEL) 
http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2013/04/blog-post_27.html

Παρέκβαση: ένα άλλο, πρόσφατο άρθρο του ιδίου, συμπληρωματικό ως προς αυτό, από την Εφημερίδα των Συντακτών.



Αριστεροί και χριστιανοί ξανά σε εποχή αγωνίας

Αν είναι, πράγματι, αλήθεια αυτό που θα πω, ότι φύλαξες απ’ τα νιάτα σου την εντολή της αγάπης κι έδωσες στον καθένα όσα και στον εαυτό σου, τότε πώς συγκέντρωσες την περιουσία σου; […] Οποιος αγαπά σαν τον εαυτό του αυτόν που είναι πλάι του δεν κατέχει τίποτε παραπάνω απ’ αυτόν που είναι πλάι του. Κι εσύ δείχνεις να έχεις πολλά. Από πού;

Μέγας Βασίλειος, Ομιλία προς τους πλουτούντας, Μεταγραφή: Γιώργος Κοροπούλης.



Είναι γνωστό πως αριστεροί και χριστιανοί υπήρξαν στη διάρκεια της ιστορίας εξαιρετικά καχύποπτοι, έως εχθρικοί, οι μεν για τους δε. Και υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι γι’ αυτό, χωρίς αμφιβολία. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, το γεγονός, δηλαδή, πως υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι –και, επιπλέον, ποταμοί αίματος- που χωρίζουν τις δυο πλευρές δεν σημαίνει πως αίρεται αυτομάτως το παράδοξο: και οι δύο παραδόσεις είναι τόσο ρητά με τους φτωχούς και τόσο επιθετικά εναντίον των πλουσίων, που η ιστορία των μεταξύ τους αντιπαλοτήτων λιγότερο εξηγεί και περισσότερο είναι προς εξήγηση.

Δεν μπορώ, προφανώς, εδώ να διατυπώσω αναλυτικά μια ερμηνεία. Θα μείνω, λοιπόν, στα δικά μου, αριστερά χωράφια για λίγα σχόλια σχετικά. Η κύρια αιτίαση των αριστερών απέναντι στη χριστιανική επίκληση της αγάπης ως βασικού οδηγού της κοινωνικής ζωής είναι πως, όταν δεν πρόκειται για συνειδητή και δύσκολα κρυπτόμενη υποκρισία, είναι τόσο ξέπνοη πρακτικά, που πολύ λίγα μπορεί να προσφέρει στην κριτική των εκμεταλλευτικών κοινωνιών και πολύ λιγότερα στην αναγκαία ριζική αναμόρφωσή τους.

Νομίζω, λοιπόν, πως η προσέγγιση αυτή είναι σαφώς εσφαλμένη και αυτός είναι ένας από τους λόγους που αδυνατεί να ερμηνεύσει ικανοποιητικά το γεγονός πως ο χριστιανισμός –και η θρησκευτική διδασκαλία και πρακτική γενικότερα- αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, τον πιο ανθεκτικό τύπο λαϊκής κουλτούρας στην ιστορία.

Η εντυπωσιακή αυτή ανθεκτικότητα στα μυαλά και τις ψυχές των λαϊκών ανθρώπων δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους «ψευδούς συνείδησης», είναι πολύ περισσότερο πρακτικοί οι λόγοι. Οι μαρξιστές, άλλωστε, γνωρίζουν πως οι ιδεολογίες αναφέρονται πολύ περισσότερο σε συγκεκριμένες πρακτικές –πράξεις τις λένε οι χριστιανοί- παρά σε ιδέες, με τις οποίες παραγεμίζονται άδεια κεφάλια.

Το πιο ισχυρό σημείο της χριστιανικής διδασκαλίας είναι, χωρίς αμφιβολία, η εκπληκτική φιγούρα του Χριστού. Είναι αυτή η, πρακτική, διάσταση, η ακραία αποστασιοποίηση από το αφηρημένο, τις «ιδέες» και τις «εντολές», που της δίνει τη μεγάλη επιρροή της στις καρδιές των ανθρώπων.

Όπως σημειώνει ο Τέρι Ιγκλετον, ο Χριστός «παρουσιάζεται ως άστεγος, χωρίς υπάρχοντα, ταγμένος εργένης, πλανόδιος οδοιπόρος, κοινωνικά περιθωριακός, περιφρονητής των συγγενικών δεσμών, ανεπάγγελτος, φίλος των απόβλητων και των παριών, […], αμελής όσον αφορά τους κανόνες αγνότητας, επικριτής της παραδοσιακής αυθεντίας, αγκάθι στο πλευρό του κατεστημένου και μάστιγα για τους πλούσιους και τους ισχυρούς […] Σέβεται το εβραϊκό Σάββατο όχι επειδή σημαίνει εκκλησιασμό, αλλά επειδή αντιπροσωπεύει μια προσωρινή απόδραση από το βάρος της εργασίας. Το Σάββατο έχει να κάνει με την ξεκούραση, όχι με την θρησκεία. Ένας από τους καλύτερους λόγους για να είσαι χριστιανός, όπως και σοσιαλιστής, είναι το ότι δεν σου αρέσει να είσαι υποχρεωμένος να δουλεύεις και απορρίπτεις την έμφοβη ειδωλολατρία που κάτι τέτοιο εμπεριέχει» – ειδωλολατρία που είναι σήμα κατατεθέν της καπιταλιστικής θέσμισης της ζωής. Κανονικά, καμιά ανθρώπινη φιγούρα από την ιστορία δεν θα έπρεπε να είναι πιο οικεία στους κομμουνιστές, στους ελευθεριακούς, στους σιτουασιονιστές και σε όλες τις φυλές των επαναστατών, νομίζω.

Σ’ αυτή τη νέα εποχή αγωνίας που ζούμε, στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κρίσης, που όλα δείχνουν πως μάλλον αποκτά οριακό για την ανθρωπότητα χαρακτήρα, η Αριστερά δεν μπορεί παρά να νοιάζεται, μαζί με όλο τον «λαό», και για τον «λαό της εκκλησίας». Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν πολλοί άνθρωποι της εκκλησίας εργάζονται με αυταπάρνηση σε αλληλέγγυες δομές ή όταν κορυφαίοι ιεράρχες με μεγάλη παρρησία συγκρούονται με τους ναζιστές. Μπορούμε να συστρατευθούμε – δεν χρειάζεται να τους υποκαταστήσουμε. Κι έτσι, κι αυτά που μας χωρίζουν έντονα θα μπορέσουμε να τα βάλουμε κάτω και να δούμε.

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Μαρξισμός: χθες, σήμερα, και αύριο - Πάουλ Μάτικ


Ακολουθεί, σε πρόχειρη μετάφραση του Weltschmerz K. το πρώτο μέρος του "Marxism: Yesterday, Today, and Tomorrow" (1978), που περιλαμβάνεται στο δημοσιευμένο μετά θάνατον έργο του Paul Mattick (1904-1981) με τον ενδεικτικό τίτλο: Μαρξισμός: τελευταίο καταφύγιο της μπουρζουαζίας; (1983) Ο μεταφραστής -στον οποίον ανήκουν οι προσθήκες εντός αγκυλών- αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει ότι δε συμμερίζεται τις εν πολλοίς στρεβλές, μονομερείς, κι εν τέλει αντιεπιστημονικές αντιλήψεις του συγγραφέα, ασύμβατες καθώς είναι με τις πανθομολογούμενες κατακτήσεις της πρωτοπόρας, επαναστατικής θεωρίας της εργατικής τάξης. Επίσης, είναι [ο μεταφραστής, όχι ο συγγραφέας] υπέρ της διατήρησης των διπλών συμφώνων σε αποδόσεις ξένων ονομάτων, εκτός κι αν συντρέχουν μείζονες λόγοι αισθητικής: έτσι αρχικά έγραψε το επώνυμο στον τίτλο με δυο "τ", αλλά -λόγω και της γραμματοσειράς του τίτλου- η ομοιότητα με το π ήταν αναπόφευκτη, και κατέληξε να το αλλάξει. - Κ.

* * *

Στη σύλληψη του Μαρξ, οι μεταβολές στις κοινωνικές και υλικές συνθήκες των ανθρώπων θα αλλάξουν τη συνείδηση τους. Αυτό ισχύει επίσης για τον μαρξισμό και την ιστορική του ανάπτυξη. Ο μαρξισμός ξεκίνησε ως μια θεωρία της ταξικής πάλης βασισμένη στις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Αλλά ενώ η ανάλυση του των εγγενών στην καπιταλιστική παραγωγή κοινωνικών αντιφάσεων αναφέρεται στη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η ταξική πάλη είναι μια καθημερινή υπόθεση και προσαρμόζεται σε μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες. Αυτές οι προσαρμογές βρίσκουν την αντανάκλαση τους στην μαρξιανή ιδεολογία. Η ιστορία του καπιταλισμού είναι λοιπόν επίσης η ιστορία του μαρξισμού.

Το εργατικό κίνημα προηγήθηκε της μαρξιανής θεωρίας και παρείχε την υλική βάση για την ανάπτυξη της. Ο μαρξισμός έγινε η δεσπόζουσα θεωρία του σοσιαλιστικού κινήματος επειδή ήταν σε θέση να αποκαλύψει πειστικά την εκμεταλλευτική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας και ταυτόχρονα να ξεσκεπάσει τους ιστορικούς περιορισμούς αυτού του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Το μυστικό της ραγδαίας ανάπτυξης του μαρξισμού -τουτέστιν, η συνεχώς αυξανόμενη εκμετάλλευση εργατικής δύναμης- ήταν επίσης το μυστικό των διαφόρων δυσκολιών που έδειχναν προς τον τελικό του θάνατο. Το Κεφάλαιο του Μαρξ, εφαρμόζοντας τις μεθόδους της επιστημονικής ανάλυσης, ήταν σε θέση να παράσχει μια θεωρία που συνέθετε την ταξική πάλη και τις γενικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής.

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ ήταν αναγκαστικά τόσο αφηρημένη όσο και η πολιτική οικονομία η ίδια. Μπορούσε να ασχοληθεί μόνο με τη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όχι με τις πολυειδείς συγκεκριμένες εκδηλώσεις της σε κάθε επιμέρους στιγμή. Επειδή η συσσώρευση κεφαλαίου είναι ταυτόχρονα η αιτία της [ιστορικής] εκτύλιξης του συστήματος και ο λόγος για την παρακμή του, η καπιταλιστική παραγωγή προοδεύει ως μια κυκλική διαδικασία επέκτασης και συστολής [contraction]. Αυτές οι δυο καταστάσεις συνεπάγονται διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες και επομένως διαφορετικές αντιδράσεις από τη μεριά αμφοτέρων της εργασίας και του κεφαλαίου. Να είμαστε βέβαιοι, η γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης συνεπάγεται την αυξανόμενη δυσκολία αποφυγής μιας περιόδου συστολής μέσα από μια περαιτέρω επέκταση κεφαλαίου, και άρα [συνεπάγεται την αυξανόμενη δυσκολία αποφυγής] μιας τάσης προς την κατάρρευση του συστήματος. Αλλά δεν είναι δυνατό να πούμε σε ποιο συγκεκριμένο σημείο της ανάπτυξης του το κεφάλαιο θα αποσυντεθεί μέσω της αντικειμενικής αδυνατότητας συνέχισης της διαδικασίας συσσώρευσης του.

Η καπιταλιστική παραγωγή, συνεπαγόμενη την απουσία οιουδήποτε είδους συνειδητής κοινωνικής ρύθμισης της παραγωγής, βρίσκει κάποιο είδος τυφλής ρύθμισης στον μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης της αγοράς. Ο τελευταίος [ή: η τελευταία], με τη σειρά του, προσαρμόζεται ο ίδιος στις απαιτήσεις επέκτασης του κεφαλαίου όπως καθορίζονται αφενός από την μεταβαλλόμενη εκμεταλλευσιμότητα εργατικής δύναμης και αφετέρου από τη μεταβολή της δομής του κεφαλαίου λόγω της συσσώρευσης κεφαλαίου. Οι συγκεκριμένες οντότητες που εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία δεν είναι εμπειρικά διακρίσιμες, ώστε είναι αδύνατον να καθορίσουμε εάν μια συγκεκριμένη κρίση καπιταλιστικής παραγωγής θα είναι μεγαλύτερης ή μικρότερης διάρκειας, περισσότερο ή λιγότερο καταστροφική αναφορικά με τις κοινωνικές συνθήκες, ή [εάν θα] αποδειχθεί να είναι η τελική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος προξενώντας μιαν επαναστατική επίλυση μέσω της δράσης μιας εξεγερμένης εργατικής τάξης.

Κατ' αρχήν, κάθε επιμηκυμένη και εις βάθος πηγαίνουσα κρίση δύναται να απελευθερώσει μια επαναστατική κατάσταση που μπορεί να εντατικοποιήσει την ταξική πάλη έως του σημείου ανατροπής του καπιταλισμού – δεδομένου, φυσικά, ότι οι αντικειμενικές συνθήκες γεννούν μιαν υποκειμενική ετοιμότητα να αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Στο πρώιμο μαρξιστικό κίνημα, αυτό θεωρούταν μια ρεαλιστική δυνατότητα, λόγω του γεγονότος [της ύπαρξης] ενός αναπτυσσόμενου σοσιαλιστικού κινήματος και της προέκτασης της ταξικής πάλης εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Η ανάπτυξη της τελευταίας θεωρείτο παράλληλη με την ανάπτυξη μιας προλεταριακής ταξικής συνείδησης, [με] την άνοδο των εργατικών οργανώσεων, και την εξαπλούμενη αναγνώριση ότι υπήρχε μια εναλλακτική στην καπιταλιστική κοινωνία.

Η θεωρία και η πρακτική της ταξικής πάλης θεωρήθηκε ενιαίο φαινόμενο, λόγω της αυτο-επέκτασης και του ακόλουθου αυτο-περιορισμού της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Νομίζετο ότι η αυξανόμενη εκμετάλλευση εργασίας και η προοδευτική πόλωση της κοινωνίας σε μια μικρή μειοψηφία εκμεταλλευτών και μια τεράστια πλειοψηφία εκμεταλλευομένων θα ήγειρε την ταξική συνείδηση των εργατών και άρα την επαναστατική τους ροπή να καταστρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα. Πράγματι, οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής εκείνης δεν επέτρεπαν καμίαν άλλη οπτική, καθώς η [ιστορική] εκτύλιξη του βιομηχανικού καπιταλισμού συνοδευόταν από αυξανόμενη μιζέρια των εργαζόμενων τάξεων και [από] μιαν αξιοπρόσεκτη όξυνση της ταξικής πάλης. Παραταύτα, αυτή ήταν απλώς μια οπτική που παρεχόταν από αυτές τις συνθήκες, οι οποίες [ή: η οποία] δεν απεκάλυπταν ακόμη τη δυνατότητα μιας άλλης έκβασης των γεγονότων. 

Μολονότι διακοπτόμενος από περιόδους κρίσης και ύφεσης, ο καπιταλισμός ήταν σε θέση να διατηρηθεί έως τώρα μέσα από μια συνεχή επέκταση κεφαλαίου και την προέκταση του στο χώρο μέσω της επιτάχυνσης της αύξησης στην παραγωγικότητα της εργασίας. Απεδείχθη δυνατό όχι μόνο να ανακτήσει μια προσωρινώς απωλεσθείσα κερδοφορία, αλλά να την αυξήσει επαρκώς ώστε να συνεχίσει τη διαδικασία συσσώρευσης αλλά και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του μεγάλου μέρους του εργαζόμενου πληθυσμού. Η επιτυχής επέκταση κεφαλαίου και η βελτίωση των συνθηκών των εργατών οδήγησε σε μια εξαπλούμενη αμφιβολία αναφορικά με την εγκυρότητα της αφηρημένης θεωρίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης του Μαρξ. Η εμπειρική πραγματικότητα για την ακρίβεια έδειχνε να αντιφάσκει με τις προσδοκίες του Μαρξ σε αναφορά με το μέλλον του καπιταλισμού. Εκεί ακόμη όπου η θεωρία του διατηρήθηκε, δε συνδεόταν πλέον με μιαν ιδεολογικά στοχεύουσα στην ανατροπή του καπιταλισμού πρακτική. Ο επαναστατικός μαρξισμός έγινε μια εξελικτική θεωρία, εκφράζουσα την ευχή να υπερβεί το καπιταλιστικό σύστημα μέσα από μια συνεχή μεταρρύθμιση των πολιτικών και οικονομικών θεσμών του. Ο μαρξιστικός ρεβιζιονισμός, σε κρυφή και φανερή μορφή, οδήγησε σε ένα είδος σύνθεσης μαρξισμού και αστικής θεωρίας, ως ένα θεωρητικό συμπλήρωμα στην πρακτική ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στην καπιταλιστική κοινωνία.

Δε θα πρέπει να εξαχθούν πολλά από αυτή τη διαπίστωση, ωστόσο, γιατί το οργανωμένο εργατικό κίνημα περιελάμβανε πάντοτε [ούτως ή άλλως] μόνο τη μικρότερη μερίδα της εργατικής τάξης. Η μεγάλη μάζα των εργατών εγκλιματίζεται στην άρχουσα αστική ιδεολογία και -υποκείμενη στις αντικειμενικές συνθήκες του καπιταλισμού- συγκροτεί μια επαναστατική τάξη μόνο δυνητικά. Μπορεί να γίνει επαναστατική μέσα από την ισχύ περιστάσεων που ανατρέπουν τους περιορισμούς της ιδεολογικής της επίγνωσης και άρα προσφέρουν στο ταξικά ενσυνείδητο μέρος της μιαν ευκαιρία να μετατρέψει τη δυνατότητα σε πραγματικότητα μέσω του επαναστατικού του παραδείγματος. Αυτή η λειτουργία του ταξικώς ενσυνειδήτου μέρους της εργατικής τάξης απωλέσθη μέσω της ενσωμάτωσης της στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο μαρξισμός έγινε ένα αυξανόμενα αμφίσημο δόγμα, υπηρετόν σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αρχικώς προβλεπόταν.

Όλα αυτά είναι ιστορία: συγκεκριμένα, η ιστορία της Δευτέρας Διεθνούς, η οποία απεκάλυψε ότι ο φαινομενικώς μαρξιστικός προσανατολισμός της ήταν απλώς η ψευδής ιδεολογία μιας μη επαναστατικής πρακτικής. Αυτό σε τίποτα δεν είχε να κάνει με μια “προδοσία” του μαρξισμού, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της ταχείας υπεροχής και της αυξανόμενης δύναμης του καπιταλισμού, οι οποίες ώθησαν το εργατικό κίνημα να προσαρμοστεί το ίδιο στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Καθώς μια ανατροπή του συστήματος έμοιαζε αδύνατη, οι τροποποιήσεις του καπιταλισμού καθόριζαν εκείνες του εργατικού κινήματος. Ως ένα κίνημα μεταρρύθμισης, το τελευταίο μετείχε των αναμορφώσεων του καπιταλισμού, βασιζόμενο [ή: των βασιζόμενων] στην αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας και στην ανταγωνιστική ιμπεριαλιστική επέκταση των εθνικά οργανωμένων κεφαλαίων. Η ταξική πάλη μετετράπη σε ταξική συνεργασία. 

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Game of Thrones - Season 3 (Nick Pasx)


Ας πάμε σε κάτι πιο ανάλαφρο, έπειτα από την οικονομική εσχατολογία με δόση ταξικού Schlachtfeld. Από το περιοδικό artcore αναδημοσιεύω τις παρουσιάσεις και τον αντίστοιχο σχολιασμό από τον Nick Pasx των πρώτων πέντε επεισοδίων της τρίτης σαιζόν του Game of Thrones, τηλεοπτικής σειράς του HBO που στηρίζεται στη σειρά βιβλίων επικής φαντασίας του George R. R. Martin με τίτλο A Song of Ice and Fire. Το έκτο, προτελευταίο βιβλίο αναμένεται να ολοκληρωθεί στις αρχές του 2015. Όσοι δεν έχουν διαβάσει ή δει τα προηγούμενα, μακριά: The web is dark and full of spoilers. (φωτό: ο άρχοντας μας, Ένταρντ ("Νεντ") Σταρκ, λέει τον καιρό)



1. Valar Dohaeris

Ο χειμώνας επιτέλους έφτασε. Η 3η σεζόν της πιο hot τηλεοπτικής σειράς των ημερών μας έκανε πρεμιέρα την Κυριακή το βράδυ τερματίζοντας το μαρτύριο της αναμονής που εκατομμύρια θεατές βίωναν.

Το πρώτο επεισόδιο ακολουθεί από άποψη δομής και χτισίματος την πρακτική της προηγούμενης σεζόν. Εξιστορούνται βήμα-βήμα οι περιπέτειες των εκάστοτε αγαπημένων ή όχι χαρακτήρων με αποτέλεσμα να παίρνουμε από όλους σχεδόν μια μικρή γεύση. Πολλοί θεωρούν και ίσως όχι άδικα ότι η συγκεκριμένη τακτική διαταράσσει την αρμονία και τη συνοχή της σειράς. Κατά τη γνώμη μου κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο καθώς έχουμε να κάνουμε με ένα χαοτικό σύμπαν αμέτρητων χαρακτήρων (οι οποίοι αυξάνονται γρηγορότερα κι από τις επισκέψεις της Τρόικας στην Ελλάδα) σε σημείο που να μην χωρούν όλοι σε ένα επεισόδιο (θα περιμένουμε το επόμενο για να ξανασμίξουμε με την Άρυα, τον Τζέιμι, τον Μπραν και τη Μπριέν).

Από άποψη ρυθμού και συναισθημάτων το επεισόδιο κυμάνθηκε σε εξαιρετικά επίπεδα. Δίχως να περιλαμβάνει κάποια μάχη ή σύγκρουση, υπήρχε συνεχώς αυτή η υποδόρια, σχεδόν μαγική ένταση που λίγες σειρές μπορούν να σου μεταφέρουν. Αποκορύφωμα ο διάλογος του Τύριον με τον πατέρα του, που εξελίσσεται σε έναν καταπληκτικό μονόλογο του Charles Dance (Τάιγουιν Λάννιστερ) που συγκλονίζει. Πράγμα που μόνο τυχαίο δεν είναι. Θυμηθείτε τους μονολόγους του Τάιγουιν στην πρώτη σεζόν ενώ προσπαθεί να τονώσει το ηθικό του Τζέιμι ή στην δεύτερη σεζόν έχοντας την Άρυα απέναντι του. Βάλτε τον Τάιγουιν να μιλάει με λίγα λόγια.

Στη συνέχεια παρακολουθούμε τις εξελίξεις να τρέχουν σε όλα τα μέτωπα. Από τη συνάντηση του Τζον με τον Βασιλιά των Αγρίων Μανς Ρέιντερ και την προσπάθεια της Μάργκαιρυ Ταιρέλ να κερδίσει τον θυμωμένο με τον Τζόφρυ κόσμο, μέχρι την επανεμφάνιση του συμπαθέστατου Ντέιβος και τη διάσταση που δημιουργείται ανάμεσα στον Ρομπ και τη μητέρα του. Το σημαντικότερο για μένα είναι η περίπτωση Νταινέρυς. Θεωρώ ότι από τη στιγμή που γεννήθηκαν οι δράκοι και μετά, έχουμε να κάνουμε με το πιο ενδιαφέρον επεισόδιο που αφορά την συγκεκριμένη ηρωίδα. Επιτέλους φαίνεται διατεθειμένη να αφήσει στην άκρη τις κούφιες απειλές, τα δάκρυα, τις ενοχές και να δράσει. Παρακολουθούμε την προσπάθεια της να συγκεντρώσει έναν πραγματικά φονικό στρατό (η σκηνή που διαπραγματεύεται με τον Κράζνυς μέσω της μεταφράστριας Μίσσαντει βγάζει αρκετό γέλιο) και καταλήγουμε σε ένα αποκαλυπτικό φινάλε, όπου ο εδώ και μια σεζόν ξεχασμένος, στα όρια του θρύλου, ιππότης Μπάρισταν Σέλμυ επανεμφανίζεται και όχι μόνο σώζει τη Νταινέρυς από απόπειρα εναντίον της, αλλά θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία της.

Η γεωγραφία της σειράς μεγαλώνει, οι χαρακτήρες αυξάνονται, η σειρά γίνεται και θα γίνει ακόμα πιο φιλόδοξη και εντυπωσιακή. Πρόκειται για εξαιρετικό ξεκίνημα, σαφώς ανώτερο από τη χλιαρή πρεμιέρα της προηγούμενης σεζόν (αποτελεί απορίας άξιο το ότι οι δημιουργοί σπατάλησαν τον απίθανο τίτλο/σλόγκαν The North Remembers για ένα τόσο μέτριο επεισόδιο), και μας αφήνει σε αναμμένα κάρβουνα μέχρι την επόμενη Κυριακή. Σαν ταπεινοί ακόλουθοι θα είμαστε εκεί. “All men must serve” (Valar Dohaeris).


2. Dark Wings, Dark Words

Το δεύτερο επεισόδιο της τρίτης σεζόν δεν διαφέρει σε πολλά από την πρεμιέρα της. Αποτελεί την εισαγωγική συνέχεια μέσω της οποίας παρακολουθούμε κυρίως χαρακτήρες που δεν είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο. Υπό μία έννοια έχουμε να κάνουμε με δύο εισαγωγικά επεισόδια, εκ των οποίων αναγκαστικά κάποιο έπρεπε να βγει πρώτο.

Μην παρανοήσετε. Δεν εμφανίζονται μόνο όσοι χαρακτήρες δεν «χώρεσαν» στο προηγούμενο επεισόδιο. Αλίμονο αν χρειαζόμασταν δύο επεισόδια για να τους δούμε όλους (κρατήστε αυτή τη σκέψη γιατί κάπως έτσι θα είναι τα πράγματα σε τρεις σεζόν από τώρα). Απλά δίνεται βάση στις ιστορίες του Μπραν, του Τζέιμι, της Άρυα και του Θήον ενώ ταυτόχρονα συμπληρώνονται διάφορες λεπτομέρειες στις ιστορίες των χαρακτήρων που κυριάρχησαν στην πρεμιέρα.

Το ονειρικό στοιχείο αποτελεί σήμα κατατεθέν στην ιστορία του Μπραν. Δεν μπορεί παρά να μας χαροποιήσει η έμφαση στο συγκεκριμένο στοιχείο μέσω της παρουσίας των Μήρα και Τζόζεν Ρηντ (ο πιτσιρικάς που κάτι σας θυμίζει, είναι ο γιός του Liam Neeson στο “Love Actually”) και της απόφασής τους να συνοδεύσουν τον Μπραν στο ταξίδι του προς το Τείχος. Πήραμε και μια μικρή γεύση από τις δυο καθόδους. Αυτής του Τζον και των Αγρίων προς το Τείχος, κι εκείνης του Σαμ και της Νυχτερινής Φρουράς προς το ίδιο μέρος.

Στη συνέχεια παρατηρούμε ότι το επεισόδιο περιελάμβανε παραπάνω Τζόφρυ από όσο χρειαζόταν. Νομίζω ότι όσο κι αν τον προβάλουν, το μίσος μας γι' αυτό τον χαρακτήρα δεν μεγαλώνει άλλο. Αντιθέτως, αποτελεί ευχάριστη έκπληξη η εμφάνιση της Ολένα. Η συμπαθέστατη γιαγιά Ταιρέλ μαγνητίζει όχι μόνο με τον αυθορμητισμό, την εξυπνάδα και την γενικότερη παρουσία της αλλά και με την κατανόηση και τη συμπόνια με την οποία αντιμετωπίζει τη Σάνσα.

Το αταίριαστο δίδυμο Τζέιμι – Μπριέν αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση και είναι αρκετά διασκεδαστικό (ο Τζέιμι δείχνει πραγματικά να το απολαμβάνει, προσφέροντας απλόχερα έξυπνες ατάκες). Δυστυχώς η λειτουργικότητα αυτή πάει περίπατο όσον αφορά τη συνεργασία των δυο αυτών χαρακτήρων κόντρα στους κινδύνους που καλούνται να αντιμετωπίσουν. Το έλεος της Μπριέν σε συνδυασμό με το πανούργο πείσμα του Τζέιμι θα τους οδηγήσει στο να εντοπιστούν από εχθρικά προς αυτούς πρόσωπα, με αποτέλεσμα να περιμένουμε το επόμενο επεισόδιο για να μάθουμε την τύχη τους. Ακόμη, παρακολουθούμε την αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας της Άρυα από τον Σάντορ Κλεγκέιν στα μέλη της Αδελφότητας δίχως Λάβαρα και τα φρικτά βασανιστήρια που υφίσταται ο Θήον Γκρέυτζου από άγνωστους άντρες.

Το εισαγωγικό πάζλ ολοκληρώθηκε. Τα πιόνια έχουν μπει στη θέση τους, έτοιμα να κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα. Να παίξουν το παιχνίδι του στέμματος.

Υ.Γ. Άραγε είμαι ο μοναδικός θεατής που ακούγοντας τη φωνή του Νεντ στο ξεκίνημα του επεισοδίου ανατρίχιασα;


3. Walk of Punishment

Πόσο ισχυρό μπορεί να είναι το κωμικό στοιχείο στην περιγραφή ενός κόσμου που βρίσκεται υπό καθεστώς πολέμου, με προδοσίες και τραγωδίες να διαδέχονται η μια την άλλη; Στο τρίτο επεισόδιο της τρίτης σεζόν του “Game of Thrones” το κωμικό στοιχείο μονοπωλεί το ενδιαφέρον σε ολόκληρο το επεισόδιο.

Από το ξεκίνημα του επεισοδίου γίνεται φανερή η πρόθεση αυτή, μέσω της καταπληκτικής και συνάμα άβολης σκηνής της κηδείας του πατέρα της Κάτλυν. Ο διάλογος απουσιάζει. Το μόνο στοιχείο που κυριαρχεί είναι η νευρικότητα του κόσμου καθώς ο θείος του Ρομπ, Έντμιουρ Τάλλυ, αδυνατεί να βρει το στόχο (τρεις φορές) με τα φλεγόμενα βέλη, ώστε να ολοκληρωθεί το εθιμοτυπικό. Η μαύρη κωμωδία στα καλύτερα της. Μπορεί ο θάνατος του άρχοντα Τάλλυ να αποτελεί λυπηρό γεγονός, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την κηδεία του.

Αμέσως μεταφερόμαστε στο Κινγκς Λάντινγκ, όπου γινόμαστε μάρτυρες μιας εκ των πιο εμπνευσμένων σκηνών της σειράς γενικότερα. Παρακολουθούμε τον Τύριον, τη Σέρσευ και τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου να παίζουν μουσικές καρέκλες (!) σε μια προσπάθεια να δείξουν την προτίμησή τους στο πρόσωπο του παντοδύναμου Τάιγουιν Λάννιστερ. Κι ενώ όλοι μάχονται για το ποιός θα κάτσει πιο κοντά του και θα του αποδώσει το μεγαλύτερο σεβασμό (μέχρι και η Σέρσευ μπαίνει στον κόπο να κουβαλήσει μια καρέκλα από τη μία άκρη του δωματίου στην άλλη), ο Τύριον ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του με τον πιο απλό τρόπο. Σέρνει μια καρέκλα, δημιουργώντας ενοχλητικό θόρυβο και την τοποθετεί ακριβώς απέναντι από τον πατέρα του, δηλώνοντας με αυτή την κίνηση από τη μία την απροθυμία του να τον κολακεύσει, όπως οι υπόλοιποι και από την άλλη να δώσει την επιθυμητή εντύπωση στον πατέρα του. Ότι δηλαδή θα τον βρει απέναντι του κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Το κωμικό στοιχείο ενυπάρχει και στο μέτωπο της Νταινέρυς όπου για άλλη μια φορά η προσπάθεια της Μίσσαντει να μετατρέψει το σεξισμό και την ασέβεια του Κράζνυς σε κανονικό διάλογο, κρίνεται επιτυχής. Όπως επιτυχής κρίνεται και η προσπάθεια του Τύριον και του Μπρον να φέρουν τον Ποντ σε επαφή με γυναίκα. Η συγκεκριμένη σκηνή παρόλο που είναι ανάλαφρη και ταιριάζει στη γενικότερη ατμόσφαιρα του επεισοδίου, είναι παντελώς άκαιρη. Δεν βλέπω το λόγο να προβάλλονται οι σεξουαλικές επιδόσεις ενός χαρακτήρα που εμφανίζεται ελάχιστα στη σειρά σε σχέση με άλλους που δεν έχουμε δει αρκετά στην τρίτη σεζόν και έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα.

Οι σκηνές δράσης του επεισοδίου αφορούν τον Θήον, την απόδρασή του και την άγνωστη φιγούρα που τον σώζει από ομαδικό βιασμό. Μιλώντας για ομαδικό βιασμό, μεταφερόμαστε στην ιστορία του Τζέιμι και της Μπριέν, όπου αιχμάλωτοι από τους άντρες του Μπόλτον αντιμετωπίζουν μια δύσκολη κατάσταση, με τον ομαδικό βιασμό να αποτελεί το σίγουρο μέλλον της Μπριέν. Γεγονός που αποτρέπεται από τον Τζέιμι. Ένας αλλαγμένος Τζέιμι με φανερό το σημάδι που του έχει αφήσει η περίεργη σχέση του με τη θηριώδη ηρωίδα, υπόσχεται αμύθητα πλούτη στους εχθρικούς άντρες με αντάλλαγμα την επιβίωσή τους. Κι εκεί που όλοι νομίζουμε ότι τα κατάφερε, έρχεται το πρώτο σοκ. Ο Λοκ, που δεν είναι τόσο χαζός, όσο ο Τζέιμι ήθελε να πιστεύει, κατεβάζει το σπαθί και κόβει το δεξί χέρι του Βασιλοκτόνου. Ενώ προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συνέβη, έρχεται και το δεύτερο σοκ. Οι τίτλοι τέλους πέφτουν και ακούγεται το χαρούμενο και ξεσηκωτικό “The Bear and the Maiden Fair” των The Hold Steady. Η απόλυτη μίξη τραγωδίας-κωμωδίας, ένα παρανοϊκό πάντρεμα αντιθετικών συναισθημάτων όπου το σοκ και το υστερικό γέλιο κυριαρχούν. Ένα επεισόδιο διαφορετικό σε σχέση με τα υπόλοιπα, όπου πρυτανεύουν το μαύρο χιούμορ και το θάρρος. Πολλά μπράβο στους δημιουργούς της σειράς Benioff και Weiss που στην πρώτη τους σκηνοθετική απόπειρα παίρνουν άριστα. Φαντάζομαι τον Ταραντίνο σε μια γωνιά, να βλέπει το φινάλε του επεισοδίου και να χειροκροτεί.

Σημείωση: το τραγούδι “The Bear and the Maiden Fair” ακούγεται για πρώτη φορά στο επεισόδιο από τους άντρες του Μπόλτον. Μεταξύ αυτών που τραγουδούν (συγκεκριμένα πίσω από τον Λοκ) βρίσκουμε τον Gary Lightbody των Snow Patrol σε μια cameo εμφάνιση!


4. And Now His Watch Is Ended

Εκδίκηση. Η θεματική του τέταρτου επεισοδίου περιστρέφεται γύρω από τη συγκεκριμένη έννοια. Άλλοι χαρακτήρες την αποζητούν (Τύριον, Άρυα, Μπριέν για λογαριασμό του Τζέιμι) κι άλλοι τη φέρνουν σε πέρας (Νταινέρυς, Βάρυς).

Ο Άρχοντας των Ψιθύρων αποτελεί έναν από τους πιο μυστηριώδεις χαρακτήρες της σειράς. Συνεπώς έχουν τεράστιο ενδιαφέρον οι αποκαλύψεις του ίδιου στον Τύριον, που αφορούν το παρελθόν του και συγκεκριμένα τον ευνουχισμό που υπέστη. Ο Βάρυς στην προηγούμενη σεζόν παρέδωσε μαθήματα του τι σημαίνει δύναμη και ποιoς πραγματικά την κατέχει. Σε αυτή τη σεζόν κάνει το ίδιο αναφορικά με τη σημασία της εκδίκησης, από τη μια λέγοντας στον Τύριον ότι χρειάζεται χρόνο, σχέδιο και κουράγιο για να πραγματοποιηθεί και από την άλλη αποκαλύπτοντας το φυλακισμένο μάγο από τον οποίο ευνουχίστηκε, υποδηλώνοντας έτσι την ολοκλήρωση της.

Λάτρεψα τη συνάντηση του Βάρυς με την Αρχόντισσα Ολένα. Ο διάλογος τους περιείχε τη δαντελένια ραδιουργία που είναι σήμα κατατεθέν της σειράς. Όπως γεμάτες ραδιουργία είναι οι κινήσεις της Μάργκαιρυ. Η πανούργα εγγονή της Ολένα ανταποκρίνεται στο σαδισμό του Τζόφρυ για να τον κερδίσει. Και τα καταφέρνει ακόμα καλύτερα χρησιμοποιώντας την αγάπη του κόσμου (κυρίως προς το πρόσωπο της) για να τον ελέγξει.

Συγκλονιστικές στιγμές του επεισοδίου αφορούν τον Θήον, ο οποίος υποφέρει ψυχικά και θα υποφέρει σωματικά. Μιλώντας περισσότερο στον εαυτό του, παραδέχεται τα λάθη που έχει κάνει υποκινούμενος από τη ζήλεια του προς τους Σταρκ και την ανάγκη του να αποδείξει πράγματα στον πατέρα του. Φτάνει στο σημείο να αναρωτιέται αν ο πραγματικός πατέρας του ήταν αυτός που έχασε το κεφάλι του στο Κινγκς Λάντινγκ. Οι ενοχές τον πνίγουν και οι αναμνήσεις τον τσακίζουν. Όπως σίγουρα τον τσάκισε και το παιχνίδι, που πίσω από την πλάτη του έπαιξε ο υποτιθέμενος σωτήρας του, με αποτέλεσμα η διαφαινόμενη απόδραση του να καταλήξει σε άλλο ένα γύρο βασανιστηρίων. Είναι αδύνατο να μη νιώσεις συμπάθεια και να μην λυπηθείς τον Θήον παρόλο που πλήγωσε τον Οίκο των Σταρκ.

Το ίδιο ισχύει και για τον Τζέιμι, τον οποίο λυπόμαστε καθώς έχει καταλήξει σκιά του εαυτού του. Ο Τζέιμι «στηριζόταν» στο δεξί του χέρι και το σπαθί του. Από τη στιγμή που ακρωτηριάστηκε, έχασε τόσο την ταυτότητά του όσο και την επιθυμία για εκδίκηση. Και αρχίζουμε να τον συμπαθούμε παρόλο που η πτώση του Μπραν στο όνειρό του, μας θυμίζει το γεγονός ότι ο Τζέιμι ήταν κάποτε ικανός να σκοτώσει ένα παιδί για να προστατέψει τα συμφέροντα του.

Θα περιμένουμε το επόμενο επεισόδιο για να δούμε αν η εκδίκηση της Άρυα σε βάρος του Σάντορ Κλεγκέιν θα πραγματοποιηθεί. Προς το παρόν μείναμε αποσβολωμένοι με την εκδίκηση της Νταινέρυς, εκδίκηση η οποία είναι ένα πιάτο που τρώγεται καυτό. Η τελευταία σεκάνς του επεισοδίου αποτελεί την επικότερη στιγμή της σεζόν μέχρι τώρα. Ο βλάσφημος Κράζνυς τιμωρείται από τη φωτιά του Ντρόγκον. Οι υπόλοιποι δουλέμποροι του Άσταπορ σφαγιάζονται από το στρατό των Άσπιλων που τώρα πια ανήκει στη Νταινέρυς. Η δρακοβασίλισσα δίνει απλόχερα φωτιά και αίμα αναγκάζοντας τους έμπειρους συμβούλους της να μην πιστεύουν στις ηγετικές δυνάμεις της. Ακόμα πιο επική λεπτομέρεια αποτελεί η γλώσσα με την οποία η Ντάνυ δίνει εντολές και σπέρνει τον όλεθρο. Τα βαλυριανά που πάντα γνώριζε. Έτσι φτάνουμε στο φινάλε του επεισοδίου όπου παρακολουθούμε με κινηματογραφικό τρόπο μια παντοδύναμη απόγονο Ταργκάρυεν να προελαύνει.

Σημείωση 1: Λυπήθηκα αρκετά με το άδοξο τέλος του άρχοντα διοικητή της Νυχτερινής Φρουράς Μόρμοντ. Λειτουργούσε πάντα με σύνεση και αποτελούσε την πατρική φιγούρα των αντρών του Τείχους, ορθώνοντας το ανάστημά του όταν χρειαζόταν.

Σημείωση 2: Στο συγκεκριμένο επεισόδιο φάνηκε πόσο προσεγμένη σειρά είναι το “Game of Thrones”. Παρατηρήστε το τρικ του Τάιγουιν όταν μιλά με την κόρη του. Μέσω του γράμματος που γράφει, φροντίζει να μην δίνει την απόλυτη προσοχή στον άλλο ώστε να παραμένει ο κυρίαρχος της συζήτησης. Θυμηθείτε τώρα ότι το ίδιο τρικ εφαρμόστηκε όχι μόνο σε βάρος του Τύριον τρία επεισόδια πριν αλλά και σε βάρος του Τζέιμι στην πρώτη σεζόν, όπου του τονίζει ότι πρέπει να γίνει ο άνθρωπος που πάντα προοριζόταν την ίδια στιγμή που σφάζει ένα ελάφι. Τρία παιδιά, ένα τρικ και το αποτέλεσμα της συζήτησης είναι πάντα το επιθυμητό για τον ίδιο.


5. “Kissed by Fire”

Μπορεί κανείς να μείνει πιστός στους όρκους και τις αξίες του; Αυτό είναι το ερώτημα, το οποίο καλούνται να απαντήσουν χαρακτήρες όπως ο Ρομπ, o Τζέιμι και ο Τζον. Το 5ο επεισόδιο έχει δημιουργηθεί με τόση μαεστρία, ώστε εντυπωσιάζεσαι από το πόσο αλληλένδετες είναι οι ιστορίες όλων των χαρακτήρων. Οι έννοιες της τιμής και της οικογένειας διακυβεύονται συνεχώς. Το επεισόδιο τελειώνει και είναι αδύνατο να μην παρατηρήσεις πόσο αρμονικά τα διαφορετικά κομμάτια του πάζλ υπηρετούν το σύνολο.

Το επεισόδιο ξεκινά με την εντυπωσιακή «σώμα με σώμα» αναμέτρηση ανάμεσα στον Άρχοντα Μπέρικ και τον Σάντορ Κλεγκέιν. Ο θηριώδης ιππότης κόβει στα δυο τον αρχηγό της Αδελφότητας δίχως Λάβαρα και στιγμές αργότερα τον βλέπει να επιστρέφει στη ζωή. Η σειρά προβάλλει μία φειδωλή χρήση της μαγείας, που όμως προκαλεί προβλήματα στον εκάστοτε χαρακτήρα, καταφέρνοντας να σηματοδοτήσει την ξεχασμένη δύναμή της και να δημιουργήσει εικόνες που σου μένουν στο μυαλό. Έτσι οδηγούμαστε στο συγκλονιστικό διάλογο της Άρυα με τον Θόρος και τον Μπέρικ όπου ζητά να μάθει αν ένας αποκεφαλισμένος άντρας μπορεί να επιστρέψει στη ζωή. Στοιχηματίζω ότι οι καρδιές εκατομμύρια θεατών σκίρτησαν και μόνο στη σκέψη της αδιανόητης επιστροφής του αξιαγάπητου Νεντ Σταρκ. Η ιστορία της Άρυα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον και ήταν άκρως συγκινητική η σκηνή του αποχωρισμού της με τον Τζέντρυ.

Αρκετά φορτισμένες είναι και οι σκηνές που αφορούν τον Στάννις. Μέσω οικογενειακών στιγμών παρακολουθούμε μία διαφορετική, πιο ανθρώπινη πλευρά, του κατά τα άλλα αυστηρού ηγέτη. Μέχρι πρότινος δεν γνωρίζαμε τις συμφορές που του έτυχαν στην προσωπική του ζωή (μισότρελη γυναίκα, κόρη χτυπημένη από οστρακιά), οι οποίες σίγουρα έχουν παίξει ρόλο στη διαμόρφωση του σκληρού χαρακτήρα του. Μόνη παραφωνία του επεισοδίου, οι γυάλες της Σελύζ Μπαράθηον με τα μωρά και το πράσινο υγρό. Τι δουλειά έχει το “Alien” στο “Game of Thrones”;

Στη συνέχεια παρακολουθούμε τον Ρομπ να διαχειρίζεται την προδοσία όπως θα έκανε και ο πατέρας του. Παρόλο που γνωρίζει, ότι τιμωρώντας τον Κάρσταρκ θα χάσει σχεδόν το μισό στρατό του, τηρεί τον νόμο και του παίρνει το κεφάλι ο ίδιος. Αυτός που δεν τήρησε τον όρκο του είναι ο Τζον. Ανήμπορος να πνίξει την έλξη του για την «φιλημένη απ' τη φωτιά» Ύγκριτ, πλαγιάζει μαζί της και επιβεβαιώνει την κατάληξη ενός ειδυλλίου που διαφαίνονταν από την προηγούμενη σεζόν.

Η κορυφαία στιγμή του επεισοδίου ανήκει ξεκάθαρα στον Τζέιμι. Τσακισμένος από τον πόνο που του προκάλεσαν τα γιατροσόφια του Κουάιμπερν, βρίσκει ανακούφιση στη μπανιέρα που μοιράζεται με την Μπριέν. Εκεί της εξιστορεί την πραγματική πλευρά των γεγονότων λόγω των οποίων απέκτησε την επωνυμία «Βασιλοκτόνος, καθώς επέλεξε να σκοτώσει πισώπλατα τον «Τρελό Βασιλιά» αντί να υπακούσει στις προσταγές του και να κάψει την πόλη και τους κατοίκους της αφού πρώτα σκοτώσει τον πατέρα του. Εξωπραγματική η ερμηνεία του Nikolaj Coster-Waldau στον ίσως καλύτερο μονόλογο της σειράς.

Τέλος, περνάμε στην απολαυστική συνάντηση των Λάννιστερ. Οι διάλογοι και οι παύσεις της συγκεκριμένης σκηνής είναι υψηλού επιπέδου. Ο Charles Dance (Τάιγουιν Λάννιστερ) σκάει τη μία βόμβα μετά την άλλη. Πρώτα ανακοινώνει με την χαρακτηριστική απάθειά του στον Τύριον ότι θα παντρευτεί τη Σάνσα. Δεν περνούν μερικά λεπτά και γυρίζει προς τη Σέρσεϋ, την οποία προστάζει με τελεσίδικο τόνο να παντρευτεί τον Λόρας ώστε να μην απειληθεί το σχέδιό τους για τον έλεγχο του Γουίντερφελ. Η ένταση στη συγκεκριμένη σκηνή είναι μεγάλη. Ο Τάιγουιν μοιάζει και είναι τόσο πανούργος και αδυσώπητος που δεν αφήνει περιθώρια για αντιδράσεις. Έτσι ένα εξαιρετικό επεισόδιο τελειώνει με δυο θεωρητικά έξυπνους και μαχητικούς χαρακτήρες να βράζουν στο ζουμί τους σαν μικρά παιδιά, έχοντας βιώσει την πατρική περιφρόνηση και την ταπείνωση. Μέγας είσαι Τάιγουιν και θαυμαστά τα έργα σου…

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

N. Moszkowska - Θεωρίες για τις οικονομικές κρίσεις: Η θεωρία του μειούμενου ποσοστού κέρδους


Τέτοιες μέρες που είναι, ας θίξουμε ένα θέμα οικονομικής εσχατολογίας, από το -οκείο για τους τακτικούς αναγνώστες μας- μπλογκ της λέσχης αριστερών δημοκρατών Die Bestimmung des Menschen. Διόρθωσα μόνο κάποια ορθογραφικά και προσέθεσα ορισμένα σημεία στίξης - Κ.

* * *

Το παρόν κείμενο αποτελεί το τέταρτο μέρος (Η θεωρία του μειούμενου ποσοστού κέρδους) του βιβλίου της Ναταλί Μοσκόβσκα «Θεωρίες για τις οικονομικές κρίσεις» (γράφτηκε το 1935, εκδόσεις "Κριτική", 1988, σελίδες 79-94). 


ΙV. Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΙΟΥΜΕΝΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ

Μια κάποια συγγένεια με τις δύο θεωρίες που πραγματευτήκαμε παρουσιάζει και η θεωρία του Henryk Grossmann. Και αυτός προσπαθεί, σ’ αντίθεση με τον Μαρξ, να αναπτύξει τόσο τις περιοδικές κρίσεις όσο και την κατάρρευση του καπιταλισμού, από τεχνικές και όχι από κοινωνικές στιγμές.
   
Ο πυρήνας της θεωρίας του [1] μπορεί να περιγραφεί περίπου ως εξής:
  
Με την τεχνική πρόοδο αυξάνεται η σύνθεση του κεφαλαίου, αυξάνεται δηλαδή το σταθερό κεφάλαιο (το τοποθετημένο σε εγκαταστάσεις, μηχανές κλπ.) σε βάρος του μεταβλητού (για μισθούς δαπανώμενου) κεφαλαίου. Επειδή το σταθερό κεφάλαιο (c) μεταβιβάζει μόνο τη δική του αξία στο προϊόν και επειδή μόνο το μεταβλητό κεφάλαιο (v) παράγει την υπεραξία (m), η υπεραξία πρέπει να μειώνεται διαρκώς με την τεχνική πρόοδο. Η υπεραξία μειώνεται στην αρχή σχετικά και μετά απόλυτα. Η προϊούσα συρρίκνωση της υπεραξίας και η πτώση του ποσοστού του κέρδους (m/c+v) οδηγεί την καπιταλιστική οικονομία σιγά σιγά σε διάλυση. Οι περιοδικές κρίσεις είναι απλώς στάδια στην πορεία του καπιταλισμού προς την κατάρρευση.
  
Μειώνεται πράγματι το ποσοστό κέρδους και μάλιστα από τεχνικούς λόγους;


                                                                  1.

Ασφαλώς είναι αληθές, ότι μόνο το μεταβλητό κεφάλαιο ή, αντιστοίχως, τα προσωπικά μέσα παραγωγής δημιουργούν υπεραξία, ενώ αντιθέτως, το σταθερό κεφάλαιο ή, αντιστοίχως, τα υλικά μέσα παραγωγής δεν μεταβιβάζουν στο προϊόν παρά μόνο τη δική τους αξία. Είναι επίσης αληθές, ότι με την τεχνική πρόοδο αυξάνεται η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργαζόμενο, δηλαδή ότι τα υλικά μέσα παραγωγής αυξάνονται ταχύτερα από τα προσωπικά. Εντούτοις ο καλύτερος εξοπλισμός των εργατών δεν συμπιέζει το ποσοστό κέρδους, αλλά το αυξάνει ακόμη περισσότερο.
  
Υπό συνθήκες τεχνικής προόδου το ποσοστό κέρδους θα μειωνόταν, μόνο εάν αυξανόταν η σύνθεση του κεφαλαίου χωρίς ταυτόχρονα ν’ αυξάνεται και η παραγωγικότητα της εργασίας. Διότι η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας μειώνει την αξία των υλικών και προσωπικών μέσων παραγωγής, κατά συνέπεια συμπιέζει στη συνέχεια τη σύνθεση του κεφαλαίου (c/v+m) και αυξάνει το ποσοστό υπεραξίας (m/v). Αμέσως όμως μετά την εισαγωγή τεχνικών καινοτομιών, τον εφοδιασμό δηλαδή των εργατών με τα πιο ακριβά μέσα παραγωγής, η σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται βέβαια, μειώνεται όμως και πάλι μετά την συνεπεία της αυξανόμενης παραγωγικότητας πτώση της τιμής των μέσων παραγωγής.
  
Επειδή μετά την πτώση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών που αγοράζονται από τους εργάτες μειώνεται και ο μισθός, αυξάνεται δηλαδή το ποσοστό υπεραξίας, δεν είναι δυνατόν να μειώνεται το ποσοστό κέρδους [2].
  
Όποια κι αν είναι η διάρθρωση της οικονομίας, τελικά χρησιμοποιούνται μόνο τέτοιες εφευρέσεις, οι οποίες τηρούν μια ορισμένη αναλογία μεταξύ της αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη και της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Και στον καπιταλισμό πρέπει κάθε αύξηση της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη να εξασφαλίζει μια πολύ υψηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.
  
Σε κάθε οικονομία πρέπει κάθε μηχανή που πρόκειται να εισαχθεί να εξοικονομεί τόση εργασία, όση έχει κοστίσει αυτή η ίδια. Στην καπιταλιστική οικονομία όμως, όπου η ζωντανή εργασία διασπάται σε πληρωμένη (v) και απλήρωτη (m), όπου ο επιχειρηματίας δεν ανταποδίδει στον εργάτη με το μισθό ολόκληρη την αξία της εργασίας που αυτός προσφέρει (εννοεί προφανώς όχι την αξία της εργασίας, αλλά την αξία των προϊόντων της εργασίας που προσφέρει ο εργάτης, Σ.τ.Μ.), αλλά κρατάει ένα μέρος της (την υπεραξία ή το κέρδος), δεν αρκεί η μηχανή να εξοικονομεί τόση μόνον εργασία, όση κόστισε αυτή η ίδια. Το απλήρωτο μέρος της εργασίας που εξοικονόμησε η μηχανή δεν μετράει· γι’ αυτό κάθε μηχανή που πρόκειται να εισαχθεί πρέπει να εξοικονομεί τόση πληρωμένη εργασία, όση (πληρωμένη και απλήρωτη, Σ.τ.Μ.) εργασία έχει κοστίσει αυτή η ίδια. Αν δεν το κάνει, τότε παύει να ενδιαφέρει τον καπιταλιστή επιχειρηματία: επειδή δημιουργία ζημία, δεν χρησιμοποιείται.
  
Ο παραγωγός που στηρίζεται στη δική του εργασιακή δύναμη (δηλαδή ο μη καπιταλιστικός παραγωγός που δεν χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, Σ.τ.Μ.), συγκρίνει την εργασία που απαιτείται για την κατασκευή της μηχανής με την εργασία που αυτή εξοικονομεί. Ο επιχειρηματίας που απασχολεί ξένη εργασία, συγκρίνει, αντιθέτως, την τιμή της μηχανής με την τιμή της εργασιακής δύναμης (που εξοικονομεί η μηχανή, Σ.τ.Μ.). Ο επιχειρηματίας, πρέπει να πληρώσει στον κατασκευαστή της μηχανής ολόκληρη την αξία της, στον εργάτη όμως δεν πρέπει να πληρώσει ολόκληρη την αξία της εργασίας που προσφέρει. Ως εκ τούτου στον καπιταλισμό δεν εισάγονται όλες οι μηχανές που εξοικονομούν εργασία, αλλά μόνο εκείνες που εξοικονομούν σχετικά πολλή εργασία [3].
  
Στις χρησιμοποιούμενες στον καπιταλισμό τεχνικές καινοτομίες ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας είναι λοιπόν πάντα υψηλός σε σχέση με το ρυθμό αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη. Κι επειδή λοιπόν η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας μειώνει τις τιμές τόσο των υλικών, όσο και των προσωπικών μέσων παραγωγής κι επομένως μειώνει τη σύνθεση του κεφαλαίου κι αυξάνει το ποσοστό υπεραξίας, είναι αδύνατον στον καπιταλισμό να μειώνεται από τεχνικούς λόγους το ποσοστό κέρδους [4].
  
Μόνον μετά από μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης της τεχνικής μπορεί το προϊόν της εργασίας να διασπαστεί σε μισθό και υπεραξία και η υπεραξία να αυξηθεί σε αντιστοιχία με την τεχνική πρόοδο. Ως εκ τούτου ένα ελάχιστο ύψος της παραγωγικότητας της εργασίας είναι προϋπόθεση της εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης και η τεχνική πρόοδος είναι προϋπόθεση του βαθμού εκμετάλλευσης. Η εκμετάλλευση ξένης εργασιακής δύναμης είναι οιονεί συνάρτηση της τεχνικής προόδου.
  
Πρέπει λοιπόν να δεχτούμε, ότι με την τεχνική εξέλιξη αυξάνεται το ποσοστό υπεραξίας. Όσο υψηλότερο όμως είναι το ποσοστό υπεραξίας, δηλαδή το απλήρωτο μέρος της εργασίας, τόσο περισσότερη είναι η εργασία που πρέπει να εξοικονομεί μια μηχανή για να ισχύει ως αποδοτική. Ως εκ τούτου στον καπιταλισμό τίθενται όλο και υψηλότερες απαιτήσεις στις προς αξιοποίησιν εφευρέσεις. Οι μηχανές που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν πρέπει να εγγυώνται έναν διαρκώς υψηλότερο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, για να πετύχουν τη χρησιμοποίησή τους. Όσο υψηλότερος όμως είναι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας σε σύγκριση με το ρυθμό αύξησης της ποσότητας των παραγωγικών αγαθών ανά εργάτη, τόσο σχετικά χαμηλότερη είναι η σύνθεση του κεφαλαίου και υψηλότερο το ποσοστό υπεραξίας κι επομένως τόσο υψηλότερο το ποσοστό κέρδους. Συνεπώς με την ηλικία του καπιταλισμού το ποσοστό κέρδους, στο βαθμό που εξαρτάται από τεχνικές προϋποθέσεις, αναγκαστικά αυξάνεται.


                                                                                   2.

Σε περιόδους έξαρσης το ποσοστό κέρδους αυξάνεται· μειώνεται μόνο στις περιόδους κρίσης ή, αντιστοίχως, ύφεσης. Εδώ όμως το μειούμενο ποσοστό κέρδους δεν είναι συνέπεια της αυξανόμενης σύνθεσης του κεφαλαίου αλλά της οφειλόμενης στη δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης κάμψης των πωλήσεων.
  
Αν με αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται το ποσοστό υπεραξίας τόσο μόνον, όσο χρειάζεται για να μη μειωθεί το ποσοστό κέρδους, αν δηλαδή ο μισθός μειώνεται τόσο μόνον, όσο χρειάζεται για ν’ αντισταθμιστούν οι απώλειες που προκύπτουν για τα κέρδη από την αυξανόμενη σύνθεση του κεφαλαίου, τότε δεν υπάρχει λόγος να συρρικνωθεί η κοινωνική αγοραστική δύναμη, δεν υπάρχει λόγος να εμφανιστεί μια δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Η εντός αυτών των ορίων μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και αύξηση του ποσοστού υπεραξίας δεν μειώνουν τη ζήτηση για εμπορεύματα, αλλά μεταβάλλουν την κατεύθυνσή της. Διότι,στο βαθμό που μειώνεται η ζήτηση των εργατών για καταναλωτικά αγαθά, αυξάνεται και η ζήτηση των επιχειρηματιών για παραγωγικά αγαθά.
  
Επειδή κατά την εισαγωγή τεχνικών καινοτομιών στον καπιταλισμό ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας σε σχέση με το ρυθμό αύξησης της ποσότητας των παραγωγικών αγαθών είναι πάντα υψηλός και αυξανόμενος και επειδή όσο υψηλότερος είναι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας τόσο λιγότερο αυξάνεται η σύνθεση του κεφαλαίου, για τη διατήρηση του δεδομένου ποσοστού κέρδους απαιτείται μια σχετικά χαμηλή και κατά την πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης φθίνουσα [5] αύξηση του ποσοστού υπεραξίας. Ο υψηλός και αυξανόμενος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας καθιστά ωστόσο δυνατή μια σημαντική και αυξανόμενη αύξηση του ποσοστού υπεραξίας. Με άλλα λόγια: Το ποσοστό κέρδους θέτει όλο και πιο περιορισμένες απαιτήσεις στην αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, η παραγωγικότητα της εργασίας καθιστά όμως σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό την αύξηση του ποσοστού υπεραξίας δυνατή [6]. Η διαφορά μεταξύ της για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους αναγκαίας και της τεχνικά δυνατής αύξησης του ποσοστού υπεραξίας αυξάνεται με την ηλικία του καπιταλισμού όλο και περισσότερο.
  
Η ταχέως αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας επιτρέπει στον ύστερο καπιταλισμό μιαν αύξηση του ποσοστού υπεραξίας πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτή που είναι αναγκαία για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους. Μια σημαντική αύξηση του ποσοστού υπεραξίας πέραν της για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους αναγκαίας αύξησης διαταράσσει όμως την αναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, ματαιώνει την πραγματοποίηση των ενσωματωμένων στα εμπορεύματα κερδών. (Επιπρόσθετα κέρδη χρησιμοποιούνται, ως γνωστόν, κυρίως για συσσώρευση.)
  
Αν το ποσοστό υπεραξίας αυξάνεται πολύ περισσότερο απ’ όσο απαιτείται για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους, τότε το ποσοστό κέρδους αυξάνεται μεν δυνητικά, όχι όμως πραγματικά. Η αναπόφευκτη προϋπόθεση της πραγματοποίησης του κέρδους -η αρμονία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης- δεν πληρούται· τα εμπορεύματα στα οποία είναι ενσωματωμένο το κέρδος, μένουν απούλητα.
  
Η ίδια η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία, μειώνοντας τις τιμές των υλικών και προσωπικών μέσων παραγωγής, θα εμπόδιζε δυνητικά, δηλαδή στην περίπτωση που υπήρχε αρκετή ζήτηση, μια κατά την πρόοδο της τεχνικής μείωση του ποσοστού κέρδους και θα προκαλούσε αύξησή του, πιέζει στην πραγματικότητα, μειώνοντας την αξία της εργασιακής δύναμης, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των μαζών και προκαλώντας έτσι περιοδικά κάμψη των πωλήσεων, το ποσοστό κέρδους προς τα κάτω.
  
Η αυξανόμενη σύνθεση του κεφαλαίου, ο εξοπλισμός των εργατών με ακριβότερα μέσα παραγωγής, αυξάνει τη δεκτικότητα της αγοράς επειδή ακριβώς διευρύνει τη ζήτηση μέσων παραγωγής. Η στη συνέχεια αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, η πτώση των τιμών των μέσων διαβίωσης που μειώνει την αξία της εργασιακής δύναμης  -περισσότερο απ’ ό, τι ίσως είναι αναγκαίο για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους- περιορίζει τη δεκτικότητα της αγοράς, επειδή ακριβώς μειώνει τη ζήτηση καταναλωτικών αγαθών. Η αυξανόμενη σύνθεση του κεφαλαίου συμπιέζει μεν το ύψος των δυνητικών κερδών, αυξάνει όμως της δυνατότητα πραγματοποίησής τους. Η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει μεν το ύψος των δυνητικών κερδών, περιορίζει όμως τη δυνατότητα πραγματοποίησής τους.

  
                                                                                      3.

Όσο υψηλότερη είναι -ceteris paribus- η σύνθεση του κεφαλαίου (c/v+m), τόσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό κέρδους. Το γεγονός όμως, ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, και ιδιαιτέρως σ’ αυτές του ύστερου καπιταλισμού, η σύνθεση του κεφαλαίου έχει φτάσει σ’ ένα σημαντικό ύψος, οφείλεται όχι μόνο σε τεχνικούς, αλλά και σε κοινωνικούς παράγοντες. Διότι οι υψηλές επενδύσεις ανά εργάτη (εννοεί προφανώς το άθροισμα όλων των μέχρι τώρα επενδύσεων, δηλαδή το σταθερό κεφάλαιο, ανά εργάτη, Σ.τ.Μ.) δεν προκαλούνται μόνον από την τεχνική πρόοδο, αλλά, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, από την υπερπαραγωγή, την υπερπλήρωση των αγορών.
  
Επειδή με την τεχνική πρόοδο δεν αυξάνεται μόνον η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργάτη, αλλά και η παραγωγικότητα της εργασίας, αυξάνεται η αξία των μέσων παραγωγής με σημαντικά βραδύτερο ρυθμό απ’ ό, τι η ποσότητα τους - αυτό όμως μόνον υπό ομαλές συνθήκες στην αγορά. Διότι, μόνον όταν υπάρχει ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης (εννοεί εδώ το άθροισμα αυτού που συνήθως ονομάζεται κατανάλωση και της «αναπαραγωγικής κατανάλωσης», δηλαδή των επενδύσεων, Σ.τ.Μ.),η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας μειώνει την υπό διαφορετικές συνθήκες αυξανόμενη σύνθεση του κεφαλαίου.
  
Θα πρέπει ωστόσο να είναι προφανές: Η σύγχρονη τεχνική προϋποθέτει μεγάλα εργοστάσια με μαζική παραγωγή κι αυτά από την πλευρά τους προϋποθέτουν την ύπαρξη υψηλής αγοραστικής δύναμης των μαζών. Αν λείπει η αναγκαία αγοραστική δύναμη, τότε το εργοστάσιο δεν είναι δυνατόν ούτε να διευρυνθεί όπως πρέπει (ως το άριστο μέγεθός του) ούτε να εκμεταλλευτεί πλήρως το δυναμικό του παραγωγής. Και για τους δύο λόγους, τη διατήρηση των εργοστασίων σε σχετικά μικρό μέγεθος αφενός και την υπερβολικά χαμηλή εκμετάλλευση του παραγωγικού τους δυναμικού αφετέρου, το κόστος παραγωγής παραμένει παρά την τεχνική πρόοδο υψηλό.
  
Αν με την τεχνική πρόοδο οι καπιταλιστές δεν εκμεταλλεύονται πλήρως την αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, αλλά αντιθέτως την περιορίζουν, τότε η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργάτη αυξάνεται χωρίς να μειώνονται αντιστοίχως οι τιμές των καταναλωτικών αλλά ούτε και των παραγωγικών αγαθών. Στην περίπτωση αυτή οι επενδύσεις ανά εργάτη (εννοεί προφανώς το άθροισμα όλων των μέχρι τώρα επενδύσεων, δηλαδή το σταθερό κεφάλαιο, ανά εργάτη, Σ.τ.Μ. [μόλις αναφέρθηκε παραπάνω, K.]), δηλαδή η σύνθεση του κεφαλαίου, αυξάνεται περισσότερο απ’ ό, τι είναι τεχνικά δικαιολογημένο.
  
Ακόμη δραστικότερα απ’ ό, τι στην παραγωγή πιέζεται προς τα κάτω η παραγωγικότητα της εργασίας στην σφαίρα της κυκλοφορίας:
  
Με αυξανόμενη τη δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, το κόστος διασφάλισης των πωλήσεων γίνεται όλο και υψηλότερο. Η αυξανόμενη σχετική έλλειψη ζήτησης εξαναγκάζει τους καπιταλιστές να εκτελούν πολλές μη παραγωγικές δαπάνες. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον τρομακτικούς πόρους καταβροχθίζοντα  μηχανισμό άγρας πελατών και προτροπής σε αγορά (διαφήμιση, αγγελίες, περιοδεύοντες αντιπρόσωποι κλπ.) Όσο η αγοραστική δύναμη υπολείπεται της παραγωγικής δύναμης, τόσο δυσκολότερη γίνεται η ανεύρεση καταναλωτών, τόσο περισσότερο μόχθο απαιτεί η διάθεση των αγαθών [8].
  
Όταν η κοινωνική κατανάλωση διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο, η αυξανόμενη παραγωγικότητα στην παραγωγή προκαλεί αυτόματα φθίνουσα παραγωγικότητα στην κυκλοφορία. Η πρόοδος της τεχνικής αυξάνει την αποδοτικότητα της εργασίας, οι αυξανόμενες δυσχέρειες διάθεσης των προϊόντων την πιέζουν προς τα κάτω. Η εργασία που εξοικονομείται στη σφαίρα της παραγωγής, σπαταλάται στη σφαίρα της κυκλοφορίας [9].
  
Αυτό θα μπορούσε επίσης να εκφραστεί ως εξής: Αν το δυναμικό παραγωγής κρατιέται σε χαμηλά επίπεδα και δεν αξιοποιείται πλήρως, τότε αυξάνεται το κόστος παραγωγής. Αν, αντιθέτως, το δυναμικό παραγωγής κρατιέται σε υψηλά επίπεδα και αξιοποιείται πλήρως, τότε αυξάνεται το κόστος κυκλοφορίας. Και τα δυο συνεπάγονται ακρίβεια, υψηλές τιμές για παραγωγικά και καταναλωτικά αγαθά, αυξάνουν λοιπόν τη σύνθεση του κεφαλαίου και συμπιέζουν το ποσοστό υπεραξίας.
  
Όπως ήδη τονίσαμε, στον καπιταλισμό δεν εισάγονται βέβαια όλες οι τεχνικές εφευρέσεις. Μόνο τέτοιες εφευρέσεις καταφέρνουν να εισαχθούν, οι οποίες εξασφαλίζουν μια αναλογία μεταξύ του ρυθμού αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη και του αντίστοιχου ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτό εξασφαλίζει υπό ομαλές συνθήκες στην αγορά (όταν υπάρχει ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης) τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους. Αν όμως υπό συνθήκες ανεπαρκούς ζήτησης η ήδη επιτευχθείσα παραγωγικότητα της εργασίας μειωθεί, τότε η παραπάνω αναλογία μεταξύ τής αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής και αυτής της παραγωγικότητας της εργασίας, καταστρέφεται. Υπό αυτές τις συνθήκες το ποσοστό κέρδους μπορεί να μειωθεί.
  
Η παραγωγικότητα της εργασίας στον ύστερο καπιταλισμό είναι πολύ χαμηλότερη απ’ αυτήν που θα αντιστοιχούσε στο εκάστοτε επίπεδο της τεχνικής. Η παραγωγικότητα της εργασίας δεν ανταποκρίνεται στην εκάστοτε ποσότητα των μέσων παραγωγής. Η τελειοποίηση των μέσων παραγωγής αυξάνει τη σύνθεση του κεφαλαίου, η υστερούσα παραγωγικότητα της εργασίας δεν τη μειώνει σε ικανοποιητικό βαθμό. Όχι η τεχνική,αλλά το οικονομικό σύστημα είναι η αιτία της υψηλής σύνθεσης του κεφαλαίου.
  
Όσο μεγαλύτερη είναι η διάσταση μεταξύ παραγωγικής και καταναλωτικής δύναμης, τόσο περισσότερο διαφέρει η τεχνικά δυνατή από την πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας. Στον καπιταλισμό όμως σε κάθε πρόοδο της τεχνικής η αύξηση της καταναλωτικής υπολείπεται σημαντικά της αντίστοιχης αύξησης της παραγωγικής δύναμης. Οι για κάθε πρόοδο της τεχνικής προκύπτουσες διαφορές μεταξύ της αύξησης της παραγωγικής και της αύξησης της καταναλωτικής δύναμης αθροίζονται. Η διάσταση μεταξύ των δύο μεγεθών, τα οποία σε μια εύρυθμη οικονομία θα έπρεπε να είναι εναρμονισμένα, αυξάνεται διαρκώς. Και με αυτή τη διάσταση διευρύνεται και εκείνη μεταξύ της τεχνικά δυνατής και της πραγματικής παραγωγικότητας της εργασίας. Με την ηλικία του καπιταλισμού τα δύο μέρη διίστανται όλο και περισσότερο. Κι αυτό προκαλεί τη διατήρηση του κόστους παραγωγής και κυκλοφορίας κι επομένως και της σύνθεσης του κεφαλαίου σε υψηλά επίπεδα [10].
  
Σε κάθε οικονομία όλα τα μεγέθη πρέπει να είναι εναρμονισμένα. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την αμοιβαία σχέση μεταξύ των παραγωγικών κλάδων ή των σφαιρών παραγωγής, αλλά και για τη σχέση της παραγωγής προς την κατανάλωση (ή, αντιστοίχως, του ποσοστού κέρδους προς το ποσοστό υπεραξίας). Κατά συνέπεια σ’ ένα υψηλό επίπεδο τεχνικής θα έπρεπε να αντιστοιχεί ένας μικρός χρόνος εργασίας και ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο των μαζών. Αν δεν λάβει χώρα αυτή η προσαρμογή του εργάσιμου χρόνου και του βιοτικού επιπέδου των μαζών στο επίπεδο της τεχνικής (αν το ποσοστό υπεραξίας αυξάνεται περισσότερο απ’ ό, τι είναι αναγκαίο για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους), τότε η παραγωγικότητα της  εργασίας πρέπει αναγκαστικά να μειωθεί.
  
Η παραγωγικότητα της εργασίας στον ύστερο καπιταλισμό δεν είναι λόγω κάποιας φυσικής αναγκαιότητας χαμηλή. Η παρά το υψηλό επίπεδο της τεχνικής χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας είναι συνέπεια της διάστασης μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, δηλαδή της συρρίκνωσης της οικονομίας στην εποχή της παρακμής του καπιταλισμού, μ’ άλλα λόγια, ένα φαινόμενο παρακμής.
  
Αναφέραμε παραπάνω: Όσο υψηλότερη είναι η σύνθεση του κεφαλαίου, τόσο χαμηλότερο -ceteris paribus- είναι το ποσοστό κέρδους. Αυτό μπορεί να εκφραστεί ως εξής: Όσο χαμηλότερη είναι για δεδομένο επίπεδο τεχνικής (της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη), δηλαδή όσο περισσότερο περιορίζεται, η παραγωγικότητα της εργασίας, τόσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό κέρδους.


                                                                                         4.

Το ποσοστό κέρδους καθορίζεται όχι μόνον από τη σύνθεση του κεφαλαίου, αλλά και από το ποσοστό υπεραξίας (m/v). Αν όλες οι υπόλοιπες συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες, τότε, όσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό υπεραξίας, τόσο χαμηλότερο είναι και το ποσοστό κέρδους. Το ποσοστό υπεραξίας είναι όμως πολύ υψηλότερο απ’ ό, τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως.
  
Για τον ίδιο λόγο, για τον οποίο η σύνθεση του κεφαλαίου εμφανίζεται υψηλότερη απ’ ό, τι πράγματι είναι, εμφανίζεται και το ποσοστό υπεραξίας χαμηλότερο απ’ ό, τι είναι. Το γεγονός ότι η υπάρχουσα εκμετάλλευση δεν εμφανίζεται στην έκταση, στην οποία πραγματικά ασκείται, είναι κι αυτό απόρροια της υπερσυσσώρευσης.
  
Για να υπολογίσουμε το ορθό ποσοστό υπεραξίας, πρέπει να προσθέσουμε στην πραγματοποιούμενη υπεραξία και τις ακόλουθες αξίες:
  1. τις παραγόμενες και -λόγω ανεπάρκειας των πωλήσεων- μη πραγματοποιούμενες αξίες·
  2. τις αξίες, η  παραγωγή των οποίων δεν λαμβάνει χώρα λόγω ανεπάρκειας των πωλήσεων, καίτοι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για την παραγωγή τους·
  3. Τα πολλών και διαφόρων ειδών -στην ανεπάρκεια πωλήσεων οφειλόμενα- κόστη παραγωγής και κυκλοφορίας.
  
Όλες αυτές οι μαζικά κατασπαταλούμενες αξίες ανήκουν κατ’ ουσίαν στην υπεραξία, αφού λόγω της επιδίωξης κέρδους τις στερούν από τους εργάτες.
  
Για να μπορέσουμε να συλλάβουμε το ύψος του ποσοστού υπεραξίας ή του βαθμού εκμετάλλευσης στον καπιταλισμό, πρέπει λοιπόν να αντιπαραβάλουμε τον μισθό όχι με την πραγματική, δηλαδή την ήδη συμπιεσμένη, παραγωγικότητα της εργασίας, όπως γίνεται συνήθως, αλλά με την τεχνικά δυνατή παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία με τον χρόνο αποκλίνει όλο και περισσότερο από την πραγματική.
  
Σε περίοδο παρακμής του καπιταλισμού, λοιπόν, η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι πολύ χαμηλότερη και το ποσοστό υπεραξίας πολύ υψηλότερο και επομένως το ποσοστό κέρδους σημαντικά μεγαλύτερο απ’ ό, τι φαίνονται [11].
  
Τίποτα ευκολότερο από το να εκλάβει κανείς κατά τη θεώρηση της δυναμικής του παρακμάζοντος καπιταλισμού το επιφαινόμενο ως πραγματικότητα. Τα φαινόμενα στην επιφάνεια της πραγματικότητας είναι απατηλά.
  
Επειδή, όπως αποδείξαμε, η τεχνική πρόοδος δεν είναι δυνατόν να προκαλέσει πτώση του ποσοστού κέρδους, η άποψη του Henryk Grossmann, σύμφωνα με την οποία η πτώση του ποσοστού κέρδους οδηγεί την καπιταλιστική οικονομία σε διάλυση (προκαλεί αρχικά περιοδικές κρίσεις και στη συνέχεια πλήρη κατάρρευση), καταρρέει.

------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
1. Henryk Grossmann, Das Akkumulations - und Zusammenbruchsgesetz des kapitalistischen Systems. (Zugleich eine Krisentheorie), Leipzig 1929.

2. «Mε την αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας συμβαδίζει χέρι χέρι... το φτήναιμα [sic] του εργάτη, δηλαδή ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας, ακόμη και στην περίπτωση που ο πραγματικός μισθός αυξάνεται. Ο πραγματικός μισθός δεν αυξάνεται ποτέ στην ίδια αναλογία με την παραγωγικότητα της εργασίας.» «Με την αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας (αυξάνεται) όχι μόνον ο όγκος των μέσων παραγωγής που αναλώνονται από αυτήν, αλλά (μειώνεται) και η αξία τους σε σύγκριση με τον όγκο τους. Η αξία τους αυξάνεται λοιπόν απόλυτα, όχι όμως στην ίδια αναλογία με την αύξηση του όγκου τους. Ως εκ τούτου, η αύξηση της διαφοράς μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου είναι πολύ μικρότερη από την αύξηση της διαφοράς μεταξύ της ποσότητας των μέσων παραγωγής, στα οποία μετατρέπεται το σταθερό κεφάλαιο, και της ποσότητας της εργασιακής δύναμης, στην οποία μετατρέπεται το μεταβλητό κεφάλαιο.» «Το ίδιο λοιπόν σε αξία μεταβλητό κεφάλαιο θέτει σε κίνηση περισσότερη εργασιακή δύναμη, επομένως περισσότερη εργασία. Το ίδιο σε αξία σταθερό κεφάλαιο παρουσιάζεται σε περισσότερα μέσα παραγωγής, δηλαδή σε περισσότερα μέσα εργασίας, υλικά εργασίας και βοηθητικές ύλες.» (Marx, Kapital, Bd. I, S. 568, 587, 569.)

3. «Αν δούμε τη χρήση μηχανών αποκλειστικά και μόνον ως μέσο μείωσης της τιμής του προϊόντος, το όριό της ορίζεται εκεί όπου η εργασία, η οποία απαιτείται για την παραγωγή τους, είναι λιγότερη απ’ αυτήν που αντικαθιστά η χρήση τους. Για το κεφάλαιο όμως, το όριο αυτό εκφράζεται πιο στενά. Αφού το κεφάλαιο δεν πληρώνει τη χρησιμοποιούμενη εργασία, αλλά την αξία της χρησιμοποιούμενης εργασιακής δύναμης, η χρήση των μηχανών καθορίζεται για αυτό από τη διαφορά μεταξύ της αξίας της μηχανής και της αξίας της εργασιακής δύναμης που αντικαθίσταται απ’ αυτήν.» (Marx, Kapital, Bd. I, S. 356.)

4. Στην οριακή περίπτωση, που ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας είναι μικρός σε σχέση με αυτόν της αύξησης των μέσων παραγωγής ανά εργάτη, η εισαχθείσα μηχανή αντικαθιστά παρ’ όλα αυτά τόση πληρωμένη εργασία, όση κοστίζει αυτή η ίδια. Στην περίπτωση αυτή δεν αυξάνεται βέβαια το ποσοστό κέρδους,αλλά ούτε και μειώνεται - Δες τη μαθηματική θεμελίωση των όσων αναπτύχθηκαν εδώ στο βιβλίο μου Das Marxsche System, a.a. O., S. 71-119, ιδιαιτέρως S. 77 και εξής.

5. Ή, αντιστοίχως, αμετάβλητη.

6. Κατά τα λοιπά, πρέπει να υπάρχουν και πολλές τεχνικές καινοτομίες, στις οποίες η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται περισσότερο από την ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργάτη, στις οποίες δηλαδή η σύνθεση του κεφαλαίου μειώνεται και κατά συνέπεια το ποσοστό υπεραξίας δύναται να μειωθεί χωρίς να μειώσει το ποσοστό κέρδους. Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι σε πολλές τεχνικές καινοτομίες, όπως καταμερισμός της εργασίας, τελειοποίηση της οργάνωσης της επιχείρησης, πρωτοτυποποίηση και τυποποίηση της παραγωγής κλπ., αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας χωρίς να αυξάνεται η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργάτη· και εδώ η σύνθεση του κεφαλαίου μειώνεται (αν λάβουμε υπόψη μας την παραγωγή στο σύνολό της).

7. «Όπως στα παλιά χρόνια των πουριτανικών εκκλησιών ο παθιασμένος ανταγωνισμός των διαφόρων αιρέσεων στη μάχη για τις ψυχές των πιστών έδινε κατεύθυνση και ρυθμό στη ζωή, έτσι και σήμερα, κατά μία έννοια, η μάχη για τον τελικό καταναλωτή.» (M. J. Bonn, Prosperity, Berlin 1930, S. 46.)

8. «Σύμφωνα με πλήθος μαρτυριών η πώληση είναι η κύρια δυσκολία της σύγχρονης οικονομίας, και η ταχύτατη αύξηση του κόστους των πωλήσεων το επιβεβαιώνει. Αυτή η παθητική πίεση των καταναλωτών στους παραγωγούς αμβλύνεται πού και πού μόνο από τη σπατάλη του πολέμου ή από μια ανάκαμψη, κατά την οποία η ζήτηση τονώνεται για ένα διάστημα από ψευδαισθήσεις.» (W. C. Mitchell, Der Konjunkturzyklus, Leipzig 1931, S. 158.)

9. Οι καπιταλιστές επιχειρηματίες επινόησαν δύο δαπανηρά εργαλεία, τα οποία εξυπηρετούν διαμετρικά αντίθετους στόχους: Ως εργοδότες ένα εργαλείο συμπίεσης των μισθών, άρα περιορισμού της αγοραστικής δύναμης, ως παραγωγοί ένα εργαλείο άγρας πελατών, δηλαδή "δημιουργίας" αγοραστικής δύναμης. Τις ζημίες που προκαλεί το ένα, πρέπει να τις αντισταθμίζει το άλλο. Και τα δύο αυτά εκλεπτυσμένα εργαλεία δεν είναι τίποτα άλλο παρά σπατάλη αξιών.

10. Η αύξηση των τιμών των μέσων παραγωγής από την οργανωμένη σε καρτέλ βαριά βιομηχανία συμβάλλει επίσης όχι λίγο στην αύξηση της σύνθεσης του κεφαλαίου. Και αυτή η αύξηση δεν οφείλεται στην τεχνική.

11. Δες ένα πίνακα για το ποσοστό υπεραξίας στην αμερικανική βιομηχανία στο E. Varga, Die grosse Krise, Moskau-Leningrad, 1943, S. 220.

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Σπονδή στο Θάνο Αστρίτη




Ο Θάνος Αστρίτης, κατά κόσμον Στέλιος Ανεμοδουράς, που μας άφησε γεια πριν 13 χρόνια (6 Μαΐου 2000), είναι γνωστός κυρίως ως συγγραφέας του Μικρού Ήρωα, οι περιπέτειες του οποίου κράτησαν 16 χρόνια (πολύ περισσότερα από την ίδια την Κατοχή)



του Βένιου Αγγελόπουλου


Αρκετά έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και τους ήρωές του, αλλά νομίζω όχι όσα θα του άξιζαν. Ας προσθέσω λοιπόν μια μικρή συμβολή από προσωπική μνήμη.

Πριν από το Γιώργο Θαλάσση κυκλοφορούσε κάθε βδομάδα ο Υπεράνθρωπος (από το 1951 – μετά ήρθαν κι άλλοι ήρωες, αλλά είχα πια μεγαλώσει). Τον διαβάζαμε στη γειτονιά, σε ένα μοναδικό αντίτυπο που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, με προσοχή – συνήθως εκτός σπιτιού: Ενώ οι άλλοι παίζαν μπάλλα, αποτραβιόσουν σε έναν ίσκιο και διάβαζες, ίσως με κάποιον άλλον πάνω απ’ τον ώμο σου ή εσύ πάνω απ’ τον ώμο του άλλου.

Ήταν λοιπόν ο Υπεράνθρωπος ένας ατρόμητος υπερασπιστής του Καλού, που γρήγορα απόχτησε παιδιά (και πολύ αργότερα εγγόνια), όλοι προικισμένοι με υπερφυσικές δυνάμεις, σίδερο το χέρι, άσσοι στη μπουνιά και ιπτάμενοι. Στην παρέα προστέθηκε κι ένας Έλληνας νέος επιστήμονας, ο Ελ Γκρέκο [1], που παντρεύτηκε την κόρη του Υπεράνθρωπου, την Αστραπή. Ως επιστήμονας είχε κάνει πολλές εφευρέσεις αλλά δύο έχουν σχέση με την ιστορία μας. Η μία είναι ένα φάρμακο που το ήπιε και τον προίκισε κι αυτόν με υπερφυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορεί κι αυτός να παίρνει μέρος στις μάχες. Η άλλη, ένα μπιστόλι με πολλές διαφορετικές σκανδάλες: η μία έστελνε πολικό ψύχος, η άλλη φοβερή φλόγα, η τρίτη ιονική ακτινοβολία (δεν υπήρχε η λέξη λέιζερ τότε), κτλ. Ανάλογα με τον εχθρό, πάταγε και τη σκανδάλη που θα του έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά.

Οι εχθροί τώρα, δεν ήταν τίποτα φτηνιάρηδες. Ήταν κι αυτοί πανίσχυροι και βεβαίως δαιμονικοί. Απ’ όσο θυμάμαι, μετά το Σατούρ και τη κόρη του τη Σατούρνα, που άντεξαν πεντ’ έξι τεύχη, εμφανίστηκε ο διαβολικός δόκτωρ Φάουστ, επιστήμονας και κακάσχημος, με μια κόρη πανέμορφη, τη Φαούστα, διαβολική κι αυτή. Κρατάει μερικά τεύχη ο καβγάς, και καταφέρνουν οι καλοί να τον σκοτώσουν, καπούτ, πάει ο δόκτωρ, διαφεύγει η Φαούστα, προσπαθεί να εκδικηθεί στο επόμενο τεύχος (κι η Σατούρνα το ίδιο είχε κάνει όταν της είχαν σκοτώσει τον πατέρα, νορμάλ) αλλά δε φτουράει, το σκάει κι εξαφανίζεται.

Περνάνε κανα-δυο τεύχη όπου οι υπεράνθρωποι σώζουν τη γη από θανάσιμους κινδύνους, φριχτά τέρατα ή εξωγήινους εισβολείς, που τα κάνουν σκόνη. Κι έρχεται το επόμενο τεύχος, «Η Ανάστασι [2] του Φάουστ».

Πώς είναι δυνατόν; Πολύ απλά. Η Φαούστα ήταν εκτός των άλλων και φοβερή γιατρίνα. Διατήρησε τον εγκέφαλο του πατέρα της ζωντανό σε κάποιο υγρό, έψαξε και βρήκε έναν άνθρωπο που το σουλούπι του κόλλαγε, τον απήγαγε, του μεταμόσχευσε τον εγκέφαλο του Φάουστ, του έκανε και μερικές πλαστικές για να είναι φτυστός ο μπαμπάς, και τον σιδέρωσε κι από πάνω για να είναι ακόμη πιο άτρωτος από πριν (φαντάζομαι θα του έκανε και κάποιες εξετάσεις ιστολογικής συμβατότητας πριν από τη μεταμόσχευση, αλλά τότε δεν ήξερα τι σημαίνει, ώστε δεν συγκράτησα ακριβώς το ιατρικό πρωτόκολλο). Δεν τον έπιανε ούτε σφαίρα, ούτε οβίδα, ούτε φωτιά, ούτε δυναμίτης, τίποτα. Άτρωτος τελείως.

Τι κάνουν οι δικοί σου; Χυμάνε στο Φάουστ και την κόρη του, τους τσακίζει, το βάζουν στα πόδια, ξαναχυμάνε, τα ίδια. Αμηχανία. Κάθονται και σκέφτονται. Και βέβαια αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν. Τι τρέχει.

Ψάχνουν λοιπόν και μαθαίνουν την ιστορία. Και τότε ο δικός σου (ο Ελ Γκρέκο, το πανέξυπνο ελληνόπουλο), κλείνεται στο εργαστήριό του να σκεφτεί. Κάθεται μερικές μέρες και βγαίνει με μια καινούργια σκανδάλη στο μπιστόλι.

Τι κάνει αυτή η σκανδάλη; Εδώ είναι το κόλπο. Καθώς το σώμα του καινούργιου Φάουστ ανήκε σε ένα καλό απλό ανθρωπάκι, το νευρικό του σύστημα δεν είχε εθιστεί να εκτελεί κακές πράξεις, παρά μόνο καλές ή ουδέτερες – άντε, ίσως και καμιά κακή σε ώρα ανάγκης, αλλά βεβαίως όχι συστηματικά, και σίγουρα όχι διαβολικές πράξεις όπως υπαγόρευε το σατανικό μυαλό του δόκτορα. Η καινούργια σκανδάλη λοιπόν είναι αποσυντονιστική, ώστε το νευρικό σύστημα του ανθρωπάκου να μη συντονίζεται και να μην υπακούει στο δαιμονικό εγκέφαλο.

Πάει λοιπόν ο καλός σου με το γαλανόλευκο μπλουζάκι στο Φάουστ που, ανύποπτος, καγχάζει βλέποντάς τον, σημαδεύει, μπαμ, τα νεύρα επαναστατούν, διαλύεται ο δόκτωρ, γίνεται μόρια. Κάπως τρώνε και τη Φαούστα μετά, αλλά η ουσία είναι εδώ, σκόνη ο Φάουστ κι ο κόσμος αναπνέει.

Μετά μεγάλωσα. Άλλαξα γειτονιές, άλλαξα σχολεία, άλλαξα πόλεις, άλλαξα διαβάσματα. Έφυγα για το εξωτερικό. Διάβασα εισαγωγές στο μαρξισμό και στη διαλεκτική, από τον Πόλιτζερ και τον Λεφέβρ. Διάβασα για την πάλη των αντιθέσεων που μετασχηματίζει το παλιό και για τη σύνθεση των αντιθέσεων που παράγει το καινούργιο. Άκουσα και για την Μεγάλη Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, όπου ο Μάο είπε τη φοβερή φράση «το ένα γίνεται δύο». Και είπα:

- Α! Ο Δόκτωρ Φάουστ!

Θάνο Αστρίτη, σ’ευχαριστώ που μ’ έκανες να καταλάβω τι εστί διαλεκτική, πριν καν η λέξη αυτή φτάσει στα αυτιά μου.

veniosang@gmail.com
___________

Σημειώσεις

[1] Κανείς μας δεν ήξερε τότε πως υπήρχε και κάποιος ζωγράφος με το ίδιο όνομα, αλλά κάποιος μας σφύριξε ότι σε κάποια ξένη γλώσσα αυτό σημαίνει «ο Έλληνας».

[2] Ορθογραφία της εποχής εκείνης.


Πηγή Red NoteBook

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Κατανοώντας πτυχές της ντελεζιανής επανάληψης μέσω ενός επεισοδίου του “Community”


* Ακολουθεί η πρόχειρη μετάφραση από τον Weltschmerz K. μιας ενδιαφέρουσας ανάρτησης του Daniel Coffeen σχετικά με την επανάληψη και τη διαλεκτική ταυτότητας-διαφοράς, πιστότητας-προδοσίας, μιμητικής αναπαραγωγής-καινοτόμου επανάληψης. Γίνεται σαφές από το κείμενο ότι ο Ντελέζ είναι πλήρως συμβατός με τον Χέγκελ -με μιαν ορισμένη εκδοχή του, τουλάχιστον-, πόρισμα που θα χαροποιήσει πιστεύω τον Ονειρμό. Στον μεταφραστή χρεώνονται επίσης οι σύνδεσμοι, όπως και τα σχόλια και οι διευκρινίσεις που βρίσκονται εντός αγκυλών.

* * *

Εντός του διαστήματος 21 λεπτών, παρουσιάζονται σε μας δύο μορφές παραπομπής. Από τη μία μεριά, υπάρχει το επικεντρωμένο στο Pulp Fiction πάρτυ έκπληξη. Από την άλλη, ο Άμπεντ παριστάνει το My Dinner with Andre. Ακόμη και αυτές οι δυο ταινίες προτείνουν μια αιχμηρή αντιπαράθεση: η ήρεμη ειλικρίνεια του Αντρέ αντιπαρατίθεται με την αναφορική εγκατάλειψη του Ταραντίνο. Αλλά το επεισόδιο –σαιζόν 2, επεισόδιο 19, τιτλοφορούμενο “Κριτικές Σπουδές Κινηματογράφου”- μετατοπίζει επιδέξια τους ίδιους τους όρους της αντιπαράθεσης.

Είναι τα γενέθλια του Άμπεντ. Πρόκειται να συναντήσει τον Τζεφ σε ένα ρεστωράν για δείπνο και είναι δουλειά του Τζεφ να τον πάει στο πάρτυ έκπληξη που τα μέλη της ομάδας έχουν οργανώσει για τον εμμονικό με τη μαζική κουλτούρα φίλο τους.

Αλλά ο Τζεφ εκπλήσσσεται. Το ρεστωράν -πρόταση του Άμπεντ- είναι φινετσάτο. Και τότε ο Άμπεντ εμφανίζεται όχι δρώντας σαν ο συνηθισμένος Άσπεργκερ-ικός ["αυτιστικός"], αναφερόμενος [συχνά] στη μαζική κουλτούρα αγορίστικος εαυτός του. Στην πραγματικότητα, δείχνει κανονικός, ώριμος ακόμη, κοινωνικά εμπεπλεγμένος, ευκρινής [στην έκφραση του]. Οι δυο καταλήγουν να μείνουν στο ρεστωράν καθώς η συζήτηση τους γίνεται αυξανόμενα έντονη και προσωπική.

Τότε, προς το τέλος του δείπνου τους, ο Τζεφ συνειδητοποιεί κάτι. Ο Άμπεντ δεν άλλαξε τους εμμονικούς με τη μαζική κουλτούρα τρόπους του – αναπαριστά [απλώς] την ταινία My Dinner with Andre. Διαπίστωση η οποία νευριάζει τον Τζεφ: πάνω που νόμιζε ότι ο Άμπεντ γινόταν “πραγματικός”, φάινεται ότι είναι μόνο μία ακόμη αναφορά μαζικής κουλτούρας.

Φαίνεται πως έχουμε δύο παραδείγματα ανθρώπων που υποκρίνονται ότι είναι εκείνο που δεν είναι - το ένα, ο Άμπεντ υποδυόμενος τον Άντρε· το άλλο, η ντυμένη [με θέμα το] Pulp Fiction ομάδα. Και παραταύτα δεν είναι όλες οι παραπομπές ίσες· δεν είναι κάθε υποκρισία [με την έννοια της μίμησης] στην πραγματικότητα υποκρισία. Οι δύο τρόποι εδώ δε θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικοί.

Οι φίλοι ντυμένοι ως [χαρακτήρες του] Pulp Fiction παραμένουν σε μεγάλο βαθμό οι εαυτοί τους. Μένουν αληθινοί, όπως ήταν, στους χαρακτήρες τους – η Μπρίτα είναι η Μπρίτα, ο Τρόυ είναι ο Τρόυ, ο Τσανγκ είναι ο Τσανγκ. Το μόνο διαφορετικό πράγμα σχετικά με αυτούς είναι τα κοστούμια τους. Είναι μόνο μια εξωτερική διαφορά, μια μετατόπιση [σε επίπεδο] φλούδας [δηλαδή επιφανειακού στρώματος].


Τα μέλη της ομάδας αναφέρονται στο Pulp Fiction αλλά παραμένουν οι εαυτοί τους: αντιγράφουν μάλλον παρά επαναλαμβάνουν.


Αλλά ο Άμπεντ γίνεται ένα θεμελιωδώς διαφορετικό πρόσωπο. Δεν υποδύεται μόνο τον Άντρε. Έχει γίνει άλλος.

 Ο Άμπεντ, εν τω μεταξύ, δεν ντύνεται μόνο όπως ο Άντρε. Επαναλαμβάνοντας αυτή την ταινία, γίνεται κάτι νέο: ο Άμπεντ-Άντρε.


Και αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του αντιγράφειν και του επαναλαμβάνειν. Όταν αντιγράφεις, λες τα σωστά πράγματα, ντύνεσαι με το σωστό τρόπο. [Όμως] Ο τρόπος λειτουργίας σου δεν αλλάζει. Μπορεί να ντύνεσαι όπως η Μία Γουάλλας αλλά εξακολουθείς να βγάζεις νόημα από τον κόσμο ως Μπρίτα.

Αλλά όταν επαναλαμβάνεις, ακολουθείς το δρόμο ενός άλλου και, κάνοντας το αυτό, γίνεσαι κάτι διαφορετικό. Δεν λες μόνο τα σωστά πράγματα. Βγάζεις στην κυριολεξία νόημα από τον κόσμο διαφορετικά. Κοιτάξτε τον Άμπεντ: όλα σχετικά με αυτόν είναι διαφορετικά.

Δεν παραθέτει απλώς τις ατάκες κάποιου άλλου, ως εάν ο πραγματικός Άμπεντ να υπήρχε από κάτω ή από μέσα. Δεν υποκρίνεται ότι είναι ο Άντρε. Αλλά ούτε έχει γίνει ο ίδιος ο Άντρε (οτιδήποτε θα σήμαινε αυτό). Επαναλαμβάνει τον Άντρε μέσω του δικού του μεταβολισμού, δημιουργώντας κάτι νέο, εκείνο που ο Ντελέζ θα μπορούσε να αποκαλέσει νυμφικό [nuptial]: τον Άντρε-Άμπεντ.

Τείνουμε να σκεφτόμαστε την επανάληψη ως το να κάνουμε το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Αλλά, για τον Ντελέζ (και για τον Κίρκεγκoρντ), η επανάληψη είναι πρόσθια κίνηση, μια διεργασία να ελίσσεσαι προς τα εμπρός διαφορετικά. Εάν ήσουν ο ίδιος, δε θα υπήρχε κίνηση. Αυτό αλλάζει τον ίδιο τον τρόπο που σκεφτόμαστε την ταυτότητα. Αντί να είμαστε αυτό το σταθερό πράγμα, είμαστε [τέτοιου είδους] πλάσματα τα οποία επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους (ελπίζω) – όχι κάνοντας το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά αλλά περισυλλέγοντας τους εαυτούς μας και "χορεύοντας" τους εαυτούς μας προς τα εμπρός [picking ourselves up and dancing ourselves forward]. Είμαστε συνέχεια καινούριοι στο γίγνεσθαι που αποτελούμε.

Με την επανάληψη, η ταυτότητα είναι νομαδική: πάντοτε κάπου διαφορετικά, πάντοτε σπίτι.

Με μια έννοια, αυτό μοιάζει κάπως προφανές. Είμαι διαφορετικό πρόσωπο σήμερα από εκείνο που ήμουν όταν ήμουν 2, 8, 16, 28, 34 [ετών]. Και παραταύτα δεν είμαι απόλυτα καινούριος. Είμαι ακόμη εγώ. Αλλά αυτό που είμαι είναι [ακριβώς] αυτή η διεργασία αλλαγής. Το όνομα που δίνει ο Ντελέζ σε αυτή τη διεργασία είναι επανάληψη. Αυτή είναι το όμορφο παραλήρημα, το μυστηριώδες, στην καρδιά του είναι: είμαι πάντα εξοικειωμένος και μη-εξοικειωμένος, πάντα καινούριος ενώ παραμένω εγώ (έως ότου να μην είμαι – [διότι] ενδέχεται να αλλάξω τόσο ριζικά ώστε να μην είμαι πλέον εγώ, περίπτωση στην οποία δε θα επαναλάμβανα πλέον [εφόσον θα ήμουν ήδη κάτι εντελώς άλλο]). Όταν επαναλαμβάνω τον εαυτό μου -ή όταν επαναλαμβάνω το My Dinner with Andre- δε μένω ο ίδιος. Απεναντίας, γίνομαι κάτι νέο.

Αυτό σαφώς απέχει πολύ από το να ντύνεσαι όπως η Μία Γουάλλας. Αυτό είναι μόνο ζήτημα του να βάλεις ένα κοστούμι. Δεν υπάρχει καμία εσωτερική κίνηση, καμία "μυστική δόνηση η οποία το κινητοποιεί, μια βαθύτερη εσωτερική επανάληψη εντός του ενικού" (βλέπε το Διαφορά και Επανάληψη του Ντελέζ). Ο Άμπεντ είναι μέσα στον Άντρε και ο Άντρε είναι μέσα στον Άμπεντ. Δεν είναι ότι ο Άμπεντ γίνεται ο Άντρε – εάν το έκανε, θα βλέπαμε τον Άντρε, όχι τον Άμπεντ. Όχι, επαναλαμβάνοντας τον Άντρε, ο Άμπεντ γίνεται κάτι νέο: ο Άμπεντ-Άντρε.

Σκεφτείτε τη διασκευή ενός τραγουδιού. Το συγκρότημα στο μπαρ που παίζει μια πιστή ερμηνεία του “Satisfactionτων Stonesαντιγράφει. Οι Devo που κάνουν το “Satisfactionεπαναλαμβάνουν: είναι το “Satisfaction” ξανά και εκ νέου. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του αντιγράφειν και του επαναλαμβάνειν. Το να επαναλαμβάνεις κάτι είναι το να [το] ζεις από μέσα και, στην πορεία, να δημιουργήσεις κάτι νέο. (Ή πάρτε [για παράδειγμα] τον Ταραντίνο. “Κλέβει” από ένα εύρος ταινιών [εκτεινόμενο] από τον Λεόνε και τον Γκοντάρ μέχρι B-films που δεν έχω ποτέ ακούσει και, στην πορεία, δημιουργεί το δικό του ύφος.)

Το "Community" διακωμωδεί την ίδια τη βούληση για αυθεντικότητα καθώς η ομολογούμενη πραγματικότητα του My Dinner with Andre γίνεται μια επανάληψη. Εν τω μεταξύ, το γράμμα [πιστοποίησης] της αυθεντικότητας για έναν χαρτοφύλακα που χρησιμοποιήθηκε στο Pulp Fiction -ένα δώρο [του Τζεφ] για τον Άμπεντ- τυλίγεται στις φλόγες [δηλαδή η απόδειξη μιας υποτιθέμενης αυθεντικότητας καταστρέφεται, οπότε παραμένουμε εντός ενός κόσμου όπου δεσπόζουν τα ομοιώματα ομοιωμάτων, τα ίχνη ιχνών και οι παραπομπές που παραπέμπουν σε άλλες παραπομπές, σε μια ατέλειωτη αλυσίδα σημαινόντων άνευ δυνατότητας μιας τελικής προσφυγής σε κάποιο εξωτερικό (εξω-κειμενικό) σημαινόμενο].

Απηχώντας τον Ντελέζ, το “Community” μας λέει ότι τίποτε δεν είναι αληθινό καθεαυτό και αφεαυτού. Αποτελούμε άπαντες υποδυόμενους χαρακτήρες – όλοι παραθέτοντας, αναφέροντας, κλέβοντας, παραπέμποντας [(σε) άλλους]. Στην τελική, καμιά από τις λέξεις μας δεν είναι “δική μας” λέξη· όλες οι γραμμές που λέμε είναι, κατά μίαν έννοια, δανεισμένες. Δεν υπάρχει αληθινή αυθεντικότητα. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κάθε παραπομπή [δηλαδή: κάθε χειρονομία που εμπνέεται από μιαν άλλη και δείχνει προς αυτήν] δημιουργείται [μάλλον εννοεί: είναι δημιουργική] εξ ίσου [με τις άλλες]. Κάποιες αντιγράφουν. Το κόλπο είναι να επαναλαμβάνουν.

Στο τέλος του επεισοδίου, ο Τζεφ συνειδητοποιεί ότι η αναφορά -η παραπομπή, η παράθεση- είναι ο τρόπος που ο Άμπεντ γίνεται ο εαυτός του [το προσίδιον γίγνεσθαι του, σαν να λέμε, το γίγνεσθαι-Άμπεντ]. Όταν η Μπρίτα ντύνεται σαν Μία Γουάλλας, δεν υπάρχει καμία εσωτερική κίνηση. Τίποτε δεν έχει αλλάξει: είναι ακόμα η Μπρίτα. Αλλά όταν ο Άμπεντ υποδύεται τον Άντρε, απορροφά πτυχές του Άντρε στον εαυτό του και γίνεται κάτι νέο, κάτι διαφορετικό. Αυτή αντιγράφει. Εκείνος επαναλαμβάνει.